ΜΠρΑθ 5677/2025

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 

(Τακτική διαδικασία ν. 4335/2015 – ενοχικό τμήμα)

Αριθ. 5677/2025

 

Δικαστής: Μ. Κωστούρου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Ι. Βρέλλος, Α. Λάμπρου

 

Προσβολή της προσωπικότητας λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης. Προϋποθέσεις αξίωσης ικανοποίησης ηθικής βλάβης. Η αποποινικοποίηση του παράνομου της συμπεριφοράς, κατά την αρχή της επιεικέστερης ποινικής διάταξης, έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική έκλειψη του παρανόμου ως προς την θεμελίωση αστικής ευθύνης. Έννοια του «τρίτου» στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (363 ΠΚ). Δικαστικά πρόσωπα (δικαστικοί λειτουργοί, γραμματείς και επιμελητές), που λαμβάνουν γνώση των δυσφημιστικών ισχυρισμών κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, δεν θεωρούνται «τρίτοι». Οι διαλαμβανόμενοι σε δικόγραφο πολιτικής αγωγής ψευδείς ισχυρισμοί, εφόσον περιέρχονται αποκλειστικά και μόνο στη γνωστική σφαίρα πρόσληψης των ανωτέρω προσώπων και των δικηγόρων των διαδίκων, δεν πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του 363 ΠΚ (Άρθρα 57, 59 ΑΚ, 2, 363 ΠΚ, όπως ίσχυε υπό το ν. 4619/ 2019 και όπως ισχύει μετά τον ν. 5090/2024).

 

