ΕΔΔΑ 46737/2020/16.12.2025, με σχόλιο «Το τεκμήριο αθωότητας, το αποδεικτικό βάρος και η αρχή της ηθικής απόδειξης. Μία καταδίκη της Ελλάδας από το Στρασβούργο με ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ελληνική δικαστηριακή πρακτική», Τζ. Μ. Γιαννοπούλου

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

Απόφαση Δικαστηρίου της 16.12.2025

(Αριθ. προσφ. 46737/2020)

 

Υπόθεση Καρακασίδης

κατά

Ελλάδας

 

Πρόεδρος: PRoosma

Μέλη: Ι. Κτιστάκις, LHüseynov

Δικηγόροι: Β. Χειρδάρης, Σ. Παπαϊωάννου (ΝΣΚ)

 

Τεκμήριο αθωότητας. Αντιστροφή βάρους απόδειξης. Ανεπαρκής αιτιολογία. Αρχή της ηθικής απόδειξης. Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας και δίκαιης δίκης Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια καταδίκασαν τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος με μη επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση ως προς την παράνομη προέλευση των αντικειμένων και τη γνώση του, μετακυλίοντας σε αυτόν το βάρος απόδειξης. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η μη απόδειξη του ισχυρισμού της υπεράσπισης περί κυριότητας των αντικειμένων από τη σύζυγό του δεν υποκαθιστά την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει, πέραν ευλόγου αμφιβολίας, τα ουσιώδη στοιχεία της κατηγορίας. Το Δικαστήριο επιδίκασε 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.240 ευρώ για δικαστική δαπάνη (Άρθρα 394 ΠΚ, 6 §§ 1 και 2 ΕΣΔΑ).

 

«(….) 

2. Στις 8 Νοεμβρίου 2011, κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου από την αστυνομία, βρέθηκαν περίπου 30 κοσμήματα και πολυάριθμοι πολύτιμοι λίθοι σε ένα ξύλινο κουτί στο χώρο του εφεδρικού ελαστικού του αυτοκινήτου του προσφεύγοντος. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω αντικείμενα ανήκαν στη σύζυγό του και φυλάσσονταν στο αυτοκίνητό του για λόγους ασφαλείας, λόγω πρόσφατης διάρρηξης που είχε λάβει χώρα στην οικία τους τον Ιούνιο του 2011. Ο προσφεύγων είχε καταγγείλει τη διάρρηξη στην αστυνομία την εποχή εκείνη. Μετά τον τυχαίο έλεγχο, ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα, ο οποίος απήγγειλε στον προσφεύγοντα την κατηγορία της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Τον Δεκέμβριο του 2012, το κουτί που περιείχε τα εν λόγω αντικείμενα, και δύο φωτογραφίες παρακατατέθηκαν στο Κρατικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

3. Στις 24 Απριλίου 2018, με την υπ’ αριθ. …/2018 απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ότι τον Ιούλιο του 2011, σε μη προσδιοριζόμενη ημερομηνία, ο προσφεύγων είχε εκ προθέσεως δεχθεί στην κατοχή του κοσμήματα και πολύτιμους λίθους, γνωρίζοντας ότι είχαν κλαπεί. Τον καταδίκασε για το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών με αναστολή. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο προσφεύγων δήλωσε ότι τα εν λόγω αντικείμενα ανήκαν στη σύζυγό του και ότι τα είχε φυλάξει, μαζί με τις δύο φωτογραφίες, στο αυτοκίνητό του λόγω της πρόσφατης διάρρηξης στην οικία τους.

4. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο Αθηνών με την απόφαση αριθ. …/2018, η οποία εκδόθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2018. Το δικαστήριο επιβεβαίωσε το συμπέρασμα ότι τον Ιούλιο του 2011 ο προσφεύγων είχε με πρόθεση αποδεχθεί προϊόντα από εγκληματική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, επειδή κρίθηκε ότι είχε αποδεχθεί τα εν λόγω κοσμήματα και πολύτιμους λίθους, τα οποία και είχε αποθηκεύσει σε ένα ξύλινο κουτί, ενώ γνώριζε ότι είχαν κλαπεί. Έκρινε ότι ο ισχυρισμός του ότι ανήκαν στη σύζυγό του – στην οποία είχαν δοθεί ως δώρα – δεν είχε αποδειχθεί. Επιπλέον, έκρινε ότι το γεγονός ότι φύλασσε τα αντικείμενα στο αυτοκίνητό του ενίσχυε το συμπέρασμα ότι η προέλευσή τους ήταν παράνομη. Μετά ταύτα, επικύρωσε την καταδίκη του προσφεύγοντος για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και την ποινή φυλάκισης 15 μηνών με αναστολή.

