Αποφάσεις Ολομέλειας & Τμημάτων με επιμέλεια Κωνσταντίνου Π. Σαμαρτζή

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

EΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣτΕ

Επιμέλεια: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ, Δικηγόρος


 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ

1941/2025  – Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος, Εισηγήτρια: Σ. Κτιστάκη, Σύμβουλος

 

Επαγγελματική εκπαίδευση. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση αποσκοπεί στη μετάδοση ειδικών γνώσεων και εμπειριών, κατάλληλων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και, αντιστοίχως, στη δημιουργία στελεχών απαραίτητων για τη λειτουργία της σύγχρονης Οικονομίας. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται, κατ’ αρχήν, από το Κράτος, σε όλες τις βαθμίδες της, o δε νομοθέτης καθιέρωσε ιδιαίτερο καθεστώς για τις Σχολές της εν λόγω κατηγορίας, ορίζοντας ότι η επαγγελματική εκπαίδευση μπορεί να παρέχεται και με Σχολές ανώτερης βαθμίδας, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τα 3 έτη, και ότι ο νόμος καθορίζει τα δικαιώματα των αποφοίτων των Σχολών αυτών. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται η παροχή της παραπάνω εκπαίδευσης αποκλειστικά από το Κράτος. Συνεπώς, ως προς την επαγγελματική ή άλλη ειδική εκπαίδευση, ναι μεν δεν κατοχυρώνεται συνταγματικά ατομικό δικαίωμα των ιδιωτών να ιδρύουν εκπαιδευτήρια αυτής της κατηγορίας, αλλά το Σύνταγμα δεν απαγορεύει την ίδρυσή τους και από ιδιώτες.

Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης. Η επαγγελματική εκπαίδευση διακρίνεται από την ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και από τη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οποία παρέχεται από εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα οποία ο νομοθέτης δεν έχει εντάξει στην ανώτερη βαθμίδα. Με τον ν. 1158/1981, ο νομοθέτης θέσπισε Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και ένα νέο πλήρες σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας τους, ευρισκόμενο υπό τον έντονο έλεγχο και εποπτεία του Κράτους, χαρακτηρίζοντας την εκπαίδευση αυτή ως «ανωτέρα» και εντάσσοντάς την στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Συνεπώς, ο νομοθέτης υποχρεούται να διακρίνει τους αποφοίτους των Σχολών αυτών από τους αποφοίτους Σχολών δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Εφ’ όσον δε αυτές είχαν χαρακτηρισθεί με τον ν. 1158/ 1981 ως ανώτερες, η παράλειψη του κανονιστικού νομοθέτη να προβλέψει για τους κατόχους τίτλων σπουδών των Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης ειδική κατηγορία, μεταξύ της κατηγορίας ΔΕ και ΤΕ ή ΠΕ, όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης αυτών στο Δημόσιο, παραβιάζει τις διατάξεις των §§ 1 και 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος [Μειοψηφία].

 


ΤΜΗΜΑΤΩΝ

 

1927/2025 (ΣΤ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Σ.-Ε. Στα­φυλά, Πάρεδρος

 

Δημόσιες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Δικαιοδοσία. Η προσθήκη του άρθρου 205 Α΄ στον ν. 4412/2016, που θεσπίζει ενιαία δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για τις διαφορές από δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών, έγινε (σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 94 § 3 Σ) χάριν της ενιαίας εφαρμογής των κανόνων του ν. 4412/2016 και μόνον. Με εξαίρεση τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές, που κατατίθενται μετά την 1.7.2019 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του 4605/2019) και αφορούν συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 8.8.2016 και για τις οποίες, συνεπώς, εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016. Αντιθέτως, το άρθρο 205 Α΄ δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν τον νόμο 4412/2016, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, και τούτο ακόμη και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1.7.2019. Οι συμβάσεις αυτές, εφ’ όσον δεν είναι διοικητικές αλλά ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ διοικητικού και ιδιωτικού χαρακτήρα συμβάσεων. 

 

1930/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Σ. Βιτάλη, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Α. Σδράκα, Σύμβουλος

 

Φόρος εισοδήματος. Παραγραφή. Το δικαίωμα του Δημοσίου για τον καταλογισμό φόρου εισοδήματος, καθώς και προσθέτου φόρου λόγω ανακρίβειας της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, με έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου κατόπιν διενέργειας ελέγχου, παραγράφεται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο 5ετίας από το τέλος του έτους, εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δήλωσης. Κατά παρέκκλιση του κανόνα αυτού, η παραγραφή καθίσταται 10ετής, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που η διαπίστωση της ανακρίβειας της δήλωσης και η επιβολή του διαφυγόντος φόρου και της χρηματικής κύρωσης στηρίζονται σε στοιχεία («συμπληρωματικά»), που περιήλθαν στην αρμόδια για τον καταλογισμό φορολογική αρχή μετά την 5ετία, δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπ’ όψη της η φορολογική αρχή κατά τη διάρκεια της 5ετίας. 

Τι δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία. Δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» εκείνα, τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας 5ετίας. Τέτοια «συμπληρωματικά στοιχεία» δεν αποκλείεται να είναι επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία, που τηρούν τρίτες επιχειρήσεις ή και άλλα έγγραφα, όπως έγγραφα άλλης ΔΟΥ ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας, από τα οποία αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, η εικονικότητα των τιμολογίων που εξέδιδε ή ελάμβανε και καταχώριζε ο φορολογούμενος, η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων που τηρούσε και η απόκρυψη από αυτόν εισοδήματος. Συνεπώς, δεν αποτελεί «συμπληρωματικό στοιχείο» έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας, ακόμη και αν από αυτό αποδεικνύεται η εικονικότητα φορολογικού στοιχείου και η απόκρυψη εισοδήματος, εάν η αρμόδια φορολογική αρχή μπορούσε, ευχερώς, να διαπιστώσει την εικονικότητα του επίμαχου φορολογικού στοιχείου σε προγενέστερο χρόνο, εφ’ όσον είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια.

Στοιχεία από άλλη φορολογική αρχή. Σε περίπτωση που, εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, περιέρχονται σε φορολογική αρχή, από άλλη φορολογική αρχή, πληροφορίες περί της πιθανότητας συναλλαγές αφορώσες φορολογούμενο, υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, να είναι εικονικές, είναι υποχρεωμένη, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να προβεί σε σχετικό έλεγχο και έκδοση και κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων εντός της παραπάνω προθεσμίας και δεν μπορεί να αναμείνει, για την έναρξη του ελέγχου και την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών πράξεων, την ολοκλήρωση του ελέγχου από την άλλη φορολογική αρχή. Σε περίπτωση δε που η αρμόδια για τον λήπτη φορολογικών στοιχείων φορολογική αρχή, παρ’ ότι έλαβε γνώση για την πιθανότητα της εικονικότητας των στοιχείων αυτών, δεν προχωρήσει, παράλληλα και συγχρόνως με την αρμόδια για τον εκδότη των στοιχείων αρχή, στον απαιτούμενο έλεγχο, σε συνεργασία και με την άλλη αυτή αρχή, αν τούτο είναι αναγκαίο (π.χ. ανταλλάσσοντας εγκαίρως πληροφορίες, πραγματοποιώντας εγκαίρως διασταυρωτικούς ελέγχους) και δεν εκδώσει και κοινοποιήσει τις καταλογιστικές πράξεις εντός της 5ε­τίας, η έκθεση ελέγχου ή άλλο πληροφοριακό έγγραφο της φορολογικής αρχής που είναι αρμόδια για τον εκδότη των εικονικών στοιχείων, δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής σε 10ετή.

