ΠΠρΒολ 13/2026
Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου
(Τακτική διαδικασία)
Αριθ. 13/2026
Δικαστής: Π. Μιχαηλίδου, Πρόεδρος Πρωτοδικών
Εισηγήτρια: Α. Κοτσοβού, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι: Ν. Εμμανουηλίδης, Α. Χαρμάνης
Αποκλεισμός συζύγου από το κληρονομικό δικαίωμα και το εξαίρετο κατ’ άρθρ. 1822 ΑΚ κατόπιν ασκήσεως αγωγής διαζυγίου από τον κληρονομούμενο. Για τον αποκλεισμό από την κληρονομία του επιζώντος συζύγου, πας έχων έννομο συμφέρον μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή για το βάσιμο του λόγου διαζυγίου ή να ζητήσει να εξετασθεί παρεμπιπτόντως σε δίκη μεταξύ αυτού και του επιζώντος συζύγου κατ’ άρθρ. 1822 ΑΚ, εφόσον ο σχετικός λόγος είναι από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρ. 1439 και 1440 ΑΚ και ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να αφορά τον επιζώντα σύζυγο υπό την μορφή της υπαιτίου διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως. Αν η περί υπάρξεως ή ανυπαρξίας λόγου διαζυγίου αγωγή αφορά ακίνητο, τότε αυτή εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων.Άσκηση αγωγής των εκ διαθήκης κληρονόμων με το αίτημα της αναγνωρίσεως σε αυτούς της ιδιότητος των μοναδικών εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός και αποκλεισμού της εναγομένης συζύγου του, κατά της οποίας ο αποβιώσας είχε ασκήσει αγωγή λόγω διετούς διαστάσεως, επί της οποίας δεν εξεδόθη απόφαση λόγω του επισυμβάντος θανάτου του και με την οποίαν απέκλειε σιωπηρά την εναγομένη σύζυγό του χωρίς αναφορά λόγου αποκλήρωσης.
Μη διεκδίκηση από την εναγομένη σύζυγο της νομίμου μοίρας. Απόρριψη της αγωγής λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος (Άρθρα 1822, 1439, 1440, 1842, 1713, 1813, 1839, 1942 ΑΚ, 596 εδ. α ΚΠολΔ).
[…] Σύμφωνα με το άρθρο 1822 ΑΚ, το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο, του συζύγου που επιζεί αποκλείονται, αν o κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του. Από τη διάταξη αυτή και εκείνη του άρθρου 1820 ΑΚ, προκύπτει ότι ο σύζυγος που επιζεί καλείται στην κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου με βάση μόνο τη συζυγική του ιδιότητα, την οποία και υποχρεούται να αποδείξει και η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι να γίνει αμετάκλητη η απόφαση για το διαζύγιο (1438 ΑΚ). Δεδομένου δε ότι με το θάνατο του ενός από τους συζύγους η περί διαζυγίου εκκρεμής δίκη καταργείται (596 εδ. α' ΚΠολΔ) και ότι η περί διαζυγίου αγωγή, όντας προσωποπαγής, δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του συζύγου που απεβίωσε, κάθε κληρονόμος του συζύγου που απεβίωσε, αλλά και κάθε τρίτος, όπως κάποιος οφειλέτης της αντίστοιχης κληρονομιάς, επιδιώκοντας με έννομο συμφέρον να αποκλείσει τον επιζώντα σύζυγο από την κληρονομία, πρέπει να εγείρει αναγνωριστική αγωγή για το βάσιμο του λόγου διαζυγίου κατά του επιζώντος συζύγου (ΑΠ 1796/2005 ΕλλΔνη 2006. 812, ΕφΑθ 3835/2003 ΕλλΔνη 2004. 883, ΕφΑθ 864/2002 ΕλλΔνη 2002. 819, ΠΠρΑθ 2104/2013, ΠΠρΑθ 589/2011 οι δύο σε ΝΟΜΟΣ), χωρίς πάντως να αποκλείεται η έρευνα της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου να γίνει και παρεμπιπτόντως σε δίκη μεταξύ εκείνου και του ίδιου του επιζώντος συζύγου (ΠΠρΑθ 1484/20161 ΠΠρΑθ 525/2011 και οι δύο σε ΝΟΜΟΣ) ή μετά από έγερση αναγνωριστικής αγωγής του επιζώντος συζύγου (ΠΠρΠειρ 5402/2017 ΝΟΜΟΣ) ή μετά από σχετική ένσταση (ΠΠρΑθ 525/2011 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συζύγου μπορούν να ανατρέψουν την επερχόμενη με τον τρόπο αυτό κλήση του επιζώντος συζύγου (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο) στην κληρονομία, προβάλλοντας τον αποκλεισμό του από αυτήν (κληρονομία), αν επικαλεσθούν και αποδείξουν, εκτός από την κληρονομική τους ιδιότητα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων του πιο πάνω άρθρου 1822 ΑΚ (ΕφΑθ 1815/2009 Ελλ Δνη 2009. 