ΑΠ 364/2026, «Συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους στις αξιώσεις αποζημίωσης πελατών λόγω αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων κατά παράβασιν των υποχρεώσεων επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων», Σχόλιο Φ. Δ. Καρατζένης
Άρειος Πάγος (Α1΄ Τμήμα)
Αριθ. 364/2026
Πρόεδρος: Μ. Δαβίου, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Μ. Αρχοντάκη-Τραυλού-Τζανετάτου, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ν. Κανέλλιας, Α. Τίγκας
Σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Παράλειψη σαφούς και ακριβούς πληροφόρησης για την φύση και λειτουργία του επίδικου σύνθετου ομολόγου. Ευθύνη προς αποζημίωση. Απόρριψη της ένστασης συνυπολογισμού των αποδόσεων του ομολόγου στην ζημία των επενδυτών (Άρθρα 297, 298, 914, 930 § 3 ΑΚ).
[...] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 930 § 3 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, και είναι, επίσης, δυνατόν η καλή πίστη (ΑΚ 288) να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1796/2025, ΑΠ 1481/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022). Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διαπίστωση του ζημιογόνου γεγονότος και του αν η ωφέλεια του ζημιωθέντος προέρχεται από το ζημιογόνο αυτό γεγονός, οπότε συνυπολογίζεται στην αποζημίωσή του ή αν η ωφέλεια είναι απόρροια άλλου γεγονότος, οπότε δεν συνυπολογίζεται. Έτσι, στην περίπτωση του ζημιωθέντος επενδυτή από την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος υπαλλήλου τραπεζικής εταιρείας, που την εκπροσωπούσε, συνεπεία της οποίας πείσθηκε και προέβη σε αγορά επενδυτικού προϊόντος που δεν αντιστοιχούσε στην συντηρητική επενδυτική του συμπεριφορά (συντηρητικό επενδυτικό προφίλ) και, αν είχε επαρκή ενημέρωση για τους κινδύνους που διέτρεχε, δεν θα προέβαινε στην αγορά του, το ζημιογόνο τούτο γεγονός της αδικοπραξίας δεν συνιστά την αιτία του κέρδους που αποκόμισε από την απόδοση του τοποθετηθέντος ως άνω κεφαλαίου του στο επενδυτικό προϊόν (τόκων), αλλά το κέρδος του προέρχεται ακριβώς από το μη επιζήμιο διαφορετικό γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου του προς εκμετάλλευση, που στηριζόταν στην απόκτηση του επενδυτικού προϊόντος (βλ. ΑΠ 524/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 853/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 572/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1163/2020). Άλλωστε, στο πλαίσιο της καλής πίστης, αν ο ζημιωθείς επενδυτής δεν είχε πεισθεί από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου, θα είχε επενδύσει το κεφάλαιό του σε προϊόν, που θα προσιδίαζε στην συντηρητική επενδυτική του συμπεριφορά (προφίλ), και θα ελάμβανε τους αντιστοιχούντες τόκους, οι οποίοι κατά τον τρόπο αυτό απωλέσθηκαν και οι οποίοι, ως διαφυγόν κέρδος, που θα ελάμβανε ο ζημιωθείς κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αποτελούν μέρος της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης. […].
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 930 § 3 ΑΚ, τις οποίες και παραβίασε ευθέως, καθόσον, με βάση τα επικαλούμενα από αυτές περιστατικά, η προβληθείσα από αυτές ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη και έπρεπε να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν. Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσίβλητες επαναφέρουν την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή τους περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας (ΑΚ 298 εδ. α), με την οποία ζητούν, επικουρικά, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, να αφαιρεθεί από το ποσό που θα επιδικαστεί στους ενάγοντες το εισπραχθέν από τους ίδιους κέρδος τους από τα τοκομερίδια που έλαβαν ως απόδοση του ομολόγου για όσο χρονικό διάστημα το είχαν υπό την κατοχή τους, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 69.212,07 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, δεδομένου ότι τα όποια τοκομερίδια έλαβαν οι ενάγοντες αποτελούν μεν κέρδος τους από την κατοχή του τίτλου, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου στην εκδότρια του ομολόγου εταιρία, η οποία το εκμεταλλεύτηκε με τον προσφορότερο γι’ αυτή τρόπο, αποδίδοντας στους ενάγοντες τους συμφωνηθέντες τόκους». Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι που έκρινε, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 930 § 3 ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, με βάση τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες περιστατικά, η προβληθείσα από αυτές ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ήταν μη νόμιμη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ. Ι.3 προηγηθείσα νομική σκέψη, και τούτο διότι: Οι αποδόσεις του επίδικου προϊόντος, που έλαβαν οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι αποτελούν μεν κέρδος από την κυριότητα του τίτλου αυτού, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος, που ήταν η παραπλάνησή τους από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης - αναιρεσείσουσας, που εκπροσωπούσε τις λοιπές και η συνεπεία αυτής (παραπλάνησης) αγορά του ομολόγου, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου, που αντιστοιχούσε στο επίδικο ομόλογο, στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιον πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους και επομένως δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στη ζημία των τελευταίων. Άλλωστε ο προτεινόμενος από τις αναιρεσείουσες συνυπολογισμός των τοκομεριδίων αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος και ενώ οι αναιρεσίβλητοι έχουν ήδη εισπράξει τους τόκους και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησόμενη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους, που πρέπει να τους παράσχουν οι αναιρεσείουσες. Σε κάθε περίπτωση βασικό στοιχείο της επένδυσης, που οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι πεπλανημένα εξαιτίας της συμπεριφοράς της προστηθείσας τρίτης αναιρεσείουσας πίστεψαν ότι έκαναν, ήταν ότι θα τους αποδιδόταν το σύνολο του κεφαλαίου ακέραιο και όχι μειωμένο κατά το ποσό των τόκων που εισέπραξαν, αφού άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός της επένδυσής τους. Έτι περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της καλής πίστης, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αν οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν πεισθεί από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της τρίτης αναιρεσείουσας, θα είχαν διατηρήσει το κεφάλαιό τους των 275.000 ευρώ, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προερχόταν από την πώληση προηγούμενων τίτλων, επενδυμένο σε προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που προσιδίαζαν στην συντηρητική επενδυτική τους συμπεριφορά (προφίλ), και θα ελάμβαναν τους αντιστοιχούντες τόκους, που οπωσδήποτε απώλεσαν και οι οποίοι, ως διαφυγόν κέρδος, που θα ελάμβαναν οι αναιρεσίβλητοι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αποτελούν μέρος της οφειλόμενης σε αυτούς αποζημίωσης. Επομένως, ο υπό κρίση πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και συμπληρώνεται μόνον η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την μη νομιμότητα της προταθείσας ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους των αναιρεσειόντων. […].
■
Άρειος Πάγος (Α3΄ Τμήμα)
Αριθ. 1910/2025
Πρόεδρος: Μ. Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Η. Γιαρένης, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Κ. Βιτώρος, Μ. Μαρκουλάκος
Σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Παράλειψη ακριβούς, πλήρους και κατάλληλης καθοδήγησης, διαφώτισης και ενημέρωσης σχετικά με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους επενδυτικού προϊόντος (ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης). Ευθύνη προς αποζημίωση. Νόμιμη η ένσταση συνυπολογισμού του συνισταμένου στους τόκους των επίδικων ομολόγων κέρδους των επενδυτών και της ζημίας τους (Άρθρα 288, 297, 298, 914 ΑΚ).
[...] 18.- Από τις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει εκείνος που παρά το νόμο ζημίωσε υπαίτια άλλον, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς, αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε, από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται, μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός, επιβάλλεται, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1481/2024, ΑΠ 1261/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 524/2024). Ο συνυπολογισμός αυτός λαμβάνεται υπόψη μόνο εάν ο ζημιώσας επικαλεστεί αυτόν, αντιτάσσοντας ένσταση ανατρεπτική κατά της αγωγής για αποζημίωση, περί συμψηφισμού ζημίας και κέρδους, ο οποίος νοείται ευρύτερα, δηλαδή με την έννοια του συνυπολογισμού του κέρδους στη ζημία (ΑΠ 1906/2024, ΑΠ 1297/2014).
