Τεχνητή Νοημοσύνη και Δικηγορική Δεοντολογία
Τεχνητή Νοημοσύνη και Δικηγορική Δεοντολογία
Παναγιώτη Περάκη
Δικηγόρου, DEAδικαίου πληροφορικής και νομικής πληροφορικής,
Προέδρου Παρατηρητηρίου Δικαιοσύνης, π. Προέδρου CCBE
1. Γενικά για την χρήση της ΤΝ στη Δικαιοσύνη και τους κανόνες που την διέπουν
Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στον χώρο της Δικαιοσύνης είναι ήδη ευρεία, σε πολλά μάλιστα και διαφορετικά πεδία εφαρμογών, αναμένεται δε με βεβαιότητα ότι πολύ σύντομα θα κυριαρχήσει. Η συζήτηση για τις δυνατότητες αξιοποίησής της, αλλά και για τους κινδύνους που η χρήση της συνεπάγεται έχει αρχίσει αρκετά χρόνια τώρα και εξελίσσεται διαρκώς, έχοντας στο επίκεντρο την διατύπωση αρχών και κανόνων που θα διασφαλίζουν μια «ηθική» ΤΝ στον χώρο της Δικαιοσύνης1.
Πέρα από τα πολλά διεθνή κείμενα που θέτουν βασικές αρχές γενικά για την χρήση της ΤΝ, ειδικά για το πεδίο της Δικαιοσύνης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης του Συμβουλίου της Ευρώπης (CEPEJ) ήταν η πρώτη που διατύπωσε (Δεκέμβριος 2018) ηθικές αρχές σχετικά με την χρήση της ΤΝ στα δικαστικά συστήματα2. Η άποψη της CEPEJ είναι ότι η εφαρμογή της ΤΝ στον τομέα της Δικαιοσύνης μπορεί να συμβάλλει στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητάς της, πρέπει όμως να εφαρμόζεται με υπεύθυνο τρόπο, ο οποίος να συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται ιδίως στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Για την CEPEJ, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η ΤΝ θα παραμένει ένα εργαλείο στην υπηρεσία του γενικού συμφέροντος και ότι η χρήση της θα σέβεται τα ατομικά δικαιώματα.
Η CEPEJ προσδιόρισε πέντε σημαντικές βασικές αρχές για την ΤΝ στην Δικαιοσύνη, εκ των οποίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχολεί παρουσιάζει η 5η, ήτοι η αρχή του «ελέγχου από τον χρήστη», η οποία, με λίγα λόγια, απαγορεύει την τυποποιημένη προσέγγιση στην χρήση και επιβάλλει, εισάγοντας συνεπώς σχετική υποχρέωση για όλους τους εμπλεκομένους, να διασφαλίζεται ότι οι χρήστες εφαρμογών ΤΝ είναι ενημερωμένοι και έχουν τον έλεγχο των επιλογών τους3.
Εκτός από την CEPEJ, σημαντική δραστηριότητα για μια ηθική ΤΝ στο πεδίο της Δικαιοσύνης έχει αναπτύξει η UNESCO, με σπουδαιότερη την πρόσφατη δημοσίευση (Δεκέμβριος 2025) Κατευθυντήριων Γραμμών για την χρήση συστημάτων ΤΝ σε δικαστήρια («Guidelines for the use of AI systems in courts and tribunals»)4. Εκεί προτείνονται συγκεκριμένες αρχές για την ανάπτυξη, την απόκτηση και την χρήση συστημάτων ΤΝ στο δικαστικό σύστημα, με ηθικό τρόπο και με πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η βασική θέση κι εδώ είναι πως η ΤΝ μπορεί να βοηθήσει στην ταχύτερη και πιο δίκαιη απονομή Δικαιοσύνης, πρέπει όμως πάντα να βασίζεται στην ανθρώπινη κρίση, δηλαδή να παραμένει ανθρωποκεντρική. Προς τον σκοπό αυτόν προτείνει 15 αρχές, μεταξύ των οποίων και η αρχή της ευθύνης, που σημαίνει ότι η εκ μέρους οργανισμών και προσώπων ανάπτυξη και χρήση συστημάτων ΤΝ συνεπάγεται γι’ αυτούς την αντίστοιχη ευθύνη για τις αποφάσεις και λοιπές ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την υποστήριξή τους.
Πέρα από τα διάφορα κείμενα αρχών, ήδη από το 2024, λίγο μετά από την θέσπιση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου, σε επίπεδο ΕΕ έχουμε πλέον τον Κανονισμό EE2024/1689 (γνωστό ως «AI Act»), που ορίζει ως θεμελιώδη αρχή ότι η ΤΝ πρέπει να είναι «ανθρωποκεντρική», καθώς και ότι η ανάπτυξή της πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις αξίες της Ένωσης και να χρησιμεύει ως εργαλείο με στόχο την αύξηση της ανθρώπινης ευημερίας5, κάνoντας ευθεία παραπομπή στις επτά αρχές που έχει προδιαγράψει, το 2019, η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Υψηλού Επιπέδου για την Τεχνητή Νοημοσύνη στις «Κατευθυντήριες Γραμμές Δεοντολογίας για Αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη»6, με στόχο την διασφάλιση της αξιοπιστίας και της δεοντολογικής ορθότητας της ΤΝ. Ως γνωστόν, ο Κανονισμός κατατάσσει τα συστήματα ΤΝ που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την απονομή της Δικαιοσύνης, λόγω του δυνητικά σημαντικού αντικτύπου τους στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τις ατομικές ελευθερίες, καθώς και στο δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου (βλ. Προοίμιο, σκέψη 61), στην κατηγορία «υψηλού κινδύνου»7. Συνεπώς, επιπροσθέτως των όσων ορίζονται γενικά για τις εφαρμογές ΤΝ, στα συστήματα ΤΝ που προορίζονται ειδικά για την Δικαιοσύνη εφαρμόζονται όλες οι αρχές και υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα συστήματα υψηλού κινδύνου, ενώ, επιπλέον, για την Δικαιοσύνη γίνεται ξεκάθαρο ότι «Η χρήση εργαλείων ΤΝ μπορεί να στηρίξει την εξουσία λήψης αποφάσεων των δικαστών ή τη δικαστική ανεξαρτησία, αλλά δεν θα πρέπει να την υποκαταστήσει: η τελική λήψη αποφάσεων πρέπει να παραμείνει δραστηριότητα κατευθυνόμενη από τον άνθρωπο» (Προοίμιο, σκέψη 61). Μεταξύ αυτών των υποχρεώσεων που πρέπει να τηρούνται για κάθε σύστημα ΤΝ υψηλού κινδύνου, ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν εδώ η υποχρέωση θέσπισης συστήματος διαχείρισης κινδύνου, με τακτική συστηματική επικαιροποίηση, η πρόβλεψη για κατάλληλες πρακτικές διακυβέρνησης και διαχείρισης δεδομένων, οι υποχρεώσεις τήρησης αρχείων καταγραφής συμβάντων κατά την λειτουργία των συστημάτων, οι απαιτήσεις διαφάνειας και πληροφόρησης των χρηστών, οι αυξημένες απαιτήσεις για ορισμένα συστήματα, όπως αυτά που συνδέονται με την παραγωγή ή χρήση deepfakes, οι υποχρεώσεις ακρίβειας, στιβαρότητας και κυβερνοασφάλειας κ.λπ.
Είναι προφανές ότι όλα τα προαναφερόμενα πλαίσια, αρχές και υποχρεώσεις από την χρήση εφαρμογών ΤΝ στον χώρο της Δικαιοσύνης, με όλες τις προϋποθέσεις και περιορισμούς που γίνεται δεκτό πως πρέπει να την συνοδεύουν, σε μεγάλο βαθμό αφορούν και τους δικηγόρους, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης. Οι υποχρεώσεις αυτές θέτουν κατά κύριο λόγο ζητήματα δικηγορικής δεοντολογίας, άλλα ως νέες εκφάνσεις ήδη γνωστών, για τα οποία έχουν θεσπισθεί από πολύ παλιά αρχές και κανόνες, και άλλα ως εντελώς καινούργια προβλήματα, στα οποία οι απαντήσεις ακόμη αναζητούνται.
2. Η εμφάνιση των πρώτων προβλημάτων
Τα πρώτα προβλήματα από την χρήση ΤΝ εντοπίσθηκαν γρήγορα στην δικαστηριακή πρακτική. Το πρώτο σχετικό περιστατικό που έγινε διεθνώς γνωστό ήταν στην υπόθεση Matav. Avianca Inc, ενώπιον ενός δικαστηρίου της Νέας Υόρκης (U.S. District Court for the Southern District of New York), όπου οι δικηγόροι του ενάγοντος χρησιμοποίησαν ανύπαρκτη νομολογία που τους παρείχε το ChatGPT, με αποτέλεσμα η αγωγή ν΄ απορριφθεί και να τους επιβληθεί από τον δικαστή πρόστιμο 5.000 $.