(…) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, στην ανωτέρω περίπτωση το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσ­βληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για τη θεμελίωση αξίωσης για άρση της προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη ή παράλειψη τρίτου, η οποία επάγεται τη διατάραξη αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της (σωματική, ψυχική, πνευματική, κοινωνική), που πρέπει, όμως, να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος ήσσονος σπουδαιότητας ή υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, ενώ για την αξίωση ικανοποίησης της ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 59 ΑΚ, απαιτείται, επιπλέον, και η συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας, η δε ηθική βλάβη πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή (βλ. ΟλΑΠ 8/2008, ΑΠ 1394/2017 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τις παραπάνω διατάξεις, η προστασία του δικαίου εκτείνεται και στους συντελεστές εκείνους οι οποίοι αποτελούν την ατομικότητα του προσώπου, είτε αυτοί αναφέρονται στη φυσική του υπόσταση (ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία), είτε στην πνευματική, ηθική ή κοινωνική του ατομικότητα. Ο νόμος δεν ορίζει την έννοια της προσωπικότητας, παρέχοντας έτσι το πλεονέκτημα στον εφαρμοστή του δικαίου να καλύψει και προσβολές οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από τον νομοθέτη. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι στην έννοια της προσωπικότητας περιέχονται όλες εκείνες οι αστάθμητες αξίες οι οποίες απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, και η προσωπικότητα προστατεύεται σε όλα τα αγαθά που τη συγκροτούν, ήτοι, μεταξύ άλλων, α) στοιχεία αναφορικά με τη ζωή, σωματική ακεραιότητα και την υγεία του προσώπου (σωματικά αγαθά), β) στοιχεία αναγόμενα στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου (ψυχικά αγαθά), γ) στοιχεία σχετικά με την ελευθερία προς ανάπτυξη της προσωπικότητας, δ) στοιχεία συνδεόμενα με την τιμή του προσώπου, ε) στοιχεία του ιδιωτικού βίου και της σφαίρας του απορρήτου. Στην έννοια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας περιλαμβάνονται όλα τα άυλα αγαθά, τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο και ανήκουν σε αυτό, όπως είναι και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου (βλ. ΕφΠατ 57/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (βλ. ΑΠ 512/2023, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1116/ 2019 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 363 του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 νέου ΠΚ (με ημερομηνία έναρξης ισχύος από την 01.07.2019), «Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή», ενώ σύμφωνα με την ίδια διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει από την 01.05. 2024, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 § 1 του ν. 5090/2024, «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης». Από την αντιπαραβολή των δυο διατάξεων, προκύπτει ότι η νεότερη διάταξη του άρθρου 363 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 5090/2024, είναι επιεικέστερη από εκείνη που αντικατέστησε, δεδομένου ότι στην έννοια του τρίτου - απαραιτήτου στοιχείου προς στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του υπόψη αδικήματος - δεν περιλαμβάνονται εισέτι οι δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης. Η υπόψη διάταξη, όπως τροποποιήθηκε, κατ’ ουσίαν ενσωμάτωσε τις σκέψεις της μειοψηφίας της υπ’ αριθ. 3/ 2021 απόφασης της Ολομέλειας του ΑΠ, σύμφωνα με τις οποίες για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ως προς τα αντικειμενικά του στοιχεία, θα πρέπει η διάδοση ή ο ισχυρισμός του ψευδούς γεγονότος αφενός να επισυμβεί ενώπιον τρίτου προσώπου, αφετέρου να είναι κατάλληλος, δηλαδή πρόσφορος, ως αντιτιθέμενος στην ηθική και στην ευπρέπεια, να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις ("τρίτος" και "δυνατότητα βλάβης της τιμής και υπόληψης") μπορεί να συνδέονται υπό την έννοια ότι ένα γεγονός, που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του παθόντος, να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει τη βλαπτική του ενέργεια, όταν ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις. Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, το πρόσωπο που αφορά, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις. Ως "τρίτος" της οικείας ποινικής διάταξης δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόσωπο θεσμικά αρμόδιο, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες, αναφορές των πολιτών (π.