1506, ΕφΑθ 618/2007 ΕλλΔνη 2007. 903, ΕφΑθ 97/2000 ΕλλΔνη 2001. 417), δηλαδή την έγερση αγωγής διαζυγίου από τον κληρονομούμενο σύζυγο και τη βασιμότητα του επικαλούμενου σε αυτή λόγου, που δεν είναι πλέον απαραίτητο να οφείλεται σε υπαιτιότητα του συζύγου που επιζεί (ΑΠ 766/2004 Δνη 2005,454), οπότε επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος στο σύνολό του, ήτοι περιλαμβανομένης και της νόμιμης μοίρας, ως και του δικαιώματος εξαιρέτου του επιζώντος συζύγου (ΕφΠειρ 2/2015 ΕλλΔνη 2016. 821, ΠΠρΠειρ 5402/ 2017, ΠΠρΑθ 2104/2013, ΠΠρ Αθ 2824/2011, ΠΠρ Αθ 525/2011, ΠΠρΘ 45856/ 2007 όλες σε ΝΟΜΟΣ). Ως νόμιμη αιτία που δικαιολογεί τη λύση του γάμου νοούνται και οι εκ των άρθρων 1439 και 1440 ΑΚ λόγοι διαζυγίου, οι οποίοι δεν απαιτείται να οφείλονται σε υπαιτιότητα του συζύγου που επιζεί, διότι δεν την απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ, η οποία είναι εναρμονισμένη με τη διάταξη του άρθρου 1439 ΑΚ, που αποσυνδέει την υπαιτιότητα από το λόγο διαζυγίου (ΕφΑθ 2490/2005, ΕφΑθ 864/ 2002, ΠΠρΑθ 1484/2016, ΠΠρΑθ 589/2011 όλες σε ΝΟΜΟΣ), στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αμαχήτως τεκμαιρόμενος εκ της υπερδιετούς διαστάσεως κλονισμός της έγγαμης σχέσης, ο οποίος κατά το ρητό ορισμό του νόμου (1439 ΑΚ) θεμελιώνεται ακόμη και στην περίπτωση που ο λόγος κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος (ΑΠ 766/2004 ΕλλΔνη 2005. 454, ΕφΠειρ 2/2015 ΕλλΔνη 2016. 821, ΠΠρ Αθ 2104/2013, ΠΠρΘ 45856/2007 και οι δύο σε ΝΟΜΟΣ). Για τον προβλεπόμενο αποκλεισμό του επιζώντος συζύγου απαιτείται η κατάθεση αγωγής, έστω και σε δικαστήριο, από τον κληρονομούμενο (όχι από τον επιζώντα σύζυγο) και η επίδοση στο σύζυγο που επιζεί. Έτσι κρίσιμος χρόνος είναι o χρόνος επίδοσης της αγωγής, αν δηλαδή ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν την επίδοση, ο επιζών σύζυγος διατηρεί το κληρονομικό του δικαίωμα. Αίτημα της αγωγής κατ’ άρθρο 1822 ΑΚ είναι η αναγνώριση της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου και όχι η αναγνώριση του αποκλεισμού του κληρονομικού δικαιώματος του συζύγου που επιζεί, διότι από το εν λόγω άρθρο προκύπτει ότι επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος στο σύνολό του, ήτοι περιλαμβανομένης και της νόμιμης μοίρας ως του δικαιώματος εξαιρέτου του επιζώντος συζύγου, αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμά του να επιδιώξει τη λύση του γάμου με διαζύγιο, υπό την προϋπόθεση ότι είχε βάσιμο προς τούτο λόγο, δηλαδή νόμιμη αιτία που δικαιολογεί την αιτηθείσα διάπλαση (ΕφΑθ 618/2007, ΠΠρ Αθ 1484/2016, ΠΠρ Αθ 2708/2010, όλες σε ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η αναγνωριστική της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος αγωγή, αν αφορά ακίνητο, να εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων (ΑΠ 491/2009 ΝοΒ 57. 1702). Αντίθετα, η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου που επιφέρει αυτοδίκαιο αποκλεισμό του επιζώντος συζύγου από τη κληρονομία του αποβιώσαντος δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, γιατί δεν είναι εμπράγματη αγωγή, μεικτή ή περί νομής (ΕφΑθ 2490/2005 ΕλλΔνη 2006. 