Έλεγχος των αποφάσεων του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα: «Προστασία του κατηγορουμένου στη Νέα υβριδική Ποινική Δικονομία»
Έλεγχος των αποφάσεων
του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα:
«Προστασία του κατηγορουμένου
στη Νέα υβριδική Ποινική Δικονομία»
Ναταλίας Χρυσάγη
Δικηγόρου
Ίδρυση. Η 1η Ιουνίου 2021 είναι αναμφίβολα η ημερομηνία ορόσημο για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. Είναι η ημέρα κατά την οποία υλοποιήθηκε το όραμα των 22, εκ των 27, κρατών μελών της ΕΕ και ξεκίνησε η λειτουργία μιας ενιαίας Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (“EPPO” – European Public Prosecutor’s Office). Προορισμός της να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της ΕΕ ή της ίδιας της ΕΕ ως «δανειστή». Την αντίρρηση τους να συμμετάσχουν στο εγχείρημα εξέφρασαν μόνο 5 κράτη: η Ουγγαρία, η Πολωνία1, η Δανία, η Φινλανδία και η Ιρλανδία. Οι τελευταίες μπορούν να συνάψουν διμερείς συμφωνίες συνεργασίας με την EPPO, ενώ προβλέφθηκε και ένας ειδικός μηχανισμός «σημείων επαφής» μέσω του οποίου μπορεί να υπάρξει συνεργασία των κρατών αυτών με την EPPO, που ωστόσο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των πρώτων. Η μόνη διαφορά μεταξύ των 5 (και πλέον 4) χωρών μελών και τρίτων χωρών (εκτός ΕΕ) έγκειται, στο ότι οι πρώτες οφείλουν να σέβονται, χωρίς υποχρέωση συμμόρφωσης, και να αναγνωρίζουν την EPPO ως ένα από τα όργανα της ΕΕ, ενώ οι λοιποί δεν οφείλουν ασφαλώς να την αναγνωρίζουν, πολλώ δε μάλλον να συμμορφώνονται με τις εντολές και τις αποφάσεις της. Η αποχή των αρχικώς πέντε, υπενθυμίζει για ακόμη μία φορά πόσο δύσκολο είναι για τα επί μέρους κράτη να συλλάβουν τη «Μεγάλη Ιδέα» μίας ενωμένης, λειτουργικής, Ευρώπης, μίας ιδεατής ευρωπαϊκής ομοσπονδίας κρατών με τον κοινό μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης2.
Εναλλακτικοί αλλά και επάλληλοι θεσμοί. Μέχρι προ 5 ετών, μόνο οι εθνικές αρχές μπορούσαν να διεξάγουν έρευνες και να ασκούν ποινικές διώξεις για αδικήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ωστόσο, οι εξουσίες τους περιορίζονταν εντός των εθνικών συνόρων. Τα μόνα εργαλεία της Ευρώπης έως τότε ήταν η OLAF (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης), η Eurojust (ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης) και η ΕUROPOL (Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία), που ωστόσο δεν μπορούν να διενεργούν ποινικές έρευνες ούτε να ασκούν διώξεις. Η OLAF μπορούσε να ενημερώνει μόνο για τα αποτελέσματα των διοικητικών της ερευνών τις αρμόδιες εθνικές αρχές (πλέον και την EPPO), οι οποίες στη συνέχεια αποφασίζουν ανεξάρτητα εάν πρέπει ή όχι να ασκηθεί ποινική δίωξη3, ενώ οι λοιποί θεσμοί λειτουργούσαν βάσει χρονοβόρων αιτημάτων δικαστικής συνδρομής.
Ο θεσμός της Ευρωεισαγγελίας αποτελεί μια τομή στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης εντός της ΕΕ, χωρίς ανάλογο προηγούμενο. Η σημασία της δεν έχει ακόμη αναλυθεί και είναι νωρίς για να αντιληφθούμε τις συνέπειες που θα έχει στην λειτουργεία της ποινικής δικαιοσύνης των Κρατών - Μελών. Διότι, ας μην ξεχνάμε, η ποινική δικαιοσύνη εξακολουθεί να απονέμεται από τα εθνικά δικαιοδοτικά συστήματα και αρχές, που υπάγονται στους εθνικούς κανόνες. Δημιουργείται έτσι μια υβριδική ποινική δικονομία, που καθορίζεται από Ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες. Πώς συναρμονίζονται, εάν προκύπτουν συγκρούσεις, ασάφειες, κενά, είναι θέματα που, εν συντομία, θα θίξουμε εν συνεχεία. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η έναρξη λειτουργίας της EPPO δεν έγινε αντιληπτή άμεσα, αφού συνέπεσε με την πανδημία Covid 19.