19.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι εναγόμενες προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο νομότυπα με τις έγγραφες προτάσεις τους την ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενες ότι από την αποζημίωση που τυχόν θα επιδικαστεί στις αναιρεσίβλητες προς αποκατάσταση της θετικής περιουσιακής ζημίας τους θα πρέπει να αφαιρεθεί η ωφέλεια που αποκόμισαν αυτές από τις διανομές της εκδότριας των επίδικων ομολόγων (τοκομερίδια) και συγκεκριμένα το ποσό των 24.126,16 ευρώ. Τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτό οι εναγόμενες επανέφεραν με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εφεσίβλητες, κατά τη συζήτηση της έφεσης των αναιρεσιβλήτων που στρεφόταν κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: «[...] Στην προκειμένη περίπτωση οι εφεσίβλητες υπέβαλαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους την ένσταση του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, την οποία επαναφέρουν με τις κατ’ έφεση προτάσεις τους, ισχυριζόμενες ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό που θα επιδικαστεί στις εκκαλούσες ως αποζημίωση, το ποσό που εισέπραξαν ως τοκομερίδια του επιδίκου ομολόγου και ανέρχεται σε 24.126,16 ευρώ. Το συγκεκριμένο ποσό όμως που έλαβαν οι εκκαλούσες ως απόδοση των χρεογράφων είναι μεν κέρδος τους από την κυριότητα των ομολογιακών τίτλων, ωστόσο το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους αλλά από την παραχώρηση αυτού στην εκδότρια του τίτλου εταιρία, που το εκμεταλλεύτηκε, αποδίδοντας σε αυτές τους συμφωνημένους καρπούς του και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των εκκαλουσών, αφού δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφέλειας, διότι η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία. Άλλωστε, ο συνυπολογισμός που οι εφεσίβλητες ζητούν, με ποσά τοκομεριδίων που έχουν ήδη εισπραχθεί από τις εκκαλούσες, μειώνοντας σημαντικά την αποζημίωση που δικαιούνται να λάβουν, αντίκειται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις στην καλή πίστη, η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. [...]».
20.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 914 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως, καθόσον, με βάση τα περιστατικά που επικαλέστηκαν ως εναγόμενες η δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσείουσας και η δεύτερη αναιρεσείουσα, η ένσταση που προβλήθηκε από αυτές και αφορούσε τον συνυπολογισμό κέρδους και ζημίας των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και έπρεπε, επομένως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Τούτο δε διότι, αυτή καθ’ εαυτή, η απώλεια του κεφαλαίου των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά, στην προκείμενη περίπτωση, το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή αυτό από το οποίο προήλθε η ζημία τους, αλλά αποτελεί το επιζήμιο αποτέλεσμα του ζημιογόνου γεγονότος, το οποίο συνίσταται στην αγορά του ομολόγου και την τοποθέτηση από τις αναιρεσίβλητες του χρηματικού ποσού των 101.150 ευρώ στην ένδικη επένδυση, ως συνέπεια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των ενεχόμενων εταιρειών που προκάλεσε σ' αυτές την απόφαση της αγοράς του ομολόγου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, η απόφαση για την αγορά του ομολόγου υπήρξε αποτέλεσμα της παράβασης της υποχρέωσης διαφώτισης και πληροφόρησης που έλαβε χώρα κατά το στάδιο πριν από την αγορά του, ως συνέπεια της παραπλάνησης αυτών και της πλημμελούς πληροφόρησής τους από την πλευρά των ενεχόμενων εταιρειών, οι οποίες αθέτησαν, στο πλαίσιο της σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων, την υποχρέωση για ακριβή, πλήρη και κατάλληλη καθοδήγηση, διαφώτιση και ενημέρωση των τελευταίων σχετικά με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του επενδυτικού αυτού προϊόντος. Με τον τρόπο δε αυτό, εξαιτίας της αγοράς του ομολόγου, επήλθε, αφενός μεν, η ζημία των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τις παράνομες πράξεις των προστηθέντων από τις ενεχόμενες εταιρείες υπαλλήλων τους (ζημιογόνο γεγονός) και προσδιορίζεται στο ύψος του χρηματικού ποσού που τοποθέτησαν οι αναιρεσίβλητες στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική περιουσιακή ζημία) (ΑΠ 1481/2024, ΑΠ 1251/2024), αφετέρου δε, υπό τα εκτιθέμενα από τις ενεχόμενες εταιρείες προς θεμελίωση της ένστασής τους πραγματικά περιστατικά, η ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνίσταται στα ποσά που εισέπραξαν ως τοκομερίδια από τους ένδικους ομολογιακούς τίτλους και τα οποία συμποσούνται σε 24.126,16 ευρώ, δηλαδή, με άλλες λέξεις, το επιζήμιο αποτέλεσμα (απώλεια κεφαλαίου) και η ωφέλεια (κέρδος) των αναιρεσιβλήτων προκλήθηκε από το ίδιο συγκεκριμένο επιζήμιο γεγονός, το οποίο, όπως εκτέθηκε, επήλθε ως αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων από τις ενεχόμενες εταιρείες υπαλλήλων τους. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), τυγχάνει βάσιμος. […].
