ΑΠ 411/2025

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Άρειος Πάγος (Α3΄ Τμήμα)

Αριθ. 411/2025

 

Προεδρεύουσα: Μ. Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Χ. Κατσιάνης, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Ν. Σιάρκος, Θ. Βουγιούκας

 

Περιορισμός του κεφαλαίου με τις προτάσεις λόγω επιγενόμενης εξόφλησης. Ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το αγωγικό αίτημα και καταλαμβάνει και τους τόκους του κεφαλαίου, ως παρεπόμενο αίτημα, εκτός εάν είχαν ζητηθεί αυτοτελώς, ως ξεχωριστό κονδύλιο (Άρθρα 223, 294, 295 & 297 ΚΠολΔ, 346 ΑΚ).

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 εδ. α' ΑΚ, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος(τόκος επιδικίας). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, αλλά κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 § 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, με την έννοια ότι και ο ανωτέρω περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως μη ασκηθείσα και να αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της άσκησής της, δικονομικές και ουσιαστικές (ΑΠ 1241/2021, ΑΠ 793/ 2019, ΑΠ 165/2018, ΑΠ 1252/2015). Συνεπώς, η παραίτηση του δικογράφου της αγωγής, καταλύουσα μεν αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, έχει ως έννομη συνέπεια να μη οφείλονται εξαιτίας της τόκοι, κατά το άρθρο 346 του ΑΚ (ΟλΑΠ 6/1997, ΑΠ 99/1992). Σε περίπτωση, όμως, που ο ενάγων νόμιμα περιόρισε το αίτημα της αγωγής του μόνο στο παρεπόμενο αίτημα καταβολής των τόκων υπερημερίας, που έχουν παραχθεί, κατ’ άρθρο 345 ΑΚ, λόγω καθυστερημένης εξόφλησης τιμολογίων, μπορεί να συνεχίσει να αιτείται την καταβολή τους, ακόμη και μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ως προς όλο το ποσό του κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα επιδικάσεως των τόκων αυτών είχε ζητηθεί εξ αρχής, με το δικόγραφο της αγωγής, ορισμένο κατά ποσό, σωρευόμενο, με το κύριο αγωγικό αίτημα επιδίκασης του κεφαλαίου (ΑΠ 1241/2021). (…) Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «... Η ως άνω αγωγή της εκκαλούσας, ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας), όπως το αίτημά της περιορίσθηκε, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτέα, ως μη νόμιμη, επειδή, κατά το μέρος, που η ήδη εκκαλούσα, ενάγουσα, εταιρεία ...., περιόρισε παραδεκτά, κατ’ άρθρο 223 του ΚΠολΔ, το αίτημα της αγωγής της, κατά το ποσό των 93. 532,81 €, δηλαδή, για όλο το αιτούμενο, με την ως άνω (καταψηφιστική) αγωγή, χρηματικό ποσό θεωρείται, με βάση την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό δε, με τις διατάξεις των άρθρων 294 και 295 του ΚΠολΔ, ότι η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, ως άνω εταιρεία, παραιτήθηκε από το δικόγραφο, ως προς το κύριο αίτημα της αγωγής της, και, κατά συνέπεια, η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, κατά το κύριο αίτημά της, κατά του εναγομένου, ήδη εφεσίβλητου (και ήδη αναιρεσίβλητου), ν.π.δ.δ., του ΟΤΑ, του Δήμου Περιστερίου Αττικής, με αποτέλεσμα να αίρονται αναδρομικά όλες οι συνέπειες από την άσκηση της αγωγής αυτής. Επομένως, αφού η αγωγή θεωρήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν ασκήθηκε κατά το κύριο αίτημά της, το παρεπόμενο αίτημα, περί της επιδίκασης μόνο των νόμιμων τόκων υπερημερίας, για το ποσό των 93.532,81 €, κατά το οποίο περιόρισε το αίτημα της ως άνω αγωγής η εκκαλούσα, ενάγουσα, για το χρονικό διάστημα από την 1.4.2010, και άλλως επικουρικά, από την επίδοση της αγωγής, έως την ημερομηνία εξόφλησης εκάστου