Αποφάσεις Ολομέλειας & Τμημάτων με επιμέλεια Κωνσταντίνου Π. Σαμαρτζή
EΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣτΕ
Επιμέλεια: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ, Δικηγόρος
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ
1800/2025 – Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Μόσχου, Σύμβουλος
Επιβολή φορολογικών τεκμηρίων. Ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το φορολογικό σύστημα και να θεσπίζει τεκμαρτούς τρόπους προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, υπό τον όρο ότι τα τεκμήρια στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, συμβατά με τα διδάγματα της κοινής πείρας και είναι μαχητά. Η φορολογική εξουσία του Κράτους, ακόμη και όταν ασκείται με τεκμήρια, δεσμεύεται από τις συνταγματικές αρχές της φορολογικής ισότητας, της φοροδοτικής ικανότητας, της αναλογικότητας και από την προστασία της περιουσίας κατά το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ.
Τεκμήριο με βάση τον κατώτατο μισθό. Το σύστημα των άρθρων 28Α-28Δ ΚΦΕ εισάγει τεκμήριο ελάχιστου ετήσιου καθαρού εισοδήματος από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, όπως ο κατώτατος μισθός, τα έτη άσκησης της δραστηριότητας, το μισθολογικό κόστος προσωπικού, ο κύκλος εργασιών και ο αντίστοιχος ΚΑΔ, ενώ προβλέπει εξαιρέσεις, μειώσεις και χρονικούς περιορισμούς εφαρμογής. Η επιλογή του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ως βάσης αναφοράς δεν συνιστά εξομοίωση αυτοαπασχολουμένων και μισθωτών, αλλά χρήση ενός αντικειμενικού οικονομικού μεγέθους που, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, αποτυπώνει την ελάχιστη αξία της παρεχόμενης εργασίας. Τα κριτήρια του επίδικου τεκμηρίου κρίθηκαν γενικά, αντικειμενικά, συναφή προς τα δεδομένα της ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και μη αφιστάμενα από τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνεπώς, ο τεκμαρτός προσδιορισμός του ελάχιστου εισοδήματος είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικά ανεκτός [Μειοψηφία].
Αρχή της ισότητας. Το επίδικο τεκμήριο δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 § 1 και 5 και 78 § 1 του Συντάγματος, διότι αποτελεί θεμιτό τρόπο σύλληψης πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας και συμπληρώνει τον λογιστικό τρόπο προσδιορισμού του εισοδήματος προς αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Εξάλλου, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας όταν το τεκμήριο εφαρμόζεται μόνο στους ασκούντες ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και όχι στους μισθωτούς, αφού οι δύο κατηγορίες τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης, παραγωγής εισοδήματος και φορολογικού ελέγχου. Επίσης, η μη πρόβλεψη περαιτέρω ειδικών μειώσεων ή κλιμακώσεων (λ.χ. με βάση κάθε τοπική ή γεωγραφική ιδιαιτερότητα) δεν υπερβαίνει τα όρια της νομοθετικής ευχέρειας, εφ’ όσον ο νομοθέτης ήδη θέσπισε εξαιρέσεις και μειώσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες και περιοχές. Εξάλλου, το τεκμήριο είναι πράγματι μαχητό, αφού μπορεί να ανατραπεί είτε για αντικειμενικούς λόγους του είτε, ευρύτερα, με αίτημα φορολογικού ελέγχου.
Αρχές αναλογικότητας και προστασίας της οικονομικής ελευθερίας. Δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, ούτε το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι το τεκμήριο δεν οδηγεί σε φορολόγηση πλασματικού εισοδήματος και δεν επιβάλλει υπέρμετρο βάρος, ακριβώς λόγω των εξαιρέσεων, μειώσεων και του μαχητού χαρακτήρα του τεκμηρίου. Δεν παραβιάζονται η οικονομική και η επαγγελματική ελευθερία ούτε εξωθείται ο βαρυνόμενος σε εγκατάλειψη του επαγγέλματος, τυχόν δε εξατομικευμένες περιπτώσεις μειωμένης, μη συστηματικής ή περιορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας αντιμετωπίζονται μέσω της δυνατότητας ανατροπής του τεκμηρίου.
■
ΤΜΗΜΑΤΩΝ
1701/2025 (Γ’ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Σ. Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρος
Κανονιστική πράξη καθορισμού ιατρικών πράξεων, που εκτελούνται από ιατρούς ορισμένης ειδικότητας. Ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά πράξης περί επιβολής σε μόνιμη υπάλληλο ν.π.δ.δ. της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, έχει τον χαρακτήρα προσφυγής ουσίας, υπαγόμενης στην αρμοδιότητα του ΣτΕ, ενώ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά πράξης περί θέσης αυτής σε αυτοδίκαιη αργία, έχει τον χαρακτήρα αίτησης ακύρωσης για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο. Όμως, λόγω του παρακολουθηματικού, σε σχέση με την πειθαρχική απόφαση, χαρακτήρα της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης, εφ’ όσον δεν προβάλλονται κατ’ αυτής αυτοτελείς πλημμέλειες, η αίτηση ακύρωσης συνεκδικάζεται από το ΣτΕ μαζί με την προσφυγή.
Υποβολή πλαστού πιστοποιητικού και πειθαρχικές συνέπειες. Το πειθαρχικό παράπτωμα της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης, στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού ή νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης, για το οποίο υπό την ισχύ του ν. 4057/2012 ήταν δυνατό να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του ν. 4325/2015 δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που επισύρουν την εν λόγω πειθαρχική ποινή. Η διοικητική πράξη ανάκλησης του διορισμού υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. ανατρέχει, κατ’ αρχήν, στο χρονικό σημείο του διορισμού του, εκδιδόμενη για λόγο που ανάγεται πριν από τη σύναψη της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ήτοι πριν από την έναρξη της πειθαρχικής του ευθύνης. Η Διοίκηση, στην περίπτωση που ο υπάλληλος κατά τη διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών για τον διορισμό του προσκόμισε πλαστό έγγραφο, είναι υποχρεωμένη, προς αποκατάσταση της νομιμότητας, να ενεργοποιεί κατ’ αρχάς τη διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του αντί της έγερσης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του.
Ανάκληση διορισμού. Αποτελέσματα. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι ο υπάλληλος έχει κάνει χρήση ή καταθέσει πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό του στο Δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ., το αρμόδιο όργανο της Διοίκησης ή του ν.π.δ.δ. οφείλει να κινήσει τη διαδικασία ανάκλησης διορισμού του υπαλλήλου, η οποία αναστέλλει την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή είτε με την απόλυση του υπαλλήλου, είτε με τη διατήρησή του στην Υπηρεσία, εφ’ όσον το προαναφερόμενο όργανο αποφασίσει αιτιολογημένα τη μη ανάκληση του διορισμού. Τυχόν ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη για το παραπάνω παράπτωμα αναστέλλεται προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάκλησης του διορισμού του υπαλλήλου και, στην περίπτωση που επιβληθεί πειθαρχική ποινή, αναστέλλεται η εκτέλεσή της για τον ίδιο λόγο. Εάν ασκηθεί προσφυγή κατά της πειθαρχικής ποινής για το παραπάνω παράπτωμα, το αρμόδιο δικαστήριο δέχεται την προσφυγή, εξαφανίζει την πειθαρχική απόφαση και αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του προσφεύγοντος υπαλλήλου.
■
1702/2025 (Γ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Β. Γκέρτσος, Πάρεδρος
Επιλογή δικηγόρου. Προσβαλλόμενη πράξη. Μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη είναι η πράξη του Δημάρχου, με την οποία ολοκληρώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια της διαδικασίας επιλογής δικηγόρου και στην οποία ενσωματώθηκαν τα πρακτικά της Πενταμελούς Επιτροπής. Κατά της πράξης αυτής του Δημάρχου, ως τελικής πράξης της ένδικης σύνθετης διοικητικής ενέργειας πρόσληψης, παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, προβάλλονται λόγοι ακύρωσης αφορώντες πλημμέλειες προηγούμενων πράξεων της αυτής σύνθετης διοικητικής ενέργειας.
Διαδικασία επιλογής δικηγόρου. Η διαδικασία πρόσληψης εμμίσθων δικηγόρων θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος ως ενιαία ρύθμιση για ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, κατ’ εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, από τις οποίες πρέπει, κατ’ αρχήν, να διέπεται η πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις. Η επιλογή γίνεται από Πενταμελή Επιτροπή, ύστερα από προκήρυξη, βάσει προβλεπομένων στον νόμο κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφίων (προσωπικότητα, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα, επάρκεια, γνώση ξένων γλωσσών, συνεκτιμώμενης της οικογενειακής κατάστασης και της πρόβλεψης εξέλιξής τους) και των καθοριζομένων με την προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των κριτηρίων αυτών, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε φορέα.
