ΤρΔιοικΕφΑθ 2357/2025, με επιμέλεια Ε. Παπαηλία

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Διοικητικό Εφετείο Αθηνών

(18ο Τμήμα Τριμελές)

Αριθ. 2357/2025

 

Δικαστής: Α. Ατσαλάκη, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής: Κ. Υφαντής, Ε

Δικηγόροι: Ε. Κόζη, Δ. Ραζέλος

 

Δημόσιες συμβάσεις. Αγωγή από τιμολόγια. Προφορικότητα συμβάσεων παροχής προμηθειών και υπηρεσιών. Μη σύνταξη πρωτοκόλλου παραλαβής-παράδοσης. Μόνη η απόδειξη της υλικής παράδοσης των προς προμήθεια ειδών από τον προμηθευτή, δίχως τη σύνταξη του οικείου πρωτοκόλλου παραλαβής ή την τήρηση της διαδικασίας της αυτοδίκαιης παραλαβής, δεν αρκεί για την πληρωμή του προμηθευτή και καθιστά την απαίτησή του μη εκκαθαρισμένη και συνακόλουθα τη σχετική αγωγή απαράδεκτη. Σε δημόσιες συμβάσεις συναπτόμενες για λογαριασμό ν.π.δ.δ., με αντικείμενο άνω των 2.500 ευρώ, ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός και, επομένως, όσες δεν καταρτίζονται εγγράφως είναι άκυρες. Στην περίπτωση αυτή, λόγω μη τήρησης έγγραφου τύπου, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβάλουν αξίωση βασιζόμενη μόνο στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατ’ εξαίρεση αίρεται η ακυρότητα μόνον όταν, για τη σύναψη της σύμβασης, προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να ακολουθήσει έγγραφη αποδοχή, όχι, όμως, όταν δεν τηρήθηκε καθόλου έγγραφος τύπος για την πρόταση και αποδοχή. [Άρθρα 1, 200, 202, 205Α, 206, 208 και 209 ν. 4412/2016,  41 ν.δ. 496/1974, 43 § 24β ν. 4605/2019, 2 § 1 και 7 § 2 ν. 1406/1983 και 158, 159 και 904 ΑΚ].

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, όπως το αίτημά της μετατράπηκε, […], από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία […] στρεφόμενη κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ **», ζητεί, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 35.791 ευρώ, ως αντιστοιχούν στην αξία των ιατρικών ειδών, που η ίδια προμήθευσε στο εναγόμενο Νοσοκομείο, σε εκτέλεση αντίστοιχων άτυπων συμβάσεων και κατόπιν σχετικών παραγγελιών, κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2022 έως 27.7. 2022, εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια πωλήσεως, τα οποία, όμως, δεν εξοφλήθηκαν. Το εν λόγω ποσό η ενάγουσα ζητεί να της καταβληθεί νομιμοτόκως […] κυρίως, κατ' εφαρμογή των συμβάσεων, επικουρικώς δε κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του ΑΚ). […]

2. Επειδή, στο άρθρο 205Α του ν.4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών […], ορίζεται «1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο Διοικητικό Εφετείο της Περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν η σύμβαση εκτελείται στην Περιφέρεια δύο ή περισσοτέρων Διοικητικών Εφετείων, αρμόδιο καθίσταται αυτό που θα επιλέξει ο προσφεύγων ή ο ενάγων. 2. …», ενώ, στην § 24β του άρθρου 43 του ανωτέρω ν.4605/2019 ορίζεται ότι: «β. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

3. Επειδή, η ένδικη διαφορά ανέκυψε στο πλαίσιο εκτελέσεως στην Αθήνα, προφορικών συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου για την προμήθεια ιατρικών ειδών, αποβλέπουσα στην κάλυψη αναγκών ασθενών, δηλαδή στο πλαίσιο εξυπηρετήσεως δημόσιου σκοπού. Συνεπώς, η διαφορά τούτη υπάγεται, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου.

