Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα του νέου άρθρου 1536 § 2 ΑΚ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα 

του νέου άρθρου 1536 § 2 ΑΚ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

    Πάρη Σ. Αρβανιτάκη                                              Κατερίνας Φουντεδάκη

Καθηγητή Νομικής Σχολής ΑΠΘ                               Καθηγήτριας Νομικής Σχολής ΑΠΘ

 

 

Ι. Ιστορικό

 

Από τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη μας, προκύπτουν τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: 

1. Στις 12.5.2025 η κ. *Κ* κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8.5.2025 αγωγή της κατά του εν διαστάσει συζύγου της κ. *Μ* με ΓΑΚ/ΕΑΚ …, δυνάμει της οποίας αιτείτο να ανατεθεί η αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών τους Ε* και Σ* στην ίδια, κατ’ αποκλεισμό του εν διαστάσει συζύγου της, και να ρυθμιστεί η επικοινωνία του μ’ αυτά, όπως στην αγωγή της εκτίθεται. Η αγωγή αυτή προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 29.9.2025 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω, στις 30.7.2025 ο κ. *Μ* κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.7.2025 αντίθετη αγωγή του με ΓΑΚ/ΕΑΚ….., δυνάμει της οποίας αιτείτο, κατ’ εφαρμογή του ν. 4800/2021, να ανατεθεί η επιμέλεια των παιδιών τους από κοινού και ισότιμα και στους δύο (συνεπιμέλεια) κατά το σύστημα της ισόχρονα εναλλασσόμενης κατοικίας. Επικουρικώς, αιτείτο την ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών τους και στους δύο (συνεπιμέλεια) κατά τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής εξειδικεύσεις. Και η αγωγή αυτή προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 29.9.2025 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό τη συνεκδίκασή της με την αντίθετη αγωγή της κ. *Κ*.

Σημειωτέον, ότι πριν την άσκηση των ως άνω κυρίων αγωγών έκαστος των γονέων είχε ασκήσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, δυνάμει του οποίου η μεν κ. *Κ* αιτείτο και πάλι την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας σ’ αυτή, ο δε κ. *Μ* αιτείτο και πάλι την ανάθεση της από κοινού επιμέλειας και στους δύο γονείς κατά τις ειδικότερες διακρίσεις. Επί των αιτήσεων εκδόθηκε αρχικώς μεν προσωρινή διαταγή που ανέθετε σε αμφότερους τους γονείς τη συνεπιμέλεια των παιδιών τους, εξειδικεύοντας τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης της επικοινωνίας τους, αργότερα, δε, η υπ’ αριθ. …/2025 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των παιδιών από κοινού και στους δύο γονείς, ρυθμίζοντας προσωρινά τον τρόπο άσκησης της συνεπιμέλειας και την επικοινωνία.

2. Οι ως άνω κύριες, αντίθετες αγωγές επιμέλειας συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 29.9.2025, ενώ κατά την ίδια δικάσιμο συνεκδικάσθηκαν και οι δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου των ίδιων διαδίκων. 

Επί των ως άνω αγωγικών δικογράφων εκδόθηκε στις 18.11.2025 η υπ’ αριθ. …/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την παρούσα: (α) ορίστηκε ότι η επιμέλεια των ανήλικων παιδιών των διαδίκων θα ασκείται από κοινού από τους γονείς, με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας των παιδιών στην κατοικία των γονέων τους, με τους οποίους θα διαμένουν εκ περιτροπής, δηλαδή με εναλλαγή του τόπου διαμονής των παιδιών, κατά την χρονική κατανομή που εκτίθεται στην απόφαση, με συνέπεια οι γονείς να ασκούν από κοινού την επιμέλειά τους σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρ. 1513 εδ α' ΑΚ, (β) ορίστηκε ως τόπος διαμονής των ανήλικων παιδιών των διαδίκων εναλλασσόμενα ο τόπος κατοικίας καθενός από τους γονείς τους (εναλλασσόμενη κατοικία), με τον οποίο θα διαμένουν αυτά ταυτόχρονα κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση διαστήματα, (γ) ορίστηκε η ελεύθερη επικοινωνία των διαδίκων με τα παιδιά τους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση, εφόσον δεν διαταράσσεται το πρόγραμμα και η ψυχολογία των παιδιών.

3. Μετά την έκδοση της ως άνω οριστικής απόφασης που ρύθμισε την (συν)επιμέλεια των παιδιών και την επικοινωνία των γονέων, τα μέρη συμφώνησαν ότι για λόγους προσαρμογής η περίοδος εφαρμογής της απόφασης εκκινεί από την 1.12.2025.

Στις 23.12.2025, η κ. *Κ* άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 22.12.2025  έφεση, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 26.3. 2026 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

4. Λίγες ημέρες αργότερα, και ειδικότερα στις 19.12.2025, ψηφίστηκε, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση το άρθρ. 109 του ν. 5264/2025, το οποίο τροποποίησε το άρθρ. 1536 ΑΚ, όπως αναλύεται κατωτέρω (υπό ΙΙΙ Α), καθώς και τα άρθρ. 592 § 3 και 593 § 2 ΚΠολΔ, διαμορφώνοντας τον τρόπο άσκησης των συγκεκριμένων αγωγών και δίδοντας σ’ αυτές προτεραιότητα εκδίκασης. 

5. Είκοσι ημέρες μετά την ψήφιση του νόμου και σαράντα ημέρες μετά την έναρξη εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης από τα μέρη, η κ. *Κ* άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7.1.2026 νέα αγωγή της με ΓΑΚ/ΕΑΚ …., που προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 16.2.2026 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αγωγή της αυτή, η ενάγουσα επικαλούμενη την αναθεωρημένη διάταξη του άρθρ. 1536 ΑΚ, ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι (α) η υπ’ αριθ. …/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έσφαλε με το να κρίνει ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάθεση της από κοινού επιμέλειας και στους δύο γονείς με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας και της χρονικής κατανομής, και (β) κατά το διάστημα μεταξύ 1.12.2025 έως 8.1.2026 (κατάθεση αγωγής) μεταβλήθηκαν οι συνθήκες ζωής των γονέων και ως εκ τούτου δικαιολογείται η μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας απόφασης. Ως μεταβολή, δε, των συνθηκών επικαλείται, μεταξύ άλλων, την αλλαγή κατοικίας της και τη μετοίκησή της σε μεγαλύτερη οικία, ενώ με την αγωγή της η ενάγουσα επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλομένης, που έχει ήδη προβάλλει και με την ασκηθείσα και εκκρεμή έφεσή της.

 

ΙΙ. Ερωτήματα

 

Με βάση το ιστορικό αυτό μας ζητήθηκε η επιστημονική μας άποψη στα εξής ειδικότερα ερωτήματα:

1. Με βάση το δεδομένο ότι ο ν. 5264/2025 δεν περιέχει μεταβατική διάταξη ως προς τα αναθεωρημένα άρθρ. 1536 ΑΚ και 592–593 ΚΠολΔ, οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς υποθέσεις, ήτοι σε υποθέσεις όπου η έκδοση της προς μεταρρύθμιση πρωτόδικης απόφασης έλαβε χώρα πριν από την ψήφιση του νόμου;

2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αναθεωρημένου άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ εν όψει και του σκοπού του; Σε κάθε περίπτωση, νοείται η μεταρρύθμιση της απόφασης για οποιονδήποτε λόγο, ειδικώς όταν υπάρχει εκκρεμές ένδικο μέσο ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξετάζει τις ίδιες αιτιάσεις μ’ αυτές της μεταρρυθμιστικής αγωγής στο Πρωτοδικείο;

 

III. Απαντήσεις

 

  1.  Οι κρίσιμες νομοθετικές διατάξεις

 

Σύμφωνα με το άρθρ. 1536 ΑΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει του άρθρ. 17 ν. 1329/1983 «[α]ν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους έχει αφαιρεθεί». 

       Με το άρθρ. 109 ν. 5264/2025 προστέθηκε νέα § 2 στο άρθρ. 1536 ΑΚ, με το εξής περιεχόμενο: «Μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο ή του αρμόδιου εισαγγελέα, κατά της οριστικής αποφάσεως που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου»1

       Ενταγμένη στο άρθρ. 1536 ΑΚ η νέα διάταξη στη νομοτεχνική της διατύπωση παρουσιάζει σε σχέση με την § 1 τις εξής ομοιότητες ή διαφορές: (α) από τα γενικότερα ζητήματα της γονικής μέριμνας στα οποία αναφέρεται η § 1, η νέα § 2 αναφέρεται ειδικά στην επιμέλεια των παιδιών και την επικοινωνία των γονέων με αυτά, τα οποία πάντως περιλαμβάνονται (για την επικοινωνία βλ. στη  συνέχεια  υπό ΙΙ.2)  και  στην § 1· (β) η νέα § 2 αναφέρεται ρητά σε μεταρρύθμιση της οριστικής απόφασης, που άλλωστε αποτελεί και το αποκλειστικό περιεχόμενό της και όχι σε ανάκληση της απόφασης όπως η § 1· (γ) νομιμοποιούμενα πρόσωπα να ζητήσουν τη μεταρρύθμιση απόφασης σύμφωνα με την § 1 είναι ο ένας ή και οι δύο γονείς, οι πλησιέστεροι συγγενείς του παιδιού και ο εισαγγελέας, ενώ στην § 2 μόνο ο ασκήσας το ένδικο μέσο και ο αρμόδιος εισαγγελέας· (δ) η απόφαση επί της μεταρρυθμιστικής αίτησης της § 2 έχει εξ ορισμού περιορισμένη ισχύ, εκδηλώνει δηλαδή τις συνέπειές της έως την έκδοση της δευτεροβάθμιας απόφασης για την ήδη εκκρεμή έφεση· (ε) εκτός του συμφέροντος του τέκνου, που αποτελεί κοινό τόπο στις δύο ρυθμίσεις, και σε κάθε περίπτωση αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο για κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα (ΑΚ 1511), η νέα διάταξη δεν περιέχει ειδικές προϋποθέσεις για τη μεταρρύθμιση». 

Με το ίδιο άρθρ. 109 ν. 5264/2025 τροποποιήθηκε το άρθρ. 592 § 3 ΚΠολΔ, ως εξής: «3. Οι λοιπές οικογενειακές διαφορές αφορούν: α) τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών του άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα2, γ) τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, δ) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων», ενώ στο άρθρο 593 ΚΠολΔ, περί των κοινών διατάξεων, προστέθηκε § 2 και η διάταξη διαμορφώθηκε ως εξής: «Άρθρο 593: 1. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθ. 1 και 2 εισάγονται μόνο με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή. 2. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 1536 του Αστικού Κώδικα εισάγονται μόνο με χωριστό δικόγραφο και δικάζονται κατά προτεραιότητα».