1931/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Σ. Βιτάλη, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Α. Σδράκα, Σύμβουλος

 

Λήψη τιμολογίου για ανύπαρκτη συναλλαγή. Διαδοχικοί νόμοι. Αρχή της αναδρομικότητας της ελαφρύτερης κύρωσης. Η παράβαση της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου για ανύπαρκτη συναλλαγή κολαζόταν, υπό το καθεστώς του ν. 2523/1997, το μεν ως διοικητική, με πρόστιμο, το δε ως ποινική. Ακολούθως, ο νομοθέτης προέβλεψε, με το άρθρο 55 § 2 περ. γ΄ του ν. 4174/2013, τον κολασμό της εν λόγω παράβασης ως διοικητικής, με (μειωμένο σε σχέση με εκείνο της προηγούμενης ρύθμισης) πρόστιμο, αποσκοπώντας στον εξορθολογισμό των προστίμων και τη βελτίωση της εισπραξιμότητάς τους, ενώ επιφυλάχθηκε να αξιολογήσει τις (τότε υφιστάμενες) ποινικές διατάξεις. Οι διοικητικές παραβάσεις της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου για ανύπαρκτη συναλλαγή είναι συγκρίσιμες/ανάλογες. Συνεπώς, εν όψει της κατοχυρωμένης στο ενωσιακό δίκαιο (αλλά και στην ΕΣΔΑ) αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης, ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 55 § 2 περ. γ΄ εδάφιο πρώτο του ΚΦΔ και για παραβάσεις λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή. Μεταβατική ρύθμιση, που προβλέπει αναδρομική ρύθμιση των κυρώσεων του νέου νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι δεν συνάδει με την ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας και με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 § 1 και 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

 

 

1944/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδρος

 

Δημόσια νοσοκομεία. Μέτρα φύλαξης. Τα δημόσια νοσοκομεία, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της αποστολής τους προς το κοινωνικό σύνολο, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών υγείας στους ασθενείς, υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους και της προστασίας της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των νοσηλευομένων, των επισκεπτών και των εργαζόμενων. Μεταξύ των μέτρων αυτών, είναι η φύλαξη των εγκαταστάσεών τους ούτως ώστε αυτές να αποτελούν ένα ασφαλές περιβάλλον, τόσο για τους νοσηλευόμενους σε αυτά ασθενείς, τους συνοδούς αυτών και τους λοιπούς επισκέπτες, όσο και για το υπηρετούν σε αυτά ιατρικό, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό. 

Ειδικότερες υποχρεώσεις. Κατά τον καθορισμό του περιεχόμενου των μέτρων φύλαξης και του αναγκαίου αριθμού φυλάκων, τα νοσοκομεία υποχρεούνται να εξακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους που πρέπει να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν και τις συγκεκριμένες ανάγκες τους, οι οποίες συναρτώνται, μεταξύ άλλων, και με το μέγεθος της νοσοκομειακής μονάδας. Υποχρεούνται, επίσης, να διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα, στα οποία αναθέτουν την υπηρεσία φύλαξης των χώρων τους, είναι γνώστες των ιδιαιτέρων συνθηκών που επικρατούν και των κινδύνων που υπάρχουν εντός των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και έχουν λάβει σχετική εκπαίδευση, που τους επιτρέπει να εντοπίζουν τους κινδύνους αυτούς εγκαίρως και να τους αντιμετωπίζουν αποτελεσματικώς. Για το ειδικότερο περιεχόμενο των καθηκόντων των φυλάκων των νοσοκομείων λαμβάνονται ιδίως υπ’ όψη η δυναμικότητα, το μέγεθος και το διάσπαρτο ή μη των εγκαταστάσεών τους, η ανάγκη προστασίας του ακριβού εξοπλισμού τους, η διασφάλιση ελεύθερης πρόσβασης των ασθενών καθ’ όλο το 24ωρο, σε περίπτωση εφημερίας και των επισκεπτών εντός του καθορισμένου ωραρίου του επισκεπτηρίου, οι κίνδυνοι που διατρέχουν οι νοσηλευόμενοι και οι επαγγελματικοί κίνδυνοι, στους οποίους εκτίθενται οι επαγγελματίες υγείας που υπηρετούν σε αυτά. 

Επιθετικότητα επισκεπτών. Μεταξύ των παραπάνω επαγγελματικών κινδύνων, περιλαμβάνονται κίνδυνοι ψυχοκοινωνικής φύσης, οι οποίοι απορρέουν από το γεγονός, ότι ο επαγγελματίας της υγείας έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις, που ενέχουν συναισθηματική φόρτιση και ένταση, όπως η ασθένεια και ο θάνατος, συχνά δε αποτελεί τον αποδέκτη του θυμού, του φόβου και της επιθετικότητας των ασθενών ή των συγγενών τους και θύμα βίαιων επεισοδίων προκαλουμένων από τους τελευταίους, τα οποία μπορεί να είναι, ενίοτε, και θανατηφόρα. Επομένως, τα νοσοκομεία υποχρεούνται να οργανώνουν τις υπηρεσίες φύλαξής τους κατόπιν συνεκτίμησης των εν λόγω ιδιαίτερων καταστάσεων και κινδύνων, λαμβάνοντας υπ’ όψη και τις ορθές πρακτικές, που ισχύουν στον τομέα της ασφάλειας των νοσοκομειακών εγκαταστάσεων. 

Έλεγχος εισερχομένων. Στο πλαίσιο μιας ορθολογικά οργανωμένης υπηρεσίας φύλαξης, στα καθήκοντα των φυλάκων των νοσοκομείων περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο συνεχής έλεγχος προσώπων και οχημάτων κατά την είσοδό τους στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις, η υποβολή ερωτήσεων σχετικών με τον λόγο προσέλευσης στο νοσοκομείο, ιδίως σε πρόσωπα, των οποίων οι ενέργειες παρεκκλίνουν ουσιωδώς από αυτές του επισκέπτη ή του ασθενή, και ο οπτικός έλεγχος των αντικειμένων που επιχειρούν να εισαγάγουν οι εισερχόμενοι στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις, ιδίως όταν τα αντικείμενα αυτά διαφέρουν από αυτά που φέρουν συνήθως εντός του νοσοκομείου οι ασθενείς, οι συνοδοί τους και οι επισκέπτες. Αν δε, κατόπιν διενέργειας των παραπάνω ελέγχων, υπάρχουν ενδείξεις ότι η είσοδός των πιο πάνω προσώπων ή η εισαγωγή των παραπάνω αντικειμένων στο νοσοκομείο μπορεί να θέσει σε κίνδυνο, μεταξύ άλλων, τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, οι ασκούντες καθήκοντα φύλαξης υποχρεούνται να παρεμποδίζουν την είσοδο των προσώπων αυτών ή την εισαγωγή των πιο πάνω αντικειμένων στους χώρους του νοσοκομείου και να ειδοποιούν αμέσως τις αστυνομικές αρχές, για να επιληφθούν του συμβάντος στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Ευθύνη νοσοκομείου σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών φύλαξης από ανάδοχο, κατόπιν διαγωνισμού. Τα νοσοκομεία μπορούν να προκηρύσσουν διαγωνισμό για την ανάθεση της υπηρεσίας φύλαξης σε ιδιώτη ανάδοχο, καθορίζοντας με την προκήρυξη, κατόπιν εμπεριστατωμένης μελέτης και προσεκτικής αξιολόγησης των αναγκών τους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας αυτής και, κατ’ επέκταση, τις υποχρεώσεις του αναδόχου και να αναθέτουν την υπηρεσία φύλαξης των χώρων τους, υποχρεούμενα, όμως, να επιβλέπουν τον ανάδοχο κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων φύλαξης στο πλαίσιο της προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης. Σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας σε τρίτον εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης των σχετικών καθηκόντων εκ μέρους του προσωπικού του αναδόχου, στοιχειοθετείται ευθύνη του νοσοκομείου κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, ως κυρίου της σύμβασης παροχής υπηρεσιών φύλαξης, για αποζημίωση του παθόντος τρίτου. Η ευθύνη αυτή έναντι του ζημιωθέντος είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ευθύνη του αναδόχου, ο οποίος ευθύνεται με βάση άλλες διατάξεις.

Πρόκληση αναπηρίας ή παραμόρφωσης. Συνέπειες. Η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο του, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η σχετική αξίωση είναι βάσιμη, εάν και εφ’ όσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο μέλλον (οικονομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό) του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές του άρθρου 932 ΑΚ. Επομένως, απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση το άρθρο 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, οι αξιώσεις δε των άρθρων 931 και 932 ΑΚ είναι δυνατόν να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ υπόκειται κατ’ εξαίρεση σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.

Χρηματική ικανοποίηση. Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη, κάθε φορά, περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. ούτε το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των νομικών αυτών προσώπων επιδρά στον καθορισμό του ύψους της. Επομένως, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η περιουσιακή ή δημοσιονομική κατάσταση αυτού μη νομίμως λαμβάνεται υπ’ όψη είτε ως μειωτικός, είτε ως αυξητικός παράγοντας.

 

 

2015/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Ζιαμπάρας, Πάρεδρος

 

Ενδοομιλικές συναλλαγές. Τεκμηρίωση τιμών. Στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις επιβλήθηκε η υποχρέωση να τηρούν στις μεταξύ τους συναλλαγές (ενδοομιλικές) την αρχή των ίσων αποστάσεων και να τεκμηριώνουν τις τιμές των συναλλαγών αυτών με την κατάρτιση σχετικής μελέτης. Οι σχετικές όμως αγορανομικής φύσης ρυθμίσεις δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν και από τη φορολογική διοίκηση κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών. Εν όψει τούτου, ο νομοθέτης προέβη, με τον ν. 3775/2009, ο οποίος άρχισε να ισχύει από τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2010, στην εισαγωγή αντίστοιχων διατάξεων στη φορολογική νομοθεσία.

