ΑΠ 83/2026, με σχόλιο «Απασχόληση συνταξιούχων σε ν.π.ι.δ. του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των ΟΤΑ- Ρήτρες Μονιμότητας-Μισθολογική κατάταξη εργαζόμενων συνταξιούχων», Μ.-Μ. Β. Τσίπρα

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Άρειος Πάγος (B1΄ Τμήμα)

Αριθ. 83/2026

 

Πρόεδρος: E. Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Β. Ζαρχανή, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Τ. Εμμανουηλίδης, Σ. Μπαλατσούκας

 

Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Με την ΠΥΣ 6/2012 καταργήθηκαν καθολικά οι ρήτρες μονιμότητας Κανονισμών Εργασίας και δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ νέου- Μισθολογική κατάταξη εργαζόμενων συνταξιούχων Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά, από κρατικούς πόρους, κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

 

ΙΙ. (…) Με το άρθρο 1 του ν. 1069/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4483/ 2017 «Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης, θέματα ΟΤΑ», ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της § 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/ 2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87). 2. Οι ΔΕΥΑ καταρτίζουν κανονισμούς εργασίας, σύμφωνα με την § 6 του άρθρου 2 του ν. 1876/1990 (Α' 27), το άρθρο 12 παράγραφοι 1, 2 και 4 του ν. 1767/ 1988 (Α' 63) και το ν.δ. 3789/1957 (Α' 21). Στην τελευταία περίπτωση, οι Κανονισμοί κυρώνονται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), σύμφωνα με την § 2 περίπτωση 1α' του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α' 170). 3. … 4. (...)», ενώ με το άρθρο 7 § 1 του ιδίου νόμου (1069/ 1980) ορίζεται ότι: «Δι’ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγ­κρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον». Κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με την υπ’ αριθ. 46514/2022 (ΦΕΚ Β 1311/21.3.2022) απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας εγκρίθηκε η υπ’ αριθ. 1/25.1. 2022 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας περί έγκρισης του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) αυτής, ο οποίος στο άρθρο 6, με τίτλο «Λύση της Εργασιακής Σχέσης», ορίζει τα εξής: «Α. Αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης: 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους ισχύοντες κάθε φορά νόμους. 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το ΔΣ, μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι την συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από το 70ο έτος ηλικίας του .....».

