ΑΠ 458/2024, με σχ. «Σύμβαση έντυπης έκδοσης μετάφρασης», Σχόλιο Κ. Κυπρούλη

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Άρειος Πάγος (Α1΄ Τμήμα)

Αριθ. 458/2024

 

Πρόεδρος: Α. Υφαντή, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Β. Πάπαρη, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Π. Νικολόπουλος, Σ. Μανιαδάκης

 

Πνευματική ιδιοκτησία. Σύμβαση έντυπης έκδοσης. Μετάφραση, παράγωγο πνευματικό έργο. Συστατικός έγγραφος τύπος. Διάρκεια. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (Άρθρα 2, 3, 4, 12, 13, 14, 15, 16, 33, 39 ν. 2121/1993, 173, 180, 200, 281 ΑΚ).

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 § 1, 2 § 1, 4 §§ 1, 3 και 12 § 2 του ν. 2121/1993 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων» προκύπτει ότι, οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου αποκτούν σ’ αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, αφενός το δικαίωμα εκμετάλλευσης αυτού (περιουσιακό δικαίωμα) και αφετέρου το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού (ηθικό δικαίωμα) προς το έργο, όπως το τελευταίο (έργο) προσδιορίζεται λεπτομερώς στη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του παραπάνω νόμου. Ειδικότερα ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή και ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα (ΑΠ 455/2023, ΑΠ 484/2020, ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 509/2015). Σύμφωνα με το άρθρο 2 § 2 του ως άνω νόμου «Νοούνται επίσης ως έργα οι μεταφράσεις, οι διασκευές, οι προσαρμογές και οι άλλες μετατροπές έργων ή εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης, καθώς και οι συλλογές έργων ή συλλογές εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης ή απλών γεγονότων και στοιχείων, όπως οι εγκυκλοπαίδειες και οι ανθολογίες, εφόσον η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου τους είναι πρωτότυπη. Η προστασία των έργων της παρούσας παραγράφου γίνεται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων στα προϋπάρχοντα έργα, που χρησιμοποιήθηκαν ως αντικείμενο των μετατροπών ή των συλλογών». Με βάση την ανωτέρω διάταξη, η μετάφραση, ως παράγωγο έργο - αφού με αυτήν γίνεται μετατροπή, από άλλο πρωτότυπο, στο οποίο οφείλει την ύπαρξη της - παρέχει δικαιώματα στο μεταφραστή (ηθικό και περιουσιακό), σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 6 § 2 του ν. 2121/1993, εφόσον είναι προϊόν προσωπικής ανθρώπινης δημιουργίας, διακρίνεται από την ατομικότητα του δημιουργού και εμφανίζει πρωτοτυπία ή «δημιουργικό ύψος», υπό την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας (ΑΠ 1306/ 2012). (…) Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 § 1 του ίδιου νόμου, ο δημιουργός του έργου μπορεί να καταρτίζει συμβάσεις, με τις οποίες αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο και αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει εξουσίες, που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (συμβάσεις εκμετάλλευσης), ενώ κατά την § 2 ο δημιουργός του έργου μπορεί να επιτρέπει σε κάποιον άλλον την άσκηση εξουσιών, που απορρέουν από το περιουσιακό του δικαίωμα (άδειες εκμετάλλευσης). Οι δε δικαιοπραξίες, που αφορούν είτε στη μεταβίβαση εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα και την ανάθεση ή την άδεια εκμετάλλευσης του έργου, είτε στην άσκηση του ηθικού δικαιώματος, είναι άκυρες, αν δεν καταρτισθούν εγγράφως. Την ακυρότητα αυτή μπορεί να επικαλεσθεί μόνον ο πνευματικός δημιουργός (άρθρ. 14 του ν. 2121/ 1993). Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση του τύπου επιφέρει ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών, η οποία, όμως, είναι σχετική, γιατί εναπόκειται στο δημιουργό να την επικαλεστεί, ενώ αναπτύσσουν πλήρη ενέργεια μέχρι να γίνει επίκληση της ακυρότητάς τους (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1065/2014). Έτσι εάν η δικαιοπραξία δεν έχει, παρά την επιταγή του άνω άρθρου, συνομολογηθεί εγγράφως, είναι άκυρη (ΑΚ 180) και επομένως ο δημιουργός διατηρεί τόσο το περιουσιακό, όσο και το ηθικό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του έργου του (ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1306/ 2012). Περαιτέρω, η διάταξη της § 2 του άρθρου 15 του ως άνω ν. 2121/ 1993 ορίζει, ότι: «Αν δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή των συμβάσεων ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια». Ως στοιχεία δε, που συνεκτιμώνται προς διαπίστωση της συνδρομής συναλλακτικής συνήθειας, ικανής να αποκλείσει την εφαρμογή του (ενδοτικού)  κανόνα  της § 2 του άρθρου 15 του ν. 2121/1993, προτάσσονται τα ακόλουθα: α) η ύπαρξη ή μη συνήθους διάρκειας των συμβάσεων (μεταβίβασης ή εκμετάλλευσης), που καταρτίζονται στο πλαίσιο του οικείου επαγγελματικού κλάδου, σε συνάρτηση με το είδος του υπό εκμετάλλευση έργου, β) το γενικότερο πλέγμα των σχέσεων και της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλόμενων (λ.χ. συνεργασία με μόνιμο ή περιουσιακό χαρακτήρα) και γ) οι ιδιαιτερότητες της συμφωνηθείσας εκμετάλλευσης, όπως η αναγνωρισιμότητα, η φήμη του δημιουργού, η έκταση της επένδυσης, το είδος και το ύψος της συμφωνημένης αμοιβής. Στην περίπτωση, που δεν καθορίζεται στο συμβατικό κείμενο, ρητά ή κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης, η διάρκεια της σύμβασης μεταβίβασης περιουσιακών εξουσιών του πνευματικού δικαιώματος ή παροχής άδειας εκμετάλλευσης αυτών, προκρίνεται, κατά σύμπλευση με τη γενική αρχή προστασίας και εύνοιας του δημιουργού που διαπνέει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, ευθέως η εφαρμογή του ειδικού συμπληρωματικού κανόνα (ενδοτικού δικαίου) της § 2 του άρθρου 15 του ν. 2121/1993,χωρίς να προηγείται αυτής η κατ’ άρθρο 173 και 200 ΑΚ εξηγητική και συμπληρωματική ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των μερών προς διαπίστωση κενού, σχετικά με τη χρονική διάρκεια της σύμβασης και, σε περίπτωση κατάγνωσης τέτοιου, η πλήρωσή του με τη συμπληρωματική ερμηνεία του άρθρου 200 ΑΚ. (…). Κατ’ άρθρ. 39 ν. 2121/1993 συμφωνίες, που προβλέπουν ρυθμίσεις διαφορετικές ή ύψος αμοιβών χαμηλότερο από τα καθοριζόμενα με τα προηγούμενα άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, είναι, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στο Νόμο, άκυρες κατά το μέτρο που περιέχουν ρήτρες δυσμενέστερες για τους δημιουργούς» (ΑΠ 1306/2012)(...). 