Προσαύξηση κερδών θυγατρικής επιχείρησης. Έλεγχος. Με τις παραπάνω φορολογικές διατάξεις ορίστηκε ότι α) μη επιτευχθέντα από ημεδαπή επιχείρηση κέρδη από συναλλαγές της με αλλοδαπή συνδεδεμένη επιχείρηση, λόγω της σύναψης οικονομικών όρων διαφορετικών από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τα βιβλία της επιχείρησης, β) κάθε ημεδαπή επιχείρηση, που συνδέεται με αλλοδαπή επιχείρηση, οφείλει να τεκμηριώνει τις τιμές των μεταξύ τους συναλλαγών. Για τις διαχειριστικές περιόδους, που άρχισαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3775/2009 και έως την έναρξη ισχύος του ν. 4110/2013, η κρίση, εάν οι οικονομικοί όροι, που περιλήφθηκαν σε πωλήσεις αγαθών ή παροχή υπηρεσιών μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, είναι διαφορετικοί από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, δεν σχηματίζεται με βάση συγκεκριμένη, νομοθετικά καθοριζόμενη, μεθοδολογία, αλλά με βάση το περιεχόμενο του υποβληθέντος φακέλου τεκμηρίωσης, ενώ, σε περίπτωση μη τήρησης ή μη διάθεσης ή τήρησης ανεπαρκούς ή ανακριβούς φακέλου τεκμηρίωσης, ο προσδιορισμός των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών γίνεται κατά την αιτιολογημένη περί αυτού εκτίμηση της φορολογικής αρχής, αφού ληφθεί υπ’ όψη κάθε πρόσφορο προς τούτο στοιχείο, κατά τους κανόνες της οικονομικής και λογιστικής επιστήμης.

 

 

2033/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Χ. Τζέμου, Πάρεδρος

 

Απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος. Έμμεσες αποδείξεις. Η τέλεση φορολογικής παράβασης, συνισταμένη στην απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος και, κατ’ επέκταση, η ύπαρξη αντίστοιχης φορολογητέας ύλης - το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει κατ’ αρχήν η φορολογική αρχή - μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη εκτίμηση της Διοίκησης, όχι μόνον από άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες, δηλαδή από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, εν όψει των συνθηκών, εξήγησης που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη, πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης στον ελεγχόμενο παράβασης, χωρίς τούτο να συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Στα μέσα έμμεσης απόδειξης περιλαμβάνονται και στοιχεία κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου, από τα οποία προκύπτουν καταθέσεις του και αντίστοιχα εμβάσματα, τα οποία επιτρεπτά λογίζονται και φορολογούνται ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού, εφ’ όσον δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα και νομίμως φορολογηθέντα (ή απαλλαχθέντα του φόρου) εισοδήματά του ή από άλλη συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία. 

Άμυνα φορολογούμενου. Ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα, τόσο κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, με την υποβολή των απόψεών του επί του σημειώματος διαπιστώσεων του ελέγχου, αλλά και κατά το μεταγενέστερο στάδιο της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού, να επικαλεσθεί έναντι της φορολογικής αρχής και, κατ’ επέκταση, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων στοιχεία που, κατ’ αυτόν, ανατρέπουν την πραγματική βάση της εκτίμησης της Διοίκησης περί του ότι τα εντοπισθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά αποτελούν άγνωστης πηγής ή αιτίας προσαύξηση της περιουσίας του.

Πλημμέλεια προσκομιζομένων στοιχείων. Συνέπειες. Τυχόν πλημμέλειες των προσκομιζόμενων από τον φορολογούμενο στοιχείων δεν αναιρούν, κατ’ αρχήν, από μόνες τους την υποχρέωση της φορολογικής Διοίκησης ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κρίσης της, των διοικητικών δικαστηρίων να εξετάσουν, εν όψει των συλλεγέντων στοιχείων και των συνθηκών συνολικά θεωρούμενων, εάν οι παραπάνω ισχυρισμοί τεκμηριώνονται κατά την πραγματική τους βάση από τα παρεχόμενα από τον φορολογούμενο στοιχεία ως προς την ακρίβεια και επάρκειά τους, ώστε να ταυτοποιήσουν την αληθή φύση και την ακριβή πηγή ή αιτία (γενεσιουργό οικονομικό λόγο) του επίμαχου χρηματικού ποσού, εάν, κατά τον εντοπισμό των εν λόγω πλημμελειών, διαπιστωθεί ότι η μεταφορά του επίμαχου χρηματικού ποσού στην περιουσία του ελεγχόμενου συνιστά, κατά την αληθή φύση, άλλη έννομη σχέση (όπως δωρεά, δάνειο, εντολή, παρακαταθήκη), για την οποία μπορεί να ανακύπτουν φορολογικές υποχρεώσεις ή βάρη, με βάση διατάξεις της νομοθεσίας διαφορετικές από τη φορολογία εισοδήματος.

 

 

2034/2025 (Ε΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης, Σύμβουλος

 

Προθεσμία αίτησης ακύρωσης. Μη δημοσιευτέα πράξη. Τεκμήριο γνώσης. Η 60θήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της έκδοσης της πράξης και του περιεχομένου της. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης της πράξης μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των στοιχείων και περιστάσεων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται δε υπ’ όψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης ή την έναρξη των εργασιών, εφ’ όσον με την προσβαλλόμενη αδειοδοτείται η κατασκευή κτιρίου ή έργου, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκούντος την αίτηση ακύρωσης να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της πράξης και το περιεχόμενό της.

Περιβαλλοντική διαφορά. Πρόσφορα στοιχεία. Πρόσφορα στοιχεία, προκειμένου ειδικά περί πράξεων υπαγωγής έργου ή δραστηριότητας σε πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, είναι η εν γένει δημοσιότητα που έχει προσλάβει η κατασκευή του έργου ή η ανάπτυξη της οικείας δραστηριότητας με τη δημοσίευση ανακοινώσεων στον Τύπο, το εύλογο ενδιαφέρον των αιτούντων, οι προπαρασκευαστικές εργασίες που συνεπάγονται μεταβολές στον εξωτερικό κόσμο (διανοίξεις ή διαπλατύνσεις οδών κ.ά.), οι εργασίες για την κατασκευή του έργου (εκσκαφές, θεμελίωση κ.λπ.), το εύρος και η δημοσιότητα των αντιδράσεων που προκλήθηκαν και η εμφάνιση των χαρακτηριστικών του έργου στον εξωτερικό κόσμο, σε συνδυασμό με το μέγεθος και τη δυνατότητα θέασης του έργου από μεγάλη απόσταση. Η τήρηση, εξάλλου, διατυπώσεων δημοσιότητας, ακόμη και αν δεν κινεί καθ’ εαυτή την προθεσμία προσβολής της υποκείμενης σε αυτές διοικητικής πράξης, λαμβάνεται υπ’ όψη, κατ’ εκτίμηση και των λοιπών στοιχείων της υπόθεσης και, ιδίως, της παρόδου ευλόγου χρόνου, για τη συναγωγή τεκμηρίου πλήρους γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης, υπό την προεκτεθείσα έννοια.

 

 

2035/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Πυργάκης, Πάρεδρος

 

Πολεοδομικές ρυθμίσεις. Δέσμευση του νομοθέτη για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Το φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται η ποιότητα ζωής και η υγεία των κατοίκων των πόλεων και των οικισμών έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενο αγαθό. Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να τροποποιεί τις ισχύουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις, εφ’ όσον η εισαγόμενη νέα ρύθμιση αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων, και απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, η λήψη μέτρων που επιφέρουν υποβάθμιση του φυσικού ή οικιστικού περιβάλλοντος. Περαιτέρω, το άρθρο 24 § 2 Σ επιβάλλει στον νομοθέτη να ρυθμίσει τη χωροταξική και πολεοδομική διαμόρφωση της Χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό, υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή ανάπτυξη των οικισμών, η προστασία του περιβάλλοντος και οι βέλτιστοι δυνατοί όροι διαβίωσης. Η τήρηση της συνταγματικής επιταγής υπόκειται στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή, ο οποίος, βάσει και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, οφείλει να κρίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν, με τις θεσπιζόμενες χωροταξικές ή πολεοδομικές ρυθμίσεις, επέρχεται υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη, προς επίτευξη του σκοπού της εξυπηρέτησης της λειτουργικότητας και ανάπτυξης των οικισμών και της εξασφάλισης των καλύτερων όρων διαβίωσης, τα πορίσματα και οι εφαρμογές των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και κάθε άλλης επιστήμης, που αφορά στη συγκεκριμένη ρύθμιση. 

