Αλφαβητικό ευρετήριο Μαρτίου - Απριλίου 2026

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Αλφαβητικό ευρετήριο Μάρτιος – Απρίλιος 2026

 

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ:

Αποζημίωση κατά τις περιπτώσεις ολικής και μερικής καταστροφής πράγματος. Αγωγή με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, συνίσταται και από την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς εξ αυτού να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. ΑΠ 1628/2025, σ. 342.

 

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ:

Άρση απαλλοτρίωσης. Η διοικητική διαδικασία ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσης απαλλοτρίωσης επί ακινήτου, αποβλέπουσα στην προστασία της ιδιοκτησίας από επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το κατά το Σύνταγμα ανεκτό όριο, κινείται, κατ’ αρχήν, από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη, υπέρ του οποίου και τάσσεται. Συνεπώς, ο αιτούμενος την άρση απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου άπρακτων των κατά τον νόμο χρονικών ορίων συντέλεσής της, πρέπει, με την προς τη Διοίκηση αίτησή του, να υποβάλλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, άγουν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή του αιτήματος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, επίκαιρα, να τείνουν, δηλαδή, στην απόδειξη της κυριότητος κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Αμφισβήτηση κυριότητας. Σε περίπτωση μη επαρκούς απόδειξης ή αμφισβήτησης της κυριότητας του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα επί του ζητήματος κρίση, η οποία ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της από το τυχόν επιλαμβανόμενο της υπόθεσης αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Το δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσής του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, να εξετάζει εάν, με βάση τα προσκομιζόμενα ή υφιστάμενα στοιχεία, αυτός φέρεται ως κύριος του επίμαχου ακινήτου, υποχρεούμενο, στην περίπτωση αυτή, να συνεξετάσει και αντίστοιχους κατάλληλα τεκμηριωμένους αντίθετους ισχυρισμούς των λοιπών διαδίκων. Το δικαστήριο αυτό, πάντως, δεν επιλύει οριστικά το ζήτημα της τυχόν ύπαρξης εμπράγματων δικαιωμάτων στο επίμαχο ακίνητο, για το οποίο τελικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, έστω και αν, κατ’ αποδοχή της προσφυγής του φερόμενου ως ιδιοκτήτη, το δικαστήριο δεχθεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων άρσης της απαλλοτρίωσης και διατάξει τη Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη επί του θέματος, διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα, επικαλούμενη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπ’ όψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτρίωσης, εάν αποδείξει ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν έχει εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο. ΣτΕ 1772/2025, σ. 455.

 

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ:

Μη αναδρομικότητα των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας, πλην όσων είχαν ήδη ασκήσει ένδικα βοηθήματα. Ρήτρα ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, με την οποία οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας διατάξεων περί περικοπών των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ ορίσθηκαν να επέλθουν μόνον από τη δημοσίευση της απόφασης και εφ’ εξής, είναι δεσμευτική και εξαιρεί αναδρομικά μόνον τους εκεί προσφεύγοντες και όσους είχαν ήδη ασκήσει, μέχρι τη δημοσίευσή της, ένδικα μέσα ή βοηθήματα. Η απλή υποβολή, πριν από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, αίτησης προς τη Διοίκηση για καταβολή των περικοπεισών αποδοχών και διακοπή της παραγραφής δεν συνιστά ισοδύναμο μέσο έννομης προστασίας ούτε δημιουργεί εκκρεμοδικία, ώστε να εξομοιώνεται με ένδικο βοήθημα και να θεμελιώνει εξαίρεση από τον περιορισμό της μη αναδρομικότητας. Συνεπώς, ιατροί, που είχαν μόνον υποβάλει τέτοια διοικητική αίτηση, δεν δικαιούνται αναδρομική ικανοποίηση απαιτήσεων για αποδοχές που ανάγονται σε προγενέστερο της δημοσίευσης της απόφασης χρονικό διάστημα. ΟλΣτΕ 172/2026, σ. 431.

 

ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΔιοικΔ):

Δίκη μετ’ αναίρεση. Το δικαστήριο της ουσίας, που επιλαμβάνεται εκ νέου ορισμένης υπόθεσης κατόπιν αναιρετικής απόφασης του ΣτΕ, δεσμεύεται ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν με την τελευταία αυτή απόφαση και οφείλει να μην αποστεί από τις σχετικές κρίσεις του αναιρετικού δικαστηρίου, σε περίπτωση δε αναίρεσης της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου και αναπομπής της υπόθεσης σε αυτό, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, η δε απόφαση αυτή αποβάλλει όλη την ισχύ της και το δικαστήριο της παραπομπής επιλαμβάνεται της υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος και δικάζει όλα τα σχετικά ζητήματα, χωρίς να δεσμεύεται από τις σκέψεις και διατάξεις της αναιρεθείσας απόφασης, υπό τον όρο όμως να μην αποστεί από τα κριθέντα από το αναιρετικό δικαστήριο. ΣτΕ 1709/2025, σ. 452.

 

ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΠολΔ):

Ένδικα μέσα. Έννομο συμφέρον. Απαράδεκτη η άσκηση αναίρεσης μετά την αποδοχή από τον αναιρεσείοντα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, καθόσον η αποδοχή υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της. Για την παραίτηση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση ορισμέ νου τύπου, οπότε μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση του τύπου του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, είτε σιωπηρώς. Μετά την άσκηση της αναίρεσης, παραίτηση από αυτή γίνεται μόνο ρητώς με την τήρηση του τύπου που ορίζει το άρθρ.297 ΚΠολΔ. Για το Ελληνικό Δημόσιο η παραίτηση από άσκηση ενδίκου μέσου ή η αποδοχή απόφασης προϋποθέτει γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, συμφώνως προς το άρθρ. 6 του ν. 3086/02 «περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους». ΑΠ 1844/ 2023, σ. 403.

 

ΑΝΑΠΗΡΟΙ:

Μετατόπιση περιπτέρου. Αρμοδιότητα. Η διάκριση μεταξύ των προσώπων, που διεκδικούν αυτοτελώς δικαίωμα αποκατάστασης κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας των αναπήρων και θυμάτων πολέμου και των τρίτων προσώπων, τα οποία δεν διεκδικούν τέτοιο δικαίωμα αλλά βλάπτονται από πράξεις ή παραλείψεις που εκδόθηκαν ή συντελέστηκαν κατ’ εφαρμογή της ίδιας νομοθεσίας, δεν ασκεί επιρροή από την άποψη της αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στην τελευταία αυτή κατηγορία υπάγονται και οι διαφορές, που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις σχετικά με τη μετατόπιση περιπτέρου, οι οποίες εισάγονται με προσφυγή ουσίας ενώπιον του αρμόδιου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου. ΣτΕ 1776/2025, σ. 456.

 

ΑΝΗΛΙΚΟΣ:

Κατ’ εξακολούθηση κατάχρηση ανηλίκου που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη από ενήλικο, στον οποίον τον οποία είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ως εργοδότης-εκπαιδευτής. Συνδρομή του στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης της εμπίστευσης του ανηλίκου και στην περίπτωση που οι συνευρέσεις του κατηγορουμένου με αυτόν γίνονταν εκτός του χώρου εργασίας και σε ώρες που είχε τελειώσει η εργασία εκπαίδευσή του. Ο δράστης ως ενεργητικό υποκείμενο τέλεσης του αδικήματος καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης μαθητείας διατηρεί «εν παντί τόπω και χρόνω» την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο οι γονείς εμπιστεύθηκαν τον ανήλικο για εκπαίδευση και εργασία. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. ΑΠ 605/2025, σ. 423.

 

ΑΠΟΔΕΙΞΗ (ΔιοικΔ):

Νέα αποδεικτικά στο Εφετείο. Η επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών, που είχαν προ βληθεί πρωτοδίκως, εφ’ όσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτοβάθμια δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη. Επιτρέπεται, πάντως, η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφ’ όσον αυτά είναι οψιγενή, εφ’ όσον, δηλαδή, έχουν προκύψει σε ημερομηνία μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης, ακόμη και αν αφορούν απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Σε κάθε περίπτωση, εναπόκειται στην ανέλεγκτη, κατ’ αναίρεση, κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να διατάξει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από διάδικο, με προδικαστική απόφασή του, τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Για το παραδεκτό της προβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη πρέπει να γίνεται επίκληση, στη δίκη αυτή, και των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το δικαιολογημένο της μη προβολής τους πρωτοδίκως. ΣτΕ 1708/2025, σ. 452.

