ΑΠ 163/2025, με επιμέλεια Δ. Δ. Αρβανίτη
Άρειος Πάγος (Ε΄ Τμήμα)
Αριθ. 163/2025
Πρόεδρος: Μ. Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Ε. Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτης
Εισαγγελέας: Ν. Δεγαΐτης, Αντεισαγγελέας
Δικηγόρος: Μ. Παπαχρήστου
Αποδεικτική αξιοποίηση φωτογραφιών που προήλθαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε σε παράνομα αποδεικτικά μέσα, κατά παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων προστασίας προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικής ζωής, καθώς και διατάξεων του ΚΠΔ, της ΕΣΔΑ και του –κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ισχύοντος– ν. 2472/1997 για τα προσωπικά δεδομένα. Παραδοχή ότι το βιντεοληπτικό υλικό προερχόταν από ιδιωτικό χώρο του παθόντος και όχι από δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ενώ η κατηγορουμένη είχε εισέλθει εκεί παράνομα. Επιπλέον, οι καταγραφές αποτελούσαν το μοναδικό ουσιαστικό αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση του δράστη σοβαρών και επαναλαμβανόμενων κλοπών. Κρίση ότι η επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα δεν αφορούσε τον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής της κατηγορουμένης και ότι, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, υπερείχε η προστασία των δικαιωμάτων του θύματος. Απόφανση ότι η χρήση των φωτογραφιών ήταν νόμιμη, δεν προκάλεσε ακυρότητα της διαδικασίας και δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα της κατηγορουμένης (Άρθρα 9Α, 19 § 3, 20 § 1, 25 § 1 Σ, 8 ΕΣΔΑ, 177, 510 § 1 Α΄ ΚΠΔ).
[Σύντομη περίληψη πραγματικών περιστατικών: Με την ΤρΠλΧαλκίδας 517/2024 έγινε δεκτό ότι μεταξύ της κατηγορουμένης και του παθόντος υπήρχε από το 2009 μακροχρόνια διαμάχη σχετικά με κατασκευές σε γειτονικά ακίνητα, τις οποίες η κατηγορουμένη θεωρούσε ότι παρεμπόδιζαν την πρόσβαση στο ακίνητο της μητέρας και της θείας της. Η διαφορά είχε οδηγήσει σε πολεοδομικές καταγγελίες, διοικητικές διαδικασίες και δικαστικές ενέργειες, χωρίς τελικά να αναγνωριστεί δικαίωμα διέλευσης μέσω της ιδιοκτησίας του παθόντος. Στις αρχές του 2017, μετά από περιστατικά αφαίρεσης περιφράξεων και φθορών σε γειτονική ιδιοκτησία του παθόντος, τούτος εγκατέστησε κάμερα παρακολούθησης στον ιδιωτικό χώρο του, με σχετική επιγραφή ότι ο εν λόγω ιδιωτικός χώρος βιντεοσκοπείτο. Από τις φωτογραφίες που προέκυψαν από το σύστημα αυτό, σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις, το δικαστήριο έκρινε ότι η κατηγορουμένη εισήλθε στη συνέχεια στο ακίνητο του παθόντος και, σε τέσσερις διαφορετικές ημερομηνίες εντός του 2017, αφαίρεσε είτε μόνη της, είτε με άγνωστο συνεργό κιγκλιδώματα, διακοσμητικά αντικείμενα, πολυθρόνα κήπου, κάδο απορριμμάτων και ένα παλαιό καζάνι αντίκα, συνολικής αξίας περίπου 3.000 ευρώ. Οι ισχυρισμοί της ότι βρισκόταν στην εργασία της, ότι επρόκειτο για αυτοδικία και όχι για κλοπή, καθώς και ότι τα αντικείμενα ήταν ευτελούς αξίας, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, κρίθηκε ένοχη για κλοπή κατ’ εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με τριετή αναστολή.]