 

Β. Οι ειδικότερες απαντήσεις στα ερωτήματα που μας τέθηκαν

 

1. Επί του πρώτου ερωτήματος

(Διαχρονικό δίκαιο-εφαρμογή του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ επί ήδη εκδοθεισών, πριν από την ισχύ του, πρωτόδικων αποφάσεων)

 

Η νέα διάταξη του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ εισάγει ένα ιδιόρρυθμο, υβριδικό και πρωτόγνωρο στα νομοθετικά δεδομένα της χώρας μας ένδικο βοήθημα περιορισμένης χρονικής ισχύος, χωρίς σαφή νομική φύση, καθώς συνδυάζει χαρακτηριστικά μεταρρυθμιστικής αγωγής, αίτησης αναστολής και ενδίκου μέσου. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται σημαντικά και από την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 5264/2025. Πράγματι, εκεί διατυπώνεται η σκέψη ότι «[ό]ταν εκδικάζεται μια οριστική απόφαση κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, συχνά παρατηρείται η ανάγκη μεταρρύθμισης της απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου, ιδίως όταν η απόφαση εκτίμησε εσφαλμένως τις συνθήκες διαβίωσης των τέκνων και του συμφέροντός τους ή υπήρξε μεταβολή, μη επιτυχημένη εφαρμογή ή και εξ αρχής αδυναμία να εφαρμοστεί το διατακτικό της απόφασης». Υπό την εκδοχή αυτή, και ανεξαρτήτως αν η συγκεκριμένη παρατήρηση εναρμονίζεται πράγματι με την νομοτεχνική κατάστρωση και το περιεχόμενο της νέας διάταξης (βλ. κατωτ. Β2, 2.1., 3.3), παρατηρείται ότι στο εν λόγω ένδικο βοήθημα επιχειρήθηκε να αποδοθούν χαρακτηριστικά αφενός μεν ενδίκου μέσου («όταν η απόφαση εκτίμησε εσφαλμένως τις συνθήκες διαβίωσης των τέκνων και του συμφέροντός τους», «υπήρξε … μη επιτυχημένη εφαρμογή») και αφετέρου στοιχείων μεταρρύθμισης («εξ αρχής αδυναμία να εφαρμοστεί το διατακτικό», «υπήρξε μεταβολή»), που αποσκοπούν στην αναστολή της ισχύος της αρχικής απόφασης («Η ισχύς της απόφασης ισχύει [!!] μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου»), ως την έκδοση της απόφασης επί της εξ ορισμού ήδη ασκηθείσας έφεσης. Πρόκειται, δηλαδή, στην ουσία για ένα μέσο μεταρρυθμιστικής αναστολής της αρχικής απόφασης. 

Ένα τέτοιο ιδιόρρυθμο ένδικο βοήθημα θα ήταν αναμενόμενο να συνοδεύεται και με κάποια μεταβατική διάταξη, που θα οριοθετούσε τα διαχρονικά όρια εφαρμογής του, ιδίως όταν υπάρχει ήδη εκδοθείσα πρωτοδίκως απόφαση, πριν από την ψήφιση του νέου νόμου, εναντίον της οποίας ασκήθηκε ήδη και εκκρεμεί έφεση. 

       Όπως ισχύει και γενικότερα, όταν ορισμένος νόμος δεν περιέχει για δικονομικά ζητήματα ειδική μεταβατική διάταξη, ισχύουν αναλόγως οι διαχρονικού δικαίου κανόνες του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ3. Εδώ, λοιπόν, η προσήκουσα διαχρονικού δικαίου διάταξη θα πρέπει να αναζητηθεί στο περιεχόμενο, και δη στον χαρακτήρα που προσδίδεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση. Βασικό χαρακτηριστικό του νέου άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, όπως σημειώθηκε, είναι ο διορθωτικός και παρακολουθηματικός χαρακτήρας της μεταρρυθμιστικής αίτησης σε σχέση με την αρχική απόφαση, στοιχεία που παραπέμπουν προς τη φύση των ενδίκων μέσων. Πράγματι, ενώ το κάθε ένδικο βοήθημα, γενικά, αποβλέπει στην πραγμάτωση της έννομης τάξης πρωτογενώς, το ένδικο μέσο, εννοιολογικά, συνδέεται με τη δευτερογενή έννομη προστασία έναντι απονεμημένης ήδη δικαιοσύνης, που αποσκοπεί στην εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση ορισμένης δικαστικής απόφασης, προκειμένου να επανορθωθούν τυχόν σφάλματά της4. Η απόδοση σφάλματος στην απόφαση αποτελεί, έτσι, εννοιολογικό περιεχόμενο των ενδίκων μέσων, καθώς μ’ αυτά μόνον ελέγχεται η νομικά ή πραγματικά εσφαλμένη κρίση ορισμένου δικαιοδοτικού οργάνου και όχι η σκοπιμότητα της λύσης, που αυτό επέβαλε5

       Με την έννοια αυτή, το περιεχόμενό της δικονομικού δικαίου, ως προς τη φύση της διάταξης του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, ιδίως υπό την οπτική της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 5264/2025, προσιδιάζει προς την ειδικότερη φύση ενδίκου μέσου, αφού στοχεύει στη διόρθωση της εσφαλμένης εκτίμησης για τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και την επιτυχέστερη εφαρμογή των επιταγών του νόμου, παραπέμποντας αναλόγως, υπό τον χαρακτήρα αυτόν, προς τη μεταβατική διάταξη περί ενδίκων μέσων του άρθρ. 25 ΕισΝ ΚΠολΔ. Σύμφωνα μ’ αυτήν στα ένδικα μέσα, που έχουν και αυτά αντίστοιχο διορθωτικό και παρακολουθηματικό χαρακτήρα, ισχύει εν αμφιβολία ο κανόνας της άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με τον οποίο οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόζονται με βάση τον χρόνο που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση6, δηλαδή στις αποφάσεις «που εκδίδονται από την εισαγωγή του» (άρθρ. 25 § 1 ΕισΝΚΠολΔ). Επομένως, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου συγκεκριμένη ρύθμιση, που φαίνεται να εφαρμόζεται τελολογικά και στην υπό κρίση διάταξη του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, η μεταρρυθμιστική αίτηση για την επιμέλεια των παιδιών στο διάστημα από την έκδοση της πρωτόδικης έως την έκδοση της εφετειακής απόφασης ισχύει μόνον για τις πρωτόδικες αποφάσεις, που δημοσιεύθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 5264/2025. 

       Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται, ακόμη και αν ο διορθωτικός χαρακτήρας της αίτησης του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ ως οιονεί ενδίκου μέσου, όπως διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 5264/2025, κριθεί ότι δεν ανταποκρίνεται πράγματι στο συγκεκριμένο περιεχόμενο της νέας διάταξης (κατωτ. υπό Β2, 2.1., 3.3.), αν δηλαδή αποδώσει κανείς σ’ αυτήν απλώς μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα με ανασταλτική ισχύ περιορισμένου χρόνου, και όχι μέσου διόρθωσης της αρχικής απόφασης. Διότι και τότε, η επικάλυψη και των ήδη εκκρεμών διαδικασιών, για τις οποίες εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση και ασκήθηκε η έφεση, θα επέβαλε ρητή διαχρονικού δικαίου διάταξη, ακριβώς όπως είχε πράξει ο νομοθέτης και με το άρθρ. 18 ν. 4800/2021, που όριζε ρητώς για την κάλυψη και των εκκρεμών υποθέσεων ως προς τις τότε νέες ρυθμίσεις στις σχέσεις γονέων και παιδιών7. Η διάταξη εκείνη του άρθρ. 18 ν. 4800/2021 κάθε άλλο παρά περιττή ή αυτονόητη υπήρξε. Διότι στο δικονομικό μας σύστημα τα ένδικα βοηθήματα είναι τυπικά και περιοριστικά, έτσι ώστε, αν κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της απόφασης δεν υπήρχε δυνατότητα υποβολής μεταρρυθμιστικής αίτησης, η εκ των υστέρων εισαγωγή της να μην μπορεί να καταλάβει και τις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις, χωρίς ρητή μεταβατική διάταξη. Η μεταγενέστερη πρόβλεψη νέου ενδίκου βοηθήματος μεταβάλλει εκ των υστέρων τη δικονομική ισορροπία μεταξύ των διαδίκων, που παγιώθηκε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, ακόμη και όταν αυτή δεν είναι τελεσίδικη και δεν εκδηλώνει ακόμη ισχύ δεδικασμένου, γεγονός δικονομικά ανεπίτρεπτο, καθώς προσβάλλει ευθέως την ασφάλεια του δικαίου. Η νέα αυτή δυνατότητα μεταρρύθμισης της περί επιμέλειας ή επικοινωνίας δικαστικής απόφασης επηρεάζει, εξάλλου, και την ίδια τη σταθερότητα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, όπως αυτή κρίθηκε, δεν είναι δηλαδή αμιγώς δικονομική, αλλά παρουσιάζει και ουσιαστικού δικαίου χαρακτηριστικά, που αποκλείουν την αναδρομική εφαρμογή της νέας διάταξης χωρίς ρητή πρόβλεψη (πρβλ. άρθρ. 2 ΑΚ). 

       Έτσι, τυχόν αποδοχή της εκδοχής ότι το νέο άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, παρά την έλλειψη ρητής μεταβατικού δικαίου ρύθμισης, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς διαφορές, θα ενείχε τον κίνδυνο να προσδώσει στη διάταξη «ατομικό», και πάντως όχι «γενικό» χαρακτήρα, ιδίως αν συνδυαστεί με το ιστορικό της νομοθετικής της καθιέρωσης (ρύθμιση περιλαμβανόμενη σε νομοθέτημα με άλλο, μη σχετικό αντικείμενο, που ψηφίστηκε με κατεπείγοντα χαρακτήρα, χωρίς διαβούλευση), και δεδομένου του γεγονότος ότι ο αριθμός των διαφορών, για τις οποίες έχει εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση κατά τον χρόνο ψήφισης του νόμου και εκκρεμεί ένδικο μέσο (έφεση), δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να θεωρηθεί ότι είναι αόριστος και απροσδιόριστος, όπως απαιτεί η ασφάλεια δικαίου, η αρχή της ισότητας, αλλά και η χρηστή νομοθέτηση (‘Rule of Law’)8. Για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία η παράλειψη ορισμού μεταβατικής διάταξης για το άρθρ. 109 ν. 5264/2025, ανάλογης του γνωστού στον νομοθέτη άρθρ. 18 ν. 4800/2021, εν όψει του κινδύνου να συναντήσει η νέα διάταξη συνταγματικού χαρακτήρα αντιρρήσεις, τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο νομοθέτησής της, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της αποδοχής στο εδώ εξεταζόμενο διαχρονικού δικαίου ζήτημα εφαρμογής του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ (και των αντίστοιχων νέων δικονομικών διατάξεων των άρθρ. 592-593 ΚΠολΔ), λύσης ανάλογης αυτής που υιοθετεί για τα νέα ένδικα μέσα το άρθρ. 25 ΕισΝΚΠολΔ. Δηλαδή, ότι το άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ δεν εφαρμόζεται σε διαφορές, στις οποίες η πρωτόδικη οριστική απόφαση είχε εκδοθεί πριν από την ψήφισή του, ανεξαρτήτως αν και πότε ασκήθηκε κατ’ αυτής το ένδικο μέσο της έφεσης. 

 

2. Επί του δεύτερου ερωτήματος

(Η ένταξη της νέας § 2 του άρθρ. 1536 στο σύστημα των διατάξεων για τις σχέσεις γονέων και παιδιών μετά τον ν. 4800/2021)

 

(1.1) Το συμφέρον του παιδιού και οι εκφάνσεις του. Θεμελιώδη αρχή του Οικογενειακού Δικαίου αποτελεί η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, η οποία υπερτερεί κάθε άλλου κριτηρίου ή εκτίμησης. Η αρχή αυτή, που θεμελιώνεται και υπερνομοθετικά, πρωτίστως με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του παιδιού (κυρωθείσα με τον ν. 2101/1992), ρητώς διέπει κάθε απόφαση που αφορά το παιδί και λαμβάνεται είτε από κρατικό όργανο9, είτε από τα πρόσωπα που ασκούν τη γονική μέριμνα (γονείς, επίτροπος· βλ. άρθρ. 1511 § 1, 1648 ΑΚ). Μετά το ν. 4800/2021 στο άρθρ. 1511 ΑΚ γίνεται λόγος για το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου», διατύπωση που κατά την ορθότερη άποψη δεν προσδίδει διαφορετικό περιεχόμενο στην παγιωμένη σε θεωρία και νομολογία εξειδίκευση της αόριστης έννοιας του συμφέροντος του παιδιού10.