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ:

Αρχή εκτέλεσης. Έννοια. Απάτη στο Δικαστήριο με ζημία άνω των 120.000 ευρώ. Νέα τακτική διαδικασία. Προτάσεις. Προ βολή ψευδών ισχυρισμών. Ένορκη βεβαίωση ψευδής κατά περιεχόμενο. Πλάνη. Αποδέκτης Δικαστής. Εξατομίκευση. Έναρξη νοητικής επικοινωνίας. Κλείσιμο φακέλου υπόθεσης. Αναρμοδιότητα-παραπομπή. Αναβολή συζήτησης. Αρχή εκτέλεσης. Ατιμώρητες προπαρασκευαστικές πράξεις. Διαφωνία Ανακριτή και Εισαγγελέα. Ευθεία εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για ευθεία εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 42 § 1 και 386 § 1 ΠΚ, διότι ήρε την ανακύψασα διαφωνία μεταξύ Εισαγγελέως Πλημ/κων και Ανακρίτριας υπέρ της άποψης της τελευταίας, και δέχθηκε εσφαλμένα ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν συγκροτούσε απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο με ζημία άνω των 120.000 ευρώ, αλλά απλή μη αξιόποινη προπαρασκευαστική πράξη του αδικήματος (η αρχή εκτέλεσης του οποίου οριοθετείτο, κατά όσα σφαλερώς έγιναν δεκτά, κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του αρμοδίου Πολιτικού Δικαστηρίου), επειδή ακόμη δεν είχε εξατομικευθεί ο Δικαστής-αποδέκτης των φερόμενων ψευδών ισχυρισμών-παραστάσεων, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονταν σε δικόγραφο προτάσεων, και υποστηρίζονταν από προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση που φερόταν αναληθής κατά περιεχόμενο. ΣυμβΑΠ 498/2025, σ. 405. 

 

ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ:

Πολεοδομικές παραβάσεις. Έννομο συμφέρον ανταγωνιστή. Ο ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα δικαιούται, εξ επόψεως εννόμου συμφέροντος, να προσβάλλει διοικητικές πράξεις που επιτρέπουν τη λειτουργία ανταγωνιστικής του επιχείρησης, εφ’ όσον οι πράξεις αυτές έχουν ως συνέπεια τη λειτουργία της τελευταίας υπό συνθήκες, που προβάλλεται ότι είναι ευνοϊκότερες έναντι εκείνων που ισχύουν για την επιχείρηση του αιτούντος. Αλλαγή χρήσης κτιρίου σε εκπαιδευτήριο, παρά την έλλειψη των αναγκαίων χώρων στάθμευσης. Σε περίπτωση που, πριν την έκδοση της άδειας δόμησης περί αλλαγής χρήσης της οικοδομής σε εκπαιδευτήριο, δεν έγινε έλεγχος από την αρμόδια πολεοδομική αρχή σχετικά με την ύπαρξη των απαιτούμενων για τη νέα χρήση θέσεων στάθμευσης στο υπόγειο του κτιρίου, μετά δε την έκδοση της άδειας δόμησης, την υποβολή καταγγελίας εκ μέρους ανταγωνιστή και την προσκόμιση νεώτερων στοιχείων (νέου σχεδίου του υπογείου και δηλώσεων υπαγωγής αυθαιρέτων κατασκευών στο ν. 4495/2017) από την παραβάτιδα εταιρεία, διαπιστωθεί ότι είχε λάβει χώρα διαμερισμάτωση στον χώρο του υπογείου του κτιρίου, με συνέπεια τη διαφορετική διαρρύθμιση χωροθέτηση του υπογείου και, συγκεκριμένα, τη μη διαμόρφωση των απαιτούμενων για τη νέα χρήση θέσεων στάθμευσης, η αρμόδια πολεοδομική αρχή, με μόνη τη διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη διαμόρφωσης των απαιτούμενων θέσεων στάθμευσης στο υπόγειο του κτιρίου, οφείλει να προβεί στην ανάκληση της άδειας δόμησης, η οποία, εξ αυτού του λόγου, είχε καταστεί μη νόμιμη. Μη δυνατότητα υπαγωγής στη διαδικασία νομιμοποίησης αυθαιρέτων. Η υποβολή δήλωσης για την υπαγωγή της παραπάνω παράβασης στις διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών του ν. 4495/ 2017, η οποία συνεπάγεται την αναστολή της κατεδάφισης, της επιβολής κάθε κύρωσης και της είσπραξης του προστίμου και, υπό προϋποθέσεις, την οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση, αφορά την πολεοδομική νομιμότητα των επίμαχων αυθαίρετων κατασκευών του κτιρίου και δεν σχετίζεται με την απαίτηση της δημιουργίας, διαμόρφωσης και διάθεσης των απαιτούμενων θέσεων στάθμευσης για τη χορήγηση της επίμαχης άδειας δόμησης. ΣτΕ 1725/2025, σ. 453.

 

ΒΙΑΣΜΟΣ:

Διαχρονικό δίκαιο. Ευμενέστερη η διάταξη του άρθρου 336 νΠΚ, όπως διαμορφώθηκε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 12 § 2 ν. 4637/2019. Έννοια εξαναγκασμού. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται το θύμα να αντιστέκεται ενεργά, αλλά αρκεί η γενετήσια επαφή να λαμβάνει χώρα παρά την αντίθετη βούλησή του, την οποία εξωτερικεύει με οποιονδήποτε τρόπο και γίνεται εμφανής στο δράστη, και ότι ο δράστης εξουδετερώνει τη βούληση του θύματος να αντισταθεί με σωματική βία. Η σωματική βία στο έγκλημα του βιασμού πρέπει να έχει εξαναγκαστική δύναμη, να είναι δηλαδή πρόσφορη στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιφέρει τον εξαναγκασμό του θύματος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Για να υπάρχει απόπειρα στο έγκλημα του βιασμού αρκεί να έχει γίνει έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας, με το σκοπό εξαναγκασμού του προσώπου σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, η οποία, όμως, δεν πραγματώθηκε εν τέλει από άλλα περιστατικά, τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων λόγω αντιφατικών παραδοχών μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και της υποθετικής αιτιολογίας που υιοθέτησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία είναι αποσυνδεδεμένη από το δόλο που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του βιασμού. ΑΠ 132/2025, σ. 427.

 

ΓΑΜΟΣ:

Οικογένεια, εναλλακτικές μορφές συμβίωσης και πλαίσια νομοθετικής ρύθμισης. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η παιδική ηλικία και η πολύτεκνη οικογένεια τελούν υπό ιδιαίτερη κρατική προστασία. Το άρθρο 21 Σ πάντως έχει, κυρίως, κατευθυντήριο χαρακτήρα, με συνέπεια να εναπόκειται στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση να εξειδικεύουν, εν όψει των εκάστοτε κοινωνικών συνθηκών, τις μορφές και την έκταση της σχετικής προστασίας, εντός των ορίων των λοιπών συνταγματικών διατάξεων και αρχών. Ο νομοθέτης δεν κωλύεται να μεταβάλλει τις ρυθμίσεις περί των όρων συγκρότησης της οικογένειας, αναγνωρίζοντας και προστατεύοντας και άλλες μορφές οικογενειακής ζωής, πέραν της ιδρυόμενης με γάμο, όπως οι μονογονεϊκές οικογένειες ή οικογένειες ερειδόμενες στη σύναψη συμφώνου συμβίωσης ή και ελεύθερη ένωση των μερών, υπό την προϋπόθεση ότι ο θεσμός του γάμου δεν τίθεται σε υποδεέστερη θέση από πλευράς προστασίας. Η οικογενειακή ζωή των ομοφύλων στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ. Η έννοια της οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στην έγγαμη οικογένεια, αλλά καταλαμβάνει και de facto σχέσεις συμβίωσης και φροντίδας, περιλαμβανομένων των σταθερών σχέσεων ομοφύλων, οι οποίες αναγνωρίζονται πλέον ως συγκρίσιμες, ως προς την ανάγκη νομικής προστασίας, με τις αντίστοιχες ετερόφυλες. Η θέση του ενωσιακού δικαίου έναντι οικογενειακών καταστάσεων ομοφύλων. Η διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, όταν αυτή συνδέεται με τη μη πρόσβασή τους σε καθεστώτα παροχών που επιφυλάσσονται στους εγγάμους, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση, ενώ η επέκταση κοινωνικών και υπηρεσιακών παροχών και σε συντρόφους σταθερής σχέσης, περιλαμβανομένων των ομοφύλων, ανταποκρίνεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. ΟλΣτΕ 392/2026, σ. 294.

 

ΓΗΠΕΔΑ:

Γήπεδα εκτός σχεδίου και ακίνητα εντός ορίων οικισμού. Πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο. Για τη δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές, τα γήπεδα πρέπει να έχουν πρόσωπο, δηλαδή όριο, σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) νομίμως υφιστάμενο και όχι προκύψαντα από ιδιωτική βούληση. Ως δρόμοι νοούνται διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδοί, αναγνωρισμένες με πολιτειακή πράξη, στο πλαίσιο καθορισμού του οδικού δικτύου, σε επίπεδο τουλάχιστον ΟΤΑ. Εξάλλου, ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος υφίσταται νόμιμα και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τρόπον ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το γήπεδο. Εξάλλου, για να είναι οικοδομήσιμα τα εντός ορίων οικισμού ακίνητα πρέπει, εκτός των άλλων, να έχουν πρόσωπο σε νόμιμα υφιστάμενο κοινόχρηστο χώρο, πλάτους τουλάχιστον 4 μέτρων, ο οποίος εφάπτεται της μιας πλευράς των ορίων του ακινήτου καθ’ όλο της το μήκος, ως γενικός όρος για τη δόμηση των ακινήτων αυτών πριν από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης του οικισμού. Τα παραπάνω ισχύουν, ελλείψει ειδικών διατάξεων για το ζήτημα αυτό. Σε περίπτωση γηπέδου που τέμνεται από όριο οικισμού και εν μέρει βρίσκεται εντός ορίου οικισμού και εν μέρει εμπίπτει σε εκτός σχεδίου περιοχή. Στην περίπτωση αυτή, η ύπαρξη προσώπου του γηπέδου σε κοινόχρηστο χώρο πρέπει να ελεγχθεί για αμφότερα τα τμήματά του, υπό το πρίσμα της εφαρμοστέας για καθένα εξ αυτών νομοθεσίας. Αρκεί για να θεωρηθεί το γήπεδο οικοδομήσιμο να διαπιστώνεται αιτιολογημένα, από την πολεοδομική αρχή, ότι τμήμα του έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο υπό τις προϋποθέσεις είτε της εντός ορίων οικισμών νομοθεσίας είτε της νομοθεσίας περί δόμησης εκτός σχεδίου & εκτός ορίων οικισμών. ΣτΕ 1779/2025, σ. 457.