Προσβολή ιδιωτικών συμφερόντων. Συνεκτίμηση επικουρικώς. Λόγοι αναγόμενοι στην υφιστάμενη πραγματική κατάσταση, καθώς και στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, λαμβάνονται υπ’ όψη μόνο επικουρικώς και εφ’ όσον η προκρινόμενη ρύθμιση τελεί εντός των πλαισίων εξυπηρέτησης των πολεοδομικών αναγκών. Εξάλλου, πρέπει να εξασφαλίζεται και η συμμετοχή του ΟΤΑ, στην περιφέρεια του οποίου αφορούν οι εισαγόμενες ρυθμίσεις, καθώς και των ενδιαφερομένων πολιτών.

Παραδοσιακοί οικισμοί. Ο χαρακτηρισμός οικισμού ή τμήματός του ως παραδοσιακού, αποσκοπεί στη διατήρηση και στην ανάδειξη του ιδιαιτέρου χαρακτήρα του. Μέσον για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι η θέσπιση, για τα εντός αυτού ευρισκόμενα κτίρια, πρόσφορων όρων και περιορισμών δόμησης, καθώς και χρήσεων, που για τον λόγο αυτόν επιτρέπεται να παρεκκλίνουν από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, ώστε να επιτυγχάνεται και η μη αλλοίωση της φυσιογνωμίας τους.

Πολεοδομικός σχεδιασμός. Στάδια. Με τον ν. 1337/1983 θεσπίζεται σύστημα πολεοδομικού σχεδιασμού, που περιλαμβάνει δύο διαδοχικές φάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικά επίπεδα σχεδιασμού. Το πρώτο από τα επίπεδα αυτά του πολεοδομικού σχεδιασμού πραγματοποιείται με το γενικό πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο συνιστά τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης και περιέχει, κατ’ αρχήν, γενικούς ορισμούς και κατευθύνσεις. Επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση, να θεσπίζονται με το γενικό πολεοδομικό σχέδιο και ειδικότερες πολεοδομικές ρυθμίσεις, που συνιστούν βασικές επιλογές και αναγκαία στοιχεία της εισαγόμενης με το σχέδιο πρότασης πολεοδομικής οργάνωσης, αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτή. Οι ρυθμίσεις που περιέχονται στο γενικό πολεοδομικό σχέδιο, τόσο εκείνες που συνιστούν γενικούς ορισμούς και κατευθύνσεις όσο και οι ειδικότερες, οι οποίες έχουν τυχόν περιληφθεί στο σχέδιο αυτό, είναι δεσμευτικές για την πολεοδομική μελέτη, η οποία εντάσσεται στο δεύτερο στάδιο πολεοδομικού σχεδιασμού. 

Μέσος συντελεστής δόμησης. Μη προσμέτρηση στοιχείων στον συντελεστή. Ο καθορισμός μέσου συντελεστή δόμησης ανήκει στο κανονιστικό μέρος του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, εφ’ όσον αποτελεί όρο δόμησης και η σχετική διάταξη του ΓΠΣ, είναι αμέσως εφαρμοστέα και, επομένως, δεσμευτική κατά την έκδοση οικοδομικών αδειών για την ανοικοδόμηση ακινήτων ευρισκομένων στις περιοχές αυτές, η ρύθμιση δε αυτή ελέγχεται παρεμπιπτόντως κατά τον έλεγχο των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ επίκληση αυτής. Η μη προσμέτρηση επιφανειών κλιμακοστασίων, απολήξεων κλιμακοστασίων/ανελκυστήρων και της θερμομόνωσης και θερμομονωτικών στοιχείων, είναι συνταγματικά ανεκτή, διότι συνδέονται με ασφάλεια, προσβασιμότητα και βιοκλιματική λειτουργία των κτιρίων.

Κατασκευή στεγών και αριθμός ορόφων στην περιοχή της Κηφισιάς. Οι γενικές διατάξεις του ΝΟΚ, οι οποίες ενθαρρύνουν την κατασκευή στεγών, δεν προκύπτει ότι βλάπτουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του παραδοσιακού τμήματος της Κηφισιάς και είναι πράγματι εφαρμοστέες, η δε σοφίτα δεν συνιστά από μόνη της «όροφο». Μόνος περιορισμός είναι ότι, για να επιτευχθεί η εναρμόνιση των νέων κτισμάτων με τα υφιστάμενα παλαιά, δηλαδή για λόγους μορφολογίας των κτιρίων, πρέπει να διατηρείται ο μέγιστος αριθμός ορόφων, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, τρεις. Δεν επιτρέπεται επομένως η κατασκευή κτιρίων, τα οποία, λόγω των επιτρεπόμενων κατασκευών άνω του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους, μορφολογικά προσομοιάζουν με τετραώροφα. Η κρίση αυτή είναι τεχνική, επαφίεται στα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής και υπόκειται σε οριακό ακυρωτικό έλεγχο.

 

 

2048/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Κ. Φιλοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Χ. Νέγρης, Πάρεδρος

 

Φορολογικές υποχρεώσεις. Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα. Όρια ευθύνης. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους στην είσπραξη των φόρων και προστίμων που επιβάλλονται στα νομικά πρόσωπα, καθιερώνεται προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των προσώπων των εντεταλμένων στη διοίκησή τους για την καταβολή των φορολογικών τους οφειλών (μη ισοδυναμούσα με καθιέρωση ιδίας φορολογικής υποχρέωσης των αλληλεγγύως ευθυνομένων, αλλά με πρόσθετη εγγυητικού χαρακτήρα ευθύνη τους προς πληρωμή των βεβαιωθέντων σε βάρος των νομικών προσώπων ρητώς μνημονευομένων στις οικείες διατάξεις φόρων και προστίμων). Οι περί αλληλέγγυας ευθύνης διατάξεις δεν προσκρούουν, κατ’ αρχήν, στις περί οικονομικής ελευθερίας συνταγματικές διατάξεις. Εισάγουσες, ωστόσο, εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και την κατά κανόνα ευθύνη καθενός για ίδια και όχι για αλλότρια χρέη και συνεπαγόμενες σοβαρές επεμβάσεις στα περιουσιακά δικαιώματα και σημαντικούς περιορισμούς στην οικονομική ελευθερία των προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνομένων προσώπων (όπως η λήψη διασφαλιστικών μέτρων και η επίσπευση διοικητικής εκτέλεσης σε βάρος της προσωπικής τους περιουσίας), πρέπει να ερμηνεύονται στενά και σε συμφωνία προς τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας.

Φοροδιαφυγή. Ευθύνη εκπροσώπων ΑΕ. Σε περίπτωση, που διαπιστώνεται ότι ημεδαπές ΑΕ έχουν διαπράξει φοροδιαφυγή, μπορούν να επιβληθούν τα μέτρα του άρθρου 46 του ΚΦΕ, σωρευτικά, σε βάρος των φυσικών προσώπων, τα οποία, από την τέλεση της παράβασης και έως την επιβολή των μέτρων, είχαν την ιδιότητα του προέδρου, αντιπροέδρου κ.λπ. του ΔΣ ή εκκαθαριστή της ΑΕ, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εντεταλμένα στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση της ΑΕ, είτε αμέσως από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση. Μόνη η ιδιότητα του προέδρου, αντιπροέδρου κ.λπ. του ΔΣ ή εκκαθαριστή ΑΕ δεν αρκεί για το νόμιμο της επιβολής διασφαλιστικού μέτρου σε βάρος τρίτων αλληλεγγύως ευθυνομένων, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να αποδείξει η φορολογική αρχή (και να διερευνήσει ειδικά το εν συνεχεία επιλαμβανόμενο δικαστήριο για το νόμιμο της κρίσης του) εάν το φυσικό πρόσωπο είχε πράγματι ασκήσει, προσωρινά ή διαρκώς, συγκεκριμένα καθήκοντα διοίκησης ή διαχείρισης της εταιρείας. 

Χορήγηση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας. Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση άρνησης χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, υπό την έννοια ότι μόνη η ιδιότητα, μεταξύ άλλων, του εκκαθαριστή ΑΕ δεν αρκεί για τη νόμιμη άρνηση χορήγησης σε αυτόν αποδεικτικού ενημερότητας λόγω βεβαιωμένων οφειλών της εταιρείας, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να αποδειχθεί ότι είχε πράγματι ασκήσει συγκεκριμένα καθήκοντα διοίκησης ή διαχείρισης της εταιρείας.

