Ζητήματα εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Ζητήματα εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης1

Γεωργίου Χ. Βούλγαρη

Εισαγγελέα Εφετών Δ.Ν.


 

Πριν την βιομηχανική επανάσταση και για πολλούς αιώνες το έγκλημα ήταν τοπικό και απασχολούσε τα μέλη της συγκεκριμένης κοινότητας που τελέστηκε. Η αλματώδης όμως ανάπτυξη του εμπορίου, των μεταφορών και της ηλεκτρονικής επικοινωνίας άλλαξε ριζικά την ανθρωπότητα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας συνετέλεσε στην εύκολη και απαραίτητη, σε πολλές περιπτώσεις, μετακίνηση των ανθρώπων από το ένα κράτος στο άλλο. Οι έννομες σχέσεις συχνά έχουν συνέπειες που ξεπερνούν τα σύνορα μιας περιορισμένης γεωγραφικά κοινότητας ή ακόμα ενός κράτους. Στις ημέρες μας παρατηρούνται εγκλήματα που έχουν στοιχεία αλλοδαπότητας, στα οποία εφαρμόζονται οι αρχές του διεθνούς ποινικού δικαίου που διέπουν το ποινικό δίκαιο κάθε χώρας. Πέραν αυτού, οι έννομες πολιτείες γρήγορα αντιλήφθησαν ότι θα πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν καλές υπηρεσίες μεταξύ τους, με την μορφή της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας αλλά και της έκδοσης υποδίκων και καταδίκων, σε μια προσπάθεια να καταπολεμηθεί, όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά, το έγκλημα.                                         

       Όταν εκδόθηκε ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας το 1950 δεν υπήρχε διεθνής συμβατική ρύθμιση, πλην διμερών συμφωνιών, που να διέπει τα ζητήματα της δικαστικής συνδρομής και της έκδοσης. Στις 13.12.1957 υπεγράφη στο Παρίσι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση έκδοσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (Ε.Σ.Ε) που στην πάροδο των ετών κυρώθηκε από 47 κράτη και παρ’ ημίν με τον νόμο 4165/1961. Με βάση την Σύμβαση αυτή αλλά και τα πρόσθετα πρωτόκολλα της 15.10.1975 και 17.3.1978 εξετάζονταν για πολλά χρόνια σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι αιτήσεις έκδοσης φυγοδίκων και φυγοποίνων. Πέραν των κρατών της Ευρώπης η Σύμβαση αυτή ισχύει και στο Ισραήλ την Νότια Κορέα και τη Νότια Αφρική.            Το διπλό τρομοκρατικό κτύπημα της 11.9.2001 στους δίδυμους πύργους στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης που κόστισε την ζωή σε 2973 ανθρώπους, χωρίς να υπολογίζονται οι αγνοούμενοι, στάθηκε αφορμή για να ενισχυθεί η συνεργασία των κρατών της Ευρώπης με στόχο την πάταξη της εγκληματικότητας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Ε.Ε.Σ) και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδέχτηκε την πρόταση αυτή την 29.11.2001. Η Απόφαση Πλαίσιο για το ΕΕΣ ολοκληρώθηκε στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τωνΥπουργών Δικαιοσύνης της 13.6.2002 και δημοσιεύτηκε στο επίσημο φύλλο της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 18.7.2002. Η ισχύς της άρχισε την 7.8.2002. Ακολούθησε η βομβιστική επίθεση στην Μαδρίτη την 11.3.2004 που στοίχισε την ζωή σε 191 ανθρώπους με αποτέλεσμα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αξιώσει από τα κράτη μέλη που είχαν καθυστερήσει να προσαρμόσουν την νομοθεσία τους, κατά τα ως άνω, να το πράξουν άμεσα και μέχρι τον Ιούνιο του 2004. Η Ελλάδα μετέφερε με τον ν. 3251/2004 στην εσωτερική της νομοθεσία την απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 13.6.2002. Το Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα με βάση τον ν. 3251/2004 από την 9.6.2004.                                                                                                                                        Η Απόφαση Πλαίσιο του Συμ­βουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτέλεσε ένα κείμενο νόμου που έπρεπε να υιοθετηθεί αυτολεξεί από τα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να δοθεί η δυνατότητα να την υιοθετήσουν με τροποποιήσεις, διαφοροποιήσεις και επιφυλάξεις. Έτσι δημιουργούνται επιπρόσθετα, πέραν των ερμηνευτικών, ζητήματα που αφορούν την ορθή εφαρμογή του θεσμού, τα οποία επιτείνονται όχι μόνο από την μη ομοιόμορφη υιοθέτηση της Απόφασης Πλαίσιο από τα κράτη-μέλη αλλά και από τουλάχιστον αμφιλεγόμενες αποφάσεις των εγχώριων αλλά και υπερεθνικών ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Ορισμένα εξ αυτών των ζητημάτων θα εκτεθούν πιο κάτω.

