ΜΠρΑιτ 11/2026

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Μονομελές Πρωτοδικείο Αιτωλοακαρνανίας – Παράλληλη έδρα Μεσολογγίου 

Αριθ. 11/2026

 

Δικαστής: Κ. Κοσμίδης, Πρωτοδίκης

Δικηγόρος: Λ. Υφαντής

 

Απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αγωγής εταιρίας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΗ ΑΕ) ως διαχειρίστριας απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού κατ’ άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003, διότι δε διαθέτει την κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση για δικαστική επιδίωξη της είσπραξης της διαχειριζόμενης απαίτησης καθόσον δεν τυγχάνει ΕΔΑΔΠ. (Άρθρα 1-3  ν. 4354/2015, 3 § 4, 5, 115 ν. 5072/2023).

 

[…] Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΑΠ 957/ 2024, ΑΠ 262/2022, ΑΠ 1278/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το άρθρο 216 § 1 περ. α ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα, ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντας και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης (ΑΠ 1405/2024, 234/ 2024, ΑΠ 121/2023, ΑΠ 2099/ 2022). Τέλος, εάν στην αγωγή δεν παρατίθενται, τα ως άνω απαραίτητα πραγματικά περιστατικά τότε η απουσία τους συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής, όχι λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης, αλλά λόγω αοριστίας (Αποστολάκης Γ., Ο δικαστικός έλεγχος της νομιμοποίησης ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ΕΠολΔ 3/2018. 234).  Σε αντίθεση με τα παραπάνω, ο νόμος παρέχει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λ.χ. ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς, ο αναγκαστικός διαχειριστής, ο Εισαγγελέας στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Δηλαδή στην ελληνική έννομη τάξη η κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου και δεν υφίσταται δυνατότητα συμβατικής απλώς θεμελίωσής της (βλ. ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 37/2014, ΑΠ 709/2009, ΑΠ 45/ 2007, ΑΠ 439/1979, ΕφΑΘ 1390/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Παρά ταύτα, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε (ΟλΑΠ 1/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περίπτωση εφαρμογής των ανωτέρω παραδοχών στην ημεδαπή έννομη τάξη αποτέλεσε η επικρατήσασα στη νομολογία θέση, η οποία προέκυψε μετά από τελεολογική και συστηματική ερμηνεία του νόμου, ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 αυτού όχι μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων σε αυτές γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου αλλά και όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του ν. 3156/ 2003, κατά παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ανωτέρω νόμων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3156/2003 "Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ", για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντας και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως "ιδιωτική τοποθέτηση" θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. "Μεταβιβάζων", κατά την § 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και "αποκτών" μόνο νομικό πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και "τιτλοποιεί" τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, "ομολογίες", ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. § 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§ 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (§ 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (§ 9). Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (§ 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή" (§ 14).