(1.2) Η σταθερότητα των συνθηκών διαβίωσης του παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού νοείται υπό κάθε οπτική γωνία και περιλαμβάνει τη διασφάλιση της ανάπτυξης της προσωπικότητάς του σε ένα σταθερό περιβάλλον ασφάλειας και κάλυψης των κάθε είδους υλικών και ψυχικών, συναισθηματικών, πνευματικών και μορφωτικών αναγκών του11. Βασική πτυχή της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού είναι η διαβίωσή του υπό συνθήκες σταθερότητας12, εφόσον βέβαια οι συνθήκες αυτές διασφαλίζουν την ανάλογη διατροφή του και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Αυτό σημαίνει ότι μια ρύθμιση θεμελιώδης για τη διαβίωση του παιδιού (όπως είναι πρωτίστως ο καθορισμός του τόπου διαμονής του, καθώς και ο χρόνος και τρόπος επικοινωνίας με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει) πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και πάντως, εφόσον γίνει, δεν μπορεί να μεταβάλλεται μια ή περισσότερες φορές χωρίς τη συνδρομή σοβαρού λόγου. 

(1.3) Η νομοθετική κατεύθυνση προς τον περιορισμό των δικαστικών διενέξεων μεταξύ των γονέων. Περαιτέρω, προς τον σκοπό της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού έχει αποτυπωθεί ρητά μετά τον ν. 4800/2021 η νομοθετική κατεύθυνση ότι τα ζητήματα που αφορούν το παιδί (κατανομή και τρόπος άσκησης της γονικής μέριμνας,  επικοινωνία) πρέπει κατά γενικό κανόνα να επιλύονται εξωδικαστικά, μέσω συμφωνίας των γονέων, η προσφυγή δε στο δικαστήριο να αποτελεί το έσχατο μέσο13. Αυτή η κατεύθυνση, που προφανώς είναι προσανατολισμένη προς την προστασία του παιδιού, το οποίο πρωτίστως ζημιώνεται από τις συνεχείς αντιδικίες των γονέων που αυτονόητα επιδεινώνουν τις μεταξύ τους εντάσεις και συγκρούσεις, με αναπόφευκτες επιπτώσεις και στην ψυχική κατάσταση του παιδιού (που είναι ήδη ευάλωτη, σε κάθε περίπτωση διάσπασης της σχέσης μεταξύ των γονέων), αποτυπώνεται όχι μόνο στο άρθρ. 1512 ΑΚ («Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο»), αλλά και στα βασικά άρθρα που αναφέρονται στην άσκηση της γονικής μέριμνας, όταν η σχέση των γονέων διασπαστεί με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή τα άρθρα 1513 και 1514 ΑΚ. Ειδικότερα, στο άρθρ. 1513 ΑΚ καθιερώνεται ο θεμελιώδης κανόνας ότι, όταν υπάρχει χωρισμός των γονέων με οποιονδήποτε τρόπο (διαζύγιο, διάσταση, ακύρωση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης, λύση του συμφώνου συμβίωσης), η γονική μέριμνα εξακολουθεί να ασκείται από κοινού και εξίσου, όπως και πριν από τον χωρισμό (άρθρ. 1510 § 1 ΑΚ)Η διάταξη αυτή καθιερώνει ως εκ του νόμου ισχύον σύστημα μετά τον χωρισμό των γονέων την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία ως προς το σκέλος της επιμέλειας αποδίδεται με τον όρο συνεπιμέλεια. Με αυτή την έννοια, η συνεπιμέλεια είναι υποχρεωτική14, αφού ισχύει εκ του νόμου και δεν χρειάζεται να συμφωνηθεί από τους γονείς ούτε να αποφασιστεί από το δικαστήριο (και εσφαλμένα υποβάλλεται σχετικό αίτημα στο δικαστήριο ή περιλαμβάνεται σχετική διάταξη στη δικαστική απόφαση). Ο κανόνας της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας κάμπτεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις και με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1514 ΑΚ15.

Με την καθιέρωση της εξακολούθησης της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και μετά τον χωρισμό των γονέων, ο νομοθέτης αποσκοπούσε στον περιορισμό των μεταξύ τους αντιδικιών: Οι γονείς μετά τον χωρισμό τους δεν απαιτείται, όπως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, να προσφύγουν στο δικαστήριο προκειμένου να ρυθμιστεί η άσκηση της γονικής μέριμνας, αφού αυτή εκ του νόμου ασκείται από κοινού. Η νομοθετική επιλογή υπέρ της εξακολούθησης της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας ενέχει και τη νομοθετική κατεύθυνση/ παρότρυνση, ότι οι γονείς πρέπει να συμπράττουν και να συμφωνούν στα ζητήματα που αφορούν το παιδί, οφείλουν δηλαδή να βρουν ένα πεδίο συνεννόησης και σύμπνοιας μεταξύ τους, παρά την κατάρρευση της μεταξύ τους προσωπικής σχέσης. 

Αυτή η κατεύθυνση του περιορισμού των αντιδικιών μεταξύ των γονέων αποτυπώνεται και στο επόμενο άρθρ. 1514 ΑΚ, το οποίο τιτλοφορείται «Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας», και προβλέπει αφενός τη δυνατότητα των γονέων να ρυθμίσουν τα ζητήματα της γονικής μέριμνας με συμφωνία (για τη ρύθμιση της επικοινωνίας με συμφωνία βλ. και το άρθρ. 1520 § 3 ΑΚ), παρεκκλίνοντας από το εκ του νόμου σύστημα, αφετέρου τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί ο καθένας από αυτούς να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να ισχύσει διαφορετική ρύθμιση. Η έμφαση στη συμφωνία, που κατά τον νόμο είναι προτιμότερη από την αντιδικία, προκύπτει όχι μόνον από το ότι προτάσσεται στη ρύθμιση, αλλά και από το ότι επιλύεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε υπό το προηγούμενο δίκαιο σχετικά με την ισχύ και τη δεσμευτικότητα αυτής της συμφωνίας16. Περαιτέρω, η δικαστική παρέμβαση στο θέμα της άσκησης της γονικής μέριμνας τίθεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις: ο γονέας δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να προσφύγει στο δικαστήριο και να αιτηθεί τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας που επιθυμεί, παρά μόνον αν ο κανόνας της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας ή τυχόν συμβατική ρύθμιση αυτής δεν μπορούν να λειτουργήσουν ή λειτουργούν αντίθετα προς το συμφέρον του παιδιού17. Είναι λοιπόν σαφής η νομοθετική κατεύθυνση προς τον περιορισμό της δυνατότητας προσφυγής του γονέα στο δικαστήριο, που εξάλλου προκύπτει και από την αναφορά (άρθρ. 1514 § 2 ΑΚ) στην υποχρέωση προηγούμενης απόπειρας διαμεσολάβησης, καθώς και στην επανάληψή αυτής με απόφαση του δικαστηρίου18 

Συμπερασματικά, τόσο με βάση το συμφέρον του παιδιού, που βλάπτεται από τις συνεχείς δίκες μεταξύ των γονέων, όσο και με βάση ρητές διατάξεις μετά το ν. 4800/2021, η ερμηνευτική κατεύθυνση που επιβάλλεται είναι αυτή του κατά το δυνατόν περιορισμού της προσφυγής του γονέα στο δικαστήριο για ζητήματα που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και την επικοινωνία. Ο κανόνας αυτός κάμπτεται, όταν η προσφυγή στο δικαστήριο είναι αναπόφευκτη για λόγους διακινδύνευσης του συμφέροντος του παιδιού.

 

(2.1) Το συμφέρον του παιδιού και η προσαρμογή σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Το συμφέρον του παιδιού δεν εξετάζεται μόνο σε μια χρονική στιγμή, αλλά στο διηνεκές, καθώς μια δικαστική απόφαση ή συμφωνία των γονέων που το αφορά, κατά κανόνα επεκτείνεται και στο μέλλον. Είναι, έτσι, δυνατόν να μεταβληθούν οι συνθήκες, υπό τις οποίες η συμφωνία των γονέων ή μια δικαστική απόφαση που ρύθμισε θέματα γονικής μέριμνας και επικοινωνίας ήταν η πλέον συμφέρουσα για το παιδί, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας κατάστασης που πια δεν εξυπηρετεί ή και απειλεί το συμφέρον του. Ενόψει αυτών, από το έτος 1983, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπεται η δυνατότητα μεταρρύθμισης των αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία19, λόγω μεταβολής συνθηκών, στο άρθρ. 1536 ΑΚ, το οποίο, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρ. 109 του ν. 5264/2025, περιλάμβανε μόνο μια παράγραφο, που όριζε ότι «Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί». Από τη διατύπωση της διάταξης, που εξακολουθεί να ισχύει ως § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ, προκύπτει ότι η βασική στόχευση του νομοθέτη ήταν να αποδίδεται στον γονέα η άσκηση της γονικής μέριμνας που του είχε αφαιρεθεί με εφαρμογή των άρθρ. 1532, 1533, 1535, 1537 εδ. 2 ΑΚ (κακή άσκηση), όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται και αυτός είναι σε θέση πλέον να ανταποκριθεί στο λειτούργημά του. Πάντως, σύμφωνα με την ερμηνεία της από τη θεωρία και τη νομολογία, και ενόψει και της ευρύτητας της διατύπωσης «δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα», η διάταξη καλύπτει και κάθε άλλη περίπτωση ρύθμισης της άσκησης της γονικής μέριμνας, δηλαδή και αυτές που προβλέπονται στα άρθρ. 1512, 1514, 1515, 1519 ΑΚ20. Επίσης, παρότι η διάταξη αναφέρεται στη γονική μέριμνα, γίνεται δεκτό ότι εφαρμόζεται και στη ρύθμιση της επικοινωνίας21.

(2.2) Μεταβολή των συνθηκών κατά το άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ. Σχετικά με την έννοια της μεταβολής συνθηκών, ως προϋπόθεσης για την άσκηση της μεταρρυθμιστικής αγωγής22 κατ’ άρθρ. 1536 ΑΚ, η ερμηνεία ορθά προσανατολίζεται προς το συμφέρον του παιδιού: η μεταβολή γίνεται δεκτή, στο μέτρο που από το συμφέρον του παιδιού επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη οι νέες συνθήκες. Η διάταξη καθιερώνει τη δυνατότητα μεταρρύθμισης της απόφασης για την εν γένει άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επικοινωνίας, όταν μεταβλήθηκαν οι συνθήκες που έλαβε αυτή υπόψη της κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το συμφέρον του παιδιού να απαιτεί την προσαρμογή της στα νέα δεδομένα23

