ΑΠ 605/2025
Άρειος Πάγος (Ε΄ Τμήμα)
Αριθ. 605/2025
Πρόεδρος: Μ. Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Α. Δερέ, Αρεοπαγίτης
Εισαγγελέας: Σ. Κωσταρέλλος, Αντεισαγγελέας
Δικηγόροι: Σ. Παναγιωτάκης, Ε. Σαλμά
Κατ’ εξακολούθηση κατάχρηση ανηλίκου που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη από ενήλικο, στον οποίον τον είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ως εργοδότης-εκπαιδευτής. Συνδρομή του στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης της εμπίστευσης του ανηλίκου και στην περίπτωση που οι συνευρέσεις του κατηγορουμένου με αυτόν γίνονταν εκτός του χώρου εργασίας και σε ώρες που είχε τελειώσει η εργασία-εκπαίδευσή του. Ο δράστης ως ενεργητικό υποκείμενο τέλεσης του αδικήματος καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης μαθητείας διατηρεί «εν παντί τόπω και χρόνω» την ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο οι γονείς εμπιστεύθηκαν τον ανήλικο για εκπαίδευση και εργασία. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (Άρθρα 342 § 1 ΠΚ , 510 § 1 Ε΄ ΚΠΔ)1.
[…] ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 342 §§ 1 και 2 του ΠΚ περί κατάχρησης ανηλίκων, όπως ίσχυε μέχρι 30.6.2019, «Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα όχι όμως και τα δεκαοκτώ, κάθειρξη» (§ 1) και «συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξεως της πρώτης παραγράφου: α) ... β) ... γ) από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό, ή γυμναστή ή άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο, δ) από πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του ανηλίκου» (§ 2 περ. γ΄, δ΄). Περαιτέρω, κατά την ίδια διάταξη (342 § 1) του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, (κατ’ εφαρμογή της οποίας καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα ως ίσχυε πριν την τροποποίηση και διαμόρφωση αυτής με το άρθρο 76 του ν. 4855/ 2021 ως ευμενέστερης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΠΚ), η διατύπωση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, έχει ως εξής «Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη, γ) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη ως δέκα έτη», χωρίς να προβλέπονται επιβαρυντικές περιστάσεις. Ο νομοθέτης στην § 2 του άρθρου 336 του νέου ΠΚ ορίζει ότι «Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις», και στην Αιτιολογική Έκθεση επεξηγείται ότι «Ο όρος γενετήσια πράξη», έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη. Πρόκειται για τη συνουσία και άλλες πράξεις με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας (ΑΠ 1165/2023, ΑΠ 785/ 2023, ΑΠ 627/2022).
Με τις διατάξεις αυτές αφενός επιδιώκεται να προστατευθεί η γενετήσια ελευθερία των ανηλίκων, οι οποίοι, λόγω των ιδιαίτερων και δη συγκεκριμένων σχέσεων εμπιστοσύνης με το δράστη, είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε γενετήσιες προσβολές από αυτόν και αφετέρου να διαφυλαχθούν οι σχέσεις αυτές καθαρές από γενετήσιες επιδιώξεις, οι οποίες θίγουν σοβαρώς το ηθικό περιεχόμενο ή το χαρακτήρα των σχέσεων αυτών, ως σχέσεων εμπιστοσύνης. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου απ’ αυτήν εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκων απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη ενηλίκου με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας κατά τις ως άνω διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, μόνο στην περίπτωση που τον ανήλικο αυτό οι έχοντες την επιμέλειά του τον έχουν εμπιστευθεί στον ενήλικο δράστη για κάποιο λόγο για να τον επιβλέψει ή να τον φυλάσσει, παραβιαζόμενης έτσι με κατάχρηση της εμπιστοσύνης που του επέδειξαν. Η σχέση της εμπιστοσύνης προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου, την οποία καταχράται ο δράστης, δεν είναι αναγκαίο να είναι μακράς διάρκειας, αρκεί δε και προσωρινή ανάθεση προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου (ΑΠ 1099/2024, ΑΠ 1165/2023, ΑΠ 627/ 2022). Είναι αδιάφορο αν ο ανήλικος παθών έχει ή όχι γενετήσια πείρα, αν πήρε ή όχι τη σχετική πρωτοβουλία για τη γενετήσια πράξη, αν συναίνεσε σ’ αυτήν ή αν προκάλεσε αυτήν (Ολ ΑΠ 3/2018, ΑΠ 627/2022, ΑΠ 101/2021).
