ΕΔΔΑ 51775/2021/4.6.2026, «Η κριτική σε δικαστές από δικηγόρους. Ελευθερία της έκφρασης. Η εξέλιξη της νομολογίας του ΕΔΔΑ», Σχόλιο Β. Χειρδάρης
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Απόφαση Δικαστηρίου της 4.6.2026
(Αριθ. προσφ. 51775/2021)
Υπόθεση Raspović
κατά
Κροατίας
Πρόεδρος: Artūrs Kučs
Μέλη: D. Derenčinović, Α. Adamska-Gallant
Ελευθερία έκφρασης δικηγόρου. Κριτική κατά δικαστή. Ασέβεια προς το δικαστήριο. Πρόστιμα για επιτιμητικές εκφράσεις σε δικόγραφα. Διάκριση μεταξύ κριτικής και ύβρεως. Σημασία του πλαισίου και του βήματος (forum) διατύπωσης. Αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect). Αναγκαιότητα σε δημοκρατική κοινωνία.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι η επιβολή προστίμων για ασέβεια προς το δικαστήριο σε δικηγόρο, εξαιτίας επικριτικών δηλώσεων που διατύπωσε σε βάρος δικαστή σε δικόγραφα ενδίκων μέσων που άσκησε για λογαριασμό της εντολέως της, συνιστούσε επέμβαση στην ελευθερία έκφρασής της μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να εντάξουν τις δηλώσεις στο πλαίσιο και στο βήμα εντός του οποίου διατυπώθηκαν και ότι, μολονότι διατυπωμένες με «καυστικό τόνο», οι επικρίσεις δεν αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην προσβολή του δικαστηρίου, ώστε να διακρίνονται από την ύβρη. Υπενθύμισε ότι τα δικαστήρια, όπως κάθε δημόσιος θεσμός, δεν είναι απρόσβλητα από κριτική και έλεγχο, και ότι τα δύο πρόστιμα — αν και δεν είχαν καταβληθεί — δεν ήταν αμελητέα, δεδομένου ότι παρέμεναν νομικά εκτελεστά (Άρθρο 10 ΕΣΔΑ).
Η απόφαση
«(….)
Η προσφυγή αφορά την επιβολή προστίμου στην προσφεύγουσα για περιφρόνηση προς το δικαστήριο (contempt of court), εξαιτίας δηλώσεων που διατύπωσε με την ιδιότητά της ως δικηγόρου.
Η προσφεύγουσα είναι δικηγόρος και εκπροσώπησε εντολέα της σε αστική δίκη ενώπιον του Δημοτικού Δικαστηρίου της Ζαντάρ. Επί της υποθέσεως δίκασε ο δικαστής M.P., ο οποίος εξέδωσε απόφαση που απέρριψε την αγωγή που είχε ασκήσει η εντολέας της προσφεύγουσας.
Στις 27 Ιουνίου 2019 η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Δημοτικού Δικαστηρίου της Ζαντάρ, με την οποία επέκρινε, μεταξύ άλλων, την κατ' αυτήν παρατεταμένη αδράνεια του δικαστή M.P. Τον κατηγόρησε ότι «προφανώς δεν είχε όρεξη να κάνει τη δουλειά του» και ότι «δεν διάβαζε σωστά και δεν έβλεπε την επισήμανση [των εναγομένων] στο δικόγραφο της αγωγής, πράγμα που αποτελεί πρόβλημα του δικαστηρίου και όχι του ενάγοντος».
Στις 9 Ιουλίου 2019 ο δικαστής M.P. επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο 3.000 κροατικών κούνα (HRK — ισοδύναμο περίπου με 400 ευρώ) για ασέβεια προς το δικαστήριο, εξαιτίας των δηλώσεων που είχε διατυπώσει στην έφεση. Παραπέμποντας στο άρθρο 110 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο έκρινε ότι η επικοινωνία της προσφεύγουσας με το δικαστήριο υπήρξε ανάρμοστη. Σημείωσε ότι το προβλεπόμενο πρόστιμο κυμαινόταν από 500 έως 10.000 HRK και ότι πρόστιμο 3.000 HRK ήταν επαρκές υπό τις περιστάσεις.
