Αλφαβητικό ευρετήριο Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2026
Αλφαβητικό ευρετήριο Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2026
ΑΓΩΓΗ:
Μεταβολή της ιστορικής βάσης. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων πραγματικών περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση. Η απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, το οποίο μόνο του ή από κοινού με άλλα στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, εκτός των άλλων, η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος που στηρίζει το αίτημα της αγωγής ή όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνισης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής. ΣτΕ 1612/2025, σ. 146.
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ:
Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Προνόμια διακριθέντων αθλητών. Ανάκληση εγγραφής αθλητή στον ειδικό πίνακα αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις για διάκριση σε πανελλήνιο πρωτάθλημα παίδων. Αίτηση αναστολής. Ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Αδυναμία συμμετοχής του αιτούντος στη διαδικασία εισαγωγής διακριθέντων αθλητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που διεξάγεται άπαξ κατ’ έτος και θα έχει ολοκληρωθεί κα τά τον χρόνο συζήτησης του κυρίου ενδίκου βοηθήματος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Δέχεται αίτηση αναστολής. ΤρΣυμβ ΔιοικΠρΑθ 777/2025, σ. 68.
ΑΙΓΙΑΛΟΣ:
Όταν ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν, κατά την άποψή του, καθορισθεί εσφαλμένα κατά το παρελθόν, η Διοίκηση οφείλει να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση, ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία, προκειμένου να αποδείξει ότι υπήρξε σφάλμα κατά τον αρχικό καθορισμό των οριογραμμών. Η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αίτησης επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, η οποία συνοδεύεται από σχετικά στοιχεία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, υποκείμενη σε αίτηση ακύρωσης, οι δε πράξεις, με τις οποίες η Διοίκηση απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο ή αρνείται να εξετάσει την αίτηση αυτή, έχουν εκτελεστό χαρακτήρα. ΣτΕ 1263/2025, σ. 130.
ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ (ΔιοικΔ):
Αίτηση ακύρωσης οικοδομικής άδειας. Προθεσμία άσκησης και τεκμήριο γνώσης της προσβαλλόμενης. Η κρίση σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση αίτησης ακύρωσης, ειδικότερα δε η κρίση περί των δεδομένων που οδήγησαν στον σχηματισμό τεκμηρίου γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα την ακύρωση, ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου και στην υπαγωγή των περιστατικών αυτών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου και όχι σε νομικό ζήτημα. Για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά οικοδομικής άδειας, απαιτείται γνώση όχι μόνο της έκδοσης, αλλά και του περιεχομένου της άδειας ως προς τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του κτηρίου και της χρήσης του, η γνώση δε αυτή συναρτάται με τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πράξη και το έννομο συμφέρον επί του οποίου θεμελιώνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Προκειμένου δε να εκφέρουν σχετική κρίση, τα δικαστήρια εκτιμούν τα στοιχεία του φακέλου και λαμβάνουν υπ’ όψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης ή την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκού-ντος την αίτηση ακύρωσης να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και το περιεχόμενό της. ΣτΕ 1528/2025, σ. 141.
ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ (ΠοινΔ):
Απόλυτη ακυρότητα. Μετά την επάνοδο του κατηγορουμένου που θορυβεί ο γραμματέας του δικαστηρίου διαβάζει περιληπτικά όσα προηγήθηκαν, άλλως ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας. ΑΠ 487/2024, σ. 100.
ΑΝΑΚΡΙΣΗ:
Αίτημα κατηγορουμένου προς τον ανακριτή να εξαχθούν έγγραφα από την ανακριτική δικογραφία. Έννοια του «δύσκολου ζητήματος» που ανακύπτει στο στάδιο της ανάκρισης και το οποίο επιλύεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Όταν υπάρχει διαφωνία ανακριτή – διαδίκων, αντικείμενο ελέγχου του Συμβουλίου είναι η αρνητική δράση του ανακριτή και όχι η θετική. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη ελλείψει αρμοδιότητας του Συμβουλίου, επειδή η ανακρίτρια δεν είχε προηγουμένως αποφανθεί επ’ αυτής. ΣυμβΠλΑθ 2705/2025, σ. 65.
ΑΠΟΔΕΙΞΗ (ΠολΔ):
Προβλήματα εφαρμογής του δίκαιου αποδείξεων από τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Δρ. Δ. Πηλαβάκη, σ. 187.
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ:
Τα οργανωμένα ταξίδια. Η καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης (Επιστροφή του αντιτίμου που είχε καταβληθεί ακόμη και όταν παρασχέθηκαν μέρος των υπηρεσιών). Η απόφαση της 23.10.2025, C-469/24 του ΔΕΕ. Μελέτη από τον Α. Γέροντα, σ. 14.
Η νομοθεσία και η νομολογία για τη διαδικασία αποζημίωσης που έχει θεσπιστεί για παραβίαση εύλογης διάρκειας δεν παρέχει αποτελεσματική έννομη προστασία. Έλλειψη αποτελεσματικής έννομης προστασίας όσον αφορά την υπερβολική διάρκεια των αστικών διαδικασιών. Ο νομοθετικός κατακερματισμός των διαδικασιών είναι αντίθετος με τη νομολογία του ΕΔΔΑ και δεν επιτρέπει την εξέταση της συνολικής διάρκειας των διαδικασιών και την εκτίμηση της σοβαρότητάς της. Η νομολογιακή ερμηνεία των κριτηρίων αξιολόγησης της διάρκειας της διαδικασίας από τα ελληνικά δικαστήρια δεν συμβαδίζει με τη νομολογία του Στρασβούργου. Οι επιδικαζόμενες αποζημιώσεις από τα ελληνικά δικαστήρια δεν αποτελούν επαρκή αποκατάσταση και δεν είναι αποτελεσματικές, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη τα έξοδα της διαδικασίας. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης υπό την ειδικότερη έκφανση της παραβίασης της εύλογης διάρκειας των διαδικασιών (άρθρο 6 § 1) και του δικαιώματος αποτελεσματικής έννομης προστασίας (άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1) και επιδίκασε για ηθική βλάβη 11.000 ευρώ και τα δικαστικά έξοδα. ΕΔΔΑ 34012/20/ 26.8.2025, σ. 31.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ:
Άρνηση καθαρογραφής αθωωτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Κ. Παπαδάκη, σ. 191.
Το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη, καταδικαστική ή αθωωτική, απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση. Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του πολλαπλών τελών, καθώς και τη νομιμότητα της τυχόν κήρυξής του ως συνυπεύθυνου για την πληρωμή του συνολικού ποσού των επιβληθέντων πολλαπλών τελών, πράγμα που οδηγεί στην ακύρωσή τους από το διοικητικό δικαστήριο, καθώς και στην ακύρωση της προαναφερόμενης συνευθύνης του. ΣτΕ 1405/ 2025, σ. 136.
Σχέση ποινικής και πειθαρχικής απόφασης. Όταν σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα διαπιστώνεται ρητώς η ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, αυτά γίνονται δεκτά στην πειθαρχική δίκη όπως στην ποινική απόφαση ή στο αμετάκλητο βούλευμα. Η αυτή δέσμευση γεννάται από αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα και για το ΣτΕ, όταν δικάζει επί προσφυγής, κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εφ’ όσον η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους έχει διαπιστωθεί αμετακλήτως από την ποινική απόφαση ή το βούλευμα. Αθωωτική ποινική απόφαση και βούλευμα παύσης της δίωξης. Ο πειθαρχικός δικαστής δεσμεύεται από την αθωωτική ποινική απόφαση, ανεξαρτήτως αν αυτή εξέφερε κρίση μετά ή άνευ αμφιβολιών. Η δέσμευση αυτή του πειθαρχικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση συντρέχει υπό την προϋπόθεση, ότι τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία διώχθηκε ποινικώς ο υπάλληλος, ταυτίζονται πλήρως με αυτά για τα οποία του ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη. Κατά τα λοιπά, ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία, να καταλογίσει στον πειθαρχικά διωκόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, στηρίζοντας την κρίση του στις διαφορετικές προϋποθέσεις, που θέτουν οι ρυθμίσεις του πειθαρχικού δικαίου. Αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς, δεδομένου ότι τέτοιο βούλευμα ερείδεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης συνεπεία της παραγραφής, και όχι σε κρίση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος. ΣτΕ 1438/2025, σ. 138.
Το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι αφορούν πράξεις που δεν συνιστούν αδίκημα κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, χωρίς να αναγνωρίζεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να επικαλεστεί το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι αφορούν πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, ενώ,– πρώτον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους έχει προηγουμένως αποφασίσει να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που οδήγησε στην εν λόγω καταδικαστική απόφαση και την εν λόγω ποινή, αφενός, παραιτούμενη από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο οποίος επίσης στηρίζεται στην απουσία διττού αξιοποίνου, για αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 2, § 4, της εν λόγω αποφάσεως - πλαισίου, καθώς και, αφετέρου, εξαρτώντας την παράδοση του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, και, δεύτερον, με-τά την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, ουδεμία μεταβολή των περιστάσεων επήλθε, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της εγγυήσεως αυτής. ΔΕΕ C-641/23/15.1.2026, σ. 179.
ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ:
Ερμηνεία και συσχετισμός άρθρων 479 ΑΚ και 939 ΑΚ. Μελέτη από τον Κ. Ρούσσο, σ. 1.
ΑΣΦΑΛΙΣΗ (Εμπ):
Σύναψη δανείου τοκοπληρωμής με συμφωνία αποπληρωμής του κεφαλαίου κατά την λήξη του (BALLOON). Παράλληλη σύναψη ασφάλειας ζωής ισόχρονης με τη σύμβαση δανείου με απόδοση του ασφαλίσματος κατά την λήξη του δανείου, ποσού ίσου με το κεφάλαιο του δανείου. Παροχή ασφαλείας από το δανειστή και, εκτός της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, με τη σύσταση ενέχυρου την εκχώρηση της απαιτήσεως του δανειολήπτη στην ασφαλιστική εταιρεία. Ανάκληση αδείας ασφαλιστικής εταιρείας πριν την λήξη της ασφάλειας ζωής. Καταγγελία της σύμβασης δανείου λόγω απώλειας της ασφάλειας της εκχώρησης. Η παροχή ασφάλειας έγινε χάριν και όχι αντί καταβολής και δε γεννάται υποχρέωση της Τράπεζας να αναζητήσει το δανειακό υπόλοιπο από το προϊόν της εκκαθάρισης της ασφαλιστικής εταιρείας. ΑΠ 1687/2023, σ. 92.
ΔΑΝΕΙΟ:
Σύναψη δανείου τοκοπληρωμής με συμφωνία αποπληρωμής του κεφαλαίου κατά την λήξη του (BALLOON). Παράλληλη σύναψη ασφάλειας ζωής ισόχρονης με τη σύμβαση δανείου με απόδοση του ασφαλίσματος κατά την λήξη του δανείου, ποσού ίσου με το κεφάλαιο του δανείου. Παροχή ασφαλείας από το δανειστή και, εκτός της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, με τη σύσταση ενέχυρου την εκχώρηση της απαιτήσεως του δανειολήπτη στην ασφαλιστική εταιρεία. Ανάκληση αδείας ασφαλιστικής εταιρείας πριν την λήξη της ασφάλειας ζωής. Καταγγελία της σύμβασης δανείου λόγω απώλειας της ασφάλειας της εκχώρησης. Η παροχή ασφάλειας έγινε χάριν και όχι αντί καταβολής και δε γεννάται υποχρέωση της Τράπεζας να αναζητήσει το δανειακό υπόλοιπο από το προϊόν της εκκαθάρισης της ασφαλιστικής εταιρείας. ΑΠ 1687/2023, σ. 92.
ΔΑΣΗ:
Ένταξη δασικής έκτασης στο σχέδιο πόλης. Η οικιστική αξιοποίηση και πολεοδόμηση δασών και δασικών εκτάσεων είναι, κατ’ αρχήν, ασύμβατη με τις διατάξεις του άρθρου 24 §§ 1 και 2 Σ. Εκτάσεις οικοδομικών συνεταιρισμών. Ο παραπάνω κανόνας ισχύει και ως προς την οικιστική αξιοποίηση εκτάσεων για τις στεγαστικές ανάγκες μελών οικοδομικών συνεταιρισμών και την πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών, η οποία δεν είναι επιτρεπτή υπό το Σύνταγμα του 1975, ακόμη και στην περίπτωση που η έκταση, για την οποία πρόκειται, ανήκει στην ιδιοκτησία οικοδομικού συνεταιρισμού, το δε σχετικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα του συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρυσσόμενης ως “αναδασωτέας” έκτασης είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση μόνον, όταν σκοπό της κήρυξης της έκτασης ως “αναδασωτέας” δεν αποτελεί η αναδημιουργία της δασικής της βλάστησης που έχει καταστραφεί και η εν γένει ανάκτηση της δασικής της βλάστησης, αλλά η δάσωσή της και η πρόσδοση σε αυτήν δασικού χαρακτήρα που δεν είχε προηγουμένως. Ανταλλαγή δημοσίων ακινήτων με ιδιωτικές δασικές εκτάσεις. Οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι ιδιοκτήτες δασών ή δασικών εκτάσεων, είναι δικαιούχοι ανταλλαγής των εκτάσεων αυτών με ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, η ανταλλαγή δε αυτή εκκινεί με την υποβολή αίτησης, η οποία συνοδεύεται από έκθεση τίτλων, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από δύο δικηγόρους τουλάχιστον παρ’ Εφέταις και θεωρείται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Αδυναμία πολεοδόμησης εν μέρει αναδασωτέας έκτασης. Εφ’ όσον έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, κατά ένα τμήμα της, διότι είχε δασικό χαρακτήρα, τον οποίο απώλεσε λόγω πυρκαϊάς και, κατά άλλο, διότι κρίθηκε ότι λόγοι προστασίας της κάτωθεν αυτής ευρισκόμενης οικιστικής περιοχής επιβάλλουν τη δάσωσή της, η πράξη δε αναδάσωσης δεν έχει ανακληθεί, δεν είναι δυνατή η οικιστική ανάπτυξή της με την πολεοδόμησή της. Συνεπώς, ούτε η παράλειψη της Διοικήσεως να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος των αιτούντων συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. ΣτΕ 1539/2025, σ. 143.