Νέα Ευρωπαϊκή Ποινική Δικονομία. Η σύσταση, οι κανόνες λειτουργίας και οι δικονομικοί κανόνες της EPPO ρυθμίζονται από τον Κανονισμό (REG EE) 1939/2017, ο οποίος έχει άμεση ισχύ στην εθνική έννομη τάξη και συμπληρωματικά από τους εθνικούς νόμους, δια των οποίων αυτός μεταφέρθηκε στην εκάστοτε έννομη τάξη και εκείνους που ισχύουν γενικά στο εθνικό επίπεδο. Στην ελληνική έννομη τάξη ο Κανονισμός μεταφέρθηκε με τον ν. 4786/2021 (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 5026/23 και το ν. 5108/24). Πρόκειται περί μίας υβριδικού τύπου Ευρωπαϊκής Ποινικής Δικονομίας, που αποτελείται από τους κανόνες του Κανονισμού, όπως αυτοί μεταφέρονται, προσαρμόζονται (και επομένως ερμηνεύονται) και συμπληρώνονται από τις Ποινικές Δικονομίες του εκάστοτε κράτους – μέλους. Ασφαλώς, με βάσει το άρθρ. 28 του ελληνικού Συντάγματος, σε περίπτωση αντικρουόμενων ρυθμίσεων, υπερισχύει ο Κανονισμός.
Όργανα και Κεντρικό Σύστημα Επικοινωνίας. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία («EPPO») διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και λειτουργεί αποκεντρωμένα. Αποτελείται από την α) Κεντρική Υπηρεσία της (Γενικός Ευρωπαίος Εισαγγελέας – Chief European Public Prosecutor, β) τους Αναπληρωτές του, γ) τα Μόνιμα Τμήματα - Permanent Chambers, δ) τους Εποπτεύοντες Ευρωπαίους Εισαγγελείς (διορίζεται ένας από κάθε συμμετέχον κράτος-μέλος, επομένως είναι 22), ε) το Γενικό Τμήμα - College, στ) τον Διοικητικό Διευθυντή,-που εδρεύουν στο Λουξεμβούργο και ζ), δύο τουλάχιστον Εντεταλμένους Εισαγγελείς που εδρεύουν σε κάθε κράτος – μέλος από αυτά που συμμετέχουν στον θεσμό. Στην Ελλάδα έδρευαν επτά μέχρι το 2024, ενώ σήμερα είναι 10.
Η επικοινωνία, παροχή οδηγιών, λογοδοσία και η αρχειοθέτηση (filing) διενεργείται εξολοκλήρου με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω βάσης δεδομένων CMS (Case Management System). Μία σοβαρή δικλείδα αμεροληψίας συνιστά η τυχαία αυτοματοποιημένη ανάθεση μίας υπόθεσης σε Μόνιμα Τμήματα (άρθρ. 19 ΕΚΛ της EPPO).
Σύμφωνα με τον Κανονισμό, η όλη διερευνητική, αλλά και αποφασιστική δραστηριότητα των Εντεταλμένων Εισαγγελέων εποπτεύεται από την Κεντρική Υπηρεσία, ήτοι από το αρμόδιο Μόνιμο Τμήμα και τον Επόπτη – Εισαγγελέα. Η εποπτεία αυτή καθίσταται εφικτή μέσω του προαναφερθέντος CMS, στο οποίο έχουν πρόσβαση όλοι οι εμπλεκόμενοι στην εκάστοτε υπόθεση ανά πάσα στιγμή (ήτοι το Τμήμα, Επόπτης Εισαγγελέας, Εντεταλμένος Εισαγγελέας). Αυτή η, θεωρητική, και σε αυτό θα επανέλθουμε, δυνατότητα, συμπληρώνεται από τη διαδικασία του περιοδικού ή έκτακτου ελέγχου («review», άρθρ. 45 και 5 ΕΚΛ) του φακέλου της υπόθεσης από το Τμήμα. Επίσης, μολονότι κατ’ εξαίρεση, ο εποπτεύων Ευρωπαίος Εισαγγελέας μπορεί προσωπικά να ασχοληθεί με συγκεκριμένη υπόθεση (άρθρ. 12 του ΕΚΛ της EPPO, 28 Reg EU 1939/2017).
Αρμοδιότητα για την διερεύνηση και την άσκηση Δίωξης από EPPO. Η διερεύνηση μιας υποθέσεως ξεκινά από τον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα, όταν με οποιονδήποτε τρόπο περιέλθει στην αντίληψή του πληροφορία για την τέλεση ποινικά διωκόμενης πράξης αρμοδιότητας της EPPO. Από την αρχή της διερεύνησης ορίζεται ένας Επόπτης Εισαγγελέας από το αρμόδιο Τμήμα, που παρακολουθεί την πορεία της υπόθεσης. Ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας, δικαιούται, εφόσον το κρίνει, να ασκήσει και ποινική δίωξη. Τα λοιπά τμήματα της Κεντρικής Υπηρεσίας της EPPO έχουν εν πολλοίς διοικητικές αρμοδιότητες.