Πενταμελής Επιτροπή. Αρμοδιότητα. Επιπλέον κριτήρια επιλογής. Έργο της Πενταμελούς Επιτροπής είναι η συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων που έχουν τα νόμιμα προσόντα, με βάση τα παραπάνω κριτήρια. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, η, κατ’ εξαίρεση, πρόβλεψη στην οικεία προκήρυξη ότι οι υποψήφιοι για την πλήρωση της συγκεκριμένης θέσης έμμισθου δικηγόρου, πρέπει να κατέχουν, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που ορίζονται στον νόμο για τη συμμετοχή τους σε διαδικασίες πλήρωσης θέσεων έμμισθων δικηγόρων φορέων του δημοσίου τομέα, ορισμένα επιπλέον ουσιαστικά προσόντα, η έλλειψη των οποίων συνιστά λόγο αποκλεισμού όσων δεν τα διαθέτουν, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να διασφαλίζεται οπωσδήποτε η ικανοποίηση των ειδικών αναγκών του φορέα, οι οποίες, άλλως, δεν θα ικανοποιούνταν αν τα προσόντα αυτά προβλέπονταν απλώς ως συνεκτιμώμενα κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων στα επιμέρους κριτήρια επιλογής. Προκειμένου, όμως, να μην περιορίζεται, με τον τρόπο αυτόν, υπέρμετρα η δυνατότητα των υποψηφίων δικηγόρων να έχουν ισότιμη, αντικειμενική και αξιοκρατική πρόσβαση στην επίδικη θέση, απαιτείται να τελούν τα προσόντα αυτά σε άμεση συνάφεια με το αντικείμενο απασχόλησης του δικηγόρου που θα προσληφθεί και να περιλαμβάνεται στην ίδια την προκήρυξη ή σε προπαρασκευαστικές αυτής πράξεις επαρκής τεκμηρίωση των ειδικών αναγκών του φορέα που επιτάσσουν την πρόβλεψη των προσόντων αυτών ως τεθέντων επί ποινή αποκλεισμού των υποψηφίων, που δεν τα διαθέτουν, και όχι απλώς ως συνεκτιμώμενων κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων στα επιμέρους κριτήρια επιλογής.
Αρχή της αμεροληψίας. Σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, η οποία αποτελεί ειδική έκφραση της συνταγματικά κατοχυρούμενης γενικής αρχής του Κράτους Δικαίου, τα όργανα της Διοίκησης, είτε ενεργούν ατομικά, είτε ως μέλη συλλογικού οργάνου, πρέπει να παρέχουν τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης, ώστε να δημιουργείται στους πολίτες πεποίθηση για το αδιάβλητο των πράξεων που εκδίδονται από αυτά. Το στοιχείο αυτό δεν συντρέχει όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί ή ιδιάζουσα σχέση μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο. Συνεπώς, άσχετα από την ύπαρξη διάταξης, προβλέπουσας, για ειδικούς λόγους, την εξαίρεση του συγκεκριμένου μέλους του διοικητικού οργάνου, η ενέργειά του, που έγινε παρά τη συνδρομή τέτοιων λόγων, είναι ελαττωματική και συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής διοικητικής πράξης λόγω του συναγόμενου, με τον τρόπο αυτόν, τεκμηρίου επηρεασμού, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή υπήρξε πραγματικά μεροληπτική. Για τη στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή του ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά πρέπει να προκύπτει, εν όψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, ότι η εν λόγω σχέση παρίσταται πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο, τον οποίο πρόκειται να κρίνει.
Τρόπος βαθμολόγησης υποψηφίων. Η Πενταμελής Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων, οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα, σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τον νόμο και την προκήρυξη κριτήρια, τέτοια δε συγκριτική αξιολόγηση αποτελεί η πλήρης παράθεση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων και, ακολούθως, η βαθμολόγησή τους ανά κριτήριο από την Επιτροπή, με βάση την καθοριζόμενη από την προκήρυξη κλίμακα.
■
1703/2025 (ΣΤ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Ανδρουτσοπούλου, Πάρεδρος
Επιτροπή Ανταγωνισμού. Κοινοποίηση της εισήγησης σε παραιτηθέντες καταγγέλλοντες. Το γεγονός της κοινοποίησης εκ μέρους των οργάνων της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΕπΑντ) στους παραιτηθέντες καταγγέλλοντες της εισήγησης της ΓΔΑ, στην οποία δεν περιλαμβάνονται απόρρητα στοιχεία, και της κλήσης αυτών να μετάσχουν αρχικά ως διάδικα μέρη και ακολούθως ως τρίτοι στην ακροαματική διαδικασία, από την οποία όμως τελικά αποβλήθηκαν, δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας ούτε παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, ούτε δύναται να θεμελιώσει, αυτό καθ’ εαυτό, αντικειμενικά δικαιολογημένη αμφιβολία για την αμεροληψία της κρίσης της Επιτροπής Ανταγωνισμού και να οδηγήσει σε ακυρότητα της σχετικής διαδικασίας ή της απόφασης της Επιτροπής.
Συμμετοχή τρίτων στην ακροαματική διαδικασία. Η συμμετοχή τρίτων κατά την προφορική ενώπιον της ΕπΑντ ακρόαση, στην έκταση που κρίνει αναγκαία η Επιτροπή κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς της, προς τον σκοπό διακρίβωσης της αλήθειας, δεν συνιστά ούτε προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας, ούτε περιορίζει, αυτή καθ’ εαυτή, τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, τυχόν δε παραβίαση, συνεπεία πράξης ή παράλειψης υπαλλήλου της Επιτροπής των σχετικών διατάξεων, δεν δημιουργεί αφ’ εαυτής ακυρότητα της οικείας διαδικασίας και της σχετικής καταλογιστικής πράξης, εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται ότι η απόφαση αυτή δεν θα είχε ληφθεί ή θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αν δεν είχε λάβει χώρα η επίμαχη ενέργεια.
Καθορισμός τιμών πώλησης. Απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε οριζόντια ή κάθετη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων, που έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, μεταξύ δε αυτών και οι συμφωνίες με αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών πώλησης ή αγοράς ή άλλων όρων συναλλαγής, τον περιορισμό ή τον έλεγχο της διάθεσης και την κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού. Ειδικότερα, περιορισμό του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο συνιστούν εκείνες οι μορφές συμπεριφοράς, που από την ίδια τη φύση και την οικονομική τους λειτουργία είναι αρκούντως επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων τους και οι οποίες, ως εκ τούτου, απαγορεύονται απολύτως, ανεξάρτητα από το αν εφαρμόσθηκαν ή αν επέφεραν αποτελέσματα στην αγορά, δεν εμπίπτουν δε ούτε στον κανόνα de minimis, ούτε μπορούν να τύχουν του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορίες, ούτε ασκούν επιρροή τα μερίδια αγοράς των παραβατών. Για την εκτίμηση του αν μια συμφωνία είναι αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό, λαμβάνονται υπ’ όψη το ίδιο το περιεχόμενο και ο σκοπός (ρητός, συναγόμενος ερμηνευτικά, ή υποκρυπτόμενος) της συμφωνίας, που συνάγεται από τα διδάγματα της λογικής και της εμπειρίας, καθώς και το νομικό και οικονομικό πλαίσιο σχέσεων μέσα στην οικεία αγορά, το οποίο αυτή δημιουργεί και στο οποίο εντάσσεται.
Κριτήρια. Στο πλαίσιο της εκτίμησης των παραπάνω παραμέτρων πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπ’ όψη η φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και οι πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διάρθρωσης της οικείας αγοράς. Δεδομένου, πάντως, ότι ο περιορισμός του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο αποτελεί δομικό στοιχείο του οικονομικού πλαισίου αναφοράς της συμφωνίας και όχι απλώς συγκυριακή της συνέπεια, εξαρτώμενη από συμπτωματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, από την άποψη της διαπίστωσης της παράβασης, ειδική οικονομική ανάλυση όχι μόνο για τις συνθήκες της οικείας αγοράς, αλλά ούτε και για τον προσδιορισμό της, δοθέντος άλλωστε ότι τα ίδια τα μέρη, διαμέσου της σύμπραξης, κατασκευάζουν τεχνητά μια ιδιαίτερη, απομονωμένη αγορά, στεγανοποιημένη από την ομαλή λειτουργία των κανόνων του ανταγωνισμού. Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα ότι τέτοια ανάλυση μπορεί να απαιτείται για να κριθεί αφ’ ενός μεν αν η παράβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής και της Συνθήκης ή μόνον του εθνικού δικαίου και αφ’ ετέρου για την επιμέτρηση της ποινής.