Αρκετές ακόμη ανάλογες περιπτώσεις χρήσης ανύπαρκτης νομολογίας έχουν γίνει διεθνώς γνωστές, ανερχόμενες σήμερα οι επίσημα καταγεγραμμένες σε χιλιάδες. Ως προς την αντιμετώπισή τους από τα δικαστήρια, αξίζει να αναφερθούν δύο πρόσφατα περιστατικά παραπομπής σε ανύπαρκτη ή άσχετη νομολογία με τη χρήση εργαλείων ΤΝ στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου Μετανάστευσης και Ασύλου, το οποίο τόνισε ότι οι δικηγόροι οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν ενώπιον των δικαστηρίων πρέπει να είναι πραγματικοί και νομικά ακριβείς. Η επίκληση ανύπαρκτων αποφάσεων παραβιάζει την επαγγελματική αυτή υποχρέωση και οδηγεί σε άσκοπη επιβάρυνση της δικαστικής λειτουργίας.
Συγκεκριμένα, στην πρώτη υπόθεση είχε γίνει παραπομπή σε δικαστική απόφαση που αντιστοιχούσε σε εντελώς άσχετη υπόθεση, εργατικού δικαίου. Ο δικηγόρος που είχε συντάξει το δικόγραφο ανέλαβε την ευθύνη και ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η εσφαλμένη παραπομπή να προέκυψε από ακούσια χρήση εργαλείου ΤΝ κατά την αναζήτηση στο διαδίκτυο (Google Search με AI mode), αρνούμενος ωστόσο ότι χρησιμοποίησε το Chat GPT, δηλώνοντας επιπροσθέτως ότι το γραφείο του δεν χρησιμοποιεί εργαλεία ΤΝ για τη σύνταξη δικογράφων, παρά μόνο για συγκεκριμένες άλλες εργασίες, όπως η σύνοψη διοικητικών αποφάσεων. Επειδή ο δικηγόρος είχε ήδη αναφέρει το περιστατικό στα αρμόδια εποπτικά όργανα, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν πρόσθετη παραπομπή του, υπογράμμισε ωστόσο ότι σε περιπτώσεις όπου ενώπιον δικαστηρίου υποβάλλονται δικόγραφα με αναφορά ανύπαρκτης νομολογίας λόγω έλλειψης ελέγχου των πηγών, η παραπομπή σε πειθαρχικό έλεγχο θα πρέπει να θεωρείται αναμενόμενη. Επισήμανε επίσης ότι η εισαγωγή εγγράφων πελατών ή διοικητικών αποφάσεων σε opensource εργαλεία ΑΙ, όπως το ChatGPT,ισοδυναμεί με την δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών στο διαδίκτυο και, άρα, συνεπάγεται και παραβίαση της εμπιστευτικότητας στη σχέση δικηγόρου-εντολέα και διάρρηξη του δικηγορικού απορρήτου. Στις περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με το δικαστήριο, ο δικηγόρος πρέπει να ενημερώνει τον επαγγελματικό του φορέα, αλλά και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων του ΗΒ. Αντίθετα, θεώρησε αποδεκτή την χρήση closedsource εργαλείων, όπως το MicrosoftCopilot, όπου τα δεδομένα δεν εξέρχονται εκτός της σφαίρας ελέγχου του χρήστη.
Στην δεύτερη υπόθεση, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στο δικόγραφο της αίτησης υπήρχαν πολλές παραπομπές σε αποφάσεις οι οποίες είτε δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, είτε είχαν λανθασμένα στοιχεία. Το δικαστήριο ζήτησε από το δικηγορικό γραφείο να διευκρινίσει ποιος είχε συντάξει το δικόγραφο και να εξηγήσει τις ανακρίβειες. Από τις εξηγήσεις που δόθηκαν προέκυψε ότι το δικόγραφο είχε συνταχθεί από νεότερο συνεργάτη του γραφείου, ο οποίος βασίστηκε σε παλαιότερα πρότυπα εγγράφων και σε δευτερογενείς πηγές, χωρίς να ελέγξει τις παραπομπές σε επίσημες βάσεις νομολογίας. Το δικαστήριο τόνισε ότι η ευθύνη για την ακρίβεια των ισχυρισμών και των παραπομπών ανήκει τελικά στον δικηγόρο που έχει την ευθύνη της υπόθεσης και υπογράφει το δικόγραφο, έδωσε δε ιδιαίτερη έμφαση στην υποχρέωση εποπτείας των νεότερων συνεργατών. Σύμφωνα με το δικαστήριο, ένας δικηγόρος που αναθέτει τη σύνταξη δικογράφων σε νεότερο συνεργάτη παραμένει υπεύθυνος για τον έλεγχο του περιεχομένου τους και για την διασφάλιση ότι δεν περιλαμβάνουν ανύπαρκτες ή εσφαλμένες παραπομπές. Επεσήμανε δε ότι η απουσία εποπτείας μπορεί να θεωρηθεί ακόμη σοβαρότερη παράβαση από την ανεπάρκεια ελέγχου της δικής του εργασίας. Με βάση αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί στην αρμόδια επαγγελματική ρυθμιστική αρχή των δικηγόρων του ΗΒ, προκειμένου να εξεταστεί αν συντρέχουν λόγοι πειθαρχικού ελέγχου του εμπλεκόμενου δικηγόρου.
Αξιοσημείωτη, λόγω ποινικών προεκτάσεων, είναι μία περίπτωση στο Ontario SuperiorCourt of Justice του Καναδά, που την 4.12.2025 παρέπεμψε έναν δικηγόρο στον Γενικό Εισαγγελέα για χρήση στο δικαστήριο ανύπαρκτων αποφάσεων που δημιουργήθηκαν από το Chat GPT και ο δικηγόρος όχι μόνο είχε αποκρύψει την προέλευσή τους, αλλά είχε προβεί στη συνέχεια και σε σχετικές ψευδείς δηλώσεις στο δικαστήριο.
Πέρα όμως από ανύπαρκτη νομολογία, έχουν υπάρξει και πολλές άλλου τύπου παραβιάσεις σχετιζόμενες με την χρήση ΤΝ, όπως λ.χ. δημιουργία μέσω ΤΝ πλαστών εικόνων και video (deepfakes) που προσκομίστηκαν ως αποδείξεις σε δικαστήριο στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ (Alameda CountySuperior Court) ή σύνταξη πραγματογνωμοσύνης στη Βουλγαρία από πραγματογνώμονα για υπόθεση αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, ο οποίος χρησιμοποίησε εργαλείο που είχε δημιουργηθεί για την αμερικανική αγορά, με βάση τα εκεί ισχύοντα, με αποτέλεσμα εσφαλμένους υπολογισμούς8.
Τέλος, σε διαφορετικό επίπεδο, αλλά επίσης ιδιαίτερου ενδιαφέροντος εξέλιξη είναι η πολύ πρόσφατη (Μάρτιος 2026) ανακοίνωση στο ΗΒ έναρξης δραστηριότητας μιας νομικής εταιρείας με έδρα το Λονδίνο («LawFairy»), η οποία, ασχολούμενη με υποθέσεις μετανάστευσης, αυτοπαρουσιάζεται ως η πρώτη «technology-only» δικηγορική εταιρεία, που λειτουργεί αποκλειστικά με ΤΝ, έχοντας λάβει άδεια λειτουργίας από το Solicitors Regulation Authority (ο Δικηγορικός Σύλλογος Αγγλίας Ουαλίας δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί επ’ αυτού, ενώ η περίπτωση απασχολεί ήδη και το CCBE9). Εάν η εταιρεία αυτή θεωρηθεί ότι νομίμως λειτουργεί στο ΗΒ, είναι προφανές ότι ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα ως προς την δυνατότητα άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας εκ μέρους μιας τέτοιας εταιρείας σε χώρες που συνδέονται με συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης επαγγελματικών (δικηγορικών) προσόντων με το ΗΒ, αλλά απαγορεύουν την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών από μη δικηγόρους.
3. Η σύνδεση με την δικηγορική δεοντολογία
Τα παραπάνω δίνουν μια εικόνα των προβλημάτων και κινδύνων από την χρήση εργαλείων ΤΝ στη Δικαιοσύνη, η οποία βάσιμα αναμένεται ότι πολύ σύντομα θα γενικευθεί. Η καθολική μετάβαση δικαστών και δικηγόρων από την έγχαρτη έρευνα νομοθεσίας και νομολογίας στην ηλεκτρονική, δηλ. από τα νομικά βιβλία και τις βιβλιοθήκες στις τράπεζες δεδομένων και την οθόνη του υπολογιστή, αποτελεί ένα αντίστοιχο παράδειγμα μετάβασης, το οποίο τώρα η ΤΝ ασφαλώς θα ξεπεράσει κατά πολύ σε ταχύτητα, λόγω της γενικής εξοικείωσης με την τεχνολογία. Ήτοι, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι χρόνοι μετάβασης στην εποχή της ΤΝ στη Δικαιοσύνη είναι ορθότερο να υπολογίζονται πλέον σε μήνες αντί για χρόνια. Χαρακτηριστικά σημειώνεται ότι το 2025 στις ΗΠΑ η χρήση εργαλείων ΤΝ από τις εν γένει δικηγορικές ομάδες κάθε είδους αυξήθηκε κατά σχεδόν 87% σε σχέση με το 2024, ενώ, ειδικά για τα περιβάλλοντα των in-house lawyers, ανακύπτει πλέον το πρόβλημα ότι οι ρυθμοί υιοθέτησης τέτοιων εργαλείων είναι τόσο ταχείς που ξεπερνούν τους χρόνους εισαγωγής των απαραίτητων διαδικασιών συμμόρφωσης. Συνεπώς, δεν μιλάμε για το μέλλον αλλά για το παρόν.
