ΣτΕ 384/2026

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Συμβούλιο της Επικρατείας 

(Α΄ Τμήμα, 7μελούς)

Αριθ. 384/2026

 

Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδρος

Δικηγόροι: Β.-Ε. Λάμπρου, Ε. Κουτσιμπού

 

Σύμβαση μαθητείας. Πραγματική απασχόληση και ασφαλιστικές εισφορές. Η υπαγωγή στην κοινωνική ασφάλιση δεν εξαρτάται από τον τυπικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα μέρη στη σχέση απασχόλησης (π.χ. ως πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ή μαθητείας) ούτε από το κύρος της σχετικής σύμβασης, αλλά από το πραγματικό περιεχόμενο της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, όταν ο απασχολούμενος παρέχει στην πράξη εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής, υπό τις οδηγίες, τον έλεγχο και την οργανωτική ένταξη του εργοδότη και όταν προέχων σκοπός της απασχόλησης δεν είναι πλέον η κατάρτιση ή η απόκτηση εμπειρίας, αλλά η κάλυψη λειτουργικών αναγκών και η παραγωγή έργου προς όφελος του εργοδότη, υπάγεται στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/e-ΕΦΚΑ. Η κρίση όμως αυτή δεν σημαίνει μετατροπή της σύμβασης stage σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε παραβιάζει την απαγόρευση του άρθρου 103 § 8 Σ, διότι αφορά αποκλειστικά τις ασφαλιστικές συνέπειες της πραγματικής απασχόλησης (Άρθρα 103 § 8 Σ, 2, 7, 11 π.δ. 164/2004, 2 § 1 α.ν. 1846/1951, 18, 20 ν. 2874/2000, 32 § 12 3232/2004, ΚΥΑ 33072/ 25.2.2005 και 14654/276/10.4.2008).

 

(…).

9. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εξέφερε κρίση ως προς τη φύση της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως εργοδότη, κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.2007 έως 28.11.2013, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 103 § 8 του Συντάγματος και 2, 6, 7, και 11 του π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 4 του α.ν. 1846/ 1951 και 18 του ν. 2874/2000, με αποτέλεσμα να επιφέρει, κατ’ ουσίαν, ανεπίτρεπτη μετατροπή του ένδικου συμφωνητικού εργασιακής εμπειρίας ανέργων από σύμβαση μαθητείας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υπαγάγει τον αναιρεσίβλητο στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήδη αναιρεσείοντος ασφαλιστικού φορέα, παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω μετατροπή της σύμβασης μεταξύ των αντιδίκων μερών απαγορευόταν από το Σύνταγμα. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού αναίρεσης προβάλλεται βασίμως ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το ζήτημα αν το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 17.2.2007 έως 28.11.2013 στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προέβη, κατ’ ουσίαν, σε ανεπίτρεπτη μετατροπή συμφωνητικών περί απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, συναφθέντων μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει των οριζόμενων με τις διατάξεις του άρθρου 103 § 8 του Συντάγματος. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 § 1 του ν. 3900/ 2010 και είναι περαιτέρω εξεταστέος. Αβασίμως δε ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος με το από 16.9.2024 υπόμνημά του ότι για το τιθέμενο με τον λόγο αυτόν αναίρεσης νομικό ζήτημα υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2754/2017, 3130/ 2017, 17/2018, 193/2018, 888-9/2018), η οποία συμπορεύεται με τη σχετική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, διότι η υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, δεν αφορά το ανωτέρω νομικό ζήτημα. Ειδικότερα, η υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως αυτή αποτυπώνεται στις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, αφενός μεν αφορά προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας συνταχθέντων με βάση την 34100/24.11.1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία καταρτίστηκε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολικών κτηρίων, και όχι τις 33072/25.2.2005 και 14654/276/10.4.2008 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, με τις οποίες καταρτίστηκαν προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε υπηρεσίες Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, αφετέρου δε αφορά συμφωνητικά απασχόλησης που συνάφθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, δηλαδή πριν τις 19.7.2004, και όχι συμφωνητικά, όπως εν προκειμένω, τα οποία συνάφθηκαν μετά την πιο πάνω ημερομηνία, δεδομένου ότι το πρώτο συμφωνητικό μεταξύ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του αναιρεσίβλητου συνάφθηκε στις 10.8.2005.