Σχετικά ανακύπτουν ορισμένα ερμηνευτικά ζητήματα: Λ.χ., είναι φανερό ότι ως μεταβολή συνθηκών νοείται καταρχήν η συνδρομή περιστατικών μεταγενέστερων της προς μεταρρύθμιση απόφασης, χωρίς να είναι απαραίτητο η μεταβολή να είναι και απρόβλεπτη24. Ως προς γεγονότα ή δεδομένα που υπήρχαν ήδη κατά την έκδοση της απόφασης, υποστηρίζεται ότι και αυτά μπορούν να στηρίξουν μεταρρυθμιστική αγωγή, εφόσον «δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο είτε δεν τέθηκαν υπόψη του είτε δεν αξιολογήθηκαν σωστά είτε άρχισαν αργότερα να επηρεάζουν το παιδί»25. Η ερμηνεία αυτή είναι ως προς ορισμένα σημεία της προβληματική και δεν πρέπει να γίνει δεκτή. Κατά πρώτο λόγο, αν προϋπάρχοντα της απόφασης περιστατικά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, η εκ των υστέρων αξιοποίησή τους για τη θεμελίωση μεταρρυθμιστικής αγωγής δεν μπορεί να γίνει δεκτή άνευ ετέρου, παρά μόνο από το γονέα που ανυπαίτια δεν τα γνώριζε, ενώ ο άλλος γονέας (συνηθέστερα) τα έχει αποκρύψει. Διαφορετικά, θα μπορούσε ο γονέας να μην εισφέρει στο δικαστήριο κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και στη συνέχεια, αν διαφωνεί με την απόφαση που εκδόθηκε, να ασκεί την αγωγή του άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ, επιδιώκοντας την ανατροπή της26. Οπωσδήποτε δεν πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη ότι το άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ μπορεί να εφαρμοστεί και επί απλού σφάλματος του δικαστηρίου27, το οποίο «δεν αξιολόγησε σωστά» κάποιο πραγματικό περιστατικό, γιατί αυτό θα σήμαινε ανεπίτρεπτη λειτουργία της μεταρρυθμιστικής αγωγής ως ένδικου μέσου, το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να ασκηθεί και κατά τελεσίδικης απόφασης (που ήταν και το κύριο πεδίο εφαρμογής της μεταρρυθμιστικής αγωγής, βλ. στη συνέχεια)σε πλήρη αντίθεση με τους κανόνες που διέπουν την προσβολή των τελεσίδικων αποφάσεων μόνο με αναίρεση και αναψηλάφηση. Προσοχή, τέλος, απαιτείται και σε σχέση με τη θέση ότι προϋπάρχοντα πραγματικά περιστατικά μπορούν να στηρίξουν μεταρρυθμιστική αγωγή, όταν αυτά άρχισαν αργότερα να επηρεάζουν το παιδί. Εδώ η μεταβολή των συνθηκών δεν αφορά κατά κυριολεξία τις συνθήκες, που προϋπήρχαν, κρίθηκαν από το δικαστήριο και δεν μεταβάλλονται οι ίδιες, αλλά είτε μεταβάλλεται η επίδραση αυτών των συνθηκών, κατά τη διαδρομή του χρόνου, στο συμφέρον του παιδιού, είτε η ίδια η ρύθμιση που επιλέχθηκε με βάση αυτές τις συνθήκες καθίσταται μετά κάποιο διάστημα εφαρμογής της αντίθετη προς το συμφέρον του παιδιού.  Είναι, δηλαδή, δυνατόν, μια ρύθμιση που κρίθηκε ως συμφέρουσα για το παιδί με βάση τα δεδομένα συγκεκριμένης υπόθεσης, κατά τη διαχρονική εφαρμογή της και μετά την πάροδο ικανού χρόνου, να οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα, απ’ αυτά στα οποία απέβλεψε η ρύθμιση που κατέστη αντίθετη στο συμφέρον του παιδιού. Λχ. είναι δυνατό το δικαστήριο να επέλυσε διαφωνία των γονέων (άρθρ. 1512, 1519 ΑΚ) σχετικά με τη φοίτηση του παιδιού σε συγκεκριμένο σχολείο, και δύο χρόνια αργότερα να επιβάλλεται η αλλαγή του σχολείου, στο οποίο το παιδί υφίσταται συστηματικό bullying28. Σαφές είναι, όμως, ότι η εφαρμογή αυτής της ερμηνείας του άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ πρέπει να γίνεται με φειδώ, ώστε να μην οδηγεί σε διαρκή και άνευ σοβαρού λόγου επανεξέταση των ίδιων περιστάσεων υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, κάτι που θα ήταν αντίθετο στον σκοπό της διάταξης, ο οποίος καταρχήν απαιτεί μεταβολή συνθηκών, αλλά και στην αρχή του περιορισμού των δικών μεταξύ των γονέων με αντικείμενο τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία. Ιδίως η ερμηνεία αυτή πρέπει να συνδέεται με την πάροδο ικανού χρόνου, ο οποίος κατά κανόνα απαιτείται για να καταδειχθεί η τυχόν μεταγενέστερη δυσμενής για το παιδί επίδραση συνθηκών, που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη.

Κατά τα λοιπά, η  ερμηνεία  του  άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ δέχεται ότι η μεταβολή των συνθηκών μπορεί να αφορά το ίδιο το παιδί και τις ανάγκες του, τον έναν ή και τους δυο γονείς ή τον τρίτο, στον οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας29.

(2.3) Αποφάσεις υποκείμενες σε μεταρρύθμιση κατά το άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ και ασφαλιστικά μέτρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταρρυθμιστική αγωγή του άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί κατά τελεσίδικης απόφασης, ενώ ως προς την οριστική μόνον απόφαση, πριν από τη μεταβολή που επήλθε με τον ν. 5264/ 2025, υπήρχε αμφισβήτηση. Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, που ακολουθεί τη γενική λογική της μεταρρυθμιστικής αγωγής επί περιοδικών παροχών κατ’ άρθρ.  334 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ30, οι νέες συνθήκες πρέπει να επήλθαν μετά την τελεσιδικία ή το ανέκκλητο της απόφασης, που ρύθμισε αρχικώς το ζήτημα της γονικής μέριμνας31. Υποστηρίζεται, όμως, και η αντίθετη άποψη32, ότι, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, δεν αποκλείεται η άσκηση της αγωγής και κατά οριστικής απόφασης, που όμως δεν θα έχει μεγάλη πρακτική σημασία, καθώς η μεταγενέστερη μεταβολή θα μπορεί να προταθεί ως λόγος έφεσης, ακόμη και από τον νικήσαντα διάδικο, ή ως οψιγενής ισχυρισμός από τον εφεσίβλητο33. Γι’ αυτό και το βασικό πεδίο εφαρμογής του άρθρ. 1536 ΑΚ πριν από τον ν. 5264/ 2025 ήταν οι τελεσίδικες ή ακόμη και οι αμετάκλητες αποφάσεις. 

Αμφισβήτηση υπάρχει, επίσης, σχετικά με το αν η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης μπορεί να ζητηθεί και με ασφαλιστικά μέτρα34. Ορθό είναι γίνει δεκτό ότι η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης (άρθρ. 735 ΚΠολΔ) είναι πάντοτε δυνατή, όταν συντρέχει επικείμενος κίνδυνος για το συμφέρον του παιδιού και το στοιχείο του κατεπείγοντος. Εξάλλου, κατά την εκδίκαση της έφεσης τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από το Εφετείο35.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί και το εξής: Η § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ προβλέπει τόσο την ανάκληση όσο και τη μεταρρύθμιση της απόφασης, προς τον σκοπό πάντα της προσαρμογής της στις νέες συνθήκες. Όταν ανακαλείται μια απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, προκύπτει ένα κενό ρύθμισης, το οποίο πάντως δεν υφίσταται ως προς την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας,η οποία ισχύει εκ του νόμου (άρθρ. 1513 ΑΚ) και χωρίς να χρειάζεται δικαστική απόφαση που να την απαγγέλλει. Αρρύθμιστη μετά την ανάκληση της απόφασης μπορεί να μένει η επικοινωνία, καθώς και ο καθορισμός του τόπου διαμονής του παιδιού, τα οποία μπορούν να επιλυθούν είτε με συμφωνία των γονέων, είτε με νέα δικαστική απόφαση. Προς τον σκοπό αποφυγής του πολλαπλασιασμού των δικών, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι προτιμότερη η μεταρρύθμιση έναντι της απλής ανάκλησης. Η εφαρμογή της τελευταίας περιορίζεται στην περίπτωση που η δικαστική απόφαση είχε αφαιρέσει εν μέρει ή εν όλω την άσκηση της γονικής μέριμνας από τον γονέα, η οποία μετά την ανάκληση του αποδίδεται. 

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπό την αρχική ρύθμιση του άρθρ.  1536  ΑΚ  (πλέον  1536 § 1) η μεταρρύθμιση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία, υπό την προϋπόθεση της μεταβολής συνθηκών ή του επείγοντος, σε συνάρτηση πάντα με το τι επιβάλλει σε παρόντα χρόνο το συμφέρον του παιδιού, ήταν δυνατή και μάλιστα με περισσότερες δικονομικές διεξόδους (μεταρρυθμιστική αγωγή, ασφαλιστικά μέτρα αυτοτελώς ή ενώπιον του Εφετείου, παραδεκτή προβολή της μεταβολής στο Εφετείο). 

 

(3.1) Το νέο άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ. Η νέα § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ, που ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της ειδικά στις διαφορές επιμέλειας ή επικοινωνίας με το τέκνο, θεσπίζοντας τη δυνατότητα χρονικά περιορισμένης μεταρρύθμισης της οριστικής πρωτοβάθμιας απόφασης μέχρι την έκδοση της εφετειακής κρίσης, με βάση πάντοτε το συμφέρον του παιδιού, χωρίς να προσθέτει άλλες επιπλέον ή να ορίζει διαφορετικές προϋποθέσεις. Η προστεθείσα διάταξη αποτελεί μια ρύθμιση πολλαπλώς προβληματική, καθώς δεν καθίσταται σαφές, ποιο ειδικότερο πρόβλημα, μη καλυπτόμενο ήδη από την § 1, επιχειρεί να αντιμετωπίσει. Οι αναφερθείσες ανωτέρω (υπό ΙΙΙ Α) διαφοροποιήσεις μεταξύ των §§ 1 και 2 προκαλούν ερωτήματα: Ο διάδικος που νίκησε και δεν ασκεί ένδικο μέσο δεν νομιμοποιείται να προσφύγει στο άρθρ. 1536 ΑΚ, αν όντως υπάρχει μεταβολή συνθηκών; (λχ. ο πατέρας στον οποίο ανατέθηκε αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας τραυματίζεται σοβαρά και θέλει να αιτηθεί τη μεταρρύθμιση της απόφασης και ανάθεση της επιμέλειας στην αδελφή του). Αν η οριστική απόφαση δεν έχει προσβληθεί με έφεση, δεν υπόκειται σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση με την § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ; Και για ποιον λόγο άραγε οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου δεν νομιμοποιούνται στην άσκηση της μεταρρυθμιστικής αγωγής κατά την § 2, αφού πρόκειται σε κάθε περίπτωση για αίτημα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης λόγω μεταβολής των συνθηκών; Η λογική και συστηματική απάντηση σε όλα τα προηγούμενα ερωτήματα θα μπορούσε να είναι ότι, όταν υπάρχει μεταβολή συνθηκών, η αγωγή με αίτημα τη μεταρρύθμιση ή την ανάκληση μπορεί να ασκηθεί σύμφωνα με την § 1 και κατά οριστικής απόφασης36, ανεξάρτητα από το αν έχει προσβληθεί με έφεση, και επομένως η § 2 φαίνεται περιττή. Όπως εξάλλου προαναφέρθηκε, ο γονέας που θέλει να επικαλεστεί μεταβολή των συνθηκών, από την οποία προκαλείται διακινδύνευση του συμφέροντος του παιδιού και επείγουσα περίπτωση, έχει και άλλες δικονομικές δυνατότητες. 

3.1. Η Αιτιολογική Έκθεση του ν. 5264/2025, στο άρθρ. 109, είναι αρκετά διαφωτιστική, αφενός αναδεικνύοντας μια ανακριβή νομοθετική αντίληψη για το άρθρ. 1536 § 1 ΑΚ, αφετέρου αποκαλύπτοντας τον πραγματικό λόγο για τον οποίο εισήχθη μια διάταξη που εκ πρώτης όψεως δεν καλύπτει κάποια υπαρκτή ανάγκη, αλλά αντίθετα δημιουργεί ερμηνευτικά ζητήματα. Σύμφωνα με αυτή (οι υπογραμμίσεις από εμάς), «Η παρ. 1 του άρθρου 1536 Αστικού Κώδικα αποτελεί μια σημαντική διάταξη που έχει χρησιμοποιηθεί από τα δικαστήρια για να ρυθμίσει σημαντικές καταστάσεις που αφορούν τις σχέσεις γονέων και τέκνων. Εφαρμόζεται κυρίως στις τελεσίδικες αποφάσεις και απαιτεί συνήθως ακραίες συμπεριφορές ή εγκληματικές πράξεις και ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών. Η προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 1536 ΑΚ καλύπτει ένα σημαντικό κενό που αφορά την επικοινωνία και την επιμέλεια, τα κομμάτια δηλαδή της γονικής μέριμνας37 για τα οποία ανακύπτουν οι σφοδρές αντιδικίες και οι καθημερινές δυσκολίες. Όταν εκδικάζεται μια οριστική απόφαση κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, συχνά παρατηρείται η ανάγκη μεταρρύθμισης της απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου, ιδίως όταν η απόφαση εκτίμησε εσφαλμένως τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και του συμφέροντός τους ή υπήρξε μεταβολή, μη επιτυχημένη εφαρμογή ή και εξ αρχής αδυναμία να εφαρμοστεί το διατακτικό της απόφασης. Προϋπόθεσή αποτελεί να έχει ασκηθεί έφεση με την οποία θα έχουν προβληθεί τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης και η μεταρρύθμιση ισχύει μόνο μέχρι την έκδοση της δευτεροβάθμιας απόφασης. Τη δυνατότητα και εξουσία μεταρρύθμισης διαθέτει το δικαστήριο του πρώτου βαθμού που εξέδωσε την οριστική απόφαση και μεταρρύθμιση επιτρέπεται αποκλειστικά όταν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου».