ΣΧΟΛΙΟ
Συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους στις αξιώσεις αποζημίωσης πελατών λόγω αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων κατά παράβασιν των υποχρεώσεων επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων
Μεγάλος είναι ο αριθμός των δικαστικών αποφάσεων, πλέον και του Αρείου Πάγου, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο διαφορές που ανακύπτουν κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από εταιρίες επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα σε πελάτες τους, ιδίως σε περιπτώσεις αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων, τα οποία οι πελάτες προέβαλαν ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν και γενικότερα ότι δεν συνήδαν με την γνώση, την εμπειρία και τους επενδυτικούς τους στόχους, όπως για παράδειγμα ομολόγων, ιδίως των λεγομένων ατελεύτητης διάρκειας, εκδόσεως ημεδαπών ή αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων ή θυγατρικών τους οχημάτων ειδικού σκοπού. Στις υποθέσεις αυτές αναφύονται και αντιμετωπίζονται –πέραν των ζητημάτων εκείνων που αφορούν σε ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης– ποικίλα δυσχερή νομικά ζητήματα γενικότερης εφαρμογής και σημασίας, κυρίως δε: η σιωπηρή κατάρτιση μίας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών και κατ’ ορθότερην προσέγγιση οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να καταφάσκεται, η ισχύς των εποπτικού δικαίου υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παλαιότερο Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (μεταγενέστερα από το άρθρο 25 ν. 3606/2007 και ήδη το άρθρο 25 ν. 4514/2018) απέναντι στους πελάτες τους, η συρροή συμβατικών και αδικοπρακτικών αξιώσεων των πελατών κατά των παρεχόντων τις υπηρεσίες κατ’ αναιτιολόγητη και ενδεχομένως μη συνειδητοποιημένη απόκλιση από τους παραδεδομένους κανόνες, και, τέλος, η αδιάκριτη επίκληση υπέρ των πελατών και ανεξαρτήτως των ειδικών χαρακτηριστικών τους των διατάξεων για την προστασία του καταναλωτή. Τα ζητήματα αυτά έχουν αποτελέσει αντικείμενο παλαιότερων εργασιών μου και ελλείψει νέων πτυχών δεν είναι αναγκαία η υπενθύμιση των θέσεών μου (βλ. σχετικά Καρατζένη, Ευθύνη τράπεζας έναντι αγοραστή χρηματοπιστωτικών μέσων για παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και τον Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ: ΝοΒ 2016. 592-596, και τον ίδιο, Ευθύνη επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την παροχή επενδυτικών συμβουλών: ΝοΒ 2018. 74-76). Αντιθέτως θεωρώ χρήσιμο τον σχολιασμό μίας παλαιάς μεν πτυχής των αξιώσεων που εγείρονται, η οποία όμως αναδεικνύεται πλέον εναργώς από την διισταμένη νομολογία του Αρείου Πάγου των τελευταίων ετών, και έχει τύχει, από όσο μου είναι γνωστό, μεμονωμένης θεωρητικής επεξεργασίας.
1. Η κοινή αφετηρία των σχολιαζόμενων αποφάσεων.- Η νομική αφετηρία των σχολιαζόμενων αποφάσεων του Αρείου Πάγου είναι αξιοσημείωτα κοινή. Τόσον η απόφαση 364/2026 όσον και η απόφαση 1910/2025 επαναλαμβάνουν χωρίς φραστικές διαφοροποιήσεις τον κανόνα που έχει διαμορφωθεί στην σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου (βλ. ΑΠ 1796/2025, 1391/2025, 1256/2025, 1061/2025, 1481/2024, 1251/2024, 524/2024, 796/2023, 2061/2022, 1083/2022, 354/2022, 1564/2021, 1233/2021, 498/2021, 1530/2018, 244/2016). Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298, 914 και 930 εδ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει εκείνος που παρά το νόμο ζημίωσε υπαίτια άλλον, περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς, αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν, όμως, από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται, μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Στην περίπτωση αυτήν, επομένως, επιβάλλεται για τον προσδιορισμό της ζημίας ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στην ζημία. Επίσης είναι δυνατόν, η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