Επακολούθησε, ο ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ", τα άρθρα 1 έως 3 του οποίου έχουν ήδη καταργηθεί, δυνάμει του άρθρου 41 του ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε με την § 2 του άρθρου 101 του ν. 5079/2023, πλην όμως εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε συμβάσεις διαχείρισης απαιτήσεων που έχουν συναφθεί μέχρι την 30ή Δεκεμβρίου 2023. Με το ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι "εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" (ΕΑΑΔΠ) και οι "εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέφθηκαν δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, αμφότερα τα οποία υπόκειντο σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω ν. 4354/2015. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 β του ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 § 2 του ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της § 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 α του ως άνω ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 70 του ν. 4389/2016 και εν συνεχεία με το άρθρο 12 § 1 του ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της § 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά ήτοι: αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της § 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27.6.2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ` της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μπορεί να ανακληθεί, ενώ εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 § 1 περ. α`, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 § 1 του ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 § α`), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες, είτε ενήμερες. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4389/ 2016, δυνάμει του άρθρ. 70 του οποίου τροποποιήθηκε ο ν. 4354/2015, «Η προϋπόθεση οι εταιρίες αυτές να είναι αποκλειστικού σκοπού, διασφαλίζει το ακέραιο της δραστηριότητάς και λειτουργίας τους και δρα προληπτικά αποκλείοντας γεγονότα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρ. 1 § 22 του τελευταίου αυτού νόμου οι ΕΔΑΔΠ θεωρούνται δανειστές και προμηθεύτριες κατά την έννοια του ν. 2251/1994 και υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία περί Προστασίας Καταναλωτή, τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (Β΄ 2289/ 2014), καθώς με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις σχετικές με χορηγούμενα από πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα δάνεια και πιστώσεις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως επίσης και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται σχετικά ότι «... θεσπίζεται καθεστώς αυστηρής εποπτείας των εταιριών διαχείρισης και μεταβίβασης των απαιτήσεων και υποχρέωσή τους να τηρούν τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, ώστε να διασφαλίζεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν θα χειροτερεύσει η νομική ή πραγματική θέση του οφειλέτη μόνο και μόνο λόγω της μεταβίβασης της οφειλής του ή της ανάθεσής της προς διαχείριση». Περαιτέρω, το άρθρο 2 §§ 1 - 3 του ν. 4354/ 2015, όπως αντικαταστάθηκε με την § 1 του άρθρου 70 του ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της § 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 § 1 α΄ ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του ν. 4354/ 2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 § 1 β` περιπτ. ββ και γγ ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ (άρθρο 3 § 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 § 2 του ν. 4354/ 2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις ΕΔΑΔΠ υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο ο οποίος περιλαμβάνει το ελάχιστο περιεχόμενο που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 § 1 περ. γ του ν. 4354/ 2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της § 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α΄ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Δηλαδή, με την τελευταία αυτή διάταξη απονέμεται ενεργητική κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση στις εταιρείες διαχείρισης του ν. 4354/ 2015 για τις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν και τις διαχειρίζονται με βάση το νόμο αυτό, εν αντιθέσει με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003, με την οποία δεν παρέχεται ρητά στο διαχειριστή της μεταβιβαζόμενης απαίτησης, ο οποίος αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης, και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενος έννομη προστασία στο όνομά του.