10. Επειδή, στις §§ 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως οι παράγραφοι αυτές προστέθηκαν με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (A΄ 85/18.4.2001), ορίζονται τα εξής: «7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της § 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων ... είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. … . Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου». Με τις ανωτέρω διατάξεις των §§ 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες προστέθηκαν κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 με σκοπό τη διασφάλιση των αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, επιβάλλονται στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις αυτές αποκλείεται η μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό το κράτος της ισχύος τους με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε έγκυρες συμβάσεις αόριστου χρόνου (ΑΠ 954/2023, 6/2022 Ολ.).

11. Επειδή, περαιτέρω, στο πλαίσιο συμμόρφωσης της Ελλάδας προς την 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28.6.1999 «σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την CES, την UNICE και το CEEP» (L 175), εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, το π.δ. 164/2004 με τίτλο «Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα» (A΄ 134 και διορθ. σφαλμ. Α΄ 135), το οποίο ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 19.7.2004. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ. αυτού: «Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα … το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην § 6 του άρθρ. 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Ανάπτυξης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). γ) ...». Στο άρθρο 5 του πιο πάνω π.δ. ορίζεται ότι: «1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης». Στο άρθρο 6 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι: «1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας» και στο άρθρο 7 του ίδιου π.δ. 164/2004 ότι: «1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. ...». Περαιτέρω, με τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: «Διαδοχικές συμβάσεις κατά την § 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την § 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. ...».

12. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 20 του ν. 2639/1998 με τίτλο του νόμου «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 205) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ν.π.ι.δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. … 15. Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της § 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/ 1997 (ΦΕΚ 15 Α΄)». Στο δε άρθρο 32 § 12 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), όπως αυτό αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004 (Α΄ 267), ορίζεται ότι: «Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του ΟΑΕΔ, για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αν­τισυμβαλλόμενο». Στη συνέχεια, η πιο πάνω § 12 του άρθρου 32 του ν. 3232/2004 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3552/2007 (Α΄ 77) ως εξής: «Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ’ εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους».

13. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση της § 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 εκδόθηκαν οι 33072/ 25.2.2005 και 14654/276/10.4.2008 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας [Β’ 249 (διόρθωση σφαλμάτων 400/28.3.2005), και Β΄ 689, αντιστοίχως), με τις οποίες προβλέφθηκαν όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την κατάρτιση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) ανέργων ηλικίας 22 - 40 ετών, η μεν πρώτη, μεταξύ άλλων, σε υπηρεσίες Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, η δε δεύτερη μόνο στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Ειδικότερα, στο άρθρο μόνο της 33072/ 25.2.2005 κοινής υπουργικής απόφασης προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ. Το πρόγραμμα αφορά την απασχόληση 2.867 ανέργων (εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ) στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα, για χρονική περίοδο δεκαοκτώ (18) μηνών, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα: … Σκοπός του προγράμματος είναι: Η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, ΤΕΛ, ΕΠΛ ΤΕΕ Β΄ Κύκλου. Η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στην διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών. Η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. 2. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ. Η διάρκεια του προγράμματος ορίζεται στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων ένας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και δεκαεπτά (17) μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. ... 12. ΩΡΑΡΙΟ – [ΑΠΟΥΣΙΕΣ]. Οι ασκούμενοι μπορούν να απουσιάσουν δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα (χωρίς να τους καταβάλλεται αποζημίωση και χωρίς υποχρέωση παράτασης του προγράμματος) για σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες, καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Οι ασκούμενοι μπορούν να λάβουν άδεια διακοπών έως σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος. Η εργασιακή τους εμπειρία δεν θα υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, τις πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και δεν θα πραγματοποιείται σε βραδινές ώρες (πλέον της 22ας). Σε περίπτωση που ο/η ασκούμενος/η ζητήσει άδεια παράτασης του προγράμματος (για λόγους υγείας, εγκυμοσύνης κ.λπ.), πέραν των προβλεπομένων ημερομηνιών, θα πρέπει να υποβάλλει έγγραφη αίτηση στην Υπηρεσία του ΟΑΕΔ που ανήκει ο/η άνεργος/η, η οποία θα εξετασθεί από την Επιτροπή που θα ορισθεί με απόφαση του Διοικητή του ΟΑΕΔ. 13. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ. Ο ΟΑΕΔ θα καταβάλλει στους ασκούμενους για κάθε ημέρα και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα: 30 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους Πτυχιούχους ΑΕΙ, ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών. 25 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους διπλωματούχους ΙΕΚ, απόφοιτους Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, απόφοιτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β΄ κύκλου ή ισότιμων τίτλων σπουδών. Από την ως άνω ημερήσια αποζημίωση θα παρακρατείται ποσοστό 6,45% για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και 1% κατά του επαγγελματικού κινδύνου, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 2458/97 ΦΕΚ 15/Α/97 και του άρθρου 18 του ν. 2874/2000. ...». Περαιτέρω, με την 14654/276/10.4.2008 κοινή υπουργική απόφαση προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. ΣΚΟΠΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ. Το πρόγραμμα αφορά στην τοποθέτηση 1.500 ανέργων … ή καταρτιζομένων αντίστοιχα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για χρονική περίοδο δεκαοκτώ (18) μηνών. Σκοπός του προγράμματος είναι: - η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β΄ Κύκλου. 2. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜ­ΜΑΤΟΣ. Η διάρκεια του προγράμματος ορίζεται στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων ένας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, και δεκαεπτά (17) μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα της ειδίκευσής τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. … 4. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ. Η κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων για τις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ θα καθοριστεί με απόφαση του Διοικητή του ΟΑΕΔ, ύστερα από πρόταση του ΙΚΑ. Στην πρόταση αυτή είναι δυνατόν να υποδειχθούν για εκ νέου υπαγωγή στο πρόγραμμα αυτό όσοι παρακολούθησαν ή παρακολουθούν προηγούμενο πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ … 9. ΩΡΑΡΙΟ – ΑΠΟΥΣΙΕΣ. Οι ασκούμενοι μπορούν να απουσιάσουν δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα (χωρίς να τους καταβάλλεται αποζημίωση και χωρίς υποχρέωση παράτασης του προγράμματος) για σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες, καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Οι ασκούμενοι μπορούν να λάβουν άδεια διακοπών έως σαράντα (40) εργάσιμες ημέρες με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος. Η εργασιακή τους εμπειρία δεν θα υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, τις πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και δεν θα πραγματοποιείται σε βραδινές ώρες (πλέον της 22ας). Σε περίπτωση που ο/η ασκούμενος/η ζητήσει άδεια παράτασης του προγράμματος (για λόγους υγείας, εγκυμοσύνης κ.λπ.), πέραν των προβλεπομένων ημερομηνιών, θα πρέπει να υποβάλλει έγγραφη αίτηση στην Υπηρεσία του ΟΑΕΔ που ανήκει ο/η άνεργος/η, η οποία θα εξετασθεί από την Επιτροπή που θα ορισθεί με απόφαση του Διοικητή του ΟΑΕΔ. 10. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ. Ο ΟΑΕΔ επιβαρύνεται ανά ασκούμενο για κάθε ημέρα και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα: 30 ευρώ ανά ημέρα για τους Πτυχιούχους ΑΕΙ, ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών. 25 ευρώ ανά ημέρα για τους διπλωματούχους ΙΕΚ, απόφοιτους Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, απόφοιτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β΄ κύκλου ή ισότιμων τίτλων σπουδών. Στο σύνολο της επιβάρυνσης ανά ασκούμενο συμπεριλαμβάνεται η ημερήσια αποζημίωση συν την ασφαλιστική εισφορά (ποσοστό 6,45% για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και 1% κατά του επαγγελματικού κινδύνου, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 2458/97 ΦΕΚ 15/Α/97 και του άρθρου 18 του ν. 2874/ 2000). ...».