Εποπτεία του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα: θεωρητική ή αληθής; Επομένως, με αρκετή ασφάλεια, μπορεί να πει κανείς, πως κάθε υπόθεση της EPPO χειρίζεται, βάσει νόμου, ένας Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας, υπό τις οδηγίες και υπό την εποπτεία των Κεντρικών Υπηρεσιών της EPPO. Πόσο εφικτή είναι η «εποπτεία»; Ο διορισθείς για την εκάστοτε υπόθεση Εντεταλμένος και Εποπτεύων Εισαγγελέας ανήκει στο κράτος-μέλος της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η γλώσσα και η κοινή νομικοδογματική τους κουλτούρα αναμφίβολα βοηθά στην επικοινωνία μεταξύ τους. Ωστόσο, το ίδιο δεν ισχύει για το αρμόδιο (για την υπόθεση) Μόνιμο Τμήμα. Όπως προελέχθη, αυτό επιλαμβάνεται υποθέσεων μέσω μίας τυχαίας ηλεκτρονικής κλήρωσης, κάτι που επομένως σημαίνει πως μία λ.χ. ελληνική υπόθεση μπορεί να κρίνεται από έναν Μαλτέζο, έναν Κύπριο και έναν Σλοβάκο εισαγγελέα, με διαφορετική αντίληψη και δογματικές αρετές. O καλοπροαίρετος παρατηρητής πρέπει να δεχτεί, πως τα τυπικά προσόντα διορισμού στην EPPO θα υπερκεράσουν τις όποιες αμφιβολίες αναφορικά με το ζήτημα, ενώ ένας κοινός στόχος – η ενοποίηση της Ευρώπης σε κάθε επίπεδο – αξίζει μίας ευκαιρίας. Πέραν αυτού, μολονότι όλα τα έγγραφα μίας υπόθεσης πρέπει να καταχωρούνται στο CMS από τον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα εντός στενών προθεσμιών ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τα εποπτεύοντα Κεντρικά όργανα, και μολονότι υπάρχει ρητή υποχρέωση και διαδικασία μετάφρασης όλων των εγγράφων στην επίσημη γλώσσα της ΕPPO (αγγλική), αντιλαμβανόμαστε τις πρακτικές δυσκολίες τήρησης των εν λόγω κανόνων στην πράξη, αφού τα αδικήματα σε βάρος των Οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ είναι, συνήθως, πολύπλοκα οικονομικά εγκλήματα με πλήθος συναφών εγγράφων. Η «κουλτούρα» του κάθε κράτους θα είναι ακόμα ένας παράγων δυσκολίας : εάν η ποινικό – δικαστηριακή πρακτική ενός κράτους ή και συγκεκριμένου υπόπτου/κατηγορουμένου (για την ακρίβεια του συνηγόρου αυτού) επιβάλλει μακροσκελή δικόγραφα κατά το αγγλοσαξονικό πρότυπο ή λιτές και οριοθετημένες αναφορές κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, παίζει σημαντικό ρόλο σε όλον τον προβληματισμό. Ο δύσπιστος συμμετέχων, μέρος στην ευρωπαϊκή δίωξη μίας υπόθεσης, θα μπορούσε επίσης να προσθέσει ότι ο θεσμός της «Έκθεσης» του Εντεταλμένου Εισαγγελέα προς τον Επόπτη Εισαγγελέα και το Μόνιμο Τμήμα, που προβλέπεται ρητώς στον Κανονισμό και στον ΕΚΛ (συνοπτική παρουσίαση της υπόθεσης, εμπλεκομένων προσώπων και αποδεικτικών στοιχείων, άρθρ. 56 § 1) ενδεχομένως προβλέφθηκε ώστε να «αναπληρώσει» την (εκ των πραγμάτων ανέφικτη) πλήρη ενημέρωση του Μονίμου Τμήματος με μία συνοπτική εποπτική αυτού ματιά. Ωστόσο, το Τμήμα είναι αυτό το οποίο δίνει την έγκριση για τη δίωξη. Σημειωτέο, οι παράγοντες της δίκης, και δη οι πιο ευάλωτοι εξ αυτών, οι κατηγορούμενοι, δεν έχουν άμεση πρόσβαση στο Μόνιμο Τμήμα, αλλά ούτε και στον Ευρωπαίο Επόπτη – Εισαγγελέα.