Ειδικά για τους δικηγόρους, όπως προαναφέρθηκε, η εκ μέρους τους χρήση εργαλείων ΤΝ δημιουργεί περαιτέρω κινδύνους και σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές που διέπουν το δικηγορικό επάγγελμα και τις συνακόλουθες υποχρεώσεις που τους βαραίνουν σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανόνες δεοντολογίας. Η τήρηση αυτών των κανόνων έχει κεφαλαιώδη σημασία για το δικηγορικό επάγγελμα, αφού συνδέονται στενά με το δικηγορικό απόρρητο και τις άλλες ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπονται για τους δικηγόρους, ενώ αυτούς επικαλείται και η νομολογία του ΕΔΔΑ ή του ΔΕΕ για να δικαιολογήσει αποκλίσεις υπέρ των δικηγόρων, ακόμη και σε ζητήματα όπως η ελευθερία κίνησης κεφαλαίων ή η αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με αναγνώριση του θεμελιώδους ρόλου που επιτελούν οι δικηγόροι σε μια δημοκρατική κοινωνία10. Ο κρίσιμος αυτός ρόλος των δικηγόρων, που κατοχυρώνεται σε σημαντικά διεθνή κείμενα11, διέπεται από κοινούς κατά βάση κανόνες και αρχές, που, ειδικά για την Ευρώπη, αποτυπώνονται στον Χάρτη Βασικών Αρχών του Ευρωπαϊκού Νομικού Επαγγέλματος, oοποίος περιέχει έναν κατάλογο δέκα βασικών αρχών για το νομικό επάγγελμα, καθώς και στον, σύμφωνο με τις αρχές αυτές, Κώδικα Δεοντολογίας για Ευρωπαίους Δικηγόρους, ο οποίος εφαρμόζεται και δεσμεύει τους δικηγόρους και των 45 κρατών που συμμετέχουν στο CCBE12. Το ίδιο αναγνωρισμένος και σημαντικός είναι και ο ρόλος των Δικηγορικών Συλλόγων για την αυτορρύθμιση του επαγγέλματος και για την αρμοδιότητά τους να τηρούν τα επαγγελματικά πρότυπα και την δεοντολογία13.
Η χρήση εργαλείων ΤΝ γεννά σημαντικούς κινδύνους και προβλήματα ως προς την τήρηση των περισσοτέρων απ΄ αυτές τις αρχές που διέπουν το δικηγορικό επάγγελμα και των αντίστοιχων κανόνων δεοντολογίας που βαρύνουν τους δικηγόρους.
4. ΤΝ και επαγγελματικό απόρρητο των δικηγόρων
Η πρώτη κατηγορία προβλημάτων συνδέεται με την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου εκ μέρους του δικηγόρου, το οποίο πρέπει να διασφαλίζεται (και) κατά την χρήση εργαλείων ΤΝ. Η τήρησή του δεν είναι μόνο καθήκον του δικηγόρου, αλλά και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα του εντολέα του. Το καθήκον αυτό, ιδίως όσον αφορά τις νέες τεχνολογίες, βρίσκεται στο επίκεντρο των ηθικών υποχρεώσεων των δικηγόρων, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα τους, εκτός εάν έχουν ρητή εξουσιοδότηση από τον ίδιο. Η υποχρέωση προστασίας του απορρήτου των δεδομένων του εντολέα έχει συμπληρωθεί από τον ΓΚΠΔ, ο οποίος περιλαμβάνει ισχυρές υποχρεώσεις για την προστασία των δεδομένων. Οι δικηγόροι υποχρεούνται να επιδεικνύουν τη μέγιστη προσοχή στην τήρηση των σχετικών υποχρεώσεων, προκειμένου να αποφεύγεται η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα δεδομένα ή η απώλεια ή η νόθευσή τους. Από αυτήν την άποψη, η χρήση συστημάτων ΤΝ σε δικηγορικά γραφεία συνεπάγεται ακόμη πιο αυστηρές υποχρεώσεις σχετικά με τους νέους τρόπους με τους οποίους τα δεδομένα συλλέγονται, χρησιμοποιούνται, συνδέονται με δεδομένα άλλων και αποθηκεύονται. Εννοείται ότι υποχρέωση εμπιστευτικότητας του δικηγόρου υπάρχει και ως προς τα δεδομένα τρίτων, για τα οποία ισχύουν αναλόγως τα παραπάνω.
Το πρόβλημα συνδυάζεται με την αποθήκευση δεδομένων στο cloud. Άλλωστε, οι περισσότεροι κίνδυνοι για τα δεδομένα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής είναι κοινοί για τα εργαλεία ΤΝ, τις υπηρεσίες cloud (οι οποίες κατά κανόνα χρησιμοποιούνται από τα εργαλεία ΤΝ) και τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Τα εργαλεία που βασίζονται στο cloud computing είναι δημοφιλή για τους δικηγόρους για τον ίδιο λόγο που είναι δημοφιλή για όλους τους καταναλωτές: αποφεύγουν σοβαρές δυσκολίες στην εφαρμογή, την διαμόρφωση και την συντήρησή τους, ενώ είναι απλά στην λειτουργία τους και, κυρίως, οικονομικά. Καθίσταται έτσι δυνατό για τους δικηγόρους ν’ αρχίσουν να χρησιμοποιούν μια εξελιγμένη υπηρεσία αμέσως, με ελάχιστη αρχική επένδυση σε χρόνο και χρήμα και με την σημαντική για το δικηγορικό επάγγελμα δυνατότητα άμεσης και -θεωρητικά τουλάχιστον- ασφαλούς πρόσβασης απ’ οπουδήποτε. Υπάρχουν όμως προβλήματα14.
Το κύριο πρόβλημα είναι η τεχνική δυνατότητα του κάθε παρόχου υπηρεσιών (ή του οποιουδήποτε υποκείμενου παρόχου πλατφόρμας ή υποδομής) να έχει πρόσβαση στα δεδομένα του δικηγόρου, που συνεπάγεται κίνδυνο μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε δεδομένα, τα οποία οι δικηγόροι οφείλουν να τηρούν εμπιστευτικά. Λόγω των δεοντολογικών τους υποχρεώσεων, οι δικηγόροι πρέπει να γνωρίζουν τις απειλές για την ιδιωτικότητα στις οποίες εκτίθενται τα δεδομένα των πελατών όταν επιλέγουν υπηρεσίες cloud. Πλην, όμως, σχετικές ενημερώσεις και η απαραίτητη διαφάνεια εξακολουθούν να μην υπάρχουν εκ μέρους των παρόχων, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο, λόγω ελλιπούς ενημέρωσης, παραβιάσεων των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας και τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου εκ μέρους των δικηγόρων, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου επαναχρησιμοποίησης δεδομένων πελατών τους για οποιουσδήποτε σκοπούς ή και παράνομης κοινοποίησής τους σε τρίτους.
Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα της χρήσης cloud είναι το πρόβλημα της εξωεδαφικότητας, που έχει ως συνέπεια οι χρήστες να μην έχουν κανέναν έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο το τοπικό νομικό πλαίσιο του τόπου αποθήκευσης ενδέχεται να αντιμετωπίζει τα δικαιώματα και τα δεδομένα που φιλοξενούνται στην συγκεκριμένη δικαιοδοσία.
Άλλο, λιγότερο γνωστό, σοβαρό όμως πρόβλημα για τους δικηγόρους είναι η πρόσβαση που μπορούν να έχουν στα δεδομένα τους στο τέλος της συμβατικής τους σχέσης με τον πάροχο. Η εξαγωγή των δεδομένων από το cloud είναι πολύ πιο δύσκολη από την εισαγωγή τους, αφού είναι σχεδόν ανέφικτη η εξαγωγή τους εν συνόλω και η εν όλω μεταφορά τους σε άλλον πάροχο.
Επίσης, οι δικηγόροι που χρησιμοποιούν εργαλεία ΤΝ ενδέχεται να συνεισφέρουν εν αγνοία τους δεδομένα εισόδου που τα επανεκπαιδεύουν, αφού είναι πιθανός ο κίνδυνος ο πάροχος να επαναχρησιμοποιεί τα δεδομένα των πελατών για δική του χρήση, η οποία ενδέχεται να είναι η εκπαίδευση του συγκεκριμένου ή άλλων εργαλείων, αφού, ως γνωστόν, τα συστήματα Παραγωγικής (Generative) ΤΝ βασίζονται σε τεράστια σύνολα δεδομένων για την εκπαίδευσή τους, ενώ οι εκδότες εργαλείων ΤΝ συνήθως παρέχουν όσο το δυνατόν λιγότερη διαφάνεια ως προς την εσωτερική λειτουργία των προϊόντων τους, αλλά και ως προς την δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των δεδομένων που έχουν στη διάθεσή τους. Συνεπώς, οι δικηγόροι πρέπει να επιμένουν σε συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις που να αποκλείουν σαφώς οποιαδήποτε δραστηριότητα επαναχρησιμοποίησης δεδομένων για εκπαίδευση ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο, ακόμη και μετά την υποτιθέμενη ανωνυμοποίηση των δεδομένων. Σε σχέση μ΄ αυτήν, το πρόβλημα είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, όπως σε πλήρη κείμενα δικαστικών αποφάσεων ή συμβάσεων, η οριστική ανωνυμοποίησή τους είναι πολύ δύσκολη. Η απλή αφαίρεση ονομάτων και τοποθεσιών δεν αρκεί, επειδή σε μια απόφαση μπορεί να υπάρχουν ορισμένα μοναδικά γεγονότα ή άλλες πληροφορίες που σχετίζονται με τα συμφραζόμενα και το πλαίσιο, τα οποία να καθιστούν δυνατή την επαναταυτοποίηση του υποκειμένου ή ακόμη και τον περιορισμό του αριθμού των πιθανών σχετικών οντοτήτων, κάτι που από μόνο του οδηγεί σε παραβίαση της εμπιστευτικότητας. Επομένως, αυτός ο κίνδυνος παραμένει ακόμη και αν ένας πάροχος υπηρεσιών ισχυρίζεται ότι θ’ ανωνυμοποιήσει όλα τα αποθηκευμένα δεδομένα πριν τα χρησιμοποιήσει για οποιονδήποτε λόγο15.
