ΑΠ 1435/2025
Άρειος Πάγος (Β2΄ Τμήμα)
Αριθ. 1435/2025
Πρόεδρος: Α. Βαγγελάτος, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Ι. Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ν. Εμμανουηλίδης, Μ. Βραχά
Εξώδικος συμβιβασμός. Θεωρείται σύμβαση αστικού δικαίου με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη τερματίζουν φιλονικίες ή αβεβαιότητες με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Κώδικας Δικηγόρων. Η ποσοστιαία αμοιβή του δικηγόρου για την σύμπραξή του προς επίτευξη συμβιβασμού προϋποθέτει την πραγματική συμβολή του (όπως η καταρτηση ιδιωτικού συμφωνητικού) και όχι την απλή συμμετοχή του σε επιμέρους ενέργειες, οι οποίες είτε υπήρξαν άσχετες προς το συμβιβασμό είτε έγιναν μεν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων που απέβλεπαν σε αυτόν, αλλά δεν οδήγησαν καθ` εαυτές στην επίτευξή του. (Άρθρα 293 § 2, 559 περιπτ. 19 ΚΠολΔ, 871 & 872 ΑΚ, 124 Κωδ. Δικ. ν.δ. 3026/1954).
[…] Κατά το άρθρο 293 § 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της § 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1611/2024, ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. (ΑΠ 1611/2024, ΑΠ 125/2022, ΑΠ 1483/2018).
Περαιτέρω, στο άρθρ. 124 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως ίσχυε, πριν την κατάργηση του ως άνω Κώδικα με το άρθρο 166 του Νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013, ΦΕΚ Α 208/27.9. 2013), ορίζονται τα εξής: «1. Δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξιν συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τας προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστική, διοικητική ή διαιτητική κρίσιν είτε μη, το ελάχιστον όριο της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου, αποτιμωμένων εις χρήμα ως εξής: μέχρι δραχμών 1000 προς 10%, από 1001 μέχρι 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν 5%. 2. Εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον κανονιζομένης αμοιβής αφαιρούνται τα εις τον δικηγόρον δοθέντα ως αμοιβή χρηματικά ποσά δια τας μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσας υπ’ αυτού εργασίας, πλην αν ταύτα υπερβαίνωσι τα ως άνω ποσά της δια συμβιβασμού αμοιβής, οπότε καταβάλλεται το ήμισυ των ανωτέρω ποσοστών». Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρ. 124 του Κώδ. Δικηγ. καθορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύμπραξή του προς επίτευξη συμβιβασμού, η οποία περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες που κατατείνουν στον σκοπό αυτό και αποβλέπει στο να παράσχει στον δικηγόρο αυτοτελή αμοιβή για τη σύμπραξή του στον συμβιβασμό είτε η υπόθεση εισήχθη προς δικαστική κρίση, είτε όχι.(ΟλΑΠ 6/2010). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, συνδυαζόμενης με εκείνη του άρθρου 871 ΑΚ, η αμοιβή οφείλεται για την επίτευξη συμβιβασμού, ήτοι για την πραγματική συμβολή του δικηγόρου στην με αμοιβαίες υποχωρήσεις διάλυση έριδας ή αβεβαιότητας, που υφίστατο μεταξύ των προσώπων τα οποία συμβιβάσθηκαν. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 124 § 1 ποσοστιαία αμοιβή δεν οφείλεται για την απλή συμμετοχή του δικηγόρου σε επί μέρους ενέργειες, οι οποίες είτε υπήρξαν άσχετες προς το συμβιβασμό, είτε έγιναν μεν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων που απέβλεπαν σε αυτόν, αλλά δεν οδήγησαν καθ` εαυτές στην επίτευξή του (ΟλΑΠ 6/2010, ΑΠ 1523/2018, ΑΠ 638/ 2017, ΑΠ 925/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από …./ 2018 αγωγή με την οποία είχε εκθέσει, ότι περί τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2012 ο εναγόμενος του ανέθεσε τη δικαστική και εξώδικη διεκπεραίωση της εκκρεμούς νομικής του υπόθεσης αφορώσας την περιουσιακή αντιδικία του με την πρώην σύζυγό του, που ανέκυψε μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο το έτος 2011 και παρέμενε εισέτι αρρύθμιστη, παρά την από κοινού υπογραφή του από 9.3.