«ΤΟ ΕΠΟΠΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ» από τον Ι. Σπυριδάκη

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Αναπληρωτή Καθηγητή του ΕΚΠΑ

«ΤΟ ΕΠΟΠΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ 

ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ»

Εκδόσεις Σάκκουλας (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) 2025, σ. 215 + XIV

 


 

Α.1. Το εποπτικό συμβούλιο αποτελεί όργανο της επιτροπείας (ανηλίκων) και της δικαστικής συμπαραστάσεως (ενηλίκων), με αποστολή την κατά το δυνατό καλύτερη λειτουργία της επιτροπείας και της δικαστικής συμπαραστάσεως – πάντοτε προς το συμφέρον των προσώπων που τελούν υπό τα καθεστώτα αυτά (πρβλ. και τον τίτλο του οργάνου: «εποπτικό»).

Το εποπτικό συμβούλιο αντικατέστησε το συγγενικό συμβούλιο του προϊσχύσαντος δικαίου και καθιερώθηκε με το νόμο 2447/1996. [Ο όρος «συγγενικό συμβούλιο» απέδιδε και τη συγκρότηση του οργάνου αυτού από συγγενείς του τελούντος υπό επιτροπεία, απαγόρευση κλπ. Όμως σε αρκετές περιπτώσεις ο όρος ήταν παραπλανητικός, αφού στο συμβούλιο δεν μετείχαν (μόνο) συγγενείς].

 

2. Σε άλλες χώρες, που παραδοσιακά υπήρχε παρόμοιο συμβούλιο/όργανο εποπτικό, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την εποπτεία και τον έλεγχο κοινωνικών υπηρεσιών ή οικογενειακού και επιτροπικού δικαστηρίου. Μία από τις δικαιολογίες της καταργήσεως / αντικαταστάσεως είναι η χαλάρωση των συγγενικών και φιλικών δεσμών στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς και η διασπορά των μελών του συμβουλίου σε διάφορους τόπους με συνέπεια την δυσχέρεια συγκλήσεως και λειτουργίας του συμβουλίου. [Αναλυτική για το θέμα αυτό αναφορά βλ. στις σελίδες 1-4 του παρουσιαζόμενου εδώ έργου].

Στη Χώρα μας διατηρείται το συμβούλιο ως όργανο της επιτροπείας και της δικαστικής συμπαραστάσεως, παρά τις παρατηρούμενες και εδώ περιπτώσεις δυσλειτουργίας ή καθαρά διακοσμητικού χαρακτήρα του συμβουλίου.

 

3. Για το εποπτικό συμβούλιο υπάρχουν στον Αστικό Κώδικα ειδικές ρυθμίσεις στο πλαίσιο της επιτροπείας (ανηλίκων).

Για το εποπτικό συμβούλιο στη δικαστική συμπαράσταση προβλέπεται ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων για την επιτροπεία. [Το πρόβλημα, αν εποπτικό συμβούλιο απαιτείται για όλα τα είδη της δικαστικής συμπαραστάσεως, αντιμετωπίζεται επιτυχώς στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο, σ. 50 επ. Κατά τον συγγραφέα, «πρέπει να υιοθετηθεί η εκδοχή της συγκρότησης εποπτικού συμβουλίου και στην επικουρική δικαστική συμπαράσταση με αποφασιστικές αρμοδιότητες» (σ. 52)].

 

4. Τα σχετικά με το εποπτικό συμβούλιο ζητήματα αντιμετωπίζονται στα συγγράμματα Οικογενειακού Δικαίου και τις μονογραφίες για την επιτροπεία και τη δικαστική συμπαράσταση μάλλον περιθωριακώς – με βάση και τα συναφή άρθρα του Αστικού Κώδικα. Μονογραφία όμως σχετική με το εποπτικό συμβούλιο δεν υπήρχε στην ελληνική νομική βιβλιογραφία. Την έλλειψη αυτή έρχεται να καλύψει – με επιτυχία και συμβολή στην σχετική θεωρία και πράξη – το βιβλίο του κ. Παν. Νικολόπουλου, Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Όπως ο σ. παρατηρεί στον Πρόλογο (σ. XI), «… η συγκρότηση και η λειτουργία του εποπτικού συμβουλίου δεν έχει τύχει έως σήμερα ιδιαίτερης θεωρητικής επεξεργασίας, ενώ και η σχετική νομολογία δεν είναι πλούσια και έχει επικεντρωθεί σε περιορισμένο αριθμό ζητημάτων σε σχέση με εκείνα, στα οποία ανακύπτουν ερμηνευτικές δυσχέρειες κατά την εφαρμογή των οικείων διατάξεων».