Συμβατικοί όροι καθορισμού τιμών πώλησης. Ο συμβατικός καθορισμός ελάχιστου υποχρεωτικού μέσου ποσοστού μικτού κέρδους, ο καθορισμός πολιτικής τιμών από τον δικαιοπάροχο ή ποσοστού εκπτώσεων χονδρικής πώλησης, συστηματικά ερμηνευόμενα μεταξύ τους μέσα στο συμβατικό τους πλαίσιο εμπεριέχουν όλα τα αναγκαία (και επαρκή) στοιχεία για να χαρακτηρισθούν ως επιβολή ελάχιστων τιμών μεταπώλησης, που συνιστά πράγματι, κατά τη φύση, τα δομικά χαρακτηριστικά, και την οικονομική του λειτουργία, περιορισμό του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο.
Εξάρτηση πωλήσεων από προηγούμενη άδεια του δικαιοπαρόχου. Η εξάρτηση των αμοιβαίων πωλήσεων από προηγούμενη άδεια θα συνιστούσε αυτή και μόνη ένδειξη κατά τον νόμο αποχρώσα και επαρκή ότι υποκρυπτόμενος σκοπός της συμφωνίας είναι η απαγόρευση των διασταυρούμενων (αμοιβαίων) πωλήσεων εντός του δικτύου δικαιόχρησης. Όμως, η οικονομική λειτουργία μιας τέτοιας απαγόρευσης έγκειται (και εξαντλείται) στον περιορισμό των πηγών εφοδιασμού σε μία και μόνη: τον δικαιοπάροχο. Επομένως, είναι δομικό της χαρακτηριστικό, από την ίδια τη φύση και το περιεχόμενό της, ο περιορισμός του ανταγωνισμού εντός του δικτύου και η στεγανοποίηση της αγοράς όσον αφορά σημαντικό τμήμα τον προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της εκάστοτε συμφωνίας. Τούτο αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως συμφωνία εμπεριέχουσα περιορισμό του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο και, ως εκ τούτου, το αν εφαρμόσθηκε στην πράξη και τι αποτελέσματα επέφερε δεν συγκαταλέγεται στα στοιχεία ή τις περιστάσεις, που απαιτείται κατ’ αρχήν να συνεξετασθούν. Το στοιχείο της φύσης των προϊόντων ή της πολιτικής αποφυγής χονδρικής εντός του δικτύου δεν είναι από μόνο του επαρκές για να ανατρέψει την παραπάνω εκτίμηση.
Μετασυμβατική ρήτρα μη ανταγωνισμού. Μια μετασυμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού γενικά, σε οποιαδήποτε περιοχή που έχει περιληφθεί σε κάθετη συμφωνία δικαιόχρησης (franchising), ως εκ του περιεχομένου της, εξ αντικειμένου παρεμποδίζει, ήδη από τον χρόνο της σύναψης της συμφωνίας, τη μελλοντική είσοδο στη σχετική αγορά ενός ανταγωνιστή, ο οποίος, κατά τον χρόνο που ενεργοποιούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ρήτρα αυτή, τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι, ως εκ της προηγουμένης εμπειρίας του, θα έχει πλέον καταστεί επαρκώς έμπειρος και ανταγωνιστικός σε σχέση με τον τέως δικαιοπάροχό του. Τούτο, από τη φύση και την οικονομική του λειτουργία, συνιστά εγγενώς δομικό περιορισμό του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά αναγκαίος για την υλοποίηση της συμφωνίας και ανάλογος με τους επιδιωκόμενους με αυτήν σκοπούς, λαμβανομένου υπ’ όψη, ιδίως, του γεωγραφικού, χρονικού και υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής της και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε ούτε και να δικαιολογηθεί αντικειμενικά, ως αναγκαίος παρεπόμενος περιορισμός.
Κανόνας de minimis. Πεδίο εφαρμογής. Στους περιορισμούς κατ’ αντικείμενο του ανταγωνισμού, όπως οι παραπάνω, δεν εφαρμόζεται ο κανόνας de minimis ούτε ασκούν επιρροή τα μερίδια αγοράς του παραβάτη για την εξακρίβωση της υπέρβασης ενός ορίου, των οποίων θα απαιτείτο ο ακριβής προσδιορισμός της αγοράς αυτής. Εξάλλου, από την άποψη της διαπίστωσης της παράβασης, μόνη η αμφισβήτηση του ορισμού της εν λόγω αγοράς δεν αρκεί για να καταστήσει εσφαλμένη τη, μη συναπτόμενη άλλωστε με μερίδια αγοράς, κρίση ότι οι ένδικες συμφωνίες ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών και ότι οι ένδικες συμφωνίες έχουν, ως αντικείμενο, τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Επιτροπή Ανταγωνισμού. Εύλογος χρόνος εξέτασης καταγγελίας. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει την υποχρέωση να ασκεί τις αρμοδιότητές της μέσα σε εύλογο χρόνο, στοιχείο, το οποίο κρίνεται κάθε φορά ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης, τη δυσχέρεια εντοπισμού της, τη φύση του ληπτέου μέτρου, τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει ο ασκούμενος από την Επιτροπή έλεγχος και τις εν γένει περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ειδικά για την επιβολή κυρώσεων, μέτρο του εύλογου του χρόνου αυτού αποτελούν, εν όψει και της αρχής της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, αφ’ ενός, και της αρχής της αναλογικότητας, αφ’ ετέρου, και οι προθεσμίες που έχουν ταχθεί στο άρθρο 25 του Κανονισμού 1/2003, υπό την έννοια ότι ο εύλογος χρόνος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπολείπεται των προθεσμιών που τάσσονται στη διάταξη αυτή, δεν μπορεί όμως να είναι ούτε και καταδήλως μακρότερος από τον μέγιστο συνολικό χρόνο, που προβλέπεται από τις ενωσιακές διατάξεις (δηλαδή τη 10ετία).
Χρόνος έναρξης υπολογισμού. Αφετηρία για τον υπολογισμό του εύλογου χρόνου δεν είναι ο χρόνος έναρξης της παράβασης (σύναψης συμφωνίας, που περιείχε όρους περιοριστικούς του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο), αλλά ο χρόνος λήξης της παράβασης, δηλαδή κατ’ αρχήν ο χρόνος που έληξε η συμφωνία ή η εν τοις πράγμασι ισχύς των επίμαχων όρων της συμφωνίας, σε περίπτωση δε συστηματικής επανάληψης της αυτής παραβατικής συμπεριφοράς, ακόμη και εάν οι κατ’ ιδίαν πράξεις δεν συγκροτούν ενιαία συνεχιζόμενη παράβαση, ως αφετηρία για τον υπολογισμό του χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου η Επιτροπή Aνταγωνισμού μπορεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές της λαμβάνεται υπ’ όψη η λήξη της χρονικά τελευταίας εκδήλωσης παραβατικής συμπεριφοράς.
■
1704/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Μ. Παπαδοπούλου, Εισηγήτρια: Ε. Ανδρουτσοπούλου, Πάρεδρος
ΕΟΠΥΥ και πάροχοι υγείας. Ο ΕΟΠΥΥ διέπεται από τον “Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας” (ΕΚΠΥ). για δε την αγορά υπηρεσιών νοσοκομειακής, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, λοιπών ειδών και μέσων περίθαλψης ο Οργανισμός συνάπτει με τους παρόχους υγείας συμβάσεις, με τις οποίες προσδιορίζονται οι όροι που διέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, μέσα στο πλαίσιο των κειμένων κάθε φορά διατάξεων για τα προβλεπόμενα όρια αμοιβών. Οι συμβάσεις αυτές έχουν χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων. Ως παροχή υγείας νοείται και η αποζημίωση θεραπευτικών μέσων και προθέσεων, τεχνικών μέσων υγείας - πρόσθετη περίθαλψη και ως πάροχοι υπηρεσιών υγείας νοούνται, μεταξύ άλλων, και οι προμηθευτές ιατροτεχνολογικών ειδών.