Ωστόσο, οι εταιρείες διαχείρισης του ν. 4354/ 2015 υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του ν. 3156/ 2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του ν. 3156/2003 από εκείνες του ν. 4354/2015 θα είχε ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του ν. 4354/2015. Διαφορετική εκδοχή θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 εδ. α΄ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Επομένως, επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 § 4 του ν. 4354/2015 και στις περιπτώσεις που οι ΕΔΑΔΠ έχουν αναλάβει τη διαχείριση απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 § 14 του ν. 3156/2003 και κατά συνέπεια αυτές διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση διαδίκου που παρέχεται με την πρώτη ως άνω διάταξη (ΟλΑΠ 1/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ορθότητα της ως άνω ερμηνευτικής εκδοχής, η οποία ακολουθήθηκε από τη νομολογία, επιβεβαιώθηκε από το νομοθέτη, αρχικά με το ν. 4649/2019 (έτσιΑρβανιτάκης Π., Η νομιμοποίηση των εταιριών διαχειρίσεως (ΕΔΑΔΠ) τιτλοποιημένων δυνάμει του ν. 3156/ 2003 απαιτήσεων, ΕλλΔνη 2023. 145). Με το νόμο αυτό (άρθρ. 1 § 1-2) καθορίστηκαν οι όροι για την παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου σε τιτλοποιήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10 ν. 3156/ 2003, με σκοπό τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους (Πρόγραμμα Ηρακλής). Με το δε άρθρ. 2 περ. 5 του ίδιου νόμου προβλέπεται η υποχρεωτική ανάθεση της διαχειρίσεως σε εταιρεία διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 ή σε πιστωτικό ίδρυμα, με σκοπό τη διασφάλιση της ετατυχούς διαχειρίσεως, της αποδόσεως του προγράμματος και της εξαλείψεως του κινδύνου καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου (βλ. Απαλλαγάκη X.- Κιτσαρά Α., Η εξαιρετική νομιμοποίηση των ΕΔΑΔΠ κατά τη διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων, ΧρΙδΔ, 2022). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4649/ 2019, με την ανάθεση της διαχειρίσεως των απαιτήσεων σε εξειδικευμένο διαχειριστή, που δεν συνδέεται με τη μεταβιβάζουσα Τράπεζα και πρέπει να διαθέτει εχέγγυα εμπειρίας και αποτελεσματικότητας και να μην επιφέρει υποβάθμιση της αξιολόγησης των ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, όπως αυτή δόθηκε από τον οίκο αξιολόγησης, «διασφαλίζεται μια επαγγελματική διαχείριση», η οποία αυξάνει τις πιθανότητες ανάκτησης, μειώνει τον κίνδυνο αποτυχημένης διαχείρισης των υποκείμενων απαιτήσεων και εγγυάται την αποδοτική λειτουργία του συστήματος σε συνδυασμό με τη συστηματική παρακολούθηση της πορείας των ανακτήσεων. Η ως άνω διάταξη συνδέει ακριβώς τις τιτλοποιημένες δυνάμει του ν. 3156/2003 απαιτήσεις με την ανάθεση της διαχειρίσεώς του σε ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/2015, προφανώς με τις τελευταίες να έχουν όλες τις εξουσίες που τους παρέχει ο ν. 4354/2015, μεταξύ αυτών και την εξουσία δικαστικής διενέργειας διαδικαστικών πράξεων του αληθούς δικαιούχου των απαιτήσεων ως μη δικαιούχων διαδίκων, οι ενέργειες των οποίων δεσμεύουν και τον αληθή δικαιούχο (Αρβανιτάκης Π., ό.π.). Τελικά, η θέση την οποία προέκρινε η νομολογία, απέκτησε ρητό νομοθετικό έρεισμα στις διατάξεις του ν. 5072/2023. Αναλυτικότερα, στη διάταξη του άρθρ. 3, § 4, τελευταίο εδάφιο του εν λόγω νόμου ορίζεται ότι «Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται ως προς τη διαχείριση πιστώσεων που μεταβιβάζονται στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, εφόσον η διαχείρισή τους έχει ανατεθεί σε διαχειριστές πιστώσεων της περ. 8) του άρθρου 4.». Στη δε τελευταία αυτή διάταξη οριοθετείται η έννοια των διαχειριστών πιστώσεων ως εξής «διαχειριστής πιστώσεων: νομικό πρόσωπο με έδρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) το οποίο, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, διαχειρίζεται και επιβάλλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τις απαιτήσεις από συμβάσεις πιστώσεων, για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων, και ασκεί τουλάχιστον μία ή περισσότερες δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5, § 1 του ίδιου νόμου «Δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων ασκούνται αποκλειστικά από αδειοδοτημένους