5. Μετά από αναίρεση που άσκησε ο προσφεύγων, στις 25 Μαΐου 2020, το Ακυρωτικό Δικαστήριο, με την απόφαση με αριθ. …/2019, έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου είχε αιτιολογημένα και αποδεδειγμένα κρίνει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει το αδίκημα, έχοντας αποδεχθεί αντικείμενα, τα οποία γνώριζε ότι ήταν κλεμμένα. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο Αθηνών δεν χρειαζόταν να αναφερθεί σε πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, καθώς η διάπραξη του αδικήματος επιβεβαιωνόταν από το γεγονός ότι τα κοσμήματα και οι πολύτιμοι λίθοι είχαν αποθηκευτεί στο αυτοκίνητό του και δεν ανήκαν στη σύζυγό του. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση του προσφεύγοντος.

 

Η εκτίμηση του δικαστηρίου 

Επικαλούμενη παραβίαση των §§1 και 2 του άρθρου 6 της Σύμβασης 

 

6. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 6, §§ 1 και 2, δεν είναι προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 35, § 3, στοιχείο α), της Σύμβασης, ούτε απαράδεκτη για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

7. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η καταδίκη του βασίστηκε αποκλειστικά στο γεγονός ότι τα εν λόγω κοσμήματα και πολύτιμοι λίθοι είχαν βρεθεί σε ένα κουτί στο αυτοκίνητό του. Δεν είχε αποδειχθεί ποιος είχε κλέψει τα αντικείμενα αυτά, εάν είχαν πράγματι κλαπεί ή από ποιον είχαν κλαπεί. Πράγματι, τα δικαστήρια δεν είχαν αιτιολογήσει το συμπέρασμα ότι τα αντικείμενα είχαν πράγματι κλαπεί και ότι ο ίδιος γνώριζε την παράνομη προέλευσή τους, επιβαρύνοντάς τον παράνομα με το βάρος της απόδειξης σχετικά.

8. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα εθνικά δικαστήρια εξέτασαν σημαντικό αριθμό αποδεικτικών στοιχείων και ότι στον προσφεύγοντα δόθηκε η ευκαιρία να προβάλει τα επιχειρήματά του ενώπιον των δικαστηρίων, τα οποία τα απέρριψαν και τελικά τον καταδίκασαν. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι η σύζυγός του ήταν ιδιοκτήτρια των εν λόγω κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων δεν είχε αποδειχθεί, και ότι το Εφετείο Αθηνών – βάσει της αρχής της «ηθικής απόδειξης» δεν απαιτείτο να προσδιορίσει και τις περιστάσεις της κλοπής προκειμένου να θεωρήσει ότι τα αντικείμενα αυτά είχαν κλαπεί, όπως σημείωσε το Ακυρωτικό Δικαστήριο.

9. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 2 της Σύμβασης αποτελεί ένα από τα στοιχεία της δίκαιης ποινικής δίκης, που προβλέπεται στην § 1. Συνεπώς, θα εξετάσει την καταγγελία του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα των δύο αυτών διατάξεων, στο σύνολό τους. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν η διαδικασία, θεωρούμενη στο σύνολό της, ήταν δίκαιη, πράγμα που, στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας, περιλαμβάνει την εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας. Το άρθρο 6 § 2 απαιτεί, μεταξύ άλλων, ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη ενός δικαστηρίου δεν πρέπει να ξεκινάνε τη διαδικασία με την εκ προοιμίου πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται· το βάρος της απόδειξης βαρύνει την εισαγγελική αρχή, και κάθε αμφιβολία πρέπει να ερμηνεύεται υπέρ του κατηγορουμένου (βλ. για παράδειγμα, Poletan και Azirovik κατά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αριθ. 26711/07 και 2 άλλες, §§ 63-64, 12 Μαΐου 2016).

10. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 της Σύμβασης, το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται όταν το βάρος της απόδειξης μετακυλίεται από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση (βλTelfner κατά Αυστρίας, αριθ. 33501/96, § 15, 20 Μαρτίου 2001). Ωστόσο, ο κατηγορούμενος μπορεί να υποχρεωθεί να παράσχει εξηγήσεις, εφ’ όσον η εισαγγελική αρχή έχει στοιχειοθετήσει μια prima facie κατηγορία σε βάρος του (βλ. Poletan και Azirovik, που αναφέρθηκε ανωτέρω, §§ 63-67, και Telfner, που αναφέρθηκε ανωτέρω, § 18).

11. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι μπορεί να προκύψει ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας  (βλ., μεταξύ άλλων, Tsalkitzis κατά Ελλάδας (αριθ. 2), αριθ. 72624/10, § 60, 19 Οκτωβρίου 2017), εάν οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που κρίνουν τον προσφεύγοντα ένοχο δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες (βλ. Ajdarić κατά Κροατίας, αριθ. 20883/09, §§ 34-35 και 51, 13 Δεκεμβρίου 2011, καιMelich και Beck κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, αριθ. 35450/ 04, §§ 49-55, 24 Ιουλίου 2008).