4. Επειδή, εξάλλου, στον ίδιο πιο πάνω νόμο 4412/2016, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι: «1. ... 2. ... 6. Οι διατάξεις των άρθρων 200 έως 220 εφαρμόζονται στην εκτέλεση συμβάσεων προμηθειών και γενικών υπηρεσιών των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 2, συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ι του Μέρους Β' του Βιβλίου I […]. 7. ...», στο άρθρο 200, ότι: «1. Ο τρόπος πληρωμής και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα καθορίζονται απαραίτητα στη διακήρυξη. 2. Η πληρωμή της αξίας των υλικών ή της υπηρεσίας στον ανάδοχο μπορεί να γίνει με ένα από τους παρακάτω τρόπους: α. Με την εξόφληση του 100% της συμβατικής αξίας μετά την οριστική παραλαβή των υλικών ή της υπηρεσίας. β. 3... 4. Στις συμβάσεις προμήθειας τα δικαιολογητικά που απαιτούνται είναι κατ' ελάχιστον τα εξής: α) Πρωτόκολλο οριστικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής, σύμφωνα με το άρθρο 208 περί παραλαβής υλικών. β) Αποδεικτικό εισαγωγής του υλικού στην αποθήκη του φορέα. γ) Τιμολόγιο του προμηθευτή. δ) [Καταργήθηκε] ε) Πιστοποιητικά φορολογικής ενημερότητας και ασφαλιστικής ενημερότητας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 5. …. 6. Πέραν των ανωτέρω δικαιολογητικών, οι αρμόδιες υπηρεσίες που διενεργούν τον έλεγχο και την πληρωμή, μπορούν να ζητήσουν και οποιοδήποτε άλλο δικαιολογητικό, εφόσον προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία ή στα έγγραφα της σύμβασης. 7. ... 8. ...», στο άρθρο 202, ότι: «Η σύμβαση θεωρείται ότι εκτελέστηκε όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Σε περίπτωση προμήθειας παραδόθηκε ολόκληρη η ποσότητα ή, σε περίπτωση διαιρετού υλικού, η ποσότητα που παραδόθηκε υπολείπεται της συμβατικής, κατά μέρος που κρίνεται ως ασήμαντο από το αρμόδιο όργανο. β) Παραλήφθηκαν οριστικά ποσοτικά και ποιοτικά τα υλικά ή οι υπηρεσίες που παραδόθηκαν. γ) Έγινε η αποπληρωμή του συμβατικού τιμήματος, αφού προηγουμένως επιβλήθηκαν κυρώσεις ή εκπτώσεις και δ) Εκπληρώθηκαν και οι λοιπές συμβατικές υποχρεώσεις και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και αποδεσμεύθηκαν οι σχετικές εγγυήσεις κατά τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση», στο άρθρο 206, ότι: «1. ... 2. 6. Ο προμηθευτής υποχρεούται να ειδοποιεί την υπηρεσία που εκτελεί την προμήθεια, την αποθήκη υποδοχής των υλικών και την επιτροπή παραλαβής, για την ημερομηνία που προτίθεται να παραδώσει το υλικό, τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες νωρίτερα. 7. Μετά από κάθε προσκόμιση υλικού στην αποθήκη υποδοχής αυτών, o προμηθευτής υποχρεούται να υποβάλει στην υπηρεσία αποδεικτικό, θεωρημένο από τον υπεύθυνο της αποθήκης, στο οποίο αναφέρεται η ημερομηνία προσκόμισης, το υλικό, η ποσότητα και o αριθμός της σύμβασης σε εκτέλεση της οποίας προσκομίστηκε», στο άρθρο 208, ότι: « 1. Η παραλαβή των υλικών γίνεται από τις επιτροπές της παρ. 3 του άρθρου 221 περί οργάνων διενέργειας διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης δημόσιων συμβάσεων. 2. Κατά τη διαδικασία παραλαβής των υλικών, διενεργείται ποιοτικός και ποσοτικός έλεγχος και καλείται να παραστεί, εφόσον το επιθυμεί, ο προμηθευτής. Η σύμβαση μπορεί να προβλέπει ότι ο ποιοτικός έλεγχος γίνεται με έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω τρόπους: α). ... β) ... γ) … δ) … 3. … Μετά την ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας η επιτροπή παραλαβής μπορεί: α) να παραλάβει το υλικό, β) να παραλάβει το υλικό με παρατηρήσεις λόγω αποκλίσεων από τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης, γ) να απορρίψει το υλικό. Το κόστος διενέργειας των ανωτέρω ελέγχων επιβαρύνει τον προμηθευτή. 4. Αν η επιτροπή παραλαβής παραλάβει το υλικό, με παρατηρήσεις αναφέρει στο σχετικό πρωτόκολλο τις αποκλίσεις που παρουσιάζει αυτό από τους όρους της σύμβασης και διατυπώνει αιτιολογημένα τη γνώμη της για το ζήτημα αν το υλικό είναι κατάλληλο ή όχι για τη χρήση που προορίζεται. Εφόσον κριθεί από την αρμόδια κατά περίπτωση υπηρεσία του φορέα, που εκτελεί τη σύμβαση, ότι οι παρεκκλίσεις του υλικού δεν επηρεάζουν την καταλληλότητά του και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, με αιτιολογημένη απόφαση του αποφαινόμενου οργάνου, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνωμοδότηση του αρμόδιου οργάνου, μπορεί να εγκριθεί η παραλαβή του υλικού με ή χωρίς έκπτωση επί της συμβατικής τιμής. Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον κριθεί από την αρμόδια κατά περίπτωση υπηρεσία του φορέα που εκτελεί τη σύμβαση ότι οι παρεκκλίσεις του υλικού επηρεάζουν την καταλληλότητά του και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, με αιτιολογημένη απόφαση του αποφαινόμενου οργάνου, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνωμοδότηση του αρμόδιου οργάνου, το υλικό μπορεί να απορριφθεί 5. … 6. Τα πρωτόκολλα που συντάσσονται από τις επιτροπές παραλαβής, πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες, κοινοποιούνται υποχρεωτικά και στους προμηθευτές. 7. … 8. … 9. Τα υπό προμήθεια υλικά μπορούν να τεθούν σε επιχειρησιακή εκμετάλλευση μόνο μετά την οριστική παραλαβή τους από τον φορέα» και στο άρθρο 209, ότι: «1. Η παραλαβή των υλικών και η έκδοση των σχετικών πρωτοκόλλων παραλαβής πραγματοποιείται μέσα στον καθοριζόμενο από την σύμβαση χρόνο. 2. ... 3. Αν η παραλαβή των υλικών και η σύνταξη του σχετικού πρωτοκόλλου δεν πραγματοποιηθεί από την επιτροπή παραλαβής μέσα στον οριζόμενο από τη σύμβαση χρόνο, θεωρείται ότι η παραλαβή συντελέσθηκε αυτοδίκαια, με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου και εκδίδεται προς τούτο σχετική απόφαση του αρμοδίου αποφαινομένου οργάνου, με βάση μόνο το θεωρημένο από την υπηρεσία που παραλαμβάνει τα υλικά αποδεικτικό προσκόμισης τούτων, σύμφωνα δε με την απόφαση αυτή η αποθήκη του φορέα εκδίδει δελτίο εισαγωγής του υλικού και εγγραφής του στα βιβλία της, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πληρωμή του προμηθευτή. 4. Ανεξάρτητα από την, κατά τα ανωτέρω, αυτοδίκαιη παραλαβή και την πληρωμή του προμηθευτή, πραγματοποιούνται οι προβλεπόμενοι από την σύμβαση έλεγχοι από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του αρμοδίου αποφαινομένου οργάνου, στην οποία δεν μπορεί να συμμετέχουν o πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής που δεν πραγματοποίησε την παραλαβή στον προβλεπόμενο από την σύμβαση χρόνο. Η παραπάνω επιτροπή παραλαβής προβαίνει σε όλες τις διαδικασίες παραλαβής που προβλέπονται από την σύμβαση και το άρθρο 208 και συντάσσει τα σχετικά πρωτόκολλα. Οι εγγυητικές επιστολές προκαταβολής και καλής εκτέλεσης δεν επιστρέφονται πριν από την ολοκλήρωση όλων των προβλεπομένων από τη σύμβαση ελέγχων και τη σύνταξη των σχετικών πρωτοκόλλων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο «άρθρο 72». Οποιαδήποτε ενέργεια που έγινε από την αρχική επιτροπή παραλαβής, δεν λαμβάνεται υπόψη».