διαχειριστές πιστώσεων. Αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση των διαχειριστών πιστώσεων είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.», κατά δε την § 2 «Οι διαχειριστές πιστώσεων αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 26 της § 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ.» και σύμφωνα με την § 3 του ιδίου άρθρου «Άδεια διαχειριστή πιστώσεων χορηγείται με τη διαδικασία του άρθρου 8 αποκλειστικά σε Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες είναι ανώνυμες εταιρείες με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση πιστώσεων, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6». Η δε άδεια λειτουργίας των διαχειριστών πιστώσεων μπορεί σύμφωνα με το άρθρ. 11 του νόμου να ανακληθεί από την ΤτΕ. Επιπροσθέτως, στο άρθρ. 13 του ίδιου νόμου ορίζονται οι υποχρεώσεις που οι αγοραστές και οι διαχειριστές πιστώσεων υπέχουν στις σχέσεις τους με τους δανειολήπτες και ειδικότερα στις §§ 1 και 2 ορίζεται ότι αυτοί οφείλουν «... α) να ενεργούν καλόπιστα, δίκαια και επαγγελματικά, β) να παρέχουν στους δανειολήπτες πληροφορίες που δεν είναι παραπλανητικές, ασαφείς ή ψευδείς, γ) να σέβονται και να προστατεύουν τα προσωπικά στοιχεία και την ιδιωτική ζωή των δανειοληπτών, δ) να επικοινωνούν με τους δανειολήπτες με τρόπο που δεν συνιστά παρενόχληση, καταναγκασμό ή αθέμιτη επιρροή. Οι υποχρεώσεις των άρθρων 4 και 5, των §§ 2 και 3 του άρθρου 6 και των άρθρων 8 και 10 του ν. 3758/2009 (Α΄ 68) ισχύουν και για τους αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων. 2. Οι διαχειριστές πιστώσεων θεωρούνται δανειστές και προμηθευτές κατά την έννοια του ν. 2251/1994 (Α΄ 191) και υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή, με τον Κώδικα Δεοντολογίας, με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση πιστώσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του ν. 4438/ 2016 (Α΄ 220), καθώς και με όλες τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα της υποπερ. αβ) της περ. α) της § 5 του άρθρου 3 του παρόντος και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες». Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 115 του ν. 5072/2023, εγκαθιδρύεται πλέον η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των διαχειριστών απαιτήσεων, καθόσον ορίζεται ότι «1. Σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης των απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων σε διαχειριστές πιστώσεων, αυτοί νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, διαδικασίες αφερεγγυότητας και διευθέτησης οφειλών. [...] 3. Το παρόν εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις ο διαχειριστής πιστώσεων αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003». Νομοθετική παρέμβαση που αφορά το ν. 3156/2003 και τις ΕΔΑΔΠ έλαβε χώρα δυνάμει της διάταξης του άρθρ. 108 του ν. 4799/2021, το οποίο τροποποίησε τη διάταξη του άρθρ. 64 του ν. 4548/2018. Με την τροποποίηση της τελευταίας αυτής διάταξης (η οποία έχει όμοιο περιεχόμενο με την καταργηθείσα δυνάμει του άρθρ. 189 του ν. 4548/ 2018 διάταξη της § 6 του άρθρ. 4 του ν. 3156/20023) ορίστηκε ότι ως εκπρόσωποι των ομολογιούχων ομολογιακών δανείων είτε αυτά διέπονται από το ν. 4548/2018, είτε από το ν. 3156/2003 μπορούν μεταξύ άλλων να ορίζονται και οι ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/ 2015. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται ότι συμπερίληψη των εταιρειών διαχείρισης στα νομικά πρόσωπα που δύνανται να οριστούν ως εκπρόσωποι των ομολογιούχων δικαιολογείται από το ότι αυτές εντάσσονται στις επιχειρήσεις του χρηματοοικονομικού τομέα, υποκείμενες σε αυστηρό πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας και ούσες χρηματοδοτικά ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Επιπλέον, με τη διάταξη του άρθρ. 65 § 3 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι «Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικός και εξωδίκως. Ειδικότερα: {......