χ. ο εισαγγελέας, ο φυσικός δικαστής μίας υπόθεσης), καθόσον κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του αποβάλλει (δικονομικά επιβεβλημένο) την προσωπική του "ταυτότητα" και εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ανατεθειμένο σ' αυτό θεσμικό ρόλο του αμερόληπτου κριτή. Με άλλα λόγια, παρότι φυσικά πρόσωπα, κατά την ανατεθείσα σ' αυτούς εξουσία εκφράζουν και υλοποιούν ένα συγκεκριμένο πολιτειακό ρόλο, στην υπηρεσία της απρόσωπης, αμερόληπτης, αφηρημένης απονομής δικαιοσύνης. Το δικαστικό πρόσωπο δεν είναι "τρίτος" θεσμικά και δικονομικά ως προς το βιοτικό συμβάν, όπως π.χ. ο οποιοσδήποτε παρών, ο οποίος θα λάβει γνώση της δυσφημιστικής εκδήλωσης ή ο απλός θεατής του βιοτικού συμβάντος κατά τον χρόνο της εξέλιξής του. Τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στα πλαίσια της οικείας διαδικασίας (προδικασίας και κύριας διαδικασίας), δεν διασκέπτονται δημοσίως [άρθρο 371 (ήδη 369) του ΚΠΔ και άρθρο 301 του ΚΠολΔ], δεν τους αφορά το πρόσωπο των διαδίκων [in rem εξελίσσεται η ποινική δίκη, in personam κηρύσσεται η ενοχή ή η αθωότητα, άρθρο 370 (ήδη 368) του ΚΠΔ]. Τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνο τη δικανική τους κρίση ως προς τη βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης, είτε της πολιτικής, είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντός τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μια έννομη σχέση ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού, η δε όποια κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή και υπόληψη κάποιου προσώπου. Δεν μπορούν οι ανύπαρκτες, ως δικονομικό μέγεθος, "υπόνοιες” του εισαγγελέα ή του δικαστή, κατά την εκδίκαση μίας υπόθεσης, να αναχθούν σε δικονομικό μέγεθος μετρήσιμο που αξιολογείται για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Επιπροσθέτως, ενόψει του χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφήμησης ως εγκλήματος αφηρημένης - συγκεκριμένης διακινδύνευσης, η διακινδύνευση της τιμής και της υπόληψης είναι αποκλεισμένη ενώπιον ενός δικαστικού λειτουργού, με το σκεπτικό ότι είναι νομικά, λογικά και ηθικά ασύμβατη με τον ρόλο και τα καθήκοντα των δικαστών, οι οποίοι, όποτε κληθούν να δικάσουν, είτε θα αχθούν σε αθωωτική κρίση, οπότε ουδεμία τρώση της τιμής και της υπόληψής του θα υποστεί ο ψευδώς καταγγελθείς (το αντίθετο θα τυγχάνει και δικαστικής επικύρωσης η αθωότητά του), είτε θα καταλήξουν σε καταδικαστική απόφαση, οπότε ήταν (και με επίσημη πολιτειακή επικύρωση) αληθή τα καταγγελθέντα. Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς) που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, με την έννοια που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 363 του ΠΚ, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική δίκη, όπως είναι ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων στην πολιτική δίκη, οι δικηγόροι, οι οποίοι ως δημόσιοι λειτουργοί εκπροσωπούν και υπερασπίζονται τους εντολείς τους σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό (άρθρο 1 § 1 του ν. 4194/2013), τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λπ. Άλλωστε, για τα πρόσωπα αυτά δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Τυχόν αντίθετη θέση θα οδηγούσε σε φαλκίδευση του συνταγματικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας και εξάρτηση της άσκησής του από το μέγεθος της ψυχικής αντοχής ή ανθεκτικότητας του προτιθέμενου να το ασκήσει στο ενδεχόμενο καταμήνυσής του, εκ μέρους εκείνου κατά του οποίου στρέφεται, με την θεώρηση των εκπροσώπων της δικαστικής λειτουργίας ως "τρίτων". Επομένως, τα ανωτέρω πρόσωπα, χωρίς τη συνδρομή ιδιαιτέρων άλλων περιστάσεων που δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και της υπόληψης του εγκαλούντος, δεν είναι τρίτοι με την έννοια που προαναφέρθηκε, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (βλ. ΜΕφΠειρ 140/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς https://wwwefeteio-peir.gr/, ΜΕφΑθ 1240/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 619/2024, ΜΕφΠειρ 617/2024 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜΠρ Αθ 654/2025 αδημ. στο νομικό τύπο, ΜΠρΑθ 473/ 2025 αδημ. στο νομικό τύπο, ΠΠρΡοδ 59/2024, ΜΠρΘ 13794/2024 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στο αυτό, άλλωστε, αιτιολογικό και δικαιοπολιτικό υπόβαθρο εδράζεται και η Αιτιολογική Έκθεση του ν. 5090/2024 σχετικά με την τροποποίηση του άρθρου 363 του νέου ΠΚ, διαλαμβάνοντας ότι «Με την κατάργηση της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 του ΠΚ το αξιόποινο περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διάδοση ενώπιον τρίτου συνοδεύεται από την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση της γνώσης της ψευδούς υπόστασης του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου. Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη, έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή, λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, o δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της «δίκης», που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση».