 

Α. Η εν μέρει τέλεση της πράξης στ΄ έδαφος του κράτους εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης

 

Στο άρθρο 4 § 7 της Απόφασης Πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ως ισχύει σήμερα, αναφέρεται ότι αποτελεί λόγο δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ η περίπτωση κατά την οποία η πράξη έχει τελεστεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης αυτού. Εν τούτοις, στο άρθρο 11 εδ. ζ του ν. 3251/2004 προβλεπόταν ότι η εν μέρει τέλεση της αξιόποινης πράξης στην ελληνική επικράτεια αποτελεί υποχρεωτικό λόγο άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ. Ως εκ τούτου, τα αρμόδια κατά τόπο Συμβούλια Εφετών αποφάσιζαν, εφαρμόζοντας το νόμο, τη μη εκτέλεση ΕΕΣ για πράξεις που τελέστηκαν εν μέρει στην Ελλάδα. Το 2016 το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε τη μη εκτέλεση ΕΕΣ που εξέδωσαν οι ρουμανικές αρχές επειδή το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τελέστηκε εν μέρει σε ελληνικό έδαφος. Ειδικότερα, Ρουμάνος υπήκοος αγόραζε στην ημεδαπή μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αμέσως τις μετέφερε στην Ρουμανία, όπου οι συγκατηγορούμενοί του τις πωλούσαν σε τοξικομανείς και μη. Μετά από αίτημα των ρουμανικών δικαστικών αρχών κλήθηκε το Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών στη Χάγη, στα γραφεία της Eurojust, για να παρασχεθούν εξηγήσεις. Οι Ρουμάνοι ισχυρίστηκαν ότι πρόκειται για ένα αδίκημα που τελέστηκε εν μέρει στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτό θα έπρεπε να εκτελεστεί το ρουμανικό ΕΕΣ, αφού αφενός η περίπτωση αυτή αποτελεί, σύμφωνα με την Απόφαση Πλαίσιο, δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης ενός ΕΕΣ και αφετέρου οι βλαβερές συνέπειες του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών επήλθαν εξ ολοκλήρου στο ρουμανικό έδαφος. Τα αποδεικτικά στοιχεία της τέλεσης της πράξης βρίσκονταν στην Ρουμανία. Το ενδιαφέρον των ρουμανικών δικαστικών αρχών να δικάσουν την υπόθεση, ήταν μεγαλύτερο διότι εκεί διαταράχθηκε η δημόσια τάξη. Η ελληνική πλευρά εξήγησε στους Ρουμάνους εισαγγελείς ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθησαν πιο πάνω, στην Ελλάδα η εν μέρει τέλεση της πράξης στην ελληνική επικράτεια αποτελούσε υποχρεωτικό λόγο άρνησης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ασκήθηκε δίωξη στην Ελλάδα με βάση το άρθρο 8 ΠΚ περί παγκοσμίου δικαιοδοσίας των ελληνικών ποινικών νόμων σε συνδυασμό με τον ν. 4139/2013 περί ναρκωτικών ουσιών. Μετά την πανευρωπαϊκή αξιολόγηση όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της Απόφασης Πλαίσιο για το ΕΕΣ, το αρμόδιο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέστειλε προειδοποίηση στην Ελλάδα με την οποία την καλούσε όπως σε σύντομο χρονικό διάστημα τροποποιήσει το σχετικό άρθρο του ν. 3251/ 2004 και καταστήσει την εν μέρει τέλεση μιας πράξης στο ελληνικό έδαφος ως δυνητικό λόγο άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ. Πράγματι, με το άρθρο 31 § 1 εδ. η΄ ν. 4947/2022 τροποποιήθηκε το άρθρο 12 § 1 ν. 3251/2004 και πλέον η εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τέλεση της πράξης στο ελληνικό έδαφος αποτελούν δυνητικό λόγο άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ. Με την υπ’ αριθ. 461/20232 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό, μετά από έφεση που άσκησε ο Εισαγγελέας Εφετών κατά της υπ’ αριθ. 171/20223 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ότι το τροποποιηθέν άρθρο καταλαμβάνει, ως δικονομικός κανόνας δικαίου, και τα ΕΕΣ, που εκδόθηκαν ακόμα και πριν την τροποποίηση του ως άνω άρθρου.