 

ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ:

Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα του νέου άρθρου 1536 § 2 ΑΚ – ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τους Π. Σ. Αρβανιτάκη και Κ. Φουντεδάκη, σ. 480.

 

ΔΑΝΕΙΟ:

Προστασία καταναλωτή. Αοριστία τιμήματος σύμβασης. Δανειακή σύμβαση με κυμαινόμενο επιτόκιο. Καταχρηστικότητα γενικού όρου που παρείχε στο πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα να προβαίνει σε περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου χωρίς να ενσωματώνονται ειδικά, σαφή και εύλογα για τον καταναλωτή κριτήρια (άρθρο 2 ν. 2251/1994). Πλήρωση του κενού που καταλείπει ο άκυρος ως καταχρηστικός όρος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ («δίκαιη κρίση»). Έλεγχος των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ. Η εφαρμογή του κριτηρίου της «δίκαιης κρίσης» από τον προμηθευτή καταλήγει στην πράξη σε όμοια αποτελέσματα με αυτά του άκυρου όρου. Ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από τον προμηθευτή δεν αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται αναγκαίος ο διαφορετικός προσδιορισμός του από το Δικαστήριο. Απορρίπτει την αναίρεση. ΑΠ 120/2025, σ. 350.

Προστασία των καταναλωτών. Καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμβαση δανείου συνομολογηθέντος σε ξένο νόμισμα. Ρήτρα η οποία μετακυλίει στον καταναλωτή τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Αποτελέσματα της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα τέτοιας ρήτρας. Αξίωση επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν δυνάμει της καταχρηστικής ρήτρας. Χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής της αξίωσης επιστροφής. Συνέχιση της παραγραφής μετά την παύση της περιόδου αναστολής. ΔΕΕ C-679/24/19.3.2026, σ. 477.

 

ΔΗΜΟΣΙΟ:

Ακύρωση ταμειακών βεβαιώσεων του Δημοσίου από εκχώρηση οφειλομένων μισθωμάτων λόγω αοριστίας των κοινοποιηθεισών ταμειακών βεβαιώσεων από την οικεία ΔΟΥ, εξ αιτίας της μη αναφοράς επακριβώς των επί μέρους οφειλομένων ποσών, του χρόνου γενέσεως της κάθε επί μέρους οφειλής, των οφειλομένων τόκων, των εξόδων, καθώς και της απόφασης, βάσει της οποίας επιδικάστηκαν στον εκμισθωτή τα οφειλόμενα μισθώματα. ΑΠ 1140/2024, σ. 400. 

 

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ:

Επιλογή δικηγόρου. Προσβαλλόμενη πράξη. Μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη είναι η πράξη του Δημάρχου, με την οποία ολοκληρώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια της διαδικασίας επιλογής δικηγόρου και στην οποία ενσωματώθηκαν τα πρακτικά της Πενταμελούς Επιτροπής. Κατά της πράξης αυτής του Δημάρχου, ως τελικής πράξης της ένδικης σύνθετης διοικητικής ενέργειας πρόσληψης, παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, προβάλλονται λόγοι ακύρωσης αφορώντες πλημμέλειες προηγούμενων πράξεων της αυτής σύνθετης διοικητικής ενέργειας. Διαδικασία επιλογής δικηγόρου. Η διαδικασία πρόσληψης εμμίσθων δικηγόρων θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος ως ενιαία ρύθμιση για ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, κατ’ εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, από τις οποίες πρέπει, κατ’ αρχήν, να διέπεται η πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις. Πενταμελής Επιτροπή. Αρμοδιότητα. Επιπλέον κριτήρια επιλογής. Έργο της Πενταμελούς Επιτροπής είναι η συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων που έχουν τα νόμιμα προσόντα, με βάση τα παραπάνω κριτήρια. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, η, κατ’ εξαίρεση, πρόβλεψη στην οικεία προκήρυξη ότι οι υποψήφιοι για την πλήρωση της συγκεκριμένης θέσης έμμισθου δικηγόρου, πρέπει να κατέχουν, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που ορίζονται στον νόμο για τη συμμετοχή τους σε διαδικασίες πλήρωσης θέσεων έμμισθων δικηγόρων φορέων του δημοσίου τομέα, ορισμένα επιπλέον ουσιαστικά προσόντα, η έλλειψη των οποίων συνιστά λόγο αποκλεισμού όσων δεν τα διαθέτουν, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να διασφαλίζεται οπωσδήποτε η ικανοποίηση των ειδικών αναγκών του φορέα, οι οποίες, άλλως, δεν θα ικανοποιούνταν αν τα προσόντα αυτά προ βλέπονταν απλώς ως συνεκτιμώμενα κατά τη συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων στα επιμέρους κριτήρια επιλογής. Αρχή της αμεροληψίας. Η Πενταμελής Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων, οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα, σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τον νόμο και την προκήρυξη κριτήρια, τέτοια δε συγκριτική αξιολόγηση αποτελεί η πλήρης παράθεση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων και, ακολούθως, η βαθμολόγησή τους ανά κριτήριο από την Επιτροπή, με βάση την καθοριζόμενη από την προ κήρυξη κλίμακα. ΣτΕ 1702/ 2025, σ. 449. 

 

ΕΓΓΥΗΣΗ:

Σύμβαση ανοίγματος πίστωσης. Διάκριση από τη σύμβαση δανείου ως υποσχετική αντί της re καταρτιζόμενης σύμβασης δανείου. Χαρακτηριστικά, άνοιγμα λειτουργία, κλείσιμο λογαριασμού. Ευθύνη εγγυητή από πρόσθετες πράξεις αύξησης της πίστωσης εφόσον είναι συμπληρωματικές αυτής, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και αυτός είχε αποδεχθεί την ευθύνη του αυτή. ΑΠ 788/2023, σ. 381.

 

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:

Έλεγχος των αποφάσεων του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα: «Προστασία του κατηγορουμένου στη Νέα υβριδική Ποινική Δικονομία». Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Ν. Χρυσάγησ. 519.

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΣΤΕΓΗ:

Εγκυρότητα καταγγελίας σύμβασης μίσθωσης. Επίδοση. Επαγγελματική μίσθωση (στέγαση ιατρείων ΙΚΑ). Κοινωνία. Η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης από τον μισθωτή πρέπει να ασκείται εναντίον όλων των συνεκμισθωτών, οι οποίοι μπορεί να μην ταυτίζονται με τους συνιδιοκτήτες του μισθίου. Η καταγγελία του μισθωτή που ασκήθηκε εναντίον της μοναδικής μετά τον θάνατο του έτερου συνεκμισθωτή- εκ μισθώτριας, η οποία ήταν συγκυρία του ακινήτου μαζί με εκείνον και τη θυγατέρα τους και ενεργούσε στην εν λόγω σύμβαση μίσθωσης και ως εντολοδόχος και αντιπρόσωπος της τελευταί ας ως συγκοινωνού, δεν απαιτείτο για την εγκυρότητά της να επιδοθεί και στην έτερη συγκυρία που δεν είχε συμβληθεί στη σύμβαση μίσθωσης και δεν κατέστη εκμισθώτρια μετά τον θάνατο του εκμισθωτή πατέρα της. Το γεγονός ότι καταβαλλόταν στην τελευταία μέρος του μισθώματος, αντίστοιχο με το ποσοστό συνιδιοκτησίας της, δεν την καθιστά εκμισθώτρια. ΑΠ 1360/2025, σ. 386.