Συνεπώς, οι δικηγόροι δεν πρέπει ποτέ να εξουσιοδοτούν τους παρόχους εργαλείων ΤΝ να χρησιμοποιούν δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους για εκπαίδευση ή ανάλυση από τρίτους, εκτός αν λάβουν αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι η δεδομένη μέθοδος δεν υπόκειται σε κινδύνους για την ιδιωτικότητα. Η αποδοχή τυποποιημένων όρων που περιέχουν σιωπηρές ή ρητές άδειες για εκπαίδευση ή ανάλυση πιθανότατα αποτελεί για τον δικηγόρο παραβίαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας, εκτός βέβαια αν ο πελάτης έχει παράσχει προηγούμενη ενημερωμένη συγκατάθεση για την επεξεργασία και χρήση των δεδομένων του, ιδίως των ευαίσθητων δεδομένων, από εργαλεία ΤΝ. Ωστόσο, η εν λόγω συγκατάθεση είναι απίθανο να δοθεί και, πάντως, να είναι έγκυρη όταν ο ίδιος ο δικηγόρος δεν γνωρίζει καν τους κινδύνους για τους οποίους πρέπει να ενημερωθεί ο πελάτης προκειμένου να αποφασίσει ελεύθερα αν παρέχει ή όχι τη συγκατάθεσή του.
Οι δικηγόροι, όμως, σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας, υποχρεούνται να αποδείξουν ότι έχουν επιλέξει συστήματα που πληρούν τις αρχές της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Πρέπει επίσης να ενημερώνουν τον πελάτη για τους κινδύνους και εκείνος ελεύθερα θα αποφασίσει εάν θα επιτρέψει στον δικηγόρο να χρησιμοποιεί συστήματα ΤΝ (τα οποία ορθότερα πρέπει να είναι ορισμένα) κατά την διεκπεραίωση της υπόθεσής του.
Τα παραπάνω αποτελούν προφανώς μεγαλύτερο πρόβλημα για τους μεμονωμένους δικηγόρους ή τις μικρές δικηγορικές εταιρείες, που δεν είναι σε θέση να διαπραγματευθούν με τους, συνήθως πολύ ισχυρότερους, παρόχους. Έτσι, επιλέγουν τις φθηνότερες λύσεις, που συνεπάγονται μεγαλύτερους κινδύνους παραβίασης των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων.
5. Χρήση εργαλείων ΤΝ και υποχρέωση επαγγελματικής επάρκειας
Μια άλλη βασική αρχή που διέπει το δικηγορικό επάγγελμα και συνδέεται ιδιαίτερα με την χρήση εργαλείων ΤΝ, γεννώντας συνακόλουθες υποχρεώσεις, είναι η αρχή της επαγγελματικής επάρκειας, που σημαίνει ότι οι δικηγόροι δεν επιτρέπεται να αναλάβουν μια υπόθεση αν στερούνται των αναγκαίων γνώσεων και δεξιοτήτων για να την χειριστούν.
Όμως, ο χειρισμός με επάρκεια προϋποθέτει κατ’ αρχάς κατανόηση, όχι μόνο των νομικών και πραγματικών στοιχείων της υπόθεσης, αλλά και των εργαλείων χειρισμού της που θα χρησιμοποιήσει ο δικηγόρος. Ήτοι, η αρχή αυτή επιβάλλει στους δικηγόρους που σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν εργαλεία ΤΝ σε μια υπόθεση, να κατανοούν, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, πώς λειτουργούν αυτά τα εργαλεία, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη όχι μόνο τα οφέλη, αλλά και τους κινδύνους από την χρήση τους16. Το καθήκον επάρκειας επομένως συνεπάγεται όχι μόνο την ανάγκη επιλογής αξιόπιστων παρόχων, αλλά και την ικανότητα κατανόησης των βασικών χαρακτηριστικών του κάθε χρησιμοποιούμενου εργαλείου ΤΝ. Μάλιστα, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, το ορθό είναι οι πληροφορίες που σχετικώς θα ζητηθούν για το κάθε εργαλείο να μπορούν να περιλαμβάνουν και τρόπους επαλήθευσης της συμμόρφωσής του προς τις προαναφερθείσες αρχές του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δεοντολογίας για τη Χρήση της ΤΝ στα Δικαστικά Συστήματα της CEPEJ.
Επάρκεια σημαίνει επίσης όχι απλώς παθητική αποδοχή των αποτελεσμάτων που παράγονται από την ΤΝ, αλλά επαλήθευση αυτών των αποτελεσμάτων. Οι δικηγόροι υποχρεούνται να επαληθεύουν και να ελέγχουν, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη, όπως ήδη έχουν αποφανθεί τα δικαστήρια, γι’ αυτά, ακόμη μάλιστα και αν η έρευνα έχει διεξαχθεί για λογαριασμό τους από άλλους, όπως λ.χ. από κάποιον ασκούμενο, όπως βέβαια επίσης και την ευθύνη της παρασχεθείσας συμβουλής βάσει της συγκεκριμένης έρευνας. Ο δικηγόρος υποχρεούται να επαληθεύει τα αποτελέσματα που προέρχονται από εργαλεία ΤΝ, τα οποία δεν είναι αλάνθαστα.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται ιδιαίτερα με τον κίνδυνο των λεγόμενων «παραισθήσεων» (hallucinations), ήτοι όταν εφαρμογές ΤΝ παράγουν ανύπαρκτες ή ανακριβείς ή ακόμη και παράλογες απαντήσεις σε ερωτήματα έρευνας που τους τίθενται. Τούτο μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως στην ανεπαρκή εκπαίδευση, στην ανεπάρκεια των δεδομένων εκπαίδευσης, στην παρανόηση των συμφραζομένων, στην υπερβολική γενίκευση, στην ίδια την φύση λειτουργίας των μοντέλων ΤΝ βάσει πιθανοτήτων κ.λπ. Έτσι, στο πλαίσιο των νομικών υπηρεσιών, ένα εργαλείο ΤΝ μπορεί να παράξει εντελώς φανταστική νομολογία, να δημιουργήσει ανύπαρκτες υποθέσεις ή γνωμοδοτήσεις, να αποδώσει ψευδώς αποσπάσματα σε δικαστές ή συγγραφείς, να κατασκευάσει φανταστικές νομοθετικές ερμηνείες, να επινοήσει νομικές αρχές, να παραποιήσει δικαιοδοσίες ή να δημιουργήσει ψευδείς συνδέσεις μεταξύ νομικών εννοιών. Γίνεται μάλιστα δεκτό πως τα παραπάνω μπορεί να οφείλονται και στην τάση των συστημάτων ΤΝ, ιδιαίτερα των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, να δημιουργούν απαντήσεις που ευθυγραμμίζονται με τις αντιληπτές προτιμήσεις ή προκαταλήψεις του χρήστη, συχνά συμφωνώντας υπερβολικά μαζί του ή παρέχοντας υπερβολικά θετική ανατροφοδότηση. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκύπτει επειδή τα μοντέλα ΤΝ εκπαιδεύονται σε σύνολα δεδομένων που περιλαμβάνουν και πρότυπα ανθρώπινης επικοινωνίας, όπως η συμφωνία και η θετική ενίσχυση του συνομιλητή. Κατά συνέπεια, η ΤΝ, επειδή έτσι έχει εκπαιδευθεί, μπορεί να δώσει προτεραιότητα στην δημιουργία ευχάριστων απαντήσεων έναντι της παροχής ακριβών αλλά δυσάρεστων ή της δήλωσης αδυναμίας ασφαλούς απάντησης, οδηγώντας ενδεχομένως σε παραπλανητικά αποτελέσματα. Το πρόβλημα είναι ότι την ευθύνη την φέρει ο δικηγόρος που χρησιμοποιεί αυτά τα συστήματα, παραβιάζοντας εν δυνάμει πολλές βασικές επαγγελματικές υποχρεώσεις του, όπως ιδίως της επάρκειας, αλλά και της υποχρέωσης πίστης προς τον πελάτη.