Σκιαγράφηση μίας ευρωπαϊκής ποινικής υπόθεσης εντός της ελληνικής έννομης τάξης. Ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας, (ΕΕΕ) ασκεί το δικαίωμά του να αναλάβει μία υπόθεση, από τη διερεύνηση της οποίας, κρίνει, πως είναι δυνατόν να προκύψει βλάβη στα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Ενημερώνει με μία σύντομη έκθεση το Μόνιμο Τμήμα και κατόπιν εισήγησης του Επόπτη (Έλληνα) Εισαγγελέα, το Μόνιμο Τμήμα παρέχει την έγκρισή του στον ΕΕΕ να ερευνήσει την υπόθεση. Ο ΕΕΕ ερευνά την υπόθεση, διεξάγοντας έρευνες, ακόμα και στο εξωτερικό, κατάσχοντας αρχεία, εξετάζοντας μάρτυρες κ.ο.κ. Στο τέλος, συντάσσει ένα πόρισμα και καλεί τους κατηγορούμενους να λάβουν θέση επ’ αυτού. Κατά βάση, το πόρισμα αυτό, είναι και το κατηγορητήριο κατά το στάδιο της ανάκρισης. Μετά την παροχή εξηγήσεων επί του πορίσματος, που τιτλοφορείται πάντως ήδη σε αυτό το πρώιμο στάδιο, κατά το οποίο ο εμπλεκόμενος έχει την ιδιότητα «υπόπτου», ως «Σχέδιο κατηγορητηρίου», ο ΕΕΕ ενημερώνει το Μόνιμο Τμήμα (Chambers) για την απόφασή του να ασκήσει δίωξη (ή για την απόφασή του να αρχειοθετήσει την υπόθεση ασφαλώς). Δεν προβλέπεται ρητά από τον Κανονισμό δικαίωμα του διωκομένου να ακουστεί σε αυτήν την φάση. Θεωρούμε, ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, ερειδόμενο στο γενικό δικαίωμα ακροάσεως.
Εάν το Τμήμα εγκρίνει την απόφαση του ΕΕΕ να ασκήσει δίωξη, αυτός παραγγέλλει στον (Έλληνα) ανακριτή - διορισμένο πάντως για τη θέση να επιλαμβάνεται, εκτός από τις γνήσιες ελληνικές ποινικές υποθέσεις, και τις υποθέσεις της EPPO - να καλέσει τους κατηγορούμενους για απολογία. Ο ανακριτής δεν έχει κανένα ερευνητικό καθήκον, παρά μόνο να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία και να επιβάλλει, από κοινού με ΕΕΕ, τους όρους δικονομικού καταναγκασμού. Στην πράξη, κατά την απολογία παρίσταται και ο ΕΕΕ και υποβάλλει στον κατηγορούμενο ερωτήσεις. Ο Ανακριτής, που εν πολλοίς δεν γνωρίζει την υπόθεση, λόγω του περιορισμένου δικονομικού του ρόλου, παρακολουθεί την ανακριτική πράξη και στο τέλος, ως συνήθως, από κοινού με την ΕΕΕ αποφασίζει για την επιβολή ή μη των περιοριστικών όρων. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, παραμένει αρμόδιο για την άρση διαφωνίας μεταξύ του ανακριτή και του ΕΕΕ, αλλά και για μετέπειτα αιτήματα αντικατάστασης/άρσης των επιβληθέντων περιοριστικών όρων. Η ανάκριση περατούται με την υπογραφή του πέρατος της ανακρίσεως από πληρεξουσίους δικηγόρους.
Στο στάδιο παραπομπής, στις υποθέσεις αρμοδιότητας της EPPO, δεν υφίσταται (καταρχήν) το στάδιο των δικαστικών συμβουλίων. Εάν δεν υπάρχει, κατά την κρίση του ΕΕΕ, ανάγκη περαιτέρω ανακριτικών πράξεων (για τη διενέργεια των οποίων φαίνεται πως ο ανακριτής οφείλει να αναδιαβιβάσει τον φάκελο πίσω στον ΕΕΕ), ο ανακριτής αποστέλλει τον φάκελο στον EEE σε βαθμό Εφέτη. Ο τελευταίος, θα συντάξει, - στην πραγματικότητα θα υιοθετήσει με ελάχιστες ίσως βελτιώσεις με όριο την μεταβολή της κατηγορίας το αρχικό «Σχέδιο κατηγορητηρίου», - το λεγόμενο «Σχέδιο απόφασης», δηλαδή τη (μελλοντική) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, που θα υιοθετηθεί ή όχι το τελευταίο, ασφαλώς, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης και ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων. Ωστόσο ο τίτλος «απόφαση» είναι, πιστεύομε, προβληματικός εξ απόψεως της αρχής της δίκαιης δίκης, καθώς φαίνεται να προδικάζει τα πράγματα σε πολύ πρώιμο στάδιο.