 

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ:

Καταβολή ενισχύσεων. Αρμοδιότητα δικαστηρίων. Στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Πρωτοδικείων υπήχθησαν, ως ουσιαστικές διαφορές, οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή πράξε ων που αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, οι οποίες προηγουμένως υπέκειντο σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ. Τούτο δε υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδίδονται οι πράξεις αυτές, δεν εντάσσονται σε νομοθεσία που αφορά, κατά το κύριο ρυθμιστικό της αντικείμενο, τη διαχείριση προγραμμάτων χρηματοδότησης έργων και παρεμβάσεων εν γένει για την επίτευξη στόχων αναπτυξιακής στρατηγικής. Διότι, στην τελευταία περίπτωση, οι διαφορές από την προσβολή τέτοιων πράξε ων, εν όψει της ειδικής φύσης του νομοθετικού πλαισίου που τις διέπει, ανήκουν στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ..Αγωγές πιστωτικών ιδρυμάτων. Αρμοδιότητα Διοικητικών Εφετείων. Τα Διοικητικά Εφετεία εί ναι αρμόδια για την εκδίκαση των αγωγών των πιστωτικών ιδρυμάτων (τα οποία είτε ορίζονται ως φορείς υποστήριξης της εφαρμογής, από τις δημόσιες αρχές που προβλέπονται ως Τελικοί Δικαιούχοι δράσεων κρατικών ενισχύσεων Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, είτε ορίζονται ως Τελικοί Δικαιούχοι έχοντες την ευθύνη για την εκτέλεση των εν λόγω δράσεων) με τις οποίες τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα επιδιώκουν την ικανοποίηση απαιτήσεών τους σχετικών με το αντάλλαγμα, που δικαιούνται για την υλοποίηση του έργου που τους ανετέθη με τη σύναψη από αυτά σύμβασης με τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων αυτών. Διοικητικές συμβάσεις. Λαμβανομένου υπ’ όψη ότι η έννοια, αφενός, των διοικητικών συμβάσεων δεν περιορίζεται στις συμβάσεις που διέπονται από τη νομοθεσία δημοσίων έργων, μελετών κ.λπ., αλλά αυτές μπορούν να έχουν ως αντικείμενο και την ανάθεση άσκησης ορισμένων αρμοδιοτήτων ή την παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας, ενώ, αφετέρου, δεν απαιτείται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών να ρυθμίζονται το πρώτον ή αποκλειστικά από τη σύμβαση προκειμένου η δια φορά που ανακύπτει από την εκτέλεση της σύμβασης, να έχει τον χαρακτήρα συμβατικής διαφοράς, οι παραπάνω συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων. ΣτΕ 1856/2025, σ. 459.

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:

Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα του νέου άρθρου 1536 § 2 ΑΚ – ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τους Π. Σ. Αρβανιτάκη και Κ. Φουντεδάκη, σ. 480.

 

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ:

Κοινοποίηση της εισήγησης σε παραιτηθέντες καταγγέλλοντες. Το γεγονός της κοινοποίησης εκ μέρους των οργάνων της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΕπΑντ) στους παραιτηθέντες καταγγέλλοντες της εισήγησης της ΓΔΑ, στην οποία δεν περιλαμβάνονται απόρρητα στοιχεία, και της κλήσης αυτών να μετάσχουν αρχικά ως διάδικα μέρη και ακολούθως ως τρίτοι στην ακροαματική διαδικασία, από την οποία όμως τελικά αποβλήθηκαν, δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας ούτε παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας ούτε δύναται να θεμελιώσει, αυτό καθ’ εαυτό, αντικειμενικά δικαιολογημένη αμφιβολία για την αμεροληψία της κρίσης της Επιτροπής Ανταγωνισμού και να οδηγήσει σε ακυρότητα της σχετικής διαδικασίας ή της απόφασης της Επιτροπής. Συμμετοχή τρίτων στην ακροαματική διαδικασία. Καθορισμός τιμών πώλησης. Απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε οριζόντια ή κάθετη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων, που έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, μεταξύ δε αυτών και οι συμφωνίες με αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών πώλησης ή αγοράς ή άλλων όρων συναλλαγής, τον περιορισμό ή τον έλεγχο της διάθεσης και την κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού. Κριτήρια. Συμβατικοί όροι καθορισμού τιμών πώλησης. Ο συμβατικός καθορισμός ελάχιστου υποχρεωτικού μέσου ποσοστού μικτού κέρδους, ο καθορισμός πολιτικής τιμών από τον δικαιοπάροχο ή ποσοστού ποσοστό εκπτώσεων χονδρικής πώλησης, συστηματικά ερμηνευόμενα μεταξύ τους μέσα στο συμβατικό τους πλαίσιο εμπεριέχουν όλα τα αναγκαία (και επαρκή) στοιχεία για να χαρακτηρισθούν ως επιβολή ελάχιστων τιμών μεταπώλησης, που συνιστά πράγματι, κατά τη φύση, τα δομικά χαρακτηριστικά, και την οικονομική του λειτουργία, περιορισμό του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο. Εξάρτηση πωλήσεων από προηγούμενη άδεια του δικαιοπαρόχου. Μετασυμβατική ρήτρα μη ανταγωνισμού. Κανόνας de minimis. Πεδίο εφαρμογής. Στους περιορισμούς κατ’ αντικείμενο του ανταγωνισμού, όπως οι παραπάνω, δεν εφαρμόζεται ο κανόνας de minimis ούτε ασκούν επιρροή τα μερίδια αγοράς του παραβάτη για την εξακρίβωση της υπέρβασης ενός ορίου, των οποίων θα απαιτείτο ο ακριβής προσδιορισμός της αγοράς αυτής. Επιτροπή Ανταγωνισμού. Εύλογος χρόνος εξέτασης καταγγελίας. Χρόνος έναρξης υπολογισμού. ΣτΕ 1703/2025, σ. 450.

 

ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑ:

 Η ερημοδικία στην αναιρετική δίκη. Μελέτη από τον Κ.Φ. Καλαβρό, σ. 241.

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ: 

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης [ΕΕΣ] εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής. Λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Προϋποθέσεις για την ανάληψη της εκτέλεσης της εν λόγω ποινής από το κράτος εκτέλεσης. Έννοια της φράσης «έχει δικασθεί [αμετακλήτως] για τις ίδιες πράξεις». Αμοιβαία αναγνώριση ποινικών αποφάσεων προς τον σκοπό της εκτέλεσής τους σε άλλο κράτος μέλος. Τήρηση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας που προβλέπει η οικεία ενωσιακή νομική πράξη στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κράτος μέλος αναλαμβάνει την εκτέλεση ποινής που επιβλήθηκε με απόφαση εκδοθείσα από δικαστήριο του κράτους έκδοσης του εντάλματος. Απαίτηση περί συγκατάθεσης του κράτους έκδοσης όσον αφορά στην ανάληψη της εκτέλεσης μιας τέτοιας ποινής από άλλο κράτος μέλος. Δυνατότητα του κράτους έκδοσης να διαβιβάσει στο κράτος εκτέλεσης την απόφαση και το οικείο πιστοποιητικό. Συνέπειες της μη διαβίβασης. Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας. Δικαίωμα του κράτους έκδοσης να εκτελέσει την εν λόγω ποινή. Διατήρηση σε ισχύ του ΕΕΣ. Υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης να εκτελέσει το ΕΕΣ (Άρθρα 3 σημ. 2, 4 σημ. 6 Απόφασης-Πλαίσιο 2002/ 584/ ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, 4, 22, 25 Απόφασης-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ΔΕΕ C-305/22/4.9.2025, σ. 474.

Ζητήματα εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από το Γ. Χ. Βούλγαρη, σ. 498.

 

 

ΙΑΤΡΟΙ:

Κανονιστική πράξη καθορισμού ιατρικών πράξεων, που εκτελούνται από ιατρούς ορισμένης ειδικότητας. Ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά πράξης περί επιβολής σε μόνιμη υπάλληλο ν.π.δ.δ. της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, έχει τον χαρακτήρα προσφυγής ουσίας, υπαγόμενης στην αρμοδιότητα του ΣτΕ, ενώ, κατά το μέρος που στρέφεται κατά πράξης περί θέσης αυτής σε αυτοδίκαιη αργία, έχει τον χαρακτήρα αίτησης ακύρωσης για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο. Όμως, λόγω του παρακολουθηματικού, σε σχέση με την πειθαρχική απόφαση, χαρακτήρα της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης, εφ’ όσον δεν προβάλλονται κατ’ αυτής αυτοτελείς πλημμέλειες, η αίτηση ακύρωσης συνεκδικάζεται από το ΣτΕ μαζί με την προσφυγή. ΣτΕ 1701/2025, σ. 448.

 

 

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ:

Εκπαίδευση παραγωγικών μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης και Δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων. Μελέτη από την Κ. Π. Κυπρούλη, σ. 271.

ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ:

Ιθαγένεια της Ένωσης, Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, Κωλύματα. Αίτηση τροποποιήσεως των στοιχείων που αφορούν το φύλο στα ληξιαρχικά μητρώα. Δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Υποχρέωση δικαστηρίου κράτους μέλους να συμμορφώνεται προς τη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου του εν λόγω κράτους. Σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία. ΔΕΕ C-43/24/12.3.2026, σ. 476.

 

ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ (ΑΚ):

Αγωγή διαρρήξεως λόγω καταδολίευσης με τη μεταβίβαση μόνο της ψιλής κυριότητος ακινήτου με δωρεά από τον οφειλέτη. Υποχρέωση προσδιορισμού της αξίας της ψιλής κυριότητας, καθώς δεν αρκεί η αναφορά της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Τούτο διότι το δικαστήριο θα πρέπει, εφόσον κρίνει ότι η αξία του μεταβιβασθέντος δικαιώματος υπερβαίνει το ποσόν της αξιώσεως του δανειστή, να απαγγείλει μερική ή ολική διάρρηξη. ΑΠ 756/2024, σ. 403.