Η υποχρέωση επαγγελματικής επάρκειας απαιτεί επίσης οι δικηγόροι να μην αναλαμβάνουν περισσότερους πελάτες απ’ όσους είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν. Αυτός είναι ένας σημαντικός κίνδυνος σήμερα που οι δικηγόροι έχουν φθηνή πρόσβαση σε πολύ αποτελεσματικά εργαλεία επικοινωνίας, που παρέχουν μεγάλες δυνατότητες αύξησης της ορατότητάς τους. Και ναι μεν μπορεί να διευκολύνεται η προσέλκυση πελατών, υπάρχει όμως πάντα ένα αυστηρό όριο στον μέγιστο όγκο υπηρεσιών που μπορεί να αναλάβει ένας δικηγόρος ή μια δικηγορική εταιρεία, χωρίς να κινδυνεύει να αποδειχθεί ανεπαρκής στις υποχρεώσεις του/της και στην ποιότητα με την οποία οφείλει να τις παρέχει. Τα εργαλεία ΤΝ μπορούν εύκολα ν’ αυξήσουν αυτόν τον κίνδυνο. Για τον οποίο πρέπει επιπλέον να λαμβάνεται υπόψη ότι ακόμη και σήμερα, ακόμη και στις μεγαλύτερες δικηγορικές εταιρείες, το προσωπικό στοιχείο παραμένει σημαντικό στην παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, αφού συνδέεται (και) με την ανάγκη κατανόησης αυτού που πραγματικά χρειάζεται ο πελάτης, ανεξάρτητα από αυτό που ο ίδιος είναι σε θέση να διατυπώσει ως νομική ανάγκη. Πάντοτε η αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών των πελατών απαιτεί την προσοχή ενός εκπαιδευμένου επαγγελματία δικηγόρου. Επομένως, όσο προηγμένη ή και πλήρως αυτοματοποιημένη και να είναι η λειτουργική δομή μιας δικηγορικής εταιρείας, δεν είναι απεριόριστες οι υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει. Όπως όμως προαναφέρθηκε, οι δικηγόροι πρέπει να αποφεύγουν να αναλαμβάνουν υπερβολικές δεσμεύσεις και περισσότερους πελάτες απ’ όσους είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν σωστά, δηλαδή με επάρκεια. Κάτι που συνδέεται ευθέως και με την υποχρέωση πίστης και αφοσίωσης.
Τέλος, ο δικηγόρος είναι υπεύθυνος για την εργασία του, τις συμβουλές που παρέχει και τις δηλώσεις που κάνει, ιδίως ενώπιον των δικαστηρίων. Για τον σκοπό αυτόν, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της επαγγελματικής επάρκειας, να διατηρεί ενήμερες τις γνώσεις και τις επαγγελματικές του δεξιότητες. Αυτό επιφορτίζει τους δικηγόρους με την σοβαρή υποχρέωση να διατηρούν επαρκείς τις επαγγελματικές τους δεξιότητες μέσω συνεχιζόμενης (δια βίου) εκπαίδευσης. Οι δικηγόροι είναι σε θέση να παρέχουν συμβουλές και ικανή εκπροσώπηση μόνο συμβαδίζοντας με τις συνεχείς αλλαγές του δικαίου και του τεχνολογικού περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιούνται. Το καθήκον αυτό λοιπόν του δικηγόρου, που ανάγει την ανάγκη δια βίου εκπαίδευσής του σε δεοντολογική υποχρέωση, δεν περιορίζεται μόνο στη νομοθεσία, αλλά περιλαμβάνει την υποχρέωση ν’ αποκτήσει τις εκάστοτε αναγκαίες τεχνικές δεξιότητες, αποτελώντας δηλαδή ουσιαστικά μια υποχρέωση εξέλιξης. Στην σημερινή πραγματικότητα, η ανάγκη απόκτησης ειδικών δεξιοτήτων που σχετίζονται με την ΤΝ είναι ασφαλώς η επόμενη –άμεσα επιβαλλόμενη- μεγάλη πρόκληση για τους δικηγόρους.
6. ΤΝ και δικηγορική ανεξαρτησία
Η ανεξαρτησία των δικηγόρων είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού επαγγέλματος. Σύμφωνα με τον Χάρτη Βασικών Αρχών του Ευρωπαϊκού Νομικού Επαγγέλματος, «Κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, ο δικηγόρος είναι ανεξάρτητος, απαλλαγμένος από επιρροές, συμπεριλαμβανομένων επιρροών που μπορεί να προκύψουν από τα προσωπικά του συμφέροντα ή ως αποτέλεσμα εξωτερικής πίεσης. Επομένως, ο δικηγόρος πρέπει να αποφεύγει οποιαδήποτε υποβάθμιση της ανεξαρτησίας του και δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τα επαγγελματικά του πρότυπα στις συναλλαγές του με τον πελάτη, το δικαστήριο, τρίτους και δημόσιες αρχές».
Η χρήση εργαλείων ΤΝ θέτει και τέτοιες προκλήσεις για τους δικηγόρους, κατ΄ αρχάς σε σχέση με την διατήρηση της οφειλόμενης επαγγελματικής τους αντικειμενικότητας. Ένα σύστημα ΤΝ μπορεί να παράγει συστάσεις που διαιωνίζουν μεροληψία17. Οι δικηγόροι συνεπώς που βασίζονται σε τέτοια εργαλεία διατρέχουν τον κίνδυνο να υιοθετήσουν αυτές τις μεροληψίες, διαβρώνοντας έτσι το καθήκον τους να παρέχουν αμερόληπτες συμβουλές.
Ένας άλλος, μεγαλύτερος, κίνδυνος είναι η υπερβολική εξάρτηση από τα εργαλεία ΤΝ, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε «αυτοματοποιημένο εφησυχασμό» και να εξασθενίσει την ανθρώπινη κρίση και την ποιότητα της υπηρεσίας του δικηγόρου. Λαμβάνοντας υπόψη και τα παραδείγματα δικηγόρων που αβασάνιστα χρησιμοποίησαν στοιχεία που προήλθαν από εργαλεία ΤΝ, είναι σαφές ότι ο κίνδυνος αυτός επέρχεται, με έμμεσο αποτέλεσμα την απώλεια ουσιαστικά της ανεξαρτησίας (άρα και της ελεύθερης κρίσης) του δικηγόρου, όταν δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος, επαλήθευση της ακρίβειας των αποτελεσμάτων, καθώς και νομική ανάλυση από τον ίδιο τον δικηγόρο.
Επίσης, το οικονομικό βάρος μιας ευρέως χρησιμοποιούμενης λύσης ΤΝ μπορεί να αναγκάσει τους δικηγόρους να αποδεχτούν όρους, οι οποίοι παραβιάζουν την ανεξαρτησία τους.
Ιδιαίτερα σημαντικός κίνδυνος για την ανεξαρτησία του δικηγόρου είναι ο κίνδυνος δέσμευσής του από τον προμηθευτή, ιδίως όταν περισσότερες υπηρεσίες και εργαλεία παρέχονται από έναν. Όσο πιο επιτυχημένος τόσο ισχυρότερος γίνεται ένας πάροχος έναντι του δικηγόρου - πελάτη του. Και όσο περισσότερο ενσωματώνονται εφαρμογές ΤΝ στην δικηγορική λειτουργία τόσο ακόμη μεγαλύτερο γίνεται αυτό το πρόβλημα.
Ο πιο «συστημικός» θα λέγαμε όμως κίνδυνος για την ανεξαρτησία του δικηγόρου, αλλά και, μακροπρόθεσμα, για την ίδια την δικηγορία, είναι η ευρεία χρήση εργαλείων ΤΝ να οδηγήσει σε πλήρη επαγγελματική του εξάρτηση από τα εργαλεία αυτά, αναιρώντας ουσιαστικά τον ίδιο τον κρίσιμο ρόλο του στην απονομή της Δικαιοσύνης, τον οποίο ασυναίσθητα εκχωρεί στους παρόχους αυτών των εργαλείων.
7. Άλλοι κίνδυνοι για τους δικηγόρους από την χρήση ΤΝ
Εκτός των παραπάνω, υπάρχουν βεβαίως και άλλοι κίνδυνοι για τους δικηγόρους που σχετίζονται με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις και τους κανόνες δεοντολογίας από την χρήση ΤΝ, ιδιαίτερα μάλιστα εργαλείων Παραγωγικής ΤΝ, πέραν βεβαίως των γενικών κινδύνων, όπως τα φαινόμενα απάτης, τα ζητήματα διανοητικής ιδιοκτησίας των δεδομένων εισόδου και εξόδου, κυρίως κατά την ενδεχόμενη επαναχρησιμοποίησή τους για την εκπαίδευση εργαλείων ΤΝ, τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας κ.λπ.
Για παράδειγμα, μπορούν να ανακύψουν ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων σε δικηγόρους που χρησιμοποιούν Παραγωγική ΤΝ, επειδή τα συστήματα αυτά ενδέχεται να εκπαιδεύονται ή να έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες από πολλαπλές δικηγορικές εταιρείες και πελάτες, οδηγώντας ενδεχομένως σε ακούσια ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αντιδίκων ή εκπροσώπων αντίθετων συμφερόντων.
