ΑΠ 788/2023, με παρατηρήσεις «Εγγύηση πιστώσεως, αύξηση πιστώσεως, ευθύνη εγγυητή», Ι. Σπυριδάκης

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Άρειος Πάγος (Α2΄ Τμήμα)

Αριθ. 788/2023

 

Πρόεδρος: Θ. Κανελλόπουλος, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Χ. Πλατιά, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Χ. Σταθοπούλου, Γ. Σφυρής

 

Σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Διάκριση από τη σύμβαση δανείου ως υποσχετική αντί της re καταρτιζόμενης σύμβασης δανείου. Χαρακτηριστικά, άνοιγμα, λειτουργία, κλείσιμο λογαριασμού. Ευθύνη εγγυητή από πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης εφόσον είναι συμπληρωματικές αυτής, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μεταβολή, και αυτός είχε αποδεχθεί την ευθύνη του αυτή (Άρθρα 361, 806, 809, 847, 848, 851 ΑΚ,  35 εδ. α΄, 47, 48 εδ. δ΄, 47, 64,65 & 66 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 112 ΕισΝΑΚ).

 

Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ «Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και, συνεπώς, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ), οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου κατ’ άρθρο 809 ΑΚ (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011). Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ, είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχώνευσής της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο. Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω σύμβασης είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1081/2015). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρο 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α΄, 47, 48 εδ. δ΄, 64, 65 και 66 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» και 112 του ΕισΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος. Το ζεύγμα, όμως, αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητά τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς σύμβασης, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015). Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η χρήση της πίστωσης από τον πιστούχο (πράξεις παραχώρησης πίστωσης), ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020). Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτούσιων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση), είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κ.λπ., με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων. Εξάλλου, στη σύμβαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα πολλαπλών εκ μέρους της τράπεζας χορηγήσεων και πολλαπλών εκ μέρους του πιστούχου καταβολών, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επαναχορηγήσεων, ώστε η πίστωση να ανακυκλώνεται. Μπορεί, επίσης, να έχει συμφωνηθεί ότι για εκάστη χορήγηση της πίστωσης θα γίνεται ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων και να ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής ή εξόφλησης του χορηγούμενου ποσού. Κατά κανόνα, το άνοιγμα και μόνον της πίστωσης δίνει τη δυνατότητα στον πιστούχο να προσφύγει στη χρήση της πίστωσης για να αντλήσει αμέσως, εάν και όταν χρειαστεί, το απολύτως αναγκαίο γι` αυτόν ποσό, η καταβολή του οποίου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση αυτού (πιστούχου), υποβάλλοντας απλή αίτηση προς την τράπεζα, για την οποία δεν ακολουθούνται οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης των χορηγήσεων για κάθε μεμονωμένο πιστωτικό αίτημα, αφού οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν κατά το άνοιγμα της πίστωσης, σε κάθε δε περίπτωση η έγκριση της τράπεζας είναι τυπική. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, μπορούν να τεθούν στη σύμβαση πίστωσης επί πλέον όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ανοιγείσας πίστωσης από τον πιστούχο. Όμως, ουδόλως αποκλείεται η πίστωση να έχει, ουσιαστικά, το χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, χωρίς να προβλέπονται συμφωνίες που αφορούν τις μορφές χορηγήσεων (κεφάλαιο κίνησης, πάγιες εγκαταστάσεις κ.λπ.), το ύψος του επιτοκίου κλπ., οπότε τα στοιχεία αυτά καθορίζονται, στη συνέχεια, με πρόσθετες συμφωνίες (πράξεις), με δυνατότητα της τράπεζας, στην περίπτωση αυτή, να εγκρίνει ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση του πιστούχου ή, συνήθως, να εγκρίνει αυτή με τροποποιήσεις. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση πλαίσιο αποτελεί την αιτία επί μέρους πιστωτικών συμβάσεων, η δε έγκριση της τράπεζας αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, καθόσον συνιστά απαραίτητο στοιχείο για την ολοκλήρωση της πρόσθετης πράξης, η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της αρχικής σύμβασης που καλύπτει τη συγκεκριμένη χορήγηση. Κατά συνέπεια, πέραν των ως άνω αναφερομένων γενικών αρχών, που πρέπει να περιέχονται στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, οι ειδικότερες συμφωνίες που τίθενται σε αυτή από τους συμβαλλομένους είναι εκείνες που καθορίζουν, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο και τη μορφή της εν λόγω σύμβασης, καθώς και τον τρόπο και το χρόνο καταβολής της πίστωσης από την τράπεζα, και, συνακόλουθα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν την επιλεγείσα συμβατική μορφή (ΑΠ 529/ 2022, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 917/2020) … Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 και 112 Εισ ΝΑΚ προκύπτει, ότι ο εγγυητής του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 254/2018). 

