ΑΠ 1628/2025, με σχόλιο «Το ζήτημα της οιονεί καθολικής ζημίας», Α.-Μ. Σαπουνάς

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Άρειος Πάγος (Δ΄ Τμήμα)

Αριθ. 1628/2025

 

Πρόεδρος: Α. Αποστολάκη, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Σ. Μάλαινος, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Σ. Τσολάκος, Ι. Παπαδόπουλος

 

Αδικοπραξία. Αποζημίωση κατά τις  περιπτώσεις ολικής και μερικής καταστροφής πράγματος. Αγωγή με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, συνίσταται και από την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς εξ αυτού να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (Άρθρα 297, 298 & 914 ΑΚ).

 

«[…]Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του Δικαίου, ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον, κατά κανόνα, έγινε από πταίσμα εκείνου, που προκάλεσε την ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της εννόμου τάξεως, που επιβάλλει την υποχρέωση, να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια, που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1273/2017). Σε περίπτωση δε ολοσχερούς καταστροφής του πράγματος, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του και το διαφυγόν κέρδος (ΟλΑΠ 705/79, ΑΠ 1774/2013). Επί καταστροφής πράγματος που δεν είναι καινούργιο, εφόσον και η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι αναλόγως με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιούμενος θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο με την έννοια του διαφέροντος και την διέπουσα τούτο γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1034/2018, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 1774/2013, ΑΠ 839/2012).

Σε περίπτωση, αντιθέτως, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές, που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως την χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών, που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από την βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 705/1979, ΑΠ 272/2020). 

Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της καταστάσεως, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή, αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1668/2012). Συνακολούθως τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική. Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 994/1991). 

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, επειδή το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο για την αγορά καινούργιου διανομέα (αντλίας) καυσίμων.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 2.10.2015 αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, σε σχέση με το κεφάλαιο της θετικής ζημίας της (καταστροφή διανομέα καυσίμων), η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, ενώ επιχειρούσε οπισθοπορεία στο πρατήριο βενζίνης αυτής (ενάγουσας), από αμέλειά του, επέπεσε με σφοδρότητα σε διανομέα καυσίμων με έξι ακροσωλήνια, προκαλώντας τις εξής υλικές ζημίες: α) στρεβλώσεις στο πλαίσιο «σασί» του διανομέα, β) αποκόλληση των βάσεων από τα αντλητικά συγκροτήματα, γ) εμφάνιση βλαβών στα μοτέρ των αντλητικών συγκροτημάτων και δ) στρεβλώσεις των εσωτερικών σωληνώσεων της διανομής καυσίμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τα έξι ακροσωλήνια να λειτουργούν μόνο τα δύο εξυπηρετώντας την διανομή μόνο του προϊόντος «ΝΕΑ ΣΟΥΠΕΡ» και αδυναμία της ενάγουσας να πωλήσει τα προϊόντα της απλής αμόλυβδης βενζίνης 95 fuel save και της αμόλυβδης βενζίνης V-Power. Ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν εκ μέρους της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, υποστήριξε ότι ο διανομέας καυσίμων μπορεί να επισκευασθεί, χωρίς ποτέ να την ενημερώσει για το κόστος της επισκευής και για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών της. Ότι, ως εκ τούτου, με την προτεινόμενη επιδιόρθωση καθίσταται αβέβαιη η ορθή λειτουργία της αντλίας και, κυρίως, η ασφάλεια των εργαζομένων, των διερχομένων οχημάτων και των περιοίκων, ενώ η δεύτερη εναγομένη δεν δεσμεύθηκε έναντι αυτής (της ενάγουσας), μεταξύ άλλων, εάν μετά την ολοκλήρωση της επισκευής της αντλίας θα πραγματοποιηθεί πιστοποίηση από ανεξάρτητο οργανισμό πιστοποιήσεως αντλιών, ούτε αν μετά την επισκευή η αντλία θα πληροί τις αντίστοιχες προδιαγραφές, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ζήτησε δε, ως αποζημίωση για το κόστος αγοράς και τοποθετήσεως νέου διανομέα (αντλίας) καυσίμων, το ποσόν των 19.188 ευρώ, μαζί με τον ΦΠΑ. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του κονδυλίου αυτού της αγωγής, έκρινε τα ακόλουθα: «Στην κρινόμενη υπόθεση, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό που απαιτείται για την αγορά και εγκατάσταση νέου διανομέα (αντλίας) καυσίμων, καθώς ο ήδη υπάρχων καταστράφηκε εν μέρει από την αμελή και παράνομη οδηγική συμπεριφορά του εναγομένου οδηγού, αφού λειτουργούν πλέον τα δύο από τα έξι ακροσωλήνια. Κατά το κεφάλαιο αυτό και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς δεν ζητείται αποζημίωση συνισταμένη στην αξία του καταστραφέντος διανομέα στην κατάσταση που ήταν, λαμβάνοντας υπόψη και ότι δεν έπαψε να λειτουργεί τελείως, αλλά ζητείται η δαπάνη για την αγορά νέου και για την εκ νέου εγκατάσταση, με συνέπεια να επέρχεται παρά το νόμο ωφέλεια της ενάγουσας λόγω της μεγαλύτερης αξίας του καινούργιου από εκείνη του παλαιού».