Προσβολή πράξεων συμψηφισμού clawback. Αρμοδιότητα. Από το 2021 και εφ’ εξής ο ΕΟΠΥΥ είναι αρμόδιος να προεισπράττει, σε μηνιαία βάση, κατά την πληρωμή των συμβατικών οφειλών του προς τους συμβεβλημένους με αυτόν παρόχους υγείας, ποσοστό έως 70% των αναλογούντων σε αυτούς, μη εισέτι βεβαιωθέντων, ποσών αυτόματης επιστροφής. Ο προσδιορισμός του ύψους των προεισπραττόμενων ποσών γίνεται κατά τον χρόνο εξόφλησης του μήνα δαπάνης των συμβεβλημένων παρόχων, με πράξη επί του χρηματικού εντάλματος, η οποία εμπεριέχεται στην επισυναπτόμενη στο ένταλμα αυτό συγκεντρωτική κατάσταση ενταλματοποιημένων τελικών εκκαθαρίσεων, και την ανάλυση των επιμέρους ποσών. Με την πράξη αυτήν ενεργείται παρακράτηση, μέσω συμψηφισμού, των προεισπραττόμενων ποσών από το ποσό της καταβλητέας συμβατικής αμοιβής των παρόχων υγείας. Η εν λόγω πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων της συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υγείας και του ΕΟΠΥΥ, την ύπαρξη άλλωστε της οποίας προϋποθέτει. Επομένως, οι διαφορές, που ανακύπτουν από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των πράξεων αυτών, συνιστούν διαφορές από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου.
■
1708/2025 (Α΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Τ. Κόμβου, Σύμβουλος, Εισηγητής: Χ. Λιάκουρας, Σύμβουλος
Διακοπή παραγραφής με άσκηση αγωγής. Επέλευση της διακοπής της παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. επέρχεται στο χρονικό σημείο της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο με επιμέλεια του ενάγοντος. Η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παραγραφή της αξίωσης κατά ν.π.δ.δ. εκτείνεται στο σύνολο των σχετικών με την παραγραφή ζητημάτων και, επομένως, λόγος διακοπής της παραγραφής, ο οποίος προκύπτει από τα στοιχεία που τίθενται υπ’ όψη του δικαστηρίου της ουσίας, λαμβάνεται υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από αυτό.
Νέα αποδεικτικά στο Εφετείο. Η επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών, που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφ’ όσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτοβάθμια δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη. Επιτρέπεται, πάντως, η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφ’ όσον αυτά είναι οψιγενή, εφ’ όσον, δηλαδή, έχουν προκύψει σε ημερομηνία μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης, ακόμη και αν αφορούν απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Σε κάθε περίπτωση, εναπόκειται στην ανέλεγκτη, κατ’ αναίρεση, κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να διατάξει, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από διάδικο, με προδικαστική απόφασή του, τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Για το παραδεκτό της προβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη πρέπει να γίνεται επίκληση, στη δίκη αυτή, και των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το δικαιολογημένο της μη προβολής τους πρωτοδίκως.
■
1709/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ.-Α. Τσακάλη, Σύμβουλος
Δίκη μετ’ αναίρεση. Το δικαστήριο της ουσίας, που επιλαμβάνεται εκ νέου ορισμένης υπόθεσης κατόπιν αναιρετικής απόφασης του ΣτΕ, δεσμεύεται ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν με την τελευταία αυτή απόφαση και οφείλει να μην αποστεί από τις σχετικές κρίσεις του αναιρετικού δικαστηρίου, σε περίπτωση δε αναίρεσης της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου και αναπομπής της υπόθεσης σε αυτό, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, η δε απόφαση αυτή αποβάλλει όλη την ισχύ της και το δικαστήριο της παραπομπής επιλαμβάνεται της υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος και δικάζει όλα τα σχετικά ζητήματα, χωρίς να δεσμεύεται από τις σκέψεις και διατάξεις της αναιρεθείσας απόφασης, υπό τον όρο όμως να μην αποστεί από τα κριθέντα από το αναιρετικό δικαστήριο.
■
1724/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδρος
Ένταξη Δήμου στο Πρόγραμμα “ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ”. Προϋποθέσεις ανάκλησης της ένταξης. Η κατανομή του προϋπολογισμού κάθε πρότασης στους επιμέρους Άξονες, σύμφωνα με την οριζόμενη στις διατάξεις που διέπουν το Πρόγραμμα “ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ” ποσόστωση, αποσκοπεί και εξασφαλίζει την επίτευξη των επιδιωκόμενων από το Πρόγραμμα στόχων και αποτελεί, για τον λόγο αυτόν, ουσιώδη όρο για την ένταξη της πρότασης, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει τη μη αξιολόγηση της πρότασης κατά δεσμία αρμοδιότητα. Σε περίπτωση, όμως, που, μετά την ένταξη, κατά το στάδιο υλοποίησης του έργου, ανακύπτει ή/και διαπιστώνεται πλημμέλεια, που αφορά τις προϋποθέσεις ένταξης, η αρμόδια αρχή δύναται, ασκώντας διακριτική ευχέρεια, να εκτιμήσει, ανάλογα με τις περιστάσεις, ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειες για την ένταξη της πρότασης στο Πρόγραμμα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση ένταξης. Σε περίπτωση που η Διοίκηση ανακαλέσει την απόφαση ένταξης, υπολαμβάνοντας ότι έχει δεσμία προς τούτο αρμοδιότητα, ενώ όφειλε να ασκήσει διακριτική ευχέρεια και να εκτιμήσει την επίπτωση της διαπιστωθείσας πλημμέλειας στο έργο, υπό το πρίσμα των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, λαμβάνοντας, μάλιστα, υπ’ όψη ότι η αμφισβήτηση αφορά σημειακή απόκλιση σε ένα έργο μεγάλου προϋπολογισμού, το οποίο αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας του αιτούντος Δήμου και εξυπηρετεί, ως εκ τούτου, έντονο δημόσιο συμφέρον, η σχετική πράξη είναι ακυρωτέα.
■
1725/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Π. Καρλή, Σύμβουλος, Εισηγητής: Ν. Βαγιωνάκης, Πάρεδρος
Πολεοδομικές παραβάσεις. Έννομο συμφέρον ανταγωνιστή. Ο ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα δικαιούται, εξ επόψεως εννόμου συμφέροντος, να προσβάλλει διοικητικές πράξεις που επιτρέπουν τη λειτουργία ανταγωνιστικής του επιχείρησης, εφ’ όσον οι πράξεις αυτές έχουν ως συνέπεια τη λειτουργία της τελευταίας υπό συνθήκες, που προβάλλεται ότι είναι ευνοϊκότερες έναντι εκείνων που ισχύουν για την επιχείρηση του αιτούντος. Τούτο ισχύει και όταν οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας δυνάμει διατάξεων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της εξυπηρέτησης της λειτουργικότητας των οικισμών και στους καλύτερους δυνατούς όρους διαβίωσης των κατοίκων τους. Η ιδιότητα του αιτούντος ως επιχειρηματικού ανταγωνιστή, ο οποίος απευθύνεται στον ίδιο κύκλο προσώπων για την πώληση των προϊόντων του ή την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρει και, για τον λόγο αυτό, θίγεται από την παράνομη, σύμφωνα με τους ορισμούς της πολεοδομικής νομοθεσίας, λειτουργία ομοειδούς, υπό την έννοια αυτήν, επιχείρησης, αρκεί για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την άσκηση αίτησης ακύρωσης, ακόμη και αν η επιχείρηση του αιτούντος είναι εγκατεστημένη σε άλλη περιοχή, εφ’ όσον οι δύο επιχειρήσεις απευθύνονται στον ίδιο, εν όλω ή εν μέρει, κύκλο πελατών.