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ:

Προστασία καταναλωτή. Αοριστία τιμήματος σύμβασης. Δανειακή σύμβαση με κυμαινόμενο επιτόκιο. Καταχρηστικότητα γενικού όρου που παρείχε στο πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα να προβαίνει σε περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου χωρίς να ενσωματώνονται ειδικά, σαφή και εύλογα για τον καταναλωτή κριτήρια (άρθρο 2 ν. 2251/1994). Πλήρωση του κενού που καταλείπει ο άκυρος ως καταχρηστικός όρος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ («δίκαιη κρίση»). Έλεγχος των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ. Η εφαρμογή του κριτηρίου της «δίκαιης κρίσης» από τον προμηθευτή καταλήγει στην πράξη σε όμοια αποτελέσματα με αυτά του άκυρου όρου. Ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από τον προμηθευτή δεν αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται αναγκαίος ο διαφορετικός προσδιορισμός του από το Δικαστήριο. Απορρίπτει την αναίρεση. ΑΠ 120/2025, σ. 350.

 

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ:

Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/ 41/ΕΕ για την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας [ΕΕΕ] σε ποινικές υποθέσεις. Έννοια του «ερευνητικού μέτρου», Σκοπός, Συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, Προσφυγή σε εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα, Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης, Θεμελιώδη δικαιώματα. Προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων στο κράτος έκδοσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου. Εξέταση κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη. Θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης. ΔΕΕ C-325/24/18.12. 2025, σ. 475.

Έλεγχος των αποφάσεων του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα: «Προστασία του κατηγορουμένου στη Νέα υβριδική Ποινική Δικονομία». Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Ν. Χρυσάγησ. 519.

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ:

ΕΟΠΥΥ και πάροχοι υγείας. Ο ΕΟΠΥΥ διέπεται από τον “Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας” (ΕΚΠΥ). για δε την αγορά υπηρεσιών νοσοκομειακής, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, λοιπών ειδών και μέσων περίθαλψης ο Οργανισμός συνάπτει με τους παρόχους υγείας συμβάσεις, με τις οποίες προσδιορίζονται οι όροι που διέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, μέσα στο πλαίσιο των κειμένων κάθε φορά διατάξεων για τα προβλεπόμενα όρια αμοιβών. Οι συμβάσεις αυτές έχουν χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων. Ως παροχή υγείας νοείται και η αποζημίωση θεραπευτικών μέσων και προθέσεων, τεχνικών μέσων υγείας - πρόσθετη περίθαλψη και ως πάροχοι υπηρεσιών υγείας νοούνται, μεταξύ άλλων, και οι προμηθευτές ιατροτεχνολογικών ειδών. Προσβολή πράξεων συμψηφισμού clawback. Αρμοδιότητα. Από το 2021 και εφ’ εξής ο ΕΟΠΥΥ είναι αρμόδιος να προεισπράττει, σε μηνιαία βάση, κατά την πληρωμή των συμβατικών οφειλών του προς τους συμβεβλημένους με αυτόν παρόχους υγείας, ποσοστό έως 70% των αναλογούντων σε αυτούς, μη εισέτι βεβαιωθέντων, ποσών αυτόματης επιστροφής. Ο προσδιορισμός του ύψους των προεισπραττόμενων ποσών γίνεται κατά τον χρόνο εξόφλησης του μήνα δαπάνης των συμβεβλημένων παρόχων, με πράξη επί του χρηματικού εντάλματος, η οποία εμπεριέχεται στην επισυναπτόμενη στο ένταλμα αυτό συγκεντρωτική κατάσταση ενταλματοποιημένων τελικών εκκαθαρίσεων, και την ανάλυση των επιμέρους ποσών. Με την πράξη αυτήν ενεργείται παρακράτηση, μέσω συμψηφισμού, των προεισπραττόμενων ποσών από το ποσό της καταβλητέας συμβατικής αμοιβής των παρόχων υγείας. Η εν λόγω πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων της συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υγείας και του ΕΟΠΥΥ, την ύπαρξη άλλωστε της οποίας προϋποθέτει. Επομένως, οι διαφορές, που ανακύπτουν από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των πράξεων αυτών, συνιστούν διαφορές από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου. ΣτΕ 1704/2025, σ. 452.

 

ΜΙΣΘΟΣ:

Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Με την ΠΥΣ 6/2012 καταργήθηκαν καθολικά οι ρήτρες μονιμότητας Κανονισμών Εργασίας και δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ νέου- Μισθολογική κατάταξη εργαζόμενων συνταξιούχων Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.. ΑΠ 83/2026, σ. 335. 

 

ΜΝΗΜΕΙΑ:

Προστασία μνημείων. To Σύνταγμα καθιερώνει την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προ έρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας Περιορισμοί ιδιοκτησίας και αποζημίωση. Ακίνητα εκτός σχεδίου. Χαρακτηρισμός έκτασης ως αρχαιολογικού χώρου. Συνέπειες. Ο χαρακτηρισμός ιδιωτικής έκτασης ως αρχαιολογικού χώρου ή η ύπαρξη εντός ή πλησίον αυτής αρχαίων μνημείων, χωρίς να κινηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος η διαδικασία απαλλοτρίωσης της έκτασης, δεν γεννά, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοίκησης είτε να άρει τη δέσμευση της ιδιοκτησίας είτε να την απαλλοτριώσει είτε να προβεί σε απ’ ευθείας εξαγορά της, αλλά μόνον υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση ουσιώδους, κατά τις περιστάσεις, περιορισμού ή στέρησης της κατά προορισμό χρήσης της ιδιοκτησίας. Τρόποι και προϋποθέσεις αποζημίωσης. Περιεχόμενο αίτησης αποζημίωσης. Αποδεικτικά στοιχεία. Πρόσφορα στοιχεία για την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών είναι οι τίτλοι ιδιοκτησίας του ακινήτου και η περιλαμβανόμενη σε αυτούς περιγραφή της μορφής και της φύσης του ακινήτου, σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, μέσω των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η θέση του ακινήτου, ιδίως σε σχέση με τα αρχαία μνημεία, τον αρχαιολογικό χώρο και με παρακείμενους οικισμούς ή άλλες περιοχές ανάπτυξης οικονομικών εν γένει δραστηριοτήτων και, τέλος, στοιχεία εκτίμησης της αντικειμενικής και της εμπορικής αξίας του δεσμευόμενου ακινήτου. ΣτΕ 1782/2025, σ. 457.

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ:

Γάμος, οικογένεια, εναλλακτικές μορφές συμβίωσης και πλαίσια νομοθετικής ρύθμισης. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η παιδική ηλικία και η πολύτεκνη οικογένεια τελούν υπό ιδιαίτερη κρατική προστασία. Το άρθρο 21 Σ πάντως έχει, κυρίως, κατευθυντήριο χαρακτήρα, με συνέπεια να εναπόκειται στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση να εξειδικεύουν, εν όψει των εκάστοτε κοινωνικών συνθηκών, τις μορφές και την έκταση της σχετικής προστασίας, εντός των ορίων των λοιπών συνταγματικών διατάξεων και αρχών. Ο νομοθέτης δεν κωλύεται να μεταβάλλει τις ρυθμίσεις περί των όρων συγκρότησης της οικογένειας, αναγνωρίζοντας και προστατεύοντας και άλλες μορφές οικογενειακής ζωής, πέραν της ιδρυόμενης με γάμο, όπως οι μονογονεϊκές οικογένειες ή οικογένειες ερειδόμενες στη σύναψη συμφώνου συμβίωσης ή και ελεύθερη ένωση των μερών, υπό την προϋπόθεση ότι ο θεσμός του γάμου δεν τίθεται σε υποδεέστερη θέση από πλευράς προστασίας. Η οικογενειακή ζωή των ομοφύλων στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ. Η έννοια της οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στην έγγαμη οικογένεια, αλλά καταλαμβάνει και de facto σχέσεις συμβίωσης και φροντίδας, περιλαμβανομένων των σταθερών σχέσεων ομοφύλων, οι οποίες αναγνωρίζονται πλέον ως συγκρίσιμες, ως προς την ανάγκη νομικής προστασίας, με τις αντίστοιχες ετερόφυλες. Η θέση του ενωσιακού δικαίου έναντι οικογενειακών καταστάσεων ομοφύλων. Η διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, όταν αυτή συνδέεται με τη μη πρόσβασή τους σε καθεστώτα παροχών που επιφυλάσσονται στους εγγάμους, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση, ενώ η επέκταση κοινωνικών και υπηρεσιακών παροχών και σε συντρόφους σταθερής σχέσης, περιλαμβανομένων των ομοφύλων, ανταποκρίνεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. ΟλΣτΕ 392/2026, σ. 294.

 

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ:

Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Με την ΠΥΣ 6/2012 καταργήθηκαν καθολικά οι ρήτρες μονιμότητας Κανονισμών Εργασίας και δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ νέου- Μισθολογική κατάταξη εργαζόμενων συνταξιούχων Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.. ΑΠ 83/2026, σ. 335. 

Ένταξη Δήμου στο Πρόγραμμα “ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ”. Προϋποθέσεις ανάκλησης της ένταξης. Η κατανομή του προϋπολογισμού κάθε πρότασης στους επιμέρους Άξονες, σύμφωνα με την οριζόμενη στις διατάξεις που διέπουν το Πρόγραμμα “ΕΞΟΙ ΚΟΝΟΜΩ” ποσόστωση, αποσκοπεί και εξασφαλίζει την επίτευξη των επιδιωκόμενων από το Πρόγραμμα στόχων και αποτελεί, για τον λόγο αυτόν, ουσιώδη όρο για την ένταξη της πρότασης, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει τη μη αξιολόγηση της πρότασης κατά δεσμία αρμοδιότητα. Σε περίπτωση, όμως, που, μετά την ένταξη, κατά το στάδιο υλοποίησης του έργου, ανακύπτει ή/και διαπιστώνεται πλημμέλεια, που αφορά τις προϋποθέσεις ένταξης, η αρμόδια αρχή δύναται, ασκώντας διακριτική ευχέρεια, να εκτιμήσει, ανάλογα με τις περιστάσεις, ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειες για την ένταξη της πρότασης στο Πρόγραμμα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση ένταξης. Σε περίπτωση που η Διοίκηση ανακαλέσει την απόφαση ένταξης, υπολαμβάνοντας ότι έχει δεσμία προς τού το αρμοδιότητα, ενώ όφειλε να ασκήσει διακριτική ευχέρεια και να εκτιμήσει την επίπτωση της διαπιστωθείσας πλημμέλειας στο έργο, υπό το πρίσμα των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, λαμβάνοντας, μάλιστα, υπ’ όψη ότι η αμφισβήτηση αφορά σημειακή απόκλιση σε ένα έργο μεγάλου προϋπολογισμού, το οποίο αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας του αιτούντος Δήμου και εξυπηρετεί, ως εκ τούτου, έντονο δημόσιο συμφέρον, η σχετική πράξη είναι ακυρωτέα. ΣτΕ 1724/2025, σ. 453.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ:

Διακοπή παραγραφής με άσκηση αγωγής. Επέλευση της διακοπής της παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. επέρχεται στο χρονικό σημείο της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο με επιμέλεια του ενάγοντος. Η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παραγραφή της αξίωσης κατά ν.π.δ.δ. εκτείνεται στο σύνολο των σχετικών με την παραγραφή ζητημάτων και, επομένως, λόγος διακοπής της παραγραφής, ο οποίος προκύπτει από τα στοιχεία που τίθενται υπ’ όψη του δικαστηρίου της ουσίας, λαμβάνεται υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από αυτό. ΣτΕ 1708/2025, σ. 452.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ (ΠολΔ):

Περιεχόμενο της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής την οποία υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας. Εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή. Υποχρέωση προς αιτιολόγηση της συγκεκριμένης εφαρμογής των εξαιρέσεων αυτών. Εθνική ρύθμιση παρέχουσα στο εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας τη δυνατότητα να απορρίπτει μέσο ένδικης προστασίας με συνοπτική αιτιολογία. Προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αιτιολόγηση της μη υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. ΔΕΕ C-767/23/24.3.2026, σ. 478.

 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ:

Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Συνάφεια με την κύρια δίκη. Προϋπόθεση συζήτησης της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς κύριας δίκης. Σε περίπτωση ματαίωσης της συζήτησης της κύριας δίκης λόγω μη εγγραφής της στο πινάκιο, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. ΑΠ 966/2025, σ. 391.

 

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ:

Υποβολή πλαστού πιστοποιητικού και πειθαρχικές συνέπειες. Το πειθαρχικό παράπτωμα της κατάθεσης, χρήσης, συμπερίληψης και διατήρησης, στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού ή νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαίωσης, για το οποίο υπό την ισχύ του ν. 4057/2012 ήταν δυνατό να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του ν. 4325/2015 δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που επισύρουν την εν λόγω πειθαρχική ποινή. Ανάκληση διορισμού. Αποτελέσματα. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι ο υπάλληλος έχει κάνει χρήση ή καταθέσει πλαστό ή νοθευμενο έγγραφο προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό του στο Δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ., το αρμόδιο όργανο της Διοίκησης ή του ν.π.δ.δ. οφείλει να κινήσει τη διαδικασία ανάκλησης διορισμού του υπαλλήλου, η οποία αναστέλλει την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή είτε με την απόλυση του υπαλλήλου είτε με τη διατήρησή του στην Υπηρεσία, εφ’ όσον το προαναφερόμενο όργανο αποφασίσει αιτιολογημένα τη μη ανάκληση του διορισμού. Τυχόν ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη για το παραπάνω παράπτωμα αναστέλλεται προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάκλησης του διορισμού του υπαλλήλου και, στην περίπτωση που επιβληθεί πειθαρχική ποινή, αναστέλλεται η εκτέλεσή της για τον ίδιο λόγο. Εάν ασκηθεί προσφυγή κατά της πειθαρχικής ποινής για το παραπάνω παράπτωμα, το αρμόδιο δικαστήριο δέχεται την προσφυγή, εξαφανίζει την πειθαρχική απόφαση και αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του προσφεύγοντος υπαλλήλου. ΣτΕ 1701/2025, σ. 448.

 

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ:

Οικοδομικές άδειες. Αρμοδιότητες ΥΔΟΜ και κρατική εποπτεία. Η αρμοδιότητα έκδοσης πράξε ων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών έχει περιέλθει στους Δήμους και, συγκεκριμένα, στις Υπηρεσίες Δόμησης (ΥΔΟΜ) αυτών. Η έκδοση των οικοδομικών αδειών δεν καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια της οικείας ΥΔΟΜ, αλλά είναι υποχρεωτική γι’ αυτήν, όταν συντρέχουν οι κατά το Σύνταγμα και τον νόμο προϋποθέσεις, όπως αυτές έχουν τεθεί, ιδίως, από τον ΝΟΚ και το εκάστοτε εφαρμοζόμενο ειδικό καθεστώς πολεοδομικού σχεδιασμού, που διέπει τους όρους και περιορισμούς δόμησης κάθε περιοχής. Υπέρ των οργάνων του Κράτους διατηρούνται αρμοδιότητες εποπτείας και ελέγχου της διαδικασίας, που ακολουθούν οι ΥΔΟΜ των Δήμων για την έκδοση των αδειών, ερμηνείας των κρίσιμων πολεοδομικών διατάξεων και αναστολής της έκδοσης οικοδομικών αδειών στην περίπτωση εκπόνησης ΤΠΣ. Πάντως, δεν έχει παρασχεθεί στους ΟΤΑ εξουσιοδότηση για την κανονιστική ρύθμιση των ζητημάτων, που σχετίζονται με τους όρους έκδοσης πράξεων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών και τους εφαρμοστέους όρους και περιορισμούς δόμησης στις περιοχές αρμοδιότητάς τους, το οποίο, άλλωστε, απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Επίσης, δεν παρέχεται στα αρμόδια όργανα των Δήμων αρμοδιότητα για την επίλυση, με δεσμευτικό ή μη χαρακτήρα, ερμηνευτικών ζητημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της κείμενης πολεοδομικής νομοθεσίας, καθώς αυτή η αρμοδιότητα επιφυλάσσεται σε όργανα του Κράτους. ΣτΕ 1728/2025, σ. 454.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ:

Η από τον (διορισθέντα από το Δικαστήριο) Πραγματογνώμονα θέση ερωτημάτων σχετικών με το θέμα της (Δικαστικής) Πραγματογνωμοσύνης σε τρίτα πρόσωπα, συμ­περίληψη/ένταξη των αντιστοίχων απαντήσεων στην Έκθεση Δικαστικής Πραγματογνωμοσύνης και Δικονομική Αξιολόγηση/Μεταχεί­ριση αυτής (υπό το πρίσμα και των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 15 ετών). Μελέτη από τον Ν. Κ. Κλαμαρήσ. 247.

 

ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ:

Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της καταπολέμησης των ποινικών αδικημάτων. Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συλλογή βιομετρικών δεδομένων. Λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών. Πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα. Απόλυτη ανάγκη. Εξουσία εκτίμησης. Υποχρέωση αιτιολόγησης. Άρνηση του υποκειμένου των δεδομένων να υποβληθεί στη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του. Εθνική νομοθεσία που επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη προσώπου για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρεί την άρνηση αυτή ακόμη και αν δεν έχει ασκηθεί δίωξη ή δεν έχει επέλθει καταδίκη για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή των δεδομένων. ΔΕΕ C-371/24/ 19.3.2026, σ. 476.

 

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ:

Λόγοι προσφυγής κατά της απόλυσης από το Πυροσβεστικό Σώμα. Λόγοι της προσφυγής κατά απόφασης του Δευτεροβάθμιου Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία ο προσφεύγων κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του στον βαθμό του Αρχιπυράρχου λόγω μη ικανοποιητικής υπηρεσιακής απόδοσης και, συνεπεία της κρίσης αυτής, απολύθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, με τους οποίους προβάλλεται ότι δεν είναι νόμιμα και επαρκώς αιτιολογημένη η κρίση του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου περί μη ικανοποιητικής υπηρεσιακής απόδοσης του προσφεύγοντος, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Και τούτο, διότι το ΣτΕ, κατά την εκδίκαση προσφυγών ουσίας, ερευνά την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, δυνάμενο να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου, καθώς και στην ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. ΣτΕ 1793/2025, σ. 458.