585. ΠΠρΠειρ 5402/2017, ΠΠρΑθ 2104/2013 και οι δύο σε ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τα άρθρα 1822, 1839, 1842 1843 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διαθέτης σύζυγος αφ' ενός μεν μπορεί να αποκλείσει το σύζυγό του από το κληρονομικό δικαίωμα και το εξαίρετο, αφ' ετέρου να αποκληρώσει αυτόν. Για τον αποκλεισμό απαιτείται να είχε ασκήσει ο κληρονομούμενος την αγωγή διαζυγίου έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, ενώ για την αποκλήρωση αρκεί ο διαθέτης να είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του, άσχετα αν είχε ασκήσει και σχετική αγωγή, και ο λόγος αυτός να υπήρχε κατά το χρόνο που συντάχθηκε η διαθήκη και να αναφέρεται σε αυτήν (ΠΠρΠειρ 3076/1998 Αρμ 1999. 375). Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1822 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 1713, 1813, 1839 και 1842 ΑΚ συνάγεται ότι μπορεί και ο κληρονομούμενος να αποκληρώσει το σύζυγό του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με το άρθρο 1822 ΑΚ, ήτοι εφ’ όσον έχει ασκήσει κατ' αυτού αγωγή διαζυγίου έχων βάσιμο προς τούτο λόγο έστω και ανυπαίτιο, εκφράζοντας έτσι και ρητά τη βούλησή του για την επέλευση του ίδιου αποτελέσματος, χωρίς να εμποδίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1842 ΑΚ, η οποία απαιτεί για την αποκλήρωση βάσιμο λόγο διαζυγίου απότοκο υπαίτιας συμπεριφοράς, όμως εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος δεν είχε ασκήσει μέχρι το θάνατό του το δικαίωμα διαζεύξεως. Η υπαιτιότητα δηλαδή εκτιμάται στην αποκλήρωση μόνον αν o κληρονομούμενος δεν είχε ασκήσει αγωγή (ΑΠ 766/2004 ΕλλΔνη 2005. 454, ΕφΠειρ 2/2015 Ελλ Δνη 2016. 821). Με άλλα λόγια, αν ασκήθηκε αγωγή διαζυγίου, ο κληρονομούμενος δεν χρειάζεται ούτε να συντάξει διαθήκη για να αποκλείσει από την κληρονομία το σύζυγό του, ή, αν συντάξει, δεν χρειάζεται να αναφέρει τίποτε για το σύζυγό του στη διαθήκη του, ενώ αν δεν ασκηθεί αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου, τον οποίο ο κληρονομούμενος, όσο είναι εν ζωή, επιθυμεί να αποκλείσει από την κληρονομία του (και από τη νόμιμη μοίρα), τότε θα πρέπει να τον αποκληρώσει με τη διαθήκη, αναφέροντας σε αυτήν υπαίτιο σε βάρος του λόγο διαζυγίου. Περαιτέρω, αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου και δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια και δη σύνταξη διαθήκης, τότε οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ασκούν την αγωγή περί αναγνωρίσεως της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου, κατ’ άρθρο 1822 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή. Αν ο κληρονομούμενος άσκησε αγωγή διαζυγίου και ανέφερε και σχετικά στη διαθήκη του, τότε και πάλι καλείται σε εφαρμογή το άρθρο 1822 ΑΚ, παρέχοντας αντίστοιχο δικαίωμα στους κληρονόμους (από τη διαθήκη ή και εξ αδιαθέτου, καθώς η διαθήκη μπορεί να περιέχει μόνο διάταξη για τον αποκλεισμό ή την αποκλήρωση του συζύγου – 1713, 1839 ΑΚ), αφού όπως προειπώθηκε, μπορεί και ο κληρονομούμενος να αποκληρώσει το σύζυγό του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με το άρθρο 1822 ΑΚ, ήτοι εφ' όσον έχει ασκήσει κατ' αυτού αγωγή διαζυγίου έχων βάσιμο προς τούτο λόγο έστω και ανυπαίτιο, εκφράζοντος έτσι και ρητά τη βούλησή του του για την επέλευση του ίδιου αποτελέσματος, χωρίς να εμποδίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1842 ΑΚ, αφού για τον αποκλεισμό του επιζώντος συζύγου, συνακόλουθα και για την εκ μέρους του ενάγοντος προς διάζευξη κληρονομούμενου, άσκηση του δικαιώματος για αποκλήρωση, αρκεί και μόνο η βασιμότητα του προβληθέντος ανυπαιτίου λόγου, ασχέτως του κύρους της περί αποκληρώσεως διάταξης της διαθήκης (βλ. ΑΠ 766/2004 ΕλλΔνη 2005. 454).
Κ.Γ.