Στις 25 Ιουλίου 2019 η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης. Υπογράμμισε ότι είχε απλώς επικρίνει το έργο του δικαστή. Επέμεινε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο δικαστής «δεν έκανε τη δουλειά του», «δεν έκανε απολύτως τίποτε σε [εκείνο το] δικαστήριο» και ότι «είχε καταχραστεί την εξουσία του». Έγραψε (σε μετάφραση από τα κροατικά, με διατήρηση της αρχικής χρήσης κεφαλαίων):
«... Εάν αυτός ο δικαστής κάνει τη δουλειά του (και δεν την κάνει), ΤΟΤΕ ΘΑ ΧΑΡΩ ΝΑ ΔΩΡΙΣΩ ΤΙΣ 3.000 HRK ΣΤΟΝ ΚΡΑΤΙΚΟ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ, ΕΦΟΣΟΝ ΤΑ ΠΟΣΑ ΑΥΤΑ ΑΝΑΔΙΑΝΕΜΗΘΟΥΝ ΑΜΕΣΩΣ ΩΣ ΚΙΝΗΤΡΟ ΣΤΟΝ [ΔΙΚΑΣΤΗ M.P.] ΥΠΟ ΜΟΡΦΗ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟ ΕΡΓΟ ... ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΤΑΝΙΩΣΩ ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΣΑ ΤΙΣ 3.000 HRK. Ωστόσο, ακόμη και αν μου είχε επιβάλλει το ανώτατο πρόστιμο, αυτό δεν θα άλλαζε το γεγονός, την πραγματικότητα και την αλήθεια ότι αυτός ο δικαστής δεν κάνει απολύτως τίποτε σε [εκείνο το] δικαστήριο ... με αποτέλεσμα ο Πρόεδρος του δικαστηρίου να αποφορτίζει το [δικαστή M.P.] και να αναθέτει τις υποθέσεις αυτές σε άλλους δικαστές. Τι υποδηλώνει αυτό; Ότι ο δικαστής κάνει τη δουλειά του ή όχι;;; ... Ο [δικαστής M.P.] καταχράστηκε την εξουσία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως δικαστή. Δεν εργάζεται επί των υποθέσεων που του ανατίθενται ...».
Στις 26 Ιουλίου 2019 το Δημοτικό Δικαστήριο της Ζαντάρ, διά του δικαστή M.P., επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο για ασέβεια προς το δικαστήριο εξαιτίας των δηλώσεων που είχε διατυπώσει στην έφεση κατά της απόφασης της 9ης Ιουλίου 2019. Το πρόστιμο ανήλθε σε 10.000 HRK (ισοδύναμο περίπου με 1.330 ευρώ). Κατά την επιβολή του προστίμου, το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι στην προσφεύγουσα είχε ήδη επιβληθεί πρόστιμο για παρόμοια συμπεριφορά, πλην όμως είχε συνεχίσει να προσβάλλει το δικαστήριο και είχε δηλώσει ότι δεν θα σταματούσε ακόμη και αν της επιβαλλόταν η ανώτατη ποινή.
Στις 30 Ιανουαρίου 2020 το περιφερειακό Δικαστήριο του Όσιγιεκ απέρριψε την έφεση της προσφεύγουσας ως αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση της 9ης Ιουλίου 2019. Την ίδια ημέρα, το περιφερειακό Δικαστήριο του Όσιγιεκ μεταρρύθμισε την απόφαση της 26ης Ιουλίου 2019 και μείωσε το πρόστιμο σε 4.000 HRK (ισοδύναμο περίπου με 530 ευρώ).
Στις 18 Μαρτίου 2020 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αδείας ασκήσεως αναιρέσεως κατά αμφοτέρων των αποφάσεων … η οποία κρίθηκε απαράδεκτη από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 28 Ιουλίου 2020.
Στις 20 Μαρτίου 2020 η προσφεύγουσα άσκησε συνταγματική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου ….
Στις 2 Ιουνίου 2021 το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την συνταγματική προσφυγή της προσφεύγουσας. Παρέπεμψε στις αρχές που έχουν διαμορφωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 10 της Σύμβασης και έκρινε ότι η επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να θεωρηθεί δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό — δηλαδή τη διατήρηση του κύρους της δικαιοσύνης και τον σεβασμό προς το δικαστήριο. Η γλώσσα που χρησιμοποίησε η προσφεύγουσα υπονοούσε ότι ο δικαστής ήταν ανεπαρκής στο έργο του, πράγμα που δεν μπορούσε να θεωρηθεί πρόσφορος τρόπος διατύπωσης αντιρρήσεων ως προς τη φερόμενη ως υπερβολική διάρκεια της αστικής δίκης. Επιπλέον, η επιβολή προστίμων στην προσφεύγουσα δεν είχε δημιουργήσει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στη δυνατότητά της να χρησιμοποιεί θεμιτά μέσα για την προστασία των δικαιωμάτων των εντολέων της στο μέλλον.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 2020 ο Δικηγορικός Σύλλογος της Κροατίας κίνησε πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της προσφεύγουσας για σοβαρή παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος και, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες που παρέσχαν οι διάδικοι, η διαδικασία αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Η προσφεύγουσα παραπονέθηκε, βάσει του άρθρου 10 της Σύμβασης, ότι τα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν είχαν επέμβει στην ελευθερία έκφρασής της, δεν είχαν νομική βάση, δεν επιδίωκαν θεμιτό σκοπό και δεν ήταν αναγκαία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε εκφράσει κριτική για το έργο του εν λόγω δικαστή, χωρίς όμως πρόθεση να τον προσβάλλει, και ότι τα πρόστιμα είχαν αποτρεπτικό αποτέλεσμα σε βάρος της.