Εξάλλου, ο ν. 1892/1990 «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (Α' 101) ορίζει στην § 1 του άρθρου 51, με τίτλο «Επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα», όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 § 6 του ν. 1943/1991, 3 § 6 του ν. 3229/2004 και 36 του ν. 4170/2013, ότι: «1. Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 § 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α. Τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό. β. Τα κάθε είδους ν.π.δ.δ. εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Εποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο, είτε καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης. γ. Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. δ. Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους, είτε κατά πλειοψηφία και ε. Τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των ΟΤΑ». Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί για την παροχή ορισμένης δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας (υπό λειτουργική έννοια) και τελούν υπό την εποπτεία των αρμοδίων δημοτικών ή κοινοτικών αρχών, αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Και ναι μεν στα όργανα των εν λόγω επιχειρήσεων των ΟΤΑ παρέχονται αρμοδιότητες άσκησης δημόσιας εξουσίας (π.χ. βεβαίωση και είσπραξη ειδικών τελών, αστυνόμευση κ.λπ.), πλην όμως οι επιχειρήσεις αυτές, όπως και όλες γενικά οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ του ν. 1069/1980, δεν περιλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το ν. 1892/1990 (βλ. και την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 48 του ν. 1622/1986, που καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 64 § 2 περ. α' του ν. 2218/1994, η οποία ρητώς όριζε ότι οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ του ν. 1069/1980 δεν υπάγονται στους φορείς του δημόσιου τομέα (ΟλΕΣ 3288/2011, ΕΣ 950/2016, ΟλΣτΕ 108/1991, ΣτΕ 878/1988, 2854/1988). Ειδικότερα, οι ΔΕΥΑ, οι οποίες μάλιστα χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται (Ολ ΑΠ 5/2022). Το ανωτέρω καθεστώς δικαιολογεί την ένταξή τους στο ρυθμιστικό πεδίο των ν. 3833/2010 και 3845/2010 (περικοπή αποδοχών του προσωπικού τους), η οποία ουδόλως προϋποθέτει και την υπαγωγή τους στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις προμνησθείσες διατάξεις, αφού ο όρος «ανήκει», που χρησιμοποιείται στους ανωτέρω μνημονιακούς νόμους, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε ν.π.ι.δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 77/2024). Περαιτέρω, στο άρθρο 5 §§ 1 και 2 της 6/28.2.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) «Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της § 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/ 2012», η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι: «1. Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της § 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101)». Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της ως άνω ΠΥΣ καταργήθηκαν, από τις 14.2.2012, οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται, συνήθως, με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, η έννοια της § 2 του άρθρου 5 της ανωτέρω ΠΥΣ είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η § 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και οτιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋποθέσεων συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 1739/2023, 987/2022, 140/2020, 1237/2019, 426/ 2018). Με βάση τα ανωτέρω, επί των ΔΕΥΑ, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 5 §§ 1 και 2 της 6/28.2.2012 ΠΥΣ, που αφορούν στην κατάργηση, από 14.2.2012, των ρητρών μονιμότητας. Τέτοια δε ρήτρα, σε σχέση με την αναιρεσείουσα Δημοτική Επιχείρηση, περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της. (…) Περαιτέρω, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, όπως και όλων των υπαλλήλων της εναγόμενης, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του ισχύοντα Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. ...-2022 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας (ΦΕΚ B 1311/2022), στο άρθρο 6 του οποίου ορίζεται, όπως οριζόταν και στο αντίστοιχο άρθρο 6 του προϊσχύσαντος Οργανισμού (ΦΕΚ Β 1539/ 2013), ότι: «Α. Αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης. 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες ης προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους ισχύοντες κάθε φορά νόμους. 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωσή του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το ΔΣ , μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι την συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από το 70ο έτος ηλικίας του». Εντούτοις, η ανωτέρω διάταξη του ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης, όπως και η αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, η οποία θεσπίζει ρήτρα μονιμότητας, αφού επιφέρει περιορισμό του εργοδοτικού δικαιώματος καταγγελίας, καθιστώντας καταρχάς, τις ρυθμιζόμενες από τον Οργανισμό συμβάσεις, ορισμένου χρόνου, ενόψει του ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν όρος για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος λειτουργεί όχι μόνον ως ανώτατη αλλά και ως κατώτατη διάρκεια της σύμβασης, δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, οι οποίες εξακολούθησαν και μετά ταύτα να συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενόψει του ανίσχυρου, ως προς τον εν λόγω όρο, τόσο του από 13.06.2013 Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης (ΦΕΚ Β 1539/2013), όσο και του από 14.03.2022 Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης (ΦΕΚ Β 1311/2022), δεδομένης της φύσης των διατάξεων του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 και άρθρου 5 της κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου ΠΥΣ 6/2012 (το οποίο κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 334 του π.δ. 80/2022), ως αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου διατάξεων. (...) Ωστόσο, η εναγόμενη από τον Μάρτιο του έτους 2023 και εντεύθεν, πληροφορούμενη ότι οι ενάγοντες είχαν συνταξιοδοτηθεί, προέβη μονομερώς στη μεταβολή της μισθολογικής τους κατάστασης, κατατάσσοντας αυτούς στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο, (…). Ενόψει δε του ότι η συνταξιοδότηση των εναγόντων δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη μετάπτωση στο μισθό του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, δοθέντος ότι αυτοί εξακολουθούν να εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα και μετά τη συνταξιοδότησή τους, η υπαγωγή τους από την εναγόμενη στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν μη νόμιμη (…). Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι η ίδια, ως κοινωφελής δημοτική επιχείρηση ειδικού σκοπού, που παρέχει δημόσιο - αυτοδιοικητικό έργο και τελεί σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης στα οποία ανήκει και υπάγεται, απολαμβάνει τα προνόμια του δημοσίου και συνεπώς ισχύει και για την ίδια το καθεστώς μονιμότητας των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων της, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 103 § 4 του Συντάγματος, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Εφετείο, ενώ θα έπρεπε να την εφαρμόσει και να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι καλώς απολύθηκαν λόγω συνταξιοδότησής τους αυτοδικαίως, όπως ακριβώς ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΟΤΑ, και όχι να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 334 του π.δ. 80/2022, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Ότι, περαιτέρω, η κρίση του Εφετείου ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 (και όχι του άρθρου 11, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης) § 6 ν. 4046/2012 συνιστούν αμφιμερώς κανόνες αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται για το μέλλον η επαναδιαπραγμάτευση των καταργηθεισών ρητρών μονιμότητας, είναι νομικά εσφαλμένη, διότι οι περιορισμοί του Μνημονίου Συνεργασίας έπαυσαν να ισχύουν το 2023, οπότε η χώρα εξήλθε από τη στενή οικονομική επιτήρηση και διατηρεί την ικανότητα να εξυπηρετήσει το χρέος της, οπότε εφεξής δεν απαιτείται η επαναδιαπραγμάτευση των ρητρών μονιμότητας, γιατί αυτές δεν είχαν καταργηθεί οριστικά, αλλά είχε ανασταλεί προσωρινά η λειτουργία τους, ενόσω η χώρα ήταν σε στενή οικονομική επιτήρηση.  (…) Οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, α) με την ΠΥΣ 6/2012 καταργήθηκαν οι ρήτρες μονιμότητας στο σύνολο του προσωπικού του ιδιωτικού τομέα, καθώς και σε εκείνο που απασχολείται στις υπαγόμενες ή υπαχθείσες οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς, β) η κατάργηση αυτή αφορά και την αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο μη υπαγόμενο στον υπό στενή έννοια δημόσιο τομέα, του οποίου και μόνο το προσωπικό εξαιρείται από την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας. Περαιτέρω, με το άρθρο 5 της ΠΥΣ 6/2012 οι ως άνω ρήτρες καταργήθηκαν και δεν ανεστάλη η ισχύς τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβαίνοντας σε contra legem ερμηνεία της σχετικής διάταξης. Σημειωτέον δε, ότι, η βούληση του νομοθέτη για τη διατήρηση της συγκεκριμένης ρύθμισης (περί κατάργησης των ρητρών μονιμότητας) δεν διατυπώθηκε μόνο στη διάταξη του άρθρου 334 του π.δ. 80/2022 «Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου», αλλά και στη διάταξη του άρθρου 345 του π.δ. 62/2025 «Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α 121/ 11.07.2025), με το άρθρο 587 του οποίου καταργήθηκε το π.δ. 80/2022. 