Εφόσον το «Σχέδιο απόφασης» εγκριθεί από το Μόνιμο Τμήμα, υποβάλλεται για έγκριση στον Πρόεδρο Εφετών, που δεν είναι μέλος της EPPO. Εάν ο τελευταίος διαφωνήσει, η υπόθεση θα εισαχθεί, κατ’ εξαίρεση, σε δικαστικό συμβούλιο, που θα αποφασίσει εάν θα άρει τη διαφωνία υπέρ του ΕΕΕ, και επομένως θα παραπέμψει την υπόθεση στο ακροατήριο, ή του Προέδρου, που πρακτικά σημαίνει ότι θα απαλλάξει τον κατηγορούμενο εκδίδοντας απαλλακτικό βούλευμα, ή θα διατάξει περαιτέρω ανακριτικές πράξεις, που, όπως θα δούμε, επαναφέρει την υπόθεση ενώπιον του ΕΕΕ, άγνωστο ποιου βαθμού, αλλά κατά πάσα πιθανότητα σε ΕΕΕ σε βαθμό πλημμελειοδίκη, αφού αυτός ασκεί τα ερευνητικά καθήκοντα αντί του Ανακριτή, όπως προαναφέραμε.
Σημειώνεται ότι, το Μόνιμο Τμήμα δεν μπορεί να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες, αλλά ούτε και να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, μπορεί μόνο να διατάξει τον ΕΕΕ να προβεί σε περαιτέρω ανακριτικές πράξεις. Έτσι, η αρμοδιότητα για απαλλαγή του κατηγορουμένου ανήκει αποκλειστικά σε τριμελείς εθνικές συνθέσεις, σε Συμβούλιο Εφετών ή σε Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων, ενώ η αρχειοθέτηση της υπόθεσης επαφίεται αποκλειστικά στον ΕΕΕ, κατόπιν τυπικής έγκρισης του Μονίμου Τμήματος.
Στο ακροατήριο παρίσταται ο ΕΕΕ, καταρχήν, κατά την εθνική έννομη τάξη, σε βαθμό εφέτη. Σημειώνεται βέβαια πως ούτε ο Κανονισμός ούτε και ο ν. 4786/2021 δεν διακρίνουν μεταξύ διαφορετικών βαθμίδων των εισαγγελικών λειτουργών. Η απόφαση επί ενοχής ή αθωότητας λαμβάνεται από τους εφέτες – δικαστές που δεν συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Προβληματισμός γύρω από το μονοπρόσωπο όργανο του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα. Έτσι όμως, φαίνεται, πως η δίωξη (lato sensu) μίας υπόθεσης διενεργείται, στην πράξη σχεδόν ανέλεγκτα, από ένα μονοπρόσωπο όργανο – Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα που ξεκινά, και ολοκληρώνει την υπόθεση μόνος. Τα κλασσικά μειονεκτήματα μονοπρόσωπης σύνθεσης στην ποινική δικαιοσύνη μόλις που χρειάζεται να επισημανθούν4. Ο προβληματισμός καθίσταται ακόμα εντονότερος στην περίπτωση που ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας αναλαμβάνει την πρωτοβουλία ανάληψης μίας υπόθεσης εξ αρχής (σε αντίθεση με την περίπτωση που η αρχική ανάθεση γίνεται από το Μόνιμο Τμήμα ή τον Γενικό Εισαγγελέα για παράδειγμα). Η ανάληψη σε εθνικό επίπεδο, υπόκειται ασφαλώς σε έγκριση από το Μόνιμο Τμήμα, αλλά άπαξ και εγκριθεί, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας που την «επέλεξε» λογικό είναι να επιδιώκει πάση θησεία να δικαιολογήσει την επιλογή του αυτή∙ τη διερευνά (με τη σκέψη αυτή), ασκεί την ποινική δίωξη (με την ίδια σκέψη), προωθεί τους όρους δικονομικού καταναγκασμού ενδεχομένως (με την ίδια σκέψη), παρίσταται στο ακροατήριο, ασκεί ένδικα μέσα κοκ. Και πράγματι, το Εισαγγελικό – κεντρικό μοντέλο δεν είναι ξένο στην Ευρώπη, υιοθετείται από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και από τρίτες, εκτός ΕΕ, χώρες (ΗΠΑ). Ωστόσο, σύμφωνα με τον Κανονισμό και με το ΕΚΛ, ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας οφείλει να συλλέγει υλικό που οδηγεί τόσο στην αθωότητα όσο και στην καταδίκη.
Εναλλαγή των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στη διάρκεια μίας υπόθεσης θα μπορούσε να είναι μία μέση (προσωρινή) λύση. Η πραγματική λύση όμως δεν είναι άλλη από την ανάθεση της υπόθεσης σε περισσότερους εισαγγελείς, αδιακρίτως του εάν ανήκουν στο σώμα της EPPO, ήτοι Ευρωπαίους ή μη, άλλως ανά στάδιο της ποινικής διαδικασίας (άλλος ερευνά, άλλος ασκεί δίωξη, άλλος προτείνει την παραπομπή κοκ).