2. Η αντίθετη κατάληξη στις επίδικες υποθέσεις.- Εν συνεχεία όμως οι δύο αποφάσεις διαφοροποιούνται ριζικά. Η απόφαση 364/2026, θεωρώντας κατά τα ανωτέρω ως κρίσιμη την διαπίστωση ποιο είναι το ζημιογόνο γεγονός και αν η ωφέλεια του ζημιωθέντος προέρχεται από το ζημιογόνο αυτό γεγονός, οπότε συνυπολογίζεται στην αποζημίωσή του, ή αν (η ωφέλεια) είναι απόρροια άλλου γεγονότος, οπότε δεν συνυπολογίζεται, κρίνει ότι αιτία του κέρδους που αποκόμισε ο ζημιωθείς επενδυτής δεν είναι το ζημιογόνο γεγονός της μη επαρκούς ενημέρωσης από τον αντισυμβαλλόμενό του που υπείχε σχετική υποχρέωση, αλλά «το μη επιζήμιο διαφορετικό γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου του προς εκμετάλλευση, που στηριζόταν στην απόκτηση του επενδυτικού προϊόντος» (έτσι ήδη και ΑΠ 1391/2025, 1061/2025, 1261/2024, 524/2024, 796/2023, 2061/2022, 1083/2022, 354/2022, 1233/2021, 498/2021, 1530/2018, 244/2016). Προσθέτει δε εις επίρρωσιν αυτού –και κατ’ απόκλισιν από τις προηγηθείσες αντιστοίχου περιεχομένου αποφάσεις– ότι «στο πλαίσιο της καλής πίστης, αν ο ζημιωθείς επενδυτής δεν είχε πεισθεί από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου, θα είχε επενδύσει το κεφάλαιό του σε προϊόν, που θα προσιδίαζε στην συντηρητική επενδυτική του συμπεριφορά (προφίλ), και θα ελάμβανε τους αντιστοιχούντες τόκους, οι οποίοι κατά τον τρόπο αυτό απωλέσθηκαν και οι οποίοι, ως διαφυγόν κέρδος, που θα ελάμβανε ο ζημιωθείς κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αποτελούν μέρος της οφειλόμενης σε αυτόν αποζημίωσης». Σημειώνεται ότι σε μία απόφαση αντίστοιχου περιεχομένου που είχε προηγηθεί υποστηρίζεται ότι η καλή πίστη «δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος ενόψει και ότι […] η διαχείριση του κεφαλαίου δεν έγινε από την [αντισυμβαλλόμενη του επενδυτή] και έτσι αυτή θα ωφελείτο από την καρποφορία της επένδυσης, που επιτεύχθηκε από τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εκδότρια του ομολόγου» (ΑΠ 1564/2021).
Η απόφαση 1910/2025 αντιθέτως εντοπίζει το ζημιογόνο γεγονός όχι στην απώλεια του κεφαλαίου αλλά στην αγορά του ομολόγου, με συνέπεια η απώλεια του κεφαλαίου να αποτελεί το επιζήμιο αποτέλεσμα του ζημιογόνου γεγονότος, όπως και η ωφέλεια που προήλθε από αυτό και συνίσταται στην προκειμένη περίπτωση στην είσπραξη των τοκομεριδίων των επίμαχων ομολογιακών τίτλων (έτσι ήδη και ΑΠ 1796/2025, 1256/2025, 1481/2024, 1251/2024).
Σημειώνεται ότι στην μεν απορριπτική του συνυπολογισμού απόφαση 364/2026, όπως και σε πολλές άλλες απορριπτικές αποφάσεις (ΑΠ 1364/2026, 1261/2024, 524/2024, 796/2023, 1564/2021, 354/2022, 244/2016, 1530/2018), στα επίμαχα ομόλογα ο εκδότης και ο εγγυητής ήταν νομικές οντότητες διάφορες των εναγομένων, ενώ σχεδόν εξίσου πολλές είναι και οι αποφάσεις στις οποίες ο εκδότης ή ο εγγυητής συνέπιπταν με τον εναγόμενο πάροχο των επενδυτικών συμβουλών (ΑΠ 1391/2025, 1061/2025, 1233/ 2021, 498/2021, 1083/2022, 2061/2022). Εξ ετέρου, στην απόφαση 1910/2025 που δέχθηκε τον συνυπολογισμό ο ζημιωθείς εισέπραξε την επίμαχη ωφέλεια εν μέρει από θυγατρική της αδικοπραγήσασας αντισυμβαλλομένης ως εκδότρια των επίμαχων τίτλων, ενώ στις λοιπές αποφάσεις που κρίνουν με όμοιο τρόπο από τρίτο εκδότη διάφορο του παρόχου των επενδυτικών συμβουλών (ΑΠ 1796/ 2025, 1256/2025, 1481/2024, 1251/2024).