 

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ:

Αμοιβές συμβολαιογράφων. Πάγια και αναλογικά δικαιώματα. Ο συμβολαιογράφος, για την κατάρτιση οποιασδήποτε πράξης και για την παροχή κάθε υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από τον νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται ως αμοιβή “δικαιώματα”, τα οποία δια κρίνονται σε πάγια και - αν το αντικείμενο της πράξης είναι αποτιμητό σε χρήμα – αναλογικά. Τα τελευταία οφείλονται επιπλέον των παγίων και υπολογίζονται με βάση τη συνολική αξία της πράξης, που δηλώθηκε ή την τυχόν μεγαλύτερη αξία, που καθόρισε η αρμόδια αρχή. Αμοιβές από κρατικά συμβόλαια. Στην περίπτωση των αναλογικών δικαιωμάτων από τη σύνταξη κρατικών συμβολαίων, ο συντάξας το συμβόλαιο συμβολαιογράφος υποχρεούται, με απειλή κατ’ αυ τού ποινικών κυρώσεων, μετά την αφαίρεση των εισφορών υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Ταμείου Ασφάλισης Συμβολαιογράφων που βαρύνουν τον ίδιο, να αποδώσει τα παραπάνω δικαιώματα εντός της οριζόμενης από τον Κώδικα προθεσμίας στο ταμείο του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, προκειμένου να διανεμηθούν στα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 121 του Κώδικα περί Συμβολαιογράφων, άλλως καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας. Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος προβαίνει στη διανομή των αναλογικών δικαιωμάτων, προς εξαφάνιση της ανισότητας των απολαβών μεταξύ των μελών του, που μπορεί να οφείλεται σε προσωπική εύνοια με την ανάθεση τέτοιων πράξεων σε ορισμένα από αυτά. ΣτΕ 1756/ 2025, σ. 455.

 

ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:

Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα του νέου άρθρου 1536 § 2 ΑΚ – ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τους Π. Σ. Αρβανιτάκη και Κ. Φουντεδάκη, σ. 480.

 

ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΝ:

Ένταξη εδαφικών εκτάσεων στο σχέδιο πόλης. Διάκριση μεταξύ βασικού (μεταβαλλόμενου) και νέου ακινήτου επί αγωγής διόρθωσης πρώτης εγγραφής. Η πράξη εφαρμογής συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας από το φερόμενο ιδιοκτήτη και ο αληθινός κύριος μπορεί να ασκήσει διεκδικητική αγωγή για το νέο ακίνητο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί με τα νέα γεωχωρικά στοιχεία, μετά την καταχώρηση της πράξης εφαρμογής στο Κτηματολόγιο. Εάν όμως η διεκδίκηση αφορά τμήμα μόνο του ακινήτου, αντικείμενο της είναι μόνο η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του οικοπέδου. ΜΕφΛ 47/2026, σ. 385.

 

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ: 

Αντιστροφή βάρους απόδειξης. Ανεπαρκής αιτιολογία. Αρχή της ηθικής απόδειξης. Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας και δίκαιης δίκης Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια καταδίκασαν τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος με μη επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση ως προς την παράνομη προέλευση των αντικειμένων και τη γνώση του, μετακυλίοντας σε αυτόν το βάρος απόδειξης. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η μη απόδειξη του ισχυρισμού της υπεράσπισης περί κυριότητας των αντικειμένων από τη σύζυγό του δεν υποκαθιστά την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει, πέραν ευλόγου αμφιβολίας, τα ουσιώδη στοιχεία της κατηγορίας. Το Δικαστήριο επιδίκασε 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.240 ευρώ για δικαστική δαπάνη. ΕΔΔΑ 46737/2020/16.12.2025, σ. 287.

 

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ:

Εκπαίδευση παραγωγικών μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης και Δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων. Μελέτη από την Κ. Π. Κυπρούλησ. 271. 

Κράτος Δικαίου και Τεχνητή Νοημοσύνη. Δικαιοσύνη-Ανεξάρτητες Αρχές. (Με αφορμή την ιστορική Απόφαση του ΣτΕ 1206/2024). Γνωμοδότηση & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Α. Π. Αργυρό, σ. 506.

 

ΤΡΑΠΕΖΕΣ:

Δίκαιο προστασίας καταναλωτή. Υποχρέωση Τράπεζας για παροχή ορθών επενδυτικών υπηρεσιών σε πελάτη της με βάση τη σύμβαση περί εντολής, τον Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και την ιδιότητά της ως παρέχουσας υπηρεσίες κατά το ν. 2251/ 1994. Περιεχόμενο υποχρέωσης και αδικοπρακτική ευθύνη. Έγγραφη σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών και παραγγελιών και σιωπηρή σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Πλημμελείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που καθιστούν την σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών σε επενδυτική σύμβαση ΑΠ 956/2025, σ. 392.

 

ΥΙΟΘΕΣΙΑ:

Συμβατότητα του γάμου και της υιοθεσίας τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια με το Σύνταγμα. Με τον ν. 5089/2024 διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που δύνανται να συνάπτουν πολιτικό γάμο, ώστε να περιληφθούν και τα ομόφυλα ζευγάρια, χωρίς να μεταβάλλονται τα βασικά γνωρίσματα του θεσμού ούτε να θίγεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα των ετεροφύλων να συνάπτουν γάμο ή να δημιουργούν οικογένεια κατά τις πεποιθήσεις τους. Η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 21 § 1 , διότι η συνταγματική προστασία του γάμου και της οικογένειας δεν εξαντλείται στην ετερόφυλη έγγαμη οικογένεια με κοινά βιολογικά τέκνα, ενώ η τεκνοποιία δεν αποτελεί υποχρεωτικό σκοπό του γάμου και η οικογενειακή ζωή εκδηλώνεται και υπό άλλες μορφές, ήδη αναγνωρισμένες από την έννομη τάξη. Περαιτέρω, είναι συνταγματικώς ανεκτή η παροχή δικαιώματος υιοθεσίας σε ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, είτε από κοινού είτε ως προς το τέκνο του ενός συζύγου, καθ’ όσον η ισχύουσα διαδικασία υιοθεσίας περιλαμβάνει επαρκείς εγγυήσεις εξατομικευμένου ελέγχου από κοινωνικές υπηρεσίες και δικαστήριο, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο δεν επιτρέπεται να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων. ΟλΣτΕ 392/2026, σ. 294.

 

ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ:

Απόλυτη ακυρότητα. Το δικαστήριο υπερβαίνει την εξουσία του και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο ενώ έπρεπε να κηρυχθεί η εις βάρος του ποινική δίωξη ως μη γενόμενη. Ποινική ευθύνη ανηλίκων. Οι πράξεις ανηλίκων νεότερων των δώδεκα ετών αποτελούν αντικείμενο ενασχόλησης των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και όχι των ποινικών δικαστηρίων, είναι δηλαδή ποινικά αδιάφοροι. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω υπέρβασης εξουσίας και κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την ανήλικη κατηγορουμένη, η οποία κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν είχε συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας της. ΑΠ 1314/ 2025, σ. 421. 

 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ:

Φορολογικό Δίκαιο. Αλληλέγγυα και προσωπική ευθύνη φυσικών προσώπων και νομικού προσώπου. Χρόνος συνδρομής της υπό του νόμου προβλεπόμενης ιδιότητας. Για την εφαρμογή της § 1 του άρθρου 50 του ν. 4174/2013, και συνακόλουθα την ύπαρξη προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης του φορολογικά υπόχρεου προσώπου απαιτείται η πραγματική συνδρομή της κρίσιμης ιδιότητας. Συναφώς, ο χρόνος συνδρομής της σχετικής ιδιότητας του εκάστοτε υπόχρεου απαιτείται να συμπίπτει με τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι οφειλές και, επιπλέον, αυτές να μην καταβλήθηκαν ή να μην αποδόθηκαν στο Δημόσιο εξ υπαιτιότητάς του. Στην περίπτωση ωστόσο που απο δειχθεί ότι δεν έχει πραγματική ανάμειξη στη διοίκηση των υποθέσεων του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας απαλλάσσεται της ευθύνης του. Κατ’ επέκταση, η θέση της νομικής οντότητας σε εκκαθάριση και ο διορισμός εκκαθαριστή καταρχήν αποκλείει την ευθύνη του τέως διαχειριστή του νομικού προσώπου όπως και για οφειλές που δεν έφερε τη σχετική ιδιότητα. ΜΔιοικΠρΠειρ Α2847/ 2024, σ. 54.