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του Δικαίου, ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον, κατά κανόνα, έγινε από πταίσμα εκείνου, που προκάλεσε την ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της εννόμου τάξεως, που επιβάλλει την υποχρέωση, να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια, που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1273/2017). Σε περίπτωση δε ολοσχερούς καταστροφής του πράγματος, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του και το διαφυγόν κέρδος (ΟλΑΠ 705/79, ΑΠ 1774/2013). Επί καταστροφής πράγματος που δεν είναι καινούργιο, εφόσον και η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι αναλόγως με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιούμενος θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο με την έννοια του διαφέροντος και την διέπουσα τούτο γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/ 1996, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1034/2018, ΑΠ 1273/ 2017, ΑΠ 1774/2013, ΑΠ 839/2012).

Σε περίπτωση, αντιθέτως, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές, που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως την χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών, που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από την βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 705/1979, ΑΠ 272/2020).

Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της καταστάσεως, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή, αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1668/2012). Συνακολούθως τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική. Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 994/1991).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, επειδή το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο για την αγορά καινούργιου διανομέα (αντλίας) καυσίμων.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 2.10.2015 αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, σε σχέση με το κεφάλαιο της θετικής ζημίας της (καταστροφή διανομέα καυσίμων), η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, ενώ επιχειρούσε οπισθοπορεία στο πρατήριο βενζίνης αυτής (ενάγουσας), από αμέλειά του, επέπεσε με σφοδρότητα σε διανομέα καυσίμων με έξι ακροσωλήνια, προκαλώντας τις εξής υλικές ζημίες: α) στρεβλώσεις στο πλαίσιο «σασί» του διανομέα, β) αποκόλληση των βάσεων από τα αντλητικά συγκροτήματα, γ) εμφάνιση βλαβών στα μοτέρ των αντλητικών συγκροτημάτων και δ) στρεβλώσεις των εσωτερικών σωληνώσεων της διανομής καυσίμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τα έξι ακροσωλήνια να λειτουργούν μόνο τα δύο εξυπηρετώντας την διανομή μόνο του προϊόντος «ΝΕΑ ΣΟΥΠΕΡ» και αδυναμία της ενάγουσας να πωλήσει τα προϊόντα της απλής αμόλυβδης βενζίνης 95 fuel save και της αμόλυβδης βενζίνης V -Power. Ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν εκ μέρους της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, υποστήριξε ότι ο διανομέας καυσίμων μπορεί να επισκευασθεί, χωρίς ποτέ να την ενημερώσει για το κόστος της επισκευής και για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών της. Ότι, ως εκ τούτου, με την προτεινόμενη επιδιόρθωση καθίσταται αβέβαιη η ορθή λειτουργία της αντλίας και, κυρίως, η ασφάλεια των εργαζομένων, των διερχομένων οχημάτων και των περιοίκων, ενώ η δεύτερη εναγομένη δεν δεσμεύθηκε έναντι αυτής (της ενάγουσας), μεταξύ άλλων, εάν μετά την ολοκλήρωση της επισκευής της αντλίας θα πραγματοποιηθεί πιστοποίηση από ανεξάρτητο οργανισμό πιστοποιήσεως αντλιών, ούτε αν μετά την επισκευή η αντλία θα πληροί τις αντίστοιχες προδιαγραφές, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ζήτησε δε, ως αποζημίωση για το κόστος αγοράς και τοποθετήσεως νέου διανομέα (αντλίας) καυσίμων, το ποσόν των 19.188 ευρώ, μαζί με τον ΦΠΑ. 