 

 

2053/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλος

 

Ανάκληση απαλλοτρίωσης. Ισχύον καθεστώς. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης δεν αποτελεί στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, ώστε να διέπεται από το ισχύον κατά τον χρόνο της κήρυξής της νομοθετικό καθεστώς, αλλά είναι νέα και εξαιρετική διοικητική διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μετά πάροδο μακρού χρόνου και της οποίας η πρόοδος εξαρτάται από τη μεσολάβηση νομικών και πραγματικών γεγονότων, που λαμβάνουν χώρα κατά το στάδιο υλοποίησης του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Συνεπώς, η κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων ανάκλησης της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης διέπεται, κατά τις γενικές αρχές περί διοικητικών πράξεων, από το ισχύον, κατά τον χρόνο της εκφοράς της, νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή κατά τον χρόνο αποδοχής ή απόρριψης, ρητής ή σιωπηρής, του περί ανάκλησης αιτήματος του ενδιαφερομένου.

Απαλλοτριώσεις υπέρ ΟΤΑ ή δημοσίων επιχειρήσεων. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού ή υπέρ επιχειρήσεων, που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ., ή οργανισμών κοινής ωφέλειας, επαφίεται, από τον νόμο, στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, η οποία δεν υποχρεούται να κινήσει, αν υποβληθεί προς τούτο αίτηση του πρώην ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τη διαδικασία ανάκλησης της συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ασχέτως, κατ’ αρχήν, του χρόνου που παρήλθε από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, δεδομένου ότι ο νόμος δεν τάσσει σχετικώς χρονικό περιορισμό. Δεν αποκλείεται, όμως, η υποχρέωση της Διοίκησης να άρει τη συντελεσμένη απαλλοτρίωση, όταν εκδηλώθηκε, σαφώς και ανενδοιάστως, βούληση να μη χρησιμοποιηθεί το απαλλοτριωθέν για τον σκοπό, για τον οποίο απαλλοτριώθηκε ή για άλλο σκοπό δημόσιας ωφέλειας, καθώς και όταν, εν όψει του σκοπού που επιδιώχθηκε με την απαλλοτρίωση, παρήλθε μακρό, πέραν του ευλόγου, χρονικό διάστημα και η Διοίκηση ή εν γένει εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση αδράνησε αδικαιολόγητα για την πραγματοποίηση του αρχικού σκοπού αυτής ή άλλου σκοπού δημόσιας ωφέλειας.

Ανάκληση σε περίπτωση χρησιμοποίησης του απαλλοτριωθέντος. Ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, της οποίας ο σκοπός έχει εκπληρωθεί με τη χρησιμοποίηση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεν είναι δυνατή, το δε απαλλοτριωθέν μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να διατεθεί ελεύθερα από τα υπέρ ων η απαλλοτρίωση νομικά πρόσωπα. Σε περίπτωση δε που απαλλοτριώθηκε μείζων έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται περισσότερα ακίνητα, προκειμένου να κριθεί αν συγκεκριμένο, από τα ακίνητα αυτά, χρησιμοποιήθηκε πραγματικά για τον σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε, με συνέπεια να αποκλείεται η ανάκληση της απαλλοτρίωσης αυτού, λαμβάνεται υπ’ όψη η φύση του έργου, στην κατασκευή του οποίου απέβλεπε η απαλλοτρίωση, και οι εκτελεσθείσες στη μείζονα έκταση εργασίες για την κατασκευή του και δεν απαιτείται αναγκαία η αξιοποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου, με την εκτέλεση σε αυτό συγκεκριμένων εργασιών. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης αποκλείεται στην περίπτωση που, από τη φύση του ήδη υλοποιηθέντος έργου, δεν αποκλείεται η στο μέλλον χρησιμοποίηση του τμήματος της απαλλοτριωθείσας έκτασης, η οποία δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί, για την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό του έργου.

 

 

2086/2025 (B΄ Τμ.) – Προεδρεύων: K. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Σδράκα, Σύμβουλος

 

Φόρος μεταβίβασης ακινήτου. Υπολογισμός εκτός αντικειμενικής αξίας. Ως πράγματι καταβληθέν χρηματικό ποσό για την αγορά ακινήτου θεωρείται το αληθές τίμημα, που κατέβαλε ο φορολογούμενος για την αγορά αυτή. Ως τέτοιο νοείται, κατ’ αρχήν, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, εκτός εάν αυτό υπολείπεται της νομίμως εξευρισκομένης, κατά τα ισχύοντα στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, αγοραίας αξίας του ακινήτου, οπότε, κατά κοινή πείρα, το τελευταίο ποσό θεωρείται ως το πράγματι καταβληθέν, επιφυλασσομένης της δυνατότητας του φορολογουμένου να αποδείξει, με κάθε νόμιμο μέσο, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, έστω και εάν είναι κατώτερο της αγοραίας αξίας, είναι το πράγματι καταβληθέν. Εξάλλου, στις περιοχές που εμπίπτουν στο σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών, ως αγοραία αξία λαμβάνεται το υπολογιζόμενο κατά τις σχετικές διατάξεις τίμημα, εκτός αν ο φορολογούμενος αποστεί, με δική του πρωτοβουλία, από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος και ζητήσει τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση προγενέστερες διατάξεις των σχετικών νόμων, με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, δυνάμενος να αποδείξει ότι κατέβαλε τίμημα κατώτερο της αγοραίας αξίας του ακινήτου. 

Φόρος μεταβίβασης και ετήσια τεκμαρτή δαπάνη. Την παραπάνω δυνατότητα διαθέτει ο αγοραστής ακινήτου και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν είχε αμφισβητήσει, με την άσκηση προσφυγής, την αντικειμενική αξία του ακινήτου και είχε καταβάλει φόρο μεταβίβασης, ο οποίος είχε υπολογισθεί επί της αντικειμενικής του αξίας. Συνεπώς, όταν αγοραστής ακινήτου επικαλείται και προσκομίζει στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι το κατώτερο της αντικειμενικής αξίας τίμημα, που αναγράφεται στο μεταβιβαστικό του αγορασθέντος ακινήτου συμβόλαιο, είναι το πράγματι καταβληθέν, ως ποσό, το οποίο καταβλήθηκε για την αγορά του ακινήτου και το οποίο λογίζεται ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη σύμφωνα με τον ΚΦΕ, λαμβάνεται το πράγματι καταβληθέν προκειμένου, κατ’ εφαρμογή του ΚΦΕ, να ευρεθεί το φορολογητέο εισόδημα. Αυτό ισχύει χωρίς η φορολογική Αρχή και το τακτικό διοικητικό δικαστήριο να δεσμεύονται από τον τυχόν προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου, ο οποίος είχε γίνει προς υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης [Μειοψηφία].

 

 

2099/2025 (Α΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος, Εισηγητής: Ν. Σκαρβέλης, Σύμβουλος 

 

Δικονομική θέση του κυρίως παρεμβαίνοντος. Ο αντιποιούμενος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης και κυρίως παρεμβαίνων σε αυτή καθίσταται κύριος διάδικος ως αντιδικών προς όλους τους αρχικούς διαδίκους, έναντι των οποίων επιδιώκει με την παρέμβασή του να εξέλθει νικητής. Η ασκούμενη από αυτόν κύρια παρέμβαση περιέχει αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας, στο οποίο είναι προφανές, ότι εμπεριέχεται το αίτημα για απόρριψη της αγωγής, αφού η αντιποίηση του αντικειμένου της αυτή την έννοια έχει. Για να χαρακτηρισθεί το σχετικό δικόγραφο ως κύρια παρέμβαση, πρέπει ο παρεμβαίνων να στρέφεται κατά των αρχικών διαδίκων και να αντιποιείται το αντικείμενο της μεταξύ αυτών δίκης, ο δε χαρακτηρισμός του δικογράφου της παρέμβασης ως κύριας ή πρόσθετης, από τα δικαστήρια της ουσίας, ελέγχεται από τον αναιρετικό δικαστή.