Εκτίμηση του δικαστηρίου
Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι αποκλειστική πρόθεση των δηλώσεων της προσφεύγουσας ήταν να προσβάλλει τον δικαστή M.P. και τα δικαστήρια και ότι, ως εκ τούτου, η υπό κρίση καταγγελία έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη ως ασυμβίβαστη ratione materiae με το άρθρο 10 της Σύμβασης. Η Κυβέρνηση υποστήριξε περαιτέρω ότι η προσφεύγουσα δεν υπήρξε θύμα παραβίασης και ότι δεν είχε υποστεί σημαντικό μειονέκτημα, δεδομένου ότι ουδέποτε κατέβαλε τα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενστάσεις αυτές συνδέονται στενά με την ουσία της καταγγελίας της προσφεύγουσας βάσει του άρθρου 10 και, ως εκ τούτου, τις συνεξετάζει με την ουσία. Το Δικαστήριο σημειώνει περαιτέρω ότι η καταγγελία αυτή δεν είναι ούτε προδήλως αβάσιμη, ούτε απαράδεκτη για οποιονδήποτε άλλο λόγο από τους απαριθμούμενους στο άρθρο 35 της Σύμβασης. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί παραδεκτή.
Έχοντας υπόψη τη νομολογία του επί του ζητήματος (βλ. για παράδειγμα, Radobuljac κατά Κροατίας, αριθ. 51000/11, §§ 51-52, 28 Ιουνίου 2016, και τις εκεί παρατιθέμενες υποθέσεις), το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή προστίμου στην προσφεύγουσα για ασέβεια προς το δικαστήριο συνιστούσε επέμβαση στο δικαίωμά της στην ελευθερία έκφρασης. Η επέμβαση αυτή προβλεπόταν από τον νόμο, ήτοι από το άρθρο 110 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και επιδίωκε τον θεμιτό σκοπό της διατήρησης του κύρους της δικαιοσύνης κατά την έννοια του άρθρου 10 § 2 της Σύμβασης (βλ., mutatis mutandis, Radobuljac, ό.π., § 53). Απομένει, επομένως, να εξεταστεί εάν η επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» κατά την έννοια του άρθρου 10 της Σύμβασης.
Οι γενικές αρχές για την εκτίμηση της αναγκαιότητας μιας επέμβασης στην άσκηση της ελευθερίας έκφρασης σε υποθέσεις ασέβειας προς το δικαστήριο επαναλήφθηκαν στις υποθέσεις Pisanski κατά Κροατίας (αριθ. 28794/18, § 69, 4 Ιουνίου 2024) και Radobuljac (ό.π., §§ 56-61).
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι παρόμοια με την υπόθεση Radobuljac (ό.π.), όπου ο προσφεύγων είχε τιμωρηθεί για ασέβεια προς το δικαστήριο και διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 10, διότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν λάβει δεόντως υπόψη το περιεχόμενο και το πλαίσιο των δηλώσεων. Ομοίως, στην παρούσα υπόθεση, τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να εντάξουν τις δηλώσεις της προσφεύγουσας στο πλαίσιο και στο βήμα (forum) εντός του οποίου είχαν διατυπωθεί. Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η προσφεύγουσα διατύπωσε τις επίμαχες δηλώσεις στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, στην οποία είχε ασκήσει έφεση κατά απόφασης που απέρριπτε την αγωγή της εντολέως της (βλ. ανωτέρω σκέψη 3). Οι λοιπές δηλώσεις της διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορούσε το πρόστιμο και απέβλεπαν στη δικαιολόγηση της γλώσσας που είχε χρησιμοποιηθεί στην ανωτέρω έφεση (βλ. ανωτέρω σκέψη 5). Οι δηλώσεις της αποτελούσαν, επομένως, μέρος της εσωτερικής επικοινωνίας μεταξύ αυτής, ως δικηγόρου, και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την οποία το ευρύ κοινό αγνοούσε, και απέβλεπαν στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εντολέως της (βλ. Radobuljac, ό.π., § 62, και τις εκεί παρατιθέμενες υποθέσεις, πρβλ. Rogalski κατά Πολωνίας, αριθ. 5420/16, § 47, 23 Μαρτίου 2023).