 

Β. Η σημασία της ύπαρξης δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας          

 

Στην Απόφαση Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή ισχύει σήμερα, δεν υπάρχει πρόβλεψη για την αναγκαιότητα ή μη ύπαρξης έφεσης στις υποθέσεις που αφορούν στην εκτέλεση ή μη ΕΕΣ. Κατά συνέπεια, επαφίεται στην εσωτερική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας στις υποθέσεις αυτές. Στην Ελλάδα, με τα άρθρα 21 και 22 του ν. 3251/2004, προβλέπεται η ύπαρξη δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. Ο Άρειος Πάγος εκδικάζει εφέσεις κατά των αποφάσεων των κατά τόπο αρμοδίων Συμβουλίων Εφετών που αποφάσισαν την εκτέλεση ή μη ΕΕΣ. Στην Ολλανδία υπάρχει μια κεντρική δικαστική Αρχή που εκδικάζει ΕΕΣ οπουδήποτε και αν συλληφθεί ο εκζητούμενος στην ολλανδική επικράτεια. Το 2021 το ως άνω ολλανδικό δικαστήριο αποφάσισε να μην εκτελέσει ελληνικό ΕΕΣ, που αφορούσε διακινητή τόνων ναρκωτικής ουσίας παρά την αντίθετη πρόταση της ολλανδικής εισαγγελίας. Ζητήθηκε η άσκηση έφεσης αλλά αν και η ολλανδική εισαγγελία παραδέχτηκε ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση έγινε κακή εφαρμογή των διατάξεων για το ΕΕΣ, εν τούτοις ανέφερε ότι δεν υπήρχε στην Ολλανδία νομοθετική πρόβλεψη για άσκηση έφεσης από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα. Με όσα εκτέθηκαν καταδεικνύεται η αναγκαιότητα της ύπαρξης δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας στις υποθέσεις που αφορούν στην εκτέλεση ή μη ΕΕΣ. Στις υποθέσεις αυτές δεν κρίνεται η ουσία μιας κατηγορίας, αλλά η δυνατότητα να παραδοθεί ο εκζητούμενος ατο εκζητούν κράτος με βάση τους νομικούς λόγους που διέπουν την εφαρμογή του ΕΕΣ. 

 

Γ. Πρωτόδικη, τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση

 

Η νομολογία πάγια δέχεται ότι για την έκδοση ΕΕΣ δεν απαιτείται προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης, αλλά αρκεί ακόμα και πρωτόδικη απόφαση. Στην Απόφαση Πλαίσιο, όπως αυτή ισχύει σήμερα, γίνεται δεκτό, αν και δεν αναφέρεται ρητά αλλά αναλογικά από το άρθρο 4α αυτής, ότι επιτρέπεται να εκδίδονται ΕΕΣ με βάση μη τελεσίδικες ή αμετάκλητες αποφάσεις κατά εκζητουμένων. Στην ίδια παραδοχή κατατείνει και το άρθρο 12 του. ν. 3251/2004. Σποραδικά όμως απασχολεί τις δικαστικές αρχές το είδος της απόφασης με βάση την οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ. Ειδικότερα με την υπ’ αριθ. 196/20224 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η έφεση του εκζητούμενου κατά της υπ’ αριθ. 18/2021 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και διατάχθηκε η μη εκτέλεση ΕΕΣ των λιθουανικών αρχών επειδή η καταδικαστική ποινική απόφαση δεν ήταν αμετάκλητη. Η Λιθουανία κατήγγειλε την Ελλάδα στο αρμόδιο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κακή εφαρμογή της Απόφασης Πλαίσιο. Το 2024 οι γερμανικές αρχές πληροφόρησαν το Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ότι η απόφαση για την οποία εκδόθηκε ΕΕΣ από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών δεν είναι αμετάκλητη και για τον λόγο αυτό το ελληνικό ΕΕΣ (αν δεν ανακληθεί από τις ελληνικές αρχές) δεν θα εκτελεστεί. Μετά από μια σύντομη αλληλογραφία και παράθεση αποφάσεων εκατέρωθεν περί εκτέλεσης τόσο ελληνικών όσο και γερμανικών ΕΕΣ, που στηρίζονταν σε μη αμετάκλητες ή τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις, οι δικαστικές αρχές του Βερολίνου αποφάσισαν την εκτέλεση του ελληνικού ΕΕΣ.