Εκχώρηση απαίτησης και παρέμβαση του εκδοχέα στη δίκη. Σε περίπτωση εκχώρησης απαίτησης μετά την εκ μέρους του εκχωρητή άσκηση αγωγής με αίτημα την επιδίκαση της απαίτησης σε αυτόν, ο εκδοχέας, ως ειδικός διάδοχος της επίδικης απαίτησης, νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ενεργητικά να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί της εν λόγω αγωγής. Εάν όμως ο εκδοχέας επιλέξει να μετάσχει στην πρωτόδικη δίκη ασκώντας κύρια παρέμβαση, προβάλλοντας ότι, λόγω της εκχώρησης, αυτός είναι ο δικαιούχος της επίδικης απαίτησης και όχι ο ασκήσας την αγωγή εκχωρητής, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το δεχθεί και εξ αυτού του λόγου απορρίψει την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ασκήσαντος αυτήν, ο εκδοχέας μπορεί μεν να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που με αυτήν ενδεχομένως απορρίφθηκε η κύρια παρέμβασή του, πλήττοντας τις αντίστοιχες κρίσεις της πρωτόδικης απόφασης, δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα, επικαλούμενος και την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου του ασκήσαντος την αγωγή, να αμφισβητήσει με την έφεση την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για τη νομιμότητα της εκχώρησης της επίδικης απαίτησης σε αυτόν και, συνακόλουθα, για την έλλειψη της ιδιότητας του ασκήσαντος την αγωγή ως δικαιούχου της απαίτησης.

 

 

2103/2025 (Α΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Π. Μπραΐμη, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Α. Πασιπουλαρίδου, Πάρεδρος

 

Μέτοχοι ΑΕ. Ασφάλιση στο ΟΑΕΕ. Στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ υπάγονται τα μέλη ή μέτοχοι κάθε μορφής εταιρειών, Οργανισμών ή κοινοπραξιών, των οποίων ο σκοπός συνιστά δραστηριότητα, για την οποία τα ασκούντα αυτήν πρόσωπα υπάγονται στην ασφάλιση του Οργανισμού, πλην των ΑΕ. Ειδικά στην περίπτωση των ΑΕ, στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ υπάγονται μόνον οι μέτοχοι που κατέχουν ποσοστό 5% του εταιρικού κεφαλαίου στις ΑΕ, που έχουν ως αντικείμενο την επαγγελματική ή βιοτεχνική δραστηριότητα, ή τουλάχιστον 3% του εταιρικού κεφαλαίου στις ΑΕ, που έχουν ως αντικείμενο την εμπορία και είναι συγχρόνως μέλη του ΔΣ, καθώς και οι μέτοχοι ΑΕ με αντικείμενο επιχείρησης τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων επί κομίστρω με αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, εφ’ όσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών. Εξαιρούνται οι μέτοχοι ΑΕ, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.

 

 

2105/2025 (ΣΤ΄ Τμ. 7μελούς) – Προεδρεύουσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σταυρουλάκη, Σύμβουλος

 

Σύνταγμα και ανώτατη εκπαίδευση. Στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης, ως θεμελιώδης σκοπός του Κράτους και καθορίζονται οι βασικές αρχές, που πρέπει να διέπουν την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης εντός συγκεκριμένων οργανωτικών και λειτουργικών πλαισίων, που οριοθετούν την σχετική δράση της Διοίκησης αλλά και του κοινού νομοθέτη. Η ανώτατη εκπαίδευση, αποσκοπούσα στην προαγωγή και μετάδοση επιστημονικής γνώσης με έρευνα και διδασκαλία, παρέχεται από ίδια και αυτοτελή ιδρύματα, σύμφωνα με τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοίκησης των εν λόγω ιδρυμάτων, που εγγυώνται αδέσμευτη επιστημονική σκέ­ψη, έρευνα και διδασκαλία, νοούμενη όχι μόνον ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, αλλά και ως θεσμική εγγύηση, ήτοι ως οργανωμένη δραστηριότητα αναπτυσσόμενη με βάση κανόνες και μέσα θεσπιζόμενα και παρεχόμενα, αντιστοίχως, από το Κράτος, προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης των καθηκόντων τους και προσέλκυσης επιστημόνων υψηλού κύρους. 

Οικονομικές απολαβές μελών ΔΕΠ. Το Κράτος υποχρεούται να εξασφαλίζει τη διάθεση των απαραίτητων οικονομικών μέσων και να διασφαλίζει την αναγκαία υποδομή και τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση, από τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ, της διδακτικής και ερευνητικής τους δραστηριότητας. Τα μέλη ΔΕΠ, εν όψει της ιδιαίτερης σημασίας της αποστολής τους ως ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών, των αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, αλλά και των συνθηκών άσκησης των διδακτικών και ερευνητικών τους καθηκόντων, αναγνωρίζονται ευθέως από το Σύνταγμα ως δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες υπό ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, εγγυώμενο προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, σε αντίθεση με τον, κατά το προϊσχύσαν Σύνταγμα του 1952, χαρακτηρισμό τους, άνευ ιδιαίτερης εγγύησης, ως δημοσίων υπαλλήλων. Μεταξύ των απαραίτητων προϋποθέσεων για την άσκηση του έργου τους, περιλαμβάνεται η υποχρέωση καθορισμού από τον κοινό νομοθέτη, εν όψει και των οικονομικών δυνατοτήτων του Κράτους εκάστης περιόδου, αποδοχών ειδικά προβλεπομένων γι’ αυτούς, κατ’ εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους και ύψους αναλόγου προς αυτό, που θα πρέπει να τους επιτρέπει να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους και να καθιστά τα ΑΕΙ ελκυστικά για νέο, υψηλής στάθμης επιστημονικό προσωπικό.

Αναμόρφωση μισθολογίου. Περιορισμοί. Ναι μεν, στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, ο κοινός νομοθέτης δύναται, κατ’ αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η αναμόρφωσή του όμως με τρόπο, που επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενη εκτίμηση του δημοσιονομικού οφέλους σε σχέση με τις επιπτώσεις επί των πανεπιστημιακών λειτουργών και της λειτουργίας των ΑΕΙ. Η υποχρέωση αυτή, ισχύουσα για κάθε σημαντική διαφοροποίηση αποδοχών συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων ή λειτουργών του Δημοσίου, καθίσταται εντονότερη επί μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, ως εκ της προαναφερθείσας συνταγματικής κατοχύρωσης της ιδιαίτερης μισθολογικής τους μεταχείρισης.

Κριτήρια. Κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη, από τον κοινό νομοθέτη, πέραν των συνήθων κριτηρίων, και οι ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης και η σημασία του λειτουργήματός τους, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της αποστολής τους, το δε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης προσδιορίζεται όχι με βάση συγκεκριμένες προηγούμενες αποδοχές της εκάστοτε κατηγορίας δημοσίων λειτουργών αλλά με βάση τις γενικότερες επικρατούσες συνθήκες, σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων και του πληθυσμού της Χώρας εν γένει, αρκεί να είναι και ανάλογο με το κύρος της θέσης της συγκεκριμένης κατηγορίας λειτουργών.

 

 

2166/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρεύων: Η. Μάζος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Παπαϊωάννου, Πάρεδρος

 

Επιστροφή παραβόλου εντός 10 ημερών μετά την παραίτηση από την προδικαστική προσφυγή. Η πρόβλεψη, ότι το παράβολο επιστρέφεται μόνον αν η παραίτηση από την προδικαστική προσφυγή, που ασκείται στο πλαίσιο παροχής έννομης προστασίας κατά το στάδιο ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, υποβληθεί έως και 10 ημέρες μετά την κατάθεση της προσφυγής, συνάπτεται μεν με την αποτελεσματική οργάνωση του συστήματος παροχής έννομης προστασίας και, συγκεκριμένα, με την ορθολογική διαχείριση του μεγάλου αριθμού προσφυγών που κατατίθενται ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ, όμως περιορίζει τη δυνατότητα επιστροφής του ποσού αυτού σε βαθμό πέραν του αναγκαίου, επαγόμενη για τον προσφεύγοντα την οριστική απώλεια του καταβληθέντος ποσού. Ο καθορισμός του παραπάνω χρονικού ορίου δεν προκύπτει, ότι συνδέεται με εκτιμήσεις σχετικές με τη λειτουργία του παραβόλου ως μέσου αποτροπής άσκησης προδήλως αβάσιμων ή καταχρηστικών προσφυγών. Συνεπώς, η επίμαχη ρύθμιση δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 1 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ.

 

 

2179/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Β. Αραβαντινός, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Γ. Ανδριοπούλου, Σύμβουλος

 

Κήρυξη εκπτώτου του αναδόχου. Αρμοδιότητα δικαστηρίου. Η διαφορά, που ανακύπτει στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, κατόπιν κήρυξης του προσφεύγοντος ως εκτπώτου, κρίνεται από το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο κατά τον χρόνο αυτόν και όχι από εκείνο που ήταν αρμόδιο κατά το στάδιο σύναψης της σύμβασης.