Συναφώς, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι τα δικαστήρια, όπως όλοι οι λοιποί δημόσιοι θεσμοί, δεν είναι απρόσβλητα από κριτική και έλεγχο (βλ. Skałka κατά Πολωνίας, αριθ. 43425/98, § 34, 27 Μαΐου 2003). Ωστόσο, πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ κριτικής και ύβρεως. Στην παρούσα υπόθεση, οι δηλώσεις της προσφεύγουσας καταδεικνύουν ότι παραπονείτο για τη φερόμενη ως υπερβολική διάρκεια της αστικής δίκης (βλ. ανωτέρω σκέψεις 3 και 5). Προσκόμισε δικαιολογητικά έγγραφα από τα οποία προέκυπτε ότι είχε ασκήσει διάφορα μέσα επιτάχυνσης στην αστική δίκη, τα οποία, κατά την άποψή της, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δέχεται το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, σε αμφότερες τις εφέσεις της, εξακολούθησε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο διεξαγωγής της εγχώριας διαδικασίας. Μολονότι είναι αληθές ότι οι επίμαχες δηλώσεις διατυπώθηκαν με «καυστικό τόνο», η χρήση τέτοιας γλώσσας κατά τον σχολιασμό της απονομής της δικαιοσύνης έχει κριθεί συμβατή με το άρθρο 10 (βλ. Pisanski, ό.π., § 71, και Čeferin κατά Σλοβενίας, αριθ. 40975/08, § 61, 16 Ιανουαρίου 2018, και τις εκεί παρατιθέμενες υποθέσεις). Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με το συμπέρασμα των εθνικών δικαστηρίων, σημειώνοντας ότι οι δηλώσεις της προσφεύγουσας, αν και έντονα διατυπωμένες, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι απέβλεπαν αποκλειστικά στην προσβολή του δικαστηρίου (βλ. a fortiori, Čeferin, ό.π., § 59, και Radobuljac, ό.π., § 66, αντιθέτως, Žugić κατά Κροατίας, αριθ. 3699/08, § 47, 31 Μαΐου 2011). Κατά συνέπεια, η ένσταση ratione materiae της Κυβέρνησης (βλ. ανωτέρω σκέψεις 15-16) πρέπει να απορριφθεί (αντιθέτως, Rujak κατά Κροατίας (dec.), αριθ. 57942/ 10, §§ 25-31, 2 Οκτωβρίου 2012).
Τέλος, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι στην προσφεύγουσα επιβλήθηκαν δύο πρόστιμα, το πρώτο ύψους 3.000 HRK και το δεύτερο ύψους 4.000 HRK (περίπου 400 και 530 ευρώ), τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν αμελητέα, ιδίως δεδομένου ότι το προβλεπόμενο ποσό κυμαίνεται μεταξύ 500 και 10.000 HRK (περίπου 66 και 1.330 ευρώ) (βλ. ανωτέρω σκέψη 4). Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν είχε ακόμη καταβάλει τα πρόστιμα δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι τα πρόστιμα είχαν επιβληθεί τυπικά και παραμένουν νομικά εκτελεστά. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο απορρίπτει επίσης τις ενστάσεις της Κυβέρνησης ότι η προσφεύγουσα δεν υπήρξε θύμα παραβίασης ή ότι δεν υπέστη σημαντικό μειονέκτημα (βλ. ανωτέρω σκέψεις 15-16).
Οι ανωτέρω σκέψεις αρκούν ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα εθνικά δικαστήρια υπερέβησαν αυτό που θα συνιστούσε «αναγκαίο» περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης της προσφεύγουσας.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι συντρέχει παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση. (….)».
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Έκρινε επίσης ότι η διαπίστωση της παραβίασης συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για κάθε ηθική βλάβη που υπέστη η προσφεύγουσα.
ΣΧΟΛΙΟ
Η κριτική σε δικαστές από δικηγόρους. Ελευθερία της έκφρασης. Η εξέλιξη της νομολογίας του ΕΔΔΑ
Η απόφαση Raspović κατά Κροατίας προστίθεται σε μια ήδη διαμορφωμένη, αλλά διαρκώς εξελισσόμενη, νομολογία του ΕΔΔΑ για την ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων όταν αυτοί ασκούν κριτική σε δικαστές ή στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης. Η σημασία της δεν έγκειται στην αναγνώριση μιας απεριόριστης «ασυλίας ύφους» υπέρ των δικηγόρων, αλλά στην επαναβεβαίωση ότι η δικηγορική έκφραση, όταν συνδέεται λειτουργικά με την υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα, απολαύει αυξημένης προστασίας. Το κύρος της δικαιοσύνης προστατεύεται, αλλά δεν ταυτίζεται με την προστασία των δικαστών από κάθε αιχμηρή, υπερβολική ή δυσάρεστη κριτική.
Στην υπόθεση, η προσφεύγουσα δικηγόρος είχε ασκήσει, στο πλαίσιο ένδικων βοηθημάτων, σκληρή κριτική κατά δικαστή του Δημοτικού Δικαστηρίου Ζαντάρ, αποδίδοντάς του ουσιαστικά αδράνεια και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. Για τις εκφράσεις αυτές της επιβλήθηκαν δύο χρηματικές ποινές για προσβολή του δικαστηρίου, η πρώτη ύψους 3.000 κροατικών κουνών και η δεύτερη, μετά από μείωση, ύψους 4.000 κουνών. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι υπήρξε επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης, ότι η επέμβαση προβλεπόταν από τον νόμο και επιδίωκε τον θεμιτό σκοπό της διατήρησης του κύρους της δικαστικής εξουσίας, αλλά έκρινε ότι δεν ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».