Αλλαγή χρήσης κτιρίου σε εκπαιδευτήριο, παρά την έλλειψη των αναγκαίων χώρων στάθμευσης. Σε περίπτωση που, πριν την έκδοση της άδειας δόμησης περί αλλαγής χρήσης της οικοδομής σε εκπαιδευτήριο, δεν έγινε έλεγχος από την αρμόδια πολεοδομική αρχή σχετικά με την ύπαρξη των απαιτούμενων για τη νέα χρήση θέσεων στάθμευσης στο υπόγειο του κτιρίου, μετά δε την έκδοση της άδειας δόμησης, την υποβολή καταγγελίας εκ μέρους ανταγωνιστή και την προσκόμιση νεώτερων στοιχείων (νέου σχεδίου του υπογείου και δηλώσεων υπαγωγής αυθαιρέτων κατασκευών στο ν. 4495/2017) από την παραβάτιδα εταιρεία, διαπιστωθεί ότι είχε λάβει χώρα διαμερισμάτωση στον χώρο του υπογείου του κτιρίου, με συνέπεια τη διαφορετική διαρρύθμιση-χωροθέτηση του υπογείου και, συγκεκριμένα, τη μη διαμόρφωση των απαιτούμενων για τη νέα χρήση θέσεων στάθμευσης, η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με μόνη τη διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη διαμόρφωσης των απαιτούμενων θέσεων στάθμευσης στο υπόγειο του κτιρίου, οφείλει να προβεί στην ανάκληση της άδειας δόμησης, η οποία, εξ αυτού του λόγου, είχε καταστεί μη νόμιμη.
Μη δυνατότητα υπαγωγής στη διαδικασία νομιμοποίησης αυθαιρέτων. Η υποβολή δήλωσης για την υπαγωγή της παραπάνω παράβασης στις διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών του ν. 4495/ 2017, η οποία συνεπάγεται την αναστολή της κατεδάφισης, της επιβολής κάθε κύρωσης και της είσπραξης του προστίμου και, υπό προϋποθέσεις, την οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση, αφορά την πολεοδομική νομιμότητα των επίμαχων αυθαίρετων κατασκευών του κτιρίου και δεν σχετίζεται με την απαίτηση της δημιουργίας, διαμόρφωσης και διάθεσης των απαιτούμενων θέσεων στάθμευσης για τη χορήγηση της επίμαχης άδειας δόμησης.
■
1728/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Σ. Γιαννουλάτου, Σύμβουλος, Εισηγητής: Δ. Πυργάκης, Πάρεδρος
Οικοδομικές άδειες. Αρμοδιότητες ΥΔΟΜ και κρατική εποπτεία. Η αρμοδιότητα έκδοσης πράξεων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών έχει περιέλθει στους Δήμους και, συγκεκριμένα, στις Υπηρεσίες Δόμησης (ΥΔΟΜ) αυτών. Η έκδοση των οικοδομικών αδειών δεν καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια της οικείας ΥΔΟΜ, αλλά είναι υποχρεωτική γι’ αυτήν, όταν συντρέχουν οι κατά το Σύνταγμα και τον νόμο προϋποθέσεις, όπως αυτές έχουν τεθεί, ιδίως, από τον ΝΟΚ και το εκάστοτε εφαρμοζόμενο ειδικό καθεστώς πολεοδομικού σχεδιασμού, που διέπει τους όρους και περιορισμούς δόμησης κάθε περιοχής. Υπέρ των οργάνων του Κράτους διατηρούνται αρμοδιότητες εποπτείας και ελέγχου της διαδικασίας, που ακολουθούν οι ΥΔΟΜ των Δήμων για την έκδοση των αδειών, ερμηνείας των κρίσιμων πολεοδομικών διατάξεων και αναστολής της έκδοσης οικοδομικών αδειών στην περίπτωση εκπόνησης ΤΠΣ. Πάντως, δεν έχει παρασχεθεί στους ΟΤΑ εξουσιοδότηση για την κανονιστική ρύθμιση των ζητημάτων, που σχετίζονται με τους όρους έκδοσης πράξεων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών και τους εφαρμοστέους όρους και περιορισμούς δόμησης στις περιοχές αρμοδιότητάς τους, το οποίο, άλλωστε, απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Επίσης, δεν παρέχεται στα αρμόδια όργανα των Δήμων αρμοδιότητα για την επίλυση, με δεσμευτικό ή μη χαρακτήρα, ερμηνευτικών ζητημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της κείμενης πολεοδομικής νομοθεσίας, καθώς αυτή η αρμοδιότητα επιφυλάσσεται σε όργανα του Κράτους.
■
1729/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ. Σταματοπούλου, Σύμβουλος
Απαλλαγή του χρυσού από τον ΦΠΑ. Προϋποθέσεις. Ο ενωσιακός νομοθέτης, προκειμένου να ενισχύσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα στην αγορά χρυσού, υπήγαγε σε ειδικό καθεστώς απαλλαγής από τον ΦΠΑ τις πράξεις της παράδοσης, ενδοκοινοτικής απόκτησης και εισαγωγής επενδυτικού χρυσού, ως τέτοιου νοουμένου, μεταξύ άλλων, των χρυσών νομισμάτων. Ωστόσο, λόγω του ότι ο χρυσός εν γένει μπορεί να διατεθεί και σε βιομηχανική χρήση, δηλαδή σε οικονομική δραστηριότητα μη απαλλασσόμενη από τον ΦΠΑ, τα κράτη-μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προς αποτροπή του ενδεχομένου φορολογικής απάτης. Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη επιβάλλουν σε βάρος των εμπόρων επενδυτικού χρυσού την υποχρέωση, αφ’ ενός, να καταχωρίζουν λογιστικά όλες τις σημαντικές συναλλακτικές πράξεις με αντικείμενο τον επενδυτικό χρυσό και, αφ’ ετέρου, να διαφυλάττουν για ικανό χρόνο (τουλάχιστον για περίοδο 5 ετών) όλα τα έγγραφα, με βάση τα οποία εξατομικεύεται τόσο η εκάστοτε συναλλακτική πράξη όσο και η ταυτότητα των πελατών τους. Εναπόκειται στα κράτη-μέλη να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες απαλλάσσουν από τον ΦΠΑ τις πράξεις (εξαγωγής, εισαγωγής αγαθών κ.λπ.), προς εξασφάλιση της ορθής και απλής εφαρμογής των απαλλαγών και προς αποτροπή τυχόν περιπτώσεων φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής και κατάχρησης.
Τήρηση διαδικασίας ως προϋπόθεση απαλλαγής. Ο πωλητής επενδυτικού χρυσού οφείλει να αναγράφει στα φορολογικά στοιχεία, που τηρεί βάσει του ΚΒΣ, πέραν των άλλων, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του αγοραστή και την ποσότητα και το είδος του επενδυτικού χρυσού, σε περίπτωση δε πώλησης χρυσών νομισμάτων οι επιτηδευματίες είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν στη Διεύθυνση ΦΠΑ του Υπουργείου Οικονομικών κατάλογο με τα νομίσματα, που αποτέλεσαν αντικείμενο των συναλλαγών τους, με αναφορά της τελευταίας τιμής που επιτεύχθηκε πριν από την 1η Απριλίου κάθε έτους. Περαιτέρω, θεσπίζεται υποχρέωση υποβολής ενώπιον της αρμόδιας ΔΟΥ: i) ειδικής δήλωσης περί έναρξης ή διακοπής συναλλαγών σε επενδυτικό χρυσό, ii) συγκεντρωτικών καταστάσεων αγορών και πωλήσεων επενδυτικού χρυσού για κάθε διαχειριστική περίοδο, στις οποίες αναγράφονται το ονοματεπώνυμο/επωνυμία και ΑΦΜ κάθε αντισυμβαλλομένου, ο αριθμός των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων, η συνολική αξία και ο συνολικός φόρος. Τα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία πώλησης και αγοράς πρέπει να αναφέρουν λεπτομερώς το είδος των νομισμάτων, τη χώρα προέλευσής τους, την ονομαστική τους αξία, καθώς και το εάν τα νομίσματα περιλαμβάνονται ή όχι στον κατάλογο της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αγορά και εισαγωγή επενδυτικού χρυσού. Ειδικά στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίου λόγω αγοράς επενδυτικού χρυσού, ο εκδότης οφείλει να λαμβάνει φωτοαντίγραφο του εγγράφου ταυτοπροσωπίας του πωλητή, να θέτει επ’ αυτού ημερομηνία και υπογραφή και να το φυλάσσει στο αρχείο της επιχείρησης, θέτοντάς το στη διάθεση του ελέγχου εφ’ όσον του ζητηθεί. Στην περίπτωση εισαγωγής επενδυτικού χρυσού, ο εισαγωγέας υποχρεούται να υποβάλει ενώπιον της τελωνειακής αρχής επικυρωμένο αντίγραφο της προαναφερθείσας ειδικής δήλωσης περί συναλλαγών σε επενδυτικό χρυσό. Ακολούθως, το Τελωνείο Εισαγωγής, αφού ελέγξει εάν ο εισαγόμενος επενδυτικός χρυσός πληροί τις προϋποθέσεις του Κώδικα ΦΠΑ, σε καταφατική περίπτωση, προσαρτά επί της διασάφησης εισαγωγής την παραπάνω ειδική δήλωση, καταγράφει στον ειδικό χώρο επί της διασάφησης ότι χορηγείται απαλλαγή από τον ΦΠΑ και αποστέλλει φωτοαντίγραφο της διασάφησης και των συνημμένων εγγράφων στην ΔΥΟ, που είναι αρμόδια για τον εισαγωγέα.