Ένα άλλο ζήτημα είναι ασφαλώς η έλλειψη διαφάνειας: Η διαφάνεια στα συστήματα ΤΝ αναφέρεται στη σαφήνεια και την ανοιχτότητα με την οποία πρέπει να λειτουργούν αυτά τα συστήματα, επιτρέποντας στους χρήστες να κατανοούν πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις18. Αυτό περιλαμβάνει την πλήρη προσβασιμότητα και κατανόηση των αλγορίθμων, των πηγών δεδομένων και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων. Προς το παρόν, σχεδόν όλα τα συστήματα Παραγωγικής ΤΝ παρουσιάζουν αυτό που είναι γνωστό ως φαινόμενο του «μαύρου κουτιού» (black box), όπου οι εσωτερικές διαδικασίες λειτουργίας και «συλλογισμού» τους είναι αδιαφανείς και δύσκολο να ερμηνευθούν. Για τους δικηγόρους, αυτό προφανώς δυσχεραίνει την δυνατότητα επαλήθευσης της ακρίβειας και αξιοπιστίας του περιεχομένου που παράγεται από την εφαρμογή ΤΝ, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιούν. Κυρίως όμως δημιουργεί ζήτημα έλλειψης της οφειλόμενης εκ μέρους του διαφάνειας απέναντι στον πελάτη του, ιδίως στις περιπτώσεις που μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι ένας ενημερωμένος πελάτης θα αντιτασσόταν ή θα έθετε όρους ή, τουλάχιστον, θα είχε επιφυλάξεις για την χρήση κάποιου εργαλείου ΤΝ στην υπόθεσή του.
Αυτό σημαίνει ότι οι απαιτήσεις για διαφάνεια και εξηγησιμότητα πρέπει να απαιτούνται εκ μέρους των ίδιων των δικηγόρων από τους παρόχους των εργαλείων ΤΝ, προκειμένου να μπορούν να είναι συνεπείς ως προς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους πελάτες τους.
8. Σύγκρουση και με άλλες βασικές αρχές του δικηγορικού επαγγέλματος
Τα παραπάνω δεν είναι βέβαια τα μόνα ζητήματα δεοντολογίας που μπορεί να ανακύπτουν για τους δικηγόρους από την χρήση εργαλείων ΤΝ. Άλλες βασικές αρχές που διέπουν το δικηγορικό επάγγελμα και περιλαμβάνονται στον Χάρτη των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού νομικού επαγγέλματος, οι οποίες μπορεί να θίγονται από μια τέτοια χρήση, είναι οι ακόλουθες:
- η αξιοπρέπεια και η τιμή του νομικού επαγγέλματος, καθώς και η ακεραιότητα και η καλή φήμη του δικηγόρου. Το σχετικό σχόλιο του Χάρτη αναφέρει ότι: «… ο δικηγόρος δεν πρέπει να κάνει τίποτα που να βλάπτει ούτε τη δική του φήμη, ούτε τη φήμη του επαγγέλματος στο σύνολό του και την εμπιστοσύνη του κοινού στο επάγγελμα». Είναι προφανές ότι η χρήση μη επαληθευμένων πληροφοριών, ιδίως με λανθασμένες, ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες που προέρχονται από εφαρμογές ΤΝ, μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση αυτής της αρχής, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στην ικανότητα του δικηγόρου να παρέχει επαρκείς και αξιόπιστες συμβουλές.
- η αφοσίωση στον πελάτη. Το σχετικό σχόλιο αναφέρει ότι: «… Ο πελάτης πρέπει να είναι σε θέση να εμπιστεύεται τον δικηγόρο ως σύμβουλο και ως εκπρόσωπο …». Αντίστοιχα, το πρότυπο άρθρο του Κώδικα Δεοντολογίας του CCBE για τις Σχέσεις με τους Πελάτες αναφέρει ότι: «Ένας δικηγόρος πρέπει πάντα να ενεργεί προς το συμφέρον του πελάτη». Η χρήση μη επαληθευμένων αποτελεσμάτων μπορεί να υπονομεύσει τα συμφέροντα του πελάτη και να τραυματίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη του προς τον δικηγόρο.
- ο σεβασμός του κράτους δικαίου και της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Το σχόλιο αναφέρει ότι: «…Ένας δικηγόρος δεν πρέπει ποτέ να δίνει εν γνώσει του ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες στο δικαστήριο, ούτε πρέπει ποτέ να λέει ψέματα σε τρίτους κατά τη διάρκεια των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων.…». Η παράβαση της θεμελιώδους αρχής αυτής από την ανέλεγκτη χρήση εργαλείων ΤΝ, όπως προαναφέρθηκε έχει ήδη επισημανθεί έντονα από τα δικαστήρια.
9. Το ζήτημα της υποχρεωτικής αποκάλυψης της χρήσης ΤΝ σε δικαστήριο
Η υποχρέωση αποκάλυψης της χρήσης ΤΝ σε δικαστικές διαδικασίες είναι ένα νέο ζήτημα που όλο και περισσότερο τίθεται στη δημόσια συζήτηση, συνδεόμενο κυρίως με την δικηγορική δεοντολογία, αλλά και το δικονομικό δίκαιο, με αναφορά και στην ανάγκη διασφάλισης της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Αφορμή για την έναρξη της σχετικής συζήτησης αποτέλεσαν κυρίως τα ολοένα και συχνότερα περιστατικά αναφοράς σε δικαστήρια ανύπαρκτης ή εντελώς διάφορης νομολογίας, σαν κι αυτά που προαναφέρθηκαν.
Για το ζήτημα υπάρχουν πλέον αναλυτικές και στοχευμένες επεξεργασίες σε διεθνές και σε εθνικό επίπεδο. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν αυτές της CEPEJ, που, εκτός των άλλων, την 19.12.2025 εξέδωσε Κατευθυντήριες Γραμμές για την Χρήση της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης από τα Δικαστήρια («Guidelines on the use of Generative Artificial Intelligence for Courts»). Σ΄ αυτές, αφού διαπιστώνεται η αλματώδης αύξηση της χρήσης ΤΝ στον τομέα της Δικαιοσύνης (αναφέρεται ότι σε σχετική έρευνα, το 46% των ερωτηθέντων επιβεβαίωσαν την χρήση τέτοιων εργαλείων σε δικαστήρια!), αλλά και τα διόλου ασήμαντα προβλήματα που έχουν εντοπισθεί, προσδιορίζονται κίνδυνοι και γίνονται συγκεκριμένες επισημάνσεις, όπως και συστάσεις, με βασική θέση ότι η διαδικασία λήψης των αποφάσεων πρέπει αυστηρά να παραμείνει ανθρώπινη.
Μεταξύ των συστάσεων είναι και η θέσπιση πρωτοκόλλων που θα επιτρέπουν την παρατήρηση της χρήσης από τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς και κανόνων που θα επιβάλλουν την υποχρεωτική αποκάλυψη της τυχόν χρήσης εργαλείων ΤΝ στο δικαστήριο, με πρόβλεψη κυρώσεων για μη γνωστοποίηση ή υπερβολική εξάρτηση από μη επαληθευμένο περιεχόμενο, ενώ επισημαίνονται και συγκεκριμένα δεοντολογικά παραπτώματα που σχετίζονται με την χρήση ΤΝ19.
Η τυχόν εφαρμογή αυτής της σύστασης θα έχει οπωσδήποτε σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινή δικαστηριακή πρακτική, αφού ήδη παρατηρείται εκτεταμένη χρήση τέτοιων εργαλείων. Βάσιμα πάντως μπορεί να πιθανολογηθεί ότι η θέσπιση μιας τέτοιας υποχρέωσης προϋποθέτει την επίλυση αρκετά δυσεπίλυτων προβλημάτων ερμηνείας και την αντιμετώπιση δυσκολιών πρακτικής οριοθέτησης, που θ΄ απαιτήσουν ασφαλώς περαιτέρω επεξεργασίες και εξειδικεύσεις, χωρίς βεβαίως αυτό καθόλου να υποτιμά την σημασία της.
Πάντως, η σύσταση αυτή δεν είναι η μόνη. Από τα τέλη του 2025 παρατηρείται διεθνώς (κυρίως στις ΗΠΑ20 και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και αλλού), μια τάση προς την κατεύθυνση η χρήση της ΤΝ να γνωστοποιείται όταν επηρεάζει ουσιαστικά το υλικό που υποβάλλεται σε δικαστήριο.
Η υποχρέωση μιας τέτοιας γνωστοποίησης μπορεί να αφορά στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου εργαλείου ΤΝ που χρησιμοποιήθηκε, στον προσδιορισμό των τμημάτων του εγγράφου που δημιούργησε, καθώς και στην πιστοποίηση ότι ένας άνθρωπος έχει επαληθεύσει την ακρίβεια του αποτελέσματος. Το τελευταίο αναφέρεται κυρίως στις περιπτώσεις παραπομπών σε ανύπαρκτη νομολογία («παραισθήσεων»), μετά από τα αρκετά τέτοια περιστατικά που έχουν γίνει γνωστά)21. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως προαναφέρθηκε, τα δικαστήρια έχουν απευθύνει αυστηρές προειδοποιήσεις και έχουν προβεί σε ενέργειες όπως επιβολή προστίμων, περαιτέρω καταβολές εξόδων κλπ, αλλά και παραπομπές δικηγόρων στις αρμόδιες ρυθμιστικές/πειθαρχικές Αρχές. Υπήρξαν δε φορές που η ψευδής παρουσίαση περιεχομένου που δημιουργήθηκε από ΤΝ θεωρήθηκε περιφρόνηση του δικαστηρίου.