Κατά πρώτο λόγο, ο νομοθέτης φαίνεται να δέχεται τη μη κρατούσα κατά τα ανωτέρω άποψη ότι η § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ μπορεί να εφαρμοστεί και σε οριστικές αποφάσεις, όπως προκύπτει από την αναφορά περί εφαρμογής «κυρίως» στις τελεσίδικες αποφάσεις. Είναι, πάντως, ανακριβής η εκτίμηση ότι η § 1 εφαρμοζόταν «σε συνήθως ακραίες συμπεριφορές ή εγ­κληματικές πράξεις», καθώς αυτό δεν προκύπτει από τη δημοσιευμένη νομολογία38, ενώ η απαίτηση «ουσιώδους» μεταβολής των συνθηκών δεν είναι κάποιο μειονέκτημα της § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ, αλλά αντιστοιχεί στην ανάγκη σταθερότητας στη διαβίωση του παιδιού. Ωστόσο, στη νεοεισαχθείσα διάταξη, η ανάγκη μεταρρύθμισης της οριστικής απόφασης δεν συνδέεται, κατά την Αιτιολογική Έκθεση, υποχρεωτικά με τη μεταβολή των συνθηκών (την οποία πάντως παραθετικά αναφέρει), αλλά και με σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με μη επιτυχημένη εφαρμογή της οριστικής απόφασης ή και εξαρχής αδυναμία να εφαρμοστεί το διατακτικό της. Προκύπτει, επομένως, η βούληση του ιστορικού νομοθέτη, να επεκταθεί η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης και πέραν της μεταβολής συνθηκών, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την § 1, ώστε να καταλάβει και περιπτώσεις απλού σφάλματος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οδηγώντας ουσιαστικά σε μια επανεξέταση της υπόθεσης και μάλιστα όχι για μια μόνο φορά (αφού δεν τίθεται από το νόμο περιορισμός), ωσότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου. Διότι και οι λοιπές αναφορές της Αιτιολογικής Έκθεσης σε μη επιτυχημένη εφαρμογή ή και εξαρχής αδυναμία να εφαρμοστεί το διατακτικό της οριστικής απόφασης συνδέονται είτε με μεταβολή συνθηκών, είτε με σφάλμα39. Στην ουσία η ρύθμιση υπονοεί ότι η οριστική απόφαση μπορεί να επανεξετάζεται συνεχώς ως προς την ορθότητά της, ωσότου εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση. 

Παρενθετικά, στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η προσθήκη της § 2 στο άρθρ. 1536 ΑΚ φαίνεται να θεωρεί ως δεδομένη την καταφατική απάντηση στο ερώτημα, αν η διαπλαστική ενέργεια της απόφασης που ρυθμίζει την επιμέλεια και την εναλλασσόμενη διαμονή επέρχεται ήδη με την οριστική απόφαση ή απαιτείται τελεσιδικία40: αφού ρητά προβλέπεται πλέον ότι η οριστική απόφαση κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση υπόκειται σε μεταρρύθμιση ή ανάκληση, έπεται ότι ο νομοθέτης δέχεται την ανάπτυξη της διαπλαστικής ενέργειας ήδη με την οριστική απόφαση41.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η αναφορά στην § 2 μόνο σε μεταρρύθμιση και όχι σε ανάκληση της οριστικής απόφασης δεν φαίνεται δικαιολογημένη και πρέπει μάλλον να αποδοθεί σε παραδρομή, με τις επισημάνσεις που έγιναν σε προηγούμενο σημείο σχετικά με την ανάκληση. 

(3.2) Η επί της ουσίας επανεξέταση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την ορθότητα ή τη σκοπιμότητά της και χωρίς να συντρέχει μεταβολή συνθηκών κατά την έννοια της § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ δεν μπορεί να γίνει δεκτή, για πολλούς λόγους. Η § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ πρέπει να ερμηνευθεί ως απλώς διευκρινιστική της § 1, ως προς τη δυνατότητα άσκησης μεταρρυθμιστικής αγωγής και κατά οριστικής απόφασης (λόγω της αμφισβήτησης που υπήρχε στο θέμα), ιδίως όταν αυτή έχει προσβληθεί με έφεση, οπότε η μεταβολή των συνθηκών παραδεκτά προβάλλεται και στην έκκλητη δίκη. Μάλιστα, όπως εξηγείται και στη συνέχεια, για την εφαρμογή ειδικά της § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ δεν αρκεί απλώς η μεταβολή των συνθηκών, αλλά πρέπει να συντρέχει και το στοιχείο του κατεπείγοντος.

Α. Η προϋπόθεση της μεταβολής των συνθηκών προκύπτει ήδη από την ένταξη της ρύθμισης ως 2ης παραγράφου στο άρθρ. 1536 ΑΚ, που αντιμετωπίζει ακριβώς αυτό το θέμα. Από τη διατύπωση της § 1 και της § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ προκύπτει ότι και στις δυο διατάξεις η έννοια της μεταρρύθμισης της απόφασης είναι η ίδια και απλώς στην § 2 γίνεται η διευκρίνιση ότι η μεταρρύθμιση της § 1 μπορεί να αφορά και οριστικές αποφάσεις που έχουν προσβληθεί με έφεση, και ότι η αγωγή μπορεί να ασκηθεί και από το πρόσωπο που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου και από την άποψη της συστηματικής ερμηνείας δεν θα ήταν δυνατόν ο ίδιος όρος (μεταρρύθμιση) να προσλαμβάνει διαφορετικό περιεχόμενο μέσα στην ίδια διάταξη. Επομένως, ως μεταρρύθμιση απόφασης και στις δύο παραγράφους του άρθρ. 1536 ΑΚ νοείται η προσαρμογή της απόφασης σε νέες συνθήκες, επομένως προϋποτίθεται ότι έχει επέλθει μεταβολή συνθηκών. Η έννοια της μεταβολής είναι καταρχήν αυτή που παρουσιάστηκε κατά την ερμηνεία της § 1, με ορισμένες πρόσθετες παρατηρήσεις, που εκτίθενται στη συνέχεια.

Ως μόνη, επομένως, προϋπόθεση της διάταξης, συνολικά, παραμένει η μεταβολή των συνθηκών, που αναφέρεται ειδικότερα στην § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ. Κατά συνέπεια, τόσο από τη γραμματική όσο και από τη νομοτεχνική κατάστρωση της νέας διάταξης αποκλείεται η αναζήτηση άλλων, επιπρόσθετων προϋποθέσεων, που ούτε εμμέσως εισάγει ο νόμος. Το συμπέρασμα αυτό καλύπτει και την παρατήρηση της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 5264/2025, ότι η διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί «…ιδίως όταν η απόφαση εκτίμησε εσφαλμένως τις συνθήκες διαβίωσης των τέκνων και του συμφέροντός τους ή υπήρξε … μη επιτυχημένη εφαρμογή … της απόφασης». Και τούτο διότι η Αιτιολογική Έκθεση, γενικά, δεν έχει καθεαυτή κανονιστική ισχύ και δεν μπορεί να κατισχύσει του γράμματος του νόμου ούτε να το συμπληρώσει δεσμευτικά· ο νόμος και μόνον αυτός αποτελεί το δεσμευτικό κείμενο, όπως ψηφίστηκε εν τέλει και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ. Η Αιτιολογική Έκθεση μπορεί ίσως να χρησιμεύσει ως ερμηνευτικό βοήθημα, μόνον όμως όταν το γράμμα του νόμου είναι ασαφές ή αμφίσημο. Όταν, αντίθετα, το γράμμα του νόμου δεν αφήνει περιθώρια συμπληρώσεων ή παρερμηνειών, όπως το νέο άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ που κάνει γενικά λόγο για «μεταρρύθμιση», δηλαδή χρησιμοποιεί μια έννοια γνωστή στον νομοθέτη, που οριοθετείται μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο στο ίδιο το άρθρο, στην § 1, τότε δεν καταλείπεται περιθώριο αναγωγής σε οποιαδήποτε παρατήρηση της Αιτιολογικής Έκθεσης, που δεν συμβιβάζεται με το γράμμα του νόμου. Επομένως, η ως άνω παρατήρηση της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 5264/2025, η οποία προσθέτει προϋπόθεση που δεν υπάρχει στο κείμενο του νόμου, δηλαδή αναφέρεται σε σφάλμα, νομικό ή πραγματικό, της αρχικής απόφασης ως στοιχείο θεμελιωτικό της μεταρρυθμιστικής αίτησης, δεν ανταποκρίνεται στο γράμμα του νόμου και γι’ αυτό δεν μπορεί και να γίνει αποδεκτή. Ούτε μπορεί, με βάση τις ίδιες σκέψεις, να θεωρηθεί κρίσιμη η τροποποίηση στον τίτλο του άρθρ. 1536, από «Μεταβολή των συνθηκών», που ήταν ο αρχικός τίτλος, σε «Ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα», ως σηματοδοτούσα, δηλαδή, κάποια (ανεπίτρεπτη) αποσύνδεση της μεταρρύθμισης ή ανάκλησης από την μεταβολή των συνθηκών.

       Άλλωστε, και γενικότερα, η σύνδεση της μεταρρυθμιστικής αίτησης (αγωγής) με σφάλμα της αρχικής απόφασης έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κοινώς αποδεκτή και αναμφισβήτητη στη δογματική του δικονομικού δικαίου έννοια της «μεταρρύθμισης», η οποία πάντοτε προϋποθέτει μεταβολή των συνθηκών, ιδίως όταν αυτή επιδιώκεται από το ίδιο το εκδώσαν την αρχική απόφαση δικαστήριο. Πράγματι, τόσο η μεταρρυθμιστική αγωγή επί περιοδικών παροχών (βλ. άρθρ. 334 § 1 ΚΠολΔ) όσο και οι αντίστοιχες μεταρρυθμιστικές αιτήσεις και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 696 § 3 ΚΠολΔ), αλλά και στην ιδιαίτερα ελαστική και ευέλικτη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 758 § 1 ΚΠολΔ)42, προϋποθέτουν πάντοτε μεταβολή των συνθηκών, νέα δηλαδή στοιχεία που δεν έλαβε υπόψη της η υπό μεταρρύθμιση απόφαση (καταρχήν οψιγενή, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και οψιιφανή). Ενδεχόμενο σφάλμα της αρχικής απόφασης, νομικό ή πραγματικό, ή διαφορετική αξιολόγηση εκ μέρους των διαδίκων της πραγματικής κατάστασης που οδήγησε στην αρχική κρίση43, ουδέποτε μπορεί να θεμελιώσει αίτηση μεταρρύθμισης, ακόμη και αν οι διάδικοι ανακάλυψαν νέα αποδεικτικά μέσα για τα ήδη κριθέντα πραγματικά περιστατικά44, εφόσον η μεταρρύθμιση ζητείται από το ίδιο το εκδώσαν την απόφαση δικαστήριο, όπως εδώ, και όχι από ιεραρχικά ανώτερο αυτού δικαιοδοτικό όργανο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής45. Διαφορετικά θα υπήρχε ευθεία προσβολή, και μάλιστα χωρίς ρητή νομοθετική κάλυψη, του θεμελιώδους κανόνα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, με την προσθήκη ενός νέου εν τοις πράγμασι ενδίκου μέσου, έστω και περιορισμένης χρονικής ισχύος, απευθυνόμενου εναντίον κρίσης ομοιόβαθμου δικαιοδοτικού οργάνου. Επομένως, ο συγκεκριμένος όρος στην § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ θα πρέπει να ερμηνευτεί με βάση τη νομοτεχνική κατάστρωση της διάταξης, δηλαδή ως συνέχεια της § 1 του ίδιου άρθρου, αλλά και με βάση τη μόνη αποδεκτή δικονομικά έννοια της «μεταρρύθμισης», αποκλειστικά ως μέσο, που προϋποθέτει μεταβολή των συνθηκών για τη νομική βασιμότητα της σχετικής αίτησης. Και αντίθετα, μια ενδεχόμενη ερμηνεία, που, χωρίς ρητή αναφορά στον νόμο, θα αποδεχόταν το σφάλμα της αρχικής απόφασης ως νόμιμο περιεχόμενο της μεταρρυθμιστικής αίτησης του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση τόσο προς το γράμμα της διάταξης, που υπερισχύει, όσο και προς την δογματική του δικονομικού δικαίου, που την αποκλείει. 