12. Σύμφωνα με το άρθρο 394 του ελληνικού Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όποιος με πρόθεση αποδέχθηκε στην κατοχή του προϊόντα προερχόμενα από εγκληματική δραστηριότητα, τιμωρείται με φυλάκιση. Προκειμένου να καταδικαστεί ένα άτομο για το εν λόγω αδίκημα, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει, σύμφωνα με την εθνική νομολογία, να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες  ο κατηγορούμενος απέκτησε τα εν λόγω αντικείμενα, και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι γνώριζε την εγκληματική τους προέλευση (βλ. για παράδειγμα, την απόφαση αριθ. 201/2017 του Αρείου Πάγου). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόφαση του Εφετείου Αθηνών στήριξε την καταδίκη του προσφεύγοντος για το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος στην κρίση ότι τα εν λόγω αντικείμενα είχαν κλαπεί και ότι ο ίδιος είχε γνώση της κλοπής. Ωστόσο, το υλικό που είχε εισφερθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν περιείχε καμία αναφορά σε κλοπή. Δεν αποδείχθηκαν οι περιστάσεις υπό τις οποίες είχαν περιέλθει στην κατοχή του προσφεύγοντος τα φερόμενα ως κλαπέντα αντικείμενα, ούτε υπήρχαν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι γνώριζε (ο προσφεύγων) την φερόμενη ως παράνομη προέλευσή τους. Άλλωστε, ο προσφεύγων αρνήθηκε επανειλημμένα οποιαδήποτε τέτοια γνώση και δεν υπήρξε καμία μαρτυρική κατάθεση, από την οποία να αποδεικνυόταν το αντίθετο. 

13. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι δεν είναι στην αρμοδιότητά του να επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα εγχώρια δικαστήρια αξιολογούν τα πραγματικά γεγονότα και τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ούτε καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα ενός προσώπου που έχει καταδικαστεί από τα εγχώρια δικαστήρια, καθώς το θέμα αυτό εμπίπτει αποκλειστικώς και μόνον στην αρμοδιότητα των παραπάνω δικαστηρίων (βλ. κατ’ αναλογίαRohlena κατά Τσεχικής Δημοκρατίας [GC], αριθ.59552/08, § 55, ECHR 2015 και Popov κατά Ρωσίας, αριθ. 26853/ 04, § 188, 13 Ιουλίου 2006). Ωστόσο, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκτιμήσει εάν η διαδικασία στο σύνολό της – συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης των εθνικών δικαστηρίων να αιτιολογούν πλήρως τις αποφάσεις τους και να εφαρμόζουν το τεκμήριο της αθωότητας – ήταν σύμφωνη με τη Σύμβαση.

14. Η διαπίστωση των εθνικών δικαστηρίων ότι ο προσφεύγων, ως κατηγορούμενος, δεν είχε καταφέρει να αποδείξει την κυριότητα των επίμαχων αντικειμένων, διαφέρει από την βασική υποχρέωση της εισαγγελικής αρχής να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας και την παράνομη προέλευσή τους, αλλά και τη γνώση του προσφεύγοντος σχετικά με την προέλευση αυτή. Ενώ οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα αντικείμενα είχαν κλαπεί, και ότι ο προσφεύγων είχε γνώση του γεγονότος αυτού, δεν συμπεριέλαβαν στις αποφάσεις του κανένα γεγονός που να στηρίζει τα συμπεράσματα αυτά, ούτε αποδεικτικό στοιχείο που να τα επιβεβαιώνει – εκτός από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τα φύλασσε στο αυτοκίνητό του, το οποίο θεωρήθηκε ότι ενίσχυε το συμπέρασμα ότι η προέλευσή τους ήταν ύποπτη, επομένως παράνομη. Σημειώνεται περαιτέρω ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν διεκδίκησε κανένα άλλο πρόσωπο την κυριότητα των αντικειμένων, ούτε υπήρξε μαρτυρία σχετικά, τα δε αντικείμενα ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου κυκλοφορίας και όχι στο πλαίσιο έρευνας για κλοπές.

15. Τα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων δεν στηρίζονταν, επομένως, σε ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ο προσφεύγων δεν είχε αντικρούσει. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή συνιστούσαν «στέρεη» κατηγορία εναντίον του προσφεύγοντος η οποία θα απαιτούσε εξηγήσεις από την πλευρά του (βλ. Telfner, προαναφερθείσα, § 18). Τα εθνικά δικαστήρια ουσιαστικά είχαν μετατοπίσει το βάρος της απόδειξης από την εισαγγελική αρχή στον προσφεύγοντα, κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία στο σύνολό της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ήταν επαρκώς αιτιολογημένες, σύμφωνα με το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη βάσει του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

2. Συνεπώς, συντρέχει παραβίαση του άρθρου 6, §§ 1 και 2, της Σύμβασης…». Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.240 ευρώ για έξοδα.