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του κονδυλίου αυτού της αγωγής, έκρινε τα ακόλουθα: «Στην κρινόμενη υπόθεση, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό που απαιτείται για την αγορά και εγκατάσταση νέου διανομέα (αντλίας) καυσίμων, καθώς ο ήδη υπάρχων καταστράφηκε εν μέρει από την αμελή και παράνομη οδηγική συμπεριφορά του εναγομένου οδηγού, αφού λειτουργούν πλέον τα δύο από τα έξι ακροσωλήνια. Κατά το κεφάλαιο αυτό και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς δεν ζητείται αποζημίωση συνισταμένη στην αξία του καταστραφέντος διανομέα στην κατάσταση που ήταν, λαμβάνοντας υπόψη και ότι δεν έπαψε να λειτουργεί τελείως, αλλά ζητείται η δαπάνη για την αγορά νέου και για την εκ νέου εγκατάσταση, με συνέπεια να επέρχεται παρά το νόμο ωφέλεια της ενάγουσας λόγω της μεγαλύτερης αξίας του καινούργιου από εκείνη του παλαιού». 

Κρίνοντας ως μη νόμιμο το κεφάλαιο της θετικής ζημίας, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, καθόσον η ενάγουσα, θεωρώντας επισφαλή και επικίνδυνη, για τους ανωτέρω λόγους, την επιδιόρθωση του διανομέα καυσίμων, ζήτησε ως αποζημίωση το προεκτιθέμενο ποσό, για την αγορά και την τοποθέτηση νέου διανομέα καυσίμων, λόγω ολικής καταστροφής της δικής της αντλίας. Με βάση δε το περιεχόμενο της αγωγής, η αξιούμενη αποζημίωση ταυτίζεται με την αξία, που είχε ο διανομέας καυσίμων της ενάγουσας πριν από το τροχαίο ατύχημα. Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο αυτό της αγωγής είναι νόμιμο, ενώ: α) η παλαιότητα του διανομέα κατά τον χρόνο του τροχαίου ατυχήματος και β) η μερική καταστροφή, η οποία (ως έλασσον ζήτημα) εμπεριέχεται στην μείζονα αγωγική αξίωση αποζημιώσεως λόγω ολικής καταστροφής της αντλίας, αποτελούν ζητήματα, που μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της κατά το κεφάλαιο αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που δίκασε προηγουμένως, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (άρθρ. 495 § 3 του ΚΠολΔ) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας […]».


 

ΣΧΟΛΙΟ

Το ζήτημα της οιονεί καθολικής ζημίας

 

Ι. Στη σχολιαζόμενη απόφαση, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αναίρεσε μερικώς την απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, ως μη νόμιμο, το αίτημα της ενάγουσας- ιδιοκτήτριας πρατηρίου υγρών καυσίμων, για την καταβολή αποζημίωσης η οποία συνίστατο στην αξία της αγοράς και εγκατάστασης νέου διανομέα καυσίμων, ως συνέπεια της θετικής ζημίας που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου- οδηγού αυτοκινήτου.