 

Δ. Η προθεσμία για την έκδοση απόφασης εκτέλεσης ή μη ΕΕΣ

 

Τόσο στο άρθρο 17 της Απόφασης Πλαίσιο όσο και στο άρθρο 21 ν. 3251/2004 προβλέπονται σύντομες προθεσμίες μέσα στις οποίες πρέπει το κράτος εκτέλεσης να αποφανθεί αμετάκλητα επί της εκτέλεσης ή μη ενός ΕΕΣ. Σκοπός της θέσπισης του ΕΕΣ ήταν να προβλεφθεί μια αρκετά πιο ευέλικτη διαδικασία η οποία θα εξυπηρετούσε την δικαστική συνεργασία των κρατών μελών αφού είναι δεδομένη η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η αρχή της εμπιστοσύνης αλλά και η παραδοχή ότι όλα τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν κράτη δικαίου. Οι προθεσμίες όμως αυτές δεν είναι αποκλειστικές αλλά ενδεικτικές. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες, για διαφόρους λόγους, οι δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης ζητούν περαιτέρω διευκρινήσεις από το κράτος που εξέδωσε το ΕΕΣ με αποτέλεσμα να καθυστερεί η τελειωτική κρίση περί της εκτέλεσης ή μη του ΕΕΣ. Σε γενικές γραμμές δεν υπάρχουν σημαντικές καθυστερήσεις. Σε σπάνιες όμως περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί καθυστερήσεις με πιο χαρακτηριστική την παράδοση εκζητούμενης, με βάση ΕΕΣ, από τις αγγλικές αρχές στην Ελλάδα μετά από υπερδεκαετείς ποινικές και διοικητικές διαδικασίες που έθεσαν σε δοκιμασία τη δικαστική συνεργασία των δύο κρατών. 

 

Ε. ΕΕΣ και ανθρώπινα δικαιώματα

 

Το άρθρο 1 §  3 της Απόφασης Πλαίσιο αναφέρει ότι «η παρούσα απόφαση Πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Το άρθρο 1 § 2 του ν. 3251/2004 αναφέρει ότι «η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος που διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση». Το 2021, κατά την Αξιολόγηση της Λιθουανίας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι λιθουανικές δικαστικές αρχές παρουσίασαν μια απόφαση σύμφωνα με την οποία λιθουανικό δικαστήριο αρνήθηκε να εκτελέσει ΕΕΣ που είχαν εκδώσει οι βρετανικές αρχές (πριν το Brexit). Ειδικότερα, όπως έγινε δεκτό, δεν εκτελέστηκε το ΕΕΣ σε βάρος εκζητούμενης, η οποία κατηγορείτο για εμπόριο δούλων (slave trade), επειδή ενδεχομένως οι βρετανικές αρχές δεν θα σέβονταν τα ανθρώπινα δικαιώματά της. Η εκζητούμενη έπασχε από ψυχική ασθένεια και ενδεχομένως, σύμφωνα με την απόφαση, οι Βρετανοί δεν θα της παρείχαν τη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Οι Λιθουανοί εξέδωσαν την απόφαση αυτή χωρίς να υπάρχει καταγεγραμμένη κάποια παρόμοια περίπτωση στην οποία οι Βρετανοί να μην έχουν παράσχει σε ασθενείς κρατούμενους-εκζη­τούμενους που παραδόθησαν σε αυτούς, σε εκτέλεση ΕΕΣ, την δέουσα περίθαλψη. Είναι προφανές ότι το ΕΕΣ καθιερώθηκε στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι θεωρείται δεδομένο πως η μεταχείριση στους κρατούμενους είναι αυτή που αρμόζει σε κράτη που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες ότι η Βρετανία δεν περιέθαλψε κρατουμένους που κρατούνται σε βρετανικές φυλακές με τη δέουσα επιμέλεια και κατά συνέπεια το ως άνω ΕΕΣ θα έπρεπε να είχε εκτελεστεί. 

 

Στ. ΕΕΣ και δίκη «in absentia» 

 