(…) VI. Με το άρθρο 11 του ν. 4354/2015, όπως η περίπτωση α' της § 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 § 2 του ν. 4484/2017 (ΦΕΚ Α 110/...-2017), στις διατάξεις του οποίου (ν. 4354/2015) υπάγονται, μεταξύ άλλων, και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (ν.π.ι.δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους (άρθρο 7 § 1 περ. στ' του ιδίου νόμου), ορίζονται τα εξής: «1. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικά κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, β. Για τους υπαλλήλους των Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από το κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη του υπαλλήλου γίνεται με πράξη του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. α. Ως προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Για υπηρεσίες που παρέχονται με μειωμένο ωράριο εργασίας, αναγνωρίζεται για μισθολογική εξέλιξη τόσος χρόνος, όσος προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των ωρών εργασίας δια του αριθμού των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης που ισχύει για τον αντίστοιχο κλάδο υπαλλήλων. Για τον υπολογισμό της αναγνωριζόμενης κατά τα προαναφερθέντα υπηρεσίας το έτος λογίζεται για τριακόσιες (300) ημέρες, ο μήνας για είκοσι πέντε (25) ημέρες και η εβδομάδα για έξι (6) ημέρες … β. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών, είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών». Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι, εάν η προϋπηρεσία χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αυτή μηδενίζεται και η μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων δεν μπορεί να έχει ως βάση τη μέχρι τότε διανυθείσα προϋπηρεσία, στην περίπτωση που ο υπάλληλος έχει ήδη καταστεί συνταξιούχος και μάλιστα λαμβάνει έστω και ποσοστό της σύνταξής του. Εντούτοις, ο υπάλληλος που συνταξιοδοτείται και εξακολουθεί να εργάζεται στην ίδια θέση που κατείχε πριν τη συνταξιοδότησή του, χωρίς να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του από τον εργοδότη, δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στο νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφή μισθολογική εξέλιξη, ήτοι μετάβαση από ανώτερο σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. Μοναδική συνέπεια, με βάση την ως άνω διάταξη, είναι η μη αξιοποίηση της προϋπηρεσίας του, την οποία χρησιμοποίησε για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, για την περαιτέρω (και μόνον) μισθολογική του εξέλιξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στην υπηρεσία του ίδιου εργοδότη. Σημειωτέον, δε, ότι η μετάπτωση του εργαζομένου σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, ενόσω η σύμβαση εργασίας του είναι ενεργή και οι συνθήκες παροχής των υπηρεσιών του είναι όμοιες, όπως και προηγουμένως, συνιστά μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και εγείρει τις εκ του νόμου αξιώσεις του εργαζομένου. Ήδη το ανωτέρω ζήτημα ρυθμίζει ο ν. 5113/2024 (ΦΕΚ Α 96/21.6.2024), με το άρθρο 64 § 1 του οποίου προστέθηκε νέα παράγραφος (με αριθ. 5) στο άρθρο 11 του ν. 4354/2015, η οποία ισχύει, κατ' άρθρο 73 § 2 του ίδιου νόμου, από 24.6.2023 και ορίζει ότι: «Ειδικά οι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου που υπάγονται στον παρόντα και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους, διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως τη λύση της εργασιακής τους σχέσης» (…)