 

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ιστορικό της διαφοράς, ο εναγόμενος- οδηγός, συγκρουόμενος με το όχημά του στον διανομέα καυσίμων κυριότητός της ενάγουσας, προκάλεσε ζημία στα τέσσερα από τα συνολικά έξι ακροσωλήνια του διανομέα, με συνέπεια αυτά να μην λειτουργούν, καταλείποντας στην ενάγουσα τη δυνατότητα να πωλεί μόνο ένα συγκεκριμένο είδος καυσίμου μέσω των εναπομεινάντων ακροσωληνίων του διανομέα, καθιστώντας μ’ αυτόν τον τρόπο αδύνατη την εμπορία δύο έτερων ειδών υγρού καυσίμου, η πώληση των οποίων γινόταν από τα καταστραφέντα ακροσωλήνια του διανομέα.

 

Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, το πόρισμα της οποίας κατέτεινε στο συμπέρασμα ότι η ζημία που υπέστη ο διανομέας καυσίμων είναι επισκευάσιμη, δεν προσδιόριζε με ακρίβεια το κόστος της επισκευής, ούτε ήταν αξιόπιστη (η πραγματογνωμοσύνη), με αποτέλεσμα η προτεινόμενη επιδιόρθωση να καθιστούσε αμφίβολη την ορθή λειτουργία της αντλίας, και ειδικώς την ασφάλεια των εργαζομένων, των περιοίκων, καθώς και των διερχομένων. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα προέβαλε ότι η ασφαλιστική εταιρία που διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη δεν δεσμεύθηκε σχετικά με την, κατόπιν των επισκευών, πιστοποίηση της αντλίας από ανεξάρτητο οργανισμό πιστοποιήσεων, καθώς και για το αν μετά από αυτή θα πληρούνταν οι απαιτούμενες κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα προδιαγραφές ασφαλούς λειτουργίας της. Προβάλλοντας τους παραπάνω ισχυρισμούς ζήτησε ως αποζημίωση το ποσό των 19.188 ευρώ μαζί με τον αναλογούντα ΦΠΑ, ως αποζημίωση για το κόστος αγοράς και τοποθέτησης νέου διανομέα καυσίμων. 

 

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αριθ. …/ 2019 απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα της ενάγουσας ως μη νόμιμο, καθώς έκρινε ότι δεν ζητείται αποζημίωση που να συνίσταται στην αξία του καταστραφέντος διανομέα στην κατάσταση που βρισκόταν, λαμβανομένου υπόψη και ότι εκείνος δεν έπαψε να λειτουργεί εντελώς, αλλά ζητείται η δαπάνη για την αγορά νέου και την εκ νέου εγκατάστασή του, µε συνέπεια να επέρχεται παρά το νόμο ωφέλεια της ενάγουσας λόγω της μεγαλύτερης αξίας του καινούργιου διανομέα από εκείνη του παλαιού.

 

Στην υπό εξέταση απόφαση, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, καθόσον η ενάγουσα ζήτησε ως αποζημίωση το ως άνω ποσό θεωρώντας επισφαλή και επικίνδυνη την επιδιόρθωση του διανομέα καυσίμων, ισχυριζόμενη ότι εξ αυτού του λόγου ο διανομέας καυσίμων έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Επιπρόσθετα, η αξιούµενη από την ενάγουσα αποζημίωση συνίστατο στην εμπορική αξία που είχε ο διανομέας καυσίμων της ενάγουσας κατά τον χρόνο πριν από το τροχαίο ατύχημα, ήτοι προτού λάβει χώρα η ζημιογόνος ενέργεια. Με την απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το μέρος αυτό, η αξίωση αποζημίωσης που συνίσταται στην αξία του πράγματος κατά τον χρόνο πριν το ζημιογόνο γεγονός, ζητείται νόμιμα ακόμη και αν η ζημία υπήρξε μερική, δοθέντος του ότι το μεν αίτημα με το οποίο ζητείται πλήρης η εµπορική αξία πράγματος λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής µερική καταστροφή, το δε δικαστήριο µπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, η δε παλαιότητα του πράγματος- διανομέα, αλλά και η μερικότητα της βλάβης, συνιστούν ζητήματα αποδείξεως, τα οποία θα συνεκτιμηθούν από το δικάζον δικαστήριο, ως έχοντα ή μη επίδραση στην έκταση της ζημίας.