Τόσο το άρθρο 4α της Απόφασης Πλαίσιο, ως ισχύει σήμερα, όσο και το άρθρο 12 § 1 εδ. στ, 2 του ν. 3251/2004 αναφέρουν ότι η ερήμην καταδίκη του εκζητούμενου αποτελεί λόγο δυνητικής απόρριψης ενός ΕΕΣ· θα πρέπει όμως να γίνεται διάκριση των περιπτώσεων όπου ο εκζητούμενος προκάλεσε υπαιτίως την καταδίκη του ερήμην από τις περιπτώσεις στις οποίες ο εκζητούμενος-καταδικασθείς είχε εξ αρχής άγνωστη στις αρχές κατοικία ή διαμονή. Το 2023 οι γερμανικές αρχές του κρατιδίου της Έσσης συνέλαβαν έναν εκζητούμενο, ο οποίος είχε καταδικαστεί για διακίνηση παράτυπων μεταναστών από κοινού και κατ’ εξακολούθηση. Οι ελληνικές αρχές είχαν συλλάβει τρεις αλλοδαπούς οι οποίοι έστελναν παράνομα και με πλαστά πιστοποιητικά παράτυπους μετανάστες στη βόρεια Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία. Μετά την απολογία τους στον Ανακριτή διετάχθη η προσωρινή τους κράτηση. Μετά από έξι μήνες κράτησης, το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών αποφάσισε την αντικατάσταση της προσωρινής τους κράτησης με περιοριστικούς όρους (με αντίθετη εισαγγελική πρόταση). Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι θα διαμένουν σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο κέντρο της Αθήνας αλλά σύντομα έσπευσαν να εξαφανιστούν με αποτέλεσμα να δικαστούν ερήμην. Οι επιδόσεις τόσο των κλήσεων προς εμφάνιση στο δικαστήριο όσο και της καταδικαστικής απόφασης επιδόθηκαν νομότυπα. Οκτώ χρόνια μετά την καταδίκη τους, ένας εξ αυτών συνελήφθη στην Έσση με βάση ελληνικό ΕΕΣ. Οι γερμανικές δικαστικές αρχές εξέτασαν τη δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ επειδή ο εκζητούμενος καταδικάστηκε «in absentia». Επακολούθησε αλληλογραφία με το Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών που διάρκησε μήνες. Η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών τόνισε ότι αφενός οι καταδικασθέντες υπατίως εξαφανίστηκαν και αφετέρου ότι οι κλήσεις και οι επιδόσεις έγιναν σύμφωνα με όσα ορίζει ο ΚΠΔ. Τελικά οι γερμανικές αρχές αποφάσισαν να εκτελέσουν το ελληνικό ΕΕΣ και να παραδώσουν τον εκζητούμενο στην Ελλάδα. Οι άλλοι δύο καταδικασθέντες εξακολουθούν να μην εντοπίζονται, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. 

 

Ζ. Η εκτέλεση της απόφασης για την οποία εκδόθηκε ΕΕΣ στο κράτος εκτέλεσης αυτού

 