Επιβολή φορολογικών τεκμηρίων. Ο κοινός νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το φορολογικό σύστημα και να θεσπίζει τεκμαρτούς τρόπους προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, υπό τον όρο ότι τα τεκμήρια στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, συμβατά με τα διδάγματα της κοινής πείρας και είναι μαχητά. Τεκμήριο με βάση τον κατώτατο μισθό. Το σύστημα των άρθρων 28Α-28Δ ΚΦΕ εισάγει τεκμήριο ελάχιστου ετήσιου καθαρού εισοδήματος από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, όπως ο κατώτατος μισθός, τα έτη άσκησης της δραστηριότητας, το μισθολογικό κόστος προσωπικού, ο κύκλος εργασιών και ο αντίστοιχος ΚΑΔ, ενώ προβλέπει εξαιρέσεις, μειώσεις και χρονικούς περιορισμούς εφαρμογής. Αρχή της ισότητας. Το επίδικο τεκμήριο δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 § 1 και 5 και 78 § 1 του Συντάγματος, διότι αποτελεί θεμιτό τρόπο σύλληψης πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας και συμπληρώνει τον λογιστικό τρόπο προσδιορισμού του εισοδήματος προς αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Αρχές αναλογικότητας και προστασίας της οικονομικής ελευθερίας. Δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, ούτε το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι το τεκμήριο δεν οδηγεί σε φορολόγηση πλασματικού εισοδήματος και δεν επιβάλλει υπέρμετρο βάρος, ακριβώς λόγω των εξαιρέσεων, μειώσεων και του μαχητού χαρακτήρα του τεκμηρίου. Δεν παραβιάζονται η οικονομική και η επαγγελματική ελευθερία ούτε εξωθείται ο βαρυνόμενος σε εγκατάλειψη του επαγγέλματος, τυχόν δε εξατομικευμένες περιπτώσεις μειωμένης, μη συστηματικής ή περιορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας αντιμετωπίζονται μέσω της δυνατότητας ανατροπής του τεκμηρίου. ΟλΣτΕ 1800/2025, σ. 448.

 

ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ:

Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας. Η φορολογούμενη ύλη (όπως π.χ. το εισόδημα) πρέπει να είναι πραγματική και όχι πλασματική. Αν υπάρχουν υπόνοιες φοροδιαφυγής, μπορεί να κληθεί ο φορολογούμενος και δη ο ελεύθερος επαγγελματίας, να δικαιολογήσει την προσαύξηση της περιουσίας του, το ύψος της οποίας δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα ή προκύπτοντα, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η φορολογική αρχή, εισοδήματά του. Η αξίωση προς δικαιολόγηση δύναται, κατ’ ανώτατο χρονικό όριο, να επεκταθεί έως τον χρόνο παραγραφής της φορολογικής αξίωσης (κατά κανόνα, 5ετία). Προς απόδειξη της προέλευσης της περιουσίας του, ο φορολογούμενος δύναται, κατ’ αρχήν, να επικαλεσθεί οποιαδήποτε στοιχεία, καθώς και χρηματικά ποσά που προκύπτουν από οποιαδήποτε αιτία, έστω και το πρώτον ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί διατυπώσεις ή φορολογικές δια τάξεις, που αφορούν την προέλευση των εν λόγω χρηματικών ποσών. Κάλυψη τεκμηρίων με συνάλλαγμα. Οι κανόνες και τα ειδικά δικαιολογητικά, που ισχύουν για την κάλυψη τεκμηρίων μέσω εισαγωγής συναλλάγματος από το εξωτερικό, αφορούν μόνον την περίπτωση του τεκμαρτού προσδιορισμού εισοδήματος λόγω δαπανών ή απόκτησης περιουσιακών στοιχεί ων. Δεν εφαρμόζονται, όμως, στη διαφορετική περίπτωση της προσαύξησης περιουσίας. Εκεί, η από δειξη δεν περιορίζεται στα συγκεκριμένα τραπεζικά παραστατικά της σχετικής Υπουργικής Απόφασης, αλλά μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Συνεπώς, δεν μπορεί η Διοίκηση ή το δικαστήριο να απαιτεί, και στις υποθέσεις προσαύξησης περιουσίας, μόνον τα ειδικά δικαιολογητικά που προβλέπονται για την κάλυψη τεκμηρίων. Μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία θα ήταν μη νόμιμη και θα περιόριζε υπέρμετρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. ΣτΕ 1816/2025, σ. 458.

 

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ:

Απαλλαγή του χρυσού από τον ΦΠΑ. Προϋποθέσεις. Ο ενωσιακός νομοθέτης, προκειμένου να ενισχύσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα στην αγορά χρυσού, υπήγαγε σε ειδικό καθεστώς απαλλαγής από τον ΦΠΑ τις πράξεις της παράδοσης, ενδοκοινοτικής απόκτησης και εισαγωγής επενδυτικού χρυσού, ως τέτοιου νοουμένου, μεταξύ άλλων, των χρυσών νομισμάτων. Τήρηση διαδικασίας ως προϋπόθεση απαλλαγής. Ο πωλητής επενδυτικού χρυσού οφείλει να αναγράφει στα φορολογικά στοιχεία, που τηρεί βάσει του ΚΒΣ, πέραν των άλλων, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του αγοραστή και την ποσότητα και το είδος του επενδυτικού χρυσού, σε περίπτωση δε πώλησης χρυσών νομισμάτων οι επιτηδευματίες είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν στη Διεύθυνση ΦΠΑ του Υπουργείου Οικονομικών κατάλογο με τα νομίσματα, που αποτέλεσαν αντικείμενο των συναλλαγών τους, με αναφορά της τελευταίας τιμής που επιτεύχθηκε πριν από την 1η Απριλίου κάθε έτους. Αγορά και εισαγωγή επενδυτικού χρυσού. Ειδικά στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίου λόγω αγοράς επενδυτικού χρυσού, ο εκδότης οφείλει να λαμβάνει φωτοαντίγραφο του εγγράφου ταυτοπροσωπίας του πωλητή, να θέτει επ’ αυτού ημερομηνία και υπογραφή και να το φυλάσσει στο αρχείο της επιχείρησης, θέτοντάς το στη διάθεση του ελέγχου εφ’ ό σον του ζητηθεί. Στην περίπτωση εισαγωγής επενδυτικού χρυσού, ο εισαγωγέας υποχρεούται να υποβάλει ενώπιον της τελωνειακής αρχής επικυρωμένο αντίγραφο της προαναφερθείσας ειδικής δήλωσης περί συναλλαγών σε επενδυτικό χρυσό. Ακολούθως, το Τελωνείο Εισαγωγής, αφού ελέγξει εάν ο εισαγόμενος επενδυτικός χρυσός πληροί τις προϋποθέσεις του Κώδικα ΦΠΑ, σε καταφατική περίπτωση, προσαρτά επί της διασάφησης εισαγωγής την παραπάνω ειδική δήλωση, καταγράφει στον ειδικό χώρο επί της διασάφησης ότι χορηγείται απαλλαγή από τον ΦΠΑ και αποστέλλει φωτοαντίγραφο της διασάφησης και των συνημμένων εγγράφων στην ΔΥΟ, που είναι αρμόδια για τον εισαγωγέα.. ΣτΕ 1729/2025, σ. 454.

 

ΧΡΥΣΟΣ:

Απαλλαγή του χρυσού από τον ΦΠΑ. Προϋποθέσεις. Ο ενωσιακός νομοθέτης, προκειμένου να ενισχύσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα στην αγορά χρυσού, υπήγαγε σε ειδικό καθεστώς απαλλαγής από τον ΦΠΑ τις πράξεις της παράδοσης, ενδοκοινοτικής απόκτησης και εισαγωγής επενδυτικού χρυσού, ως τέτοιου νοουμένου, μεταξύ άλλων, των χρυσών νομισμάτων. Τήρηση διαδικασίας ως προϋπόθεση απαλλαγής. Ο πωλητής επενδυτικού χρυσού οφείλει να αναγράφει στα φορολογικά στοιχεία, που τηρεί βάσει του ΚΒΣ, πέραν των άλλων, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του αγοραστή και την ποσότητα και το είδος του επενδυτικού χρυσού, σε περίπτωση δε πώλησης χρυσών νομισμάτων οι επιτηδευματίες είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν στη Διεύθυνση ΦΠΑ του Υπουργείου Οικονομικών κατάλογο με τα νομίσματα, που αποτέλεσαν αντικείμενο των συναλλαγών τους, με αναφορά της τελευταίας τιμής που επιτεύχθηκε πριν από την 1η Απριλίου κάθε έτους. Αγορά και εισαγωγή επενδυτικού χρυσού. Ειδικά στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίου λόγω αγοράς επενδυτικού χρυσού, ο εκδότης οφείλει να λαμβάνει φωτοαντίγραφο του εγγράφου ταυτοπροσωπίας του πωλητή, να θέτει επ' αυτού ημερομηνία και υπογραφή και να το φυλάσσει στο αρχείο της επιχείρησης, θέτοντάς το στη διάθεση του ελέγχου εφ’ όσον του ζητηθεί. Στην περίπτωση εισαγωγής επενδυτικού χρυσού, ο εισαγωγέας υποχρεούται να υποβάλει ενώπιον της τελωνειακής αρχής επικυρωμένο αντίγραφο της προαναφερθείσας ειδικής δήλωσης περί συναλλαγών σε επενδυτικό χρυσό. Ακολούθως, το Τελωνείο Εισαγωγής, αφού ελέγξει εάν ο εισαγόμενος επενδυτικός χρυσός πληροί τις προϋποθέσεις του Κώδικα ΦΠΑ, σε καταφατική περίπτωση, προσαρτά επί της διασάφησης εισαγωγής την παραπάνω ειδική δήλωση, καταγράφει στον ειδικό χώρο επί της διασάφησης ότι χορηγείται απαλλαγή από τον ΦΠΑ και αποστέλλει φωτοαντίγραφο της διασάφησης και των συνημμένων εγγράφων στην ΔΟΥ, που είναι αρμόδια για τον εισαγωγέα.. ΣτΕ 1729/2025, σ. 454.