 

ΙΙ. Από την εξέταση του ιστορικού της ως άνω διαφοράς προκύπτει ότι η παρούσα απόφαση ασχολείται με το ζήτημα του υπολογισμού της αποζημίωσης για ζημία προκληθείσα εξ αδικοπραξίας, και ειδικώς τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης προκειμένου για ζημία, η αποκατάσταση της οποίας θα υπολογισθεί σύμφωνα με την εμπορική αξία του πράγματος ως αυτό να καταστράφηκε ολοσχερώς, μολονότι έχει υποστεί μερική βλάβη.

 

Στη συγκεκριμένη υπόθεση η αναιρεσίουσα προέβαλε, μεταξύ και των άλλων λόγων αναίρεσής της, τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρ. 297, 298 και 914 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημά της για αποζημίωση που συνίσταται στην αξία αγοράς νέου διανομέα καυσίμων και εγκατάστασης αυτού, λόγω του υπολογισμού του αιτήματος σύμφωνα με την ολική αξία της αντλίας, αν και η ζημία αφορούσε μέρος του πράγματος- και άρα βλάβη, αντί καταστροφής, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε υπέρμετρο πλουτισμό της. 

 

Ο Άρειος Πάγος με τη σχολιαζόμενη έκρινε ότι νόμιμα ζητείται κατ’ αρχήν αποζημίωση που αντιστοιχεί στην αξία νέου διανομέα, αφ’ ης στιγμής η αξίωση της ενάγουσας συνίστατο στην εμπορική αξία που είχε ο διανομέας κατά τον χρόνο πριν τη ζημία, καθώς υφίστατο αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα προσήκουσας επισκευής του, αλλά και κατόπιν αυτής για την προσήκουσα λειτουργία του. Η νομική βασιμότητα του ισχυρισμού δεν επιδρά εν τοις πράγμασι στο ύψος της αξιούµενης αποζημίωσης, διότι εκείνη θα μπορούσε να περιορισθεί για λόγους που αφορούν την παλαιότητα, αλλά και τη μερικότητα της ζημίας, και σε κάθε περίπτωση εντάσσονται στο πεδίο της ουσιαστικής κρίσης του ικαστηρίου της ουσίας, ούσες δεκτικές αποδεί­ξεως.

 

ΙΙΙ. Κατά τα ανωτέρω, αυτό που απασχόλησε το δικαστήριο του Αρείου Πάγου είναι το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης επί μερικής ζημίας. 

 

Στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι στην περίπτωση που η βλάβη πράγματος είναι μερική και επισκευάσιμη, καταβλητέα από τον ζημιώσαντα είναι η αξία που αντιστοιχεί στην επισκευή του (βλ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό δίκαιο, 2018, § 9, άρθρ. 39, σ. 656-657· Φίλιο, Ενοχικό δίκαιο - Γενικό μέρος, 2011, § 180Γ, σ. 374-375). Όταν όμως αντικείμενο της αποζημίωσης αποτελεί η καταστροφή μεταχειρισμένου πράγματος, η αποζημίωση συνίσταται όχι στην αγοραία αξία καινούργιου όμοιου αντικειμένου, καθώς τότε ο ζημιωθείς θα πλούτιζε (βλ. ενδ. ΑΠ 2060/1983 ΝοΒ 1985. 25), αλλά από τον αποκαταστατικό σκοπό της αποζημίωσης προσήκει η καταβολή της αγοραίας αξίας ενός στον ίδιο βαθμό μεταχειρισμένου πράγματος, ώστε να είναι δυνατή η προμήθεια ενός άλλου που βρίσκεται επίσης σε παρόμοια κατάσταση με εκείνο που καταστράφηκε (βλ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό δίκαιο, 2018, § 9, άρθρ. 37, σ. 655-656). Εξάλλου η καταστροφή μεταχειρισμένου πράγματος επιφέρει ζημία ανάλογα με το αν μπορεί ή όχι να αξιωθεί από τον ζημιωθέντα, σύμφωνα με την καλή πίστη, να αποκτήσει και να χρησιμοποιήσει άλλο όμοιο μεταχειρισμένο (αντικαταστατό) ή ανάλογο (μη αντικαταστατό) πράγμα, ώστε στην περίπτωση που δεν μπορεί να αξιωθεί, η ζημία να αντιστοιχεί στην τιμή αγοράς που έχει άλλο καινούργιο πράγμα. Στην περίπτωση αυτή αφαιρείται από την αποζημίωση αξία ίση προς τη μεγαλύτερη αξία χρήσης του καινούργιου πράγματος, η οποία οφείλεται στη μακρότερη διάρκεια αντοχής αυτού. Και στις δύο περιπτώσεις το υπόλειμμα του πράγματος, ανάλογα με τις συνθήκες (ΑΚ 288) είτε αποδίδεται στον ζημιώσαντα, είτε παραμένει στον ζημιωθέντα με αντίστοιχη αφαίρεση της αξίας του από την αξία της αποζημίωσης (βλ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό δίκαιο, 2018, § 9, άρθρ. 40, σ. 657· Φίλιο, Ενοχικό δίκαιο - Γενικό μέρος, 2011, § 180Β, σ. 373-374).

 

Ήδη παλαιόθεν, έχει υποστηριχθεί ότι η χρηματική αποζημίωση είναι δυνατόν κατά τις περιστάσεις να καθορισθεί επί τη βάσει της ολικής αξίας του πράγματος, ακόμη και αν μερική υπήρξε η βλάβη αυτού (βλ. Λιτζερόπουλο, ΕρμΑΚ άρθρ. 297, αριθ. 5). Έτσι, κατ’ εξαίρεση η βλάβη πράγματος επιφέρει ζημία αντίστοιχη με την τιμή αγοράς του, όταν η επισκευή, δεν μπορεί να αξιωθεί κατά την καλή πίστη (ΕφΘ 1225/1979 Αρμ 1979.1005, ΕφΑθ 5731/ 1985 ΕλλΔνη 1985.1356, ΕφΑθ 11789/87 ΑρχΝ 1989. 40, ΕφΑθ 10613/1990 ΕΕΝ 1990.512, ΕφΑθ 2930/2002 Ελλ Δνη 2005.181, ΕφΑθ 1227/2008 ΕλλΔνη 2008.1460, βλ. και ενδ. Φίλιο, Ενοχικό δίκαιο - Γενικό μέρος, 2011, § 180Γ, σ. 374-375· Σπυριδάκη, Ενοχικό Δίκαιο - Γενικό Μέρος, 2018, § IV, αριθ. 90.2.3., Γεωργιάδου, Αδικοπραξίες, 1ος τόμος - Η Αδικοπρακτική Ευθύνη Ιδιωτών και Δημοσίου, 2009, VI Β., σ. 92-93). Εξάλλου, στο αίτημα αποζημίωσης για ολική καταστροφή περιλαμβάνεται και το αίτημα για μερική καταστροφή (ΑΠ 183/1991, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 272/2020).

 