 

Image removed.


 

ΣΧΟΛΙΟ

Απασχόληση συνταξιούχων σε ν.π.ι.δ. του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των ΟΤΑ- Ρήτρες Μονιμότητας- Μισθολογική κατάταξη εργαζόμενων συνταξιούχων. 

 

Σε πολλούς Κανονισμούς Εργασίας Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στο κράτος, σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ συναντώνται «ρήτρες μονιμότητας», όροι δηλαδή, που προβλέπουν, ότι οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων λήγουν με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με την συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως («συμ­βάσεις με όριο ηλικίας» Μπακόπουλος Κωστής, Συμβολές στο Εργατικό Δίκαιο, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 121-124∙ Καρδαράς Α., Οι Κανόνες του Δικαίου της Εργασίας και η σχέσις των προς την Συλλογικήν Σύμβασιν, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1978 σ. 224∙ ΔερμιτζάκηΦωτεινή, Η κατάργηση των «ρητρών μονιμότητας», ΕΕργΔ 74/ 2015. 73). Συνεπεία των προβλέψεων αυτών, επέρχεται περιορισμός του δικαιώματος του εργοδότη για καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, καθώς αποκλείεται η τακτική καταγγελία ή αυτή καθίσταται αιτιώδης, εξαρτώμενη από την συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Όπως παγίως γίνεται δεκτό, η σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, όταν τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια ούτε αυτή συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας (ΑΚ 669 § 2). Η συμφωνία, ότι η σύμβαση εργασίας θα λήξει αυτοδικαίως με μόνη την συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του εργαζόμενου καθιστά αυτήν ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 342/1960 ΕΕργΔ 1960. 834, ΑΠ 530/1969 ΕΕργΔ 1696. 1481, ΑΠ 36/1966 ΕΕργΔ 1966. 336, ΑΠ 492/1964 ΕΕργΔ 1964. 1032, ΑΠ 4826/1982, ΕΕργΔ 1983. 11, ΑΠ 336/1975, ΕΕργΔ 1975. 1241, ΑΠ 678/1970, ΝοΒ 1971. 166, ΑΠ 655/1990, ΔΕΝ 1991. 583, Δ. Ζερδελή, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας 2η Έκδοση, σ. 57). Αντίθετα, πρόκειται περί συμβάσεως αορίστου χρόνου, όταν το όριο ηλικίας προβλέπεται απλά ως ένας από τους λόγους καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 334/1952 ΕΕργΔ 1952. 731, ΑΠ 669/1961, ΕΕργΔ 1962. 143). 

Τις περισσότερες φορές, οι ρήτρες μονιμότητας, πέραν της πρόθεσης διασφάλισης των εργαζομένων, υποκρύπτουν μία πεπαλαιωμένη αλλά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, η οποία αποτυπώνεται και υπό την μορφή λόγου αναιρέσεως στην σχολιαζόμενη απόφαση, ότι στους υπαλλήλους των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ. και ΟΤΑ, μπορεί να τύχει (ευθέως ή αναλογικά) εφαρμογής το άρθρο 155 του ν.  3528/2007, που προβλέπει την αυτοδίκαιη απόλυση των δημοσίων υπαλλήλων με την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους. Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, παραβλέπει το γεγονός, ότι οι υπάλληλοι των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου δεν συνδέονται με τον εργοδότη τους με μόνιμη σχέση εργασίας. Στο πλαίσιο δε αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αναλογική, ούτε ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, αφού το προσωπικό απασχολείται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται μέσω ειδικών διατάξεων, εφαρμογής τυγχάνει η κοινή εργατική νομοθεσία.

