ΑΠ 1844/2023
Άρειος Πάγος (Α2΄ Τμήμα)
Αριθ. 1844/2023
Πρόεδρος: Θ. Κανελλόπουλος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Δ. Κοκκορός, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ο. Παπαχρήστου, Πάρεδρος ΝΣΚ, Γ.-Π. Λιμνίου
Ένδικα μέσα. Έννομο συμφέρον. Απαράδεκτη η άσκηση αναίρεσης μετά την αποδοχή από τον αναιρεσείοντα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, καθόσον η αποδοχή υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της. Για την παραίτηση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, οπότε μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την
τήρηση του τύπου του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, είτε σιωπηρώς. Μετά την άσκηση της αναίρεσης, παραίτηση από αυτή γίνεται μόνο ρητώς με την τήρηση του τύπου που ορίζει το άρθρ. 297 ΚΠολΔ. Προκειμένου όμως για το Ελληνικό Δημόσιο η παραίτηση από την άσκηση ενδίκου μέσου ή η αποδοχή απόφασης προϋποθέτει γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, συμφώνως προς το άρθρ. 6 του ν. 3086/2002 «περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους» (Άρθρα 294, 297, 298,299 & 6 ν. 3086/ 2022).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 § 1 και 573 § 1 και 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης πριν από την άσκηση αναίρεσης κατ’ αυτής, καθιστά την μετά από αυτήν [αποδοχή] ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Τούτο διότι η αποδοχή αυτή υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και, συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά την άσκηση της αναίρεσης, δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία όμως μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τρόπους και όχι και σιωπηρώς. Δικονομική έννομη συνέπεια της νόμιμης αποδοχής τελεσίδικης απόφασης είναι η απόρριψη της ασκηθείσας κατ’ αυτής αναίρεσης ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος [ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 454/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν νομότυπα είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης [άρθρο 570 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ], ζήτησε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, διότι το αναιρεσείον αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και πριν από την άσκηση της έφεσης και της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προέβη εκουσίως και αυτοβούλως στην άρση της επίδικης έκθεσης κατάσχεσης, λόγω τακτοποίησης του χρέους της αναιρεσίβλητης, συνολικού ύψους 255.648,65 ευρώ και συγκεκριμένα ότι με την υπ' αριθμ. 41979/24.10.2013 πράξη του αναιρεσείοντος, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. …/ 31.10.2013 πιστοποιητικό εγγραπτέας πράξης, το αναιρεσείον συναίνεσε ρητώς στην ανάκληση της επίδικης αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω τακτοποίησης του επιδίκου χρέους της αναιρεσίβλητης. Προκειμένου, όμως, περί του Δημοσίου η αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης κατ' αυτής ενδίκου μέσου πρέπει να εκδηλωθεί σαφώς και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3086/2002 «περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους», με το οποίο ορίζεται ότι για την παραίτηση του Δημοσίου από την άσκηση ενδίκων μέσων πρέπει να υπάρξει γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής ή τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βλ. ΑΠ 185/2018). Κατά συνέπεια, αφού δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας γνωμοδότησης, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι το Δημόσιο παραιτήθηκε από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κ.Γ.