} β) Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και του ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός αν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανόμενης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης». Περαιτέρω, η, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εξαιρετική νομιμοποίηση των ΕΔΑΔΠ ως μη δικαιούχων διάδικων για τις απαιτήσεις τις οποίες διαχειρίζονται, ανεξαρτήτως του ειδικότερου νομοθετικού πλαισίου, υπό το οποίο αυτές έχουν μεταβιβαστεί και τους έχει ανατεθεί η διαχείρισή τους, είτε κατόπιν τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας του νόμου είτε πλέον δυνάμει ρητής νομοθετικής διάταξης, αποτελεί εντελώς διαφορετικό ζήτημα σε σχέση με το εάν οι λοιποί, πλην των ΕΔΑΔΠ, διαχειριστές του άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003, ήτοι ο μεταβιβάζων την απαίτηση ή ο τρίτος- εφόσον είναι είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη τους πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα- απολαμβάνουν αντίστοιχες δικονομικές εξουσίες και μπορούν να εκπροσωπήσουν δικαστικά τον τελευταίο (βλ. ΜΠρΗλ 175/2025 α­δημ.). Σχετικά με το ζήτημα αυτό πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι σαφώς δεν χωρεί ευθεία εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 2 § 4 του ν. 4354/2015 (για τις προ της 30ης/12/2023 συμβάσεις διαχείρισης) ή πλέον αυτής του άρθρ. 115 § 3 του ν. 5072/2023 στην περίπτωση των λοιπών διαχειριστών του ν. 3156/2003, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές ρητά  αναφέρονται  σε ΕΔΑΔΠ, και ως εκ τούτου η περίπτωση των λοιπών διαχειριστών του ν. 3156/2003 δεν καλύπτεται από το γράμμα τους, υπό οποιοδήποτε δυνατό νόημα. Εξάλλου, ούτε ανάλογη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων χωρεί (ΜΠρΗλ 175/2025, ό.π.) Τούτο διότι η ανάλογη εφαρμογή κανόνα Δικαίου προϋποθέτει κατ’ αρχήν ακούσιο νομοθετικό κενό, τέτοιο δε υφίσταται όταν ο νομοθέτης άφησε αρρύθμιστη μία περίπτωση, η οποία απαιτούσε ρύθμιση (ΑΠ 1772/ 2025, ΑΠ 407/2021 δημ. στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Εντούτοις, ο νομοθέτης εν προκειμένω με την πρόσφατη διάταξη του άρθρ. 115 § 3 του ν. 5072/2023 απένειμε μόνο στις ΕΔΑΔΠ την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του μη δικαιούχου διαδίκου για απαιτήσεις, οι οποίες μεταβιβάστηκαν και τους ανατέθηκε η διαχείρισή τους κατά τις διατάξεις του ν. 3156/2003, αν και είχε γνώση της διχογνωμίας, που προέκυψε στη νομολογία σχετικά με το επιτρεπτό της κάταρξης και διεξαγωγής δίκης εκ μέρους τους και ευχερώς μπορούσε να επεκτείνει την εν λόγω ρύθμιση σε όλους τους διαχειριστές του ν. 3156/2003. Επομένως, προκύπτει ότι η απουσία ρύθμισης, η οποία θα απένειμε αντίστοιχες δικονομικές εξουσίες και στους λοιπούς, πλην των ΕΔΑΔΠ, διαχειριστές πιστώσεων του ν. 3156/2003, αποτέλεσε προϊόν εμπρόθετης επιλογής του νομοθέτη και ως εκ τούτου δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, το οποίο χρήζει συμπλήρωσης. Αλλωστε, ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται τέτοιο κενό, αυτό δεν θα μπορούσε να συμπληρωθεί με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της διάταξης του άρθρ. 2 § 4 του ν. 4354/2015 (για τις προ της 30ης/12/2023 συμβάσεις διαχείρισης) ή πλέον αυτής του άρθρ. 115 § 3 του ν. 5072/2023, καθόσον κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 2/2013 δημ. στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου), πράγμα που εν προκειμένω δεν συντρέχει. Ειδικότερα, όπως, προκύπτει από τη συστηματική θεώρηση των προπαρατεθεισών διατάξεων, οι οποίες αφορούν τις ΕΔΑΔΠ (άρθρ. 1-3 του ν. 4354/2015, άρθρ. 70 ν. 4389/2016, άρθρ. 2 § 5 ν. 4649/2019, άρθρ. 108 ν. 4799/2021, άρθρ. 3 επ. και 115 του ν. 5072/2023) και τις σχετικές αιτιολογικές εκθέσεις, αυτές, διέπονται από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, καθώς αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα με αποκλειστικό αντικείμενο τη διαχείριση πιστώσεων, αδειοδοτούνται από την Τράπεζα της Ελλάδας, εφόσον πληρούν αυστηρά καθορισμένες προϋποθέσεις, ελλείψει των οποίων η άδεια τους μπορεί να ανακληθεί, τελούν δε κατά τη λειτουργία τους υπό την εποπτεία της τελευταίας, ενώ υπέχουν στις σχέσεις τους με τους δανειολήπτες σειρά υποχρεώσεων, όπως η τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών και της νομοθεσίας περί Προστασίας Καταναλωτή μεταξύ άλλων. Τα διακριτά αυτά χαρακτηριστικά τους επιφυλάσσουν ξεχωριστό ρόλο στην ημεδαπή έννομη τάξη και συνιστούν το δικαιολογητικό λόγο (ratio legis) των προπαρατεθεισών διατάξεων, δυνάμει