■
1756/2025 (Α΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ.-Α. Τσακάλη, Σύμβουλος
Αμοιβές συμβολαιογράφων. Πάγια και αναλογικά δικαιώματα. Ο συμβολαιογράφος, για την κατάρτιση οποιασδήποτε πράξης και για την παροχή κάθε υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από τον νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται ως αμοιβή “δικαιώματα”, τα οποία διακρίνονται σε πάγια και - αν το αντικείμενο της πράξης είναι αποτιμητό σε χρήμα – αναλογικά. Τα τελευταία οφείλονται επιπλέον των παγίων και υπολογίζονται με βάση τη συνολική αξία της πράξης, που δηλώθηκε ή την τυχόν μεγαλύτερη αξία, που καθόρισε η αρμόδια αρχή.
Αμοιβές από κρατικά συμβόλαια. Στην περίπτωση των αναλογικών δικαιωμάτων από τη σύνταξη κρατικών συμβολαίων, ο συντάξας το συμβόλαιο συμβολαιογράφος υποχρεούται, με απειλή κατ’ αυτού ποινικών κυρώσεων, μετά την αφαίρεση των εισφορών υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Ταμείου Ασφάλισης Συμβολαιογράφων που βαρύνουν τον ίδιο, να αποδώσει τα παραπάνω δικαιώματα εντός της οριζόμενης από τον Κώδικα προθεσμίας στο ταμείο του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, προκειμένου να διανεμηθούν στα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 121 του Κώδικα περί Συμβολαιογράφων, άλλως καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας. Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος προβαίνει στη διανομή των αναλογικών δικαιωμάτων, προς εξαφάνιση της ανισότητας των απολαβών μεταξύ των μελών του, που μπορεί να οφείλεται σε προσωπική εύνοια με την ανάθεση τέτοιων πράξεων σε ορισμένα από αυτά.
■
1768/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Θ. Αραβάνης, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδρος
Κύρωση δασικών χαρτών και αναδασωτέες εκτάσεις. Δασικός χάρτης, που κυρώνεται, δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνει, ως δασικού χαρακτήρα, εκτάσεις για τις οποίες έχουν ασκηθεί παραδεκτές αντιρρήσεις, πριν από την ολοκλήρωση της εξέτασής τους. Για την κήρυξη ως αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστρέφονται ή αποψιλώνονται, οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων δεσμεύονται, κατά τον χαρακτηρισμό έκτασης, από τις πράξεις αναδάσωσης, όταν αυτές καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας μιας έκτασης ως αναδασωτέας αρκεί αφ’ εαυτού για την υπαγωγή της στη δασική νομοθεσία. Ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης έκτασης δεν στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει, με αίτηση ακύρωσης, πράξη με την οποία κηρύσσεται αυτή ως αναδασωτέα, στην περίπτωση που η έκταση περιληφθεί σε αναρτημένους δασικούς χάρτες, κατά των οποίων εκκρεμούν αντιρρήσεις ασκηθείσες από αυτόν ενώπιον της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων.
■
1772/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ζ. Θεοδωρικάκου, Πάρεδρος
Άρση απαλλοτρίωσης. Η διοικητική διαδικασία ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσης απαλλοτρίωσης επί ακινήτου, αποβλέπουσα στην προστασία της ιδιοκτησίας από επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το κατά το Σύνταγμα ανεκτό όριο, κινείται, κατ’ αρχήν, από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη, υπέρ του οποίου και τάσσεται. Συνεπώς, ο αιτούμενος την άρση απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου άπρακτων των κατά τον νόμο χρονικών ορίων συντέλεσής της, πρέπει, με την προς τη Διοίκηση αίτησή του, να υποβάλλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, άγουν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή του αιτήματος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, επίκαιρα, να τείνουν, δηλαδή, στην απόδειξη της κυριότητος κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος.
Αμφισβήτηση κυριότητας. Σε περίπτωση μη επαρκούς απόδειξης ή αμφισβήτησης της κυριότητας του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα επί του ζητήματος κρίση, η οποία ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της από το τυχόν επιλαμβανόμενο της υπόθεσης αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Το δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσής του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, να εξετάζει εάν, με βάση τα προσκομιζόμενα ή υφιστάμενα στοιχεία, αυτός φέρεται ως κύριος του επίμαχου ακινήτου, υποχρεούμενο, στην περίπτωση αυτή, να συνεξετάσει και αντίστοιχους κατάλληλα τεκμηριωμένους αντίθετους ισχυρισμούς των λοιπών διαδίκων. Το δικαστήριο αυτό, πάντως, δεν επιλύει οριστικά το ζήτημα της τυχόν ύπαρξης εμπράγματων δικαιωμάτων στο επίμαχο ακίνητο, για το οποίο τελικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, έστω και αν, κατ’ αποδοχή της προσφυγής του φερόμενου ως ιδιοκτήτη, το δικαστήριο δεχθεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων άρσης της απαλλοτρίωσης και διατάξει τη Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη επί του θέματος, διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα, επικαλούμενη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπ’ όψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτρίωσης, εάν αποδείξει ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν έχει εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο.
■
1773/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ζ. Θεοδωρικάκου, Πάρεδρος
Προσβολή πράξης αναλογισμού. Ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Οι πράξεις αναλογισμού αποζημίωσης, συντασσόμενες από την πολεοδομική υπηρεσία και υποκείμενες σε κύρωση από τον Περιφερειάρχη, επάγονται έννομα αποτελέσματα μόνον όταν εκδοθεί η σχετική κυρωτική απόφαση. Εξάλλου, οι κατ’ αυτών δυνάμενες να προβληθούν “ενστάσεις” δεν αποτελούν ενδικοφανείς προσφυγές κατά την έννοια του άρθρου 45 § 2 του π.δ. 18/1989, αλλά συνιστούν απλές αιτήσεις προς τον Περιφερειάρχη να ασκήσει την αρμοδιότητά του επί των πράξεων τούτων. Κατά των πράξεων αναλογισμού αποζημίωσης απαραδέκτως προβάλλονται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο του κύρους τους, λόγοι ακύρωσης που στηρίζονται σε επίκληση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τα οποία δεν υπήρξαν αντικείμενο παρεμπίπτουσας κρίσης των αρμόδιων διοικητικών οργάνων ούτε είχαν προβληθεί ενώπιον της Διοίκησης. Ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των εκτάσεων, που αφορά η πράξη αναλογισμού, απαραδέκτως προβάλλονται το πρώτον ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, εφ’ όσον δεν έχουν προβληθεί ενώπιον της Διοίκησης με την άσκηση ένστασης του άρθρου 279 του ΚΒΠΝ.
■
1774/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Θ. Αραβάνης, Σύμβουλος, Εισηγητής: Χ. Παπανικολάου, Πάρεδρος
Ανεμογεννήτριες σε προστατευόμενες περιοχές. Γνωμοδότηση Φορέα Διαχείρισης. Εάν Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας πρόκειται να εγκατασταθούν στο σύνολό τους ή εν μέρει εντός προστατευόμενης περιοχής ή περιοχών ή εκτός αυτών, αλλά είναι δυνατόν να τις επηρεάσει σημαντικά, οι περιοχές δε αυτές ανήκουν στη χωρική αρμοδιότητα Φορέα Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών του ν. 4519/2018, η αρμόδια αδειοδοτούσα Αρχή οφείλει, πριν από την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου, να ζητήσει και να λάβει την αιτιολογημένη γνώμη του εν λόγω Φορέα για την άμεση ή έμμεση επιρροή του έργου στις εν λόγω προστατευόμενες περιοχές. Οι Φορείς Διαχείρισης γνωμοδοτούν και κατά την τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων ήδη αδειοδοτηθέντος έργου εντός της χωρικής τους αρμοδιότητας. Η αναζήτηση και λήψη της γνωμοδότησης αυτής από την αδειοδοτούσα αρχή είναι οπωσδήποτε υποχρεωτική, εάν η τροποποίηση του έργου είναι ουσιώδης ή μεταβάλλει ουσιωδώς τα δεδομένα της δέουσας εκτίμησης και αξιολόγησης των επιπτώσεων του έργου, στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική αδειοδότηση. Σε κάθε περίπτωση, η αδειοδοτούσα αρχή οφείλει να ζητήσει και να λάβει τη γνώμη του Φορέα κατά την έκδοση της τροποποιητικής απόφασης, εάν, κατά την αρχική αδειοδότηση του έργου εντός ή πλησίον προστατευόμενης περιοχής, ο αρμόδιος Φορέας δεν είχε γνωμοδοτήσει [Μειοψηφία].