Το ζήτημα αυτό, που είναι ασφαλώς καινούργιο, είναι βέβαιο ότι θα μας απασχολήσει έντονα στο άμεσο μέλλον, αφού η χρήση εργαλείων ΤΝ στην δικαστηριακή πρακτική αυξάνεται με πολύ ταχείς ρυθμούς. Η θέση του ευρωπαϊκού δικηγορικού σώματος απέναντι στην θέσπιση μια τέτοιας υποχρέωσης δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί. Η μόνη κάπως σχετική με το θέμα τοποθέτηση μέχρι σήμερα του CCBE22 είναι η άποψη πως όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε μια δικαστική διαδικασία θα πρέπει πάντα να είναι σε θέση να εντοπίζουν, στο πλαίσιο μιας δικαστικής απόφασης, τα στοιχεία που προκύπτουν από την εφαρμογή ενός εργαλείου ΤΝ. Δηλαδή η τοποθέτηση κατ΄ αρχήν αφορά στη χρήση εργαλείου ΤΝ από τον δικαστή και όχι από τα μέρη, προστίθεται όμως αμέσως μετά η γενικότερη θέση ότι θα πρέπει να υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ των δεδομένων ή αποτελεσμάτων που προέρχονται από τη λειτουργία ενός συστήματος ΤΝ και των υπόλοιπων δεδομένων στην επίδικη διαφορά. Άρα, θα μπορούσε να πει κανείς, παρέπεται ότι τέτοιος διαχωρισμός προϋποθέτει την γνωστοποίηση όσων αποτελούν προϊόν ΤΝ. Το ζήτημα αναμένεται σύντομα να συζητηθεί ενδελεχώς και να διαμορφωθεί θέση επ΄ αυτού.
Στο μεταξύ έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι για το θέμα μπορεί κανείς σήμερα να συναντήσει διαφορετικές προσεγγίσεις όχι μόνο ανά χώρα, αλλά και εντός της ίδιας χώρας23.
10. Συμπέρασμα
Η χρήση ΤΝ από τους δικηγόρους επαναθέτει βασικά ζητήματα δεοντολογίας, στα οποία προστίθενται και νέα, που δεν είχαν ως σήμερα αντιμετωπισθεί.
Το πλέγμα των σχετικών υποχρεώσεων διευρύνεται δε όλο και περισσότερο, αφού στα προαναφερόμενα πρέπει να προστεθούν και οι υποχρεώσεις που συνεπάγεται ειδικά για τους δικηγόρους η εφαρμογή στην πράξη των βασικών αρχών για την ΤΝ που αναγνωρίζονται πλέον ως κοινά αποδεκτές, όπως λ.χ. η αρχή του «ελέγχου από τον χρήστη» της CEPEJ ή η συναφής αρχή της ευθύνης της UNESCO, που προαναφέρθηκαν. Όπως βέβαια και οι υποχρεώσεις που τους βαραίνουν ευθέως από την AI Act, μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση γραμματισμού και ενημέρωσης του άρθρου 4, που επιβάλλει άμεσα την εκπαίδευση όλων στη χρήση των εργαλείων ΤΝ, με την σχετική ευθύνη ν’ αφορά και στους Δικηγορικούς Συλλόγους24.
Για όλα τα παραπάνω οι δικηγόροι οφείλουμε χωρίς καθυστέρηση να συμμορφωθούμε, λαμβάνοντας υπόψη, εκτός των άλλων, ότι σύμφωνα με τον Χάρτη Βασικών Αρχών του Ευρωπαϊκού Νομικού Επαγγέλματος «… ο δικηγόρος δεν πρέπει να κάνει τίποτα που να βλάπτει ούτε τη δική του φήμη, ούτε τη φήμη του επαγγέλματος στο σύνολό του και την εμπιστοσύνη του κοινού στο επάγγελμα». Για τον λόγο αυτόν, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε εθνικό, σε όλο τον κόσμο, οι θεσμικοί φορείς των δικηγόρων κινητοποιούνται25 προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η μετάβαση στην εποχή της ΤΝ θα γίνει σύμφωνα με τις αρχές του δικηγορικού επαγγέλματος και χωρίς να τραυματιστεί το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ανθρώπου για πρόσβαση στην Δικαιοσύνη, με όλες τις σχετικές εγγυήσεις που το διασφαλίζουν.
Η διαδικασία αυτής της συμμόρφωσης θα είναι σίγουρα επίπονη, ιδιαίτερα για τους παλαιότερους στο επάγγελμα, και διαρκής. Αποτελεί όμως και μια καλή ευκαιρία ν' ανακαλύψουμε εκ νέου την κεφαλαιώδη σημασία που έχουν για την απονομή της Δικαιοσύνης και, εν τέλει, για το κράτος δικαίου οι αρχές που καθορίζουν το δικηγορικό επάγγελμα, καθιστώντας το φύλακα του νομικού μας πολιτισμού.
- 1
Γενικά για την ΤΝ στην Δικαιοσύνη βλ. ενδεικτικά Λ. Μήτρου και Βασ. Καρακατζούνη στο «Μπορεί ο αλγόριθμος … να είναι ηθικός, να είναι δίκαιος, να είναι διαφανής, να δικάζει και να διοικεί;», (Παν. Εκδόσεις Κρήτης, 2023), Στ. Κοφίνη «Από την ψηφιακή δικαιοσύνη στον φηφιακό δικαστή: μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να αντικαταστήσει τους δικαστές;» (εισήγηση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, 2021), καθώς και, για μια διαφορετική προσέγγιση, Χρ. Σεβαστίδη, Αικ. Ντόκα, Ι. Ξυλιά «Τεχνητή Νοημοσύνη – Πρόοδος ή προαναγγελία ενός δυστοπικού μέλλοντος;» δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων την 17 Αυγούστου 2020.
Ειδικά για το ζήτημα της ηθικής στην χρήση ΤΝ στη Δικαιοσύνη βλ. Παν. Περάκη «Για μια ηθική Τεχνητή Νοημοσύνη στο πεδίο της Δικαιοσύνης» στη Μελέτη της διαΝΕΟσις «Τεχνητή Νοημοσύνη και Ηθική», Ιούνιος 2026 και Σπ. Τάσση στο προαναφερόμενο «Μπορεί ο αλγόριθμος …;».
- 2
Ευρωπαϊκός Χάρτης Δεοντολογίας σχετικά με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στα δικαστικά συστήματα και το περιβάλλον τους - European Ethical Charter on the use of artificial intelligence (AI) in judicial systems and their environment.
- 3
Οι άλλες τέσσερις αρχές είναι:
- Αρχή του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων (διασφάλιση ότι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή εργαλείων και υπηρεσιών ΤΝ είναι συμβατά με τα θεμελιώδη δικαιώματα)·
- Αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης (πρόληψη της ανάπτυξης ή της ενίσχυσης οποιασδήποτε διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ ατόμων ή ομάδων ατόμων)·
- Αρχή της ποιότητας και της ασφάλειας (επεξεργασία δικαστικών αποφάσεων και δεδομένων με χρήση πιστοποιημένων πηγών και άυλων δεδομένων με βάση μοντέλα που έχουν δημιουργηθεί με διεπιστημονικό τρόπο μέσα σε ένα ασφαλές τεχνολογικό περιβάλλον)·
- Αρχή της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της δίκαιης μεταχείρισης (καθιέρωση προσβάσιμων και κατανοητών μεθόδων επεξεργασίας δεδομένων, επιτρεπτό εξωτερικών ελέγχων).
- 4
Βλ. επίσης καιUNESCO Global Toolkit on AI and the Rule of Law for the Judiciary.
- 5
Βλ. Προοίμιο, σκέψη 6: «Λόγω του σημαντικού αντικτύπου που μπορεί να έχει η ΤΝ στην κοινωνία και δεδομένης της ανάγκης οικοδόμησης εμπιστοσύνης, έχει ζωτική σημασία η ΤΝ και το κανονιστικό της πλαίσιο να αναπτυχθούν με τρόπο σύμφωνο προς τις αξίες της Ένωσης, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, και, σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ, προς τον Χάρτη. Ως προαπαιτούμενο, η ΤΝ θα πρέπει να είναι μια τεχνολογία ανθρωποκεντρική. Θα πρέπει να χρησιμεύει σαν εργαλείο για τους ανθρώπους, με απώτατο στόχο την αύξηση της ανθρώπινης ευημερίας».
- 6
High-Level Expert Group on Artificial Intelligence, «Ethics Guidelines for Trustworthy AI», 2019.
- 7
Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός (βλ. άρθρο 6 § 2 και Παράρτημα ΙΙΙ, αριθ. 8 α) ορίζει ως υψηλού κινδύνου τα «συστήματα ΤΝ που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από δικαστική αρχή ή για λογαριασμό της για τη συνδρομή προς δικαστική αρχή κατά την έρευνα και την ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών και του νόμου και κατά την εφαρμογή του νόμου σε συγκεκριμένο σύνολο πραγματικών περιστατικών ή να χρησιμοποιηθούν με παρεμφερή τρόπο σε εναλλακτική επίλυση διαφορών». Το ποια συστήματα ακριβώς εντάσσονται στην παραπάνω πρόβλεψη και ποια όχι δεν είναι προφανές και θ΄ απαιτήσει εξειδικεύσεις. Συναφώς στο προοίμιο, σκέψη 61, αναφέρεται: «Ο χαρακτηρισμός συστημάτων ΤΝ ως υψηλού κινδύνου δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επεκταθεί σε συστήματα ΤΝ που προορίζονται για αμιγώς βοηθητικές διοικητικές δραστηριότητες οι οποίες δεν επηρεάζουν στην πράξη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως η ανωνυμοποίηση ή η ψευδωνυμοποίηση δικαστικών αποφάσεων, εγγράφων ή δεδομένων, η επικοινωνία μεταξύ των μελών του προσωπικού ή η εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων».