των οποίων τους ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων και συνακόλουθα η κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση για δικαστική επιδίωξη της είσ­πραξής τους. Προκύπτει δηλαδή, με βάση τα ανωτέρω, ότι η περίπτωση των ΕΔΑΔΠ διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνη των λοιπών διαχειριστών του ν. 3156/ 2003 (αντίθετη η ΜΠρΔρ 34/2025, ΤΝΠ sakkou­las-online), οι οποίοι δεν διαθέτουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και κατά συνέπεια δικαιολογείται η διαφορετική δικονομική μεταχείριση αυτών ως πρόδηλα ανόμοιων περιπτώσεων. Λεχθέντων των ανωτέρω, πρέπει επίσης να διερευνηθεί το εάν η τυχόν κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση των λοιπών διαχειριστών απαιτήσεων του ν. 3156/2003 για τις απαιτήσεις που διαχειρίζονται με βάση το νόμο αυτό, μπορεί να συναχθεί με αυτοτελή τελολογική ερμηνεία του ίδιου, του ως άνω νόμου και ιδιαίτερα της διάταξης του άρθρ. 10 § 14 αυτού, δίχως την προσφυγή σε έτερα νομοθετήματα. Όπως προεκτέθηκε, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη μπορεί να συνάγεται από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, χωρίς πανηγυρική διατύπωση, εφόσον όμως προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου (ΟλΑΠ 1/2023, ό.π.). Με άλλη διατύπωση, το κατά ποσόν η ουσιαστικού δικαίου εξουσία προς είσπραξη, η οποία έχει ως νομικό θεμέλιο τη δικαιοπραξία της εξουσιοδότησης (ΑΚ 239), συνοδεύεται από τη δικονομική εξουσία για κάταρξη και διεξαγωγή δίκης αποτελεί ζήτημα, που κρίνεται επί τη βάση των κανόνων του δικονομικού δικαίου (Απαλλαγάκη X./ Κιτσαράς Λ., ό.π.). Η αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία σε περίπτωση παροχής εξουσιοδότησης προς είσπραξη η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης δεν είναι παρά η φυσιολογική δικονομική συνέπεια της ύπαρξης εξουσίας του ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου ο εξουσιοδοτούμενος διαθέτει τις αντίστοιχες δικονομικές εξουσίες (έτσι η ΠΠρΑχ 14/2025, ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ), δίχως να εξεταστεί ειδικά εάν τούτο προκύπτει από το νόμο, έστω και χωρίς πανηγυρική διατύπωση, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς θα οδηγούσε κατ’ ουσίαν στην ανεπίτρεπτη στην ημεδαπή έννομη τάξη συμβατική θεμελίωση της νομιμοποίησης. Κατά συνέπεια, μόνη η πρόβλεψη της διάταξης του άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003 ότι μπορεί με σύμβαση να ανατεθεί στους διαχειριστές των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων η είσπραξη (και εν γένει διαχείριση) αυτών δεν παρέχει ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ της κατ’ εξαίρεση ενεργητικής νομιμοποίησής τους, ούτε μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο απλά από τη σιωπή του νόμου. Αντιθέτως, η σαφής βούληση του νομοθέτη να μην διαθέτουν αυτοί τέτοια δικονομική εξουσία προκύπτει κατ’ αντιδιαστολή από τις προμνημονευθείσες διατάξεις: α) των άρθρ. 64 και 65 § 3 (όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με το άρθρ. 108 του ν. 4799/2021) του ν. 4548/2018 με τις οποίες ορίζεται, για άλλο ζήτημα που σχετίζεται με το ν. 3156/2003, ότι ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, ο οποίος μπορεί να είναι και ΕΔΑΔΠ, δύναται να εκπροσωπήσει αυτούς δικαστικώς και εξωδίκως και β) πολλώ δε μάλλον του άρθρ. 115 § 3 του ν. 5072/2023, η οποία προβλέπει ότι οι διαχειριστές πιστώσεων του νόμου αυτού, δηλαδή οι ΕΔΑΔΠ, νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα σχετικά με τις απαιτήσεις, τις οποίες διαχειρίζονται και έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003. Ήτοι, εάν ο νόμος ήθελε και οι λοιποί διαχειριστές απαιτήσεων του ν. 3156/2003 να διαθέτουν αντίστοιχη δικονομική εξουσία, θα το είχε ορίσει ρητά, όπως στις ανωτέρω διατάξεις. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι η ερμηνεία των οικείων νομοθετικών διατάξεων δεν παρέχει έρεισμα για να υποστηριχθεί ότι λοιποί, πλην των ΕΔΑΔΠ, διαχειριστές απαιτήσεων του άρθρ. 10 § 14 ν. 3156/2003 διαθέτουν την εξουσία για κάταρξη και διεξαγωγή δίκης σχετικής με τις απαιτήσεις τις οποίες διαχειρίζονται (έτσι οι ΜΠρΗλ 175/2025 ό.π., ΜΠρΒοιωτ 467/2025, ΜΠρ Αχ 4/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

III. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 10/9/2013 σύνηψε με τον εναγόμενο σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για την ηλεκτροδότηση του ακίνητου του, κείμενου στο … Αιτωλοακαρνανίας, επί της οδού …, με το προβλεπόμενο από τους όρους της σύμβασης και τα εκάστοτε ισχύοντα τιμολόγιά της τίμημα, το οποίο σε περίπτωση μη εξόφλησης ενός λογαριασμού μέχρι και την επομένη του εκεί αναγραφόμενου χρόνου της «Λήξης Προθεσμίας Πληρωμής» θα επιβαρυνόταν με τόκους υπερημερίας. Ότι, με βάση τους όρους της σύμβασης η ενάγουσα παρείχε στον εναγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα και ο τελευταίος είχε την υποχρέωση να της καταβάλει το αντίστοιχο τίμημα. Ότι, καίτοι η ενάγουσα παρείχε στον εναγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα αδιαλείπτως κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης έως το έτος 2021, ο τελευταίος δεν της κατέβαλε το τίμημα που όφειλε, ποσού 17.365,21 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 1.970,04 ευρώ αντιστοιχεί σε τόκους υπερημερίας. Ότι στο μεταξύ η ενάγουσα με την από 14.6.2021 Ελληνική Σύμβαση Εκχώρησης Αρχικών Απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, μεταβίβασε την επίδικη απαίτηση κατά τις διατάξεις του ν. 3156/203 στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «....», με έδρα το … Ιρλανδίας. Ότι η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού δυνάμει του υπ’ αριθ. .../ 08.06. 2021 Ειδικού Πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών … και της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003, από 9.4.2021 Σύμβασης Διαχείρισης, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της ανέθεσε τη διαχείριση της επίδικης απαίτησης. Ότι στις 23.9.2021 η ενάγουσα επέδωσε στον εναγόμενο εξώδικη όχληση- πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων, με την οποία τον καλούσε να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει σε δόσεις την ως άνω ληξιπρόθεσμη οφειλή του εντός 15 ημερών, άλλως θα προέβαινε στη δικαστική διεκδίκηση των οφειλόμενων. Ότι ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην όχλησή της και εξακολουθεί να οφείλει το παραπάνω ποσό. Ζητεί δε με βάση το παραπάνω ιστορικό να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ποσό των 17.365,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο, πλην του κονδυλίου των τόκων, ποσού 1.970,04 ευρώ, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της εν γένει δικαστικής δαπάνης της … Ωστόσο, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η οποία δεν προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα επικαλείται, προκειμένου να θεμελιώσει την ενεργητική νομιμοποίησή της προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ότι είναι διαχειρίστρια κατά τις διατάξεις του ν. 3156/2003 της, προερχόμενης από σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, επίδικης απαίτησης για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, στην οποία την είχε μεταβιβάσει προγενέστερα ως αρχικός δικαιούχος της, στο πλαίσιο τιτλοποίησης του ίδιου ως άνω νόμου. Παραταύτα και σύμφωνα με τα λεπτομερώς διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ. II νομική σκέψη της παρούσας, ο διαχειριστής απαιτήσεων του άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003 διαθέτει κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση για δικαστική επιδίωξη της είσπραξης της διαχειριζόμενης απαίτησης, μόνο όταν τυγχάνει ΕΔΑΔΠ και όχι όταν πρόκειται για το μεταβιβάζοντα αυτή, προγενέστερο δικαιούχο της. Συνεπεία των ανωτέρω η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. 

Γ.Σ.Γ.