■
1776/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Θ. Κανελλοπούλου, Πάρεδρος
Μετατόπιση περιπτέρου. Αρμοδιότητα. Η διάκριση μεταξύ των προσώπων, που διεκδικούν αυτοτελώς δικαίωμα αποκατάστασης κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας των αναπήρων και θυμάτων πολέμου και των τρίτων προσώπων, τα οποία δεν διεκδικούν τέτοιο δικαίωμα αλλά βλάπτονται από πράξεις ή παραλείψεις που εκδόθηκαν ή συντελέστηκαν κατ’ εφαρμογή της ίδιας νομοθεσίας, δεν ασκεί επιρροή από την άποψη της αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στην τελευταία αυτή κατηγορία υπάγονται και οι διαφορές, που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις σχετικά με τη μετατόπιση περιπτέρου, οι οποίες εισάγονται με προσφυγή ουσίας ενώπιον του αρμόδιου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου.
■
1779/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Πυργάκης, Πάρεδρος
Γήπεδα εκτός σχεδίου και ακίνητα εντός ορίων οικισμού. Πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο. Για τη δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές, τα γήπεδα πρέπει να έχουν πρόσωπο, δηλαδή όριο, σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) νομίμως υφιστάμενο και όχι προκύψαντα από ιδιωτική βούληση. Ως δρόμοι νοούνται διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδοί, αναγνωρισμένες με πολιτειακή πράξη, στο πλαίσιο καθορισμού του οδικού δικτύου, σε επίπεδο τουλάχιστον ΟΤΑ. Εξάλλου, ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος υφίσταται νόμιμα και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τρόπον ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το γήπεδο. Εξάλλου, για να είναι οικοδομήσιμα τα εντός ορίων οικισμού ακίνητα πρέπει, εκτός των άλλων, να έχουν πρόσωπο σε νόμιμα υφιστάμενο κοινόχρηστο χώρο, πλάτους τουλάχιστον 4 μέτρων, ο οποίος εφάπτεται της μιας πλευράς των ορίων του ακινήτου καθ’ όλο της το μήκος, ως γενικός όρος για τη δόμηση των ακινήτων αυτών πριν από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης του οικισμού.
Γήπεδο εν μέρει εντός οικισμού και εν μέρει εκτός σχεδίου. Τα παραπάνω ισχύουν, ελλείψει ειδικών διατάξεων ως προς το ζήτημα αυτό, και στην περίπτωση γηπέδου που τέμνεται από το όριο οικισμού και, επομένως, εν μέρει βρίσκεται εντός ορίου οικισμού και εν μέρει εμπίπτει σε εκτός σχεδίου περιοχή. Στην περίπτωση αυτήν, η ύπαρξη προσώπου του γηπέδου σε κοινόχρηστο χώρο πρέπει να ελεγχθεί για αμφότερα τα τμήματα του γηπέδου, υπό το πρίσμα της εφαρμοστέας για καθένα εξ αυτών νομοθεσίας, αρκεί δε για να θεωρηθεί το γήπεδο οικοδομήσιμο να διαπιστώνεται αιτιολογημένα, από την πολεοδομική αρχή, ότι τμήμα του έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο υπό τις προϋποθέσεις είτε της εντός ορίων οικισμών νομοθεσίας, είτε της νομοθεσίας περί δόμησης εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών.
■
1782/2025 (Ε΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ν. Βαγιωνάκης, Πάρεδρος
Προστασία μνημείων. To Σύνταγμα καθιερώνει την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφ’ ενός μεν τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφ’ ετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαίτερων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοίωσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος τα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί μπορούν, κατ’ αρχήν, να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος· δημιουργούν υποχρέωση αποζημίωσης του θιγόμενου, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της, χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Περιορισμοί ιδιοκτησίας και αποζημίωση. Η απαίτηση του ιδιοκτήτη για αποζημίωση, λόγω της επιβολής των παραπάνω περιοριστικών μέτρων, δύναται να θεμελιωθεί με επίκληση του συγκεκριμένου τρόπου εκμετάλλευσης του ακινήτου που δεσμεύεται, σύμφωνα με την κατά προορισμό χρήση του, προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός της μείωσης της αξίας του από την επιβολή των περιοριστικών μέτρων, τελεί δε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους.
Ακίνητα εκτός σχεδίου. Μόνο το γεγονός ότι το δεσμευόμενο ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλης δεν δημιουργεί, σε σχέση με την αναγνώριση αξίωσης προς αποζημίωση, αμάχητο τεκμήριο ότι η κατά προορισμό χρήση του περιορίζεται στην αγροτική, κτηνοτροφική ή δασοπονική εκμετάλλευση. Δεν αποκλείεται, στην περίπτωση αυτή, εφ’ όσον η οικιστική εκμετάλλευση του ακινήτου ήταν επιτρεπτή κατά τους όρους του νομοθετικού καθεστώτος που εγκύρως ίσχυε στην περιοχή πριν από την επιβολή απαγορεύσεων δόμησης για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, να ανακύπτει, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που συντρέχουν σε συγκεκριμένη υπόθεση, υποχρέωση προς αποζημίωση λόγω των απαγορεύσεων αυτών.
Χαρακτηρισμός έκτασης ως αρχαιολογικού χώρου. Συνέπειες. Ο χαρακτηρισμός ιδιωτικής έκτασης ως αρχαιολογικού χώρου ή η ύπαρξη εντός ή πλησίον αυτής αρχαίων μνημείων, χωρίς να κινηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος η διαδικασία απαλλοτρίωσης της έκτασης, δεν γεννά, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοίκησης είτε να άρει τη δέσμευση της ιδιοκτησίας, είτε να την απαλλοτριώσει, είτε να προβεί σε απ’ ευθείας εξαγορά της, αλλά μόνον υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση ουσιώδους, κατά τις περιστάσεις, περιορισμού ή στέρησης της κατά προορισμό χρήσης της ιδιοκτησίας. Υποχρέωση απαλλοτρίωσης γεννάται, κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση που το ακίνητο ευρίσκεται εντός ζώνης απόλυτης προστασίας και εντός αυτού υπάρχουν ορατά υπολείμματα αρχαίων μνημείων ή μνημεία που αποκαλύπτονται μετά από ανασκαφική έρευνα, όπως και όταν επέρχεται ουσιώδης περιορισμός ή αναιρείται η κατά προορισμόν χρήση ακινήτου που ευρίσκεται εντός των ορίων ζώνης απόλυτης προστασίας κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου. Η ίδια υποχρέωση γεννάται και στην περίπτωση, που εγκρίνεται καταβολή αποζημίωσης που προσεγγίζει την αξία του ακινήτου.
Τρόποι και προϋποθέσεις αποζημίωσης. Αποζημίωση με κάποιον από τους εναλλακτικούς τρόπους, που προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις (απαλλοτρίωση, εξαγορά, χρηματική αποζημίωση), δεν οφείλεται σε κάθε περίπτωση επιβολής μέτρων προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, που έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η ιδιοκτησία, αλλά απαιτείται ο περιορισμός αυτός να είναι ουσιώδης σε σχέση με τις δυνατότητες εκμετάλλευσης του ακινήτου κατά τον προορισμό του, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και το πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής, και στην αίτηση του ιδιοκτήτη προς τη Διοίκηση να προσδιορίζεται, με συγκεκριμένα στοιχεία, η ζημία που, κατά την εκτίμησή του, αυτός υφίσταται λόγω του περιορισμού, ώστε να δύναται να κριθεί αν η ζημία αυτή είναι ουσιώδης, δηλαδή υπερβαίνει το εύλογο μέτρο, πέραν του οποίου ανακύπτει υποχρέωση αποζημίωσης με έναν από τους προαναφερθέντες τρόπους. Ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας με το υποβαλλόμενο αίτημα είναι απαραίτητος σε κάθε περίπτωση, δηλαδή όχι μόνο για να κριθεί στη συνέχεια αν οφείλεται χρηματική αποζημίωση και ποίου ύψους, αλλά και αν συντρέχει λόγος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή εξαγοράς του ακινήτου.