3. Η γενική αρχή συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας στην νομολογία και την θεωρία.- Η αφετηρία όλων των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων αποδίδει κατ’ ουσίαν την γενική αρχή που είχε ήδη διαμορφωθεί στην νομολογία «περί συνυπολογισμού ωφελείας και ζημίας, προκυπτούσης και εξ αντιδιαστολής εκ του άρθρου 930 § 3 του ΑΚ». Ειδικότερα, «εκ των διατάξεων των άρθρων 298 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι ο παρά τον νόμον ζημιώσας άλλον υπαιτίως υποχρεούται εις αποζημίωσιν, ήτις περιλαμβάνει την διαφοράν μεταξύ της ενεστώσης περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος και εκείνης εις ην θα διετέλει ούτος εάν δεν συνέβαινε το ζημιογόνον γεγονός. Δι’ ο οσάκις εξ αυτού προκύπτει και ωφέλεια τις, τελούσα εν αιτώδει προς τούτο συνδέσμω, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεσιν της ωφελείας». Δεν παραβλέπεται, πάντως, ότι «είναι δυνατόν εκ των γενικών διατάξεων του δικαίου να μη δικαιολογήται εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει o συνυπολογισμός της ωφελείας εις την ζημίαν, ως όταν η καλή πίστις των συναλλαγών η διέπουσα, κατά το άρθρ. 288 του ΑΚ την μεταξύ του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος ενοχήν προς ανόρθωσιν της ζημίας δεν ανέχεται ίνα το προκύψαν εκ του ζημιογόνου γεγονότος κέρδος, αποβή εις ωφέλειαν του ζημιώσαντος». (ΟλΑΠ 807/1973, ΝοΒ 1974. 321, ομοίως και 89/1983, ΝοΒ 1984. 1341· πρβλ. ήδη με γενική αναφορά στην αιτιώδη συνάφεια, όχι όμως ρητά και στην προσφορότητα Φουρκιώτη, Ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους: ΝοΒ 1959. 1001 [1004 επ.]) Ενίοτε στην αιτιώδη συνάφεια δίδεται η έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, όπως και στις αποφάσεις της ειδικότερης θεματικής που συνοψίσθηκαν ανωτέρω (ΑΠ 447/1962, ΝοΒ 1963. 24 [25]· εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας από τον Παναγιωτόπουλο, Ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους [Αθήνα/Κομοτηνή 2010] 71 επ.)
Στην νομική θεωρία (αναλυτικότερη παρουσίαση από τον Παναγιωτόπουλο, ένθ. ανωτ., 77 επ.) διατυπώθηκε ήδη σε σύντομο χρόνο μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η άποψη που στον πυρήνα της ακολουθείται από τις σχολιαζόμενες αποφάσεις. Η άποψη αυτή εισηγείται την εφαρμογή του κριτηρίου της πρόσφορης αιτιότητας για την διάκριση των συνυπολογιστέων από τα μη συνυπολογιστέα κέρδη με την ρητή επιφύλαξη ότι «τα συμπεράσματα εκ της ερεύνης περί της υπάρξεως ή μη προσφόρου αιτιώδους συναφείας πρέπει τελικώς να υποβληθούν υπό τον έλεγχον του αισθήματος του δικαίου» (ενδεικτικά Λιτζερόπουλος, εν: Ερμηνεία του Αστικού Κώδικος ΙΙ: Ενοχικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, 1: Άρθρα 287-409 [Αθήναι 1949] άρθρο 298 αριθ. 49 επ.). Παρεμφερής φαίνεται να είναι και η άποψη εκείνη που αξιώνει την ύπαρξη εσωτερικής συνάφειας ανάμεσα στο ζημιογόνο γεγονός και την ωφέλεια (Φίλιος, Ενοχικό δίκαιο, Γενικό μέρος6 [Αθήνα/Θεσσαλονίκη 2011] § 204 Β. ΙΙ. 1.).
Αξιομνημόνευτη είναι η άποψη του Σταθόπουλου (Γενικό Ενοχικό Δίκαιο5 [Αθήνα/Θεσσαλονίκη 2018] § 9 αριθ. 48 επ., ιδίως 81 επ.), κατά τον οποίον «[τ]ο αποφασιστικό κριτήριο για τον συνυπολογισμό ζημίας και κέρδους του ζημιωθέντος είναι το αν το κέρδος, είτε αυτό στηρίζεται στη σύμβαση, είτε στον νόμο, προέρχεται από παροχή που εξυπηρετεί ίδιο σκοπό. […] Μετριασμός δε των λύσεων που προκύπτουν, αν αυτές είναι ανεπιεικείς στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι δυνατός με προσφυγή στις αρχές της καλής πίστης».