14. Επειδή, στην § 1 του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) ορίζεται ότι: «Στην ασφάλισιν του παρόντος νόμου υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως … α) (όπως η περίπτωση αυτή τροποποιήθηκε με την § 1 του άρθρ. 2 του ν. 4476/1965, Α΄ 103) Τα πρόσωπα τα οποία εντός των ορίων της χώρας παρέχουν κατά κύριον επάγγελμα εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής ως τοιαύτης νοούμενης και της παρεχόμενης δια λογαριασμόν Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αδιαφόρως νομικής φύσεως της σχέσεως (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) ... γ) Οι μαθητευόμενοι …». Περαιτέρω, στο τέλος του ως άνω άρθρ. 2 του α.ν. 1846/1951 [και ειδικότερα στην § 4 του άρθρου αυτού, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 4104/1960 (Α΄ 147) και στη συνέχεια συμπληρώθηκε, μεταξύ άλλων, με την § 4 του άρθρου 2 του ν. 2335/ 1995 (Α΄ 185), η οποία αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 18 του ν. 2458/1997 (Α΄ 15) και στη συνέχεια με την § 6 του άρθρου 18 του ν. 3144/2003 (Α΄ 111)] ορίζεται ότι: «Στην ασφάλιση του ΙΚΑ και για τον κλάδο παροχών ασθένειας σε είδος, υπάγονται οι άνεργοι που δεν είναι ασφαλισμένοι σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ασφαλιστικό οργανισμό και παρακολουθούν συγχρηματοδοτούμενα ή μη από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Προγράμματα Επαγγελματικής Κατάρτισης και για όλη τη διάρκεια των προγραμμάτων αυτών». Περαιτέρω, στο άρθρο 18 του ν. 2874/2000 (Α΄ 286) ορίζεται ότι: «Οι συμμετέχοντες στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, που προβλέπονται από τη διάταξη της παραγράφου 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α΄) και υπάγονται στην ασφάλιση του κλάδου παροχών ασθενείας σε είδος του ΙΚΑ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄), υπάγονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην ασφάλιση του ΙΚΑ και κατά του κινδύνου ατυχήματος. Ο υπολογισμός των καταβλητέων εισφορών γίνεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 2458/ 1997».

15. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της περ. α’ της § 1 του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951, προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ (μετέπειτα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με βάση τις διατάξεις αυτές είναι η παροχή εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής (ΣτΕ 193, 889/2018, 2754, 3223/2017, 1291, 3691/2015, 1635, 3898/2014, 2919, 2924/2013, 2856/2012). Υφίσταται δε σχέση εξαρτημένης εργασίας όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο έναντι αμοιβής, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτής, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και εφόσον ο μισθωτός, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΣτΕ 571-572/2020, 2194, 888-889/2018, 3132, 2754/2017, ΑΠ 195/2025, 13/2024, 9/2023). Αν συντρέχει η πιο πάνω προϋπόθεση της παροχής εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, η οποία κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών κάθε περίπτωσης, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που προσδίδουν στη σχέση οι ενδιαφερόμενοι, η ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ (μετέπειτα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) είναι υποχρεωτική (ΣτΕ 193, 889/2018, 2754, 3323/2027, 3691/2015, 1635, 4104, 3898/2014, 2919, 2924/2013). Τούτο δε ακόμη και αν η παροχή εξαρτημένης εργασίας λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο άκυρης ή μη νόμιμης σύμβασης, δεδομένου ότι, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 1 περ. α΄ του αν. ν. 1846/1951 προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ είναι η εν τοις πράγμασι παροχή εξαρτημένης εργασίας και όχι το νόμιμο ή μη της εργασιακής σχέσης (ΣτΕ 571-2/2020, πρβλ. ΣτΕ 267/2013, 2266/2009, 4449/1995, 1318/1990, 1104/1963). Εξάλλου, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων της § 4 του ίδιου άρθρου 2 του αν. ν. 1846/1951 (όπως η § 4 συμπληρώθηκε, μεταξύ άλλων, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 14, με την § 4 του άρθρου 2 του ν. 2335/1995 η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2458/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 18 του ν. 3144/2003), δεν υπάγονται στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ αλλά μόνο στους κλάδους ασθενείας και κατά του κινδύνου του ατυχήματος του φορέα αυτού όσοι άνεργοι απασχολούνται με προέχοντα σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δυνάμει συμφωνητικών που συνάπτονται στο πλαίσιο προγραμμάτων του άρθρου 2 του ν. 2639/1998. Στο δικαστήριο δε, ενώπιον του οποίου άγεται διαφορά για την ασφαλιστική τακτοποίηση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ απασχολούμενων σε ν.π.δ.δ. δυνάμει των ανωτέρω συμφωνητικών, εναπόκειται να κρίνει αν αποκλειστικός ή προέχων σκοπός της απασχόλησης είναι η παροχή εξαρτημένης εργασίας ή αν προέχων σκοπός της απασχόλησης είναι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Στην κρίση αυτή προβαίνει το επιλαμβανόμενο της πιο πάνω κοινωνικοασφαλιστικής διαφοράς διοικητικό δικαστήριο, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τον οποίο προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη σχέση που τα συνδέει και ανεξάρτητα από το κύρος της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης. Εφόσον δε κριθεί, ότι ο κατά τα ανωτέρω απασχολούμενος παρέχει εν τοις πράγμασι είτε αποκλειστικώς, είτε προεχόντως εξαρτημένη εργασία (δηλαδή ότι προσφέρει παραγωγικό έργο προς όφελος του εργοδότη), ο ως άνω απασχολούμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ με βάση τις διατάξεις της περ. α΄ της § 1 του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951 και όχι με βάση τις πιο πάνω διατάξεις της § 4 του άρθρου 2 του ίδιου αναγκαστικού νόμου (όπως η § αυτή συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της § 4 του άρθρου 2 του ν. 2335/1995, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2458/1997, και, στη συνέχεια, με το άρθρο 18 του ν. 3144/2003), αφού οι τελευταίες αυτές ειδικές ρυθμίσεις διέπουν μόνο τις περιπτώσεις όπου ο απασχολούμενος εργάζεται με προέχοντα σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και όχι την παραγωγή έργου προς όφελος του εργοδότη ν.π.δ.δ. Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ συνιστά, κατά την έννοια του άρθρ. 2 § 1 περ. α΄ του αν. ν. 1846/ 1951, η εν τοις πράγμασι παροχή εξαρτημένης εργασίας και όχι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η κρίση διοικητικού δικαστηρίου ότι απασχολούμενος σε ν.π.δ.δ. δυνάμει συμφωνητικού απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο προγράμματος του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 υπάγεται στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως εκ του ότι η απασχόλησή του δεν έχει, στην πραγματικότητα, ως προέχοντα σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αλλά την παροχή εξαρτημένης εργασίας, δεν προϋποθέτει ούτε εμπεριέχει κρίση για την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Τούτου δε παρέπεται ότι η κρίση αυτή (περί της εν τοις πράγμασι παροχής εξαρτημένης εργασίας με συνέπεια την υπαγωγή στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ) δεν αφορά το ζήτημα του κύρους της συναφθείσας σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ούτε συνιστά σε καμία περίπτωση μετατροπή της σύμβασης αυτής σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο, όσον αφορά την υπαγωγή στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το αν η συναφθείσα σύμβαση ή οι διαδοχικώς συναφθείσες συμβάσεις αποτελούν άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα) ή άκυρες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (λόγω παράβασης των διατάξεων του π.δ. 164/2004).

16. Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υπαγωγής του αναιρεσίβλητου στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από 17.2.2007 έως 28.11.2013 στηρίζεται στη νομική παραδοχή ότι μεταξύ των αντίδικων μερών υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατ’ επέκταση αποτελεί κρίση η οποία προϋποθέτει την ανεπίτρεπτη συνταγματικώς μετατροπή της σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση. Τούτο δε διότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υπαγωγής του αναιρεσίβλητου στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ισχύουσας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αλλά την εν τοις πράγμασι παροχή εξαρτημένης εργασίας, και, επομένως, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υπαγωγής του αναιρεσίβλητου στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν συνιστά ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 103 § 8 του Συντάγματος μετατροπή συμφωνητικών περί απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, συναφθέντων μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

17. Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, όσον αφορά τη φύση της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, πάσχει, διότι δεν αιτιολογείται νομίμως. Ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ασφαλιστικός φορέας ότι το δικάσαν δικαστήριο προέβη στον χαρακτηρισμό της υφιστάμενης κατά το επίμαχο χρονικό αυτό διάστημα εργασιακής σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας χωρίς προηγουμένως να εκφέρει, ως όφειλε, αιτιολογημένη κρίση ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου για το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν αποτελούσε σύμβαση μαθητείας εμπίπτουσα στις ειδικές ρυθμίσεις των άρθρων 2 § 4 του αν. ν. 1846/1951 και 18 του ν. 2874/ 2000, αλλά σύμβαση μη γνήσιας μαθητείας.

18. Επειδή, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικάσαν δικαστήριο νομίμως αιτιολόγησε την κρίση του ως προς το μόνο κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, ως προς το ζήτημα, δηλαδή, ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά το χρονικό διάστημα από τις 17.2.2007 έως τις 28.11.2013 παρέχοντας εξαρτημένη εργασία, προκειμένου να στηρίξει την περαιτέρω κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος υπαγόταν κατά το άρθρο 2 § 1 περ. α΄ του α.ν. 1846/1951, στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο νομίμως προέβη στον χαρακτηρισμό της φύσης της παρεχόμενης από τον αναιρεσίβλητο εργασίας στο ΙΚΑ -ΕΤΑΜ ως εργοδότη κατά το χρονικό διάστημα από τις 17.2.2007 έως τις 28.11.2013 ως εξαρτημένης εργασίας, αφού προηγουμένως εκτίμησε τις συνθήκες απασχόλησης, όπως αυτές περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εμπίπτουν στην έννοια της εξαρτημένης εργασίας (πενθήμερη απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή για 7 ώρες ημερησίως, έναντι αμοιβής, με δικαίωμα λήψης άδειας) και αφού δέχθηκε ότι η απασχόληση του αναιρεσίβλητου στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως εργοδότη, είχε ως προέχοντα σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας μόνο κατά τους πρώτους 18 μήνες, οι οποίοι αποτελούσαν, κατά το δικάσαν διοικητικό εφετείο, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για την απόκτηση της εμπειρίας αυτής ενώ, αντιθέτως, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από τις 17.2.2007 έως 28.11.2013 που έπεται του αναγκαίου, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, χρονικού διαστήματος για την ολοκλήρωση της επαγγελματικής κατάρτισης και της απόκτησης της εμπειρίας, αποκλειστικός σκοπός είχε καταστεί πλέον η παροχή εξαρτημένης εργασίας για την εκτέλεση παραγωγικού έργου προς όφελος του πιο πάνω εργοδότη.