 



 

ΣΧΟΛΙΟ

Το τεκμήριο αθωότητας, το αποδεικτικό βάρος και η αρχή της ηθικής απόδειξης. Μία καταδίκη της Ελλάδας από το Στρασβούργο με ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ελληνική δικαστηριακή πρακτική

 

Με την απόφασή του της 16.12.2025 Καρακασίδης κατά Ελλάδας, το ΕΔΔΑ επιλαμβάνεται ενός διαχρονικά κρίσιμου ζητήματος της ποινικής δίκης: στη «συνάντηση» του τεκμηρίου αθωότητας με την υποχρέωση της επαρκούς αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Παρά δε τον εκ πρώτης όψεως «τυπικό» χαρακτήρα της, καθώς αποτελεί απόφαση Επιτροπής, η εν λόγω απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι προβαίνει σε ουσιαστική τομή σε μία παθογένεια της ελληνικής ποινικής πρακτικής: την αυτοματοποιημένη συναγωγή της ενοχής του κατηγορούμενου με βάση στοιχεία αμφίβολης προέλευσης, και από την αποτυχία της της υπεράσπισης να καταφέρει να αποδείξει

Η απόφαση έχει ήδη χαρακτηριστεί στην επιστημονική αρθρογραφία ως «απόφαση-σταθμός» για την εφαρμογή των εγγυήσεων του άρθρου 6 §§ 1 και 2 ΕΣΔΑ σε ελληνική ποινική υπόθεση. Ενδεικτικά, έχει δημοσιευθεί εκτενές σχόλιο που εύστοχα χαρακτηρίζεται η απόφαση ως ουσιώδης εφαρμογή και περαιτέρω εξειδίκευση των εγγυήσεων του άρθρου 6 §§ 1 και 2 ΕΣΔΑ1, ενώ πρόσφατη ελληνική αρθρογραφία συνδέει την υπόθεση με τα όρια της «ηθικής απόδειξης». Οι παρεμβάσεις αυτές επισημαίνουν το γεγονός ότι η απόφαση αναδεικνύει πρωτίστως την απαγόρευση αντιστροφής του βάρους απόδειξης και τη λειτουργική της σύνδεση με την απαίτηση επαρκούς αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων.

Α. Η διττή θεώρηση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 ΕΣΔΑ και η λογική τους αλληλεπικάλυψη

 

Η απόφαση υιοθετεί την πάγια νομολογιακή γραμμή του Στρασβούργου, κατά την οποία η υποχρέωση σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 § 2) και της υποχρέωσης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων ως πυλώνων του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης (άρθρο 6 § 1) συντρέχουν και αλληλοτροφοδοτούνται. Όπως εύστοχα υπενθυμίζει η σκέψη 11 της απόφασης, μπορεί να στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής in dubio pro reo όταν η καταδικαστική κρίση των εθνικών δικαστηρίων δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού η έλλειψη ορθολογικής αιτιολογημένης τεκμηρίωσης μπορεί να οφείλεται είτε σε προειλημμένη δικανική κρίση, είτε στην de facto εσφαλμένη μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο.

Η θέση αυτή δεν είναι νέα. Είχε ήδη διαμορφωθεί με τις αποφάσεις Barberà, Messegué και Jabardo κατά Ισπανίας (6.12.1988, αριθ. προσφ. 10590/83), που θεμελίωσε την αρχή της αμεροληψίας των δικαστών ως στοιχείου του τεκμηρίου αθωότητας, Ajdarić κατά Κροατίας (13.12.2011, αριθ. προσφ. 20883/09) και Melich και Beck κατά Τσεχίας (24.7.2008, αριθ. προσφ. 35450/04), που συνέδεσαν ρητά την ανεπάρκεια αιτιολογίας με την παραβίαση της αρχής in dubio pro reo. Ο νεωτερισμός της αποφάσεως  Καρακασίδης κατά Ελλάδος, έγκειται στην εφαρμογή αυτής της γραμμής στην ελληνική δικαστηριακή πρακτική, με βάση τη δογματική ιδιομορφία του άρθρου 394 ΠΚ και τις σχετικές αποδεικτικές απαιτήσεις. Ενδιαφέρουσα είναι, επιπλέον, η δογματική σύνδεση που επιχειρεί το Δικαστήριο μεταξύ αιτιολογίας και αποφυγής αυθαιρεσίας, ακολουθώντας τις γενικότερες κατευθύνσεις που είχε χαράξει η νομολογία Taxquet κατά Βελγίου [Τμ. Ευρ. Συνθ.] (16.11.2010, αριθ. προσφ. 926/05) και Lhermitte κατά Βελγίου [Τμ. Ευρ. Συνθ.] (29.11.2016, αριθ. προσφ. 34238/09).