5. Επειδή, όπως προκύπτει από τη διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων του ν. 4412/ 2016, καθώς και από τον σκοπό τους, που συνίσταται στην σύμφωνη με τις ποιοτικές και ποσοτικές προδιαγραφές εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, για την πληρωμή του συμβατικού ανταλλάγματος στον προμηθευτή δεν αρκεί η υλική παράδοση των προβλεπομένων ειδών, αλλά απαιτείται προς τούτο η σύνταξη του οικείου πρωτοκόλλου παραλαβής με το οποίο η αρμόδια επιτροπή παραλαβής γνωμοδοτεί για την ποιοτική, ποσοτική και εμπρόθεσμη παραλαβή των υλικών, σε περίπτωση δε που δεν πραγματοποιηθεί εντός του οριζομένου από τη σύμβαση χρόνου η έκδοση πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής απαιτείται, αντί του εν λόγω πρωτοκόλλου, η τήρηση της διαδικασίας της αυτοδίκαιης παραλαβής. Κατ'ακολουθία, μόνη η απόδειξη της υλικής παραδόσεως των προς προμήθεια ειδών από τον προμηθευτή, η οποία, άλλωστε, δεν εξασφαλίζει την εμπρόθεσμη και σύμφωνη με τους ποιοτικούς και ποσοτικούς συμβατικούς όρους εκτέλεση της συμβάσεως, δεν αρκεί σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της ειδικής νομοθεσίας περί δημοσίων προμηθειών, για την πληρωμή του προμηθευτή (πρβλ. ΣτΕ 1059/2021). Και τούτο, διότι η μη προσκόμιση πρωτοκόλλου παραλαβής και η μη τήρηση της διαδικασίας αυτοδίκαιης παραλαβής που αποτελούν στάδια της διαδικασίας εκτελέσεως της συμβάσεως προμήθειας, τα οποία, σύμφωνα με την αρχή της τυπικότητας, που διέπει το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, δεν δύνανται να παραλειφθούν, καθιστούν την απαίτηση μη εκκαθαρισμένη και τη σχετική αγωγή, αφορώσα σε τέτοια αξίωση, απαράδεκτη (πρβλ. ΣτΕ 1059/2021). Εξάλλου, οι πράξεις που εκδίδονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4412/2016 από τις επιτροπές παραλαβής, κατά την οριζόμενη διαδικασία, συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες, εφόσον είναι βλαπτικές για τα συμφέροντα του προμηθευτού, υπόκεινται σε προσφυγή, ασκουμένη σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 και 7 § 2 του ν. 1406/1983, ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού εφετείου, με την οποία δύναται να επιδιωχθεί, εκτός από την ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξεως, και η ικανοποίηση κάθε είδους χρηματικής αξιώσεως του παρόχου που απορρέει από την προσβληθείσα πράξη. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η παράλειψη εκδόσεως πρωτοκόλλου οριστικής ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής του υλικού μετά από σχετική πρόσκληση του παρόχου, είναι βλαπτική για τα συμφέροντα του τελευταίου και υπόκειται σε προσφυγή, ασκουμένη, ομοίως, σύμφωνα με τα άρθρα 2 § 1 και 7 § 2 του ν.1406/1983, ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού εφετείου, με την οποία δύναται επίσης να επιδιωχθεί, εκτός από την ακύρωση της παραλείψεως και η ικανοποίηση Κάθε είδους χρηματικής αξιώσεως του παρόχου που απορρέει από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 420/ 2024 σκ.7, 1628/2018, 1784/2017).