Το αποφασιστικό στοιχείο της κρίσης του Δικαστηρίου ήταν η αποτυχία των εθνικών δικαστηρίων να εντάξουν τις επίμαχες δηλώσεις στο πραγματικό, δικονομικό και λειτουργικό τους πλαίσιο. Οι δηλώσεις δεν είχαν γίνει σε τηλεοπτική εκπομπή, σε δημόσια ανάρτηση ή σε δημοσιογραφική συνέντευξη, αλλά σε δικόγραφα και σε εσωτερική επικοινωνία με δικαστικά όργανα, στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας και με σκοπό την υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: άλλο είναι η δημόσια, εκτός δίκης, προσωπική επίθεση κατά δικαστή και άλλο η οξεία, ακόμη και υπερβολική, δικονομική κριτική για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται μια υπόθεση.
1. Η ένταση υου ύφους των δηλώσεων και το πλαίσιο που γίνονται
Η Raspović επαναφέρει στο προσκήνιο μια βασική αρχή του άρθρου 10 ΕΣΔΑ: η ένταση του ύφους δεν αρκεί από μόνη της για να νομιμοποιήσει κύρωση σε βάρος δικηγόρου. Το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το περιεχόμενο, το πλαίσιο, τον αποδέκτη, τον σκοπό, τη σύνδεση με την υπόθεση, την ύπαρξη πραγματικής βάσης και την αναλογικότητα της κύρωσης. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι οι επίμαχες εκφράσεις ήταν καυστικές, αλλά δεν ήταν αποκλειστικά υβριστικές. Αποτελούσαν διαμαρτυρία για την καθυστέρηση και την αδράνεια της διαδικασίας, δηλαδή για ζήτημα που συνδεόταν άμεσα με το δικαίωμα του διαδίκου σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τα πειθαρχικά και δικονομικά συστήματα που επιβάλλουν κυρώσεις σε δικηγόρους για «απρεπείς», «προσβλητικές» ή «ανάρμοστες» εκφράσεις. Το ΕΔΔΑ δεν αρνείται ότι ο δικηγόρος έχει καθήκον αξιοπρέπειας, ευπρέπειας και σεβασμού προς τη δικαιοσύνη. Αρνείται όμως να δεχθεί ότι το καθήκον αυτό μπορεί να λειτουργεί ως γενική ρήτρα φίμωσης κάθε έντονης κριτικής. Η εξουσία του δικαστή να διαφυλάσσει την τάξη και το κύρος της διαδικασίας πρέπει να ασκείται με αυξημένη αυτοσυγκράτηση, ιδίως όταν ο δικηγόρος ενεργεί ως συνήγορος και όχι ως ιδιώτης σχολιαστής.
2. Η νομολογία του ΕΔΔΑ για την ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων
Η απόφαση εντάσσεται στην ίδια νομολογιακή γραμμή με τη Radobuljac κατά Κροατίας1, όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε δικηγόρο για δηλώσεις περί άσκοπης ή αναποτελεσματικής διεξαγωγής της διαδικασίας παραβίασε το άρθρο 10, διότι τα εθνικά δικαστήρια δεν συνεκτίμησαν επαρκώς το περιεχόμενο και το πλαίσιο των δηλώσεων. Η Raspović μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια και εξειδίκευση αυτής της νομολογίας: όταν η κριτική αφορά τη διαχείριση της υπόθεσης από το δικαστήριο και προβάλλεται με δικονομικό τρόπο, η κύρωση απαιτεί ιδιαίτερα πειστική αιτιολογία.
Στη Nikula κατά Φινλανδίας, το ΕΔΔΑ είχε διατυπώσει μια από τις σημαντικότερες αρχές για τον υπερασπιστή: είναι σύμφυτο με τη δίκαιη δίκη ότι ο συνήγορος πρέπει να μπορεί, όταν το απαιτεί το συμφέρον του εντολέα, να ασκεί κριτική στις ενέργειες των δικαστικών ή εισαγγελικών αρχών χωρίς τον φόβο ποινικής ή πειθαρχικής τιμωρίας. Η υπόθεση αφορούσε εισαγγελέα και όχι δικαστή, αλλά η αρχή είναι γενική: η υπεράσπιση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν ο δικηγόρος λειτουργεί υπό τη διαρκή απειλή κύρωσης για κάθε έντονη διατύπωση.
Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης στην Morice κατά Γαλλίας2 αναγνώρισε ότι οι δικηγόροι έχουν ειδικό ρόλο ως μεσολαβητές μεταξύ δικαιοσύνης και κοινού, αλλά και δικαίωμα συμμετοχής σε δημόσιο διάλογο για τη λειτουργία της δικαιοσύνης, ιδίως όταν η κριτική έχει πραγματική βάση και αφορά ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος. Το ΕΔΔΑ δεν δέχθηκε ότι η ύπαρξη έντασης ή παλαιότερης αντιδικίας μεταξύ δικηγόρου και δικαστών αρκεί για να μετατρέψει την κριτική σε προσωπική επίθεση στερούμενη προστασίας.
Αντίστοιχα, στην Čeferin κατά Σλοβενίας3, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε δικηγόρο για ιδιαίτερα αιχμηρές εκφράσεις κατά πραγματογνωμόνων στο πλαίσιο ποινικής δίκης παραβίασε το άρθρο 10. Η απόφαση έχει σημασία διότι δέχεται ότι ακόμη και ο «καυστικός τόνος» μπορεί να είναι συμβατός με την ΕΣΔΑ, όταν η έκφραση παραμένει συνδεδεμένη με την υπεράσπιση και δεν εκτρέπεται σε απλή εξύβριση.
Στην Bono κατά Γαλλίας, το ΕΔΔΑ έκρινε δυσανάλογη την πειθαρχική κύρωση σε δικηγόρο που, στο πλαίσιο υπεράσπισης, είχε αποδώσει σε ανακριτές συνενοχή στη χρήση αποδεικτικών στοιχείων που φέρονταν να είχαν αποκτηθεί με βασανιστήρια. Η απόφαση αναδεικνύει ότι ακόμη και εξαιρετικά βαριές αιτιάσεις κατά δικαστικών λειτουργών μπορούν να προστατεύονται, εφόσον εντάσσονται στη λογική της υπεράσπισης, έχουν επαρκές έρεισμα και δεν είναι αμιγώς προσωπική δυσφήμηση.
Η νομολογία όμως δεν είναι μονοσήμαντη υπέρ των δικηγόρων. Στη Schöpfer κατά Ελβετίας, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι ο δικηγόρος μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς όταν επιλέγει δημόσια καταγγελία χωρίς να έχει χρησιμοποιήσει προηγουμένως τα κατάλληλα δικονομικά μέσα. Το όριο, επομένως, δεν είναι ανύπαρκτο. Η προστασία είναι ισχυρότερη όταν η κριτική διατυπώνεται μέσα στη διαδικασία και για τις ανάγκες της διαδικασίας· αποδυναμώνεται όταν μετατρέπεται σε εξωδικαστική προσωπική επίθεση χωρίς επαρκή πραγματική βάση.
3. Οι διεθνείς αρχές: δικηγορική ανεξαρτησία και προστασία από κυρώσεις
Η ίδια κατεύθυνση αποτυπώνεται και στις Βασικές Αρχές των Ηνωμένων Εθνών4 για τον ρόλο των Δικηγόρων. Η Αρχή 23 αναγνωρίζει ότι οι δικηγόροι, όπως και οι λοιποί πολίτες, έχουν ελευθερία έκφρασης, πεποιθήσεων, συνάθροισης και συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν το δίκαιο, την απονομή της δικαιοσύνης και την προαγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι ενεργούν σύμφωνα με τον νόμο και τους αναγνωρισμένους κανόνες δεοντολογίας (ohchr.org).
Η Διαμερικανική νομολογία κινείται σε παρόμοια λογική. Στην υπόθεση Tristán Donoso κατά Παναμά, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η ποινική κύρωση σε βάρος δικηγόρου για δηλώσεις που αφορούσαν δημόσιο λειτουργό ήταν δυσανάλογη και είχε αποτρεπτικό αποτέλεσμα στην ελευθερία έκφρασης. Η απόφαση είναι χρήσιμη συγκριτικά διότι συνδέει ευθέως την ποινικοποίηση της δικηγορικής κριτικής με τον κίνδυνο αυτολογοκρισίας.