 

 

2182/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Β. Αραβαντινός, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Γ. Ανδριοπούλου, Σύμβουλος

 

Αστική ευθύνη του Δημοσίου. Αιτιώδης συνάφεια. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, αποτελεί, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας του οργάνου του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και της επελθούσας περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης. Και ναι μεν η Διοίκηση μπορεί είτε να ανακαλέσει την παράνομη πράξη, εκδίδοντας νέα νόμιμη πράξη, προσδίδοντας, μάλιστα, σε αυτήν αναδρομική δύναμη, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή νόμιμη πράξη μετά την ακύρωση, είτε για ουσιαστικές, είτε για τυπικές πλημμέλειες, με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, της αρχικής παράνομης πράξης, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται πλέον παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, έτσι, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση, όμως, που η αρχικά εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης. Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει, πολύ περισσότερο, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί, τελικά, νόμιμη διοικητική πράξη.

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αναιρετικός έλεγχος. Εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝ ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (όπως, ιδίως, τις συνθήκες, το είδος, την ένταση και τις συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, την προσωπική και κοινωνική κατάσταση του ζημιωθέντος κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογο ποσό κατά την κρίση του, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η λήψη υπ’ όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, πραγματικών περιστατικών, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσης αυτής, ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, που είχαν τεθεί υπ’ όψη του και επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται κατ’ αναίρεση. Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επήλθε, ηθική βλάβη καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση άρθρου 932 ΑΚ μόνον αν κριθεί, ότι το δικαστήριο αυτό υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω διάταξη εξουσίας του.

 

 

2214/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σταυρουλάκη, Σύμβουλος

 

Δημόσια έργα. Μείωση εργασιών και κατ’ αποκοπήν αντάλλαγμα. Κατά την εκτέλεση δημόσιου έργου, ο κύριος του έργου δικαιούται να μειώσει μονομερώς και αναιτίως, ήτοι χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, τις συμβατικές εργασίες, περικόπτοντας, κατ’ αρχήν, αντιστοίχως, το αντάλλαγμα. Το δικαίωμα αυτό ισχύει αδιακρίτως (πλην σαφούς και ρητής αντίθετης συμφωνίας στη σύμβαση) και σε συμβάσεις που προβλέπουν πληρωμή με βάση την τιμή κατ’ αποκοπή. Επομένως, σε σύμβαση, με την οποία έχει συμφωνηθεί κατ’ αποκοπήν αντάλλαγμα, δεν διασφαλίζεται υπέρ του αναδόχου η στο ακέραιο καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος είτε πρόκειται περί νέων εργασιών, μη προβλεπομένων από τη σύμβαση και μη περιλαμβανομένων στο συμβατικό τιμολόγιο, είτε περί ματαίωσης ορισμένων εργασιών, οι οποίες νομίμως περικόπτονται από τον κύριο του έργου, στο πλαίσιο τροποποίησης επί το έλασσον του συμβατικού αντικειμένου. 

Περικοπή δαπάνης και προσδιορισμός τιμών με ΑΠΕ/ΠΚΤΜΝΕ. Σε περίπτωση τέτοιας αναίτιας περικοπής μέρους των συμπεφωνημένων εργασιών περικόπτεται, αντιστοίχως, η δαπάνη που αντιστοιχεί στο μη εκτελεσθέν μέρος του έργου, προκειμένου δε να καθορισθεί το αντάλλαγμα για τις εκτός του κατ’ αποκοπήν συμβατικού τιμήματος εργασίες, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν γι’ αυτές τιμές μονάδος, απαιτείται, για μεν τις εργασίες, η τήρηση της διαδικασίας κατάρτισης πίνακα (ΑΠΕ), για δε την τιμολόγηση των εργασιών αυτών, η σύνταξη Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδων Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ). 

Έκπτωση δημοπρασίας και εξαιρέσεις λόγω πραγματικού κόστους. Σε έκπτωση δημοπρασίας υπόκεινται οι τιμές, οι οποίες κανονίζονται είτε με βάση εγκεκριμένα ή συμβατικά τιμολόγια, είτε με βάση εγκεκριμένα ή συμβατικά τιμολόγια, είτε με βάση τις συμβατικές τιμές παρομοίων ή αναλόγων εργασιών, εφ’ όσον, στην τελευταία περίπτωση, η έκπτωση δημοπρασίας δεν περιλαμβάνεται στη συμβατική τιμή της παρόμοιας ή ανάλογης εργασίας. Ο κανονισμός τιμών προβλέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και δη μόνο για το μέρος της νέας τιμής, η οποία δεν δύναται να προσδιορισθεί με βάση τη σύμβαση ή να κανονισθεί σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄ και β΄ του άρθρου 43 § 3 του π.δ. 609/1985, ενώ στην «ανάλυση της τιμής» διαχωρίζονται τα τμήματα, που κανονίζονται σύμφωνα με την περίπτωση γ΄, από εκείνα που κανονίζονται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄ ή β΄. Εξάλλου, δεν υπόκεινται στην έκπτωση της δημοπρασίας μόνον οι τιμές των νέων εργασιών ή οι κανονιζόμενες με βάση τα στοιχεία πραγματικού κόστους, αλλά και οι τιμές των υλικών, που αποδεδειγμένα δεν υπάρχουν ευρέως διαδεδομένα στο εμπόριο (ήτοι των υλικών ολιγοπωλιακού ή μονοπωλιακού χαρακτήρα).

 

 

2229/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύoυσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Σούκη, Πάρεδρος

 

Αναδρομικές αποδοχές παρανόμως μη τοποθετηθέντος σε θέση του Δημοσίου. Παράλληλη απασχόληση. Σε περίπτωση, που ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επιδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών. Σε περίπτωση που ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθ’ όσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης. Εξαιρείται η περίπτωση, που η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης, ώστε, λαμβανομένων υπ’ όψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσίαν, την ίδια με αυτήν εργασία.

 

 

2252/2025 (Β΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ν. Νικολάκης, Πάρεδρος

 

Πράξη εφαρμογής. Με την πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, η οποία εντάσσεται στη διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου για τη διασφάλιση του ορθολογικού και χαρακτηριζόμενου από εσωτερική συνοχή πολεοδομικού σχεδιασμού, καθορίζονται, μεταξύ άλλων, τα τμήματα των ακινήτων, που αφαιρούνται για εισφορά σε γη χωρίς αποζημίωση, σε ποσοστό ανάλογο με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας, για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, καθώς και οι υποχρεωτικές μεταβολές, όπως μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων, βεβαιώνεται δε, ταυτόχρονα, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη. Μετά την κύρωση και μεταγραφή της, επέρχονται οι αναγκαίες για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου εμπράγματες μεταβολές στα ακίνητα της περιοχής, εκτός από αυτές για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση.

Εισφορά σε χρήμα. Της κυρωθείσας πράξης εφαρμογής έπεται η πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα. Η εν λόγω εισφορά καταβάλλεται αποκλειστικά για την κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, υπολογίζεται δε επί του εμβαδού των ακινήτων, που έχουν διαμορφωθεί με την κυρωθείσα πράξη εφαρμογής, η οποία αποτελεί το νόμιμο έρεισμά της. Υπόχρεοι για την καταβολή της εισφοράς σε χρήμα είναι οι ιδιοκτήτες των ακινήτων, που προκύπτουν μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της ρυμοτομικής διαρρύθμισης μιας περιοχής και την οριστική πολεοδομική της ενεργοποίηση. Οι εν λόγω ιδιοκτήτες, οι οποίοι εμφαίνονται στον κτηματολογικό πίνακα εφαρμογής, ταυτίζονται, κατά κανόνα, με τα βαρυνόμενα με την εισφορά σε γη πρόσωπα, ανεξαρτήτως του εάν με την κυρωθείσα πράξη εφαρμογής οι «τελικές» ιδιοκτησίες τους, δηλαδή οι βαρυνόμενες με εισφορά σε χρήμα, μεταβλήθηκαν ή όχι, ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά τους (σχήμα, μορφή, θέση και εμβαδόν), σε σχέση με τις «αρχικές», δηλαδή με εκείνες που αποτυπώνονται στο κτηματογραφικό διάγραμμα της πολεοδομικής μελέτης και βαρύνονται με εισφορά σε γη. Επομένως, οι ιδιοκτήτες ακινήτων κείμενων σε περιοχή εντασσόμενη σε σχέδιο πόλης οφείλουν τόσο εισφορά σε γη για την «αρχική» ιδιοκτησία τους όσο και εισφορά σε χρήμα για την «τελική» ιδιοκτησία τους (εφ’ όσον αυτή υφίσταται), η οποία ενδέχεται να μην ταυτίζεται με την «αρχική». 