       Β. Η διαφαινόμενη λογική της διαρκούς επανεξέτασης της υπόθεσης ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση είναι αντίθετη προς την προαναφερθείσα υπό 1.2 αρχή του περιορισμού των αντιδικιών μεταξύ των γονέων, και συνακόλουθα αντίθετη τόσο στις βασικές κατευθύνσεις του ν. 4800/2021, όσο και στην ίδια την αρχή της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού. Αν η εφαρμογή της § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ αποσυνδεθεί από την προϋπόθεση της πραγματικής και ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών, τότε, με δεδομένο ότι στον νόμο δεν περιέχεται περιορισμός, θα μπορούν να ασκούνται συνεχείς τέτοιες αγωγές από τον εκκαλούντα γονέα, ωσότου επιτύχει την (έστω προσωρινή) ρύθμιση που επιθυμεί. Εξάλλου, αν και οι δύο γονείς έχουν ασκήσει έφεση, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, η ίδια αέναη δυνατότητα επανειλημμένων μεταρρυθμιστικών αιτήσεων θα είναι αμφίπλευρη, αλλά και μπορεί να οδηγήσει στο αδιέξοδο να υπάρξουν ταυτόχρονα δύο διαφορετικού περιεχομένου μεταρρυθμιστικές αποφάσεις. Τίθεται εξάλλου και το ζήτημα, αν η μεταρρυθμιστική απόφαση υπόκειται σε έφεση ή μπορεί μόνο να ασκηθεί νέα αγωγή ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της46. Η κατάσταση αυτή, πέραν του ενδεχομένου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ενέχει κινδύνους για το συμφέρον του παιδιού, που επιβάλλει, όπως προαναφέρθηκε, ο ρυθμός της ζωής του να έχει μια στοιχειώδη σταθερότητα και να μην υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές. 

       (3.3) Τα σοβαρά αυτά μειονεκτήματα της διάταξης επιβάλλουν: α) τον αποκλεισμό της εφαρμογής της για τη διόρθωση σφαλμάτων της πρωτόδικης απόφασης, β) τον ερμηνευτικό περιορισμό της εφαρμογής της όχι απλώς επί μεταβολής συνθηκών, όπως έτσι κι αλλιώς απαιτείται στο άρθρ. 1536 ΑΚ, αλλά επί πραγματικής και ουσιώδους μεταβολής, που αποδεδειγμένα ή κατά βάσιμη πιθανολόγηση οδηγεί σε διακινδύνευση το συμφέρον του παιδιού, η οποία μάλιστα πρέπει να προκαλεί επείγουσα ανάγκη νέας ρύθμισης.  Δεν αρκεί η κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει τη μεταρρυθμιστική αγωγή, ότι η ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εσφαλμένη ή αντίθετη στο συμφέρον του παιδιού. 

H μεταβολή των συνθηκών αποτελεί, έτσι, και στη νέα § 2 του άρθρ. 1536 ΑΚ θεμελιώδη προϋπόθεση της νομικής βασιμότητας της εκεί εισαγόμενης μεταρρυθμιστικής αίτησης. Από το ειδικότερο, όμως, περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης προκύπτουν και τα εξειδικευμένα στοιχεία που θα πρέπει να συνοδεύουν τη μεταβολή των συνθηκών, προκειμένου να δικαιολογηθεί η επίκλησή της. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τον ιδιόρρυθμο, χρονικά περιορισμένο χαρακτήρα της εδώ προβλεπόμενης μεταρρύθμισης, έως την έκδοση της ήδη ασκηθείσας έφεσης, που θα αξιολογήσει τελεσιδίκως τη λύση που προέκρινε η πρωτόδικη, υπό μεταρρύθμιση απόφαση. Δεδομένης δε της ήδη εμπλοκής του Εφετείου, που μάλιστα, με τον ν. 5221/2025 (συμπλήρωμα του οποίου αποτελεί, άλλωστε, ο ν. 5264/2025), δικάζει τη σχετική έφεση ταχύτατα, εντός πέντε μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου (νέο άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2026), η μεταβολή των συνθηκών θα πρέπει να δικαιολογεί επαρκώς την παρέμβαση του εκδόσαντος την αρχική απόφαση Πρωτοδικείου προς μεταρρύθμιση της απόφασής του στον ελάχιστο αυτόν χρόνο, από την άσκηση της έφεσης εναντίον της ως την εκδίκασή της. Είναι χαρακτηριστικό ότι το νέο άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ προϋποθέτει την άσκηση έφεσης («έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο…»), επομένως μέσα στο πεντάμηνο μόλις αυτό, για να έχει κάποιο νόημα η νέα ρύθμιση, θα πρέπει αθροιστικά, (α) να παρέλθει ένα ικανοποιητικό διάστημα, ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα ή μη της λύσης που έδωσε η αρχική απόφαση, και (β) να υπάρχει αξιόλογος χρόνος από την υποβολή της αίτησης, την εκδίκασή της και την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, έως την έκδοση της τελεσίδικης εφετειακής κρίσης, που να δικαιολογεί την αναστάτωση που θα επιφέρει η χρονικά περιορισμένη μεταρρύθμιση, η οποία και πάλι μπορεί να ανατραπεί από την επικείμενη εφετειακή απόφαση. Η εξαιρετική στενότητα του χρόνου αναφοράς του άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, που θέτει και από μόνη της σοβαρό ζήτημα έλλειψης σκοπιμότητας της νέας ρύθμισης, επιβάλλει πάντως εξαιρετικά στενές προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης. Έτσι, η μεταβολή των συνθηκών στο άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ θα πρέπει να είναι αφενός μεν ιδιαίτερα ουσιώδης για να δικαιολογήσει τη μεταρρύθμιση, αλλά και να καθιστά εξαιρετικά κατεπείγουσα τη μεσολάβηση του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου στο μεσοδιάστημα αυτό έως την έκδοση της εφετειακής κρίσης. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε, λχ. να σκεφτεί κανείς, αν αμέσως μετά την έκδοση της αρχικής απόφασης και την άσκηση ενδίκου μέσου κατ’ αυτής αποβιώσει ή ασθενήσει σοβαρά ο γονέας, στον οποίο ανατέθηκε πρωτοδίκως η επιμέλεια, οπότε πράγματι πρόκειται για ιδιαίτερα ουσιώδη μεταβολή, που καθιστά εξαιρετικά επείγουσα και δικαιολογεί την έστω και χρονικά περιορισμένη μεταρρύθμιση της απόφασης. Μια λύση, πάντως, που θα μπορούσε και με το έως πρόσφατα ισχύον νομοθετικό καθεστώς να επιτευχθεί, μέσω της αίτησης προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης (άρθρ. 731-732 και 735 ΚΠολΔ), που μπορούν να ληφθούν και κατά τη διάρκεια της δίκης επί της κύριας υπόθεσης47. Αντίθετα, η απλή μεταβολή των συνθηκών, που επήλθε αμέσως μετά την έκδοση της αρχικής απόφασης, και πριν αξιολογηθεί επακριβώς η αποτελεσματικότητα της λύσης που αυτή έδωσε, δεν είναι ικανή από μόνη της να δικαιολογήσει μια τέτοια δραστική αλλαγή στις συνθήκες διαβίωσης του παιδιού, η οποία μάλιστα θα είναι εξ ορισμού χρονικά περιορισμένη και θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβληθεί εκ νέου, είτε με την τελεσίδικη απόφαση επί της εκκρεμούς έφεσης, είτε με ενδεχόμενη νέα μεταρρυθμιστική αίτηση, που, του νόμου μην ορίζοντος διαφορετικά, μπορεί να επαναλαμβάνεται εσαεί από τους αντίδικους γονείς σε μια ατέρμονη δικαστική διαμάχη. 

Η σχέση, λοιπόν, που συνδέει το στοιχείο του ουσιώδους της μεταβολής των συνθηκών με το κατεπείγον της μεταρρυθμιστικής αίτησης είναι, με βάση την τελολογική προσέγγιση της νέας διάταξης, η εξής: το ουσιώδες της μεταβολής παρουσιάζεται αντιστρόφως ανάλογο από τον χρόνο λειτουργίας της αρχικής απόφασης ή τον χρόνο που απομένει προς εκδίκαση της εκκρεμούς έφεσης κατ’ αυτής· όσο πιο ουσιώδης είναι η μεταβολή, τόσο λιγότερος χρόνος αρκεί για τη μεταρρύθμιση από την έκδοση της αρχικής απόφασης ή, αναλόγως, την εκδίκασή της εναντίον της έφεσης, όπως λχ. συμβαίνει επί θανάτου ή ασθένειας στο ανωτέρω παράδειγμα, οπότε η μεταρρύθμιση μπορεί να ζητηθεί και άμεσα μετά την έκδοση της αρχικής απόφασης ή και ελάχιστα πριν από την εκδίκαση της εκκρεμούς κατ’ αυτής έφεσης. Και αντιστρόφως·όσο λιγότερο ουσιώδης είναι η επελθούσα μεταβολή, τόσο μεγαλύτερος χρόνος απαιτείται για να διαπιστωθεί η δυσλειτουργία της αρχικής απόφασης ή το κατεπείγον σε σχέση με την επικείμενη εκδίκαση του ενδίκου μέσου.

Περαιτέρω, η μεταβολή των συνθηκών, όπως ήδη αναφέρθηκε κατά την ερμηνεία της § 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ, καταρχήν αφορά γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης της οριστικής απόφασης. Αυτά πρέπει να έχουν κάποια βαρύτητα και να μην συνιστούν απλώς συνήθεις ή ήσσονος σημασίας επιπλοκές της διαρκούς διένεξης των γονέων. Γεγονότα και συνθήκες που προϋπήρχαν και είχαν τεθεί υπόψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (λ.χ. κακή σχέση ή αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των γονέων) μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση μεταρρύθμισης, μόνον εάν η πάροδος του χρόνου έχει αναδείξει νέα και μη προϋπάρξασα αρνητική επίδραση στο παιδί, η οποία επιπλέον μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη μεταρρύθμιση της οριστικής απόφασης. Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκειμένου να θεωρηθεί ως μεταβολή συνθηκών η τυχόν αρνητική επίδραση της ρύθμισης που αποφάσισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει να έχει υπάρξει κάποιο ικανό χρονικό διάστημα εφαρμογής της, που να επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος. Πολύ συχνά τα παιδιά εμφανίζουν μεμονωμένες ή περιστασιακές αντιδράσεις σε ερεθίσματα ή αντίθετα παραλείπουν κάθε αντίδραση για λόγους αυτοπροστασίας, επομένως η κρίση ότι βλάπτονται από ένα συγκεκριμένο σύστημα άσκησης της επιμέλειας ή της επικοινωνίας, δεν μπορεί να γίνεται χωρίς χρονικό ορίζοντα ή με βάση μεμονωμένα περιστατικά· η αξιολόγηση από ειδικό είναι συχνά η ενδεδειγμένη λύση και για αυτές τις περιπτώσεις. Εξ αυτού, όμως, συνάγεται ότι σπάνια θα μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ με αποκλειστικό λόγο την αρνητική επίδραση της ρύθμισης που αποφάσισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού για να έχει νόημα η άσκηση της μεταρρυθμιστικής αγωγής, ενόψει της επικείμενης έκδοσης της απόφασης του Εφετείου, θα πρέπει, κατά τα προαναφερόμενα, η αγωγή να ασκηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.