Επομένως και με βάση τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν, οι περιεχόμενοι σε δικόγραφο πολιτικής δίκης ισχυρισμοί που διαλαμβάνουν ψευδή γεγονότα για κάποιον άλλον, εφόσον περιέρχονται αποκλειστικά και μόνο στη γνωστική σφαίρα πρόσληψης των ανωτέρω προσώπων, και δη των δικαστικών λειτουργών που θα κρίνουν τη βασιμότητά τους ή μη, των δικαστικών γραμματέων ενώπιον των οποίων κατατίθεται το δικόγραφο, των δικαστικών επιμελητών που θα επιμεληθούν της τυχόν επίδοσής του και των δικηγόρων που εκπροσωπούν τα διάδικα μέρη, δεν πληρούν το πραγματικό για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου του 363 του ΠΚ. Η προρρηθείσα νομοθετική μεταβολή επιδρά, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, στην έννοια του παρανόμου, ως συστατικού όρου του πραγματικού των άρθρων 57 και 914 ΑΚ (έτσι η Νομολογία των πολιτικών Δικαστηρίων ουσίας πριν την ΟλΑΠ 3/2021: βλ. ΠΠρΑθ 1792/ 2020, ΠΠρΡοδ 106/2020 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 1294/2020 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΠρΑθ 373/2016, με σύμφωνες παρατηρήσεις Γ. Βαλμαντώνη, Ελληνική Δικαιοσύνη, 4/2016, σ. 1127-1130). Ειδικότερα, το παράνομο της συμπεριφοράς κρίνεται σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθ' ον χρόνο αυτή συντελέστηκε, ο δε αποχαρακτηρισμός και η νομιμοποίηση της ως άνω συμπεριφοράς μπορεί να γίνει μόνο με μεταγενέστερο νόμο, που έχει αναδρομική ισχύ (βλ. Π. Σακκόπουλος, Η έννοια του παράνομου στην ΑΚ 914, 2018, σελ. 108). Από δε τον συνδυασμό των άρθρων 2 ΠΚ και 363 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 5090/2024, προκύπτει ότι καθώς η αποποινικοποίηση μιας πράξης έχει αναντίρρητα αναδρομική ισχύ υπό το φως της συνταγματικής περιωπής αρχής της lex mitior (βλ. ΟλΑΠ 1/2015 ΠοινΧρ 2016. 50), έτσι και καθ' ο σκέλος αφορά την θεμελίωση αστικής ευθύνης έχει εκλείψει αναδρομικά το στοιχείο του παρανόμου (συναφής η υπόθεση που απασχόλησε την ΟλΑΠ 28/1993, ΕλλΔνη 2/1994. 350-352 με την οποία έγινε δεκτό ότι με την αντικατάσταση του άρθρου 9 § 5 εδ. β' π.δ. 1041/1979 ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει και για το παρελθόν την υποχρέωση συνυπολογισμού στο συντάξιμο μισθό των επιδομάτων, αίροντας αναδρομικά το παράνομο των πράξεων των οργάνων του Δημοσίου και αποκλείοντας την κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ευθύνη). Το παρόν Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την υποστηριχθείσα αντίθετη άποψη (βλ. Ε. Αθανασόπουλος, Ο δικαστικός λειτουργός ως «τρίτος» στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ΠΚ 363 και η διευρυμένη έννοια του παρανόμου στο αστικό δίκαιο υπό τις ΑΚ 57 και ΑΚ 914, σε ΕλλΔνη 6/2018. 1657 επ.) σύμφωνα με την οποία παρά την αποποινικοποίηση δεν παύει να συγκροτείται η έννοια του αστικού παρανόμου υπό τις διατάξεις των 57 και 914 ΑΚ, διότι εξακολουθεί η υπό εξέταση συμπεριφορά να αντίκειται σε άλλες διατάξεις, γενικές επιταγές και στο πνεύμα του δικαίου, ιδίως με την μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Και τούτο διότι οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε ένα αξιολογικό οξύμωρο αν δεχτούμε ότι καίτοι ο ισχυρισμός/διάδοση ψευδών γεγονότων ενώπιον των εν ευρεία έννοια δημόσιων λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχει κριθεί αυθεντικά από τον Ποινικό Νομοθέτη ως συμπεριφορά απρόσφορη να προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου, αστικολογικά η ίδια ως άνω συμπεριφορά είναι πρόσφορη προς τούτο.