6. Επειδή, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ Α 204) ορίζεται ότι: «Πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του ν.π., έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι’ ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως». Το πιο πάνω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές με την υπ’ αριθ. 2054839/ 452/0026/3-9.7.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 447) και στη συνέχεια σε 2.500,00 ευρώ με την υπ’ αριθ. ΟΙΚ. 2/42053/0094 (ΦΕΚ B’ 1033/7.8.2002) απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού. Εξάλλου, στον Αστικό Κώδικα (π.δ. 456/1974, ΦΕΚ Α 164), ορίζεται, στο άρθρο 158, ότι: «Η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος», στο δε άρθρο 159, ότι: «Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σε δημόσιες συμβάσεις συναπτόμενες για λογαριασμό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 2.500,00 ευρώ, ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός. Συνεπώς, οι ανωτέρω δημόσιες συμβάσεις που δεν καταρτίζονται εγγράφως είναι άκυρες, αίρεται δε η ακυρότητα, σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως, μόνον, όταν, για τη σύναψή της, προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να ακολουθήσει έγγραφη αποδοχή, όχι, όμως, όταν δεν τηρήθηκε καθόλου έγγραφος τύπος για την πρόταση και αποδοχή (σχετ. ΑΠ 327/2018). Αντιθέτως, δημόσιες συμβάσεις συναπτόμενες για λογαριασμό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με αντικείμενο κάτω των 2.500,00 ευρώ νομίμως καταρτίζονται χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου. Σε περίπτωση δε άκυρης συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως έγγραφου τύπου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν δύνανται να προβάλουν αξίωση βασιζόμενη στη σύμβαση, αλλά μόνο στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατ’ άρθρο 904 ΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 2858/2020, 2642/2018, 2425/2017), δεδομένου ότι ο κανόνας της εν λόγω διατάξεως έχει εφαρμογή και επί ν.π.δ.δ., ενόψει του ότι υπέρ αυτών δεν προβλέπεται σχετική εξαίρεση

7. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας της κρινόμενης υποθέσεως, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία […] δραστηριοποιείται στην πώληση ιατρικών μηχανημάτων. Με την ένδικη αγωγή, που η ανωτέρω άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στρεφόμενη κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ **», υποστηρίζει ότι, σε εκτέλεση διαδοχικών άτυπων συμβάσεων πωλήσεως, που συνήψε με το εναγόμενο, προέβη, ύστερα από σχετικές παραγγελίες, στην πώληση και παράδοση σε αυτό, κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2022 έως 27.7.2022, ιατρικών ειδών, εκδίδοντας τα σχετικά, ειδικώς αναφερόμενα, 82 τιμολόγια και δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 35.791 ευρώ (περιλαμβανομένου ΦΠΑ), τα οποία παρέδωσε στο Νοσοκομείο, προκειμένου να καταβληθεί σε αυτήν, κατά τη ρητώς αναφερόμενη σε κάθε παραστατικό στοιχείο ημερομηνία, η αξία εκάστου τούτων. Προβάλλοντας, περαιτέρω, η εταιρεία ότι το εναγόμενο, ενώ δεν αμφισβήτησε την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων και την εκτέλεση τούτων με την ανεπιφύλακτη παραλαβή των υπό προμήθεια ειδών, όπως περιγράφονται στα αντίστοιχα παραστατικά, δεν προχώρησε στην εξόφλησή τους, ζητεί με την αγωγή, […], να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 35.791 ευρώ, νομιμοτόκως από την «επομένη κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό έκαστο εκ των ως άνω αναφερόμενων τιμολογίων πώλησης, όπως οι ημεροχρονολογίες αυτές αναλυτικώς παρατίθενται στον Πίνακα 3 ...», άλλως, από την επίδοση στο εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής και έως την εξόφληση. Την επίδικη αξίωσή της η ενάγουσα βασίζει κυρίως στις άτυπες συμβάσεις πωλήσεως, που επικαλείται, επικουρικώς δε στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του Α.Κ.).[…]