Με το άρθρο 5 της ΠΥΣ 6/2012 οι ως άνω ρήτρες καταργήθηκαν καθολικά για όλους τους ισχύοντες την 14.2.2012 Κανονισμούς. Στο άρθρο 345 του π.δ. 62/2025 (που επαναλαμβάνει το άρθρο 5 της ΠΥΣ 6/2012) αποτυπώνεται ο καθολικός αυτός κανόνας και προβλέπεται, ότι: «1. Συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (..)». Περαιτέρω, στην § 2 του ιδίου άρθρου προβλέπεται: «2. Διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται». Η ως άνω διάταξη κρίθηκε συνταγματική με την υπ’ αριθ. 11/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ομοίως ΑΠ 1739/2023, 987/2022, 140/2020, 1237/2019, 426/2018), ενώ με την σχολιαζόμενη απόφαση, έγινε δεκτό, περαιτέρω, ότι ρήτρες μονιμότητας δεν μπορούν να εισαχθούν εκ νέου, καθώς η διάταξη του άρθρου 325 του π.δ. 62/2025 εισάγει κανόνα αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου. 

Συνεπεία αυτού, θεωρούνται κατηργημένοι όροι Κανονισμών Εργασίας, είτε καταρτίσθηκαν πριν το έτος 2012, είτε προβλέφθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Οι εργαζόμενοι, συνεπώς, που συμπληρώνουν το όριο ηλικίας, που προβλέπεται από κατηργημένη ρήτρα μονιμότητας ή που συνταξιοδοτούνται, δεν απολύονται αυτοδικαίως, αλλά η σύμβαση εργασίας τους πρέπει να καταγγελθεί. Είναι δε πάγια η θέση της νομολογία, ότι με τη συνταξιοδότηση δεν επέρχεται αυτοδίκαια η λύση της σύμβασης εργασίας. Η υποβολή από τον εργαζόμενο αίτησης για συνταξιοδότηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, δεν υποδηλώνει σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας με υπαιτιότητά του, ούτε οικειοθελή του αποχώρηση, εφόσον εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του, όπως και προ της υποβολής της σχετικής αιτήσεως συνταξιοδότησης. Έτσι, η σύμβαση εργασίας μπορεί να λυθεί είτε εκ μέρους του εργοδότη με την απομάκρυνση του εργαζόμενου από την εργασία του (απόλυση), είτε εκ μέρους του τελευταίου με οικειοθελή του αποχώρηση, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 325 § 2 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (άρθρ. 8 του ν. 3198/1955). Επισημαίνεται, ότι η διάταξη του άρθρου 114 του ν. 5078/2023, το οποίο τιτλοφορείται συνταξιοδοτικές διατάξεις, δεν μεταβάλει το καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων εργαζόμενων, αλλά εισάγει ρυθμίσεις αναφορικά με την καταβολή της συντάξεως και την επιβολή πρόσθετων κρατήσεων σε αυτή, εφόσον ο συνταξιούχος συνεχίζει να απασχολείται και μετά την συνταξιοδότηση του. 

Περαιτέρω, η σχολιαζόμενη απόφαση θίγει ένα ακόμα σημαντικό θέμα: τον τρόπο μισθολογικής κατάταξης των εργαζομένων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, που συνεχίζουν να εργάζονται μετά την συνταξιοδότησή τους. Επισημαίνεται, ότι οι εργαζόμενοι αυτοί υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4354/2015 (άρθρο 7).

Το άρθρο 11 του ως άνω νόμου προβλέπει, στην § 4 β, ότι: «β. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών, είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος». Σύμφωνα με το υπ’ αριθ. 35791/9.6.2023 έγγραφο του Ελεγ­κτικού Συνεδρίου: «Όσον αφορά τις αποδοχές υπαλλήλων που έχουν συνταξιοδοτηθεί από τον φορέα που απασχολούνταν και συνεχίζουν να εργάζονται στον ίδιο φορέα με το ίδιο καθεστώς, θα πρέπει να μετατραπούν οι όροι και οι προϋποθέσεις απασχόλησής τους. Ο χρόνος που έχει ήδη ληφθεί υπόψη για συνταξιοδότηση δεν θα συνεχίσει να λαμβάνεται υπόψη για την χορήγηση Μ.Κ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση της ανωτέρω προϋπηρεσίας, είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. (παρ. 4β, άρθ. 11, ν. 4354/ 2015). Επομένως οι αποδοχές που δικαιούνται να λάβουν μετά την συνταξιοδότησή τους, είναι αυτές του εισαγωγικού Μ.Κ. της κατηγορίας που ανήκουν, χωρίς προσωπική διαφορά, (σχετικά έγγραφα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών με αριθμό πρωτ. 2/95522/ΔΕΠ/16-09-2021, 2/123/ΔΕΠ/03-01-2023 και 2/ 186264/ΔΕΠ/22-06-2022)».