- 8
Για την συγκεκριμένη υπόθεση έχει υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ (C245/25), με αντικείμενο, εκτός των άλλων, να αποσαφηνισθεί αν ένα λογισμικό που παράγει αυτοματοποιημένα δεδομένα για τη σύνταξη πραγματογνωμοσύνης, η οποία προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την έκδοση δικαστικής απόφασης, εμπίπτει ή όχι στην έννοια των συστημάτων ΤΝ υψηλού κινδύνου του σημείου 8 του Παραρτήματος ΙΙΙ του AI Act.
- 9
Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης, που αποτελεί τον επίσημο φορέα εκπροσώπησης του δικηγορικού επαγγέλματος στην Ευρώπη, έχοντας ως μέλη του τους εθνικούς Δικηγορικούς Συλλόγους των 45 χωρών που συμμετέχουν (τακτικά μέλη είναι οι Δικ. Σύλλογοι των κρατών – μελών της ΕΕ), εκπροσωπώντας έτσι περίπου 1,1 εκ. δικηγόρους.
- 10
Βλ. χαρακτηριστικά Υπόθεση Michaud κατά Γαλλίας, ΕΔΔΑ, 2012, όπου ρητά αναγνωρίζεται ο θεμελιώδης ρόλος που επιτελούν οι δικηγόροι σε μια δημοκρατική κοινωνία.
- 11
Από τις Βασικές Αρχές για τον Ρόλο των Δικηγόρων του ΟΗΕ (United Nations Basic Principles on the Role of Lawyers) του 1990, έως την πολύ πρόσφατη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου (2025).
- 12
Για την Ελλάδα, ο Κώδικας αυτός εφαρμόζεται ευθέως στους Έλληνες δικηγόρους στον βαθμό που δεν περιέχει αντίθετες διατάξεις με τον ελληνικό Κώδικα περί Δικηγόρων.
- 13
Βλ. United Nations Basic Principles on the Role of Lawyers, όπου αναφέρεται και ο κρίσιμος ρόλος των Δικηγορικών Συλλόγων να τηρούν τα επαγγελματικά πρότυπα, με ειδικές διατάξεις για τη δεοντολογία και για τις πειθαρχικές διαδικασίες.
- 14
Βλ. «Οδηγίες CCBE για τη χρήση υπηρεσιών Cloud Computing από δικηγόρους».
- 15
Βλ. Οδηγό CCBE για τη χρήση διαδικτυακών νομικών πλατφορμών (29 Ιουνίου 2018).
- 16
Βλ. Χάρτη Βασικών Αρχών του Ευρωπαϊκού Νομικού Επαγγέλματος, αρχή επαγγελματικής επάρκειας: «Ένας δικηγόρος θα πρέπει να γνωρίζει τα οφέλη και τους κινδύνους της χρήσης σχετικών τεχνολογιών στην πρακτική του».
- 17
Για το θέμα των μεροληψιών και των προκαταλήψεων βλ. Η. Κωστή στο προαναφερθέν «Μπορεί ο αλγόριθμος…;».
- 18
Για το ζήτημα της διαφάνειας βλ. Α. Βόρρα στο προαναφερθέν «Μπορεί ο αλγόριθμος …;».
- 19
«Τα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικά όσον αφορά πολλαπλές μορφές κακής συμπεριφοράς που σχετίζονται με την AI, συμπεριλαμβανομένων: της υποβολής πλαστών αποδεικτικών στοιχείων, ανύπαρκτων νομικών αναφορών ή περιεχομένου που δημιουργήθηκε από AI που δεν έχει επαρκώς ελεγχθεί από κατάλληλους επαγγελματίες· των προσπαθειών χειραγώγησης συστημάτων AI μέσω κρυφών εντολών ή οδηγιών ενσωματωμένων στα έγγραφα, όπως αόρατο κείμενο, ασυνήθιστη μορφοποίηση ή μικροσκοπικές ενσωματωμένες οδηγίες σχεδιασμένες για να υπονομεύσουν την ανάλυση με τη βοήθεια AI· και της χρήσης γενετικής τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία πλαστών βίντεο».
- 20
Στις ΗΠΑ πολλοί ομοσπονδιακοί δικαστές έχουν εκδώσει μόνιμες εντολές που απαιτούν την αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με την χρήση ΤΝ στα δικαστήρια, ενώ ορισμένοι, όπως λχ στη Βόρεια Περιφέρεια της Καλιφόρνια, έχουν ορίσει συγκεκριμένες λεπτομερείς απαιτήσεις.
- 21
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του Δικαστηρίου Κτηματολογικών Διαφορών του Ontario (Ontario Land Tribunal) στον Καναδά, όπου υπάρχει Οδηγός για την Χρήση ΤΝ στις δικαστικές διαδικασίες. Ο Οδηγός αυτός, μετά από την τελευταία αναθεώρησή του την 29.1.2025, προβλέπει ότι από την 30.3.2026 οι διάδικοι πρέπει να υποβάλλουν μια Δήλωση για την χρήση ΤΝ. Ειδικότερα προβλέπεται ότι: «Ενώ το Δικαστήριο δεν απαγορεύει τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) για την δημιουργία ή παραγωγή περιεχομένου σε ένα έγγραφο που προετοιμάζεται για σκοπούς διαδικασίας, τα άτομα υποχρεούνται να γνωστοποιούν οποιαδήποτε τέτοια χρήση της AI μέσω δήλωσης». Και συνεχίζει σημειώνοντας ότι: «Η πρώτη παράγραφος κάθε εγγράφου στο οποίο χρησιμοποιήθηκε ΤΝ για τη δημιουργία ή παραγωγή περιεχομένου πρέπει να περιέχει την εξής δήλωση: Τεχνητή νοημοσύνη (AI) χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία περιεχομένου σε αυτό το έγγραφο [στις παραγράφους x έως ψ]. Όλο το περιεχόμενο που δημιουργήθηκε από την ΤΝ, καθώς και η αυθεντικότητα όλων των πηγών που αναφέρονται σε αυτό το έγγραφο, έχει εξεταστεί και επαληθευτεί από [συμπεριλάβετε το όνομα του ατόμου].» Τέτοια δήλωση απαιτείται μόνον όταν χρησιμοποιείται Παραγωγική ΤΝ για την δημιουργία περιεχομένου σ΄ ένα έγγραφο. Δεν απαιτείται δήλωση εάν η ΤΝ χρησιμοποιήθηκε μόνο για να προτείνει αλλαγές ή να αξιολογήσει περιεχόμενο που ήδη δημιουργήθηκε από έναν άνθρωπο, ο οποίος στη συνέχεια εξέτασε και υλοποίησε χειροκίνητα τις αλλαγές.
- 22
Βλ. CCBE CONSIDERATIONS ON THE LEGAL ASPECTS OF ARTIFICIAL INTELLIGENCE, 2020.
- 23
Χαρακτηριστική η περίπτωση της Αυστραλίας, όπου σε κάποια δικαστήρια (the Supreme Court, Land and Environment Court και District Courts) έχουν θεσπιστεί απαγορεύσεις χρήσεις ΤΝ για ορισμένες πράξεις, ενώ για τις υπόλοιπες απαιτείται γνωστοποίηση τυχόν χρήσης της, σε άλλα προβλέπεται ότι για ορισμένες πράξεις (όπως για σύνταξη περιεχομένου πραγματογνωμοσύνης) η χρήση ΤΝ είναι επιτρεπτή μόνο μετά από άδεια του δικαστηρίου (αυτή είναι η θέση και του Ομοσπονδιακού δικαστηρίου), ενώ, τέλος, σε άλλα δικαστήρια (Victoria) συστήνεται απλώς η αυξημένη επιμέλεια –«particular caution»- στη χρήση εργαλείων ΤΝ χωρίς συγκεκριμένους περιορισμούς ή υποχρεώσεις.
- 24
Άρθρο 4 AI Act -Γραμματισμός στον τομέα της ΤΝ: «Οι πάροχοι και οι φορείς εφαρμογής συστημάτων ΤΝ λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό επαρκές επίπεδο γραμματισμού στον τομέα της ΤΝ για το προσωπικό τους και άλλα πρόσωπα που ασχολούνται με τη λειτουργία και τη χρήση συστημάτων ΤΝ για λογαριασμό τους, συνεκτιμώντας τις τεχνικές γνώσεις, την εμπειρία, την εκπαίδευση και την κατάρτισή τους και το πλαίσιο στο οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθούν τα συστήματα ΤΝ και λαμβάνοντας υπόψη τα πρόσωπα ή τις ομάδες προσώπων για τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν τα συστήματα ΤΝ».
- 25
Βλ. CCBE Guide on the use of AI-based tools by lawers and law firms in the EU (2022), CCBE Guide on the use of generative AI by lawyers (2025), American Bar Association’s ethics opinion on the responsibilities of lawyers using generative AI (2024), Conseil National de Barreaux, Groupe de travail Legaltech, κ.λπ.