 

Β. Το κριτήριο «prima facie case» και η οριακή του λειτουργία

 

Το κομβικό ζήτημα της υπόθεσης εντοπίζεται στον προσδιορισμό της ποιοτικής γραμμής που διαχωρίζει τη θεμιτή μετάθεση «βάρους απόδειξης» (evidential burden) από την παράνομη αντιστροφή του (legal/persuasive burden). Σύμφωνα με τις αποφάσεις Telfner κατά Αυστρίας (20.3.2001, αριθ. προσφ. 33501/96, § 18) και Poletan και Azirovik κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μα­κεδονίας (12.5.2016, αριθ. προσφ. 26711/07 κ.ά., §§ 63-67), η κατηγορούσα αρχή οφείλει πρώτα να προσκομίσει αποδείξεις συγκροτούσες «prima facie case», δηλαδή μια βάση κατηγορίας τόσο «στέρεη», η οποία εάν δεν αντικρουσθεί, να μπορεί να οδηγήσει σε βάσιμη καταδίκη. Μόνον αφού τεκμηριωθεί η εκ πρώτης όψεως ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, καθίσταται εύλογη η αναμονή πειστικών εξηγήσεων από την πλευρά του κατηγορούμενου.

Στην σχολιαζομένη υπόθεση, όμως, το μόνο αντικειμενικό στοιχείο σε βάρος του κατηγορουμένου ήταν η απλή κατοχή των φερομένων ως κλαπέντων αντικειμένων εντός του αυτοκινήτου του, γεγονός όμως από μόνο του, εν απουσία κάθε άλλου στοιχείου από το οποίο να δύναται να αποδειχθεί συγκεκριμένη εγκληματική πράξη αφαίρεσης ή περί γνώσης της παράνομης προέλευσης των αντικιεμένων, δεν επαρκεί ώστε να στοιχειοθετηθεί ισχυρή βάση κατηγορίας εκ πρώτης όψεως.

Η απόφαση αποτυπώνει, κατά ταύτα, με ακρίβεια, τα όρια εφαρμογής της λογικής των «πραγματικών τεκμηρίων» (factual presumptions) στο ποινικό δίκαιο. Τα τελευταία, κατά πάγια νομολογία2, πρέπει να λειτουργούν εντός εύλογων ορίων, λαμβανομένης υπόψιν της σοβαρότητας των διακυβευομένων και την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Παράλληλα, η σιωπή ή η μη παροχή εξηγήσεων από τον κατηγορούμενο μπορεί μεν3 να συνεκτιμηθεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις, όχι όμως και να υποκαταστήσει το αποδεικτικό βάρος της κατηγορίας. Στην ίδια γραμμή, η Kok κατά Κάτω Χωρών (4.7.2000, αριθ. προσφ. 43149/98) υπενθυμίζει ότι η άντληση δυσμενών συμπερασμάτων από αναληθείς ισχυρισμούς δεν συνεπάγεται αυτοτελώς παραβίαση, εφόσον όμως υφίσταται επαρκής και αυτόνομη αποδεικτική βάση. Στην υπόθεση Καρακασίδης κατά Ελλάδος, η απόλυτη απουσία τέτοιας βάσης αποκαλύπτει ότι η δικανική κρίση λειτούργησε με αντίστροφη ροή όσον αφορά στην σχέση μεταξύ αποδεικτέου και αποδεδειγμένου: όχι από την απόδειξη προς το συμπέρασμα, αλλά από το προειλημμένο συμπέρασμα, προς την αναζήτηση «αποδεικτικών» στηριγμάτων του. Άλλως, κατέστησε εξ αρχής δεδομένο, το αποδεικτικώς ζητούμενο.

 

Γ. Η αρχή της «ηθικής απόδειξης» στην ελληνική δίκη και τα όρια της συμμόρφωσης με την ΕΣΔΑ