4. Συγκριτικό δίκαιο
Στη Γερμανία, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα αυστηρή προσέγγιση ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκφρασης ως Schmähkritik, δηλαδή ως υβριστικής κριτικής που απογυμνώνεται από προστασία. Στην απόφαση της 14.6.2019, 1 BvR 2433/17, κρίθηκε ότι ακόμη και έντονα πολεμικές αναφορές κατά δικαστή εμπίπτουν στο άρθρο 5 § 1 του Θεμελιώδους Νόμου, όταν έχουν πραγματική σύνδεση με τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας. Η γερμανική προσέγγιση συγκλίνει με τη Raspović: η ύπαρξη ουσιαστικού δεσμού με την υπόθεση εμποδίζει την εύκολη μετατροπή της κριτικής σε «απλή ύβρη» (bundesverfassungsgericht.de). Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η απόφαση BVerfG 1 BvR 2646/15, όπου το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εσφαλμένη υπαγωγή μιας δήλωσης στην κατηγορία της Schmähkritik συρρικνώνει αδικαιολόγητα την ελευθερία έκφρασης. Για το γερμανικό συνταγματικό δίκαιο, η προσωπική οξύτητα δεν αρκεί, απαιτείται η προσβολή του προσώπου να έχει αποσπασθεί πλήρως από κάθε πραγματική ή θεσμική αντιπαράθεση. (bundesverfassungsgericht.de)
Στη Γαλλία, η Cour de cassation έχει διατυπώσει με σαφήνεια τη διπλή αρχή: ο δικηγόρος έχει δικαίωμα να επικρίνει τη λειτουργία της δικαιοσύνης και τη συμπεριφορά συγκεκριμένου δικαστή, αλλά η ελευθερία του δεν εκτείνεται σε βίαιες προσωπικές επιθέσεις που εκφράζουν προσωπική εχθρότητα και θίγουν την ηθική ακεραιότητα του δικαστή. Η θέση αυτή διατυπώθηκε στην απόφαση της 4.5. 2012, pourvoi n° 11-30.193 (courdecassation.fr). Μετά την απόφαση Morice του ΕΔΔΑ, η γαλλική Assemblée plénière, με την απόφαση της 16.12.2016, pourvoi n° 08-86. 295, προσαρμόσθηκε εμφανώς στη νομολογία του Στρασβούργου, αναγνωρίζοντας ότι η κριτική δικηγόρου κατά δικαστικών λειτουργών μπορεί να καλύπτεται από το άρθρο 10 όταν αφορά ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος, διαθέτει επαρκή πραγματική βάση και δεν ανάγεται σε καθαρή προσωπική εμπάθεια (legifrance.gouv.fr).
Στην Αγγλία και Ουαλία, η παλαιά common law παράβαση του scandalising the court, που επέτρεπε κυρώσεις για δημοσιεύματα ή δηλώσεις υπονομευτικές του κύρους της δικαιοσύνης, είχε κλασικό σημείο αναφοράς την υπόθεση R v Gray του 1900, όπου τιμωρήθηκε «χονδροειδής προσωπική κακολογία» κατά δικαστή. Η μεταγενέστερη κατάργηση του αδικήματος με το άρθρο 33 του Crime and Courts Act 2013, μετά και την εργασία της Law Commission, δείχνει τη σύγχρονη απομάκρυνση από την ιδέα ότι η δικαστική εξουσία πρέπει να προστατεύεται ποινικά από κάθε σκληρή δημόσια κριτική (lawcom.gov.uk).
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ανώτατο Δικαστήριο στην In re Snyder έκρινε ότι η σκληρή κριτική δικηγόρου για τη διοίκηση του συστήματος διορισμών σε υποθέσεις ποινικής υπεράσπισης δεν συνιστούσε λόγο αναστολής άσκησης επαγγέλματος. Η απόφαση περιέχει μια κρίσιμη παραδοχή: οι δικηγόροι, ως λειτουργοί του δικαστηρίου, μπορούν να ασκούν κριτική στη διοίκηση της δικαιοσύνης (Justia Law). Παράλληλα, στην Gentile v. State Bar of Nevada5, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εξωδικαστική δήλωση δικηγόρου μπορεί να περιοριστεί όταν υπάρχει «ουσιώδης πιθανότητα ουσιαστικής προκατάληψης» εκκρεμούς διαδικασίας. Η αμερικανική προσέγγιση διακρίνει έτσι την κριτική στη δικαιοσύνη από την παρέμβαση στην ίδια τη δίκη. Τέλος, στην Standing Committee v. Yagman, η νομολογία του Ninth Circuit αναγνώρισε ευρεία προστασία ακόμη και για σκληρές δηλώσεις κατά δικαστή, ιδίως όταν πρόκειται για αξιολογικές κρίσεις ή υπερβολές βασισμένες σε εκτεθειμένα πραγματικά περιστατικά (Justia Law).
5. Οι πρακτικές αρχές που απορρέουν από τη σχολιαζομένη απόφαση
Από τη νομολογία αυτή μπορεί να συναχθεί ένας συνεκτικός κανόνας. Η κριτική δικηγόρου κατά δικαστή προστατεύεται ιδίως όταν: διατυπώνεται στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας, έχει σχέση με τη συμπεριφορά του δικαστή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αποσκοπεί στην προστασία του εντολέα, στηρίζεται σε πραγματική βάση· και δεν εξαντλείται σε αμιγώς προσωπική απαξίωση. Αντιθέτως, η προστασία αποδυναμώνεται όταν οι εκφράσεις είναι άσχετες με την υπόθεση, αποδίδουν εν γνώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά, στοχεύουν στην ηθική εξόντωση του δικαστή ή μεταφέρουν την αντιδικία από το δικόγραφο στη δημόσια διαπόμπευση.