 

Β.1. Το βιβλίο του κ. Νικολόπουλου διαιρείται σε Εισαγωγή και εννέα τμήματα, όπου παρουσιάζονται το προϊσχύσαν δίκαιο, οι προστατευτικοί θεσμοί της επιτροπείας και της δικαστικής συμπαραστάσεως, η νομική φύση του εποπτικού συμβουλίου, η συγκρότησή του, η θητεία και η ευθύνη των μελών του, η λειτουργία του (αρμοδιότητες, αποφάσεις) και η παύση του.

Όπως αναφέρει και στον Πρόλογο (σ. XI) ο συγγραφέας πράγματι «… η μελέτη στοχεύει να συμβάλει στην εξονυχιστική διερεύνηση όλων των προβλημάτων, που μπορεί να ανακύψουν, και στη διατύπωση δογματικά ορθών και πρακτικά εφαρμόσιμων προτάσεων για την επίλυσή τους».

 

2. Ειδικότερα: 

(α) Στην Εισαγωγή (σ. 1-4) αναφέρεται η κατάργηση του εποπτικού συμβουλίου σε άλλες Χώρες και αναλύεται η δομή της μελέτης.

(β) Στο πρώτο (Α) μέρος (σ. 5-8) εκτίθεται η κατάσταση του προϋσχύσαντος δικαίου και επιχειρείται σύγκριση συγγενικού και εποπτικού συμβουλίου.

(γ) Στο δεύτερο (Β) μέρος (σ. 9-46) παρουσιάζονται συνοπτικά οι προστατευτικοί θεσμοί της επιτροπείας (ανηλίκων) και της δικαστικής συμπαραστάσεως (ενηλίκων). Η παρουσίαση είναι συνοπτική μεν, διεξοδική δε, και αποτελεί το υπόβαθρο για την ανάπτυξη των σχετικών με το εποπτικό συμβούλιο θεμάτων.

(δ) Το τρίτο (Γ) μέρος (σ. 47-53) αναφέρεται στη νομική φύση του εποπτικού συμβουλίου και στις εφαρμοζόμενες διατάξεις.

«Υποστηρίζεται ότι είναι βοηθητικό όργανο χωρίς νομική προσωπικότητα» (με παραπομπή σε ΓεωργιάδηΟικογΔ § 42 αριθ. 34), συνήθως συλλογικό, με ιδιωτικό και δημόσιο χαρακτήρα (με επικράτηση του ιδιωτικού).

(ε) Η συγκρότηση του εποπτικού συμβουλίου ερευνάται στο τέταρτο (Δ) μέρος (σ. 56-85). Η έρευνα είναι εκτενής. 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των αλλοδαπών ασυνόδευτων ανηλίκων (σ. 73 επ.).

(στ) Στο πέμπτο (Ε) μέρος (σ. 87 - 96) ερευνώνται η θητεία και η ευθύνη των μελών του συμβουλίου.

(ζ) Η λειτουργία του εποπτικού συμβουλίου ερευνάται αναλυτικά στο έκτο (ΣΤ) μέρος (σ. 97-109).

(η) Το έβδομο (Ζ) μέρος (σ. 111-177) είναι αφιερωμένο στην εξαντλητική έρευνα των αρμοδιοτήτων του εποπτικού συμβουλίου.

(θ) Στο όγδοο (Η) μέρος (σ. 179-193) ερευνώνται οι αποφάσεις του εποπτικού συμβουλίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα της προσβολής των αποφάσεων κατά το άρθρο 101 ΑΚ (σ. 183 επ.).

(ι) Στο ένατο (Θ) μέρος (σ. 195-197) ερευνάται η παύση του εποπτικού συμβουλίου.

 

3. Από την ανάλυση που προηγήθηκε καθίσταται πρόδηλο πως πρόκειται για συγγραφή, η οποία αποτελεί σημαντική συμβολή στη θεωρία και πράξη του Αστικού Δικαίου, με πρωτότυπες και οξυδερκείς κατά τις περιστάσεις παρατηρήσεις.

Ο συγγραφέας με επιμέλεια αξιοποιεί βιβλιογραφία και νομολογία (και του προϊσχύσαντος δικαίου) και επιτυγχάνει να παρουσιάσει ένα πλήρες σύγγραμμα για το εποπτικό συμβούλιο αναλύοντας σε βάθος κάθε πτυχή των ανακυπτόντων ζητημάτων. Συγχρόνως δείχνει βαθιά γνώση του Αστικού Δικαίου και των μεθοδολογικών δυσχερειών του, στις οποίες με επιτυχία ανταπεξέρχεται.

Περιττό να τονισθεί ότι το έργο αποτελεί χρήσιμο βοήθημα για το νομικό – τόσο της πράξεως όσο και της θεωρίας.

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής

του Πανεπιστημίου Αθηνών