(…) Ο ενάγων υπό την ιδιότητά του ως μεταφραστής συνεργάστηκε με τον εναγόμενο και συγκεκριμένα κατήρτισε με αυτόν προφορικά υποσχετικές αποκλειστικές συμβάσεις έντυπης έκδοσης των παραπάνω έργων του με σκοπό την εκμετάλλευσή τους (αναπαραγωγή, θέση σε κυκλοφορία και διανομή στο κοινό) με σχετικές συμβάσεις εκμετάλλευσης για καθένα από τα έργα αυτά, δυνάμει των οποίων παραχώρησε στον εναγόμενο το δικαίωμα να εκδώσει σε βιβλία τις μεταφράσεις των ως άνω έργων και να κυκλοφορήσει διανέμοντας αυτά στο κοινό μέσω του εκδοτικού οίκου του, από την πλευρά του δε ο εναγόμενος εκδότης ανέλαβε την υποχρέωση εκμεταλλευτεί τα εν λόγω έργα και να καταβάλει εφάπαξ αμοιβή στον ενάγοντα για την εκμετάλλευση αυτή. Με τις συμβάσεις αυτές για κάθε έργο, που ήταν αποκλειστικές και εκκινούν από το έτος …, ουδόλως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ο τρόπος (μία ή περισσότερες εκδόσεις, αριθμός αντιτύπων της έκδοσης) και η χρονική διάρκεια κάθε σύμβασης εκμετάλλευσης. Σε εκτέλεση των συμφωνιών αυτών ο ενάγων παρέδωσε τα εν λόγω μεταφρασμένα έργα του στον εναγόμενο, ο οποίος προέβη στην έκδοση αυτών και διανομή στο κοινό κατ' αποκλειστικότητα, τα έργα δε αυτά κυκλοφορούν στην αγορά με εκδόσεις, ορισμένα δε, κατά τα κατωτέρω, με συνεχείς επανεκδόσεις ανελλιπώς μέχρι σήμερα. (...) Σχετικά με την εφάπαξ αμοιβή του ενάγοντος, που του καταβαλλόταν μετά την ολοκλήρωση και παράδοση κάθε μεταφρασμένου έργου του, αποδείχθηκε ότι αυτή είχε καθοριστεί από τον εναγόμενο με βάση έναν τύπο(...), με τον οποίο πλήρωνε και άλλους συνεργάτες του, τον οποίο είχε αποδεχθεί ο ενάγων. (...) Ωστόσο αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται όταν το έτος … ο εναγόμενος προσέβαλε κατάφωρα το ηθικό δικαίωμα του ενάγοντος και δη ως προς την εξουσία που αφορούσε τον τρόπο παρουσίασης αυτού στο κοινό σχετικά με το έργο του ΚΤΚΙ (...) και έλαβε χώρα χωρίς ο ενάγων να ενημερωθεί σχετικά και φυσικά, χωρίς ουδέποτε να συναινέσει προς τούτο, και αποτελεί παράνομη και υπαίτια από βαρύτατη αμέλεια προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος επί του έργου του αυτού. (...)

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την εκμετάλλευση των πνευματικών δημιουργημάτων του ενάγοντος, εκτιμώμενος ως ένσταση εκ του άρθρου 13 § 2 του ν. 2121/1993, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, εφόσον αρνείται τη συνδρομή της προσβολής στο απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της καθ' υποφορά προτεινόμενης με την ένδικη αγωγή αντένστασης του ενάγοντος περί ακυρότητας των μεταξύ αυτού και του εναγόμενου συναφθεισών προφορικών συμβάσεων, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου (άρθρο 14 του ν. 2121/1993), καθόσον, όπως προεκτέθηκε, υπήρχαν μεν προφορικές υποσχετικές συμφωνίες (χωρίς ειδικότερη αναφορά στον τρόπο εκμετάλλευσης και την χρονική διάρκεια αυτών) μεταξύ των διαδίκων περί εκμετάλλευσης των ως άνω μεταφράσεων του ενάγοντος, πλην όμως ενόψει του ότι ουδέποτε συνήφθησαν μεταξύ τους έγγραφες συμβάσεις εκμετάλλευσης, με τις οποίες ο τελευταίος να του παραχωρεί το δικαίωμα να εκδώσει σε βιβλία τις μεταφράσεις των ως άνω έργων και να κυκλοφορήσει αυτά μέσω του δικού του εκδοτικού οίκου, οι προφορικές μεταξύ τους συμβάσεις, που αφορούν το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του ενάγοντος δημιουργού, λόγω μη τήρησης του έγγραφου συστατικού τύπου, ήταν άκυρες (ΑΚ 180), και επομένως ο ενάγων δημιουργός διατηρεί τόσο το περιουσιακό όσο και το ηθικό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας επί των έργων του, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, και κατά συνέπεια η εμπορική εκμετάλλευση που εξακολουθεί να κάνει ο εναγόμενος λαμβάνει χώρα χωρίς την άδεια του δικαιούχου και είναι παράνομη (...)

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σ'αυτούς (...). Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή ασάφεια στις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις έντυπης εκδόσεως των έργων του αναιρεσιβλήτου, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών, με το να δεχθεί ότι: α) ο αναιρεσίβλητος με τις επίδικες συμβάσεις παραχώρησε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα να εκδώσει σε βιβλία τις μεταφράσεις των έργων του και να κυκλοφορήσει, διανέμοντας αυτά στο κοινό, μέσω του εκδοτικού οίκου του, καταβάλλοντας στον αναιρεσίβλητο εφάπαξ αμοιβή γι'αυτή την εκμετάλλευση, χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο αριθμός των εκδόσεων και αντιτύπων και η χρονική διάρκεια κάθε σύμβασης εκμεταλλεύσεως, β) σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε τα μεταφρασμένα έργα του στον αναιρεσείοντα, ο οποίος προέβη στην έκδοση αυτών και διανομή στο κοινό κατ'αποκλειστικότητα, ορισμένα δε από τα έργα κυκλοφορούν στην αγορά με συνεχείς επανεκδόσεις ανελλιπώς από το …μέχρι σήμερα, γ) η εφάπαξ αμοιβή του αναιρεσιβλήτου που του καταβαλλόταν μετά την ολοκλήρωση και παράδοση κάθε μεταφρασμένου έργου του, είχε καθορισθεί από τον αναιρεσείοντα σε ….ευρώ το … σέλιδο, υπολογιζόμενο με βάση σελίδα των …. χαρακτήρων, τον οποίο είχε αποδεχθεί ο αναιρεσίβλητος. Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω προφορικών συμβάσεων προκύπτει και από το ότι δεν κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός αυτών, ούτε χρησιμοποίησε ενδοιαστικές εκφράσεις. Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από τους συμφωνηθέντες από τους διαδίκους όρους που αποτέλεσαν περιεχόμενο των εν λόγω προφορικών συμβάσεων, με βάση τις οποίες αυτοί συνεργάστηκαν συνεχώς από το έτος …,χωρίς να δημιουργείται στο δικαστήριο καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι, αν το Εφετείο είχε εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίκληση της ακυρότητας της μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος άκυρης συμβάσεως αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού είχαν προηγηθεί νέες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων για την έκδοση νέου βιβλίου του αναιρεσιβλήτου τον Ιούνιο και τον Νοέμβριο του …, δεν ιδρύει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, καθόσον η κρίση του Εφετείου περί ακυρότητας της συμβάσεως δεν συνιστά ερμηνεία αυτής και ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή καθιστά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, απαράδεκτο. (...) Ο εναγόμενος, προς απόκρουση της αντενστάσεως του ενάγοντος εκ του άρθρου 14 του ν. 2121/1993, προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι ότι η άσκηση του δικαιώματος επίκλησης της ακυρότητας της άτυπης άδειας εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος του ενάγοντος επί των επίδικων πνευματικών έργων του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του ενάγοντος υπάρχει εικοσαετής προφορική συνεργασία με κύρια χαρακτηριστικά την εφάπαξ αμοιβή του ενάγοντος μεταφραστή, στην οποία αυτός είχε πλήρως συμφωνήσει, ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής ουδέποτε ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για οποιοδήποτε θέμα και δη για την αμοιβή του ή την άδεια εκμετάλλευσης των έργων του, με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Νοέμβριο του … συμφώνησε σε νέα συνεργασία για να εκδοθεί και το τελευταίο από αυτόν μεταφρασμένο βιβλίο, ότι η επί εικοσαετία συνεργασία τους, στην οποία έχει επενδύσει χρήματα και έχει καθορίσει και την επιχειρηματική δράση του μικρού εκδοτικού οίκου του, δοθέντος ότι μάλιστα για τέσσερα από τα έργα αυτά δεν έχει παρέλθει πενταετία από την πρώτη έκδοση ή την αναθεώρηση (του ενός), και την μέχρι το Δεκέμβριο … καλή συνεργασία χωρίς να εκφράσει καμία δυσαρέσκεια στα αποσταλέντα μεταξύ τους emails, δημιούργησε σ’ αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν προτίθεται να ασκήσει τα δικαιώματά του λόγω της άτυπης μεταξύ τους σύμβασης, η δε μεταγενέστερη άσκησή τους προκαλεί ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες, ήτοι ακύρωση των συμφωνιών διανομής και πώλησης των βιβλίων και οικονομική ζημία (...) Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι ορισμένος (...), ενώ η ένσταση αυτή μπορεί να προβληθεί και κατά του απολύτου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη. (...) Ωστόσο, όπως εκτενώς έχει αναφερθεί παραπάνω, ήδη από το έτος …οι σχέσεις των διαδίκων είχαν κλονιστεί ενώ, …, ο ενάγων είχε εκδηλώσει επανειλημμένα και σαφώς προς τον εναγόμενο την πρόθεσή του σύμφωνα με την οποία η εφεξής συνεργασία τους να πραγματοποιηθεί κατόπιν υπογραφής μεταξύ τους έγγραφης σύμβασης που θα διασφάλιζε τα πνευματικά δικαιώματά του επί των έργων του σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 2121/1993, χορήγησε δε ο ενάγων την συναίνεσή του για την έκδοση, τον Νοέμβριο του … του τελευταίου βιβλίου του πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου ότι άμεσα θα υπογραφόταν μεταξύ τους σχετική έγγραφη σύμβαση που θα επαναπροσδιόριζε τις μεταξύ τους σχέσεις για το μέλλον, ώστε η εκμετάλλευση των έργων του εκ μέρους του εναγόμενου να μην είναι ισόβια και να έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια με ρητές συμφωνίες ως προς τις επανεκδόσεις- ανατυπώσεις των έργων και του καθορισμού των όρων που θα λαμβάνουν χώρα αυτές με τη νόμιμη αμοιβή (άρθρο 33 § 6 ν. 2121/1993), αίτημα σαφώς ερειδόμενο στο νόμο και απολύτως δίκαιο για έναν πνευματικό δημιουργό αν ληφθούν υπόψη οι παραπάνω αποδειχθείσες συνθήκες εκμετάλλευσης των έργων από τον εναγόμενο, όπως η χωρίς ειδική (έστω και προφορική) συμφωνία του χρόνου εκμετάλλευσης, η χωρίς ειδική (έστω και προφορική) συμφωνία του τρόπου εκμετάλλευσης των έργων (αριθμός εκδόσεων, αριθμός αντιτύπων), η μικρή εφάπαξ αμοιβή του ενάγοντος κατά την πρώτη έκδοση χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επανεκδόσεις. Πλην, όμως, ο εναγόμενος, (...) δεν προσέτρεξε ουσιαστικά στην σύναψη έγγραφης σύμβασης (...) Ακολούθως, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο εναγόμενος, συνεπεία της άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, θα υποστεί υλική ζημία (...), το γεγονός αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαχθής συνέπεια για αυτόν, ώστε να καταστήσει μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος κατά την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος που να αντίκειται στο δίκαιο και την ηθική, λαμβανομένου υπόψη ότι σταδιακά για κάθε έργο (όπως οι προφορικές συμφωνίες αναφέρονται παραπάνω) από το έτος … επί σειρά ετών ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται κατ' αποκλειστικότητα τα πνευματικά έργα του ενάγοντος με συνεχείς εκδόσεις (όπως έχει αναφερθεί) χωρίς έλεγχο αυτών, γεγονός που του έχει αποφέρει κέρδη, που μπορούν να αντισταθμίσουν εν προκειμένω την όποια υλική ζημία του από την επίκληση του δικαιώματος από τον ενάγοντα, ενώ, είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι για τα πρώτα επτά έργα έχει ήδη παρέλθει από την πρώτη έκδοση κάθε έργου και η προβλεπόμενη από τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 15 § 2 του ν. 2121/1993 πενταετής διάρκεια της σύμβασης εκμετάλλευσης, εφόσον δεν καθορίζεται η διάρκεια της (απαιτούμενης έγκυρης/γραπτής) σύμβασης και δεν προκύπτει (και εν προκειμένω) κάτι διαφορετικό από τα συναλλακτικά ήθη, όσον αφορά δε το όγδοο και τελευταίο έργο, όπως εκτενώς έχει αναφερθεί, η συναίνεση του ενάγοντος το Νοέμβριο του … δόθηκε ενόψει των υποσχέσεων του εναγόμενου για κατάρτιση έγγραφης σύμβασης. Εξάλλου, η αδυναμία διανομής των έργων και η εξ αυτής επικαλούμενη ηθική βλάβη του εναγόμενου, αποτελεί αυτόθροη συνέπεια της προσβολής του περιουσιακού δικαιώματος του δημιουργού. Πέραν τούτων, υπό το φως των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο ως άνω υλικές συνέπειες, σταθμιζόμενες με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται σε βάρος του ενάγοντος δικαιούχου, είναι ασφαλώς υποδεέστερες σε σχέση με αυτές που επέρχονται στο ενάγοντα δημιουργό από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του και δη την οριστική αποκοπή αυτού από τα πνευματικά έργα του, από άποψη κοινωνικής τάξης και ευρυθμίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του άρρηκτου προσωπικού δεσμού του ενάγοντος δημιουργού με κάθε έργο του, που είναι αποτέλεσμα τεράστιας προσπάθειας, πολλών ωρών και επί σειρά ετών έρευνας, επίπονης μελέτης και εργασίας, και της απόλυτης συνέπειάς του για την παρουσίαση του βέλτιστου αποτελέσματος. 

(...) Άλλωστε, με την κατάρτιση εκδοτικής σύμβασης δημιουργείται μια σχέση ιδιάζουσας εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, έντονα προσωποπαγής, που απαρτίζεται από στοιχεία οικονομικά και προσωπικά και διέπεται από τις αρχές της αυξημένης εμπιστοσύνης, ο δε δημιουργός επιλέγει να απευθυνθεί σε συγκεκριμένο εκδότη αποβλέποντας στην επιμελή έκδοση του έργου του, που θα του αποφέρει οικονομική επιτυχία αλλά και ηθική δικαίωση, ενώ η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 15 § 2 του ν. 2121/1993 επιδιώκει να προστατεύσει τον δημιουργό από υπερβολικά μακροχρόνιες δεσμεύσεις του περιουσιακού του δικαιώματος, εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή του στην οικονομική αξιοποίηση του έργου του, παράλληλα, διασφαλίζει και τα συμφέροντα του εκδότη παρέχοντάς του ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να αποσβέσει τις επενδύσεις του.

Εν προκειμένω, τόσο με την προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος στο προμνημονευόμενο έργο του, όσο και από το ότι οι συμβάσεις έντυπης έκδοσης έχουν καταρτιστεί και λειτουργήσει χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και ο εναγόμενος εκδότης αρνείται πρόσκληση για τη σύναψη έγγραφης σύμβασης, έχει κλονιστεί η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που τους συνδέει, γεγονός το οποίο δημιουργεί, ενόψει της μορφής της σύμβασης ως απολύτως εμπιστευτικής, αφόρητο δεσμό για τον ενάγοντα, εφόσον - παρά την οριστική άρση της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ τους- δεν του δίδεται η δυνατότητα να αποδεσμευθεί και αποκόπτεται έτσι από τα έργα του για όλη τη διάρκεια του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του. Τούτο δε σε συνδυασμό και με την μακρόχρονη εκμετάλλευση των έργων από τον εναγόμενο και των λοιπών ως άνω ειδικών περιστάσεων που αποδείχθηκαν δημιουργούν αίσθημα αδικίας σε βάρος του ενάγοντος δημιουργού και αντίκεινται στην έννοια της δικαιοσύνης. Συν­ακόλουθα, η συμπεριφορά του ενάγοντος σχετικά με τα πνευματικά του δικαιώματα και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε μέχρι και την άσκηση του ένδικου δικαιώματος με την επίκληση της ακυρότητας των άτυπων συμβάσεων εκμετάλλευσης των έργων του, αλλά και οι περιστάσεις που εκτίθενται ειδικότερα παραπάνω, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική και η συναφής προβληθείσα ένσταση από τον εναγόμενο εκ του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. 

Ακολούθως, όσον αφορά την προπεριγραφόμενη υπαίτια προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος επί του έργου του ΚΤΚΙ, ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι σε κάθε περίπτωση ο ενάγων εντέλει έδωσε την συγκατάθεσή του στο ζήτημα αυτό που αφορούσε τον τρόπο παρουσίασης του εν λόγω έργου του στο κοινό, ισχυρισμός που είναι νόμιμος ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2121/1993, και νόμιμα επαναφέρεται με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έχουν αποδειχθεί, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων όχι μόνο ουδέποτε συναίνεσε στον τρόπο παρουσίασης του ως άνω έργου του στο κοινό μέσω των διαφημιστικών φυλλαδίων, αλλά αντίθετα άμεσα διαμαρτυρήθηκε έντονα, μόλις έλαβε γνώση, και απαίτησε την απόσυρσή τους και την εκτύπωση νέων, κατά τα εκτεθέντα, την διαμαρτυρία του δε αυτή διατύπωνε και στην συνέχεια σε κάθε περίσταση, όπως με την αποστολή προς τον εναγόμενο του από … εξωδίκου. Πλην, όμως, ο εναγόμενος, αν και ως εκδότης είχε παρεπόμενη υποχρέωση πίστης απέναντι στον ενάγοντα δημιουργό, που συνίσταται στην ανάδειξη των ηθικών και περιουσιακών δικαιωμάτων του και στην αποφυγή κάθε πράξης ικανής να βλάψει τη φήμη του δημιουργού και τη διάδοση του έργου του και ικανής να υποβαθμίσει το κύρος και τη σοβαρότητα του έργου του, ουδέν έπραξε αλλά αντίθετα διένειμε τα διαφημιστικά φυλλάδια ως είχαν. Ούτε, άλλωστε, με βάση την γενική αρχή της καλής πίστης, η παρουσίαση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δικαίωμα του εναγόμενου και απαραίτητη για την οικονομική αξιοποίηση του έργου ή ασήμαντη προσβολή του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος, καθόσον αφορούσε την μεταβολή της απόδοσης ουσιώδους φιλοσοφικής έννοιας, με την επιλογή μιας άλλης μετάφρασης (την οποία μάλιστα ο εναγόμενος και οι μάρτυρές του θεωρούν εγκυρότερη), επί της οποίας (φιλοσοφικής έννοιας) βασίζεται μεγάλο μέρος του έργου του και υφίσταται δημόσιος διάλογος, κατά τα προεκτεθέντα. Ούτε άλλωστε μπορεί να εκτιμηθεί ως συναίνεση η κατά το Νοέμβριο … άτυπη συμφωνία των διαδίκων για την εκτύπωση και διανομή από τον εναγόμενο και του τελευταίου έργου του ενάγοντος, διότι η άτυπη συμφωνία αυτή έγινε υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες και με τις υποσχέσεις του εναγόμενου ότι θα στέρξει στην σύναψη έγγραφης σύμβασης. Σύμφωνα δε με τα παραπάνω αποδειχθέντα ως ουσιαστικά αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ηθικού δικαιώματος του ενάγοντος, που προέβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο ...». Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, (...) ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων, συνεπεία τη ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος θα υποστεί υλική ζημία (...) λαμβανομένου υπόψη ότι για κάθε έργο από το … επί σειρά ετών ο αναιρεσείων εκμεταλλεύεται κατ'αποκλειστικότητα τα πνευματικά έργα του αναιρεσιβλήτου με συνεχείς εκδόσεις, χωρίς έλεγχο αυτών, που του έχουν αποφέρει κέρδη, τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν την όποια υλική ζημία του από την άσκηση του ένδικου δικαιώματος, η δε αδυναμία διανομής των έργων και η εξ αυτής βλάβη του αναιρεσιβλήτου αποτελεί συνέπεια της προσβολής του περιουσιακού δικαιώματος του δημιουργού. Επιπλέον οι ως άνω υλικές συνέπειες για τον αναιρεσείοντα, σταθμιζόμενες με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται σε βάρος του αναιρεσιβλήτου είναι υποδεέστερες σε σχέση με αυτές που επέρχονται στον τελευταίο με την οριστική αποκοπή αυτού από τα πνευματικά έργα του, ενόψει του άρρηκτου προσωπικού δεσμού του ως δημιουργού με κάθε έργο του. Περαιτέρω ο κλονισμός της ιδιαίτερης σχέσεως εμπιστοσύνης που συνέδεε τους διαδίκους, σε συνδυασμό με την μακρόχρονη εκμετάλλευση των έργων από τον αναιρεσείοντα και των λοιπών ως άνω περιστάσεων δημιουργούν αίσθημα αδικίας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια η συμπεριφορά του τελευταίου σχετικά με τα πνευματικά του δικαιώματα και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση του ένδικου δικαιώματος με την επίκληση της ακυρότητας των άτυπων συμβάσεων εκμεταλλεύσεως των έργων του, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεώς του. 

Ενόψει του ότι: 

α) ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε συνήνεσε στον τρόπο παρουσιάσεως του έργου του Κ. της Κ.Ι. στο κοινό μέσω των επίδικων διαφημιστικών φυλλαδίων του αναιρεσείοντος, αλλά διαμαρτυρήθηκε άμεσα, απαιτώντας την απόσυρση αυτών και την εκτύπωση νέων και με την αποστολή εξωδίκου στον αναιρεσείοντα και 

β) με βάση την καλή πίστη θεωρείται σημαντική προσβολή του ηθικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αφορούσε τη μεταβολή της αποδόσεως ουσιώδους φιλοσοφικής εννοίας, με την επιλογή μιάς άλλης μεταφράσεως, επί της οποίας (φιλοσοφικής εννοίας) βασίζεται μεγάλο μέρος του έργου του αναιρεσιβλήτου η άσκηση του ηθικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν καθίσταται καταχρηστική. 

 


 

ΣΧΟΛΙΟ

Σύμβαση έντυπης έκδοσης μετάφρασης

 

Η σχολιαζόμενη απόφαση που αφορά συμφωνία μεταξύ πνευματικού δημιουργού μεταφράσεων και εκδότη, παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον, καθώς κρίνει εναργέστατα επί σημαντικών θεμάτων του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το αποτέλεσμα της μετάφρασης είναι πνευματικό έργο (υπό τον όρο της πρωτοτυπίας, όπως απαιτείται για όλα τα πνευματικά έργα), μνημονευόμενο ειδικά στο νόμο (άρθρ. 2 § 2 ν. 2121/1993). Επίσης είναι παράγωγο έργο, διότι αποτελεί «μετατροπή» προϋπάρχοντος έργου, επομένως, προϋποθέτει την συναίνεση του δημιουργού του αρχικού έργου (η μετάφραση, ως διεργασία, αποτελεί μία από τις εξουσίες του απόλυτου δικαιώματος επιτρέπειν ή απαγορεύειν κατ’ άρθρ. 3 § 1 στοιχ. β’ ν. 2121/1993). 

Η σύμβαση έκδοσης πνευματικού έργου έχει αυξημένη σπουδαιότητα, καθώς είναι η κυριότερη από τις συμβάσεις εκμετάλλευσης πνευματικού έργου, με βάση την οποία ένα έργο [κάθε μορφής, π.χ. γραπτού λόγου (λογοτεχνικό, επιστημονικό, θεατρικό), μουσικό, οπτικοακουστικό, εικαστικό] συμφωνείται όπως αναπαραχθεί και αντίτυπά του κυκλοφορήσουν/διανεμηθούν στο κοινό μέσω πώλησης ή άλλου τρόπου1. Υποκατηγορία της εκδοτικής σύμβασης, είναι η  έντυπη έκδοση, που ακριβώς λόγω της σπουδαιότητας και συχνότητάς της στις συναλλαγές, έχει ρυθμισθεί ειδικώς από το δίκαιό μας με την διάταξη του άρθρ. 33 ν. 2121/1993. Στην υποκατηγορία αυτήν ανήκει η σύμβαση έντυπης έκδοσης μετάφρασης που απασχολεί την σχολιαζόμενη απόφαση2.

Δεδομένου ότι, συχνότατα, η μετάφραση δεν είναι ήδη έτοιμη, αλλά εκπονείται αφού συμφωνηθεί η έντυπη έκδοσή της, εμφανίζει αποσπασματικά στοιχεία σύμβασης έργου3. Ο μεταφραστής υποχρεούται να εκπονήσει την μετάφραση, να μεταφράσει δηλαδή το πρωτότυπο έργο και να παραδώσει αυτήν στον εκδότη, ο δε εκδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει την αμοιβή για την εκπόνηση της μετάφρασης. 

Κυρίως όμως, είναι (sui generis) σύμβαση εκμετάλλευσης πνευματικού έργου4, όπου ο μεταφραστής υποχρεούται να εκχωρήσει στον εκδότη τις περιουσιακές εκείνες εξουσίες που είναι αναγκαίες για την κυκλοφορία της μετάφρασης (δηλ. καταρχάς αναπαραγωγής και διανομής πνευματικού έργου και, εάν έχουν συμφωνηθεί και άλλοι τρόποι εκμετάλλευσης, τις αντίστοιχες εξουσίες π.χ. διασκευής, ώστε να καταστεί θεατρικό έργο ή σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, ή μετάφρασης της ήδη εκπονηθείσας μετάφρασης σε άλλη γλώσσα κ.α.) και ο εκδότης υποχρεούται να καταβάλει στον δημιουργό ποσοστιαία (κατά κανόνα) αμοιβή για κάθε πράξη εκμετάλλευσης (διανομή, διασκευή, εκμετάλλευση ως σενάριο οπτικοακουστικού έργου, συμπερίληψη αποσπασμάτων σε αφιέρωμα, λεύκωμα, κ.λπ.).   

Λόγω του έργου της εκπόνησης της μετάφρασης που ο δημιουργός αναλαμβάνει, συχνά επιχειρείται από τον εκδότη η άντληση επιχειρημάτων από τις διατάξεις του ΑΚ περί της συμβάσεως έργου, με απώτερο στόχο να θεωρηθεί ότι ο μεταφραστής έχει μεταβιβάσει άπαντα τα δικαιώματά του επί του μεταφραστικού του έργου και επομένως ότι ο εκδότης έχει δικαίωμα να εκδίδει και να επανεκδίδει για όσο χρόνο και όσες φορές επιθυμεί και να προβαίνει σε όλες τις πράξεις εκμετάλλευσης του έργου της μετάφρασης.

Η σχετική με την πνευματική ιδιοκτησία νομοθεσία περιέχει διατάξεις που αφορούν τινές συμβάσεις εκμετάλλευσης πνευματικών έργων, όχι όμως σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να ρυθμίζει εξαντλητικά τις δικαιοπραξίες που αφορούν πνευματικά έργα. Έτσι, είναι δυνατόν να κληθούν να ισχύσουν αναλογικά τινές διατάξεις του αστικού μας δικαίου. Γίνεται δεκτό ότι η εφαρμογή διατάξεων ενοχικού δικαίου στην εκδοτική σύμβαση είναι δυνατή μόνον στο μέτρο που απαιτείται για την κάλυψη κενών του ειδικού νόμου που την διέπει, δηλ. του ν. 2121/19935. Την ως άνω θέση επιβεβαίωσε η ΑΠ 1306/20126, η οποία έκρινε ότι εάν συμφωνηθεί μεταξύ μεταφραστή και εκδότη ότι επί μη έγκαιρης παράδοσης της μετάφρασης του έργου, ο μεταφραστής χάνει το δικαίωμά του προς αμοιβή, ο όρος αυτός είναι άκυρος, καθώς περιέχει ρήτρα δυσμενέστερη -σε σχέση με όσα ο νόμος ορίζει- για τον δημιουργό (άρθρ. 39 ν. 2121/1993). 

Επομένως, διεπόμενη από τον ειδικό νόμο 2121/1993, η σύμβαση έκδοσης μετάφρασης, όπως κάθε σύμβαση εκμετάλλευσης πνευματικού έργου ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 12 (μεταβίβαση), 13 (συμβάσεις ή άδειες εκμετάλλευσης, απαγόρευση μεταβίβασης συνόλου μελλοντικών έργων και μη γνωστών κατά τον χρόνο της σύμβασης, αλλά μελλοντικώς ανακαλυφθησόμενων, τρόπων εκμετάλλευσης), 14 (έγγραφος τύπος), 15 (μερισμός εξουσιών, σκοπός σύμβασης), 17 (η μεταβίβαση του υλικού φορέα του έργου δεν επιφέρει μεταβίβαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν παρέχει στον νέο κτήτορα εξουσίες εκμετάλλευσης του έργου) και μετά την τροποποίησή του ν. 2121/1993 από τον ν. 4996/2022 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2019/790 από τις νεοεισερχόμενες διατάξεις των άρθρ. 15Α (υποχρέωση του εκμεταλλευόμενου το έργο να παρέχει μία φορά τουλάχιστον κατ’ έτος επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την εκμετάλλευση) και άρθρ. 15Β δικαίωμα ανάκλησης, 32 (δίκαιη και αναλογική, κατά κανόνα, ποσοστιαία αμοιβή), άρθρ. 39 (ακυρότητα συμφωνιών που προβλέπουν ρυθμίσεις διαφορετικές ή ύψος αμοιβών χαμηλότερο από τα καθοριζόμενα στον ν. 2121/ 1993, κατά το μέτρο που περιέχουν ρήτρες δυσμενέστερες για τους δημιουργούς). Εφόσον μιλούμε για έντυπη έκδοση μετάφρασης, η συμφωνία αυτή υπόκειται στους ακόμη πιο ειδικούς, αναγκαστικού δικαίου, κανόνες του άρθρ. 33 ν. 2121/1993 για τις έντυπες εκδόσεις.

Μεταξύ αυτών των διατάξεων που προαναφέραμε, ξεχωρίζουν η διάταξη που καθιερώνει συστατικό έγγραφο τύπο υπέρ του δημιουργού. Κατ’ άρθρ. 14 ν. 2121/1993 δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα, καθώς και την σύμβαση ή την άδεια εκμετάλλευσης και την άσκηση του ηθικού δικαιώματος, είναι άκυρες αν δεν καταρτισθούν εγγράφως. Η μη τήρηση του τύπου αυτού επιφέρει ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών, ακυρότητα όμως σχετική, διότι εναπόκειται μόνον στον πνευματικό δημιουργό να την επικαλεσθεί και όχι στον αντισυμβαλλόμενό του7. Η περί συστατικού εγγράφου τύπου διάταξη, είναι όχι μόνον αναγκαστικού δικαίου, αλλά και δημόσιας τάξης8. Ο δικαιολογητικός σκοπός αυτής της ρύθμισης είναι η προστασία του δημιουργού, ο οποίος κατά την συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι σε ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση έναντι του εκδότη. Σημειωτέον, ότι, από τον κανόνα αυτόν δεν προβλέπεται καμία απολύτως εξαίρεση για κανένα είδος έργου ή εκμετάλλευσης, ακόμη και αν τυχόν υφίσταται συναλλακτική συνήθεια, με βάση την οποία η εκμετάλλευση μίας κατηγορίας έργων ή ένα είδος εκμεταλλεύσεως είθισται να συμφωνείται προφορικά9

Ισάξιας σπουδαιότητας είναι ο καθορισμός εκ του νόμου ανώτατης διάρκειας της μεταβίβασης, των συμβάσεων ή αδειών εκμετάλλευσης των περιουσιακών εξουσιών (5 έτη), εφόσον δεν προβλέπεται άλλως στην έγγραφη (υποχρεωτικά) σύμβαση. Κατ’ άρθρ. 15 ν. 2121/1993 η μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και οι συμβάσεις ή άδειες εκμετάλλευσης μπορούν να είναι περιορισμένες από την άποψη των εξουσιών, του σκοπού, της διάρκειας, της τοπικής ισχύος και της έκτασης ή των μέσων εκμετάλλευσης, ενώ αν δεν καθορίζεται η διάρκεια, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται στα 5 έτη. 

Επίσης, όπως ειπώθηκε η σύμβαση της έντυπης έκδοσης ρυθμίζεται ειδικώς με την διάταξη του άρθρ. 33 ν. 2121/1993, η οποία καθορίζει κανόνες αναγκαστικού δικαίου που περιορίζουν την συμβατική ελευθερία για λόγους προστασίας του πνευματικού δημιουργού έναντι του εκδότη.  Αυτοί είναι κυρίως: η υποχρεωτικότητα της ποσοστιαίας αμοιβής και της αναγραφής του ονόματος του δημιουργού στο έργο. Παρόμοιοι  κανόνες επιβάλλονται  από  τις §§ 6 και 7 του άρθρου 33 ν. 2121/1993, ειδικά για την έντυπη έκδοση μετάφρασης, με ελαφρές διαφοροποιήσεις, αφού καθιερώνεται η υποχρεωτικότητα της ποσοστιαίας αμοιβής, όπου το ποσοστό υπολογίζεται επί της λιανικής τιμής πώλησης των αντιτύπων της μετάφρασης, αλλά χωρίς καθορισμό ελάχιστου ποσοστού, όπως ρητά κάνει ο νόμος για τον συγγραφέα) και η υποχρεωτικότητα αναγραφής του ονόματος του μεταφραστή στην σελίδα του κύριου τίτλου του βιβλίου. Σημειώνεται ότι η αμοιβή δύναται κατ΄εξαίρεση να είναι κατ΄ αποκοπήν και όχι ποσοστιαία, όταν πρόκειται για λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, ανθολογίες, σχολικά βιβλία, λευκώματα, ημερολόγια, ατζέντες, ημερολόγια, πρακτικοί οδηγοί, πρόλογοι, εισαγωγές, παρουσιάσεις, εικονογραφήσεις, μη λογοτεχνικά εικονογραφημένα παιδικά βιβλία, πολυτελείς εκδόσεις περιορισμένου αριθμού εντύπων και περιοδικά, εφημερίδες.  Επιπλέον, ισχύει και για την έντυπη έκδοση μετάφρασης η νομοθετική ρύθμιση με βάση την οποία, όπου απαιτείται ή συμφωνείται ποσοστό επί της λιανικής τιμής πώλησης, όλα τα αντίτυπα πρέπει να φέρουν την υπογραφή του μεταφραστή, εκτός αν έχει συμφωνηθεί άλλος τρόπος ελέγχου (§ 5 άρθρ. 33 ν. 2121/1993). 

Από τη σχολιαζόμενη απόφαση ανακύπτουν δύο βασικά ζητήματα που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής: αφενός ο υποχρεωτικός, συστατικός, έγγραφος τύπος της σύμβασης έκδοσης/εκμετάλλευσης πνευματικού έργου και οι συνέπειες από την έλλειψή του και, αφετέρου, η εφαρμογή της γενικής αρχής της απαγόρευσης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. 

Η σχολιαζόμενη διευκρινίζει ότι επί προφορικής συμφωνίας μεταξύ εκδότη και μεταφραστή δεν χωρεί προσφυγή στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, διότι οι διατάξεις αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη έγκυρης δικαιοπραξίας με ασαφές ή ελλιπές περιεχόμενο, ενώ η προφορική συμφωνία έκδοσης μετάφρασης είναι άκυρη (180 ΑΚ) και ο δημιουργός διατηρεί τόσο το περιουσιακό όσο και το ηθικό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του έργου του. Κατ’ αποτέλεσμα, ο αντισυμβαλλόμενος εκδότης δεν δύναται να ισχυρισθεί ότι απέκτησε ατύπως, εξουσίες χρήσης ή εκμετάλλευσης του έργου. Τυχόν αντίθετη προσέγγιση θα αναιρούσε τον προστατευτικό σκοπό του άρθρου 14 ν. 2121/1993 και θα παραβίαζε την θεμελιώδη αρχή προστασίας του δημιουργού, που διαπνέει το σύνολο του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας. Επομένως, η μη τήρηση του έγγραφου τύπου δεν συνιστά κενό ή ασάφεια στην δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως και άρα δεν γεννά ερμηνευτικό ζήτημα (π.χ. περί της χρονικής διάρκειας της συμφωνίας ή της έκτασης μεταβίβασης του δικαιώματος εκμετάλλευσης), αλλά συνεπάγεται την ακυρότητα της δικαιοπραξίας και το ανίσχυρο, αναδρομικά, κάθε γενόμενης πράξης εκμετάλλευσης.

Εξίσου σημαντική είναι η κρίση της σχολιαζομένης ως προς την διάρκεια της μεταβίβασης, σύμβασης ή άδειας παραχώρησης περιουσιακών εξουσιών του πνευματικού δικαιώματος.  Ορθά αποφαίνεται το Ανώτατο Ακυρωτικό ότι η γενική αρχή προστασίας της εύνοιας του δημιουργού που διαπνέει το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, επιτάσσει την ευθεία εφαρμογή του άρθρ. 15 § 2 ν. 2121/1993 με την οποία, ελλείψει μνείας στην σύμβαση, η πενταετία θεωρείται ως μέγιστη διάρκεια της μεταβίβασης ή σύμβασης ή άδειας εκμετάλλευσης, χωρίς να προηγείται αυτής η κατ’ άρθρ. 173 και 200 ΑΚ εξηγητική και συμπληρωματική ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των μερών προς διαπίστωση κενού σχετικά με την χρονική διάρκεια της σύμβασης. Μάλιστα, η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς η διάταξη της § 2 του άρθρ. 15 ν. 2121/1993 επιτρέπει, εκτός από το να συμφωνηθεί εγγράφως άλλως (ήτοι ακόμη και μεγαλύτερη των πέντε ετών διάρκεια), να προκύπτει ότι τα αντισυμβαλλόμενα γνωρίζουν ότι υπάρχει και θέλουν να ισχύσει μία διαμορφωμένη συναλλακτική συνήθεια συγκεκριμένης διάρκειας (εφόσον βεβαίως δεν είναι αντίθετη στην καλή πίστη)10. Εναργέστατα δε εκτιμά ότι τόσο στην ένδικη υπόθεση, όσο και γενικώς στην σύμβαση έντυπης έκδοσης (μετάφρασης) δεν υφίσταται συναλλακτική συνήθεια με αντικείμενο τη διάρκεια ισχύος11

Μετριασμός τυχόν δυσβάσταχτων συνεπειών από την ανατροπή της προφορικής και άρα άκυρης συμβάσεως εκδόσεως, δύναται να επέλθει με την επίκληση του άρθρ. 281 ΑΚ, που είναι το έτερο, εξαιρετικά σημαντικό, ζήτημα που απασχολεί την σχολιαζόμενη ΑΠ 458/2024. Παρά την διατυπωθείσα στο παρελθόν άποψη ότι η άσκηση των απόλυτων πνευματικών δικαιωμάτων συνιστά εκδήλωση «φυσικών ευχερειών» του προσώπου, οι οποίες δεν υπάγονται στη γενική ρήτρα της καταχρηστικότητας12, η άποψη αυτή έχει εγκαταλειφθεί και η νομολογία έχει αποφανθεί καταφατικά υπέρ της εφαρμογής της εν λόγω ρήτρας του άρθρ. 281 ΑΚ στα πνευματικά δικαιώματα13.

Το Ανώτατο Ακυρωτικό στην εδώ σχολιαζομένη, εκκινώντας από την εν λόγω κρατούσα θέση που δέχεται το ενδεχόμενο εφαρμογής του ΑΚ 281, εξετάζει τις προϋποθέσεις συνδρομής της, ιδίως την ύπαρξη του στοιχείου της εύλογης πεποίθησης περί παγιωμένης κατάστασης και επιβεβαιώνει ότι ούτε η πολυετής συνεργασία και έκδοση και κυκλοφορία έργων με προφορική σύμβαση και ανοχή του μεταφραστή14, ούτε η αποδοχή και είσπραξη αμοιβής από τον δημιουργό/μεταφραστή, ούτε η παράδοση του κειμένου της μετάφρασης από τον μεταφραστή στον εκδότη15 αποτελούν πρακτικές που μπορούν να υποκαταστήσουν τις επιταγές των άρθρων 14 και 15 ν. 2121/1993. Είναι άλλωστε πάγια η θέση ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μακρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι αυτό δεν πρόκειται η ασκηθεί εναντίον του έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε  από  την  αδράνεια  του  δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν για να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Στην συγκεκριμένη υπόθεση άλλωστε, έγινε δεκτό ότι ο δημιουργός δεν εσιώπησε, τουλάχιστον από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, αλλά αξίωσε την τήρηση του νόμου και κάλεσε επανειλημμένως τον εκδότη σε υπογραφή εγγράφου συμβάσεως. Η δε παράδοση από τον δημιουργό του κειμένου της μετάφρασης έγινε διότι πείσθηκε από την υπόσχεση του εκδότη ότι θα τηρηθεί ο έγγραφος τύπος. 

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η κρίση της σχολιαζόμενης ότι η επικαλούμενη υπό του εκδότη οικονομική ζημία  δεν αρκεί για να καταστήσει μη ανεκτή (κατά 281 ΑΚ) την άσκηση του δικαιώματος του δημιουργού. Και τούτο διότι: (α) ο εκδότης είχε επί σειρά ετών αποκομίσει κέρδη από συνεχή, ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση, ικανά να αντισταθμίσουν την όποια απώλεια· (β) για τα πρώτα έργα είχε ήδη παρέλθει τουλάχιστον η πενταετής τεκμαιρόμενη διάρκεια του άρθρου 15 § 2 ν. 2121/1993, άρα δεν θεμελιώνεται εύλογη προσδοκία «διηνεκούς» εκμετάλλευσης και (γ) η αδυναμία διανομής/η επικαλούμενη βλάβη του εκδότη συνιστά συνέπεια της προσβολής του περιουσιακού δικαιώματος του δημιουργού, επομένως η ζημία δεν απορρέει από την άσκηση του δικαιώματος, αλλά από την προγενέστερη παράνομη κατάσταση που δημιούργησε ο ίδιος ο εκδότης, επιλέγοντας να εκμεταλλεύεται το έργο χωρίς έγκυρη συμβατική βάση. 

 

Οι υλικές συνέπειες του εκδότη κρίνονται “υποδεέστερες” έναντι των συνεπειών για τον δημιουργό που οδηγούν σε οριστική αποκοπή από τα ίδια του τα έργα, διαρρηγνύοντας τον άρρηκτο προσωπικό δεσμό του με τα έργα του.  Το δικαστήριο αναγνωρίζει, τέλος, τον έντονα προσωποπαγή χαρακτήρα της εκδοτικής σύμβασης, καθώς και τη σχέση αυξημένης εμπιστοσύνης που την διακατέχει. 

 

Εν κατακλείδι, η εφαρμογή της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) οφείλει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ και με την συνδρομή αυστηρών κριτηρίων, ιδίως σε έννομες σχέσεις με εγγενή ανισότητα, όπως είναι αυτή μεταξύ δημιουργού και εκδότη. Δύναται να δικαιολογείται μόνον σε εξόχως εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η υπέρβαση είναι προφανής, προσκρούει στο αίσθημα δικαίου και έχει ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες για τον αντισυμβαλλόμενο, εφόσον όμως δεν  οδηγεί σε κατάργηση ή καταστρατήγηση θεμελιωδών αρχών του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας που εξασφαλίζουν την δέουσα προστασία του πυρήνα της δημιουργίας. 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ (ΝΑΝΤΙΑ) ΚΥΠΡΟΥΛΗ

Δικηγόρος, Δ.Ν.

  • 1

    Βλ. Α. Δεσποτίδου, Φύση και λειτουργία της εκδοτικής σύμβασης 2003 σ. 5-6.

  • 2

    Βλ. Γ. Κουμάντο, Πνευματική Ιδιοκτησία, σ. 337, Α. Δεσποτίδου, Φύση και λειτουργία της εκδοτικής σύμβασης, 2003, Π. Νικολόπουλο, Συμβάσεις έντυπης έκδοσης και αναδρομική εφαρμογή του ν. 2121/1993, 1996, Σ. Σταυρίδου, Η μετάφραση κατά το νέο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας (ν. 2121/1993) ΕλλΔνη 1994. 1000, Αρ. Χιωτέλλης, Η σύμβαση έντυπης έκδοσης 1995.

  • 3

    Α. Δεσποτίδου στο Νόμος για την  Πνευματική Ιδιοκτησία: Κατ’ άρθρο Ερμηνεία, άρθρ. 33, σ. 670 επ.

  • 4

    βλ. Λ. Κοτσίρη, γνμδ ΕΕΜπΔ 2000. 639, Α.Δεσποτίδου, Φύση και λειτουργία της εκδοτικής σύμβασης, 2003, σ. 210.

  • 5

    Βλ. Α. Δεσποτίδου, Φύση και λειτουργία της εκδοτικής σύμβασης 2003, σ. 216 επ., Κοτσίρης, γνμ ΕΕμπΔ 2000. 639 επ., Μαρίνος Πνευμ.Ιδ., άρθρ. 549.

  • 6

    Αρμ 2013. 761/ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

  • 7

    Δ. Καλλινίκου, Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, 2025, εκ. 5η, σ. 278 επ., Γ. Κουμάντος, Πνευματική Ιδιοκτησία εκδ. 6η σ. 298, 768-769, Λ. Κοτσίρης, Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας σ. 159, Μαρίνος, Πνευματική Ιδιοκτησία σ. 264, Α. Δεσποτίδου σε ν. 2121/1993, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, άρθρ. 14 σ. 380, ΑΠ 1306/2012 Αρμ 2013. 761, ΕφΑθ 8138/2000 ΔΕΕ 2001. 60, παρατ. Κυπρούλη, ΕφΑθ 885/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7909/2002 ΕλλΔνη 2004. 239=ΔΕΕ 2003. 296 παρατ. Κυπρούλη=ΧρΙδΔ 2003. 463.

  • 8

    Δ. Καλλινίκου, Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, 5η εκδ. 2025, σ. 279, Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού  Δικαίου  5η εκδ.,  § 31,  άρθρ. 35,  Λαδάς, ΓενΑρχ,  ΙΙ, § 35, άρθρ. 58, Δ. Παπαστερίου/Δ. Κλαβανίδου, Δίκαιο της δικαιοπραξίας, 2η έκδ., 2021, § 47, σ. 328, υποσ. 115, ΕφΑθ 316/ 1994, ΕλλΔνη 1995. 669.

  • 9

    Βλ. Δ. Καλλινίκου, Πνευμ.Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, εκδ. 5η, 2025, σ. 279. 

  • 10

    Βλ. Α. Δεσποτίδου, ό.π. σ. 66, Π. Νικολόπουλο, Συμβάσεις έντυπης έκδοσης και αναδρομική εφαρμογή ν. 2121/ 1993, σ. 33 και υποσ., 214.

  • 11

    Ομοίως οι: ΠΠρΑθ 3918/2018, ΝοΒ 2020. 80 με σχολ. Π. Κοριατοπούλου, ΕφΑθ 5169/2021, αδημ.

  • 12

    ΜΠρ 7825/1974, NoB 1974. 1212, MΠρΑθ 9540/1984 σε Δ. Καλλινίκου, Η νομολογία για την πνευματική ιδιοκτησία 1986, 107-111.

  • 13

    ΕφΑθ 3241/2014, ΔΕΕ 2014. 798 με σημ. Κυπρούλη, ΑΠ 1009/2007 ΔιΜΕΕ 2008. 75 με σημ. Σαραφιανού=ΕΕμπΔ 2008. 393,=ΧρΙδΔ 2007. 21 με σημ. Γεράκη=ΝοΒ 2008. 631 με παρατ. Ζάννου, ΕφΑθ 931/2000, ΧρΙδΔ 2001. 170· ΜΠρΘ 39982/2005, ΔιΜΕΕ 2006. 71, με παρατ. Κοριατοπούλου-Αγγέλη· βλ. και Δεσποτίδου, σε Κοτσίρη/Σταματούδη, Ερμ. ν. 2121/1993, άρθρο 14· Νικολόπουλος Ι., 138 επ.· Αρ. Χιωτέλλη, ό.π. 113, ΕφΑθ 3241/2014 ΔΕΕ 2014, 798 με σημ. Κυπρούλη.

  • 14

    Δ. Καλλινίκου, Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα σ. 279: “(...) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ν. 2121/1993 δεν παραπέμπει στα συναλλακτικά ήθη, ώστε να προσλάβουν τον χαρακτήρα κανόνα δικαίου και να καταστούν δευτερογενής (έμμεση) πηγή δικαίου, αλλά… κατά συνέπεια ορθότερο είναι να υποστηριχθεί ότι η τήρηση του εγγράφου τύπου… ισχύει για όλες τις δικαιοπραξίες και αν πράγματι οι επαγγελματικές συνήθειες απαιτούν απόκλιση… γιατί δεν υπάρχει πρακτική δυνατότητα κατάρτισης γραπτής σύμβασης, τότε εναπόκειται στο δημιουργό να μην επικαλεστεί την ακυρότητα (…)”. 

  • 15

    Έτσι κρίνεται ad hoc ΑΠ 238/1995 (Α’ Τμ.) ΔΕΕ 1995. 391 επ., 392, με παρατ. Καλλινίκου ότι: μόνη η παράδοση κειμένου στον εκδότη, αν δεν συνοδεύεται από άλλα περιστατικά δεν αποτελεί ούτε καν σοβαρή ένδειξη περί της καταρτίσεως εκδοτικής σύμβασης, ΕφΑθ 8138/2000 ΔΕΕ 2001. 60 επ. με σημ. Κυπρούλη, ΕφΑθ 2211/2010 με σημ. Κυπρούλη ΔΕΕ 2010. 1170 ότι: δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος του δημιουργού, η άσκηση αγωγής υπό φωτογράφου για πρόσφατη παράνομη χρήση της φωτογραφίας του, από μόνο το γεγονός ότι παρόμοια παράνομη/χωρίς την άδειά του χρήση είχε γίνει και το έτος 1979, πλην όμως τότε ο δημιουργός δεν είχε αντιδράσει, ΕφΑθ 4654/2014 ΔΕΕ 2014. 1049 με σημ. Κυπρούλη ότι: .. μόνη η ανεπιφύλακτη είσπραξη εκ μέρους του δημιουργού της αμοιβής του έστω και υπολειπόμενης του ελαχίστου προβλεπόμενου νόμιμου κατώτατου ορίου αυτής, ή η εκ μέρους του επιδίωξη νέας συνεργασίας με τον αντισυμβαλλόμενο του δεν συνιστά καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση της αξιώσεώς του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο αντισυμβαλλόμενος παραβιάζει συστηματικά τη διάταξη του άρθρ. 36 του ν. 2121/1993 και επιδιώκει την αποφυγή της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του προς τον δημιουργό, που απορρέουν από το άνω άρθρο και τον νόμο, ΑΠ 711/2017 ΔιΜΕΕ 2017. 574 με σημ. Κ. Βόσσου. 

Close