Όπως ορίζουν τα άρθρα 4 §  6 της Απόφασης Πλαίσιο και 12 § 1 εδ. ε του ν. 3251/2004 παρέχεται η δυνατότητα μη εκτέλεσης του ΕΕΣ από το κράτος εκτέλεσης αυτού σε περίπτωση που ο εκζητούμενος-καταδικασθείς κατοικεί ή διαμένει στο κράτος εκτέλεσης ή είναι υπήκοος του κράτους εκτέλεσης. Στην περίπτωση αυτή το κράτος εκτέλεσης αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφάλειας σύμφωνα με τους ποινικούς νόμους του. Ο δυνητικός αυτός λόγος μη εκτέλεσης του ΕΕΣ σημαίνει ότι το κράτος εκτέλεσης αναλαμβάνει να εκτελέσει την επιβληθείσα ποινή ως έχει χωρίς να μπορεί να την αναστείλει σύμφωνα με όσα ορίζει ο ποινικός του κώδικας, να την μετατρέψει σε χρηματική ποινή, ή σε παροχή κοινωνικής εργασίας. Όλοι αυτοί οι εναλλακτικοί τρόποι έκτισης της επιβληθείσας ποινής, όπως και η δυνατότητα αναστολής της ποινής, κρίθηκαν από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους που εξέδωσε το ΕΕΣ και επέβαλε την ποινή. Κατά συνέπεια, το κράτος εκτέλεσης του ΕΕΣ είτε θα αποφασίσει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, να εκτελέσει το ΕΕΣ και να παραδώσει τον εκζητούμενο στο κράτος έκδοσης αυτού ή να εκτελέσει την ποινή ως έχει χωρίς να δύναται να παρέμβει στην ποινή και να διατάξει κάτι άλλο εκτός από τη φυλάκιση του εκζητουμένου. Η νομολογία είναι πάγια σε όλα τα κράτη-μέλη και δεν υπάρχει κάποια άλλη γνώμη που να διατυπώθηκε από θεωρητικούς του δικαίου ή από κάποιο ευρωπαϊκό εθνικό ή υπερεθνικό δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 19 ν. 4307/ 2014 (περί ενσωμάτωσης στο ελληνικό δίκαιο της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27.11.2008 όπως τροπ. με την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26.2.2009, σχετικά με την εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση) απαγορεύεται μια τέτοια μετατροπή. Σε αυτό κατατείνει και η υπ’ αριθ. 105/20155 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία απερρίφθη αίτημα του εκζητουμένου-καταδι­κασθέντος για μετατροπή της ποινής φυλάκισης που επέβαλε γερμανικό δικαστήριο μετά την απόφαση του Συμβουλίου Εφετών περί μη εκτέλεσης ΕΕΣ λόγω εφαρμογής του ως άνω άρθρου 12 § 1 εδ. ε του ν. 3251/2004. Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό ότι οι περί μετατροπής της ποινής διατάξεις του ποινικού κώδικα είναι ουσιαστικές διατάξεις και όχι δικονομικές. Ως εκ τούτου οποιαδήποτε μεταβολή και δη μετατροπή της ποινής στο ουσιαστικό περιεχόμενο της απόφασης του γερμανικού δικαστηρίου θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στην δικαιοδοτική κρίση των αλλοδαπών αρχών. Τέτοια δικαιοδοσία περί μετατροπής της ποινής έχει μόνο το δικάσαν δικαστήριο και όχι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της ποινής. Η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής συνδέεται με την ουσία της υπόθεσης, την οποία μόνο το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να εκτιμήσει και ουδόλως αφορά την εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής. Το Ανώτατο Ακυρωτικό εξέτασε την προσβαλλομένη απόφαση για τυχόν υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Περαιτέρω, στην απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρεται ότι σε κάθε περίπτωση ρητά επί αυτού και δη περί της μη μετατροπής της ποινής προβλέπει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δη η έκθεσή της βάσει του άρθρου 34 της Απόφασης-Πλαί­σιο της 13.5.2002 για το ΕΕΣ και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών-μελών, COM (2005)63, τελικό, Βρυξέλλες, 23.2.2005. Παρ’ όλα αυτά το Τριμ. Πλημ/κείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 139/20246 απόφασή του, κατά πλειοψηφία και με αντίθετη εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι η απόφαση γαλλικού ποινικού δικαστηρίου, με βάση την οποία είχε εκδοθεί ΕΕΣ από τις γαλλικές αρχές, το οποίο δεν εκτελέστηκε από τις ελληνικές αρχές σύμφωνα με όσα αναφέρθησαν πιο πάνω, μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική εργασία. Στην απόφαση αυτή εφαρμόστηκε εσφαλμένα το άρθρο 9 § 7 ν. 4397/2014 αλλά και το άρθρο 19 ν. 4307/2014, σύμφωνα με τα οποία απαγορεύεται μια τέτοια μετατροπή. Η μορφολογία της ποινής που επιβλήθηκε με την απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, στα πλαίσια του ΕΕΣ και σύμφωνα με τον ν. 3251/2004, δεν επιτρέπεται να αλλοιωθεί ως προς τα χαρακτηριστικά της κατά την εκτέλεσή της στην ημεδαπή και δη με την μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας7. Ούτε είναι δυνατή η μετατροπή της ποινής με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 §  7 ν. 4307/2014, διότι αφενός οι διατάξεις περί μετατροπής της ποινής είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου μια τέτοια μετατροπή θα συνιστούσε ουσιώδη και ανεπίτρεπτη μεταβολή της καταγνωσθείσας ποινής με την απόφαση του γαλλικού δικαστηρίου8. Επί της αναίρεσης που άσκησε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών κατά της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθ. 1089/20249 απόφασή του, που δεν εξέτασε αυτή τη φορά την ορθότητα της απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως απαράδεκτη την αναίρεση γιατί έκρινε ότι μόνο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου,  κατ’ αρθρο  505 § 2 ΚΠΔ, μπορεί να προσβάλλει την ως άνω απόφαση του Πλημ/κείου Αθηνών αφού αυτή δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας και δεν υπάγεται στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στις §§ 2 και 3 του άρθρου 504 ΚΠΔ ή σε άλλη διάταξη νόμου που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης. Στην απόφαση δεν εξετάσθηκαν αυτεπαγγέλτως οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 510 § 2 ΚΠΔ (υπέρβαση εξουσίας). Η απόφαση του Πλημ/κείου Αθηνών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις σχετικές ως άνω Αποφάσεις-Πλαίσιο, την προηγούμενη νομολογία του Αρείου Πάγου, την διεθνή νομολογία και τα “Guidelines” που εκδίδονται στην Ευρωπαϊκή Ενωση σχετικά με την ορθή εκτέλεση του ΕΕΣ. Οι γαλλικές αρχές αφού πληροφορήθηκαν από την Interpol την μη εκτέλεση του ΕΕΣ που εξέδωσαν, αλλά και τη μη φυλάκιση του εκζητουμένου, απέστειλαν στο Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών έγγραφο με το οποίο ζητούσαν να πληροφορηθούν για ποιο νόμιμο και παραδεκτό λόγο, που ακολουθείται νομολογιακά σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο εκζητούμενος δεν κρατείται σε ελληνική φυλακή αφού σύμφωνα με όσα κρατούν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο καταδικασθείς έπρεπε να εκτίσει σε ελληνική φυλακή την ποινή που επέβαλε το γαλλικό ποινικό δικαστήριο.