Ν.Γ.Ν 

 



 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Εγγύηση πιστώσεως, αύξηση πιστώσεως, ευθύνη εγγυητή

 

Το πρόβλημα ανακύπτει στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εγγυητής (Α) εγγυάται στη δανείστρια τράπεζα (Τ) την πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη (Β) της οφειλής του από το άνοιγμα πιστώσεως ύψους 100 και μεταγενέστερα με συμφωνία πρωτοφειλέτη (Β) και τράπεζας (Τ) αυξάνεται (επανειλημμένα) το ύψος της πιστώσεως. Το ερώτημα είναι πώς διαμορφώνεται η ευθύνη του εγγυητή.

 

1.     Στη νομολογία έχει επικρατήσει η ακόλουθη θέση. Γίνεται διάκριση ως προς το είδος της μεταγενέστερης συμβάσεως μεταξύ τράπεζας (Τ) και πιστούχου (Β):

       (α) Αν η μεταγενέστερη σύμβαση είναι αυτοτελής (π.χ. προβλέπει διαφορετικό επιτόκιο), ο εγγυητής (Α) ευθύνεται μόνο για την αρχική πίστωση.

Παράδειγμα: Αρχική πίστωση ποσού 100. Μεταγενέστερες αυξητικές πιστώσεις αυτοτελείς (συνολική οφειλή 100 + 100 + 100 + 200) δεν συνεπάγονταν αύξηση  της ευθύνης του εγγυητή· ευθύνεται για οφειλή 100, την αρχική για την οποία εγγυήθηκε.

       (β) Αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής αλλά πρόσθετη (συμπληρωματική), ο εγγυητής ευθύνεται για το σύνολο της πιστωτικής οφειλής, αλλά μόνο έως το ποσό του ύψους της αρχικής συμβάσεως.

       Παράδειγμα: Αρχική πίστωση ποσού 100. Μεταγενέστερες πρόσθετες αυξητικές συμβάσεις (συνολική οφειλή 100 + 100 + 100 + 200). Ευθύνη του εγγυητή για ολόκληρη την οφειλή, αλλά μόνο έως το ποσό 100 (όπως ήταν η αρχική πίστωση).

 

2.     Στην άνω απόφαση περιγράφονται οι δύο περιπτώσεις: Ο εγγυητής «… ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης».

       Έτσι:

       (α) Στο παραπάνω, αριθ. 1, πρώτο παράδειγμα, αν ο πρωτοφειλέτης εξοφλήσει την αρχική πίστωση των 100, ο εγγυητής απαλλάσσεται και δεν φέρει πλέον ευθύνη. Αν ο πρωτοφειλέτης εξοφλήσει μέρος της αρχικής πίστωσης, π.χ. 70, ο εγγυητής ευθύνεται για το υπόλοιπο 30.

(β) Στο παραπάνω, αριθ. 1, δεύτερο παράδειγμα, αν ο πρωτοφειλέτης εξοφλήσει την αρχική πίστωση (και τις επόμενες δύο), ο εγγυητής ευθύνεται για την τελευταία πίστωση των 200 έως το ποσό 100.

Ενόψει της καταστάσεως αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της θέσεως της νομολογίας στη δεύτερη περίπτωση των πρόσθετων, συμπληρωματικών πιστωτικών συμβάσεων.