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο οι τέως σύζυγοι είχαν επιχειρήσει να συμβιβαστούν κατά το παρελθόν, πλην ματαίως, αφού οι όροι του παρέμειναν κενό και ανεφάρμοστο γράμμα. Ότι μετά την ενδελεχή μελέτη της υπόθεσής του, επακολούθησε μαραθώνιος κύκλος ανταλλαγής απόψεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών και του πληρεξούσιου δικηγόρου της πρώην συζύγου του εναγόμενου, εν μέσω σφοδρότατης δικαστικής διένεξης ενώπιον ακροατηρίων αστικού και ποινικού χαρακτήρα που διήρκεσε τρεις (3) μήνες περίπου και κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό και δη στην σύνταξη και υπογραφή του από 11.1.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, βάσει του οποίου ρυθμίστηκαν τα περιουσιακά αποκτήματα των τέως συζύγων από το γάμο και άλλες οικονομικές εκκρεμότητες, κατά τον αναφερόμενο στο συμφωνητικό αυτό τρόπο, όπως το περιεχόμενό του λιτά και ευσύνοπτα ενσωματώνεται στην ένδικη αγωγή. Ότι παρά το γεγονός ότι ο ενάγων αιτήθηκε - επανειλημμένως - την καταβολή της προβλεπόμενης, από τα οικεία άρθρα του Κώδικα περί Δικηγόρων, ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του για τον επιτευχθέντα συμβιβασμό, ο εναγόμενος αρνήθηκε να την καταβάλει. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, όπως παραδεκτά περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, ζήτησε, με την έκδοση απόφασης προσωρινά εκτελεστής, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει για την προεκτεθείσα αιτία το ποσό των 129.554,57 ευρώ, άλλως επικουρικώς το ποσό των 116.000,00 ευρώ, κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα διακρίσεις με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και την καταδίκη του εναγομένου στην δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό …./2020 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ’ ουσία. Μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους του εναγομένου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος, με την σύζυγό του, Λ. Κ., είχαν προβεί σε συναινετική λύση του γάμου τους και εκδόθηκε η …. /2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την λύση του γάμου ακολούθησαν πολλές διενέξεις, μεταξύ των πρώην συζύγων, που αφορούσαν, κατά κύριο λόγο, σε ζητήματα διαχωρισμού των περιουσιακών τους στοιχείων και την διατροφή της συζύγου του εναγόμενου. Στα πλαίσια αυτά, όπως και οι δύο οι διάδικοι συνομολογούν, καταρτίστηκε μεταξύ τους το από …2011 συμφωνητικό, με το οποίο ρύθμιζαν τις διαφορές τους, μεταξύ των οποίων η διατροφή της συζύγου, έγινε ανάληψη λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων εκ μέρους του νυν εναγόμενου, όπως, και ανάληψη ευθύνης για αμοιβαίες μεταβιβάσεις ακινήτων που τους ανήκαν. Δυνάμει δε, αυτού του συμφωνητικού, είχαν προβεί και στην σύναψη προσυμφώνων μεταβίβασης, των ακινήτων, τα οποία είχαν να αλληλομεταβιβάσουν, όπως το .../2011 προσύμφωνο συμβόλαιο, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.Φ. και το .../2011 προσύμφωνο ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου. Τα ως άνω όμως προσύμφωνα δεν εκτελέστηκαν και για το λόγο αυτό η σύζυγος του εναγόμενου προέβη, στην έκδοση της .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το ποσό 50.000 ευρώ, που αφορούσε στην διατροφή της. Εκείνη την χρονική στιγμή, ο εναγόμενος ήρθε σε επαφή με τον ενάγοντα, τον οποίο ήδη γνώριζε, ενώ προηγουμένως έλυσε την σύμβαση εντολής που τον συνέδεε με προηγούμενο δικηγόρο και του ανέθεσε (ενάγοντα) τον χειρισμό των υποθέσεών του, των σχετικών με την σύζυγό του και τις προαναφερθείσες διαφορές τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής την από 9.10.2012 και με αριθ. κατ. …. /2012, ανακοπή, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί στις 3.12.2012. Οι εκεί διάδικοι όμως αποφάσισαν να ζητήσουν αναβολή, για την δικάσιμο της 14ης.1.2013. Στο μεσοδιάστημα δε, ο ενάγων συνέταξε και κατέθεσε το από 4.1.2013 (αριθ. κατ. …/2013) δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής, ενώ η σύζυγός του εναγόμενου κατέθεσε την από 8.1. 