Τέλος, είναι δυνατόν η μεταβολή συνθηκών να προκαλείται από απόφαση ή ενέργεια του ενός γονέα, λχ. αλλαγή του τόπου κατοικίας του, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον η τοπική εγγύτητα κατοικιών των γονέων που κατά τη νομολογία αποτελεί περίσταση που επιτρέπει τη λειτουργία της ισόχρονης εναλλασσόμενης διαμονής48. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου να μην είναι δυνατή η τεχνητή πρόκληση μεταβολής συνθηκών με αυτόβουλη ενέργεια του γονέα που στη συνέχεια την επικαλείται, θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η μεταβολή αυτή ήταν επιβεβλημένη από τα πράγματα (λχ. ο γονέας αναγκάζεται να αλλάξει τόπο κατοικίας επειδή αυτό επιβάλλεται από την εργασία του49) ή αποτελεί προϊόν ελεύθερης επιλογής. 

       (3.4) Το εξαιρετικά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του νέου άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, δημιουργεί και από μόνο του ζήτημα πρακτικής σκοπιμότητας της νέας ρύθμισης. Καταρχήν, εισάγει ένα ιδιόρρυθμο δευτερογενούς κρίσης ένδικο βοήθημα, με χαρακτηριστικά μεταρρυθμιστικής αίτησης και αίτησης αναστολής (χαρακτηριστικά ενδίκου μέσου, που αποδίδουν σφάλμα στην απόφαση, όπως σημειώθηκε, αποκλείονται) ενώπιον του ίδιου του δικάσαντος δικαστηρίου, κάτι που ο πρόσφατος δικονομικός νομοθέτης κατέκρινε, θεωρώντας το ως υπερβολή, και απέκλεισε γενικώς με την κατάργηση του άρθρ. 912 ΚΠολΔ. Έτσι, ενώ ο ν. 5221/2025 αποκλείει γενικά την αίτηση αναστολής από το εκδόσαν την απόφαση δικαστήριο, ο διορθωτικός αυτού ν. 5264/2025 το επαναφέρει αδικαιολόγητα για μια μόνο συγκεκριμένη διαφορά. Και αυτό μάλιστα, χωρίς να υπάρχει πρακτικά κάποιος ιδιαίτερος λόγος, αφού το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, η προσωρινή αναστολή της αρχικής απόφασης έως την έκδοση της εφετειακής κρίσης με βάση τα νέα στοιχεία, μπορεί ούτως ή άλλως να επιτευχθεί, όπως σημειώθηκε, μέσω της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης κατά τα άρθρ. 731-732 και 735 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η νέα ρύθμιση είναι δυνατόν να οδηγεί σε αντίθετο προς το συμφέρον του παιδιού και στη βασική κατεύθυνση του ν. 4800/2021 αφόρητο πολλαπλασιασμό των δικών, ενώ μπορεί να προκαλέσει και δικονομικά αδιέξοδα, αν όλες οι δικονομικές δυνατότητες των διαδίκων ασκηθούν παράλληλα (μεταρρυθμιστική αίτηση, μεταρρυθμιστική της μεταρρυθμιστικής αίτησης, ένδικα μέσα κατ’ αυτής ή/και παράλληλα ασφαλιστικά μέτρα προσωρινής ρύθμισης). 


IV. Συμπεράσματα

 

Από τις αναπτύξεις που προηγήθηκαν προκύπτουν, στα ερωτήματα που μας τέθηκαν, τα εξής συμπεράσματα: 

1. Ελλείψει ρητής μεταβατικής διάταξης το άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ δεν εφαρμόζεται σε διαφορές, στις οποίες η πρωτόδικη οριστική απόφαση είχε εκδοθεί πριν από την ψήφισή του, ανεξαρτήτως αν και πότε ασκήθηκε κατ’ αυτής το ένδικο μέσο της έφεσης. 

2. Η εφαρμογή του αναθεωρημένου άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, εν όψει και του σκοπού του, προϋποθέτει (α) ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, και (β) κατεπείγοντα χαρακτήρα του αιτούμενου μέτρου, που κατά κανόνα δεν συντρέχει, όταν υπάρχει εκκρεμές ένδικο μέσο ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξετάζει ακριβώς τις ίδιες αιτιάσεις με αυτές της μεταρρυθμιστικής αίτησης. Το σφάλμα της αρχικής απόφασης δεν δικαιολογεί τη μεταρρύθμιση κατά το άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ. 

 

  • 1

    Θα μπορούσε να επισημανθεί ότι δεν είναι επιδοκιμαστέα η εισαγωγή τροποποίησης στο κείμενο του ΑΚ, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική διαβούλευση και με εμφανή προχειρότητα στη διατύπωση («η ισχύς της αποφάσεως ισχύει», «του ασκούντος το ένδικο μέσο», αντί του ασκήσαντος· στην § 1 γίνεται λόγος για τον εισαγγελέα, ενώ στην § 2 για τον «αρμόδιο» εισαγγελέα, διατύπωση που γενικά δεν απαντάται στα άρθρα για τη γονική μέριμνα [ΑΚ 1532, 1534, 1537]). Βλ. σχετ. και Κράνη, Η ρύθμιση της § 2 άρθρ. 1536 ΑΚ, που προστέθηκε με το άρθρ. 109 ν. 5264/2025, στην ιστοσελίδα της ΕΝ.Δ.Ε. υπό αριθ. 5.

  • 2

    H ένταξη των διαφορών του άρθρ. 1536 ΑΚ στις οικογενειακές διαφορές του άρθρ. 592 § 3 δεν αμφισβητούνταν· βλ. ΓεωργιάδηΟικογΔ, 4η έκδοση, 2025, § 30 αριθ. 85.

  • 3

    Bλ. ΡάμμοΕγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου Ι, 1978, σ. 45-46· ΜπέηςΤροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του ΚΠολΔ με τον ν. 2145/ 1993: Διαχρονικό δίκαιο, Αρμ 1993.293, 289· Γέσιου-Φαλτσή/Απαλαγάκη/ΑρβανιτάκηΗ νέα διαδικασία του ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό-μετά τους ν. 2915/2001 και 3043/2002, 2004, σ. 156-157.

  • 4

    Κεραμεύς, Ένδικα μέσα[4], 2007, σ. 4-5· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας-ΠανταζόπουλοςΕρμ ΚΠολΔ[2], 2020, Εισαγ. 495-590 αριθ. 1.

  • 5

    Κεραμεύς, ό.π., σ. 5.

  • 6

    Bλ. ΑΠ 271/2002, ΕλλΔνη 2003.175-176.

  • 7

    Bλ. ΜΠρΑθ 73/2025, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ· ΜΠρΡοδπ 285/2024, ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΘ 15592/2023, ΝΟΜΟΣ.

  • 8

    Bλ. J. RazThe Rule of Law and Its Virtue, Law Quarterly Review 93/1977, 195-211· πρβλΟλΣτΕ 2399/2014, ΝΟΜΟΣαριθ. 12-13.

  • 9

    Άρθρ. 3 § 1 ΣύμβΔικΠ. Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, Γενικό Σχόλιο 14 (2013) (ερμηνεία του άρθρου 3 § 1 της Σύμβασης), αριθ. 17-20, 25 επ.

  • 10

    Ενδεικτ. ΑΠ 42/2024, ΑΠ 742/2024, ΑΠ 78/2023 ΝΟΜΟΣ· Βαλμαντώνης, Συνεπιμέλεια και βέλτιστο συμφέρον του τέκνου υπό το φως του ν. 4800/2021, 2022, σ. 30. Αναλυτικά Φουντεδάκη, Το νέο δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών. Οι αλλαγές που επέφερε στον ΑΚ ο ν. 4800/2021, 2021, σ. 27.

  • 11

    Κατά πάγια νομολογία του ΑΠ «Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις»· ενδεικτ. ΑΠ 616/2020, ΑΠ 1422/2019, ΑΠ 1016/2019· βλ. και ΑΠ 824/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1612/2017, ΑΠ, 414/2010, ΑΠ 1027/2010, www.areiospagos.gr. Αναλυτικά Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ, 9η έκδοση, 2024 σ. 743 επ.· Γεωργιάδης, ΟικογΔ, § 30 αριθ. 36 επ.· Αγαλλοπούλου, στον ΑΚ Γεωργιάδη/ Στα­θό­πουλου, άρθρ. 1511 αριθ. 17· ΛέκκαςΗ επιμέλεια του παιδιού κατά τον ΑΚ, 2021, § 5 αριθ. 182 επ.  Για το συμφέρον του παιδιού στην ΕΣΔΑ και στη νομολογία του ΕΔΔΑ βλ. ΕΔΔΑ, Neulinger et Shuruk κατάΕλβετίαςΕυρείαΣύνθεση, 6.7.2010· Eekelaar, The role of the best interest principle in decisions affecting children and decisions about children, International Journal of Children’s Rights2015, 23, (1), 3 επ.· Turković, Best interests of the child in the context of Article 8 of the ECHR, σε Mélanges en l'honneur de Dean Spielmann (2015), 629 επ.· ΚωστοπούλουΕΣΔΑ και ίδρυση της συγγένειας. Η επίδραση της νομολογίας του ΕΔΔΑ στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο, Διδ. Διατριβή Θεσσαλονίκη 2021, σ. 42 επ.

  • 12

    ΑΠ 1422/2019, areiospagos.gr· ΑΠ 1016/2019, ΝΟΜΟΣ· Γεωργιάδης, ΟικογΔ, § 30 αριθ. 38. 

  • 13

    Αναφέρεται χαρακτηριστικά ο επικουρικόςρόλος του δικαστηρίου μετά τον ν. 4800/2021.· Λέκκας, § 6 αριθ. 353. Βαλμαντώνης, σ. 47, σημ. 236· ΜΠρΘ 10201/2023, ΝΟΜΟΣ.

  • 14

    ΑΠ 78/2023, ΝΟΜΟΣ.

  • 15

    ΑΠ 1141/2024, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 78/2023, ΕφΑθ 591/2025, ΕφΑθ 1687/2024, ΕφΑθ 2890/2024, ΜΠρΡοδπ 125/2025, ΜΠρΑθ 5763/2022, ΜΠρΠατ 372/2022, ΜΠρΠατ 73/2022, ΝΟΜΟΣ· Φουντεδάκη, Παρατηρήσεις στις ΜΠρΑθ 5345/2021 (Ασφ.) ΕφΑΔ 2021. 1483 και ΜΠρΑθ 4648/2021 (Ασφ.) ΕφΑΔ 2021. 1485, ΕφΑΔ 2021. 1494 επ.· Βαλμαντώνης, σ.47. Παρενθετικά πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αδικαιολόγητο μετά 4,5 έτη εφαρμογής του ν. 4800/2021 να χρησιμοποιείται ακόμη και από νομικούς ο όρος «συνεπιμέλεια» με την εσφαλμένη έννοια της ισόχρονης κατανομής της επιμέλειας στους γονείς ή της ισόχρονης εναλλασσόμενης διαμονής του παιδιού με τον καθένα γο­νέα. Αυτές οι δύο εκδοχές του ισόχρονου αποτελούν πράγματι δυνατότητες ρύθμισης της άσκησης της επιμέλειας ή της διαμονής του παιδιού από το δικαστήριο ή από τους γονείς (άρθρ. 1514 § 2 ΑΚ), αλλά επ’ ουδενί δεν επιβάλλονται ως υποχρεωτικό εκ του νόμου σύστημα. Είναι απολύτως κρατούσα και μη αμφισβητούμενη η άποψη σε θεωρία και νομολογία, ότι ο όρος «εξίσου» που περιλαμβάνεται τόσο στο άρθρ. 1510 § 1 ΑΚ όσο και στο άρθρ. 1513 ΑΚ, δεν έχει χρονική έννοια, αλλά αποδίδει την αυτονόητη αρχή της ισοτιμίας των γονέων, με την έννοια ότι ο κάθε γονέας πρέπει να έχει ίσης αξίας συμμετοχή στην ανατροφή του παιδιού (βλ. αντί πολλών ΑΠ 78/2023, ΑΠ 742/2024, ΕφΑθ 591/2025, ΕφΑθ 2417/2023, ΕφΠειρ 416/2023, ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΑθ 478/2023, ΝοΒ 2023. 340· ΜΠρΘ 915/2022, ΜΠρΠατ 372/2022, ΜΠρΠατ 73/2022, ΝΟΜΟΣ· Φουντεδάκη, Το νέο δίκαιο, σ. 42 επ.· ΓεωργιάδηςΟικογΔ, § 30 αριθ. 46· Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ, σ. 760· Λέκκας§ 6 αριθ. 370· Βαλμαντώνης, σ. 42.