Οι αμφισβητήσεις αυτές συναρτώνται με τη βασική αρχή της εύνοιας προς τον εγγυητή και μπορεί να θεμελιωθούν στις ρυθμίσεις των άρθρων 852 και 1218 § 2 ΑΚ.

Η αρχή της εύνοιας προς τον εγγυητή ενισχύεται και από τη σκέψη, ότι ο εγγυητής παρέσχε την εγγύησή του για την πρώτη πιστωτική σύμβαση (ύψους 100, κατά το παράδειγμα) πιστεύοντας ότι ο πρωτοφειλέτης είναι φερέγγυος και ικανός να ανταποκριθεί στην οφειλή του· είναι όμως αμφίβολο, αν ο εγγυητής θα παρείχε την εγγύηση, αν γνώριζε ότι αναλάμβανε ευθύνη για το συνολικό ύψος των πιστώσεων (500, κατά το παράδειγμα) και ότι θα απαλλασσόταν, αν ο πρωτοφειλέτης εξοφλούσε το σύνολο της οφειλής του αυτής.

 

3.     Πέρα όμως από την αρχή της εύνοιας προς τον εγγυητή, οι αμφισβητήσεις για τη θέση της νομολογίας μπορεί να θεμελιωθούν στις ΑΚ 1218 § 2 και 852.

       Ειδικότερα:

       (α) Κατά ΑΚ 1218 § 2, «Αν το ενέχυρο έχει συσταθεί για εξασφάλιση ξένης οφειλής, δικαιοπραξία οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά την ενεχύραση δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του ενεχυραστή».

       Η ρύθμιση αυτή ρητά αναφέρεται μόνο στο ενέχυρο με τρίτο ενεχυρικό οφειλέτη.

       Είναι όμως μία ρύθμιση (για εμπράγματη ασφάλεια), η οποία εύλογο είναι να πρέπει να ισχύσει και για την εγγύηση (την προσωπική ασφάλεια).

       Αναλογική εφαρμογή φαίνεται ενδεδειγμένη: «Δικαιοπραξία μεταξύ οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά τη σύσταση της εγγυήσεως δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του εγγυητή».

       Κατά της αναλογικής εφαρμογής, θα μπορούσε να προταθεί argumentum econtrario: Αφού μόνο για το ενέχυρο προβλέπεται η ρύθμιση αυτή, αποκλείεται να ισχύσει και για την εγγύηση.

       Αποκλεισμός του argumentum  e contrario μπορεί  να θεμελιωθεί και στην ΑΚ 852.

       (β) Κατά το άρθρο 852 ΑΚ, «Ο εγγυητής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν ευθύνεται  για παρεπόμενες παροχές που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητές κατά το χρόνο της εγγύησης [εδ. α’]. Για τέτοιες παροχές που γίνονται απαιτητές μετά την εγγύηση, ο εγγυητής σε περίπτωση αμφιβολίας ευθύνεται μόνο αν κατά το χρόνο της εγγύησης γνώριζε την ύπαρξή τους [εδ. β΄]».

       Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 852 ΑΚ μπορεί να υπαχθούν και οι πρόσθετες / συμπληρωματικές αυξήσεις πιστώσεως. Αφού αυτές δεν είναι γνωστές στον εγγυητή κατά τη σύσταση της εγγυήσεως (π.χ. διότι στον εγγυητή δεν κατέστη γνωστό, ότι θα ακολουθήσουν και άλλες πρόσθετες / συμπληρωματικές αυξητικές πιστωτικές συμβάσεις), ο εγγυητής δεν ευθύνεται: Ρύθμιση όμοια προς τη ρύθμιση του άρθρου 1218 § 2 ΑΚ.

 

4.     Με βάση όσα εκτίθενται παραπάνω ο εγγυητής πιστώσεως δεν ευθύνεται για μεταγενέστερες πρόσθετες αυξήσεις της πιστώσεως (για τις οποίες δεν παρέσχε συναίνεση ούτε κατά τη σύσταση της εγγυήσεως τις γνώριζε).

 

                                                                   ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής

                                                                   του Πανεπιστημίου Αθηνών