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίκληση από την Ελληνική Κυβέρνηση της αρχής της «ηθικής απόδειξης» (άρθρο 177 § 1 ΚΠΔ), δυνάμει της οποίας ο δικαστής σχηματίζει τη δικανική του πεποίθηση αξιολογώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα. Η απόφαση Καρακασίδης θέτει, με τρόπο αποφασιστικό και σαφή, όρια μεταξύ της αρχής της ηθικής απόδειξης και του τεκμηρίου αθωότητας: η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την αναπλήρωση της απουσίας αποδεικτικών στοιχείων ως προς θεμελιώδη στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Όπως εύστοχα παρατηρείται4, η «ηθική απόδειξη» ελλοχεύει τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί ως «άλλοθι» για την κάλυψη αποδεικτικών κενών, μέσω της άτυπης μετακύλισης του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Η «ηθική πεποίθηση» του δικαστή δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε μηχανισμό κατάλυσης θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, κάλυψης των αποδεικτικών κενών σε βάρος του, ούτε, εν τέλει, σε «τεχνική» σιωπηρής καταπάτησης του τεκμηρίου αθωότητας: Η «ηθική πεποίθηση» του δικαστή οφείλει να λειτουργεί και να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, ικανά να στηρίξουν το πόρισμα της δικανικής κρίσης μέσω μίας πλήρους και πειστικής αιτιολογίας, η οποία οφείλει να πειθαρχεί στη λογική και στις αποδείξεις, τεκμηριώνοντας πλήρως, αποδεικτικά, το συμπέρασμά της. 

 

Δ. Η εξειδίκευση των απαιτήσεων αιτιολογίας επί του άρθρου 394 ΠΚ

 

Ιδιαίτερης μνείας αξίζει η μεθοδολογική προσέγγιση του ΕΔΔΑ ως προς τη σχέση της νομολογίας του Στρασβούργου και της εθνικής νομολογίας. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις αιτιολογίας που η ίδια η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει διαπλάσει για το αδίκημα του άρθρου 394 ΠΚ: η καταδίκη προϋποθέτει εξειδίκευση των συνθηκών απόκτησης των αντικειμένων και των στοιχείων που θεμελιώνουν τη γνώση της εγκληματικής τους προέλευσης (ενδεικτικώς ΑΠ 201/2017, βλ. σκέψη 12).

Κατά τούτο, η απόφαση λειτουργεί ως μηχανισμός διασφάλισης των εθνικών κανόνων αιτιολογίας, καθιστώντας σαφές ότι η παραβίασή τους από τα ελληνικά δικαστήρια συνεπάγεται ταυτοχρόνως και παραβίαση της ΕΣΔΑ. Η παρατήρηση αυτή έχει σημαντική αξία: αποδεικνύει ότι η προστασία της νομολογίας του Στρασβούργου δεν επιβάλλει την εφαρμογή αλλότριων κανόνων στον εθνικό δικαστή, αλλά ουσιαστικά αξιώνει πλήρη εφαρμογή των εγγυήσεων που προβλέπονται ήδη από το εθνικό δίκαιο.

 

Ε. Συγκριτική προσέγγιση

 

α) Διεθνή δικαστήρια και όργανα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων

 

Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στο Γενικό της Σχόλιο αριθ. 325 έχει υπογραμμίσει ότι το τεκμήριο αθωότητας επιβάλλει στην κατηγορούσα αρχή το βάρος απόδειξης, αποκλειομένης κάθε υπόθεσης ενοχής πριν από την πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας απόδειξή της κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo. Στο διεθνές ποινικό επίπεδο, το άρθρο 66 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κατοχυρώνει τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και το πρότυπο απόδειξης «beyond reasonable doubt», ενώ η νομολογία ad hoc δικαστηρίων6 απορρίπτει κάθε μορφή μετακύλισης του αποδεικτικού βάρους στην υπεράσπιση. Τέλος, το Αφρικανικό Δικαστήριο, με βάση το άρθρο 7 § 1 (β) του Αφρικανικού Χάρτη, όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των «Principles and Guidelines on the Right to a Fair Trial and Legal Assistance in Africa» (2003), υιοθετεί αυστηρή στάση έναντι πρακτικών που υπονομεύουν το τεκμήριο αθωότητας.

 

β) Συγκριτικό δίκαιο

 

Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ βρίσκεται σε αρμονία με θεμελιώδεις αρχές που αναγνωρίζονται από ανώτατα δικαστήρια πολλών κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης:

Στη Γερμανία, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht) έχει αναγνωρίσει ότι παραβιάσεις της αρχής in dubio pro reo υπόκεινται σε συνταγματικό έλεγχο όταν η εκτίμηση των αποδείξεων είναι αυθαίρετη7.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κλασική απόφαση Woolmington v. DPP [1935] AC 462 καθιέρωσε ως θεμελιώδη κανόνα («the golden thread») ότι το βάρος απόδειξης της ενοχής παραμένει διαρκώς στην κατηγορούσα αρχή· η R v. Hunt [1987] AC 352 εξειδίκευσε τις ρητές νομοθετικές εξαιρέσεις, ενώ η μεταγενέστερη νομολογία περί «reverse burdens»8 ανέπτυξε κριτήρια αναλογικότητας σε σχέση με το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, υπογραμμίζοντας ότι κάθε αντιστροφή πρέπει να είναι ανάλογη και να μην αναιρεί τον πυρήνα του τεκμηρίου της αθωότητας.