Εν προκειμένω, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το αίτημα της εναγομένης, συνίσταται στην καταβολή χρηματικής αποζημίωσης επί τη βάσει της ολικής αξίας του πράγματος, κι αν ακόμη η ζημία υπήρξε μερική. Έτσι, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την ενάγουσα, ως περιεχόμενο του αιτήματος για την καταβολή αποζημίωσης, συνιστούν τις περιστάσεις σύμφωνα με τις οποίες η μερική ζημία του μεταχειρισμένου πράγματος, εξομοιώνεται με ολική καταστροφή του, διότι προβάλλεται ως αμφίβολη η προσήκουσα επισκευή του, ως επισφαλής για τους χρήστες του, αλλά και τους διερχομένους, καθώς και τους περιοίκους- λόγω της ιδιαίτερης φύσης του πράγματος (υγρά καύσιμα)- αλλά και ως αμφίβολη η λειτουργικότητά της υπό το πρίσμα της επανένταξής της στο πεδίο της δραστηριότητας που ανήκε πριν, καθώς δίχως την πιστοποίηση της αντλίας θα ήταν δυνατόν να απαγορευθεί η λειτουργία της σύμφωνα με τα ρυθμιστικά πρότυπα που διέπουν την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Συνεπώς, παρά τις επισκευές, το πράγμα δεν θα βρισκόταν σε ίδια με την πριν από τη ζημιογόνο ενέργεια κατάσταση κατά τον χρόνο υπολογισμού της αποζημίωσης.

 

Τούτο αναδεικνύεται ως κρίσιμο για την περίπτωση που εξέτασε ο Άρειος Πάγος, καθώς με την απόφασή του έκρινε ως νόμιμο το αίτημα της ενάγουσας για την αποζημίωση της θετικής της ζημίας, η οποία συνίστατο στην ολική αξία του πράγματος πριν την καταστροφή του. Ερμηνεύοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρ. 297, 298 και 914 ΑΚ, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε η ενάγουσα αφορούσαν τον υπολογισμό της αποζημίωσης επί ζημίας σαν αυτή να υπήρξε ολική, κι αν ακόμη η βλάβη ήταν πράγματι μερική. Το δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα της ενάγουσας που αφορούσε θετική ζημία συνισταμένη στην ολική αξία του πράγματος κατά τον χρόνο πριν το ζημιογόνο γεγονός, λόγω των περιστάσεων που συνέδραμαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή την αβεβαιότητα λειτουργικής και ασφαλούς επισκευής, είναι νόμιμο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 297, 298 και 914 ΑΚ, υπαγόμενο σε αυτές ώστε το Εφετείο να έπρεπε να προχωρήσει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος, καθώς το ρυθμιστικό βεληνεκές των διατάξεων είναι δυνατόν να ενεργοποιηθεί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν, αφού σε κάθε περίπτωση τα επιμέρους ζητήματα που μπορεί να περιορίσουν την έκταση της αποζημίωσης να τυγχάνουν απόδειξης. 

 

Η απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης επειδή περιελάβανε το μείζον- όλη τη ζημία- ενόψει των ισχυρισμών, και δεν περιελάμβανε μόνον τις δαπάνες επισκευής για την επιδιόρθωση του πράγματος, ή την ολική αξία μειωμένη κατά την παλαιότητα και την μερική λειτουργία, συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρ. 297, 298 και 914 ΑΚ, για την οποία ο Άρειος Πάγος αναίρεσε μερικώς την υπ’ αριθ. …/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συνεπώς, δια της παρούσας απόφασης ετέθη το ζήτημα της αφετηρίας από την οποία δύναται να εκκινήσει η συλλογιστική του υπολογισμού της αποζημίωσης για τη θετική ζημία που υπέστην ο ζημιωθείς προκειμένου για μερική  ζημία, η  οποία επιδρά καθοριστικά στην ασφάλεια και τη λειτουργικότητα του πράγματος παρά την επισκευή. Αφετηρία στην περίπτωση που η βλάβη υπήρξε μερική αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μη είναι δυνατόν το πράγμα να χρησιμοποιηθεί, καθίσταται η αντίστοιχη στην κατά τον χρόνο πριν το ατύχημα εμπορική αξία του πράγματος, και το ζήτημα της μείωσης της αξίωσης, λόγω των ειδικότερων περιστάσεων θα τύχει εξέτασης κατά την απόδειξη, συνιστώντας ζήτημα πραγματικό, και άρα θέμα της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης, το οποίο σε κάθε περίπτωση έπεται.

 

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-ΜΙΧΑΗΛ ΣΑΠΟΥΝΑΣ

Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε.  Αστικού Δικαίου   &

Σύγχρονων Οικονομικών Συναλλαγών