ΔΑΣΜΟΙ:
Χαρακτήρας ΔΕΔΔΗΕ. Επιτρέπεται στις τελωνειακές αρχές να προβούν σε επανεξέταση ή στον εκ των υστέρων έλεγχο της τελωνειακής διασάφησης και να αντλήσουν εξ αυτού τα κατάλληλα συμπεράσματα προσδιορίζοντας νέα τελωνειακή οφειλή. Η δυνατότητα, όμως, αυτή των τελωνειακών αρχών υπόκειται στην προϋπόθεση της τήρησης των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ιδίως εκείνων που απορρέουν από την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την συνακόλουθη αυτής αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εισαγωγικοί δασμοί. Ο εισαγωγέας μπορεί να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, για να αντικρούσει τον εκ των υστέρων καταλογισμό των εισαγωγικών δασμών, προβάλλοντας ότι τελούσε σε καλή πίστη, μόνον εφ’ όσον: α) η μη είσπραξη των δασμών αυτών οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των αρμοδίων αρχών, β) το σφάλμα αυτό είναι τέτοιο που δεν μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό από καλόπιστο οφειλέτη & γ) ο οφειλέτης αυτός πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή του διασάφηση. Εξαιρέσεις. Αλιεύματα εκτός χωρικών υδάτων ως κοινοτικά εμπορεύματα. Ο κοινοτικός χαρακτήρας των προϊόντων θαλάσσιας αλιείας, που αλιεύονται εκτός των χωρικών υδάτων μιας χώρας, που δεν περιλαμβάνεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, από αλιευτικό πλοίο που φέρει σημαία κράτους-μέλους, αποδεικνύεται με την προσκόμιση στις τελωνειακές αρχές του εντύπου Τ2Μ δεόντως συμπληρωμένου. ΣτΕ 1586/2025, σ. 145.
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ:
Εγγραφή στο ΜΕΕΠ. Τα δικαιολογητικά εγγραφής κάθε εργοληπτικής επιχείρησης στο ΜΕΕΠ καθορίζονται ευθέως και κατά τρόπο ει-δικό και εξαντλητικό από τον νόμο (άρθρο 96 του ν. 3669/2008), με συνέπεια να μπορούν ευχερώς να προσδιοριστούν και, επιπλέον, είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να ζητηθεί από τον αναθέτοντα φορέα η προσκόμισή τους. Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα του ΕΕΕΣ, σχετικά με τα δικαιολογητικά εγγραφής και κατάταξης στον επίσημο κατάλογο, ότι «τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στον ν. 3669/08 όπως ισχύει σήμερα και αυτά που αναφέρονται στην ΥΑ Δ15/οικ/15658/ 4.9.2013», είναι νόμιμη. ΣτΕ 1202/2025, σ. 128.
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Απόρριψη προδικαστικής προσφυγής σιωπηρά ή ως απαράδεκτης. Σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης προδικαστικής προσφυγής εκ μέρους της ΕΑΔΗΣΥ, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος κατά της σιωπηρής απόρριψης δεν μπορεί πρωτογενώς να αποφανθεί επί της προσφυγής, ακόμη κι αν πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα, αλλά είναι υποχρεωμένο να ακυρώσει τη σιωπηρή απόρριψη και να αναπέμψει την υπόθεση στην ΕΑΔΗΣΥ, προκειμένου να ασκήσει την εκ του νόμου αρμοδιότητά της, να αποφανθεί δηλαδή επί της προσφυγής με αιτιολογημένη απόφαση. Αντιθέτως, όταν η ΕΑΔΗΣΥ, στο πλαίσιο εξέτασης προσφυγής, απορρίπτει συγκεκριμένο λόγο ως απαράδεκτο, έχει, κατ’ αρχήν, ασκήσει την εκ του νόμου αρμοδιότητα για αιτιολογημένη απόφανση. Συνεπώς, δεν κωλύεται το επιλαμβανόμενο της σχετικής διαφοράς δικαστήριο, εάν κρίνει ότι μη νομίμως ο λόγος προσφυγής απορρίφθηκε από την ΕΑΔΗΣΥ ως απαράδεκτος, να προβεί πρωτογενώς στην κατ’ ουσία εξέτασή του, εφ’ όσον δεν σχετίζεται με ζήτημα τεχνικό ή μη εκκαθαρισμένο, κατά το πραγματικό μέρος του. ΣτΕ 1391/2025, σ. 135.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ:
Το άρθρο 15, § 1, της Οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι η καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία, κατά τη διάταξη αυτή, αφορά όχι μόνον την καθυστέρηση ή το μέρος της καθυστέρησης που μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικώς στον αιτούντα, αλλά επίσης, σε περίπτωση διαστήματος του οποίου η παρέλευση οφείλεται σε μικτές αιτίες, ήτοι σε αιτίες αναγόμενες τόσο στη συμπεριφορά του αιτούντος όσο και στο κράτος μέλος υποδοχής και/ή σε εξωτερικούς παράγοντες όπως, μεταξύ άλλων, μια πανδημία, το κλάσμα του διαστήματος αυτού το οποίο, υπό το πρίσμα όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, φαίνεται να αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα. Το άρθρο 15, § 1, της Οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας η εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση των αδειών πρόσβασης στην αγορά εργασίας μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση τέτοιας άδειας σε αιτούντα διεθνή προστασία, που έχει υποβάλει σχετική αίτηση πριν από εννέα τουλάχιστον μήνες εντός του εν λόγω κράτους μέλους, χωρίς να έχει ακόμη εκδοθεί πρωτοβάθμια απόφαση επ’ αυτής για λόγους που μπορούν να αποδοθούν «εν μέρει» στον αιτούντα, εφόσον για τη θεμελίωση της άρνησης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα για το οποίο διαπιστώθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του αιτούντος και της επέλευσης της καθυστέρησης ή, σε περίπτωση χρονικού διαστήματος που η παρέλευση οφείλεται σε μικτές αιτίες, το κλάσμα του διαστήματος αυτού που αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης που μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα. ΔΕΕ C-742/24/15.1.2026, σ. 172.
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (ΔιοικΔ):
Η εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από σύμβαση, την οποία συνάπτει διοικητική αρχή, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αν η σύμβαση είναι διοικητική. Άλλως, αν δηλαδή πρόκειται για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, δικαιοδοσία για την επίλυση της διαφοράς έχουν τα πολιτικά δικαστήρια. Θεωρείται δε η σύμβαση διοικητική, εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις : α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και γ) ο συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, δηλαδή όρους αποκλίνοντες από το κοινό δίκαιο, οι οποίοι εξασφαλίζουν στο Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. υπερέχουσα, έναντι του αντισυμβαλλομένου, θέση. Εξάλλου, δημιουργούν διοικητική ακυρωτική διαφορά και υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας μονομερείς πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες εντάσσονται σε διαδικασία, που αποβλέπει σε σύναψη διοικητικής σύμβασης ή και σύμβασης, η οποία δεν είναι διοικητική, εφ’ όσον, πάντως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι εν λόγω μονομερείς πράξεις εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό, προσβάλλονται δε από τρί-τους και όχι από εκείνους, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία που αποβλέπει στη σύναψη της σύμβασης. ΣτΕ 1282/2025, σ. 130.
ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ (ΠολΔ):
Καθορισμός δικαστικής δαπάνης. Ελλείψει γραπτής συμφωνίας εντολέα και του δικηγόρου του και μη υποβολής καταλόγου εξόδων από την πλευρά του νικήσαντος διαδίκου, η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα του ηττηθέντος διαδίκου γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρ. 63 ν. 4194/ 2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Υπολογισμός δικαστικής δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. ΑΠ 179/ 2025, σ. 91.
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ:
Θέση συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού σε δικαστική συμπαράσταση. Όταν τεθεί συνδικαιούχος κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε δικαστική συμπαράσταση, δεν επέρχεται λύση της έννομης σχέσης μεταξύ του συμπαραστατούμενου και της τράπεζας. Η δικαιοπρακτική ανικανότητα, που επέρχεται λόγω δικαστικής συμπαράστασης, δεν επηρεάζει την τύχη του λογαριασμού, ο οποίος παραμένει ενεργός και λειτουργεί απρόσκοπτα ως προς όλους τους συνδικαιούχους. Εξάλλου, όπου ο νομοθέτης έκρινε ότι η θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση έχει ως έννομη συνέπεια τη λύση της έννομης σχέσης, το όρισε ρητά· επομένως, εάν έκρινε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για τη λύση της έννομης σχέσης και στην περίπτωση της δικαστικής συμπαράστασης συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού, τότε αυτό θα είχε προβλεφθεί ρητά με τη θέσπιση του ν. 5638/1932, στον οποίον προβλέπεται ως μοναδική περίπτωση λύσης της έννομης σχέσης συνδικαιούχου με την τράπεζα ο θάνατός του και η απαγόρευση της υποκατάστασής του από τους τυχόν κληρονόμους του, η οποία (περίπτωση) όμως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικώς εν προκειμένω, διότι ο συμπαραστατούμενος έχει ικανότητα δικαίου, εξακολουθεί να είναι φορέας των εννόμων σχέσεων στις οποίες μετείχε πριν από τη δικαστική συμπαράσταση και ο δικαστικός του συμπαραστάτης δεν υποκαθίσταται στην έννομη αυτή σχέση, αλλά μόνον ενεργεί αντ’ αυτού ως νόμιμος εκπρόσωπός του. ΑΠ 977/2025, σ. 81.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ:
Επιλογή δικηγόρων. Διαδικασία. Η Επιτροπή κρίνει, κατ’ αρχάς, ποιοι από τους υποψηφίους πληρούν τα απαιτούμενα από τον νόμο τυπικά προσόντα και, στη συνέχεια, τους καλεί σε προφορική συνέντευξη. Μετά το πέρας των συνεντεύξεων, η Επιτροπή κατατάσσει τους υποψηφίους κατά αξιολογική σειρά, με βάση τα προβλεπόμενα στο νόμο κριτήρια. Στο πρακτικό της Επιτροπής πρέπει να εκτίθενται τα κριτήρια του νόμου (προσωπικότητα υποψηφίου, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα και επάρκεια και γνώση ξένων γλωσσών) και τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία αναφέρονται στους υποψηφίους προς πλήρωση των θέσεων και τα οποία οδήγησαν, κατά συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, στην κρίση προς επιλογή του καταλληλότερου. Είναι δυνατόν να συνεκτιμηθούν από την Επιτροπή, λαμβανόμενα, όμως, επικουρικώς υπ’ όψη, και τα κοινωνικά κριτήρια του νόμου, τα οποία αναφέρονται στο πρόσωπο των υποψηφίων, όπως η οικογενειακή κατάσταση και η πρόβλεψη για δυνατότητα εξέλιξης. Συγκριτική αξιολόγηση. Για την επιλογή σε θέση δικηγόρου η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τον νόμο κριτήρια, τέτοια δε συγκριτική αξιολόγηση κατά τον νόμο αποτελεί η πλήρης παράθεση των πραγματικών δεδομένων του κάθε υποψήφιου και, ακολούθως, η μοριοδότηση αυτού ανά κριτήριο με βάση τον προκαθορισθέντα από την προκήρυξη συντελεστή, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της βαθμολόγησης, που λαμβάνει κάθε υποψήφιος στα - δια του συστήματος μοριοδότησης - υπολογιζόμενα κριτήρια. Εφ’ όσον στην Προκήρυξη ορίζονται, ενδεικτικώς, τα ειδικότερα στοιχεία, τα οποία η Επιτροπή, λαμβάνει υπ’ όψη κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων, ήτοι δικαστικές αποφάσεις, δικόγραφα, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας, συμβάσεις και επιστημονικές δημοσιεύσεις, η Επιτροπή να τα παραθέσει στο οικείο πρακτικό, προκειμένου να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας της βαθμολογίας που έλαβε κάθε υποψήφιος. ΣτΕ 1618/2025, σ. 147.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ:
Έλλειψη χρονολογίας. Ναι μεν η διοικητική πράξη πρέπει να φέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπ’ όψη για την εγκυρότητά της, η έλλειψη όμως του στοιχείου αυτού δεν επάγεται ακυρότητα, σε περίπτωση κατά την οποία, από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί εν πάση περιπτώσει επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες. ΣτΕ 1374/ 2025, σ. 135.