  • 16

    Σχετ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ ΙΙ, 7η έκδοση, 290, 312. 

  • 17

    Ανωτ. σημ. 15.

  • 18

    Σχετικά με την εφαρμογή του άρθρ. 1514 § 2 ΑΚ στο θέμα της διαμεσολάβησης βλ. ΜΠρΚορ 4/2025, ΝΟΜΟΣ.

  • 19

    Παρότι δεν αναφέρεται ρητά· βλ. αμέσως στη συνέχεια στο κείμενο.

  • 20

    Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ, σ. 826· ΛαδογιάννηςΣΕΑΚ, άρθρ. 1536 αριθ. 1.

  • 21

    ΑΠ 156/2023, ΜΠρΘ 14892/2025, ΜΠρΠατ 325/2025, ΜΠρΛαμ 639/2025, ΝΟΜΟΣ.

  • 22

    Ή αίτησης, αν πρόκειται για μεταρρύθμιση ή ανάκληση απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως οι σχετικές με την αφαίρεση της γονικής μέριμνας λόγω κακής άσκησης (ΜΕφΠειρ 80/2025, ΕφΠατ 14/2020, ΝΟΜΟΣ). 

  • 23

    ΜΠρΠατ 497/2024, ΜΠρΘ 10975/2022, ΝΟΜΟΣ.

  • 24

    Γεωργιάδης, ΟικογΔ, § 30 αριθ.  92.

  • 25

    Κουνουγέρη/Μανωλεδάκη, ΟικογΔ, σ. 827. Βλ. και ΜΕφΠατ 102/2024, ΝΟΜΟΣ.

  • 26

    Επομένως, είναι δυνατή η άσκηση της μεταρρυθμιστικής αγωγής απόφασης που αποφάσισε την ισόχρονη κατανομή της επιμέλειας μεταξύ των γονέων, αν εκ των υστέρων αποκαλυφθεί ψυχική νόσος του ενός γονέα, επικίνδυνη για το παιδί, την οποία ο άλλος αγνοούσε και δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου. Από την άλλη μεριά, αν ένας γονέας έχει μεταβάλει τον τόπο κατοικίας του, χωρίς να έχει εισφέρει το στοιχείο αυτό στη δίκη, δεν μπορεί μετά την έκδοση της απόφασης που ρυθμίζει την επικοινωνία του με το παιδί να ζητήσει την προσαρμογή της στα νέα δεδομένα του τόπου κατοικίας του.

  • 27

    ΕφΠειρ 417/2025, ΜΕφΠατ 102/2024, ΝΟΜΟΣ· Κώστα, Ζητήματα συνεπιμέλειας με τον ν. 4800/2021. Δικονομικά Ζητήματα, Αρμ 2022. 1068 επ., 1076. 

  • 28

    Σε αρκετές αποφάσεις αναφέρεται επίσης ως μεταβολή συνθηκών ο τρόπος με τον οποίο άσκησε τη γονική μέριμνα ή την επικοινωνία ο γονέας· βλ. κατωτ. σημ. 38.

  • 29

    ΕφΠειρ 417/2025, EφΠειρ 18/2025, ΕφΛ 460/2022, ΕφΔ 88/2020, NOMOΣ· Κουνουγέρη-Μα­νωλεδάκη, ΟικογΔ, σ. 827· ΓεωργιάδηςΟικογΔ, § 30 αριθ. 92· Λαδογιάννης, ΣΕΑΚ, άρθρ. 1536 αριθ. 3, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία. 

  • 30

    Bλ. ΑρβανιτάκηΤα χρονικά όρια του δεδικασμένου, 1995, σ. 288-289.

  • 31

    ΜΕφΔ 55/2021, ΝΟΜΟΣ· ΜΕφΑθ 10059/2005, ΕλλΔνη 2017. 1121· ΜΠρΛαμ 639/2025, ΝΟΜΟΣ· ΜΠρΑθ 1539/2024, ΜΠρΚαβ 607/2024, ΝΟΜΟΣ· βλ. έτσι και ΚράνηΗ ρύθμιση της § 2 άρθρ. 1536 ΑΚ, που προστέθηκε με το άρθρ. 109 ν. 5264/2025, στην ιστοσελίδα της ΕΝ.Δ.Ε., υπό 1· βλ. επίσης ΜΠρΑθ 12516/ 2022, ΝΟΜΟΣ: να έχουν γεννηθεί μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και να μην μπορούν να προβληθούν ως λόγοι έφεσης.

  • 32

    ΜΕφΠατ 102/2024, ΝΟΜΟΣ, και δη επί επιμέλειας· ΜΠρΠατ 322/2003, ΝΟΜΟΣ· Γεωργιάδης,ΟικογΔ, § 30 αριθ. 91· Λαδογιάννης, ΣΕΑΚ, άρθρ. 1536 αριθ. 2.

  • 33

    Αν δεν προβληθούν με την έφεση δεν μπορούν να θεμελιώσουν μεταγενέστερη μεταρρυθμιστική αίτηση: EφΠειρ 18/2025, NOMOΣ.

  • 34

    Παντελίδου, Δ 2003. 751-752· Λαδογιάννης, σε ΣΕΑΚ, άρθρ. 1536 αριθ. 5· αντίθ. ΜΠρΠατ 187/2021 (ασφ.), ΝΟΜΟΣ.

  • 35

    ΕφΑθ 4007/2011, ΕλλΔνη 2012. 526· ΜΕφΘ 360/ 2024, ΝΟΜΟΣ· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ ΙΙ, 2η έκδοση 2020, άρθρ. 684 αριθ. 3.

  • 36

    Όπως αναφέρθηκε, στο θέμα υπάρχει διαφωνία, αλλά βλ. αμέσως στη συνέχεια στο κείμενο για τη σχετική καταφατική θέση που λαμβάνει η Αιτιολογική Έκθεση του ν. 5264/2025, υπ’ άρθρ. 109.

  • 37

    Δεν είναι εύστοχη η αναφορά σε επίσημο κείμενο της επικοινωνία, ως «κομμάτι» της γονικής μέριμνας, ενώ είναι γνωστό ότι, κατά παγιωμένη πλέον άποψη, δεν εντάσσεται σ’ αυτή· βλ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ, σ. 790-791. 

  • 38

    Κατά τη νομολογία, μεταγενέστερα περιστατικά που θεμελιώνουν μεταρρυθμιστική αίτηση μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, η de facto άσκηση της επιμέλειας του παιδιού από τον ένα γονέα μετά τη διάσπαση της συμβίωσης ή το διαζύγιο, σε αντίθεση με το περιεχόμενο της απόφασης που είχε αναθέσει την άσκηση της επιμέλειας στον άλλο γονέα, λόγω της εξέλιξης της δυναμικής των σχέσεων μεταξύ των γονέων με το ανήλικο παιδί τους. Επίσης, η μεγαλύτερη ηλικία του, η ιδιάζουσα κατάσταση της υγείας του παιδιού, που καθιστά απαραίτητη τη μητρική περίθαλψη και φροντίδα, η ενηλικίωση του ανήλικου γονέα, ο νέος γάμος του γονέα, στον οποίο ανατέθηκε μετά το διαζύγιο η γονική μέριμνα, σοβαρό πρόβλημα υγείας, ανήθικη συμπεριφορά, η οποία εκθέτει σε κίνδυνο τον ψυχικό κόσμο και την ηθική ανάπτυξη του παιδιού, αδιαφορία ή βάναυση συμπεριφορά του γονέα που ανέλαβε την επιμέλεια, εγκατάλειψη της φροντίδας και της εποπτείας του παιδιού, δημιουργία έχθρας του παιδιού προς τον άλλο γονέα με σκοπό την παρεμπόδιση της επικοινωνίας μαζί του: ΑΠ 1589/2011, EφΠειρ 18/2025, ΕφΠειρ 417/ 2025, ΕφΠατ 28/2024,  ΕφΛ 460/2022, ΕφΔ 88/2020, ΜΠρΘ 14892/2025, NOMOΣ. Ή η ανάπτυξη χειριστικού και εντασιακού περιβάλλοντος από τον γονέα: ΑΠ 156/2023, NOMOΣ.

  • 39

    Αν υπάρχει εξαρχής αδυναμία να εφαρμοστεί το διατακτικό της απόφασης, τότε είτε αυτή είναι προφανώς εσφαλμένη, είτε μεσολάβησε κάποια δραστική και αιφνίδια μεταβολή συνθηκών. Αν η απόφαση δεν εφαρμόζεται «επιτυχώς» είτε πάλι υπονοείται ότι είναι εσφαλμένη είτε ότι η εφαρμογή της μετά την πάροδο ικανού χρόνου δεν λειτουργεί προς το συμφέρον του παιδιού, δηλαδή περίσταση που γίνεται ήδη δεκτή ως μεταβολή συνθηκών κατά την § 1, όπως προαναφέρθηκε. 

  • 40

    Ότι πρέπει να υπάρχει τελεσιδικία Κράνης, ΕνΔΕ, αριθ. 3· αντίθ. ΜΕφΠατ 102/2024, ΝΟΜΟΣ.

  • 41

    Καθώς δεν νοείται κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας σε διαπλαστική απόφαση, αν υποτεθεί ότι αυτή δεν αναπτύσσει αμέσως τις συνέπειές της.

  • 42

    Άρθρ. 758 ΚΠολΔ·  βλ. ΕφΑθ 9735/1982, ΕλλΔνη 1983. 111· Γ. Οικονομόπουλο, ΣχΠολΔ VΙΙ, σ. 33· Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα-ΑρβανιτάκηΕρμ ΚΠολΔ[2], 2020, άρθρ. 758 αριθ. 7.

  • 43

    ΕφΑθ 6518/1990, ΕλλΔνη 1992. 861.

  • 44

    ΕφΑθ 10155/1995, ΕλλΔνη 1996. 1618.

  • 45

    Βλ. άρθρ. 697 ΚΠολΔ· βλ. ΑΠ 496/1972, ΝοΒ 1972. 1305· ΕφΑθ 1033/2019, ΕφΑΔ 2020. 399· Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα-Κράνη, ΕρμΚΠολΔ[2], άρθρ. 607 αριθ. 4.

  • 46

    Υπέρ της δεύτερης εκδοχής Κράνης, σε Εν.Δ.Ε., αριθ. 10.

  • 47

    Βλ. και ΚράνηΕν.Δ.Ε., αριθ. 9 και ανωτ. υπό ΙΙ 2.2.

  • 48

    Ενδεικτ. ΑΠ 78/2023, ΜΕφΑθ 796/2023, ΜΠρΛαμ 39/2020, ΝΟΜΟΣ· ΜΕφΘ 848/2022, ΕλλΔνη 2022.793· ΜΕφΑθ 504/2019, ΕφΑΔ 2021.73· ΜΠρΛ 261/2020, ΕφΑΔ 2021. 78· Γεωργιάδης, ΟικογΔ, § 30 αριθ. 56.

  • 49

    Λχ. η μητέρα είναι εσωτερική οικιακή βοηθός και είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τη μετακόμιση της οικογένειας για την οποία εργάζεται, αλλιώς θα χάσει την εργασία της. 

Close