Περιεχόμενο αίτησης αποζημίωσης. Η αίτηση ιδιοκτήτη ακινήτου, που υποστηρίζει ότι έχει υποστεί ουσιώδη δέσμευση του ακινήτου του λόγω περιορισμών της αρχαιολογικής νομοθεσίας, πρέπει κατ’ ελάχιστον να περιέχει τα εξής στοιχεία: α) Την κατά προορισμόν χρήση του ακινήτου, τη δυνατότητα εκμετάλλευσής του και τους περιορισμούς δόμησης, που ισχύουν τόσο κατά τον χρόνο κτήσης του όσο και κατά τον χρόνο επιβολής των εν λόγω περιορισμών, όπως επίσης και τις επιτρεπόμενες, μετά την επιβολή των περιορισμών, χρήσεις του ακινήτου, β) Την τυχόν προηγουμένως ρητά εκφρασθείσα ή προκύπτουσα βούληση του ιδιοκτήτη για εκμετάλλευση του ακινήτου καθ’ ορισμένο τρόπο, δυναμένη, μάλιστα, να συναχθεί και από τη χρήση αυτού κατά το προγενέστερο της υποβολής της αίτησής του χρονικό διάστημα, γ) Την εν γένει συμπεριφορά της Διοίκησης και, συγκεκριμένα, την κατόπιν ενεργειών της δημιουργία εύλογης προσδοκίας στον ιδιοκτήτη ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί το βαρυνόμενο ακίνητο καθ’ ορισμένο τρόπο, καθώς και δ) Εκτίμηση της αξίας του ακινήτου πριν και μετά την επιβολή του περιορισμού.
Αποδεικτικά στοιχεία. Πρόσφορα στοιχεία για την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών είναι οι τίτλοι ιδιοκτησίας του ακινήτου και η περιλαμβανόμενη σε αυτούς περιγραφή της μορφής και της φύσης του ακινήτου, σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, μέσω των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η θέση του ακινήτου, ιδίως σε σχέση με τα αρχαία μνημεία, τον αρχαιολογικό χώρο και με παρακείμενους οικισμούς ή άλλες περιοχές ανάπτυξης οικονομικών εν γένει δραστηριοτήτων και, τέλος, στοιχεία εκτίμησης της αντικειμενικής και της εμπορικής αξίας του δεσμευόμενου ακινήτου.
■
1793/2025 (Γ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Μακρής, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Κουλεντιανού, Πάρεδρος
Λόγοι προσφυγής κατά της απόλυσης από το Πυροσβεστικό Σώμα. Λόγοι της προσφυγής κατά απόφασης του Δευτεροβάθμιου Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία ο προσφεύγων κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του στον βαθμό του Αρχιπυράρχου λόγω μη ικανοποιητικής υπηρεσιακής απόδοσης και, συνεπεία της κρίσης αυτής, απολύθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, με τους οποίους προβάλλεται ότι δεν είναι νόμιμα και επαρκώς αιτιολογημένη η κρίση του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου περί μη ικανοποιητικής υπηρεσιακής απόδοσης του προσφεύγοντος, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Και τούτο, διότι το ΣτΕ, κατά την εκδίκαση προσφυγών ουσίας, ερευνά την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, δυνάμενο να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου, καθώς και στην ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.
■
1816/2025 (Β΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σκούρα, Πάρεδρος
Φορολογία εισοδήματος. Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας. Η φορολογούμενη ύλη (όπως π.χ. το εισόδημα) πρέπει να είναι πραγματική και όχι πλασματική. Αν υπάρχουν υπόνοιες φοροδιαφυγής, μπορεί να κληθεί ο φορολογούμενος και δη ο ελεύθερος επαγγελματίας, να δικαιολογήσει την προσαύξηση της περιουσίας του, το ύψος της οποίας δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα ή προκύπτοντα, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η φορολογική αρχή, εισοδήματά του. Η αξίωση προς δικαιολόγηση δύναται, κατ’ ανώτατο χρονικό όριο, να επεκταθεί έως τον χρόνο παραγραφής της φορολογικής αξίωσης (κατά κανόνα, 5ετία). Προς απόδειξη της προέλευσης της περιουσίας του, ο φορολογούμενος δύναται, κατ’ αρχήν, να επικαλεσθεί οποιαδήποτε στοιχεία, καθώς και χρηματικά ποσά που προκύπτουν από οποιαδήποτε αιτία, έστω και το πρώτον ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί διατυπώσεις ή φορολογικές διατάξεις, που αφορούν την προέλευση των εν λόγω χρηματικών ποσών.
Κάλυψη τεκμηρίων με συνάλλαγμα. Οι κανόνες και τα ειδικά δικαιολογητικά, που ισχύουν για την κάλυψη τεκμηρίων μέσω εισαγωγής συναλλάγματος από το εξωτερικό, αφορούν μόνον την περίπτωση του τεκμαρτού προσδιορισμού εισοδήματος λόγω δαπανών ή απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Δεν εφαρμόζονται, όμως, στη διαφορετική περίπτωση της προσαύξησης περιουσίας. Εκεί, η απόδειξη δεν περιορίζεται στα συγκεκριμένα τραπεζικά παραστατικά της σχετικής Υπουργικής Απόφασης, αλλά μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Συνεπώς, δεν μπορεί η Διοίκηση ή το δικαστήριο να απαιτεί, και στις υποθέσεις προσαύξησης περιουσίας, μόνον τα ειδικά δικαιολογητικά που προβλέπονται για την κάλυψη τεκμηρίων. Μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία θα ήταν μη νόμιμη και θα περιόριζε υπέρμετρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
■
1856/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Β. Αραβαντινός, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Β. Ρέτσα, Πάρεδρος
Καταβολή ενισχύσεων. Αρμοδιότητα δικαστηρίων. Στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Πρωτοδικείων υπήχθησαν, ως ουσιαστικές διαφορές, οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, οι οποίες προηγουμένως υπέκειντο σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ. Τούτο δε υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις, κατ’
εφαρμογή των οποίων εκδίδονται οι πράξεις αυτές, δεν εντάσσονται σε νομοθεσία που αφορά, κατά το κύριο ρυθμιστικό της αντικείμενο, τη διαχείριση προγραμμάτων χρηματοδότησης έργων και παρεμβάσεων εν γένει για την επίτευξη στόχων αναπτυξιακής στρατηγικής. Διότι, στην τελευταία περίπτωση, οι διαφορές από την προσβολή τέτοιων πράξεων, εν όψει της ειδικής φύσης του νομοθετικού πλαισίου που τις διέπει, ανήκουν στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ.
Αγωγές πιστωτικών ιδρυμάτων. Αρμοδιότητα Διοικητικών Εφετείων. Τα Διοικητικά Εφετεία είναι αρμόδια για την εκδίκαση των αγωγών των πιστωτικών ιδρυμάτων (τα οποία είτε ορίζονται ως φορείς υποστήριξης της εφαρμογής, από τις δημόσιες αρχές που προβλέπονται ως Τελικοί Δικαιούχοι δράσεων κρατικών ενισχύσεων Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, είτε ορίζονται ως Τελικοί Δικαιούχοι έχοντες την ευθύνη για την εκτέλεση των εν λόγω δράσεων) με τις οποίες τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα επιδιώκουν την ικανοποίηση απαιτήσεών τους σχετικών με το αντάλλαγμα, το οποίο δικαιούνται για την υλοποίηση του έργου που τους ανετέθη με τη σύναψη από αυτά σύμβασης με τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων αυτών.
Διοικητικές συμβάσεις. Έννοια. Λαμβανομένου υπ’ όψη ότι η έννοια, αφ’ ενός, των διοικητικών συμβάσεων δεν περιορίζεται στις συμβάσεις που διέπονται από τη νομοθεσία δημοσίων έργων, μελετών κ.λπ., αλλά αυτές μπορούν να έχουν ως αντικείμενο και την ανάθεση άσκησης ορισμένων αρμοδιοτήτων ή την παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας, ενώ, αφ’ ετέρου, δεν απαιτείται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών να ρυθμίζονται το πρώτον ή αποκλειστικά από τη σύμβαση, προκειμένου η διαφορά που ανακύπτει από την εκτέλεση της σύμβασης να έχει τον χαρακτήρα συμβατικής διαφοράς, οι παραπάνω συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων.