ΑΠ 57/2026
Άρειος Πάγος
(Α3΄ Τμήμα)
Αριθ. 57/2026
Πρόεδρος: Μ. Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Π. Φιλόπουλος, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Γ. Πελεκάνος, Ε.-Π. Λιάσκος
Σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Κριτήρια. Βασικά στοιχεία της η απαγόρευση ανταγωνισμού και η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, η οποία πρέπει να συμφωνηθεί συμβατικώς. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991, εφόσον ο διανομέας έχει καταστεί τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Το κριτήριο αυτό πληρούται, όταν εκτός της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, ο διανομέας αναλαμβάνει πρόσθετες (μη σωρευτικές ενδεικτικά απαριθμούμενες στον νόμο) υποχρεώσεις, καθιστώντας τον αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού. Αντιθέτως, όταν ο διανομέας δικαιούται να διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα, η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα απλής διανομής, αποκλειομένης της (αναλογικής) εφαρμογής του π.δ. 219/1991 (Άρθρα 361 ΑΚ, 1 § 2, 4 § 1, 9 § 1α' π.δ. 219/1991, 14 § 4 ν. 3557/2007, 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ).
(…) H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιουμένη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 § 1 Σ) και στην υπό του άρθρου 361 του ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/ 2018). Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στον διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία ρήτρα, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση. Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής. Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών. Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης.
Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 § 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/ 2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 § 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, «εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή». Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του, όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας. Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ. στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις. Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ, ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018). Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).
Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ. «περί εμπορικών αντιπροσώπων» δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/ 2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ’ αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ. (ΑΠ 1270/2024, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 532/2022, ΑΠ 1369/2019).
(…) Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ερευνώνται ενιαία, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη: 1) την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 § 2 και 4 § 1 του π.δ. 2019/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, επικαλούμενη ότι το Εφετείο έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθότι δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν σχέση απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή δέχθηκε ότι επί συμβάσεως στο πλαίσιο της οποίας ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα, αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ., και ειδικότερα ότι έσφαλε, διότι η έννοια της «αποκλειστικότητας» δεν συνδέεται με την έννοια της «απαγόρευσης ανταγωνισμού» (πρώτος λόγος αναίρεσης), 2) την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και δεν δέχτηκε την «αποκλειστικότητα της επίμαχης διανομής» κατ' άρθρο 14.4 του ως άνω π.δ. 219/1991, αναλογικά εφαρμοζόμενου, καθότι ψέγει την προβαλλομένη ότι όφειλε να κρίνει ότι «η αποκλειστική ομάδα πελατών» είναι μορφή «αποκλειστικότητας», και ότι εμπίπτει στην έννοια της «αποκλειστικότητας» του άρθρου 14.4 ν. 3557/2007 (δεύτερος λόγος αναίρεσης), 3) την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας, επικαλούμενη ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες [μεταξύ σκεπτικού και αιτιολογικού (ενν.: διατακτικού)] και λόγω της ενδοιαστικότητας των αιτιολογιών της, καθότι, αν και δέχτηκε ότι η ενάγουσα ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, έκρινε την επίδικη σύμβαση ως απλή σύμβαση διανομής, απορρίπτοντας την από την αποκλειστική διανομή απορρέουσα υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή αποζημίωσης πελατείας (τρίτος λόγος αναίρεσης).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο τμήμα της (σ. 14 έως 18) ως προς τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτή, μετά την εκτίμηση των από τους διαδίκους με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στον τομέα της εμπορίας (χονδρικής) διανομής και αντιπροσώπευσης πάσης φύσεως προϊόντων οικιακής χρήσης, προϊόντων πλυσίματος και καθαρισμού, προϊόντων προσωπικής φροντίδας και υγιεινής, καλλυντικών και προϊόντων καλλωπισμού, εποχι[α]κών προϊόντων (αντηλιακών και εντομοαπωθητικών) και προϊόντων χάρτου. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών και δραστηριοποιείται στην παραγωγή και διανομή καταναλωτικών προϊόντων, όπως καλλυντικών, αρωμάτων, προϊόντων προσωπικής περιποίησης, προϊόντων οικιακής χρήσης και προϊόντων προσωπικής υγιεινής και φροντίδας. Το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2009 η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατάρτισε με την εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη άτυπη σύμβαση διανομής διαρκούς εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε τη διανομή των κατωτέρω αναφερομένων προϊόντων της δεύτερης στους «μικρούς πελάτες» (αυτόνομα σημεία πώλησης χονδρικής και λιανικής και τουριστικά σημεία) στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρησιακό κίνδυνο. Το κέρδος της συνίστατο στη διαφορά ανάμεσα στην αξία αγοράς των συμβατικών προϊόντων της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης και στην αξία μεταπώλησής τους στους δικούς της πελάτες. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής η ενάγουσα- εφεσίβλητη-εκκαλούσα ακολουθούσε τις οδηγίες της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των προϊόντων, διέθετε προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, προστάτευε τα συμφέροντα και την φήμη της προμηθεύτριας εναγομένης, διέθετε τα αναγκαία αποθέματα ώστε να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, και διατηρούσε με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη ακολουθούσε τις οδηγίες- συστάσεις της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης ως προς την προώθηση των συμβατικών προϊόντων της τελευταίας και προωθούσε τις πωλήσεις τους, ενώ, όπως διαμορφώθηκε στην πράξη η μεταξύ τους συνεργασία, παρείχε πληροφορίες στην εναγομένη-εκκαλούσα- εφεσίβλητη για τους πελάτες της και τις πωλήσεις της προς αυτούς. Η δε εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη καθόριζε τις τιμές αγοράς των προϊόντων της, δίδοντας καθορισμένη σταθερή έκπτωση επί της χονδρικής τιμής του τιμοκαταλόγου της στην ενάγουσα-εφεσίβλητη- εκκαλούσα (…) και υποδείκνυε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα την έκπτωση προς τους πελάτες της ανάλογα με την κατηγορία κάθε πελάτη και προϊόντος. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία πωλούσε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα εταιρεία τα προϊόντα παραγωγής και εμπορίας της, όπως σαμπουάν, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και υγιεινής, προϊόντα καθαρισμού, εποχι[α]κά προϊόντα (αντηλιακά και εντομοαπωθητικά), καλλυντικά σώματος και προσώπου και η τελευταία μεταπωλούσε (διένειμε) αυτά στους «μικρούς εμπόρους», δηλαδή σε αυτόνομα σημεία χονδρικής και λιανικής πώλησης και σε τουριστικά σημεία και συγκεκριμένα τα διένειμε σε σούπερ μαρκετ... Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη προμήθευε με τα ως άνω προϊόντα εμπορίας της στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ (…) και εκτός αυτών και επτά καταστήματα «…», τα οποία προμήθευαν (όπως και η ενάγουσα) τους «μικρούς πελάτες» σε τιμές χονδρικής με τα προϊόντα εμπορίας της εναγομένης, η δε ενάγουσα- εφεσίβλητη-εκκαλούσα, παράλληλα με την προώθηση και διανομή των προϊόντων εμπορίας της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, προωθούσε τις πωλήσεις και διένειμε ευθέως στους ως άνω νομούς ευθύνης της (Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας) και ανταγωνιστικά, με τα προϊόντα εμπορίας της εναγομένης, προϊόντα και συγκεκριμένα προϊόντα εμπορίας της εταιρείας «…» και μάλιστα προϊόντα της ίδιας κατηγορίας με αυτά που της προμήθευε η εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη. (…) Πλέον τούτων η ενάγουσα - εφεσίβλητη - εκκαλούσα διένειμε στους νομούς ευθύνης της και έτερα μη ανταγωνιστικά προϊόντα άλλων εταιρειών, (…). Η συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε ομαλά και το μήνα Σεπτέμβριο 2015 η εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη στις 30.9.2015 κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση διανομής ανακοινώνοντας στην τελευταία ότι «λόγω των πρόσφατων δυσμενών οικονομικών εξελίξεων» αποφάσισε να αναλάβει η ίδια τη διάθεση των προϊόντων της στη γεωγραφική περιοχή κατά λέξη «μη αποκλειστικής δραστηριοποίησής σας» των νομών Καβάλας Ξάνθης και Δράμας, καθώς και ότι η παύση της μεταξύ τους συνεργασίας θα επέλθει μετά την παρέλευση εξαμήνου από τη λήψη της εξώδικης δήλωσής της, ήτοι στις 31.3.2016. Από κανένα, δε, στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα είχε αναλάβει συμβατική δέσμευση έναντι της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης να μην ασκεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης διανομής και για διάστημα μετά τη λήξη της ανταγωνιστικές πράξεις και να διαθέτει στους πελάτες της αποκλειστικά και μόνο συμβατικά προϊόντα της εναγομένης-εκκαλούσας- εφεσίβλητης στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας, όπως επίσης δεν προέκυψε ότι αντίστοιχη δέσμευση είχε αναλάβει η εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη, να προμηθεύει δηλαδή αποκλειστικά την ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας. Αντίθετα η εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη προμήθευε στην γεωγραφική περιοχή ευθύνης της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας υποκαταστήματα των μεγάλων σούπερ μάρκετ (…) που με τη σειρά τους προμήθευαν, όπως και η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, τους λεγόμενους «μικρούς πελάτες», ενώ γνώριζε καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα- εφεσίβλητη-εκκαλούσα ότι η τελευταία διακινούσε προς μεταπώληση ανταγωνιστικά των δικών της προϊόντων, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ για τούτο.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η συνδέουσα τις διαδίκους σχέση συνεργασίας δεν ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής αλλά της απλής διανομής, καθόσον η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα, εκτός από τα προϊόντα της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, διένειμε στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης της και έτερα ανταγωνιστικά προς εκείνα της εναγομένης προϊόντα και δεν είχε αναλάβει συμβατικά υποχρέωση αποκλειστικότητας έναντι της τελευταίας και συνεπώς απουσιάζει εν προκειμένω το πλέον ουσιώδες, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη, στοιχείο της αποκλειστικότητας, υπό την αναφερόμενη στη σκέψη αυτή έννοια, και συγκεκριμένα αυτό της εκ μέρους της ενάγουσας διανομέως ανάληψης έναντι της εναγομένης συμβατικής υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικώς στην περιοχή ευθύνης της των προϊόντων της παραγωγού/προμηθεύτριας εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης. Ειδικότερα το Δικαστήριο αυτό άγεται στην κρίση για το ότι η σχέση που συνέδεε τις διαδίκους ήταν αυτή της απλής και όχι της αποκλειστικής διανομής από α) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης, Ν.Μ., Α.Μ. και Π.Π., οι οποίοι άπαντες κατέθεσαν ότι δεν υφίστατο σχέση αποκλειστικότητας στη συνεργασία των διαδίκων (…), β) από το ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα ουδέν διέλαβε στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης ότι αυτή (ενάγουσα) διένειμε στην γεωγραφική περιοχή ευθύνης της (νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας), εκτός από τα συμβατικά προϊόντα της εναγομένης-εκκαλούσας, και έτερα ανταγωνιστικά προς τα δικά της προϊόντα, συναγομένης εμμέσως πλην σαφώς ομολογίας της περί τούτου (άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ), γ) από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα έγγραφο (άρθρο 340 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ), στο οποίο αναφέρονται οι αξίες των πωλήσεων της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας προς τους πελάτες της, οι οποίες (αξίες) κατανέμονται σε δύο κατηγορίες, ήτοι στην κατηγορία «χωρίς ανταγωνιστικά» προϊόντα και στην κατηγορία «με ανταγωνιστικά» προϊόντα, (…). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το υπό ημερομηνία 18.06.2012 έγγραφο της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, στο οποίο αυτή βεβαιώνει ότι η ενάγουσα είναι ο αποκλειστικός τροφοδότης και διανομέας των προϊόντων της «... ΑΒ ΕΕ» στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας, διότι η βεβαίωση αυτή προοριζόταν για συγκεκριμένο πελάτη της ενάγουσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας (…), ούτε αναιρούνται από τις προτάσεις της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες η τελευταία αναφέρει ότι για τη καταγγελία της συμβατικής τους σχέσης σεβάστηκε την προθεσμία του π.δ. 219/1991, καθόσον η αναφορά αυτή δεν συνιστά ομολογία περί του ότι η συμβατική τους σχέση ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής. Άλλωστε το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσδίδουν τα μέρη ή το ένα από αυτά στην έννομη σχέση τους, αλλά οφείλει να ελέγξει κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και τα πραγματικά εκείνα περιστατικά για να χαρακτηρισθεί μία σύμβαση διανομής ως αποκλειστικής ή απλής διανομής. (…)
Συνεπώς, με δεδομένο ότι, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, ελλείπει στην ένδικη υπόθεση το στοιχείο της «αποκλειστικότητας», η συνδρομή του οποίου αποτελεί απαραίτητη και πρωταρχική προϋπόθεση, που οπωσδήποτε πρέπει να υφίσταται, για τον χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όπως τούτο προκύπτει με σαφήνεια από το γράμμα του άρθρου 14 § 4 ν. 3557/ 2007, υπό την έννοια ότι ακόμη και εάν συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις, η σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποκλειστικής διανομής και να εφαρμοσθούν σε αυτήν αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, έπεται ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι παρατιθέμενες στην υπό στοιχεία (1) νομική σκέψη προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 § 1α' του π.δ. 219/1991, στην οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση οφειλής της εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης έναντι της ενάγουσας- εφεσίβλητης-εκκαλούσας για αποζημίωση πελατείας. Επομένως (…), δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 9 § 1α' του π.δ. 219/1991 που ρυθμίζει την αποζημίωση πελατείας, και η ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, και ως εκ τούτου το εν λόγω αγωγικό αίτημα είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα αυτό και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 115,118,52 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ως προς την αναλογική εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση της απλής διανομής, του άρθρου 9 § 1α' του π.δ. 219/1991 και επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της από 7.05.2021 έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας, να γίνει δεκτή η έφεση αυτή και ως ουσία βάσιμη, παρελκόμενης της εξέτασης των δεύτερου και τέταρτου λόγων έφεσης, που αφορούν στην αποζημίωση πελατείας και συγκεκριμένα στον τρόπο υπολογισμού της και στο ορισμένο του αιτήματος αναγνώρισης οφειλής για αποζημίωση πελατείας. Επίσης ως προς τον τρίτο λόγο της από 7.05.2021 έφεσης της εκκαλούσας (εναγομένης) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό .../2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π.Π., λεκτέα τα εξής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πράγματι δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση, καθόσον δεν γίνεται ουδεμία αναφορά της στο χωρίο της εκκαλουμένης απόφασης, στο οποίο αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τους διαδίκους και λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατόπιν τούτων, μετά την παραδοχή και ως ουσία βάσιμων των πρώτου και τρίτου λόγων της από 7.05.2021 έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αποζημίωσης πελατείας και, αφού κρατηθεί και δικασθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό η από 8.07.2017 αγωγή [...], να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη [...]».
Έτσι που έκρινε και με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) που διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης το Εφετείο ορθά και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι στην ένδικη σύμβαση δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 9 § 1α' του π.δ. 2019/1991 «περί εμπορικής αντιπροσωπείας» και ότι συνακόλουθα τούτου η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας. Και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθοριστικό στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελεί η ανάληψη υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του, στοιχείο που στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν πληρούται, καθότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, δεν είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης - αναιρεσίβλητης τη συμβατική δέσμευση να μην ασκεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ένδικης σύμβασης διανομής και για διάστημα μετά τη λήξη της ανταγωνιστικές πράξεις αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της αναιρεσίβλητης στους νομούς Καβάλας, Ξάνθης και Δράμας, αλλά, εν γνώσει της αναιρεσίβλητης, προμήθευε τους λεγόμενους «μικρούς πελάτες» με προϊόντα ανταγωνιστικά προς εκείνα της αναιρεσίβλητης, η δε τελευταία, επίσης διέθετε στους μεγάλους πελάτες της ίδιας γεωγραφικής περιοχής προϊόντα ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα που διέθετε η αναιρεσείουσα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα ακολουθούσε τις οδηγίες της αναιρεσίβλητης, διέθετε προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, προστάτευε τα συμφέροντα και τη φήμη της αναιρεσίβλητης και διατηρούσε με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, δεν καθιστά αυτήν (την αναιρεσείουσα), σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια δεν τη συνδέει με αυτή σχέση αποκλειστικής διανομής. Και τούτο διότι, όπως αναιρετικά ανέλεγκτα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ελλείπει το στοιχείο της μη ανταγωνιστικότητας και κατά συνέπεια της μη αποκλειστικής και (διαρκούς) διάθεσης από την αναιρεσείουσα στο δίκτυο διανομής (πελάτες) των προϊόντων της αναιρεσίβλητης. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.(…).
Β.K.Σ.