ΑΠ 966/2025

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Άρειος Πάγος (Α2΄ Τμήμα)

Αριθ. 966/2025

 

Πρόεδρος: Μ. Κουφούδη, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Γ. Σχοινοχωρίτης, Αρεοπαγίτης

 

Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Συνάφεια με την κύρια δίκη. Προϋπόθεση συζήτησης της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς κύριας δίκης. Σε περίπτωση ματαίωσης της συζήτησης της κύριας δίκης λόγω μη εγγραφής της στο πινάκιο, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (Άρθρα 80, 83, 274 ΚΠολΔ).

 

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης που είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης για την υπόθεση (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 456/2023). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει της επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο, υπέρ του οποίου ασκείται η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 692/2023, ΑΠ 456/2023). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρ. 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού (άρθρ. 325 § 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1482/2024, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017). Περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, ενόψει της οποίας ασκείται η πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη κάποιου εκ των διαδίκων που μετέχουν σε αυτήν τη διαδικασία (ΑΠ 773/2009, ΑΠ 840/2001, ΕΕΝ 2002. 743), δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 80 σε συνδυασμό με το άρθρ. 274 ΚΠολΔ, η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κυρία δίκη που έχει ανοιχθεί με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί, και η περαίωση αυτής (κυρίας) επιφέρει και την περάτωση της δίκης που ανοίχθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση. Σε αντίθεση προς την κύρια, με την πρόσθετη παρέμβαση δεν προβάλλεται καμία ιδιαίτερη και αυτοτελής αξίωση ούτε ζητείται η αναγνώριση δικαιώματος του παρεμβαίνοντος κατά των αρχικών διαδίκων. Ο προσθέτως παρεμβαίνων προσέρχεται στη δίκη όχι για να ζητήσει δικαστική προστασία έναντι των αρχικών διαδίκων, αλλά για να υποστηρίξει απλώς τις αιτήσεις του ενός από τους δύο διαδίκους. Δεν διευρύνει λοιπόν τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του κύριου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη κατ’ άρθρ. 85, διάταξη που δεν εφαρμόζεται όμως στον Άρειο Πάγο αφού προϋποθέτει την ύπαρξη εκκρεμοδικίας. Κατά τα λοιπά και η πρόσθετη παρέμβαση συνιστά παρεμπίπτουσα διαδικαστική πράξη, που δεν δημιουργεί νέα δίκη. Η περάτωση της αρχικής δίκης συγκαταργεί τη δίκη και ως προς την πρόσθετη παρέμβαση. Κατά τα λοιπά, εκτός της περιπτώσεως της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, μεταξύ κύριου διαδίκου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος, εκουσίως ή ύστερα από προσεπίκληση, δεν αναπτύσσεται σχέση απλής ή αναγκαίας ομοδικίας. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 274 § 2 ΚΠολΔ «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272, β) αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση». Εν προκειμένω από την υπ’ αριθ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ.Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 23.11.2023 πρόσθετης παρεμβάσεώς της με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 24.2.2025 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην υπέρ ής αυτή εταιρία με την επωνυμία «…» κατ’ άρθρ. 81 § 1 ΚΠολΔ. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς θα δικαστεί ερήμην. Ωστόσο λόγω του δεσμού της επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας που την συνδέει με την υπέρ αυτής αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα (άρθρ. 83 ΚΠολΔ) λόγω του ότι η τελευταία αναφέρει ότι είναι διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…», στην οποία έχουν μεταβιβαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 οι απαιτήσεις αρχικά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…» και εν συνεχεία της εταιρίας με την επωνυμία «…», η υπερ ής η πρόσθετη παρέμβαση ως αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη θεωρείται εκπροσωπούμενη από την παραστάσα προσθέτως παρεμβαίνουσα. Ωστόσο από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η προσδιορισθείσα, μετ’ αναβολή από τη δικάσιμο της 27.11.2023, να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 24.2.2025 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία «…» για την αναίρεση της υπ’ αριθ. … τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου λόγω μη εγγραφής της σε αυτό, και επειδή η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κυρία δίκη που έχει ανοιχθεί με την αναίρεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από …. και υπ’ αριθ. … εκθ. καταθέσεως, πρόσθετης παρέμβασης.

Ν.Γ.Ν.