Η σχέση εμπίστευσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο τέλεσης της γενετήσιας πράξης και να αποτελεί το υπόβαθρο μίας κατάχρησης διότι καθιστούν δυνατή την τέλεση της πράξης ή τη διευκολύνουν, έστω και μετά το πέρας του καθορισμένου ωραρίου εμπίστευσης και εκτός του χώρου επίβλεψης. Αρκεί ότι η γενετήσια πράξη τελείται ενόσω και για όσο χρόνο διαρκεί, ισχύει και λειτουργεί η σύμβαση που θεμελιώνει την εμπίστευση (ΑΠ 1029/2017).
Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του είναι ανήλικο, αρκεί όμως ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος (ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1240/2020, ΑΠ 1746/2018).
Από τη διάταξη του άρθρου 98 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία του ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται μεταξύ τους με την ενότητα εκτέλεσης απόφασης του εγκλήματος αυτού. Έτσι, το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή (ομοειδούς) πραγματικής συρροής εγκλημάτων, όπου κάθε μία μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, και το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπ’ όψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων (ΑΠ 1155/2018, ΑΠ 915/ 2018). Οι μερικότερες πράξεις του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος μπορούν να τελεστούν με τον ίδιο ή με διαφορετικούς τρόπους (ΑΠ 101/ 2021, ΑΠ 1046/2019). Η κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκων του άρθρου 342 § 1 ΠΚ υφίσταται στις περιπτώσεις που ο ίδιος δράστης τελεί το αδίκημα εναντίον ανηλίκου θύματος περισσότερες φορές ή/και με περισσότερους τρόπους (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 1046/2019).
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 335/2023, ΑΠ 650/2019). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 920/2024, ΑΠ 722/ 2024).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. …-…/21.06.2024 ποινικής απόφασής του, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο ..., του αδικήματος της κατ’ εξακολούθηση κατάχρησης ανήλικης που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη από ενήλικο ο οποίο ενήργησε γενετήσιες πράξεις σε βάρος της, την οποία είχαν εμπιστευθεί σ’ αυτόν για να την επιβλέπει, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 17, 18 α΄, β΄, 26 εδ. α΄, 27 § 1, 51, 52, 79, 98, 342 § 1 περ. γ΄ νΠΚ, όπως οι διατάξεις ίσχυαν μετά το ν. 4619/2019 και πριν την τροποποίηση με το ν. 4855/2021, και συγκεκριμένα του ότι «στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν ενήλικος, ενήργησε γενετήσιες πράξεις με ανήλικη που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, την οποία είχαν εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο για να την επιβλέπει και, ειδικότερα, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν ενήλικος και επέβλεπε ως εργοδότης την ανήλικη …, η οποία γεννήθηκε στις …-2001, ηλικίας δηλαδή τότε δεκαπέντε (15) ετών, καθώς βάσει της από …-2017 σύμβασης μαθητείας, διάρκειας από …-2017 έως …-2019, που είχε υπογράψει με την ίδια και τον ασκούντα τότε τη γονική της μέριμνα πατέρα της ..., είχε αναλάβει την πρακτική εκπαίδευσή της ως μαθήτριας της κομμωτικής τέχνης της ΕΠΑΣ ΟΑΕΔ … στο κομμωτήριο που διατηρούσε στην πόλη του …, επί της οδού ..., ενήργησε περισσότερες από μία φορά γενετήσιες πράξεις σε βάρος της ως άνω ανήλικης, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος. Συγκεκριμένα, στο … σε μη προσδιοριζόμενες ημερομηνίες, πάντως κατά το χρονικό διάσημα από τον Φεβρουάριο του 2018 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018, επανειλημμένως και δη τόσο μεσημεριανές ώρες καθημερινών μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας στο κομμωτήριό του όσο και βραδινές ώρες κυρίως της ημέρας του Σαββάτου, αφού έπειθε την ως άνω ανήλικη να έρχεται στην οικία του, βρίσκοντας δικαιολογίες από τους γονείς της, ερχόταν μαζί της σε κατά φύση συνουσία, ικανοποιώντας έτσι σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του». Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση το ως άνω δικαστήριο ουσίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά από συνεκτίμηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα (κατά λέξη) πραγματικά περιστατικά: «(…) Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούνται, σε βάρος του κατηγορουμένου, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τα αδικήματα της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια που αφορά δύο επιμέρους πράξεις τελεσθείσες στην … και στον … και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας, όπως αυτές αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτόμενων ως αβάσιμων του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης του όσον αφορά την ηλικία της παθούσας, αλλά και της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας περί ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού των πράξεων, ήτοι σε αυτή του άρθρου 342 § 1 γ΄ νΠΚ και 342 § 2 νΠΚ (ΑΠ 1145/2022). Επομένως, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω αξιόποινων πράξεων της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας. Περαιτέρω όσον αφορά τις υπόλοιπες επιμέρους πράξεις του αδικήματος της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια του άρθρ. 342 § 1 γ΄ ΠΚ, που φέρεται να τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της ως άνω ανήλικης στον … κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2018 έως τον Σεπτέμβριο του 2018, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, από τη στιγμή που οι συνευρέσεις του κατηγορουμένου με την ανήλικη γινόταν εκτός του κομμωτηρίου και σε ώρες που είχε τελειώσει η εργασία της και εκπαίδευσή της στο κομμωτήριο και συγκεκριμένα γινόταν μεσημεριανές είτε βραδινές ώρες, αφού προηγουμένως η ανήλικη είχε τελειώσει την εργασία και είχε επιστρέψει στην οικία της και συνεπώς δεν συντρέχει το στοιχείο της εμπίστευσης της ανήλικης στον κατηγορούμενο ως εργοδότη και εκπαιδευτή της, δηλαδή εν προκειμένω δεν πρόκειται για δράστη που έχει την επιμέλεια της ανήλικης που την έχουν εμπιστευθεί για επίβλεψη ή φύλαξη (...). Επομένως, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για την πράξη της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια ως προς τις επιμέρους αυτές πράξεις, όπως αυτή περιγράφεται λεπτομερώς στο διατακτικό. (…)».
Ωστόσο όμως, όσον αφορά την εν μέρει απαλλαγή του κατηγορουμένου για το σκέλος της κατ’ εξακολούθηση κατάχρησης ανήλικης που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη από ενήλικο ο οποίος ενήργησε γενετήσιες πράξεις σε βάρος της, την οποία είχαν εμπιστευθεί σε αυτόν για να την επιβλέπει (άρθρ. 342 § 1 γ΄ νΠΚ), που έλαβαν χώρα σε βάρος αυτής (ως άνω ανήλικης) στον … κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2018 έως τον Σεπτέμβριο του 2018, το Μ.Ο.Ε. Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν συντρέχει το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της εμπίστευσης της ανήλικης στον κατηγορούμενο ως εργοδότη και εκπαιδευτή, δηλαδή δεν επρόκειτο για ενήλικο δράστη που έχει την επίβλεψη αυτής, με την ανωτέρω από …-2017 σύμβαση μαθητείας, για το λόγο ότι οι συνευρέσεις του κατηγορουμένου με την ανήλικη γινόταν εκτός του κομμωτηρίου και σε ώρες που είχε τελειώσει η εργασία της και η εκπαίδευσή της στο κομμωτήριο. Και, τούτο, διότι κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 103), τα οποία συμπληρώνουν το σκεπτικό αυτής, η από …-2017 σύμβαση μαθητείας είχε διάρκεια από …-2017 έως …-2019, και δεν είχε επέλθει διακοπή αυτής το επίδικο χρονικό διάστημα τέλεσης των γενετήσιων πράξεων, από τον Φεβρουάριο 2018 έως και τον Σεπτέμβριο του 2018, ενώ μόνο η δεκτή γενόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση, διενέργεια των γενετήσιων πράξεων, το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εκτός του κομμωτηρίου και σε ώρες που είχε τελειώσει η εργασία και εκπαίδευσή της στο κομμωτήριο, και συγκεκριμένα μεσημεριανές είτε βραδινές ώρες, αφού προηγουμένως η ανήλικη είχε τελειώσει την εργασία και είχε επιστρέψει στην οικία της, δεν αναιρεί την ύπαρξη της μη διακοπείσας σύμβασης μαθητείας, που θεμελιώνει τη σχέση εμπίστευσης και καθιστά το δράστη ενεργητικό υποκείμενο τέλεσης του αδικήματος, εφόσον καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης μαθητείας διατηρεί «εν παντί τόπω και χρόνω» την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο οι γονείς εμπιστεύθηκαν την ανήλικη για εκπαίδευση και εργασία, ο δε δράστης, καταχρώμενος αυτήν ακριβώς την εμπιστοσύνη παρέπεισε την ανήλικη να τον ακολουθεί στην οικία του και να συνευρίσκεται ερωτικά μαζί του επανειλημμένα, ενώ η φαινομενική ανώριμη συναίνεση της ανήλικης σε αυτό είναι νομικά αδιάφορη. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 342 § 1 γ΄ νΠΚ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. (…).
Επιμέλεια:
ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ Δ. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ
Δρ - Δικηγόρος
- 1
* Για το έγκλημα της κατάχρησης ανηλίκων βλ. Ν. Παρασκευόπουλου / Ε. Φυτράκη, Αξιόποινες σεξουαλικές πράξεις, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2025[3], σ. 437 επ.