τιμολογίου, συναποσβέσθηκε, μαζί με το κύριο αίτημα, και επομένως, μη νόμιμα αιτήθηκε την επιδίκασή του η ήδη εκκαλούσα-ενάγουσα, δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223, 294, 295, και 297 του ΚΠολΔ, ο περιορισμός του αιτήματος της ως άνω αγωγής θεωρήθηκε, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής, που μπορούσε να γίνει, με τις πρωτόδικες προτάσεις της εκκαλούσας, ενάγουσας, και έχει, ως συνέπεια, ότι η αγωγή θεωρήθηκε, πως δεν ασκήθηκε, κατά το μέρος, κατά το οποίο περιορίστηκε, καθώς κρίθηκε πρωτοδίκως, ότι ανατράπηκαν αναδρομικά οι δεκτικές παραίτησης, δικονομικές και ουσιαστικές, έννομες συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση της ως άνω καταψηφιστικής αγωγής της ενάγουσας, και εκκαλούσας. Επομένως, όταν η εκκαλούσα. και ενάγουσα, περιόρισε το αίτημα της ως άνω αγωγής της, ως προς το ποσό των 93.532,81 €, με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της. παραιτήθηκε, ως προς το ποσό αυτό, από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, ως προς το ποσό αυτό, καθώς και ως προς τα παρεπόμενα αιτήματά της. Κατά συνέπεια, όταν το αίτημα, επιδίκασης τόκων υπερημερίας, επί του αιτούμενου ποσού, προβλήθηκε, με το δικόγραφο της ως άνω αγωγής, ως παρεπόμενο, τότε, λόγω του χαρακτήρα του αυτού, ως παρεπομένου, του εν λόγω αιτήματος επιδικάσεως τόκων, εφόσον η ενάγουσα, και ήδη εκκαλούσα, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περιόρισε, και άρα παραιτήθηκε από το κύριο αίτημα επιδίκασης όλου του αιτούμενου ποσού, λόγω εξόφλησης αυτού, δεν μπορεί να συνεχίσει να αιτείται την ικανοποίηση του παρεπομένου αιτήματος, περί επιδίκασης των τόκων υπερημερίας, επί του ποσού αυτού, προβάλλοντας αυτό, για πρώτη φορά, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ως κύριο αίτημα, διότι, κατά το περιορισθέν (κύριο), καταψηφιστικό της αίτημα, η επίμαχη αγωγή της ενάγουσας, και ήδη εκκαλούσας, θεωρήθηκε πρωτοδίκως, με την εκκαλουμένη απόφαση, ως μη ασκηθείσα, και ήρθησαν όλες οι συνέπειες της άσκησης (κατάθεσης και επίδοσης), της ως άνω αγωγής, κατ' άρθρα 215 και 221 του ΚΠολΔ, εκτός εκείνων οι οποίες ρυθμίζονται ειδικώς (λ.χ. διακοπή παραγραφής). Επομένως, μαζί με το κύριο αίτημα της ως άνω αγωγής της ήδη εκκαλούσας, ενάγουσας εταιρείας, συναποσβέσθηκε, και το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα, επιδικάσεως νόμιμων τόκων υπερημερίας. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση, το παρεπόμενο, αίτημα επιδικάσεως των νόμιμων τόκων υπερημερίας, δεν είχε ζητηθεί εξ αρχής, με το δικόγραφο της ως άνω αγωγής της ενάγουσας, και ήδη εκκαλούσας, ορισμένο, κατά ποσό, ως σωρευόμενο με το αίτημα, περί επιδίκασης του κεφαλαίου, κύριο αίτημα της ως άνω αγωγής, προκειμένου να δύναται η ήδη εκκαλούσα, ενάγουσα, να συνεχίσει να αιτείται την καταβολή του, ακόμη και μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της, ως προς όλο το ποσό του κεφαλαίου αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η εκκαλούσα-ενάγουσα, περιόρισε το αίτημα της αγωγής της, ως προς όλο το ποσό του κυρίου αιτήματος της, με τις εμπροθέσμους κατατεθείσες, πρωτόδικες, προτάσεις της, με αποτέλεσμα να θεωρείται η ως άνω αγωγή, ότι δεν ασκήθηκε, ως προς το κύριο αίτημά της, ενώ συνέχισε η ήδη εκκαλούσα- ενάγουσα, να αιτείται την ικανοποίηση του προβληθέντος, με το δικόγραφο της ως άνω αγωγής, παρεπομένου, αιτήματος, επιδικάσεως νόμιμων τόκων υπερημερίας επί του ποσού αυτού των 93.532,81 €, όχι, όμως, ορισμένο κατά ποσό, ως σωρευόμενο με το αίτημα περί επιδικάσεως του κεφαλαίου, κύριο αγωγικό της αίτημα. 

Κ.Γ.