ΑΠ 450/2025

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Άρειος Πάγος (Γ΄ Τμήμα)

Αριθ. 450/2025

 

Προεδρεύουσα: Α. Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Α. Καραμανίδου, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Α. Σηφάκης, Ε. Τσάκαλος, Πάρεδρος ΝΣΚ

 

Αγωγή απόδοσης δημευθέντων πραγμάτων μετά από έκδοση αμετάκλητης ποινικής δικαστικής απόφασης, η οποία αθώωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος διώκετο για κακούργημα, η οποία όμως δεν διέταξε και την απόδοση των δημευθέντων πραγμάτων (συγκεκριμένα λείψανα αγίων) στον αθωωθέντα κατηγορούμενο διότι υφίσταται κίνδυνος για τη δημόσια τάξη. Κρίση ότι με την δήμευση το Δημόσιο κατέστη κύριος με πρωτότυπο τρόπο και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων δεν ενομοποιείτο να ασκήσει διεκδικητική αγωγή των άρθρ. 1000 και 1094 ΑΚ (Άρθρα 1000, 1094 ΑΚ, 76 ΠΚ).

 

[…] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, αναγκαίο στοιχείο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής πράγματος κατά την έννοια της ΑΚ 947, είναι εκτός άλλων , η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο πράγμα (κινητό ή ακίνητο). Επομένως την αγωγή αυτή έχει ο κύριος του πράγματος κατά το χρόνο εγέρσεως αυτής, εφόσον στερείται τη νομή ή την κατοχή. Περαιτέρω με το άρθρο 76 του ΠΚ § 6, όπως ίσχυε υπό το ν. 4478/2017, αλλά και υπό το ν. 4619/2019 (άρθρο 76 § 1 εδ. α) ορίζεται ότι αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος από δόλο δημεύονται, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη, ρυθμίζοντας έτσι την (ειδική) δήμευση ως μέτρο ασφαλείας. Με τη δήμευση, η κυριότητα των δημευθέντων περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο με πρωτότυπο τρόπο, από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που τη διέταξε (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 1524/2002). Εξάλλου τα λείψανα αγίων και οσίων αποτελούν κινητά πράγματα κατά την έννοια της διάταξης 947 ΑΚ και είναι δεκτικά κυριότητας και μεταβιβάσεως, διότι μετά την, εξαιτίας θανάτου, άρση της συνάφειας μεταξύ των μελών του σώματος του ανθρώπου είτε με φυσική επίδραση, είτε με άλλη ενέργεια, δεν συνδέονται πλέον με ορισμένη ανθρώπινη προσωπικότητα (…). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την από 11.5.2018 αγωγή του, εξέθεσε ότι είχε καταστεί κύριος των κινητών πραγμάτων που περιγράφονται στο δικόγραφο αυτής και συγκεκριμένα λειψάνων αγίων και οσίων, με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο. Ότι κατά την επιχειρηθείσα, στις 23.4.2010, μεταφορά των λειψάνων στην Γερμανία για λατρευτικούς λόγους, συνελήφθη στο αεροδρόμιο ο γερμανικής καταγωγής μεταφορέας αυτών και κατόπιν και ο ίδιος (ο ενάγων), κατασχέθηκαν τα ανωτέρω λείψανα και ασκήθηκε κατ’ αυτών ποινική δίωξη και ειδικότερα κατά του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, μεταξύ άλλων και για διακεκριμένη κλοπή, πράξη για την οποία αθωώθηκε με την με αριθ. …/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε συγχρόνως η δήμευση των κατασχεθέντων για λόγους δημόσιας τάξης. Ότι κατά της περί δημεύσεως των κατασχεθέντων διάταξης της ανωτέρω ποινικής απόφασης, ο ενάγων δεν άσκησε έφεση αλλά άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθ. …/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ το αναιρεσίβλητο παρέδωσε τα δημευθέντα προς φύλαξη στην Ιερά Μητρόπολη Σταυρούπολης. Ενόψει των ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί των δημευθέντων αντικειμένων (λείψανα αποτελούμενα από τεμάχια οστών) και να διαταχθεί η απόδοση αυτών στον ίδιο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. …/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Κατ αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 24.2.2022 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθ. …/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν με την αιτιολογία ότι, μετά το αμετάκλητο της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου περί δήμευσης των κινητών πραγμάτων (λειψάνων), όπως εκτίθεται στην αγωγή, η κυριότητα αυτών περιήλθε αυτοδίκαια στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο χωρίς εμπράγματα βάρη και ελεύθερη από κάθε αξίωση τρίτου και η αγωγή δεν βρίσκει νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1000, 1094 ΑΚ.