2013 έγκληση ενώπιον στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αιτούμενη την ποινική δίωξη του πρώην συζύγου της, για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης και της απάτης στο δικαστήριο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Προκειμένου, όμως, οι πρώην σύζυγοι να αποφύγουν την περαιτέρω προσφυγή τους στα Δικαστήρια, προέβησαν σε μια νέα προσπάθεια, για την συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους. Έτσι, στις 11.1.2013, προέβησαν στην κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς, με την παρουσία και των δικηγόρων τους, του ενάγοντα και του συνηγόρου της Λ.Κ., Γ.Κ., με το οποίο συμφώνησαν το ποσό της διατροφής της τελευταίας, αμοιβαίες μεταβιβάσεις ακινήτων και την διανομή κινητών πραγμάτων. Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες, στο διάστημα από την ανάθεση σε αυτόν της εντολής εκπροσώπησης από τον εναγόμενο έως την κατάρτιση του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού (11.1.2013), οι οποίες να έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και να συνέβαλαν πραγματικά στην, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, κατάρτιση του συμβιβασμού, μεταξύ των πρώην συζύγων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Η, δε, ανάληψη εκ μέρους του ενάγοντος της ευθύνης του τριτεγγυητή για την έκδοση συναλλαγματικής εκδόσεως του εναγόμενου, ποσού 15.000 ευρώ, προς την πρώην σύζυγό του, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί, από μόνη της, να θεωρηθεί ότι ήταν πραγματική συμβολή του ενάγοντος στην κατάρτιση του συμβιβασμού, αλλά αυτή, έγινε μεν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων, που απέβλεπαν σε αυτόν, αλλά δεν οδήγησε καθ' εαυτή στην επίτευξή του. Άλλωστε, αφ' ενός, το χρονικό διάστημα, περίπου τριών μηνών, κατά το οποίο ο ενάγων εκπροσωπούσε τον εναγόμενο, είναι μικρό, σχετικά με τα θέματα που είχαν να αντιμετωπιστούν με τον συμβιβασμό και, αφ' ετέρου, δεν προκύπτει ότι ο ενάγων, καθώς και ο συνήγορος της Λ.Κ., είχαν προβεί σε συγκεκριμένες προτάσεις προς τους διαδίκους, που να τους προέτρεπαν στις αμοιβαίες υποχωρήσεις για την επίλυση των διαφορών τους, οι οποίες και τελικά να οδήγησαν τους διαδίκους να προβούν στον συμβιβασμό. Στην κρίση αυτή του Δικαστηρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι οι πρώην σύζυγοι είχαν επιδιώξει, όπως προαναφέρθηκε, και σε προγενέστερο στάδιο τον μεταξύ τους συμβιβασμό, υπογράφοντας συμφωνητικό, σε χρονικό σημείο, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, που ο ενάγων δεν ήταν συνήγορος του εναγόμενου, γεγονός που σημαίνει ότι ο εναγόμενος με την Λ.Κ. είχαν συζητήσει ήδη για τον τρόπο που θα μπορούσαν να διευθετήσουν τις περιουσιακές διαφορές τους και είχαν ήδη εξωτερικεύσει την πρόθεσή τους για την επίλυσή τους, με συμβιβαστικό τρόπο. Στην κατάρτιση, δε, του ένδικου συμφωνητικού, ως εγγράφου, συνέβαλαν οι συνήγοροι, για να διασφαλίσουν με τους όρους του τα συμφέροντα των εντολέων τους και παρέστησαν κατά την υπογραφή του, γεγονός που δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι ήταν εκείνοι που με πραγματικές πράξεις τους είχαν συμβάλει στο, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, πέρας των διενέξεων μεταξύ των πρώην συζύγων με συμβιβαστικό τρόπο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο, από …..2013 συμβιβασμός των τελευταίων (πρώην συζύγων), ουδέποτε υλοποιήθηκε, όπως και ο προηγούμενος, δεδομένου ότι ο εναγόμενος με την Λ.Κ., παρά το διαζύγιό τους, επανασυμβίωσαν και εξακολουθούσαν να συμβιώνουν έως και την συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, όπως κατέθεσε η Λ.Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο ενάγων, δεν αιτείται με την ένδικη αγωγή του, την καταβολή σε αυτόν αμοιβής για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες είχε προβεί (σύνταξη και κατάθεση ανακοπής και προσθέτων λόγων αυτής, παράσταση στην αναβολή συζήτησης της ανακοπής, αίτηση αναστολής ή άλλες). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε διαφορετικά και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, έσφαλε. Ως εκ τούτου, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και, αφού δικαστεί η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη». Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί την αγωγή εν μέρει. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 871 ΑΚ, 124 § 1 του ν.δ. 3026 της 6/8.10.1954 «Περί του Κώδικος των δικηγόρων», που στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, εάν ο ενάγων, από την ανάθεση της υπό του εναγομένου εντολής προς δικαστική και εξώδικη διεκπεραίωση της εκκρεμούς, περιουσιακής φύσης, νομικής του υπόθεσης με την τότε αντίδικο, πρώην σύζυγό του Λ.Κ., μέχρι την κατάρτιση του από ….. 2013 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συνέβαλε πραγματικά στην με αμοιβαίες υποχωρήσεις κατάρτιση του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι, α) μετά τη λύση του γάμου των πρώην συζύγων, ακολούθησαν πολλές διενέξεις σε ζητήματα διαχωρισμού των περιουσιακών τους στοιχείων και τη διατροφή της συζύγου του εναγομένου, β) μεταξύ των πρώην συζύγων, με τη συμβολή των τότε εκατέρωθεν εντολοδόχων πληρεξουσίων δικηγόρων τους, επήλθε συμφωνία για συμβιβαστική ρύθμιση της μεταξύ τους διαφοράς και έτσι καταρτίστηκε το από 9.3.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε πλήθος υποχρεώσεων και αμοιβαίως για μεταβιβάσεις εκατέρωθεν ακινήτων, γ) λόγω της μη συμμόρφωσης του εναγομένου προς τα συμφωνηθέντα, ξεκίνησε αντιδικία μεταξύ των συμβληθέντων, με την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του για ποσό 50.000 ευρώ, που αφορούσε αξίωση της συζύγου του για μη καταβληθείσα διατροφή της και την στη συνέχεια άσκηση από τον εναγόμενο, με πληρεξούσιο δικηγόρο πλέον τον ενάγοντα, σχετικής ανακοπής καθώς και προσθέτων λόγων ανακοπής, που κατέληξε στην κατάθεση από την σύζυγό του σε βάρος του της από 8.1.2013 έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απάτης στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δ) μετά την κατάθεση της από 8.1.2013 έγκλησης της πρώην συζύγου του εναγομένου και δυο μόλις ημέρες, πριν τη συζήτηση της υπό του εναγομένου ασκηθείσας από …. 2012 ανακοπής, κατά της σε βάρος του με αριθμό .../2012 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της …..2013, καταρτίστηκε το από …. 2013 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού μεταξύ των πρώην συζύγων, ε) ο ενάγων, κατά την κατάρτιση του ως άνω συμφωνητικού, ανέλαβε ευθύνη ως τριτεγγυητής για την πληρωμή της από τον εναγόμενο εκδοθείσας και υπό της συζύγου του αποδεχθείσας συναλλαγματικής ποσού 15.000 ευρώ, στη συνέχεια, δέχεται αντιφατικά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η κατάρτιση του ως άνω συμφωνητικού συμβιβασμού (εν μέσω δικαστικών διενέξεων αστικού και ποινικού χαρακτήρα διάρκειας δύο ετών, εξαιτίας της μη συμμόρφωσης του εναγομένου στο από …. 2011 ιδιωτικό συμφωνητικό) ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα συμφωνίας των πρώην συζύγων, και ότι ο ενάγων δεν προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες να συνέβαλε καθοριστικά και πραγματικά στην κατάρτισή του και ότι το διάστημα των τριών μηνών που ο ενάγων εκπροσωπούσε τον εναγόμενο, είναι μικρό σε σχέση με τα προς αντιμετώπιση θέματα, χωρίς ουδεμία αναφορά στο είδος και το εύρος αυτών, καθώς και στο ύψος των εκατέρωθεν οικονομικών απαιτήσεων και ακολούθως ότι η εκ μέρους του ενάγοντος ανάληψη ευθύνης ως τριτεγγυητή για την πληρωμή της από τον εναγόμενο εκδοθείσας και υπό της συζύγου του αποδεχθείσας συναλλαγματικής ποσού 15.000 ευρώ, (ενέργεια η οποία δεν είναι συνήθης εκ μέρους των πληρεξουσίων δικηγόρων και στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε προφανώς κατ' απαίτηση της πρώην συζύγου του εναγομένου, ως απότοκος των δικαστικών διενέξεων και της μη συμμόρφωσης του εναγομένου στο αρχικό από … 2011 ιδιωτικό συμφωνητικό), ναι μεν έγινε στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων, που απέβλεπαν στο συμβιβασμό των πρώην συζύγων, όμως δεν οδήγησε καθ’ εαυτή στην επίτευξή του. Ενόψει των ως άνω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καθοριστικής και πραγματικής συμβολής του ενάγοντος στην κατάρτιση του μεταξύ του εναγομένου και της πρώην συζύγου του από … 2013 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού.
Γ.Σ.Γ.