9. Επειδή, στην ένδικη αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων βασίζει την αξίωσή της […], ενώ περιέχει και σαφώς καθορισμένο αίτημα, […], όπως ειδικώς και συγκεκριμένως αναλύεται. Υπό το περιεχόμενο τούτο, το δικόγραφο της αγωγής πληροί τις οριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 73 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔιοικ Δικ) προϋποθέσεις για το ορισμένο τούτου και ο προβαλλόμενος από το εναγόμενο αντίθετος ισχυρισμός είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος.

10. Επειδή, οι άτυπες συμβάσεις, στις οποίες αφορούν τα αναφερόμενα στην όγδοη (8η) σκέψη τιμολόγια πωλήσεως, […], αν και δεν υποβλήθηκαν στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, είναι έγκυρες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 41 του ν δ. 496/1974, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 2/42053/0094/2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1033/17.8. 2002), αφού το τίμημα εκάστης δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, πέραν του οποίου απαιτείται για την εγκυρότητα της συμβάσεως η σύνταξη εγγράφου, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος από το εναγόμενο ισχυρισμός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

11. Επειδή, όπως αναφέρθηκε, η προβαλλόμενη με την αγωγή αξίωση της ενάγουσας επί του ποσού των ανωτέρω 81 τιμολογίων πωλήσεως, συνολικής αξίας 20.536,82 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), βασίζεται κυρίως στην ευθύνη του εναγομένου, ως απορρέουσα από έγκυρες συμβάσεις. Σχετικώς, με την αξίωση τούτη, το εναγόμενο, με το υπ’ αριθ. πρωτ. 25778/29.8.2014 έγγραφο των απόψεών του επί της αγωγής, εκθέτει ότι: «Τα επίδικα τιμολόγια δεν εμφανίζονται στο μηχανογραφικό πρόγραμμα του λογιστηρίου, γεγονός που σημαίνει ότι για αυτά τα τιμολόγια δεν έχουν συνταχθεί πρωτόκολλα παραλαβής από την αποθήκη του Νοσοκομείου και τα υλικά δεν έχουν παραληφθεί από τις αρμόδιες επιτροπές παραλαβής», ενώ και η ενάγουσα δέχεται την παράλειψη διενέργειας της διαδικασίας παραλαβής των προϊόντων της προμήθειας, την οποία, όμως, θεωρεί εσωτερική διαδικασία, που δεν οδηγεί σε άρση της υποχρεώσεως του κυρίου αυτής για την εκπλήρωση των απορρεουσών από την εκτέλεσή της υποχρεώσεων.

12. Επειδή, υπό τα ως άνω δεδομένα και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι για την παραλαβή από το εναγόμενο Νοσοκομείο του προαναφερόμενου υλικού της προμήθειας και τη δημιουργία αντίστοιχης υποχρεώσεως αυτού στην πληρωμή του συμβατικού τιμήματος απαιτείτο η προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας παραλαβής και η σύνταξη από την αρμόδια Επιτροπή, σχετικού πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής, μη αρκούσης της βεβαιώσεως για την υλική απλώς παράδοση των προϊόντων, η οποία, άλλωστε, δεν εξασφαλίζει την εμπρόθεσμη και σύμφωνη με τους ποιοτικούς και ποσοτικούς συμβατικούς όρους εκτέλεση της συμβάσεως, ούτε και της εκδόσεως τιμολογίων (σχ. ΣτΕ 1059/2021) και ότι τέτοια τυπική διαδικασία, όπως το εναγόμενο προβάλλει και δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα, δεν τηρήθηκε, έτσι ώστε δεν υποβλήθηκε το ως άνω δικαιολογητικό, που απαιτείται για την πληρωμή της προμηθεύτριας, κρίνει ότι η απαίτηση της τελευταίας δεν θεωρείται εκκαθαρισμένη και συνεπώς δεν δικαιολογείται η επιδίωξή της με την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία, για τον λόγο τούτον, είναι, κατά την κύρια βάση της και ως προς το εξεταζόμενο κεφάλαιο, απορριπτέα, ως απαράδεκτη (σχ. ΣτΕ 420/2024).