Στην Ιταλία, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο συνδέει ρητά την αρχή in dubio pro reo με το τεκμήριο αθωότητας και με αυξημένες απαιτήσεις αιτιολογίας, ιδίως όταν ανατρέπεται αθωωτική κρίση9. Στη Γαλλία, το άρθρο 593 του Code de Procédure Pénale προβλέπει την ακυρότητα αποφάσεων που δεν περιέχουν λόγους ή των οποίων οι λόγοι είναι ανεπαρκείς, σε δομική αναλογία με την απαίτηση αιτιολογημένης απόφασης κατά το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Στην Ισπανία, το άρθρο 24 § 2 του Συντάγματος κατοχυρώνει ρητά το τεκμήριο αθωότητας· το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αναπτύξει τη δογματική της «ελάχιστης αποδεικτικής δραστηριότητας» (mínima actividad probatoria), κατά την οποία η δικανική πεποίθηση δεν μπορεί να στηρίζεται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις ή εικασίες10.

 

γ) Ενωσιακό δίκαιο

 

Στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου, η Οδηγία (ΕΕ) 2016/ 343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης στη δίκη (ιδίως άρθρα 6 και 7), καθιερώνει ρητά ότι το βάρος απόδειξης για τη θεμελίωση της ενοχής φέρει η κατηγορούσα αρχή. Σημειώνεται, ότι η Οδηγία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 4596/2019, ο οποίος εισήγαγε στον ΚΠΔ τα άρθρα 71 (τεκμήριο αθωότητας) και 178 (βάρος απόδειξης), γεγονός που καθιστά την Καρακασίδης κατά Ελλάδιος πρόσθετα χρήσιμη ως εργαλείο ερμηνείας των νέων αυτών διατάξεων.

 

ΣΤ. Κριτική αποτίμηση

 

Σε δογματικό επίπεδο, η απόφαση εναρμονίζεται πλήρως με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, οριοθετώντας με σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας και διακρίνοντας αυστηρά μεταξύ της αδυναμίας του κατηγορουμένου να παράσχει πειστικές εξηγήσεις για την αθωότητά του και της πρωτογενούς υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να θεμελιώσει και να αποδείξει την ενοχή. Η διάκριση αυτή λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, αποτρέποντας τη μετατροπή της ποινικής δίκης σε διαδικασία τυπικής επικύρωσης του κατηγορητηρίου — ιδίως σε αδικήματα όπου η απλή κατοχή ή η εγγύτητα με το προϊόν του εγ­κλήματος τείνει καταχρηστικά, και σχεδόν αυτοματοποιημένα, να υποκαθιστά την πλήρη απόδειξη της τελέσεως της εγκληματικής πράξης.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η απόφαση δεν προσθέτει νέα νομολογιακή αρχή· η αξία της έγκειται στην αξιοποίηση και εφαρμογή των βασικών, ως άνω, αρχών σε ένα σύνηθες περιβάλλον ελληνικής ποινικής πρακτικής, και στη σαφή διατύπωση ενός μηνύματος θεσμικής αυτοπειθαρχίας. Υπό αυτήν την έννοια, η απόφαση λειτουργεί περισσότερο ως «υπενθύμιση», παρά ως «νεωτερισμός», γεγονός που, αντί να μειώνει, ενισχύει τη θεσμική της σημασία, καθώς αποκαλύπτει ότι η εθνική δικαιοδοσία εξακολουθεί να έχει ανάγκη τέτοιων υπομνήσεων. Παρά ταύτα, η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ακριβές όριο των πραγματικών ενδείξεων που θα αρκούσε, σε υποθέσεις αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, για τη συγκρότηση επιτρεπτής prima facie βάσης για την κατηγορία. 

Η απόφαση αξίζει να αποτιμηθεί όμως και ως προς ένα σημείο, που δεν θίγεται πάντοτε επαρκώς: την ευθύνη του αναιρετικού δικαστηρίου. Η τυπολατρική διαπίστωση του Αρείου Πάγου ότι η εφετειακή απόφαση «σαφώς διαπίστωσε τα πραγματικά περιστατικά» δεν επαρκεί όταν τα περιστατικά αυτά δεν έχουν στηριχθεί σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Ο έλεγχος της αιτιολογίας, αν και κατά τον ΚΠΔ δομείται ως νομικός, οφείλει να παραμένει ουσιωδώς δραστικός, και ως διασφαλίζων τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ, διαφορετικά, ο Άρειος Πάγος καθίσταται συνυπεύθυνος της παραβίασής της. 