 

Η. ΕΕΣ και συνθήκες κράτησης

 

Έχει παρατηρηθεί ότι κάποια ΕΕΣ δεν εκτελούνται επειδή υπάρχει υπερπληθυσμός στα σωφρονιστικά καταστήματα διαφόρων κρατών της Ευρώπης. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στην αύξηση της παράνομης μετανάστευσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Οι χώρες εκτέλεσης συνήθως αρνούνται να εκτελέσουν ένα ΕΕΣ διότι εάν παραδοθεί ο εκζητούμενος στην χώρα που εξέδωσε το ΕΕΣ θα μεταχθεί σε φυλακές, όπου οι συνθήκες κράτησης δεν θα είναι καλές. Ειδικότερα, θα διαμένει σε κελί όπου δεν θα του παρέχονται τα ελάχιστα τετραγωνικά τα οποία απαιτούνται για να ζει σε καθεστώς που δεν παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματά του. Με άλλα λόγια, οι συνθήκες κράτησής του δεν θα είναι υποφερτές και προσήκουσες για ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι συνθήκες κράτησης στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ καλύτερες από την κράτηση των καταδικασθέντων σε φυλακές τρίτων χωρών. Σε ότι αφορά την Ελλάδα, κατά την Αξιολόγησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 2021 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, το ποσοστό υπεράριθμων κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές δεν υπερέβαινε το 10-15%. Στις περιπτώσεις που τίθεται ζήτημα συνθηκών κράτησης θα πρέπει να παρέχονται και να τηρούνται διαβεβαιώσεις από το κράτος που εξέδωσε το ΕΕΣ ότι σε περίπτωση εκτέλεσής του ο εκζητούμενος θα κρατηθεί σε φυλακή που δεν έχει υπερπληθυσμό κρατουμένων ή σε φυλακή που έχει υπερπληθυσμό κρατουμένων, αλλά σε κελί στο οποίο θα εξασφαλίζονται για τον εκζητούμενο τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τετραγωνικά μέτρα για την αξιοπρεπή διαβίωσή του. Στην Ελλάδα παλαιότερα ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης υπέγραφε έγγραφο, το οποίο αποστελλόταν στο κράτος εκτέλεσης ενός ελληνικού ΕΕΣ, σύμφωνα με το οποίο παρέχονταν διαβεβαιώσεις ότι ο εκζητούμενος θα κρατηθεί σε ελληνική φυλακή στην οποία δεν υπάρχει υπερπληθώρα κρατουμένων. Παρά τις διαβεβαιώσεις που παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές, υπάρχουν περιπτώσεις όπου κράτη εκτέλεσης δεν έχουν εκτελέσει ελληνικά και όχι μόνο ΕΕΣ για συνθήκες κράτησης. Για παράδειγμα, οι δικαστικές αρχές του Εδιμβούργου δεν εκτέλεσαν ελληνικό ΕΕΣ που αφορούσε παιδόφιλο εκζητούμενο. Βρετανικά δικαστήρια άλλοτε εκτελούν ΕΕΣ της Ελλάδας και άλλοτε δεν τα εκτελούν λόγω συνθηκών κράτησης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται το ίδιο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να εκδίδονται αντιφατικές αποφάσεις όταν μάλιστα και στις βρετανικές φυλακές υπάρχει υπερπληθώρα φυλακισμένων. Πέραν αυτού, τα βρετανικά δικαστήρια συχνά εκδίδουν αποφάσεις περί μη έκδοσης εκζητούμενων με αιτιολογικό που είναι αμφιλεγόμενο. Με αυτόν τον τρόπο δεν τηρείται η αρχή της αμοιβαιότητας (principle of reciprocity). Υπό αυτές τις συνθήκες και με δεδομένο ότι πολλά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερπληθυσμού των φυλακών τους, θα πρέπει είτε να καταργηθεί το ΕΕΣ ή να εκτελείται με τήρηση των δεσμεύσεων που πρέπει να αναλαμβάνει το εκδούν το ΕΕΣ κράτος σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Σε διαφορετική περίπτωση, οι δράστες ιδιαζόντως ειδεχθών εγκλημάτων θα αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Το ΕΕΣ θεσπίστηκε γιατί είναι βέβαιο ότι στα κράτη μέλη γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα των κρατουμένων, οι οποίοι δεν θα υποστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Υπερβολές στην μη εκτέλεση ΕΕΣ τόσο από τα εθνικά δικαστήρια όσο και από το ΕΔΔΑ δίνουν στους πολίτες λάθος μηνύματα, ευνοούν την εγκληματικότητα και δεν διασφαλίζουν την κοινωνική ειρήνη και την ασφάλεια των πολιτών απέναντι στο διαρκώς αυξανόμενο έγκλημα. 