Η Raspović υπενθυμίζει επίσης ότι η χρηματική ποινή δεν είναι αμελητέα επέμβαση επειδή απλώς δεν έχει ακόμη εισπραχθεί. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν νομικά εκτελεστές και όχι ασήμαντες. Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος: ο δικηγόρος που γνωρίζει ότι κάθε σκληρή διατύπωση μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμο ή πειθαρχική δίωξη είναι πιθανό να μετριάσει όχι μόνο το ύφος του, αλλά και την ουσία της υπεράσπισης.
6. Σημασία για την ελληνική έννομη τάξη
Η απόφαση έχει άμεση σημασία και για την ελληνική πρακτική, τόσο στο επίπεδο της δικονομικής ευταξίας όσο και στο επίπεδο της δικηγορικής δεοντολογίας. Τα ελληνικά δικαστήρια και τα πειθαρχικά όργανα των δικηγορικών συλλόγων, όταν ελέγχουν δηλώσεις δικηγόρων για δικαστές, δεν αρκεί να χαρακτηρίζουν μια φράση «απρεπή» ή «προσβλητική». Οφείλουν να αιτιολογούν ειδικά γιατί, υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο, η κύρωση είναι αναγκαία και αναλογική. Η οξύτητα του λόγου πρέπει να σταθμίζεται με τη λειτουργία του: άλλο η δικονομική μομφή περί καθυστέρησης ή πλημμελούς χειρισμού και άλλο η προσωπική ύβρη χωρίς σχέση με την υπόθεση.
Η προστασία της δικαστικής εξουσίας είναι θεμιτός σκοπός. Όμως η δικαιοσύνη δεν ενισχύεται με την ποινικοποίηση ή πειθαρχικοποίηση κάθε δυσάρεστης κριτικής. Αντιθέτως, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη ενισχύεται όταν οι δικαστικές αποφάσεις, οι καθυστερήσεις, οι δικονομικές επιλογές και οι θεσμικές δυσλειτουργίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυστηρού ελέγχου. Ο δικηγόρος δεν είναι απλός ιδιώτης ομιλητής, είναι φορέας θεσμικού ρόλου στην απονομή της δικαιοσύνης. Η φίμωσή του, ιδίως μέσα στη δίκη, πλήττει εμμέσως και το δικαίωμα του διαδίκου σε αποτελεσματική υπεράσπιση.
7. Συμπέρασμα
Η Raspović κατά Κροατίας δεν νομιμοποιεί την αγένεια ούτε καθιερώνει δικαίωμα εξύβρισης των δικαστών. Καθιερώνει όμως κάτι ουσιωδέστερο: ένα περιθώριο έντονης δικηγορικής κριτικής, όταν αυτή υπηρετεί την υπεράσπιση και παραμένει συνδεδεμένη με τη λειτουργία της δικαιοσύνης. Η αυστηρή κριτική προς δικαστή δεν είναι per se προσβολή του κύρους της δικαιοσύνης. Μπορεί, αντιθέτως, να αποτελεί αναγκαία μορφή υπεράσπισης, ιδίως όταν αφορά καθυστέρηση, αδράνεια ή δικονομική μεταχείριση που επηρεάζει τα δικαιώματα του εντολέα.
Το μήνυμα του Στρασβούργου είναι σαφές: τα δικαστήρια, ως δημόσιοι θεσμοί, δεν είναι υπεράνω κριτικής. Η διάκριση ανάμεσα στην κριτική και την ύβρη πρέπει να γίνεται με βάση το πλαίσιο, τον σκοπό, την πραγματική βάση και την αναλογικότητα της κύρωσης, όχι με βάση την υποκειμενική ενόχληση του κρινόμενου δικαστή. Σε μια δημοκρατική έννομη τάξη, το κύρος της δικαιοσύνης δεν προστατεύεται με τη σιωπή των δικηγόρων, αλλά με την ανεκτικότητα απέναντι στον θεσμικά αναγκαίο, ακόμη και οξύ, έλεγχο της δικαστικής λειτουργίας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΕΙΡΔΑΡΗΣ
chirdarisv@gmail.com
- 1
Απόφαση της 28.6.2016, αριθ. προσφ. 51000/11, §§ 51-52, 56-61, 62, 66.
- 2
Απόφαση της 23.4.2015, αριθ. προσφ. 29369/10, §§ 132-139.
- 3
Απόφαση της 16.1.2018, αριθ. προσφ.40975/08, §§ 59, 61· ΕΔΔΑ.
- 4
Basic Principles on the Role of Lawyers, Αβάνα, 27.8–7.9.1990, U.N. Doc. A/CONF.144/28/Rev.1, σ. 118, Αρχές 16, 20 και 23.
- 5
Gentile v. State Bar of Nevada, 501 U.S. 1030 (1991), ιδίως 1071, 1074-1075.