Με βάση τα όσα περιγράφονται στο ως άνω έγγραφο, όσοι εργαζόμενοι συνέχιζαν να απασχολούνται μετά την συνταξιοδότησή τους, έπρεπε να καταταγούν στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο και βεβαίως να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα την διαφορά των αποδοχών του κλιμακίου στο οποίο υπηρετούσαν και του πρώτου μισθολογικού κλιμακίου. 

Προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αυτό, με την διάταξη του άρθρου 64 του ν. 5113/2024 (έναρξη ισχύος από 24.06.2023), προβλέφθηκε: «5. Ειδικά οι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου που υπάγονται στον παρόντα και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους, διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως τη λύση της εργασιακής τους σχέσης».

Με το υπ’ αριθ. 2/38712/ΔΕΠ/24.9.2025 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους παρασχέθηκαν διευκρινήσεις επί της εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Στο ως άνω έγγραφο αναφέρεται «Η ανωτέρω διάταξη καταλαμβάνει αποκλειστικά τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπάγονται στον ν. 4354/2015 (Δημόσιο, ν.π.δ.δ. και ΟΤΑ), οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση συνταξιοδότησης από 24.6.2023 και εντεύθεν και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους μέχρι και την λύση της εργασιακής σχέσεως. Οι υπάλληλοι αυτοί διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο, το οποίο κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης, και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως την λύση της υπαλληλικής σχέσεως. Επίσης, έως την λύση της υπαλληλικής σχέσεως δεν επηρεάζεται η καταβολή τυχόν προσωπικής διαφοράς και επιδομάτων, που σχετίζονται με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και νομίμως καταβάλλονται». 

Συνεπεία των ανωτέρω, σε περίπτωση, που συνταξιούχος παραμένει εργαζόμενος σε φορέα, που υπάγεται στις διατάξεις του ν. 4354/2015, διατηρεί το μισθολογικό κλιμάκιο το οποίο κατείχε μέχρι την υποβολή της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως και δεν εξελίσσεται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως την λύση της υπαλληλικής σχέσεως. Τούτο, εξάλλου, κρίθηκε και από την υπ’ αριθ. 83/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχτηκε, ότι η συνταξιοδότηση δεν αποτελεί λόγο μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων ή επανόδου αυτών στο εισαγωγικό κλιμάκιο. 

Επισημαίνεται, βεβαίως, ότι στην σχολιαζόμενη απόφαση, οι εργαζόμενοι είχαν συνταξιοδοτηθεί σε προγενέστερο χρόνο και άρα η διάταξη του άρθρου 64 του ν. 5113/2024 δεν εφαρμόζονταν σε αυτούς. Μολαταύτα, το Δικαστήριο δέχτηκε, ότι με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 δεν προβλέπεται «ανάστροφη μισθολογική εξέλιξη» και συνεπεία αυτού, συνταξιούχος, που παραμένει εργαζόμενος, δεν μπορεί να καταταγεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο (όπως είχε διαγνώσει το υπ’ αριθ. 35791/9.6.2023 έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου), αλλά παραμένει στο μισθολογικό κλιμάκιο, που κατείχε πριν την συνταξιοδότηση του, πράγμα, εξάλλου, που ρητά προέβλεψε και ο νομοθέτης για όσους συνταξιοδοτήθηκαν μετά τις 24.6.2023. Με τον τρόπο αυτό, επιλύθηκε καθολικά το ζήτημα, που είχε δημιουργηθεί με τους εργαζόμενους συνταξιούχους σε φορείς, που υπάγονται στο πεδίο του ν. 4354/2015 και αντιμετωπίστηκε το θέμα της μισθολογικής κατάστασής τους. 

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί, ότι θα ήταν σκόπιμο να τροποποιηθούν οι σχετικές προβλέψεις των Κανονισμών Εργασίας των ν.π.ι.δ., που ανήκουν στο κράτος, σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ, κατά τρόπο, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες, που οδηγούν σε άσκοπες δικαστικές διενέξεις. 

 

ΜΑΡΙΑ-ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ B. ΤΣΙΠΡΑ

Δικηγόρος