 

Επίμετρο

 

Πέραν όσων αναφέρθηκαν, προβλήματα γεννώνται με την έκδοση ΕΕΣ που είναι πολύ περιληπτικά με συνέπεια τα κράτος εκτέλεσης να δυσκολεύεται να κατανοήσει την παράνομη πράξη που τέλεσε ο εκζητούμενος. Η κακή μετάφραση ενός ΕΕΣ μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε καθυστερήσεις στην έκδοση απόφασης περί εκτέλεσης ενός ΕΕΣ αλλά ακόμα και στην μη εκτέλεσή του, ειδικά μάλιστα αν το εκδούν κράτος δεν συνεργάζεται και δεν παρέχει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις. Η ασφάλεια δικαίου είναι κάτι που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Όπως αναφέρουν οι ρουμανικές δικαστικές αρχές, δεν είναι δυνατόν 26 συνεχόμενα ρουμανικά ΕΕΣ να έχουν εκτελεστεί από τις ελληνικές δικαστικές αρχές και το 27ο ΕΕΣ να μην εκτελείται για τις συνθήκες κράτησης που υπάρχουν στις ρουμανικές φυλακές. Η απόφαση για την εκτέλεση ή μη ενός ΕΕΣ έχει συνέπειες που υπερβαίνουν την επικράτεια ενός κράτους-μέλους. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης περί μη εκτέλεσης που καταφανώς έχει παραβιάσει την Απόφαση Πλαίσιο για το ΕΕΣ παρέχεται η δυνατότητα στο κράτος που εξέδωσε αυτό να καταγγείλει το κράτος εκτέλεσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στον ΟΑΣΕ στο Παρίσι ή ακόμα και στην Eurojust. Στις περιπτώσεις αυτές οι δικαστικές αρχές του κράτους που δεν εκτέλεσε, καταφανώς εσφαλμένα, ένα ΕΕΣ καλoύνται να δώσουν εξηγήσεις ακόμα και σε πολυπληθές ακροατήριο σε μια διαδικασία που είναι επώδυνη. Περαιτέρω, στις Βρυξέλλες συντάσσονται περιοδικές εκθέσεις όπου αναφέρεται η ορθή ή μη εφαρογή του ΕΕΣ από τα κράτη-μέλη. 

Το ΕΕΣ και η εκτέλεση ή μη αυτού αποτελούν μια πολύ σοβαρή διαδικασία που σκοπεί στην καταπολέμηση του εγκλήματος και την διασφάλιση της δημόσιας τάξης και της κοινωνικής ειρήνης στην Ευρώπη. Επομένως πρέπει να αντιμετωπίζεται με την δέουσα επιμέλεια και σοβαρότητα με δίκαιη εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εκζητούμενων, καθώς και των θυμάτων των εγκληματικών πράξεων. Σε κάθε περίπτωση, κράτος δικαίου θεωρείται εκείνο που διασφαλίζει τη νομιμότητα και πατάσσει τις παραβατικές συμπεριφορές. Με τις σκέψεις αυτές θα πρέπει να αφήσουμε το ΕΕΣ να «αναπνεύσει» και να επιτελέσει το έργο του σε όφελος των Ευρωπαίων πολιτών. 

 

  • 1

    Η παρούσα αποτελεί εισήγηση στο συνέδριο του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου που διεξήχθη στις 12/13.12.2025 για την συμπλήρωση 10 χρόνων από την ίδρυσή του.

  • 2

    Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ και Qualex.

  • 3

    Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ όπου η δημοσιευμένη υπ’ αριθ. 14/2022 εισαγγελική έφεση.

  • 4

    Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ και Qualex.

  • 5

    ΠοινΧρ ΞΣΤ ( 2016). 279, Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ και Qualex.

  • 6

    ΠοινΧρ ΟΕ (2025). 297.

  • 7

    Στ. Δασκαλόπουλος, Εκτέλεση αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων στην Ελλάδα, εισήγηση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών στις 15/15.3.2019 στα πλαίσια επιμορφωτικού σεμιναρίου με θεματική «ζητήματα εκτέλεσης ποινών» σε ιστότοπο www.esdi.gr

  • 8

    Μειοψηφούσα γνώμη σε υπ’ αριθ. 139/2024 απόφαση του ΤριμΠλΑθ, ΠοινΧρ ΟΕ (2025). 303.

  • 9

    ΠοινΧρ ΟΕ (2025). 258, ΠοινΔικ 5/2025. 473, Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ και Qualex.

Close