Παύση ισχύος προσβαλλόμενης πράξης. Συνέχιση της δίκης. Καθιερώνεται ο δικονομικός κα-νόνας της κατάργησης της δίκης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, έχει παύσει να ισχύει η προσβληθείσα με την αίτηση ακύρωσης πράξη ή παράλειψη. Δεδομένου όμως ότι στις περιπτώσεις αυτές η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη δεν ανατρέπεται εξ υπαρχής, αλλά παύει να ισχύει για το μέλλον, οι τυχόν βλαπτικές για τον αιτούντα διοικητικής φύσης συνέπειες, που δημιουργήθηκαν κατά τον χρόνο ισχύος της και που διατηρούνται, συνιστούν λόγο συνέχισης της δίκης, εάν ο αιτών τις επικαλεστεί και τις αποδείξει, προκειμένου να επιτύχει με την ακύρωση της πράξης την άρση των εν λόγω συνεπειών. Ως πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, για να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση κατάργησης της δίκης, δεν θεωρείται η συζήτηση, κατά την οποία το δικαστήριο περιορίζεται στην κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησης, χωρίς να υπεισέλθει σε κρίση περί του παραδεκτού και βασίμου του ενδίκου μέσου, και διατάσσει τη διενέργεια των νόμιμων κοινοποιήσεων στους διαδίκους. ΣτΕ 1387/2025, σ. 135.
ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ:
Συκοφαντική δυσφήμηση. Ζητήματα αιτιολογίας. Στην έννοια του τρίτου συμπεριλαμβάνονται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ο Πρόεδρος και τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Στην αθωωτική απόφαση λόγω της μη συνδρομής στο πρόσωπο των αναφερομένων στο κατηγορητήριο προσ πων της ιδιότητας του «τρίτου», πρέπει να αιτιολογείται ειδικά εάν και πώς αυτά εμπλέκονται στην πειθαρχική διαδικασία. ΑΠ 649/ 2025, σ. 101.
ΕΓΓΡΑΦΑ (ΔιοικΔ):
Η υποβολή από τον διοικούμενο, που έχει εύλογο ενδιαφέρον, αιτήματος προς τη Διοίκηση να λάβει γνώση διοικητικών εγγράφων, τα οποία, ενδεικτικώς αναφερόμενα, είναι τα συντασσόμενα και εκδιδόμενα από τις δημόσιες υπηρεσίες, συνιστά άσκηση δικαιώματος που αναγνωρίζεται από τον νόμο. Συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο 20 ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης προς τη διοικητική Αρχή στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας, παραδεκτά κατ’ αρχήν προσβλητή με αίτηση ακύρωσης. Στοιχεία απαραίτητα προς απόδειξη ισχυρισμών. Υποχρέωση της Διοίκησης να συλλέξει και να προσκομίσει στοιχεία, απαραίτητα προς απόδειξη της πραγματικής βάσης των προβαλλομένων με σχετικά ένδικα βοηθήματα ισχυρισμών των θιγομένων, όπως των ισχυρισμών ότι τα ανώτατα όρια δαπανών του ΕΟΠΥΥ αυθαιρέτως καθορίσθηκαν σε ποσό που δεν επαρκεί προς κάλυψη των σχετικών αναγκών του, νοείται, κατ’ αρχήν, μόνον απέναντι στα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται των ενδίκων βοηθημάτων, εάν τα στοιχεία αυτά θεωρηθούν από τα δικαστήρια λυσιτελή για τη διαμόρφωση της κρίσης τους. ΣτΕ 1318/2025, σ. 132.
ΕΚΛΟΓΕΣ:
Μη παράδοση εκλογικού υλικού στο δικαστήριο. Οι Πρόεδροι των Εφορευτικών Επιτροπών ή των μελών τους υποχρεούνται να παραδίδουν, μετά τη δημοσίευση του αποτελέσματος της εκλογής, στους αρμόδιους Προέδρους Πρωτοδικών ή Ειρηνοδίκες, μαζί με το λοιπό εκλογικό υλικό και όλους τους εκλογικούς φακέλους – έγκυρους και άκυρους – που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ψηφοφορία. Περιεχόμενο ένστασης. Συνέπειες. Ο σχετικός λόγος της ένστασης πρέπει να προβάλλεται με τρόπο συγκεκριμένο και να προσδιορίζονται αφ’ ενός μεν οι σχετικοί φάκελοι, με μνεία του αριθμού του συναφούς ψηφοδελτίου και του εκλογικού τμήματος, αφ’ ετέρου δε το συγκεκριμένο νομικό ελάττωμα ή τα συγκεκριμένα διακριτικά γνωρίσματα, που φέρει καθένας από τους φακέλους αυτούς. Φάκελοι ψηφοφορίας και βιβλία ψηφοφορίας. Όταν προβάλλεται νομικό ελάττωμα, που αφορά φάκελο ψηφοφορίας, η εν λόγω πλημμέλεια πρέπει να προσδιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό σχετικού ψηφοδελτίου. Εξάλλου, η τήρηση των προβλεπόμενων βιβλίων και λοιπών εγγράφων (πρωτοκόλλου ψηφοφορίας, πρακτικών, βιβλίων διαλογής ψηφοδελτίων και σταυρών προτίμησης) είναι υποχρεωτική για τις Εφορευτικές Επιτροπές, προκειμένου να αποδεικνύονται αυτά που λαμβάνουν χώρα κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. ΣτΕ 1217/2025, σ. 128.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΔιοικΔ):
Άδεια για εκτέλεση απόφασης κατά αλλοδαπού Δημοσίου. Αποκλειστικός σκοπός της θέσπισης του άρθρου 923 ΚΠολΔ είναι να παρασχεθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης η εξουσία εκτίμησης της σκοπιμότητας της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του αλλοδαπού Δημοσίου, με κριτήριο τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η λήψη των μέτρων αυτών στις ομαλές σχέσεις της Χώρας με το εν λόγω κράτος. Αποζημίωση σε περίπτωση άρνησης χορήγησης της άδειας. Σε περίπτωση πρόκλησης στον διοικούμενο ζημίας εξαιτίας της κατ’ άρθρο 923 ΚΠολΔ άρνησης του Υπουργού Δικαιοσύνης να παράσχει άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αλλοδαπού Δημοσίου, ο ζημιωθείς έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του με αγωγή ασκούμενη κατ’ επίκληση του άρθρου 4 § 5 Σ, εφ’ όσον έχει υποστεί βλάβη α) ιδιαίτερη, με την έννοια ότι προκαλείται μόνο σε αυτόν και όχι στο σύνολο ή σε ευρύτερη κατηγορία πολιτών και β) σπουδαία, δηλαδή σε τέτοιο βαθμό, που να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημόσιου συμφέροντος, στον οποίο αποβλέπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 923 ΚΠολΔ και ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή των δυσμενών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η λήψη αναγκαστικών μέτρων σε βάρος αλλοδαπού Δημοσίου στις ομαλές σχέσεις της Χώρας με το κατά περίπτωση κράτος. Έννοια σπουδαίας βλάβης. Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί. Υπολογισμός ζημίας. Εάν για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξίωσης προβλέπεται η δυνατότητα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ημεδαπού δικαστηρίου σε αλλοδαπό κράτος με βάση τους υφιστάμενους σχετικώς διεθνείς κανόνες και, στην ειδικότερη περίπτωση που πρόκειται για κράτος-μέλος της Ε.Ε., με αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης στο κράτος αυτό κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Κανονισμών 44/2001 ή 1215/2012, κατά περίπτωση, ή κατόπιν έκδοσης ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 805/2004, η βλάβη που υφίσταται ο διοικούμενος από την άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να χορηγήσει την άδεια προσδιορίζεται από το συνολικό ύψος της αξίωσής του μόνον εάν η εν λόγω αξίωση δεν κατέστη εφικτό να ικανοποιηθεί παντάπασι με τον τρόπο αυτόν. Αιτιώδης σύνδεσμος. ΟλΣτΕ 1361/2025, σ. 127.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΠολΔ):
Αναγκαστική εκτέλεση. Νομιμοποίηση νέου επισπεύδοντος με επίδοση επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση. Στην μεν περίπτωση της ειδικής διαδοχής θα πρέπει να συγκοινοποιείται η ουσιαστικού δικαίου σύμβαση μεταξύ του παλαιού επισπεύδοντος και του νέου. Στη δε περίπτωση της (οιονεί) καθολικής διαδοχής, αρκεί η εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης για την συγχώνευση των εταιρειών σε συνδυασμό με την καταχώρησή της στο ΓΕΜΗ. ΑΠ 1640/2025, σ. 78.
Το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης-πλαισίου 2006/ 783, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 17, § 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει απόφαση δήμευσης εκ-δοθείσα σε άλλο κράτος μέλος όσον αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί το «προϊόν» εγκλήματος, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της απόφασης-πλαισίου, για τον λόγο ότι τα δικαιώματα ενυπόθηκου δανειστή καθιστούν αδύνατη, λόγω της ιδιότητάς του ως «καλόπιστου τρίτου», κατά την έννοια του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εγγράψει υποθήκη με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του ακινήτου αυτού στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εξυπακουομένου ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να θεωρηθεί «καλόπιστος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ο εκτελεστός τίτλος επί του οποίου θεμελιώνεται η ενυπόθηκη απαίτηση. ΔΕΕ C-562/24/29.1.2026, σ. 167.
ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ:
Αποστρατεία αξιωματικού. Ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία ο αιτών κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του και, συνεπεία της κρίσης αυτής, απολύθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, έχει τον χαρακτήρα προσφυγής ουσίας. Περαιτέρω, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του προεδρικού διατάγματος περί αποστρατείας του αιτούντος, έχει τον χαρακτήρα αίτησης ακύρωσης, η εκδίκαση της οποίας ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ως εκ του παρακολουθηματικού όμως χαρακτήρα του εν λόγω διατάγματος προς την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση ακύρωσης συνεκδικάζεται με την προσφυγή. ΣτΕ 1218/ 2025, σ. 129.
ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ:
Κλήτευση του αντιδίκου για την λήψη τους σε πλείονες ημέρες και ώρες. Η κλήτευση του αντιδίκου να παρασταθεί κατά την λήψη ένορκης βεβαίωσης σε πλείονες ημέρες και ώρες επιφέρει ασάφεια αναφορικά με την πραγματική ώρα λήψης της και καθιστά το αποδεικτικό αυτό μέσο ανυπόστατο, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η χρήση του ούτε ως δικαστικό τεκμήριο. ΑΠ 1686/2025, σ. 77.
ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ:
Άρνηση χορήγησης επιδόματος γέννησης. Αρμοδιότητα. Η εφ’ άπαξ χορήγηση επιδόματος γέννησης για κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα δεν εμπίπτει στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, η άρνηση ή η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του ΟΠΕΚΑ να χορηγήσουν το εν λόγω επίδομα δεν υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, αλλά σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ. Προθεσμία κατά μήνες. Υπολογισμός. Για την έναρξη της προθεσμίας, που έχει προσδιορισθεί κατά μήνες, δεν υπολογίζεται η ημέρα κατά την οποία συνέβη το γεγονός που την κινεί, αλλά η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επόμενη ημέρα της ημέρας, που έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, λήγει δε μόλις παρέλθει η ημέρα του τελευταίου μήνα που είναι σε αριθμό αντίστοιχη προς την ημέρα έναρξης. Συνεπώς, τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία για την ηλεκτρονική υποβολή αίτησης χορήγησης στη μητέρα του επιδόματος γέννησης αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας γέννησης του τέκνου, λήγει δε όταν παρέλθει η ημέρα του τρίτου, μετά το γεγονός αυτό μήνα, η αντίστοιχη σε αριθμό με την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας γέννησης του τέκνου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η τελευταία αυτή ημέρα δεν είναι εξαιρετέα. ΣτΕ 1363/2025, σ. 134.
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑ:
Προϋποθέσεις έκπτωσης μέλους Δ.Σ. Επιμελητηρίου. Η κίνηση και έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για την έκπτωση μέλους Δ.Σ. Επιμελητηρίου, λόγω αδικαιολόγητων απουσιών, πρέπει να γίνει από το Δ.Σ. ως συλλογικό όργανο, με τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει ο Κανονισμός. Το θέμα πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο στην ημερήσια διάταξη (όχι αόριστα, ως «τρέχοντα θέματα») και να έχει διασφαλιστεί η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερόμενου. ΣτΕ 1387/2025, σ. 135.
ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ:
Προγράμματα επιχορήγησης επιχειρήσεων. Τα προγράμματα επιχορήγησης αποσκοπούν στην προώθηση της απασχόλησης, την καταπολέμηση της ανεργίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Στο πλαίσιο των εν λόγω προγραμμάτων, η επιχορήγηση των δικαιούχων επιχειρήσεων συνδέεται με την υποχρέωση πρόσληψης ή διατήρησης ορισμένου αριθμού εργαζομένων ή εργαζομένων συγκεκριμένων κατηγοριών. Επιχορήγηση αλλοδαπών υποκαταστημάτων. Τα γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών, που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων των α.ν. 89/1967 και 378/1968 και του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (ναυτιλιακές επιχειρήσεις), και τα οποία κατά τη λειτουργία τους στην Ελλάδα προσλαμβάνουν και απασχολούν προσωπικό ασφαλιζόμενο στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς, συνιστούν επιχειρήσεις δυνάμενες κατ’ αρχήν να υπαχθούν αυτοτελώς στο πρόγραμμα επιχορήγησης. ΣτΕ 1283/2025, σ. 131.
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ (Ανώνυμες):
Προσωρινή διοίκηση. Η έκταση της εκπροσωπευτικής της εξουσίας καθορίζεται προσωρινά και με φειδώ από την δικαστική απόφαση που τη διορίζει και η υπέρβασή της συνεπάγεται τη μη δέσμευση της ανώνυμης εταιρίας έναντι των τρίτων. Δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτήν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 18 § 2, 22 §§ 1 και 2 κ.ν. 2190/1920, οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη διορισθέντων κατά το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας οργανικών εκπροσώπων αυτής και την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή των περιορισμών που τίθενται από το καταστατικό ή από απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρίας. ΑΠ 133/2025, σ. 88.
ΕΤΑΙΡΙΕΣ (Προσωπικές):
Λύση εταιρείας και συνέχιση δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της προσωπικής εμπορικής εταιρείας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, διότι, και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφ’ όσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς τον σκοπό της εκκαθάρισης, εφ’ εξής δε η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Ευμενέστερη φορολογική κύρωση. Αναδρομική εφαρμογή. Η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης φορολογικής κύρωσης αφορά την ανεύρεση του κατά χρόνον εφαρμοστέου σε συγκεκριμένη υπόθεση κανόνα δικαίου (περί επιβολής κύρωσης για φορολογική παράβαση), ήτοι ζήτημα που δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο. Ο ευμενέστερος ή μη χαρακτήρας του νεότερου νόμου κρίνεται βάσει της συγκεκριμένης περίπτωσης και κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της, τις οποίες βαρύνεται να επικαλεστεί ο ίδιος ο φορολογούμενος, και δη κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, προκειμένου να θεμελιωθεί η εφαρμογή μεταγενέστερης ρύθμισης, ως ευμενέστερης γι’ αυτόν. Η παραπάνω αρχή δεν έχει ως συνέπεια ότι καθίσταται αντισυνταγματική η νομοθετική διάταξη, κατ’ εφαρμογή της οποίας επιβλήθηκε από τη Διοίκηση η επίδικη φορολογική κύρωση, αλλά μόνον ότι η διάταξη αυτή δεν έχει (πλέον) εφαρμογή ratione temporis. ΣτΕ 1509/ 2025, σ. 140.
ΕΥΘΥΝΗ (ΑΚ):
Αστική ευθύνη του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. Ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφ’ όσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών ν.π.δ.δ.δ και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης. Τέτοια παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συνιστά και κάθε πράξη ή παράλειψη αυτών που παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης και τη συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Παραβίαση δε των αρχών αυτών επέρχεται, όταν τα όργανα του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. όχι απλώς προτρέπουν τον διοικούμενο, αλλά του παρέχουν, προ-κειμένου να προβεί σε κάποια ενέργεια, συγκεκριμένες υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις, δημιουργώντας έτσι σε αυτόν βάσιμες προσδοκίες για την εκπλήρωσή τους, και στη συνέχεια αρνούνται να τις εκπληρώσουν ή του δημιουργούν, εν όψει συγκεκριμένων ενεργειών τους, την εύλογη πεποίθηση, ότι θα τύχει μιας συγκεκριμένης μεταχείρισης, αλλά δεν ολοκληρώνουν τις απαιτούμενες από μέρους τους ενέργειες, ώστε να πραγματοποιηθεί η προσδοκία του διοικουμένου. ΣτΕ 1551/2025, σ. 144.
Αστική ευθύνη Δημοσίου από παράνομη νομοθέτηση. Σε περίπτωση έκδοσης παράνομης διοικητικής πράξης, η Διοίκηση μπορεί είτε να ανακαλέσει αυτήν, εκδίδοντας νέα νόμιμη πράξη, προσδίδοντάς της αναδρομική δύναμη, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή νόμιμη πράξη, μετά την ακύρωση με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, της αρχικής παράνομης πράξης με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται πλέον παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, έτσι, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Αν όμως η αρχικά εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη είχε, πριν την ανάκληση ή ακύρωσή της, εφαρμοστεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αρχικής παράνομης πράξης και της ζημίας και, συνεπώς, εξακολουθεί να συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση που θεσπίζει το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ. Ζημία από μετέπειτα ακυρωθείσα αγορανομική διάταξη. Η διαπιστωθείσα με δικαστική απόφαση παρανομία αγορανομικής διάταξης ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία εταιρείας, η οποία στερήθηκε από έσοδα προερχόμενα από την ελεύθερη (χωρίς διατίμηση) πώληση των συγκεκριμένων προϊόντων της στις τιμές που πωλούσε πριν από την επιβολή της διατίμησης. Η ζημία επήλθε καθ’ όλο το χρονικό που η εταιρεία πωλούσε τα προϊόντα της σύμφωνα με τις καθορισθείσες με την ακυρωθείσα διάταξη τιμές, οι οποίες ήταν σαφώς κατώτερες εκείνων που ίσχυαν πριν την υποβολή των προϊόντων αυτών σε καθεστώς διατίμησης. ΣτΕ 1633/2025, σ. 147.
ΙΑΤΡΟΙ:
Κανονιστική πράξη καθορισμού ιατρικών πράξεων, που εκτελούνται από ιατρούς ορισμένης ειδικότητας. Οι ιατρικές πράξεις, που μπορεί να εκτελούνται από ιατρούς ορισμένης ειδικότητας, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από γνώμη του ΚΕΣΥ, εφ’ όσον δε δεν έχει γίνει χρήση της εν λόγω εξουσιοδότησης, οι ιατρικές πράξεις, που αποτελούν αντικείμενο κάθε ιατρικής ειδικότητας, προσδιορίζονται με βάση τους κανόνες της επιστήμης και σε αντιστοιχία προς την εκπαίδευση των ειδικευομένων ιατρών. Απόφαση της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας, με την οποία έγινε δεκτή γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ και η οποία εμπεριέχει ρύθμιση κανονιστικού χαρακτήρα, κατά την οποία οι ιατροί ειδικότητας πυρηνικής ιατρικής απαγορεύεται να εκτελούν ιατρικές πράξεις μέτρησης οστικής πυκνότητας, είναι ακυρωτέα, ως εκδοθείσα αναρμοδίως. ΣτΕ 1201/ 2025, σ. 128.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ:
Έγκριση κανονισμού πολυκατοικίας. Κρίση ότι είναι αρχικός και απαιτείται πλειοψηφία συνιδιοκτητών που εκπροσωπούν το 60% της κυριότητος επί του κοινού οικοπέδου, διότι παρά την ύπαρξη Κανονισμού στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αυτή μεταγράφηκε μόνον ως σύσταση και όχι ως Κανονισμός στο περιθώριο του βιβλίου μεταγραφών. Ειδική προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων οκτώ (8) ημερών για τους κατοίκους της ημεδαπής και δεκαπέντε (15) ημερών για τους κατοίκους της αλλοδαπής από την επίδοση της απόφασης. ΑΠ 626/2024, σ. 60.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣΤΗ:
Έγκυρη σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας σε ακίνητο κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού δυνάμει του άρθρ. 2 § 2 εδ. ε΄ του ν. 2025/1992 και ακολούθως των διατάξεων του άρθρ. 1 του ν. 4178/2013 και του άρθρ. 34 § 1 του ν. 4315/2014 που τροποποίησαν την διάταξη του άρθρ. 1 του ν.δ. 1024/1971. Υπέρβαση των όρων δόμησης από τον ιδιοκτήτη καθέτου όσον αφορά τον συντελεστή που του αναλογεί. Δεν θίγεται εξ αυτού του λόγου το κύρος της σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας. Ο ιδιοκτήτης της θιγομένης από την υπέρβαση καθέτου ιδιοκτησίας δικαιούται να ζητήσει είτε την κατεδάφιση του κτίσματος καθ’ ό μέτρο υπερβαίνει τον αναλογούντα στην συγκεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία όρο δόμησης ή να ζητήσει αποζημίωση. ΑΠ 1500/2023, σ. 97.
ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ:
Αρμοδιότητα. Περιεχόμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. Στον κοινό νομοθέτη παρέχεται η δυνατότητα να μεταβιβάζει στην εκτελεστική εξουσία την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου, τίθεται δε ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Δικαστικός έλεγχος. Η κανονιστική πράξη δεν ελέγχεται από πλευράς αιτιολογίας ως προς την πρόκριση συγκεκριμένης ρύθμισης ως βέλτιστης, οτε για κατάχρηση εξουσίας, αλλά μόνον από την άποψη της συνδρομής των όρων της εξουσιοδότησης, βάσει της οποίας εκδίδεται, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της. Αναγκαία στοιχεία κανονιστικής πράξης. Στο κείμενο των κανονιστικών πράξεων και σε ιδιαίτερο ακροτελεύτιο άρθρο ή στο προοίμιο αναγράφεται υποχρεωτικά το μέγεθος της δαπάνης, η κατανομή της σε οικονομικά έτη, ο τρόπος αντιμετώπισής της για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών και αναφέρεται υποχρεωτικά από το αρμόδιο για την έκδοσή τους όργανο, ο ειδικός φορέας του Προϋπολογισμού και ο Κωδικός Αριθμός Εξόδου από την εγγεγραμμένη πίστωση των οποίων πρόκειται να καλυφθεί η εν λόγω δαπάνη. Συνεπώς, κάθε κανονιστική πράξη πρέπει πάντοτε να περιέχει μνεία των παραπάνω στοιχείων, εάν δε αυτά έχουν παραλειφθεί, η τυχόν δημοσιευθείσα, χωρίς την παράθεσή τους, κανονιστική πράξη είναι ανίσχυρη και ακυρωτέα. ΣτΕ 1572/2025, σ. 144.
ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ:
Ερμηνεία και συσχετισμός άρθρων 479 ΑΚ και 939 ΑΚ. Μελέτη από τον Κ. Ρούσσο, σ. 1.
ΚΑΥΣΙΜΑ:
Ευθύνη κυρίου ή παραλήπτη. Για την επιβολή πολλαπλών τελών και λοιπών συναφών επιβαρύνσεων, απαιτείται να έχει τελεστεί με δόλο πράξη από εκείνες που συνιστούν, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του νόμου, την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας, περαιτέρω δε, οσάκις ο κυρίως υπεύθυνος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, ο τελευταίος κηρύσσεται αστικά συνυπεύθυνος, χωρίς να απαιτείται να έχει δόλο και ο ίδιος (και σε περίπτωση που αυτός είναι νομικό πρόσωπο, ο νόμιμος εκπρόσωπός του), αλλά αρκεί να αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος του αδικήματος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπός του. Νομικό πρόσωπο ως αστικώς υπεύθυνο. Σαφήνεια νόμου. Η κήρυξη νομικού προσώπου ως αστικώς συνυπεύθυνου, ως μέτρο περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος επί της περιουσίας αυτού, πρέπει, πάντως, να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, υπό την έννοια ότι ο νόμος απαιτείται να είναι αρκούντως σαφής, ώστε να παρέχει στον μέσο επιμελή και ενημερωμένο αποδέκτη των επιταγών του τη δυνατότητα να αντιληφθεί, όχι κατ’ ανάγκη με βεβαιότητα, αλλά, πάντως, σε εύλογο, εν όψει των συνθηκών, βαθμό, ότι ορισμένη συμπεριφορά καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του. Εμπόριο πετρελαιοειδών. Η εμπορία πετρελαιοειδών υπόκειται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο και ασκείται, κατ’ αρχήν, από ανώνυμες εταιρείες που διαθέτουν ειδική άδεια. Προμήθεια πετρελαίου μέσω τρίτων και δικαίωμα ατέλειας. Οι εταιρείες εμπορίας μπορεί μεν να προμηθεύουν με «ελεύθερα» αποθέματα πλοία, δικαιούμενα ατέλειας και μέσω τρίτων επιχειρήσεων (πρατηριούχου - εφοδιάστριας εταιρείας. Ελεύθερα αποθέματα και δικαιούχος συμψηφιστικής ατέλειας. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν δικαίωμα συμψηφιστικής αποκατάστασης μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων. Εφοδιασμός πλοίου από πρατηριούχο και δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας. Ο πρατηριούχος ενεργεί, ως προς παραπάνω καύσιμα, για λογαριασμό της εταιρείας πετρελαιοειδών, χωρίς να μπορεί να εμπορευτεί ο ίδιος (να αγοράσει, δηλαδή, από την εταιρεία πετρελαιοειδών, με σκοπό να μεταπωλήσει στα πλοία ατελώς) τέτοια καύσιμα, εφ’ όσον στερεί-αι της σχετικής ειδικής άδειας εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, η οποία χορηγείται αποκλειστικά σε εταιρείες που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, με αποτέλεσμα μόνον αυτές να έχουν την αποκλειστική ευθύνη για την παράδοση καυσίμων σε πλοία. Ευθύνη κυρίου ή παραλήπτη για λαθρεμπορία πρατηριούχου. Προκειμένου ο κύριος ή παραλήπτης λαθρεμπορεύματος να αποφύγει την κήρυξή του ως αλληλεγγύως συνυπεύθυνου, εναπόκειται σε αυτόν να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι δεν μπορούσε να έχει καν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της λαθρεμπορίας. ΣτΕ 1411/2025, σ. 136.
ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ:
Πότε ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο. Ακίνητο κείμενο εκτός σχεδίου πόλης αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου α) από τον νόμο ή δυνάμει άλλης διοικητικής πράξης (όπως ο καθορισμός οριογραμμής αιγιαλού), β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη του, η οποία πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη δικαιοπραξία (π.χ. διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί το πράγμα κοινόχρηστο, οπότε όμως η παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφική πράξη, η οποία θα μεταγραφεί και γ) στην περίπτωση της «αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας» (vetustas), η οποία δεν υιοθετείται μεν από τον Αστικό Κώδικα, ωστόσο, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, διατηρείται η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφ’ όσον πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον 80 ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. ΣτΕ 1617/2025, σ. 146.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ:
Διαφορές ουσίας. Αρμοδιότητα. Ασφαλιστικές διαφορές.Οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται κατά κανόνα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου και κατ’ εξαίρεση στην αρμοδιότητα διοικητικού δικαστηρίου άλλου βαθμού ή ίδιου βαθμού αλλά διαφορετικής σύνθεσης, εφόσον τούτο ορίζεται ρητώς με διάταξη νόμου. Ως καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου νοείται η εξουσία του να δικάζει υποθέσεις με συγκεκριμένο αντικείμενο. Όσον αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου και, ακολούθως, του μονομελούς διοικητικού εφετείου υπάγονται μόνον οι κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο του ορίου που ορίζει ο ΚΔιοικΔικ. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του ή περί κατάταξης σε ασφαλιστικές κατηγορίες, με παρεπόμενη συνέπεια τον καταλογισμό ή την επιστροφή των αναλογουσών εισφορών, δια-τηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό.. ΣτΕ 1250/2025, σ. 130.
Διαδοχική ασφάλιση. Καθιερώθηκε ενιαίος τρόπος υπολογισμού του ποσού της σύνταξης για όλους τους διαδοχικά ασφαλισμένους που έχουν υπαχθεί σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ο οποίος διενεργείται από τον απονέμοντα φορέα χωρίς την εμπλοκή των συμμετεχόντων, ώστε να μειωθεί η γραφειοκρατία, να περιοριστούν οι καθυστερήσεις στην έκδοση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων και να βελτιωθούν τα ποσά της σύνταξης που καταβάλλονται στον ασφαλισμένο σε σύγκριση με το προηγούμενο καθεστώς (βλ. σχετικώς την οικεία εισηγητική έκθεση Παλαιοί ασφαλισμένοι. Κατ’ εξαίρεση, στους ασφαλισμένους που είχαν υπαχθεί διαδοχικά έως 31.12.1978 στην ασφάλιση δύο ή περισσοτέρων οργανισμών, που ασφαλίζουν μισθωτούς ή αυτοτελώς απασχολούμενους, ολόκληρος ο χρόνος της διαδοχικής ασφάλισης υπολογίζεται, από τον αρμόδιο για την απονομή της σύνταξης οργανισμό, ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλισή του, τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όσο και για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης, το οποίο υπολογίζει σύμφωνα με τη νομοθεσία του και το καταβάλλει ολόκληρο στον δικαιούχο μαζί με τις προσαυξήσεις. Ασφαλισμένοι στο ΤΣΑ. Το ΤΣΑ θεωρείται ως φορέας ασφάλισης αυτοτελώς απασχολούμενων, αν ο ασφαλισμένος ασφαλίσθηκε σε αυτό αποκλειστικώς με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή αν ο χρόνος ασφάλισης αυτού στο Ταμείο με την ιδιότητα αυτή υπερτερεί του συνολικού χρόνου ασφάλισης του με την ιδιότητα του μισθωτού οδηγού, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31.12.1978. ΣτΕ 1287/2025, σ.132.
ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ:
Το πρακτικό συμβιβασμού του νέου άρθρου 209 ΚΠολΔ ως πιθανό μέσο διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής. Μελέτη από τον Ι. Κ. Ψαρομήλιγκο, σ. 19.
ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ:
Ευθύνη κυρίου ή παραλήπτη. Για την επιβολή πολλαπλών τελών και λοιπών συναφών επιβαρύνσεων, απαιτείται να έχει τελεστεί με δόλο πράξη από εκείνες που συνιστούν, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του νόμου, την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας, περαιτέρω δε, οσάκις ο κυρίως υπεύθυνος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, ο τελευταίος κηρύσσεται αστικά συνυπεύθυνος, χωρίς να απαιτείται να έχει δόλο και ο ίδιος (και σε περίπτωση που αυτός είναι νομικό πρόσωπο, ο νόμιμος εκπρόσωπός του), αλλά αρκεί να αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος του αδικήματος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπός του. Νομικό πρόσωπο ως αστικώς υπεύθυνο. Σαφήνεια νόμου. Η κήρυξη νομικού προσώπου ως αστικώς συνυπεύθυνου, ως μέτρο περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος επί της περιουσίας αυτού, πρέπει, πάντως, να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, υπό την έννοια ότι ο νόμος απαιτείται να είναι αρκούντως σαφής, ώστε να παρέχει στον μέσο επιμελή και ενημερωμένο αποδέκτη των επιταγών του τη δυνατότητα να αντιληφθεί, όχι κατ’ ανάγκη με βεβαιότητα, αλλά, πάντως, σε εύλογο, εν όψει των συνθηκών, βαθμό, ότι ορισμένη συμπεριφορά καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του. Εμπόριο πετρελαιοειδών. Η εμπορία πετρελαιοειδών υπόκειται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο και ασκείται, κατ’ αρχήν, από ανώνυμες εταιρείες που διαθέτουν ειδική άδεια. Προμήθεια πετρελαίου μέσω τρίτων και δικαίωμα ατέλειας. Οι εταιρείες εμπορίας μπορεί μεν να προμηθεύουν με «ελεύθερα» αποθέματα πλοία, δικαιούμενα ατέλειας και μέσω τρίτων επιχειρήσεων (πρατηριούχου - εφοδιάστριας εταιρείας. Ελεύθερα αποθέματα και δικαιούχος συμψηφιστικής ατέλειας. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν δικαίωμα συμψηφιστικής αποκατάστασης μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων. Εφοδιασμός πλοίου από πρατηριούχο και δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας. Ο πρατηριούχος ενεργεί, ως προς παραπάνω καύσιμα, για λογαριασμό της εταιρείας πετρελαιοειδών, χωρίς να μπορεί να εμπορευτεί ο ίδιος (να αγοράσει, δηλαδή, από την εταιρεία πετρελαιοειδών, με σκοπό να μεταπωλήσει στα πλοία ατελώς) τέτοια καύσιμα, εφ’ όσον στερεί-αι της σχετικής ειδικής άδειας εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, η οποία χορηγείται αποκλειστικά σε εταιρείες που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, με αποτέλεσμα μόνον αυτές να έχουν την αποκλειστική ευθύνη για την παράδοση καυσίμων σε πλοία. Ευθύνη κυρίου ή παραλήπτη για λαθρεμπορία πρατηριούχου. Προκειμένου ο κύριος ή παραλήπτης λαθρεμπορεύματος να αποφύγει την κήρυξή του ως αλληλεγγύως συνυπεύθυνου, εναπόκειται σε αυτόν να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι δεν μπορούσε να έχει καν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της λαθρεμπορίας. ΣτΕ 1411/2025, σ. 136.
ΛΙΜΕΝΕΣ:
Ζώνη λιμένα και χερσαία ζώνη. Η διαδικασία καθορισμού χώρου εξομοιούμενου με ζώνη λιμένα διαφέρει από την αντίστοιχη διαδικασία καθορισμού χερσαίας ζώνης λιμένα ως προς το ότι αφορά προϋφιστάμενα λιμενικά έργα και εγκαταστάσεις ή εκτάσεις στις οποίες διενεργούνται εν τοις πράγμασι εργασίες προσιδιάζουσες στη λειτουργία λιμένων και λιμενικών εγκαταστάσεων και οι οποίες εμπίπτουσες στην περιοχή της δικαιοδοσίας κάποιου φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα μπορούν να αποτυπωθούν και οριοθετηθούν, προκειμένου να υπαχθούν στο ιδιαίτερο καθεστώς που διέπει τη ζώνη λιμένα, το οποίο συνεπάγεται την κοινοχρησία τους και την άσκηση των σχετικών διοικητικών αρμοδιοτήτων, χάριν της συνολικής αντιμετώπισης και διαχείρισης τους ως ενιαίου συστήματος λιμενικών υποδομών. Χώροι που περιλαμβάνονται στη ζώνη λιμένα. Ιδιωτικά ακίνητα. Ρυμοτομική γραμμή.Τα όρια της χερσαίας ζώνη λιμένα, όπως και του χώρου που εξομοιώνεται με χερσαία ζώνη λιμένα, όταν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεν μπορούν να επεκταθούν πέραν της πλησιέστερης οικοδομικής γραμμής. Ακίνητο που είχε χαρακτηριστεί κοινόχρηστο.Εάν ιδιωτικό ακίνητο είχε καθοριστεί ως κοινόχρηστος χώρος σε σχέδιο πόλης και, ακολούθως, το ίδιο τμήμα εντάχθηκε σε χερσαία ζώνη λιμένα ή σε χώρο που εξομοιώνεται με χερσαία ζώνη λιμένα, το όριο δε της ζώνης αυτής συμπίπτει με τη ρυμοτομική γραμμή του σχεδίου, που οριοθετούσε τον κοινόχρηστο χώρο σε σχέση με τον οικοδομήσιμο, το εν λόγω ακίνητο αποβάλλει τον χαρακτήρα του κοινόχρηστου χώρου ρυμοτομικού σχεδίου και δεσμεύεται πλέον ως κοινόχρηστος χώρος, προοριζόμενος για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του λιμένα τελών υπό την εκμετάλλευση του οικείου φορέα διαχείρισης χάριν της συνολικής αντιμετώπισης και διαχείρισης των εκτάσεων και των έργων της ζώνης ως ενιαίου συστήματος λιμενικών υποδομών. Άρση δέσμευσης ιδιοκτησίας για ζώνη λιμένα. Αίτηση άρσης απαλλοτρίωσης και υποστηρικτικά στοιχεία. Ο αιτούμενος την άρση απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου άπρακτων των νόμιμων χρονικών ορίων συντέλεσής της, πρέπει, με την αίτησή του προς τη Διοίκηση, να υποβάλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται επομένως, στην υποβολή του αιτήματος. ΣτΕ 1332/2025, σ. 133.
ΜΙΣΘΟΣ:
Παραγραφή αναδρομικών αποδοχών. Αποζημίωση λόγω παράλειψης διορισμού ή παράνομης απόλυσης. ΔΙΒΕΕΤ και ΔΕΤΕ. Στην περίπτωση παράνομης παράλειψης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. και αναδρομικού, στη συνέχεια, διορισμού του σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, η παραγραφή των προς απόληψη αναδρομικών αποδοχών αξιώσεών του αρχίζει από την ημερομηνία του διορισμού του. Σε περίπτωση που ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επιδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών. Μισθοί από άλλη βιοποριστική δραστηριότητα. Εάν ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθ’ όσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης, εκτός από την περίπτωση που η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης, ώστε, λαμβανομένων υπ’ όψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσίαν, την ίδια με αυτή εργασία. ΣτΕ 1368/2025, σ. 134.