Κάτι το οποίο συμβαίνει βεβαίως κατά το στάδιο που η υπόθεση εισέρχεται στο Εφετείο, όπου αναγκαστικά αναλαμβάνει ο Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας Εφετών. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψιν ότι ο Κανονισμός της EPPO δεν κάνει διάκριση ανάλογα με το βαθμό του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα, πλημμελειοδικών ή εφετών, αλλά αναφέρεται σε Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα γενικά. Με δεδομένο ότι οι επιμέρους δικονομίες ευρωπαϊκών κρατών ακολουθούν διαφορετικά πρότυπα (π.χ μπορεί να μην υπάρχει διάκριση μεταξύ 2 βασικών εισαγγελικών βαθμίδων), θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί ότι ένας Ευρωπαίος Εντεταλμένος Εισαγγελέας μπορεί να χειρίζεται την υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος, εντείνοντας το πρόβλημα της «μονοπρόσωπης κρίσης» έτι περαιτέρω.
Ασφαλώς, ο αντίλογος υπάρχει: έλλειψη εκσυγχρονισμού εθνικών συστημάτων, καθυστέρηση της διαδικασίας και εν τέλει κίνδυνος του θεσμού να καταστεί αναποτελεσματικός, αντίθετα προς τον αρχικό του στόχο - την αποτελεσματική δίωξη της οικονομικής εγκληματικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του ενός χάριν ταχύτητας ή η θωράκιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου; Κλασσικό δίλημμα. Η μέχρι στιγμής, ελάχιστη βέβαια - δεδομένου του μικρού χρονικού διαστήματος λειτουργίας της EPPO, - δικαστηριακή εμπειρία, υποδηλώνει ωστόσο ότι υπάρχει ζήτημα, που χρήζει σκέψης και επίλυσης.
Η μόνη δικλείδα ασφαλείας στο εθνικό επίπεδο αυτή τη στιγμή φαίνεται να είναι ο Πρόεδρος Εφετών και η δυνατότητα αυτού να διαφωνήσει με την πρόταση του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα για παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση θα εισαχθεί στο Συμβούλιο Εφετών το οποίο θα κληθεί να αποφασίσει, κατά το άρθρ. 307 ΚΠΔ, εάν θα διατάξει η υπόθεση να διερευνηθεί περαιτέρω, να απαλλάξει τον κατηγορούμενο ή να παραπέμψει την υπόθεση, κατά την πρόταση του ΕΕΕ. Η μόνη γνήσια εθνική απόφαση του Συμβουλίου, επομένως, είναι η απαλλαγή, καθώς λαμβάνεται χωρίς κανέναν έλεγχο από την EPPO.
Σημειωτέον, στο άρθρ. 16Γ του ν. 4786/21, όπως αυτό προστέθηκε με το ν. 5026/23, δυνατότητα να διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση δεν δίνεται καν στο Συμβούλιο, αλλά μάλλον υπονοείται δια του εδαφίου ε’, όπου προβλέφθηκε η «αναπομπή της υπόθεσης στον ΕΕΕ». Έτσι, εάν το Συμβούλιο διατάξει η υπόθεση να διερευνηθεί περαιτέρω, σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τη γνώριμη «περαιτέρω ανάκριση», αφού ο ανακριτής δεν έχει ερευνητικό καθήκον κατά το ν. 4786/2021, παρά μόνον ο ΕΕΕ, καθώς η ποινική δίωξη κατά το ν. 4786/2021 ασκείται όχι δια της παραγγελίας κύριας ανάκρισης, αλλά δια της παραγγελίας του ΕΕΕ προς τον ανακριτή να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία (άρθρ. 16Β § 1 εδ. α’ ν. 4786/21). Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το άρθρ. 16α, στην § 3, στο οποίο αναφέρεται ότι όπου στον ΚΠΔ αναφέρεται «πράξεις του ανακριτή» εννοούνται οι πράξεις του ΕΕΕ. Μολονότι ο Νόμος προβλέπει μία περιορισμένη δυνατότητα διερεύνησης της υπόθεσης από τον ανακριτή, ακόμα και αυτή γίνεται μόνο με σύμφωνη γνώμη του ΕΕΕ (άρθρ. 16Β εδ. β’ ν. 4786/21).
Κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα, όπως άλλωστε υποδηλώνει η πρόσφατη νομολογία, την περαιτέρω διερεύνηση θα την αναλάβει και πάλι ο ΕΕΕ. Σύμφωνα με το Βούλευμα 787/24 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει συντρέχουσα μεν, καταρχήν όμως προέχουσα αρμοδιότητα και εφόσον μετά την παραπομπή της υπόθεσης στον ανακριτή κριθεί από τον χειριζόμενο την υπόθεση ΕΕΕ ως αναγκαία και σκόπιμη η διενέργεια συμπληρωματικών ανακριτικών πράξεων, ο φάκελος πρέπει να επιστραφεί από τον ανακριτή στα χέρια του ΕΕΕ, σε αντίθετη δε περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας λόγω υπέρβασης της εξουσίας. Αντίθετα, κατά το εφεσηβληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, δεν είναι δυνατή η επιστροφή της δικογραφίας μετά τις απολογίες των κατηγορουμένων για περαιτέρω διενέργεια ανακριτικών πράξεων, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος παραβίασης της αρχής του νομίμου ή φυσικού δικαστή, σύμφωνα με το άρθρ. 8 του Συντάγματος, αφού η ανάκριση στο ποινικοδικονομικό μας σύστημα περατούται νομίμως μετά τη λήψη των απολογιών των κατηγορουμένων.
Κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, είχε συζητηθεί το ζήτημα της κατάργησης του θεσμού του ανακριτή στις υποθέσεις της ευρωπαϊκής εισαγγελίας, κάτι το οποίο θα ήταν πιο σύμφωνο με το κεντρικό ρόλο που επιφυλάσσει ο Κανονισμός στον ΕΕΕ, αλλά κάτι που εν τέλει δεν έγινε αποδεκτό. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι και τα δύο συμβούλια έλαβαν υπόψιν την προταθείσα κατά την επεξεργασία του Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλ. Αιτιολογική Έκθεση του νΚΠΔ) κατάργηση του θεσμού του ανακριτή, ωστόσο το κάθε ένα από τη δική του σκοπιά : περισσότερο ευρωπαϊκού προσανατολισμού – το Συμβούλιο Εφετών (συνήγαγε υπέρ του ΕΕΕ επιχείρημα για το μόνο λόγο ότι το ζήτημα συζητήθηκε), πιο ορθά δογματικά – το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, υιοθετώντας την γνώμη ότι η μη κατάργηση του ανακριτή συνηγορεί υπέρ της διερευνητικής του αρμοδιότητας μετά το πέρας των απολογιών.
Το μέλλον θα δείξει το πώς θα επιλυθεί το όλο θέμα, ωστόσο προς το παρόν είναι εύλογο να συμπεράνουμε ότι, η κατάργηση του θεσμού του ανακριτή στις υποθέσεις της Ευρωεισαγγελίας είναι μεν συνεπής με τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει υιοθετώντας τον Κανονισμό EPPO, από την άλλη όμως θα συνιστούσε μία σοβαρή ρωγμή στη δογματική του ποινικού δικονομικού δικαίου, όπως το γνωρίζουμε. Σε περίπτωση που ήθελαν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, στις υποθέσεις τουλάχιστον του αυτοφώρου κακουργήματος - όπου πολλές φορές οι υποθέσεις εισάγονται ενώπιον του ανακριτή προκειμένου να επιβληθούν πολύ γρήγορα τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, πριν διενεργηθεί δηλαδή οποιαδήποτε έρευνα της υπόθεσης - η αρμοδιότητα της διενέργειας των μετά την απολογία αναγκαίων ανακριτικών πράξεων αναμένεται να παραμείνει το σημείο τριβής.
Ποια μέτρα εν τέλει μπορεί να λάβει τελικώς ο κατηγορούμενος κατά του «μονοκρατορικού» θεσμού του Εντεταλμένου Ευρωπαίου Εισαγγελέα – Προτάσεις de lege ferenda; Καταρχήν, σε πρώιμο στάδιο ανάληψης της υπόθεσης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να ακουστεί στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, υπό την προϋπόθεση βέβαια να υπάρχει διαφωνία μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εισαγγελικών αρχών ως προς την καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμοδιότητα (άρθρ. 22, 23 του Κανονισμού), υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις του. Προς τον σκοπό αυτόν ο Εισαγγελέας του ΑΠ του γνωστοποιεί το δικόγραφο της διαφωνίας, 10 ημέρες πριν τη συνεδρίαση του Συμβουλίου (άρθρ. 19 ν. 4786/21).
Περαιτέρω, οι ΕΕΕ απολαμβάνουν λειτουργικής ανεξαρτησίας και έχουν, ως ένα βαθμό, το ακαταδίωκτο από τις εθνικές αρχές. Ειδικότερα, στο άρθρ. 17 του Κανονισμού προβλέπεται η δυνατότητα να παυτεί από τις εθνικές αρχές ένας ΕΕΕ. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ αφενός της παύσης και πειθαρχικής δίωξης. Και αφετέρου μεταξύ της παύσεως/δίωξης για ζητήματα που άπτονται θεμάτων της ευρωπαϊκής εισαγγελίας και εκείνων που δεν σχετίζονται με αυτά. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, ένα κράτος μπορεί, ενημερώνοντας απλά τον Γενικό Εισαγγελέα της EPPO, να παύσει έναν ΕΕΕ από τα καθήκοντά του, ενώ σε περίπτωση που το παράπτωμα του ΕΕΕ σχετίζεται με τις αρμοδιότητές του στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, απολαμβάνει του προνομίου ετεροδικίας και η απαλλαγή του από τα καθήκοντά του αποφασίζεται από τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα και τελικώς από το Συλλογικό Όργανο (College) της EPPO, εφόσον ο πρώτος δεν συμφωνεί με την πρόταση των εθνικών αρχών.