 

Ζ. Η σημασία της απόφασης 

 

Η υπόθεση Καρακασίδης παρουσιάζει πολυεπίπεδη σημασία: 

Πρώτον, αφορά άμεσα στην πρακτική που πρέπει να ακολουθείται στα ποινικά ακροατήρια: Η κατοχή αντικειμένων, ακόμη και υπό συνθήκες δυνάμενες να εκληφθούν ως «ύποπτες», δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για την καταδίκη του κατηγορούμενου, με βάση το άρθρο 394 ΠΚ. Απαιτείται και εδώ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, τόσο ως προς την αντικειμενική, όσο και ως προς την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Η απουσία οποιουδήποτε εκ των δύο στοιχείων εκθέτει την καταδικαστική κρίση σε αναιρετικό έλεγχο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τα άρθρα 139 και 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ και, εφόσον δεν θεραπευθεί, σε έλεγχο από το ΕΔΔΑ κατά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ.

Δεύτερον, η απόφαση ενεργοποιεί τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας κατ' άρθρο 525 § 1 περ. 6 ΚΠΔ. Πρόκειται για μηχανισμό συμβατικής θεραπείας που προσφέρει πραγματική δυνατότητα διόρθωσης της δικαστικής πλάνης σε εθνικό επίπεδο.

Τρίτον, η απόφαση επισημαίνει εκ νέου την ανάγκη υπέρβασης μιας παθογένειας της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης: της αυτοματοποιημένης και δογματικής επίκλησης στερεότυπων αιτιολογιών, χωρίς ουσιαστική και πειστική ανάλυση της αποδεικτικής βάσης. Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί τυπικό στοιχείο, αλλά ουσιαστικό μηχανισμό δικανικής λογοδοσίας, και απόδοσης δικαιοσύνης, προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας και ελέγχου της αντικειμενικότητας της δικαστικής κρίσης.

Τέταρτον, ανοίγεται γόνιμο πεδίο αξιοποίησης της απόφασης ως ερμηνευτικού εργαλείου για τα νεοεισαχθέντα άρθρα 71 και 178 ΚΠΔ, καθώς και ως προς τη συνολικότερη εφαρμογή της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 στο ελληνικό ποινικό δίκαιο.

Συνοψίζοντας, η απόφαση Καρακασίδης κατά Ελλάδος επαναφέρει στην ελληνική ποινική πραγματικότητα, με καίριο και εύστοχο τρόπο, μία θεμελιώδη αρχή: Το τεκμήριο αθωότητας δεν αποτελεί τυπική, «διακοσμητική» εγγύηση, αλλά ενεργή και θεμελιώδη απαίτηση, που πρέπει να εφαρμόζεται και να διατρέχει τη δικαστική διαδικασία στο σύνολό της. Η καταδικαστική απόφαση πρέπει να ερείδεται σε συγκεκριμένη αποδεικτική βάση της κατηγορίας, και να έχει επαρκή, ελέγξιμη και πειστική αιτιολογία. Όπου παραμένει εύλογη αμφιβολία στο δικαστήριο, ο κανόνας δεν είναι η αναπλήρωση των κενών με εικασίες, αλλά η εφαρμογή της θεμελιώδους σημασίας αρχής in dubio pro reo, και ως αναγκαίας συνέπειας του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ. Η εφαρμογή της κατευθυντήριας αυτής αρχής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται από τον εθνικό δικαστή ως ευχέρεια, ούτε μόνον ως δικαίωμα, αλλά, ενόψει της υψίστης σημασίας της,  κυρίως και πρωτίστως, ως καθήκον. 

 

ΤΖΙΝΑ Μ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

                                                       Δικηγόρος

 

  • 1

    Εβίτα Σαλαμούρα: «Καρακασίδης κατά Ελλάδος: Το τεκμήριο αθωότητας και η απαγόρευση αντιστροφής του βάρους απόδειξης», www. echrcaselaw.com, 08.01.2026.

  • 2

    Salabiaku κατά Γαλλίας, 7.10.1988, αριθ. προσφ. 10519/83, § 28.

  • 3

    John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου (8.2.1996, αριθ. προσφ. 18731/91).

  • 4

    Βλ. Εβ. Σαλαμούρα, ό.π.

  • 5

    CCPR/C/GC/32, 23.8.2007, § 30.

  • 6

    ICTY, Prosecutor v. Limaj et al., Appeals Judgment, 27.9.2007, IT-03-66-A.

  • 7

    ενδεικτικά BVerfG, Beschl. v. 20.6.2007 – 2 BvR 965/07.

  • 8

    R v. Lambert [2001] 3 All ER 577, Sheldrake v. DPP [2005] 1 AC 264, Attorney General's Reference No. 4 of 2002 [2005] 1 AC 264.

  • 9

    Cass. pen., Sez. Un., n. 14800/2018.

  • 10

    STC 109/1986, STC 137/2005.

Close