Μισθολογική μεταχείριση υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών. Η βούληση του νομοθέτη είναι να επιφυλαχθεί μια διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου έναντι των λοιπών υπαλλήλων του Yπουργείου Eξωτερικών, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αλλά και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντα αυτά, ιδίως, μεταξύ άλλων, λόγω των δαπανών κοινωνικής παράστασης που συνοδεύουν τη διεθνή εκπροσώπηση της Χώρας, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, και οι λοιποί (μη ανήκοντες στον διπλωματικό κλάδο) υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, συνιστούν, έναντι των υπαλλήλων άλλων Υπουργείων ή ν.π.δ.δ., ομοίως διακριτή κατηγορία ως προς τον καθορισμό του επιδόματος που δικαιούνται κατά την υπηρεσία στην αλλοδαπή. Επίδομα αλλοδαπής. Δικαιούχοι. Στο παραπάνω πνεύμα, ο ν. 2685/1999, αναγνωρίζοντας δηλαδή ότι οι τρεις ως άνω κατηγορίες υπαλλήλων είναι μεταξύ τους, κατά τ’ ανωτέρω, διακριτές, με τις δια-τάξεις του άρθρου 17 § 4 αυτού παραπέμπει για τη χορήγηση του επιδόματος αλλοδαπής στις διατάξεις που αφορούν στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι δεν ανήκουν στον διπλωματικό κλάδο. Τέτοια παραπομπή δεν θα ήταν αναγκαία αν και οι υπάλληλοι των άλλων υπουργείων ή ν.π.δ.δ. υπάγονταν στο ίδιο νομικό καθεστώς με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Όμως, η παραπομπή αυτή, σύμφωνα με την οποία το επίδομα αλλοδαπής καταβάλλεται στους υπαλλήλους άλλων υπουργείων ή ν.π.δ.δ. «με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών», αναφέρεται αποκλειστικά στις προϋποθέσεις που ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 135 του ν. 2594/1998, [ήτοι α) το επίδομα να παρέχεται σε συνάλλαγμα, β) να είναι ανεξάρτητο από τον βασικό μισθό των υπαλλήλων και όλα τα κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα σε αυτούς, επιδόματα και προσαυξήσεις, γ) να είναι ανάλογο του κλάδου και του βαθμού τους και δ) να προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση] και δεν έχει την έννοια ότι το επίδομα αυτό καταβάλλεται στους, εμπίπτοντες στο πεδίο εφαρμογής της, πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., στο ίδιο ποσοστό με αυτό που προβλέπεται ειδικώς για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση των ως άνω κατηγοριών υπαλλήλων, εν όψει των προεκτεθέντων, δεν αντί-κειται, κατ’ αρχήν, στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος. ΣτΕ 1643/2025, σ. 148.
ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:
Νομιμοποίηση. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση από συμβολαιογράφο, ο οποίος είναι δημόσιος λειτουργός που συμβάλλει στο έργο της Δικαιοσύνης, της νομιμοποίησης των εμφανιζομένων ως νομίμων εκπροσώπων νομικού προσώπου με τα κατά τον νόμο έγγραφα, είναι επαρκής για την απόδειξη τόσο της νομιμοποίησής του, όσο και για τη χορήγηση της δικαστικής πληρεξουσιότητας, εν όψει και του ότι δεν προκύπτει πρόσθετη υποχρέωση προσκόμισης στο δικαστήριο του καταστατικού της εταιρείας ή άλλων νομιμοποιητικών εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και προσαρτώνται στο πρωτότυπό του. ΣτΕ 1298/2025, σ. 132.
Χρηματική ικανοποίηση. Τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν να επιδικάσουν σε βάρος του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δικαιούνται να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν υπέστησαν ζημία από τον αντίκτυπο που είχε στην πίστη, το κύρος και τη φήμη τους η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται η βλάβη αυτή, όταν από τη φύση της παράνομης πράξης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης τούτων είναι δυνατόν να επέλθει τέτοια βλάβη. ΣτΕ 1612/ 2025, σ. 146.
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ:
Διοικητής νοσοκομείου ιδρυματικού χαρακτήρα. Αρμοδιότητες. Ο Διοικητής των νοσοκομείων που υπάγονται στο άρθρο 13 § 10 του ν. 2889/2001, δυνάμει του οποίου διατηρούν, ως προς την οργάνωση και διοίκησή τους, το ειδικό νομοθετικό καθεστώς των νοσοκομείων ιδρυματικού χαρακτήρα, τελεί σε σχέση ιεραρχικής εξάρτησης προς το ΔΣ του εν λόγω νοσοκομείου, το οποίο είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης του νοσοκομείου. Συμμόρφωση Διοίκησης σε ακυρωτική απόφαση. Η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς το περιεχόμενο ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες προς αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε, αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη. ΣτΕ 1216/2025, σ. 128.
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ:
Διοικητική αυτοτέλεια των ΟΤΑ. Έννοια. Δεν καθιερώνεται αυτονομία υπέρ των ΟΤΑ, δηλαδή εξουσία αυτοτελούς θέσπισης κανόνων δικαίου, αλλά, στο πλαίσιο της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αυτοδιοίκησης, οι ΟΤΑ έχουν εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις για τα θέματα της αρμοδιότητάς τους με δικά τους όργανα, εντός, όμως, του πλαισίου που θέτουν οι γενικοί κανόνες, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους. Ο συνταγματικός νομοθέτης αναγνωρίζει τη διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αποκλείοντας τον έλεγχο σκοπιμότητας των πράξεων των οργάνων τους και εγγυάται την οικονομική τους αυτοτέλεια. Η διοικητική, όμως, αυτοτέλεια δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να αποφασίζουν οι ίδιοι οι ΟΤΑ για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους ως δημοσίων υπηρεσιών, η οποία ανήκει στον νομοθέτη. Νομοθετική κατάργηση των δημοτικών επιχειρήσεων. Εξαιρέσεις. Ο νομοθέτης, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί ο οικονομικός προγραμματισμός και να διατεθούν αποδοτικά οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι των ΟΤΑ, προέκρινε ως βέλτιστη λύση την αυτοδίκαιη κατάργηση του συνόλου των ν.π.δ.δ. και των κοινωφελών επιχειρήσεων των Δήμων. Η εξαίρεση ν.π.δ.δ. ή κοινωφελούς επιχείρησης από την αυτοδίκαιη κατάργηση ή λύση πρέπει να δικαιολογείται από πλευράς εξειδικευμένου αντικειμένου, απόδοσης έργου και ευρύτερης αναγνώρισης της δραστηριότητάς τους, τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Ως “εξειδικευμένο αντικείμενο” πρέπει να νοηθεί η οργάνωση και παροχή υπηρεσίας που εμφανίζει ιδιαίτερο αντικείμενο σε σχέση με τις αρμοδιότητες των Δήμων, ως “απόδοση έργου” νοείται, ιδίως, η θετική οικονομική απόδοση του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης και η μη σώρευση ελλειμμάτων που, τελικώς, επιβαρύνουν τον Δήμο και ως “ευρύτερη αναγνώριση” νοείται η κατά κοινή πείρα αναγνώριση του έργου του νομικού προσώπου ή της επιχειρήσεως από την τοπική, τουλάχιστον, κοινωνία. ΣτΕ 1433/2025, σ. 138.
Πειθαρχικές ποινές σε αιρετούς εκπροσώπους. Για την επιβολή πειθαρχικών ποινών στους αιρετούς εκπροσώπους των ΟΤΑ απαιτείται σύμφωνη γνώμη Πειθαρχικού Συμβουλίου, συγκροτούμενου κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, το οποίο, ωστόσο, δεν αποτελεί το όργανο με την αποφασιστική αρμοδιότητα. Περαιτέρω, την πειθαρχική δικαιοδοσία στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης ασκεί ο Ελεγκτής Νομιμότητας (ήδη Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης), η δε πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση από τον Συντονιστή αιτιολογημένης απόφασης, με την οποία αυτός έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τις πειθαρχικές ποινές της αργίας έως έξι μηνών ή της έκπτωσης, οι δε πράξεις με τις οποίες ασκείται η εν λόγω πειθαρχική εξουσία είναι δεκτικές δικαστικού ελέγχου, ως επί πλέον εγγύηση που διασφαλίζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση των αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης έναντι της κρατικής εξουσίας. ΣτΕ 1441/2025, σ. 139.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ:
Παραγραφή. Επί πειθαρχικών παραπτωμάτων που τελούνται με περισσότερες από μία πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες αποτελούν εκδήλωση και συνέχεια του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος, ο χρόνος της παραγραφής δεν αρχίζει να υπολογίζεται πριν από την συντέλεση της συνιστώσας το οικείο πειθαρχικό παράπτωμα τελευταίας πράξης ή παράλειψης, δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαυσε να τελείται το κατ’ εξακολούθηση πειθαρχικό παράπτωμα. Δικαστικός έλεγχος υπαλληλικής προσφυγής από το ΣτΕ. Το ΣτΕ, κατά την εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής, εξετάζει την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, ήτοι προβαίνει σε ιδία διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που αποδίδονται στον πειθαρχικά διωκόμενο ως πειθαρχικών παραπτωμάτων και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, εκφέρει δική του ουσιαστική κρίση σχετικά με την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και τη σοβαρότητά τους εν όψει και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, καθώς και σχετικά με την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, κατ’ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης και της εν γένει υπηρεσιακής εικόνας του υπαλλήλου καθ’ όλη την σταδιοδρομία του. ΣτΕ 1620/2025, σ. 147.
Πειθαρχική ποινή κατόπιν αίτησης της Αρχής της Διαφάνειας. Η πρόβλεψη της δυνατότητας του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας να ζητεί την επιβολή, το πρώτον, της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης σε παρανομήσαντα υπάλληλο από το ΣτΕ, αφού αυτό εκτιμήσει εξ υπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Διοικητή και τις απόψεις του διωκόμενου υπαλλήλου, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα εκάστοτε πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε, διότι, στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει κριθεί από υπηρεσιακό Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, στο δε ΣτΕ δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση του, βαρύτερης πειθαρχικής ποινής. Περιεχόμενο δικαστικού ελέγχου υπαλληλικής προσφυγής από το ΣτΕ. Το ΣτΕ, όταν δικάζει επί υπαλληλικής προσφυγής, ερευνά εξ υπαρχής την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, έχει δε την εξουσία να προβαίνει σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου, εκτός εάν δεσμεύεται να δεχθεί την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος, το οποίο διαπιστώθηκε από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα. Περαιτέρω, προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων, που αποδίδονται στον πειθαρχικά διωκόμενο ως πειθαρχικά παραπτώματα και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα νομικό κανόνα δικαίου και εκφέρει ιδία κρίση, μεταξύ άλλων, σχετικά με την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων, τη σοβαρότητά τους εν όψει και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, καθώς και την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, λαμβάνοντας υπ’ όψη την εν γένει υπηρεσιακή εικόνα του υπαλλήλου καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του και τις τυχόν συντρέχουσες ελαφρυντικές περιστάσεις. Πειθαρχικός έλεγχος. Ευμενέστερη μεταχείριση. Για τον πειθαρχικά διωκόμενο καθιερώνεται ευμενέστερο καθεστώς, το οποίο πρέπει να εφαρμοστεί και στα πειθαρχικά αδικήματα των υπαλλήλων που είχαν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια ισχύος των προγενέστερων διατάξεων βάσει της γενικής αρχής περί εφαρμογής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο ουσιαστικού νόμου. Η αρχή αυτή ισχύει και στο πειθαρχικό δίκαιο, πολύ περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία η ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας με την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης επέρχεται υπό την ισχύ του νεότερου ευμενέστερου καθεστώτος. ΣτΕ 1700/ 2025, σ. 148.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ:
Εγκατάσταση ανεμογεννητριών. Περιοχές προστασίας. Απαγορεύεται η εγκατάσταση αιολικών σταθμών σε ορισμένες προστατευόμενες περιοχές, όπως είναι οι οικότοποι προτεραιότητας περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, οι περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης, οι υγρότοποι Ραμσάρ, οι πυρήνες των εθνικών δρυμών και των κηρυγμένων μνημείων της φύσης και των αισθητικών δασών. Περιοχές ορνιθοπανίδας. Δίκτυο Natura 2000 και περιοχές ΖΕΠ. Αιολικά πάρκα που είναι δυνατόν να επηρεάζουν σημαντικά περιοχές ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000 ή περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ πρέπει να υπόκεινται σε δέουσα εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, η οποία προϋποθέτει ότι έχουν προσδιοριστεί, λαμβανομένων υπ’ όψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν να επηρεάσουν, είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού, η δε Διοίκηση μπορεί να επιτρέψει την άσκηση της δραστηριότητας, μόνον εφ’ όσον είναι βέβαιη ότι δεν τίθεται σε διακινδύνευση η ακεραιότητα του προστατευόμενου τόπου. Προστασία πτηνών. Ειδικού Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Αρχές και κατευθύνσεις. Η εκπονηθείσα στρατηγική μελέτη του ΕΠΧΣΑΑ των ΑΠΕ περιλαμβάνει συνολική προσέγγιση της περιβαλλοντικής διάστασης του χωροταξικού σχεδιασμού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, και στα επιστημονικά δεδομένα της υποστηρικτικής μελέτης, η οποία καλύπτει όλες τις βασικές παραμέτρους για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του εν λόγω σχεδιασμού και την ενσωμάτωση σε αυτόν των κατευθύνσεων και των μέτρων που συμβάλλουν στην εξάλειψη ή τον περιορισμό τους. Περιεχόμενο του ΕΠΣΧΑΑ/ΑΕΠ. Στρατηγικός σχεδιασμός και μετέπειτα έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Η αναγκαιότητα λήψης μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος κατά το στάδιο του στρατηγικού σχεδιασμού εξετάσθηκε με βασικό κριτήριο το ζήτημα αν η επίπτωση αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τη λήψη μέτρων στο στάδιο του χωροταξικού σχεδιασμού ή σε χρονικώς μεταγενέστερα στάδια του σχεδιασμού και της υλοποίησης των μεμονωμένων έργων. Δάση και δασικές εκτάσεις. Πράξη έγκρισης επέμβασης. Για την πραγματοποίηση έργου υποδομής εντός δασών ή δασικών. εκτάσεων, απαιτείται η έκδοση πράξης έγκρισης επέμβασης, η οποία, όταν προβλέπεται περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου ή της δραστηριότητας, ενσωματώνεται στην οικεία ΑΕΠΟ ή απόφαση υπαγωγής σε ΠΠΔ, πρέπει δε να προηγείται οποιασδήποτε υλικής ενέργειας στην επίμαχη έκταση. Υποσταθμοί σε αναδασωτέες εκτάσεις. Μεταξύ των επιτρεπόμενων επεμβάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις είναι η κατασκευή υποσταθμών και κάθε τεχνικού έργου που αφορά την υποδομή και εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τα συνοδά έργα. ΣτΕ 1532/2025, σ. 141.