Ούτε ο νόμος, ούτε ο Κανονισμός διευκρινίζουν εάν ο ιδιώτης, φυσικό πρόσωπο, λχ κατηγορούμενος, μπορεί να προσφύγει ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα. Ανεξάρτητα από το εάν μπορεί να συναχθεί τέτοιο δικαίωμα ερμηνευτικά, πιστεύουμε πως ο ιδιώτης με έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει ενώπιον αρμοδίων εθνικών εισαγγελικών αρχών και να ζητήσει από αυτούς, ως θεσμικά όργανα του κράτους μέλους, να θέσουν το ζήτημα ενώπιον του αρμοδίου οργάνου της EPPO.
Τέλος, στο άρθρ. 14 του ν. 4687/21 προβλέπεται ότι δεν δύναται να ζητηθεί εξαίρεση όλων των ΕΕΕ του ιδίου βαθμού, ήτοι πρωτοδικών, εφετών και του ΑΠ. Επομένως, a contratio, δύναται να ζητηθεί εξαίρεση κάποιου ή κάποιων (υπό τον ανωτέρω περιορισμό), ΕΕΕ. Ούτε εδώ προβλέπεται ειδικότερη διαδικασία εξαίρεσης, και το νομιμοποιούμενο πρόσωπο. Κατ’ εφαρμογή του γενικού κανόνα, εφόσον στον Κανονισμό δεν υπάρχει πρόβλεψη, θα εφαρμοστεί το εθνικό δίκαιο, επομένως η εξαίρεση ΕΕΕ μπορεί να ζητηθεί με βάση τα άρθρ. 14 επ. ΚΠΔ. Ωστόσο, βάσει των §§ 32 και 17 του προοιμίου του Κανονισμού, το ζήτημα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλό, καθώς ο ίδιος ο Κανονισμός τούς εγγυάται λειτουργικό και νομικά ανεξάρτητο καθεστώς, το οποίο πρέπει να διαφέρει από οποιαδήποτε καθεστώς προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο. Είναι πολύ πιθανό, οι διατάξεις των άρθρων 14 επ. ΚΠΔ να κριθούν αντίθετες στον Κανονισμό και ειδικότερα στην λειτουργική και νομική ανεξαρτησία, που αυτός εγγυάται στους ΕΕΕ.
- 1
Η Πολωνία ήδη από την 29η Φεβρουαρίου 2024 κατέστη το 23ο κράτος- μέλος που συμμετέχει στην ενισχυμένη συνεργασία για την σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (Απόφαση 2024/807 της Επιτροπής).
- 2
Βλ. Ολ. Τσόλκα, «Λειτουργικές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και «δικαστικός έλεγχος», κατ’ άρθρο 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939. Η καθιέρωση της ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτυπώνει ιστορικά έναν κομβικό σταθμό στην υλοποίηση «ιδέας» που έχει τις ρίζες της στα μέσα της δεκαετίας του 1970 … Ο ισχύων σήμερα Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 εκφράζει το αποτέλεσμα μίας διαδικασίας αναζήτησης συμβιβασμών μεταξύ διαφορετικών ρυθμιστικών μοντέλων για την υλοποίησή της, μεταξύ των αντιπαραθέσεων για τα όρια της εθνικής κυριαρχίας…».
- 3
Στο Δελτίο Τύπου ΕPPO από 7.8.2018 αναφέρεται ότι μόνο το 50% από τις υποθέσεις που προτείνονται από τον OLAF ως άξιες διερεύνησης παραπέμπονται στη δικαιοσύνη, ενώ υπάρχουν και κράτη όπου το ποσοστό είναι ακόμα μικρότερο.
- 4
Περισσότερα για μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα των μονοπρόσωπων δικαστικών συνθέσεων στις ποινικές υποθέσεις βλ. onlinelibrary.willey.com “One judge torule them all: Single-member courtsas an answerto delays incriminal trials, Θ. Αλυσανδράτος, 03.01.2023. Ο συγγραφέας καταλήγει ότι παρά τα όσα πλεονεκτήματα προσφέρουν οι μονομελείς συνθέσεις κυρίως στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, είναι σημαντικό να εξετάζονται και άλλα κριτήρια της δίκαιης απονομής ποινικής δικαιοσύνης κατά την επιλογή του μοντέλου.