(…) Περαιτέρω ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του λόγου της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ευθεία παράβαση του νόμου, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68, 76 και 79 του Ποινικού Κώδικα και περί κυριότητος των δημευθέντων πραγμάτων. Ειδικότερα εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και κακώς εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ποινικού δικαίου διότι δεν συντρέχει αποδεδειγμένος κίνδυνος της δημόσιας τάξης για την δήμευση των λειψάνων των Αγίων και Οσίων, ότι ο ίδιος αθωώθηκε με την απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δεν τελούσε σε δόλο, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 13 του Συντάγματος και 9 και 6 § 2 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι του στερεί κινητά πράγματα που χρησιμοποιούνται προδήλως για πνευματικούς σκοπούς σχετικούς με την χριστιανική του πίστη. Από το επισκοπούμενο κατά τα ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη διότι κατά τα εκτιθέμενα σ αυτήν πραγματικά περιστατικά, μετά την επέλευση του αμετακλήτου της με αριθ. 948/2013 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την οποία διατάχθηκε η δήμευση των επιδίκων πραγμάτων, ως μέτρο ασφαλείας, με την έκδοση της με αριθ. 598/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναίρεσής της, η κυριότητα των δημευθέντων επιδίκων αντικειμένων περιήλθε με πρωτότυπο τρόπο στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα ο ενάγων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, να μην είναι κύριος αυτών όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ περί διεκδικητικής αγωγής και κατά τα ήδη εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κύριος των επιδίκων πραγμάτων είναι το Ελληνικό Δημόσιο μετά την αμετάκλητη δήμευση αυτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο περί του νόμω βασίμου της διεκδικητικής αγωγής (άρθρο 1094 ΑΚ) και ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι κατά τούτο αβάσιμος. Περαιτέρω και όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου περί ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 68 και 76 του ΠΚ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος α) διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα της διεκδικητικής αυτής αγωγής του άρθρου 1094 ΑΚ και β) διότι όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 68 και 76 του ΠΚ, του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ πλήττουν την κρίση της, περί δημεύσεως των επιδίκων κινητών πραγμάτων ως μέτρου ασφαλείας, αμετάκλητης με αριθ. …/2013 απόφασης ποινικού δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Εξάλλου λόγω της διάκρισης των δικαστικών δικαιοδοσιών κατά τα άρθρα 93-96 του Συντάγματος, το πολιτικό δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1639/2022), και αναφορικά με τη δήμευση πραγμάτων για λόγους δημόσιας τάξης, δεσμεύεται από την αμετάκλητη αυτή διάταξη του ποινικού δικαστηρίου. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την ύπαρξη νόμιμου τίτλου κτήσης των επιδίκων αντικειμένων, ήτοι την άτυπη δωρεά ούτε και την αθωωτική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι δεν τελούσε σε δόλο και ότι η επιβολή της δήμευσης δεν συνάδει με τις λοιπές περιστάσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι α) ο ισχυρισμός περί του τρόπου κατά τον οποίο, πριν από τη δήμευση των κινητών, ο αναιρεσείων είχε καταστεί κύριος, δηλαδή ο ισχυρισμός περί του επικαλούμενου νομίμου τίτλου, ήτοι της άτυπης δωρεάς, μετά την παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι το Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα κατά πρωτότυπο τρόπο συνεπεία της δημεύσεως, δεν είναι νόμιμος και δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υπό την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν είναι καταλυτικός της μεταγενέστερης πρωτοτύπως κτηθείσας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου (…).

Κ.Γ.