Προστασία οικοτόπων και ενωσιακό δίκαιο. Πλημμελής μεταφορά κοινοτικής Οδηγίας. Συνέπειες. Τα κράτη-μέλη έχουν την υποχρέωση να καθορίζουν, για κάθε ΖΕΠ θεωρούμενη μεμονωμένα, στόχους και μέτρα διατήρησης, που να αφορούν όλα τα προστατευόμενα είδη, καθώς και τον οικότοπό τους, στο πλαίσιο δε αυτό εναπόκειται στα κράτη-μέλη να καθορίζουν προτεραιότητες αναλόγως της σημασίας των μέτρων αυτών για την επίτευξη των στόχων διατήρησης του συνόλου των εν λόγω ειδών. Δραστηριότητες εντός ΖΕΠ. Δεν απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, οι οικονομικές και οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες εντός των ζωνών ειδικής προστασίας, επιβάλλεται όμως κατά την άσκησή τους να λαμβάνεται υπ’ όψη η ανάγκη προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας, σκοπός ο οποίος, τελικώς, μπορεί να δικαιολογήσει και την πλήρη απαγόρευση ή τον δραστικό περιορισμό τους. Συνεπώς νομίμως με κανονιστική πράξη αφ’ ενός τίθεται ως σκοπός της η άσκηση παραγωγικών - οικονομικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, όπως της γεωργίας, της δασοπονίας, της θήρας και της αλιείας, σύμφωνα με τις ανάγκες προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας και, αφ’ ετέρου, χάριν της προστασίας αυτής, θεσπίζονται όροι, περιορισμοί και απαγορεύσεις για την άσκηση της θήρας, της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας. ΣτΕ 1533/2025, σ. 143.
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ:
Ερμηνεία και συσχετισμός άρθρων 479 ΑΚ και 939 ΑΚ. Μελέτη από τον Κ. Ρούσσο, σ. 1.
ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ:
Ηλεκτρονικό Σύστημα Πλειστηριασμών (ΗΛ ΣΥΠΛΕΙΣ). Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι. Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των Ηλεκτρονικών Συστημάτων Πλειστηριασμού (ΗΣΠ) ανήκει στους κατά τόπο Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους. Στο πλαίσιο αυτό, ανατέθηκε στους εν λόγω Συλλόγους, ως ν.π.δ.δ., τα οποία εποπτεύουν την καλή διεξαγωγή των εργασιών των συμβολαιογράφων ως άμισθων δημόσιων λειτουργών, η ευθύνη, μεταξύ άλλων, για την υλοποίηση του ηλεκτρονικού συστήματος διεξαγωγής των πλειστηριασμών Έννομο συμφέρον.Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους για την προσβολή της ανωτέρω πράξης δεν αρκεί η επίκληση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη και το απορρέον από την ιδιότητα αυτή ενδιαφέρον τους για τη χρηστή και διαφανή λειτουργία της Διοίκησης ούτε το ενδεχόμενο να θιγεί η ιδιοκτησία του αιτούντος στο μέλλον από την επίσπευση σε βάρος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός και έννομη προστασία. Διασφάλιση της δυνατότητας ενημέρωσης των ενδιαφερομένων. Για τις διενεργούμενες στο πλαίσιο της διαδικασίας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού πράξεις διασφαλίζεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του οφειλέτη, ο οποίος δύναται να ασκήσει ανακοπή κατά το άρθρο 933 του ΚΠολΔ κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η λειτουργία της πλατφόρμας των ΗΛΣΥΠΛΕΙΣ οφείλει να τηρεί τις διατάξεις της νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. ΣτΕ 1282/2025, σ. 130.
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ:
Κρίσεις στο Πυροσβεστικό Σώμα. Η κρίση των Πυράρχων για προαγωγή στον βαθμό του Αρχιπυράρχου γίνεται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, οι Πύραρχοι κρίνονται ως διατηρητέοι ή παραμένοντες στον αυτό βαθμό ή ως αποστρατευτέοι και εγγράφονται στους αντίστοιχους πίνακες. Κατά το δεύτερο στάδιο, οι Πύραρχοι που είναι γραμμένοι στον πίνακα διατηρητέων, κρίνονται εκ νέου αυτοτελώς και κατά τη σειρά αρχαιότητάς τους στον κατεχόμενο βαθμό και, αν κριθούν προακτέοι, προάγονται προς πλήρωση κενής θέσης, ενώ οι τυχόν παραλειπόμενοι αρχαιότεροί τους θεωρούνται ως διατηρητέοι.
Επιλογή Αρχιπυράρχων. Κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο Συμβούλιο έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια προς επιλογή εκείνου που συγκεντρώνει σε απόλυτο βαθμό τα απαραίτητα ουσιαστικά προσόντα, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς την παράλειψη τυχόν αρχαιοτέρου αξιωματικού με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία του ατομικού του φακέλου, από τα οποία προκύπτει, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του Συμβουλίου, η μη κτήση σε απόλυτο βαθμό ενός ή περισσοτέρων ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού του Αρχιπυράρχου. Η μη κτήση σε απόλυτο βαθμό και ενός μόνον από τα απαραίτητα προς προαγωγή ουσιαστικά προσόντα αρκεί για να θεμελιώσει την κρίση του αξιωματικού ως μη προακτέου. Στέρηση ειδικών προσόντων. Αιτιολογία. Εφ’ όσον η κρίση περί μη προαγωγής στον βαθμό του Αρχιπυράρχου στηρίζεται σε δυσμενή βαθμολόγηση επιμέρους ουσιαστικών (π.χ. επαγγελματικών και διοικητικών) προσόντων, πρέπει να μην υφίσταται διαφορετική βαθμολόγησή τους ή λεκτικώς διατυπωμένη αξιολόγηση των σχετικών ουσιαστικών προσόντων στην ίδια έκθεση ικανότητας. Σε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται τέτοια διαφορά, η επί τη βάσει ορισμένων στοιχείων κρίση της Διοίκησης περί μη προαγωγής λόγω στέρησης των σχετικών ουσιαστικών προσόντων πρέπει να αιτιολογείται ειδικότερα, άλλως παρίσταται πλημμελής. . ΣτΕ 1427/2025, σ. 138.
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ:
Σύμβαση προμηθειών προ του ν. 4412/2016. Αρχή τυπικότητας των δημοσίων συμβάσεων. Διαδικασία παραλαβής υλικών και σύνταξης σχετικού πρωτοκόλλου. Οι διαφορές που αναφύονται από την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων επιλύονται με προσφυγή και όχι αγωγή ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου. Στις συμβάσεις προμηθειών προ του ν. 4412/2016 εφαρμόζεται το π.δ. 118/2007, βάσει του οποίου η σύμβαση θεωρείται εκετελεσθείσα όταν παραδόθηκε εμπροθέσμως ολόκληρη η ποσότητα των προϊόντων και έγινε ο απαιτούμενος ποιοτικός και ποσοτικός έλεγχος ώστε να συνταχθεί το αντίστοιχο πρωτόκολλο οριστικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής. Η απλή παράδοση άνευ της συντάξεως του σχετικού πρωτοκόλλου δεν αρκεί για την πληρωμή του συμβατικού ανταλλάγματος στον προμηθευτή. Δεδομένου ότι δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής, δεν είναι ερευνητέα ούτε τυχόν επικουρική βάση, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ άρθρο 904 ΑΚ.. ΔιοικΕφΑθ 3992/2024, σ. 121.
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ:
Το πρακτικό συμβιβασμού του νέου άρθρου 209 ΚΠολΔ ως πιθανό μέσο διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής. Μελέτη από τον Ι. Κ. Ψαρομήλιγκο, σ. 19.
ΤΕΛΗ:
Νομικός χαρακτηρισμός τέλους. Δικαστικός έλεγχος. Ο καταλογισμός σε βάρος του υπόχρεου του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου εξαρτάται από το νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο προσδίδει ο οικονομικός έφορος στην υποκείμενη σε τέλη χαρτοσήμου σχέση και από την υπαγωγή αυτής στην οικεία διάταξη, η οποία πρέπει να μνημονεύεται στη συνοδεύουσα την πράξη επιβολής τελών χαρτοσήμου και προστίμου έκθεση ελέγχου, άλλως η πράξη αυτή είναι νομικώς πλημμελής. Σε περίπτωση δε αμφισβήτησης της νομιμότητας της πράξεως καταλογισμού, εάν το διοικητικό δικαστήριο προβεί σε διάφορο νομικό χαρακτηρισμό από εκείνον, ο οποίος δόθηκε από τη φορολογική αρχή, με συνέπεια να μην είναι πλέον επιτρεπτή η επιβολή τελών χαρτοσήμου βάσει της μνημονευόμενης στην έκθεση ελέγχου συγκεκριμένης διάταξης, η καταλογιστική των τελών αυτών πράξη είναι ακυρωτέα ως μη νόμιμη, χωρίς να είναι επιτρεπτή η μεταρρύθμισή της. ΣτΕ 1404/2025, σ. 136.
ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ:
Προβλήματα εφαρμογής του δίκαιου αποδείξεων από τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Δρ. Δ. Πηλαβάκη, σ. 187.
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ:
Τα οργανωμένα ταξίδια. Η καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης (Επιστροφή του αντιτίμου που είχε καταβληθεί ακόμη και όταν παρασχέθηκαν μέρος των υπηρεσιών). Η απόφαση της 23.10.2025, C-469/24 του ΔΕΕ. Μελέτη από τον Α. Γέροντα, σ. 14.
ΤΡΑΠΕΖΕΣ:
Συνεταιριστική τράπεζα. Διάθεση επενδυτικού προϊόντος με τον τίτλο «Προθεσμιακή Κατάθεση». Το σύνολο του επενδυόμενου κεφαλαί ου, μέρος του οποίου χαρακτηριζόταν ως «ποσό προθεσμιακής κατάθεσης», ενώ το υπόλοιπο ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων», πλέον τόκων επί του ποσού της «προθεσμιακής κατάθεσης» θα αποδιδόταν στην λήξη της διάρκειας του προϊόντος. Το σύνθετο αυτό προϊόν δεν αποτελεί εν μέρει προθεσμιακή κατάθεση και εν μέρει επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες της τράπεζας, αλλά έχει στο σύνολό του χαρακτήρα προθεσμιακής κατάθεσης, έντοκης κατά ένα μέρος και άτοκης ως προς το μέρος που φέρεται να αντιστοιχεί σε συνεταιριστικές μερίδες και πρέπει να συμπεριληφθεί στην διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης. Οι βασικοί όροι της συμφωνίας των μερών που συνήφθησαν στα πλαίσια του άνω προϊόντος ήταν πλήρεις και σαφείς, χωρίς να έχουν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, και χωρίς να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, οι οποίες θα καθιστούσαν απαραίτητη την προσφυγή στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. ΑΠ 811/2025, σ. 85.
Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό (joint account). Σε περίπτωση ανοίγματος κοινού λογαριασμού περισσοτέρων του ενός καταθετών, οποιοσδήποτε εξ αυτών έχει δικαίωμα ανάληψης χρημάτων και αντίστοιχη υποχρέωση της τράπεζας να τα αποδώσει στον συνδικαιούχο χωρίς δικαίωμα επιλογής. Παράνομος ο συμψηφισμός οφειλής της τράπεζας μετά την έγγραφη υποβολή από τον ένα συνδικαιούχο να αναλάβει όλο το ποσό της κατάθεσης με οφειλή προς αυτήν έτερου συνδικαιούχου, κατά παράβαση του κανόνα ότι η καταβολή των χρημάτων από κοινό λογαριασμό γίνεται αδιάκριτα σε οποιονδήποτε συν δικαιούχο και χρονικά σε εκείνον που την αιτείται πρώτος. ΑΠ 602/2024, σ. 89.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ:
Επαγγελματικά δικαιώματα. «Καθορισμός προσόντων διορισμού σε φορείς του Δημοσίου (προσοντολόγιο–κλαδολόγιο)». Καλλιτεχνικά επαγγέλματα. Το Προεδρικό Διάταγμα 85/2022 (Προσοντολόγιο), το οποίο εντάσσει τους αποφοίτους αυτών των σχολών στην κατηγορία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όσον αφορά την πρόσβασή τους στο Δημόσιο, είναι αντίθετο στις διατάξεις των §§ 1 και 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος. Αντισυνταγματική η παράλειψη του κανονιστικού νομοθέτη να προβλέψει στο π.δ. 85/2022 ειδική κατηγορία, μεταξύ της κατηγορίας ΔΕ και ΤΕ ή ΠΕ, για τους κατόχους τίτλων σπουδών των Ανωτέρων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης του ν. 1158/ 1981. Ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 5 § 1 του π.δ. 85/2022. ΟλΣτΕ 1942/2025, σ. 108.