(…) Δ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 2 του ν. 3674/10.7.2008, «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι κατ’ εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της § 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικό μέσο που έχει αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις. Η χρησιμοποίηση δε στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 δ΄ ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Σκοπός της αποδεικτικής απαγόρευσης αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε παρανόμως είναι η προστασία θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία ο συντακτικός νομοθέτης έχει αναγνωρίσει ως υπέρτερα της βασικής αρχής του ποινικού δικαίου για διερεύνηση της ουσιαστικής αλήθειας. Εξάλλου, ειδικότερη συνταγματική πρόβλεψη για τις αποδεικτικές απαγορεύσεις επήλθε με την προσθήκη της § 3 στο άρθρο 19 Σ από τον αναθεωρητικό νομοθέτη (2001), η οποία επέφερε μια αποφασιστική αλλαγή στις δυνατότητες αξιοποίησης αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί με προσβολή θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, αφού πλέον, κατά τους ορισμούς της διάταξης αυτής, «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α». Τα συνταγματικά δικαιώματα που ο νομοθέτης επέλεξε να ανάγει σε απολύτως απαραβίαστα είναι εκείνα που προστατεύονται από τα άρθρα 9, 9Α και 19 Σ. Εξάλλου, το άρθρο 9 του Συντάγματος προστατεύει το οικιακό άσυλο και τον ιδιωτικό-οικογενειακό βίο. Με την θέσπιση απαγόρευσης αξιοποίησης αποδεικτικού υλικού που αποκτήθηκε κατά παράβαση του άρθρου αυτού, ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει το άτομο από παραβιάσεις συντελούμενες από κρατικά όργανα κατά τη διαδικασία της κατ’ οίκον έρευνας. Ο ιδιωτικός βίος, αντίστοιχα, του οποίου η προστασία κατοχυρώνεται από την ως άνω διάταξη, κινδυνεύει από πράξεις παρακολούθησης όχι μόνον των κρατικών οργάνων, αλλά και από ιδιώτες. Κατά δε το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος: «Κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του Νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων του εκείνων που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο ο ίδιος κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός από την ερωτική ζωή, τα ζητήματα υγείας και την οικογενειακή ζωή του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή. Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα δε με το ν. 2472/1997 «Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης {Μάρτιος/Απρίλιος/Μάϊος 2017}, μετά τις τροποποιήσεις του στο άρθρο 6 και την προσθήκη άρθρου 7Α με το άρθρο 8 του ν. 2819/2000 και στα άρθρα 7, 7Α, 11, 19 με το άρθρο 34 του ν. 2915/2001) αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του άνω νόμου ορίζεται ότι «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» είναι «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων». «Υποκείμενο των δεδομένων» είναι «το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός η περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική». Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, αλλά και τις αιτιολογικές σκέψεις 14-17 στο προοίμιο της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδομένα εικόνας, εφόσον αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα, αποτελούν προσωπικά δεδομένα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ΄ του άνω ν. 2472/1997 ως «επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα» νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή» (ΑΠ 254/20211, ΑΠ 954/2020). Περαιτέρω, τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ... τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί ... πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το Νόμο ... και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από τον νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Τέλος, τα ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την ως άνω § 1 του ως άνω άρθρου 25 του Συντάγματος, «τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν». Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 εδ. α΄, β΄ και γ΄ του ν. 2472/1997, τα Δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα «για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σαφείς και νόμιμους σκοπούς, και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας». Η συλλογή και επεξεργασία πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο στην προσωπική ζωή του ατόμου, με ηπιότερα μέσα επίτευξης του σκοπού, για τον οποίο συγκεντρώνονται οι πληροφορίες. Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία θα πρέπει να διενεργείται για τον σκοπό, στη θεραπεία του οποίου αποσκοπεί και όχι για άλλο σκοπό (ΣτΕ 1343/2022, ΣτΕ 194/ 2021, ΣτΕ 316/2021, ΣτΕ 1616/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 § 2 του αυτού ως άνω ν. 2472/1997, εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του «η επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται: α) από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών ...». Περαιτέρω, το άρθρο 5 § 1 του ως άνω ν. 2472/1997 ορίζει: «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του». Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου, δεν είναι απόλυτος. Έτσι, ο ίδιος ο ν. 2472/1997 –ο οποίος επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την τότε ισχύουσα κοινοτική Οδηγία 95/46/ΕΚ– ορίζει στο άρθρο 5 § 2α΄ έως ε΄ ότι, «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Έτσι, η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού και της ικανοποιήσεως και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΣτΕ 1343/2022, ΣτΕ 194/2021, ΣτΕ 316/2021, ΣτΕ 1616/2012) και συνταγματικών αρχών, όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (Άρθρο 20 § 1 Συντάγματος) και οι αρχές της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 § 2 γ΄ του ν. 2472/1997, που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο: «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου». Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε, υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας, (ΣτΕ 1343/2022, ΣτΕ 194/ 2021, ΣτΕ 316/2021, ΣτΕ 1616/2012). Έτσι, έχει κρίνει κατ’ επανάληψη η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ότι η χρήση ενώπιον δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεχθεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή αν «ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα» (βλ. σχ. ΟλΑΠ 1/2017, Αρχή Προστασίας Δεδομένων 57/2009, 9/2005 και 8/2005). Εξάλλου, ο Κανονισμός 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)» τέθηκε σε ισχύ στις 25 Μαΐου του 2018, με διττό στόχο: την ενίσχυση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και την ανεμπόδιστη διακίνηση των δεδομένων αυτών. Στη σκέψη 4 του Προοιμίου αυτού επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτο δικαίωμα – πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία». Υπό αυτήν την έννοια, το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα και συνεπώς δεν πρέπει να δίδεται προβάδισμα μόνο στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν επί τάπητος υπάρχουν άλλα αντικρουόμενα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, όπως η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και η χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, ειδικότερα δε, κατά την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Στα πλαίσια αυτά γίνεται δεκτό, ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3 § 1, 4 § 1, 5 § 1 στοιχ. ε΄, 7 § 2 δ στοιχ. γ΄ του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 177, 217, 251, 358, 575 ΚΠΔ, είναι δυνατόν να προσκομισθούν και να αναγνωσθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων, προκειμένου να αναζητηθεί και ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια της υπόθεσης (ΑΠ 254/ 2021, ΑΠ 954/2020). Πολύ περισσότερο μπορούν να προσκομισθούν και να επισκοπηθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου φωτογραφίες τρίτων (έγγραφα) που εξήχθησαν από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης με κάμερες, εγκατεστημένο από φυσικό πρόσωπο σε ιδιωτικό χώρο, για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, που κατ’ άρθρο 3 § 2 του ν. 2472/1997 εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω νόμου, αφού ναι μεν δεν αποτυπώνουν την εικόνα του εγκαταστήσαντος το κύκλωμα αυτό φυσικού προσώπου και των συγγενών του σε προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες, πλην όμως οι τρίτοι, των οποίων αποτυπώνονται οι εικόνες, εισήλθαν χωρίς δικαίωμα στον ιδιωτικό αυτό χώρο για τη διάπραξη αδικήματος, εκθέτοντες οικειοθελώς τα προσωπικά τους δεδομένα στην εμβέλεια των καμερών του κλειστού αυτού κυκλώματος και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι απολύτως απαραίτητη η προσκόμιση των εικόνων αυτών (φωτογραφιών) των τρίτων, τους οποίους, άλλωστε, δεν αποτυπώνουν σε ιδιωτικές στιγμές, για την υπεράσπιση του δικαιώματος του φυσικού προσώπου ενώπιον δικαστηρίου, ενόψει της συγκεκριμένης δίκης, αφού ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Ειδικότερα, το ζήτημα της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για το σκοπό της προστασίας προσώπων και αγαθών ρυθμίζεται στην Οδηγία 1/2011 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Βασική προϋπόθεση, κατά το άρθρο 4 § 1 του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας είναι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια αφενός ότι τα συλλεγόμενα στοιχεία πρέπει να είναι αναγκαία και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, και αφετέρου ότι ο σκοπός αυτός δεν δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα. Επίσης, όπως προβλέπεται στο άρθρ. 2 § α΄ της προαναφερθείσας οδηγίας, «... ο σκοπός της προστασίας προσώπων ή/και αγαθών δικαιολογείται από το έννομο συμφέρον ή την νομική υποχρέωση του ιδιοκτήτη ή του διαχειριστή ενός χώρου να προστατεύσει τον χώρο, καθώς και τα αγαθά που ευρίσκονται στον χώρο αυτό από παράνομες πράξεις ...» και «η προστασία προσώπων ή/και αγαθών με συστήματα βιντεοεπιτήρησης μπορεί να επιδιώκεται είτε (...), είτε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) ή φυσικό πρόσωπο που διαχειρίζεται τον χώρο ή έχει νόμιμο δικαίωμα ή υποχρέωση σύμφωνα με διατάξεις νόμου ή σε εκτέλεση σύμβασης με τον κύριο του χώρου». Στα πλαίσια αυτά γίνεται δεκτό ότι σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 177, 243, 251, 358, 364 [ήδη 362] 575 ΚΠΔ, είναι δυνατόν να προσκομισθούν και να αναγνωσθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων, προκειμένου να αναζητηθεί και ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια της υπόθεσης (ΑΠ 254/2021, ΑΠ 954/2020).
(…)
Τέλος, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1 εδ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 177 § 2 του ΚΠΔ και των άρθρων 9, 9Α και 19 § 3 του Συντάγματος, ως και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 2 στοιχ. β΄, 3 § 2 στοιχ. β΄ και 7 § 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997, έλαβε υπόψη του και θεμελίωσε την καταδικαστική σε βάρος της κρίση σε απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του φωτογραφίες που εξήχθησαν από κλειστό κύκλωμα καταγραφής σκηνών ιδιωτικού χώρου, που όμως καταλαμβάνει και εξωτερικούς δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους, παραβιάζοντας, έτσι, τα υπερασπιστικά της δικαιώματα.
Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη μείζονα πρόταση υπό στοιχ. Δ και ενόψει των αναφερομένων αναλυτικά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προκείμενη περίπτωση, είναι νόμιμη η δικονομική αξιοποίηση του συγκεκριμένου βιντεοληπτικού υλικού, καθώς και των εξ αυτού εξαχθεισών φωτογραφιών, από το κλειστό κύκλωμα καταγραφής ιδιωτικού χώρου (αύλειου χώρου ιδιοκτησίας του εγκαλούντος), κατά τις παραδοχές της απόφασης και όχι κοινόχρηστου χώρου (διόδου), όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, λόγω της σοβαρότητος των εξακολουθητικών κλοπών, που τελέστηκαν, και ως το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, από το οποίο δύναται να προκύψει ο δράστης των υπό κρίση άδικων πράξεων. Πρωτίστως δε διότι, στην εν λόγω περίπτωση το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας στα προσωπικά της δεδομένα (άρθρ. 9Α του Συντάγματος) δεν άπτεται αμέσως του σκληρού πυρήνα της προσωπικής της σφαίρας, που θα απαιτούσε τη συναίνεση αυτής, αφού η συμπεριφορά, που καταγράφηκε και περιέχεται στο ένδικο βιντεοληπτικό υλικό και στις εξ αυτού εξαχθείσες φωτογραφίες, ουδεμία σχέση έχει με πράξεις της σε ιδιωτικό της χώρο ή σε εξωτερικό δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ούτε έχει καμιά σχέση με την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, δεδομένου ότι, οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραψαν τις κινήσεις της σε ιδιωτικό χώρο, που ανήκει σε τρίτο και στον οποίο αυτή εισήλθε παράνομα, χωρίς δικαίωμα, και μάλιστα, εν γνώσει της ότι βιντεοσκοπούνται οι κινήσεις της, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η βιντεοσκόπηση του ιδιωτικού (αύλειου χώρου) του εγκαλούντος εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του ν. 2472/1997, είχε τοποθετήσει προειδοποιητική πινακίδα για τη λειτουργία του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση, ο εγκαλών, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης βιντεοσκοπείτο ιδιωτικός του χώρος, στον οποίο κατά τις παραδοχές της απόφασης εισήλθε παράνομα η κατηγορουμένη και όχι ιδιωτικός προσωπικός χώρος της κατηγορουμένης ή εξωτερικός δημόσιος ή κοινόχρηστος χώρος, όπως η ίδια ισχυρίζεται, ενώ επιβάλλεται η αξιοποίηση των φωτογραφιών της και από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, εν όψει του ότι τα πληγέντα από τις υπό κρίση πράξεις της αγαθά κρίνονται σαφώς υπέρτερα εκείνου της προστασίας των προσωπικών της δεδομένων. Σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη, εν προκειμένω του παθόντος ..., σε δικαστική ακρόαση και προστασία (Άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος), αφού δεν θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού αποδεικτικού μέσου, στο οποίο βασίζεται η καταγγελία του, με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία του απροστάτευτου εν λόγω θύματος των άνω αξιοποίνων πράξεων, ήτοι υπέρτερων εννόμων αγαθών, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας. Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, καμία ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και τις ανωτέρω 37 φωτογραφίες, που εξήχθησαν από το ως άνω κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, χωρίς μάλιστα να αντιλέξει η κατηγορουμένη, που παραστάθηκε με συνήγορο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος μάλιστα προέβη σε σχολιασμό τους, κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ, (σ. 18 της προσβαλλόμενης), εφόσον, όπως εκτενώς αναπτύχθηκε παραπάνω, δεν πρόκειται για αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο προέκυψε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρου 177 § 2 του ΚΠΔ ή των συνταγματικών διατάξεων 19 § 3 και 9Α του Συντάγματος ή της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα. Επομένως, η τελευταία δεν στερήθηκε οιουδήποτε υπερασπιστικού της δικαιώματος, παρεχόμενου ρητά από το νόμο, και συνακόλουθα ο τρίτος, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
Επιμέλεια:
ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ Δ. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ
Δρ - Δικηγόρος
- 1
Δημοσιευθείσα σε ΠοινΧρ 2022. 105 επ. Βλ. επισκόπηση της ανωτέρω απόφασης από Σ. Χούρσογλου σε ΝοΒ 2022.359.