(…) Με την κρινόμενη αγωγή, και κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου και του αιτήματός της, ο ενάγων εκθέτει ότι με την υπ’ αριθ. (…) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Γαμικών Διαφορών), που εκδόθηκε επί αντίθετων αγωγών διαζυγίου των διαδίκων, κηρύχθηκε λυμένος ο μεταξύ αυτών γάμος. (…). Ότι η μεταξύ του ιδίου και της πρώην συζύγου του αντιδικία, δεν περιορίσθηκε μόνο στο πλαίσιο των οικογενειακών διαφορών (διαζύγιο, επιμέλεια και διατροφή του τέκνου τους), αλλά επεκτάθηκε και σε εταιρικού δικαίου διαφορές, δεδομένου ότι ετύγχαναν εκπρόσωποι του συνόλου των μετοχών της εδρεύουσας στον Πειραιά Αττικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία (…). Ότι στα πλαίσια της εταιρικής τους αντιδικίας η εναγόμενη άσκησε κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία (…), της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, τις κάτωθι πέντε (5) αγωγές:  α) την με ΓΑΚ …/2016 (…), η οποία του επιδόθηκε στις 04.11.2016, β) την με ΓΑΚ …/2017 (…), η οποία του επιδόθηκε στις 09.11.2017, γ) την με ΓΑΚ …/2019 (…), η οποία του επιδόθηκε στις 15.01.2019, δ) την με ΓΑΚ …/2021 (…), η οποία του επιδόθηκε στις 08.01.2020 και ε) την με ΓΑΚ …/2021 (…), η οποία του επιδόθηκε στις 28.01.2021. Ότι επί των αγωγών αυτών, με τις οποίες η εδώ εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί διατάξεις του νόμου και του καταστατικού της εταιρείας ως προς τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και ως προς τη λειτουργία της εταιρείας και το περιεχόμενο των αποφάσεων των εταιρικών οργάνων, ούτε ο ίδιος, ούτε η εναγόμενη έχουν καταθέσει προτάσεις. Ότι στο κείμενο των ως άνω αγωγών της, η εναγόμενη προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, αναφέρει στην § 10 των τεσσάρων πρώτων αγωγών και στην § 9 της πέμπτης εξ αυτών επί λέξει τα εξής: «Ενώ όμως η εναγόμενη είχε εξέλθει της οικονομικής κρίσης, οι ούτως ή άλλως από χρόνια συμβατικές συζυγικές σχέσεις εμού και του πρώην συζύγου μου χειροτέρευαν διαρκώς. Για το λόγο αυτό είχαμε λάβει από κοινού την απόφαση να χωρίσομε συναινετικά, και το μόνο που απέμενε ήταν η σύνταξη της σχετικής Αγωγής. Ωστόσο, τα διαρκή προσκόμματα που ο ανωτέρω προέβαλλε, αποκάλυψαν εντέλει ότι τα πραγματικά κίνητρά του ήταν να αποσπάσει με κάθε τρόπο τις μετοχές που είχα στην κυριότητά μου προκειμένου να συμφωνήσει στη λύση του γάμου μας και στην ανάληψη αποκλειστικά από εμένα της επιμέλειας της ανήλικης κόρης μας (…), κάτι που απέρριπτα ως εκβιαστικό». Ότι οι αγωγές αυτές περιλαμβάνουν εν γνώσει της εναγόμενης ψευδείς ισχυρισμούς, απρεπείς εκφράσεις, αβάσιμες αιτιάσεις και βλαπτικές κρίσεις για την τιμή και την υπόληψή του, παρουσιάζοντας τον ενάγοντα ως ένα πατέρα που διαπραγματεύεται την επαφή και τη φροντίδα του τέκνου του έναντι οικονομικών/περιου­σιακών ανταλλαγμάτων και ως ένα άτομο που αν­ταλλάσσει τα πάντα με χρήματα. Ότι με την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, η τιμή και η υπόληψή του και ως εκ τούτου υπέστη ηθική βλάβη, καθώς οι ανωτέρω δυσφημιστικές σε βάρος του διαδόσεις που περιέχονται στις εν λόγω αγωγές, περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και ειδικότερα των γραμματέων του Πρωτοδικείου Πειραιά, ενώπιον των οποίων κατατέθηκαν οι αγωγές και των δικαστικών επιμελητών που επέδωσαν τα συγκεκριμένα δικόγραφα. Ότι για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ανερχόμενη στο ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €). Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, το ανωτέρω ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επίδικη συμπεριφορά της εναγόμενης, νομιμοτόκως (…), καθώς και καταδικασθεί η εναγόμενη στην εν γένει δικαστική του δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην (άρθρα 7, 8, 9, 10 και 14 § 2 ΚΠολΔ) και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρα 22 και 35 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία […]. Επιπροσθέτως, η αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, δοθέντος ότι αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία  κατ’ άρθρο  216 § 1 ΚΠολΔ, που θεμελιώνουν κατά το νόμο την άσκησή της από τον ενάγοντα σε βάρος της εναγόμενης.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή ελέγχεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη στο σύνολό της, διότι υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις ως άνω αναφερόμενες πέντε (5) αγωγές της εδώ εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά, με τους οποίους η τελευταία φέρεται να διέδωσε ψευδή και συκοφαντικά σε βάρος του ενάγοντος γεγονότα, περιήλθαν σε γνώση μόνο των δικαστικών γραμματέων του Πρωτοδικείου Πειραιά και των δικαστικών επιμελητών που ανέλαβαν τις επιδόσεις των εν λόγω δικογράφων (ουχί δε και δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς, όπως ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του, επί των συγκεκριμένων αγωγών της εναγόμενης, ουδείς εκ των διαδίκων έχει καταθέσει προτάσεις), ήτοι δημόσιων λειτουργών ή υπαλλήλων στο πλαίσιο της άσκησης των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, αφού τα πρόσωπα αυτά δεν εμπίπτουν εξ αυτού και μόνο του λόγου στην έννοια του «τρίτου» ως στοιχείο της κατάφασης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, που τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 363 του νέου ΠΚ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής του ενάγοντος. Σημειούται ότι, ο ενάγων επικαλείται ότι μόνο τα ανωτέρω πρόσωπα κατέστησαν κοινωνοί των περιεχόμενων στις ως άνω αγωγές ψευδών ισχυρισμών της εναγόμενης. Ακολούθως, δεν συντρέχει, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, περίπτωση παράνομης και υπαίτιας προσβολής του δικαιώματος του ενάγοντος στην προσωπικότητά του με αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης συνιστάμενη στην τέλεση σε βάρος αυτού της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, αλλά ούτε και της απλής δυσφήμισης, μετά την κατάργηση από την 01.05.2024 του άρθρου 362 του νέου ΠΚ με το άρθρο 136 περ. α' του ν. 5090/2024. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη στο σύνολό της. (…).

Β.Κ.Σ.