Παραγραφή αναδρομικών αποδοχών. Αποζημίωση λόγω παράλειψης διορισμού ή παράνομης απόλυσης. ΔΙΒΕΕΤ και ΔΕΤΕ. Στην περίπτωση παράνομης παράλειψης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. και αναδρομικού, στη συνέχεια, διορισμού του σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, η παραγραφή των προς απόληψη αναδρομικών αποδοχών αξιώσεών του αρχίζει από την ημερομηνία του διορισμού του. Σε περίπτωση που ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επιδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών. Μισθοί από άλλη βιοποριστική δραστηριότητα. Εάν ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθ’ όσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης, εκτός από την περίπτωση που η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης, ώστε, λαμβανομένων υπ’ όψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσία, την ίδια με αυτή εργασία. ΣτΕ 1368/2025, σ. 134.
ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ:
Φορολογία, φοροδιαφυγή, απόκρυψη στο συμβόλαιο του αληθούς τιμήματος, ισχύς συμβολαίου. Όταν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που αποδεικνύουν διαφορετικό πραγματικό τίμημα και ότι οι τραπεζικές κινήσεις μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμο αποδεικτικό μέσο. Το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου τίμημα δεν δεσμεύει την φορολογική αρχή. ΣτΕ 848/2025, σ. 45.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ:
Η τριετής προθεσμία βεβαίωσης φορολογικών οφειλών και η κατάργησή της. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 71 § 1 του ν. 542/1977 τριετής προθεσμία για τη βεβαίωση φορολογικών οφειλών δεν θεσπίζει αποσβεστική προθεσμία, ελ λείψει ρητής πρόβλεψης περί απώλειας δικαιώματος. Εξάλλου, η ισχύς της συγκεκριμένης διάταξης έχει καταργηθεί σιωπηρά με την εισαγωγή νεότερων, γενικών διατάξεων, που προβλέπουν ότι κα μία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν την πραγματική βεβαίωσή της (ταμειακή βεβαίωση), ακόμη και εάν αυτή λάβει χώρα βραδέως, ενώ η παραγραφή αρχίζει μετά την ολοκλήρωση της εν στενή εννοία βεβαίωσης. Η νεότερη ρύθμιση, καταλαμβάνοντας όλα τα δημόσια έσοδα, αφορά τόσο το Δημόσιο όσο και τα ν.π.δ.δ. ΑΠ 836/2024, σ. 54.
Χρόνος διενέργειας του φορολογικού ελέγχου. Ο φορολογικός έλεγχος (και ο βάσει αυτού καταλογισμός προστίμου για παραβάσεις του ΚΒΣ) πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός 5ετίας από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου, που έπεται εκείνης στην οποία αφορά η παράβαση. Συμπληρωματικά στοιχεία. Δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία όσα είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας 5ετίας, εφ’ όσον είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα κατά τον νόμο προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας.
Υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών. Μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της τήρησης των κατά τον ΚΒΣ υποχρεώσεων των επιτηδευματιών, ο οποίος πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός της 5ετίας, είναι και η εξέταση του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή. Συνεπώς, στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, ικανά να δικαιολογήσουν (εν όψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής. ΣτΕ 1234/2025, σ. 129.
Φορολογικές διαφορές. Αναίρεση. Ποσό της διαφοράς. Όταν με προσφυγή προσβάλλεται η απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής ασκηθείσας κατά περισσότερων πράξεων, η απόρριψη αυτή αναλύεται σε τόσες απορριπτικές πράξεις όσες και οι προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή πράξεις, ως ποσό δε της διαφοράς που άγεται ενώπιον του ΣτΕ λαμβάνεται, κατ’ αρχήν, υπ’ όψη το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πράξη χωριστά, ενώ επί περισσότερων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, για τον προσδιορισμό του ύψους του αντικειμένου της διαφοράς, λαμβάνεται υπ’ όψη το ποσό που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς. Τούτο δε ισχύει και για τους συζύγους, δεδομένου ότι καθένας από αυτούς δεν είναι κατά τον νόμο υπόχρεος για τις φορολογικές υποχρεώσεις του άλλου, που συνιστούν το αντικείμενο της διαφοράς. Εξαίρεση στην περίπτωση διαπίστωσης μη δηλωθείσας φορολογικής ύλης. Κατ’ απόκλιση του παραπάνω κανόνα, συναθροίζονται τα ποσά που αντιστοιχούν στις προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή πράξεις, με τις οποίες επιβάλλεται φόρος επί του εισοδήματος – χαρακτήρα που έχει και η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 – του αυτού διαδίκου για το ίδιο οικονομικό έτος, με βάση την εκ μέρους της φορολογικής αρχής διαπίστωση της ύπαρξης μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η προσβολή με μία προσφυγή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής κατά των εν λόγω πράξεων, καθώς και η έκδοση από το διοικητικό δικαστήριο μίας απόφασης (δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα, αλλά) δικαιολογούνται πλήρως, ενόψει τόσο του (παρόμοιου) ρυθμιστικού περιεχομένου (επιβολή φόρου επί του εισοδήματος του ίδιου οικονομικού/φορολογικού έτους) και της κοινής βάσης των ως άνω πράξεων (ύπαρξη μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος) όσο & της (συνδεόμενης με την αποτελεσματική απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης) ανάγκης ενιαίας επίλυσης της διαφοράς, η οποία προκύπτει από τον καταλογισμό φόρου βάσει της προαναφερόμενης διαπίστωσης. Εξάλλου, εφ’ όσον με την επίδικη πράξη της φορολογικής Διοίκησης έχει επιβληθεί κύριος φόρος, καθώς και πρόσθετος φόρος, για τον υπολογισμό του ποσού της διαφοράς δεν λαμβάνεται, κατ’ αρχήν, υπ’ όψη ο πρόσθετος φόρος. ΣτΕ 1482/2025, σ. 139.
Αλληλεγγύως ευθυνόμενοι. Έννομη προστασία. Στους προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενους για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων νομικών προσώπων ή οντοτήτων - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ήδη οι διαχειριστές προσωπικών εταιρειών - παρέχεται η δυνατότητα άσκησης όλων των έναντι της φορολογικής διοίκησης διαδικαστικού χαρακτήρα δικαιωμάτων, που παρέχονται εκ του νόμου στα ίδια τα νομικά πρόσωπα. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνεται και η κατ’ άρθρο 63 του ΚΦΔ ενδικοφανής προσφυγή, η άσκηση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού της εν συνεχεία ασκούμενης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγής. Δεδομένου, εξάλλου, ότι από το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της σιωπηρής ή ρητής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής ο νόμος δεν προβλέπει καμία εξαίρεση, οι προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενοι για τις φορολογικές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου, οι οποίοι, πάντως, πρέπει να μνημονεύονται στην καταλογιστική του φόρου πράξη, νομιμοποιούνται, υπό την ιδιότητά τους αυτή, να ασκήσουν προσφυγή κατά της απόρριψης της ενδικοφανούς τους προσφυγής, με την οποία, κατ’ ενάσκηση δυνατότητας παρεχόμενης εκ του νόμου, εστράφησαν κατά της εκδοθείσας σε βάρος του νομικού προσώπου καταλογιστικής πράξης της φορολογικής αρχής. ΣτΕ 1585/2025, σ. 145.
ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ:
Προσδιορισμός εκροών για τον υπολογισμό του ΦΠΑ. Για τον προσδιορισμό των φορολογητέων εκροών εν όψει της επιβολής του ΦΠΑ, εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, κατά τον προσδιορισμό δε των φορολογητέων εκροών καμία δέσμευση δεν υφίσταται, κατά τον νόμο, από όσα έχουν γίνει δεκτά στη φορολογία εισοδήματος. Προκειμένου να προσδιορισθούν οι φορολογητέες εκροές για την επιβολή του ΦΠΑ διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, δεν αρκεί δε ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός των φορολογητέων εκροών, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, χωρίς, πάντως, ν’ αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες. Στοιχεία υπολογισμού και διαδικασία. Επιμέρους ελλείψεις. Το ύψος των φορολογητέων εκροών για την επιβολή του ΦΠΑ προσδιορίζεται με βάση τα διατιθέμενα από τη φορολογική αρχή στοιχεία και πληροφορίες για την έκταση των συναλλαγών της επιχείρησης και των εν γένει συνθηκών λειτουργίας της, λαμβάνονται δε υπ’ όψη και συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, και τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης για τη φορολογία εισοδήματος. Η παράλειψη σύνταξης ιδιαίτερης έκθεσης ελέγχου ή η παράλειψη να προσδιορισθούν αυτοτελώς τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, προκειμένου να επιβληθεί ΦΠΑ, συνιστά νομική πλημμέλεια της πράξης επιβολής του φόρου. Επιμέρους, όμως, ελλείψεις του περιεχομένου της έκθεσης ελέγχου, αυτές καθ’ εαυτές, δεν αποτελούν κατ’ αρχήν τυπική πλημμέλεια της πράξης με την οποία καταλογίζεται φόρος, τα δε διοικητικά δικαστήρια οφείλουν να ερευνήσουν τα ίδια, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την έκδοσή της και να δεχθούν ή να απορρίψουν εν όλω ή εν μέρει, τελικά, κατά τη δίκη τους ουσιαστική κρίση την προσφυγή, διαμορφώνοντας, σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής, το ουσιαστικό περιεχόμενο της έννομης σχέσης, την οποία αφορά η πράξη. ΣτΕ 1347/2025, σ. 134.
Επιστροφή ΦΠΑ σε συναλλαγές εντός της Ε.Ε. Αρχές ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας. Μολονότι η υλοποίηση του δικαιώματος για επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, εμπίπτει κατ’ αρχήν στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών-μελών, η αυτονομία αυτή διέπεται από τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Αρχή της ουδετερότητας. Μολονότι τα κράτη-μέλη έχουν οπωσδήποτε εξουσία εκτίμησης κατά τον καθορισμό των τρόπων επιστροφής του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ βάσει του άρθρου 183 της Οδηγίας περί ΦΠΑ, οι τρόποι αυτοί δεν πρέπει πάντως να θίγουν την αρχή της ουδετερότητας του φόρου, υποχρεώνοντας τον υποκείμενο στον φόρο να επωμισθεί, εν όλω ή εν μέρει, τη σχετική φορολο-
γική επιβάρυνση. Καθορισμός αποσβεστικών προθεσμιών. Είναι συμβατός προς το δίκαιο της Ένωσης ο καθορισμός εύλογων αποσβεστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής προς όφελος της ασφάλειας δικαίου, οι οποίες προστατεύουν τόσο τον φορολογούμενο όσο και τη διοίκηση. Οι εν λόγω προθεσμίες δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη της Ένωσης, ακόμη και εάν, εξ ορισμού, η παρέλευση των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει να μην μπορεί να τίθεται εν αμφιβόλω επ’ αόριστον η φορολογική κατάσταση του υποκειμένου στον φόρο ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της φορολογικής αρχής. Προσωρινός φορολογικός έλεγχος. Εκτελεστή πράξη. Σε περίπτωση που η φορολογική διοίκηση, επιλαμβανόμενη αιτήματος επιστροφής ΦΠΑ, διενεργεί προσωρινό έλεγχο, εφ’ όσον δεν ακολουθήσει η έκδοση οποιασδήποτε άλλης πράξης, η απόρριψη του αιτήματος εκδηλώνεται με την έκδοση και κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτήν, η έκθεση ελέγχου έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτά προσβάλλεται με ενδικοφανή προσφυγή και, ακολούθως, με προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. ΣτΕ 1486/2025, σ. 140.
ΧΡΕΟΣ:
Μη καταβολή χρεών προς στο Δημόσιο. Μαχητό τεκμήριο εξομοίωσης της μη υποβολής δήλωσης περί ύπαρξης οφειλής τρίτου, από το πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείται κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, με θετική δήλωση και συνακόλουθη οφειλή τούτου προς τη ΔΟΥ. Δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, δοθέντος ότι αναφύονται σοβαρές αμφιβολίες για το εάν υφίστατο η οφειλή, όπως και ότι στην ποινική δίκη η ευθύνη του κατηγορουμένου είναι πάντα υποκειμενική, καθώς και βάσει της αρχής in dubio pro reo. ΤρΠλημΣαμ 108/2025, σ. 106.
ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ:
Κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Προκειμένου να καταλυθεί η κυριότητα ακινήτου, την οποία αποκτά ο κληρονόμος αναδρομικώς από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής, θα πρέπει η χρησικτησία, στην οποία στηρίζει την κυριότητά του επί του κληρονομιαίου τρίτο πρόσωπο, να έχει συμπληρωθεί μέχρι τον χρόνο μεταγραφής της πράξης αποδοχής. Ειδικότερα, μέχρι τη μεταγραφή της αποδοχής, η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομίας, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα όμως μέχρι τον χρόνο της μεταγραφής. ΑΠ 1097/2025, σ. 78.