Συνολική κριτική στις προηγούμενες απόψεις ασκεί ο Ι. Καρακατσάνης (Μερικές σκέψεις για το πρόβλημα του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους [Με αφορμή την ΑΠ 89/1983]: ΝοΒ 1894. 1115 [1122]) υποστηρίζοντας ότι «προτείνοντας διάφορα μηχανιστικά, λιγότερο ή περισσότερο, κριτήρια συσκοτίζουν το γεγονός ότι υπάρχει αντίθεση συμφερόντων και ότι είναι έτσι απαραίτητες νομικές αξιολογικές κρίσεις. Επιπλέον, προβάλλοντας μερικές απ’ αυτές, και απολυτοποιώντας ένα μόνο, έστω και ορισμένο περιστατικό, που έχει αναμφισβήτητα μεγάλη σπουδαιότητα, όπως π.χ. ο σκοπός της παροχής που αποτελεί το κέρδος, συγκεντρώνουν την παροχή αποκλειστικά πάνω σ’ αυτό με συνέπεια να εμποδίζουν τη λήψη υπόψη και άλλων κρίσιμων περιστατικών που μπορεί να συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση». Καταλήγει μετά ταύτα στο ότι «ο μη συνυπολογισμός προϋποθέτει αξιολογική κρίση, που θα δικαιολογεί την προτίμηση των συμφερόντων του ζημιωθέντος, δηλ. τελικά τον πλουτισμό του. Μία τέτοια όμως κρίση προϋποθέτει τη λήψη υπόψη όλων ανεξαιρέτως των περιστατικών που δίνουν τη σφραγίδα τους στη συγκεκριμένη περίπτωση». Στην άποψη αυτήν, αν και αναγνωρίζει την κατ’ αρχήν ορθότητά της, προσάπτει ο Παναγιωτόπουλος (ένθ. ανωτ., 117 επ., 127 επ.) αοριστία, προκρίνοντας ο ίδιος την διαμόρφωση τυπολογίας περιπτώσεων. Ως αφετηρία και κατευθυντήρια γραμμή για την επίλυση των ειδικότερων ζητημάτων προτείνει τον σκοπό της αποζημίωσης: «ο μεν ζημιωθείς να πάρει μόνο ό,τι απαιτείται για την κάλυψη της ζημίας του, και τίποτε περισσότερο, ο δε ζημιώσας να δώσει ακριβώς ό,τι απαιτείται για την κάλυψη της πραγματικής ζημίας που προκάλεσε, και τίποτε περισσότερο».
4. Αξιολόγηση.- Η συνοπτική έκθεση των απόψεων που έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα για τα κριτήρια συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας δεν φαίνεται να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή καθενός από αυτά θα οδηγούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε διαφορετικά αποτελέσματα. Καθόν χρόνον δεν μπορεί να παραβλεφθεί η σημασία καθενός από τα προτεινόμενα κριτήρια για την επίλυση των μη δυναμένων εκ των προτέρων να προβλεφθούν βιοτικών συμβάντων, η αποδοχή από όλες τις απόψεις των αρχών της καλής πίστης και των λοιπών γενικών αρχών του Δικαίου αποτελεί παραδοχή ότι κανένα κριτήριο δεν μπορεί να διεκδικήσει αποκλειστικότητα κατά την εφαρμογή του. Με την έννοια αυτήν δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς με τον Λιτζερόπουλο (ένθ. ανωτ., άρθρο 298 αριθ. 49), ο οποίος πολύ γρήγορα και παρά την διατύπωση σχετικών κριτηρίων που επηρέασαν την μεταγενέστερη νομολογία διαπίστωσε ότι «[κ]ανών […] ακριβής, επιδεκτικός μαθηματικής τρόπον τινά εφαρμογής, δεν είναι δυνατόν σχετικώς να δοθή». Η κρίση σχετικά με τον συνυπολογισμό του κέρδους, ορθότερα ίσως της ωφέλειας, και της ζημίας μπορεί να είναι μόνον αποτέλεσμα αξιολόγησης, αφού ληφθούν υπόψιν η έννοια της ζημίας, ο σκοπός της αποζημίωσης, το αντικείμενο της ωφέλειας και το γενεσιουργό γεγονός της ευθύνης (πρβλ. Stoll, Haftungsfolgen im bürgerlichen Recht, Eine Darstellung auf rechtsvergleichender Grundlage [Heidelberg 1993] αριθ. 158 επ.).
Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν άνευ ετέρου οι αποφάσεις στις επίδικες υποθέσεις, στις οποίες υπό τις ίδιες γενικές παραδοχές οι κρίσεις στις συγκεκριμένες περιπτώσεις διαφέρουν. Οι αποφάσεις αυτές καταλείπουν ιδίως αμφιβολίες κατά πόσον οι σχετικές κρίσεις ανάγονται πράγματι στην διαφορετική αντίληψη ως προς το ζημιογόνο γεγονός ή εν τέλει σε διαφορετικές αξιολογήσεις. Το επιχείρημα ότι αιτία του κέρδους που αποκόμισε ο ζημιωθείς επενδυτής δεν είναι το ζημιογόνο γεγονός της μη επαρκούς ενημέρωσης από τον αντισυμβαλλόμενό του που υπείχε σχετική υποχρέωση, αλλά το μη επιζήμιο διαφορετικό γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου του προς εκμετάλλευση, δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστικό. Η υποχρέωση επαρκούς ενημέρωσης του επενδυτή από τον αντισυμβαλλόμενό του δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το επενδυτικό προϊόν στο οποίο αναφέρεται και την αγορά του που αποτελεί το αποτέλεσμα της παράβασής της. Με άλλα λόγια, η πράξη, εν προκειμένω με την μορφή της παράλειψης οφειλομένης ενέργειας, δεν δύναται να αποσυνδεθεί από το αποτέλεσμά της. Η αγορά του προϊόντος δεν πρέπει εξ ετέρου να συγχέεται με την ζημία, η οποία δύναται να απορρέει από αυτήν, όπως άλλωστε και τυχόν ωφέλεια (παρεμφερώς Τουντόπουλος, Συνυπολογισμός κέρδους και ζημίας κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, Νομολογιακές προσεγγίσεις και θεωρητικά ζητήματα, εν: Δογματική και Δίκαιο, Τιμητικός Τόμος Γεωργίου Τσ. Ορφανίδη [Αθήνα/Θεσσαλονίκη 2025] 1759 [1765 επ.]· αντίθετα Πουρνάρας, Παρατηρήσεις στην ΤριμΕφΑθ 4870/2015, Ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου πτυχές του ισχυρισμού περί «συνυπολογισμού ζημίας/κέρδους» στην περίπτωση των perpetual bonds: ΕφΑΠολΔ 2017. 544 [ιδίως 549 επ.], προφανώς και Ν. Βερβεσός, Σημείωμα στην ΑΠ 244/2016, Ζητήματα από την έκδοση αιώνιων ομολογιών: ΕλλΔνη 2016. 1072 [1077 επ.]).
Η πράγματι αποκομισθείσα ωφέλεια δεν μπορεί, περαιτέρω, να ταυτίζεται άνευ ετέρου με την απόδοση την οποία θα είχε επένδυση σε προϊόν που θα προσιδίαζε στα χαρακτηριστικά του ίδιου πελάτη. Το αντίθετο. Η απόδοση ενός προϊόντος είναι σε μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, συνάρτηση του αναλαμβανομένου κινδύνου (έτσι ήδη και Τουντόπουλος, ένθ. ανωτ., 1767). Εάν, συνεπώς, συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν λόγω των συναρτωμένων με αυτό κινδύνων δεν ταίριαζε σε συγκεκριμένο πελάτη, είναι ασφαλές να γίνει δεκτό ότι αυτό που θα ταίριαζε στον ίδιο θα είχε χαμηλότερη, ενδεχομένως μάλιστα σημαντικά, απόδοση.
Στο πλαίσιο αυτό δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή, εάν το επενδυτικό προϊόν το οποίο αγόρασε υπό τις περιγραφείσες συνθήκες ο πελάτης είχε εκδοθεί από το ίδιο το αντισυμβαλλόμενο (συνήθως) πιστωτικό ίδρυμα ή θυγατρική του εταιρία ή από τρίτον εκδότη, καθώς εν προκειμένω ο υπολογισμός του ύψους της αποζημίωσης δεν αποτελεί ζήτημα απόδοσης μομφής. Δεν πρέπει, άλλωστε, να παραβλέπεται ότι για την απόρριψη του συνυπολογισμού χρησιμοποιήθηκε σε διαφορετικές αποφάσεις τόσον το επίχειρημα της έκδοσης (ή εγγύησης) του επενδυτικού προϊόντος από τον ζημιώσαντα όσον και από τρίτον. Γενικότερα παρατηρήθηκε ανωτέρω ότι και οι αποφάσεις που απορρίπτουν, και οι αποφάσεις που καταφάσκουν τον συνυπολογισμό αφορούν στην συντριπτική τους πλειοψηφία αδιακρίτως άλλοτε περιπτώσεις που το ευθυνόμενο ίδρυμα είναι εκδότης (ή εγγυητής) και άλλοτε περιπτώσεις που είναι τρίτος.
Με τις σκέψεις αυτές καθίσταται, έχω την γνώμη, σαφές, ότι ο ζημιωθείς επενδυτής μπορεί να διεκδικεί εκτός από την απομείωση της αξίας της επένδυσής του και την απόδοση της συμβατής με τα χαρακτηριστικά του επένδυσης, στην οποία διαφορετικά θα προέβαινε, ως διαφυγόν κέρδος, δεχόμενος όμως τον συνυπολογισμό της απόδοσης της επένδυσης, στην οποίαν προέβη συνεπεία της παράβασης των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου του.
ΦΩΤΙΟΣ Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ
Δ.Ν. Δικηγόρος