13. Επειδή, εξάλλου, η ίδια άνω αγωγή, με την οποία προβάλλεται αξίωση, ερειδόμενη σε έγκυρες συμβάσεις, καθόσον βασίζεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 904 επ.), είναι απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη, δοθέντος ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού προϋποθέτει ακυρότητα της όλης συμβάσεως, στην προκειμένη δε περίπτωση ουδόλως αμφισβητείται η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως, παρά μόνον η εκπλήρωση των εξ αυτής απορρεουσών συμβατικών υποχρεώσεων (ΣτΕ 420/ 2024, 2850/2020 σκ. 14 κ.ά.)

14. Επειδή, περαιτέρω, η άτυπη σύμβαση στην οποία αφορά […], είναι άκυρη αφού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 2/ 42053/0094/2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1033/7.8.2002), το τίμημα αυτής υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, πέραν του οποίου απαιτείται για την εγκυρότητα της συμβάσεως η σύνταξη εγγράφου, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι της συνάψεως της συμβάσεως προηγήθηκε έγγραφη πρόταση, έστω και αν δεν ακολούθησε έγγραφη αποδοχή (σχ.ΑΠ 327/2018). Επομένως, η προβαλλόμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση, καθόσον απορρέει από την προαναφερόμενη άκυρη σύμβαση, βασιζόμενη κυρίως σε ενδοσυμβατική ευθύνη, δεν είναι νόμιμη, ενώ η εν λόγω αξίωση ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΣτΕ 2858/2020), όπως βασίμως, κατά δικονομική επικουρικότητα, περαιτέρω δε και νομίμως, προβάλλεται με την αγωγή. Και υποστηρίζει μεν το εναγόμενο, με το υπόμνημα, που κατέθεσε, ότι η αγωγή, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, αφού στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων βασίζεται και η προβαλλόμενη με το ίδιο δικόγραφο αξίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη, πλην ο ισχυρισμός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Και τούτο, γιατί η επίδικη αξίωση, καθόσον ερείδεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορρέει από την παραδοχή ότι η επίμαχη σύμβαση είναι άκυρη (σχ. ΣτΕ 420/2024, 2858/2020). Επομένως, η αγωγή, ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, πρέπει κατά την επικουρική βάση της να εξετασθεί στην ουσία.

15. Επειδή, με βάση όσα αναφέρθηκαν, για την προμήθεια των υλικών, στα οποία αφορά η προαναφερόμενη άκυρη σύμβαση, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η με οποιονδήποτε τρόπο εκτέλεση της συγκεκριμένης συμβάσεως με την παράδοση στο Νοσοκομείο των ειδών της προμήθειας, την οποία, άλλωστε, το εναγόμενο αρνείται, ενόψει, μάλιστα, και του ότι το αντίστοιχο εκδοθέν τιμολόγιο […], δεν φέρει επαγγελματική σφραγίδα του Νοσοκομείου, ούτε την υπογραφή εντεταλμένου για την παραλαβή υπαλλήλου αυτού, κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση ωφελείας του εναγόμενου νομικού προσώπου, εντεύθεν δε και πλουτισμός του κατά το ποσό των 15.255,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ως άνω σύμβαση και επομένως η ένδικη αγωγή, καθόσον με αυτήν προβάλλεται αξίωση επί του ποσού τούτου, είναι απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη.

16. Επειδή, κατ'ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

Επιμέλεια:

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΗΛΙΑΣ

Δικηγόρος