Εισφορά σε χρήμα και μεταβίβαση του ακινήτου σε νέο ιδιοκτήτη. Τυχόν μεταβίβαση της κυριότητας του εντασσόμενου στο σχέδιο πόλης ακινήτου, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία σύνταξης της πράξης εφαρμογής, έστω και κατά παράβαση της υποχρέωσης προς επισύναψη στη σχετική δικογραφία πιστοποιητικού περί υποβολής δήλωσης ιδιοκτησίας, καθιστά τον νέο κύριο (του «αρχικού» ή «τελικού» ακινήτου) υπόχρεο σε εισφορά σε χρήμα, εφ’ όσον πάντως αυτός εμφαίνεται ως ιδιοκτήτης στην κυρωθείσα πράξη εφαρμογής, αρχική ή διορθωτική. Ο νόμος δεν απαιτεί την επιβάρυνση με εισφορά σε χρήμα αποκλειστικά των - μη εμφαινομένων στην κυρωθείσα πράξη εφαρμογής - αρχικών ιδιοκτητών ακινήτων, που εντάσσονται σε σχέδιο πόλης, λόγω αύξησης της αξίας τους που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνεπάγεται η ένταξη. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 δεν εισάγει άνιση μεταχείριση μεταξύ των αρχικών και των τελικών (δηλαδή των εμφαινομένων στην κυρωθείσα πράξη εφαρμογής) ιδιοκτητών των εντασσόμενων σε σχέδιο πόλης ακινήτων.

 

 

2256/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύoυσα: Ό. Ζύγουρα, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Κ. Σκούρα, Πάρεδρος

 

Εκτίμηση εγγράφων προσκομισθέντων χωρίς επίκληση. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 138 και 150 του ΚΔιοικΔικ, δεν αποκλείεται να ληφθεί υπ’ όψη προσκομισθέν έγγραφο μόνο για το λόγο ότι δεν γίνεται επίκληση αυτού και του περιεχόμενου του από τον διάδικο σε δικόγραφό του προς το δικάζον δικαστήριο. Ποινικές αποφάσεις, που δεν είναι αμετάκλητες, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να τις συνεκτιμήσει, ακόμη και κατά τρόπο γενικό, έχοντας, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να αποστεί από τις σχετικές ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, προκειμένου να κρίνει το βάσιμο των λόγων της προσφυγής [Μειοψηφία].

2236/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύoυσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σταυρουλάκη, Σύμβουλος

 

Συμβάσεις μελέτης και κατασκευής με κατ’ αποκοπήν αντάλλαγμα. Στις δημοπρασίες που ανατίθενται με το σύστημα προσφοράς, που περιλαμβάνει μελέτη και κατασκευή με κατ’ αποκοπήν εργολαβικό αντάλλαγμα, ο ανάδοχος έχει πλήρη ελευθερία ως προς την διαμόρφωση της προσφοράς του, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής για την μελέτη του έργου, για την οποία έχει δυνατότητα να επιλέξει την κατ’ αποκοπήν αμοιβή, μη εφαρμοζομένων, στην περίπτωση αυτή, των διατάξεων περί αμοιβών μηχανικών για τη σύνταξη μελετών, η δε αμοιβή της μελέτης κατ’ αποκοπήν μπορεί να συμφωνηθεί με τον ανάδοχο και επί τροποποίησης της μελέτης μετά την υπογραφή της σύμβασης για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών. 

Μελέτη κατά στάδια και αμοιβή του μελετητή. Μεταξύ των σταδίων της μελέτης (ήτοι της προμελέτης, της οριστικής μελέτης και της μελέτης εφαρμογής), τα οποία μπορούν να ανατεθούν στον ίδιο ή σε διαφορετικούς μελετητές και υπακούουν σε επιταγές και προβλέψεις ενός ενιαίου τεχνικού και οικονομικού σχεδιασμού, υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης και, συνεπώς, κάθε εκπονούμενο στάδιο δεν είναι διακεκριμένο και αυτοτελές, αλλά αποτελεί εξειδίκευση του ενιαίου σχεδιασμού του έργου, προκειμένου δε ο μελετητής να προχωρήσει στην εκπόνηση του επόμενου σταδίου, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: να έχει εγκριθεί το προηγούμενο στάδιο από τον εργοδότη και να έχει δοθεί σχετική εντολή στον ανάδοχο. Εάν η ανάθεση περιορίζεται σε μόνη την εκπόνηση του πρώτου σταδίου της μελέτης (προμελέτης) του κτιριακού έργου, το ποσό της αμοιβής του μελετητή προσαυξάνεται κατά το προβλεπόμενο ποσοστό 50% των επόμενων σταδίων, η εν λόγω δε επιπλέον αμοιβή του μελετητή για το από αυτόν εκπονηθέν στάδιο, η οποία δεν αποτελεί χρηματική αποζημίωσή του λόγω μη ανάθεσης σε αυτόν και των λοιπών σταδίων της μελέτης (αφού η εκπόνηση οποιουδήποτε σταδίου αυτής λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο εκπλήρωσης αντίστοιχης συμβατικής υποχρέωσης), δικαιολογείται εκ του ότι ο συντάσσων την μελέτη μόνον του πρώτου σταδίου υποχρεούται να προβεί σε ειδικές προβλέψεις για τη δομή, λειτουργία και δαπάνη του όλου κτιριακού έργου, στοιχεία, τα οποία πρόκειται να εξειδικευθούν στα επόμενα στάδια της μελέτης. 

Παράλειψη σταδίου. Επί παράλειψης προηγουμένου σταδίου, η μελέτη του επομένου σταδίου εκπονείται κατ' ουσίαν εξ υπαρχής, χωρίς προηγούμενο μελετητικό υπόβαθρο, στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί το στάδιο αυτό και, συνεπώς, η προσαύξηση κατά ποσοστό 50% δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο μελετητής του επόμενου σταδίου καλείται να αναπληρώσει και το κενό του προηγούμενου σταδίου.

 

 

2302/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύoυσα: Ό. Ζύγουρα, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Κ. Σκούρα, Πάρεδρος

 

Προσωπικά δεδομένα. Επεξεργασία. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων. Για να μπορεί να θεωρηθεί σύννομη η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 § 1 του ΓΚΔΠ. Οι δικαιολογητικοί λόγοι, που προβλέπονται στην τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η επίκλησή τους μπορεί να καταστήσει νόμιμη μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία γίνεται ελλείψει συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων. Όταν χωρεί η διαπίστωση, ότι μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία, σύμφωνα με κάποιον από τους δικαιολογητικούς λόγους που προβλέπονται στην παραπάνω διάταξη, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί, αν η ίδια επεξεργασία καλύπτεται και από κάποιον άλλον εκ των δικαιολογητικών αυτών λόγων. 

Βάρος απόδειξης. Διαγραφή δεδομένων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι εκείνος που φέρει το βάρος να αποδείξει, ότι τα δεδομένα αυτά συλλέγονται, μεταξύ άλλων, για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και ότι υποβάλλονται σε επεξεργασία, η οποία είναι νόμιμη, θεμιτή και διαφανής απέναντι στο υποκείμενο των δεδομένων. Αν το αρμόδιο δικαστήριο καταλήξει, ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι σύννομη, τότε ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διαγράψει τα δεδομένα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όταν το υποκείμενο των δεδομένων αντιτίθεται στην επεξεργασία και δεν υπάρχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι για την επεξεργασία. 

Αντιρρήσεις του υποκειμένου των δεδομένων. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να αντιτάσσεται στην επεξεργασία, καθώς και δικαίωμα για διαγραφή των δεδομένων, εκτός αν συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι, που υπερισχύουν των συμφερόντων, καθώς και των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου αυτού, όπερ απόκειται στον υπεύθυνο επεξεργασίας να καταδείξει. Επομένως, αν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν κατορθώσει να καταδείξει τη συνδρομή τέτοιων λόγων, τότε το υποκείμενο των δεδομένων δικαιούται να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων, εφ’ όσον αντιτίθεται στην επεξεργασία.


 

2379/2025 (Γ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Μαρκής, Σύμβουλος, Εισηγητής: Ε. Μελισσαρίδης, Πάρεδρος

 

Επιλογή εμμίσθων δικηγόρων. Θέσπιση μοριοδότησης από την Επιτροπή μετά την υποβολή υποψηφιοτήτων. Η διαδικασία επιλογής των εμμίσθων δικηγόρων γίνεται από 5μελή Επιτροπή ύστερα από προκήρυξη, με βάση τα κριτήρια της προσωπικότητας, επιστημονικής κατάρτισης, εξειδίκευσης στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματικής πείρας, επάρκειας, γνώσης ξένων γλωσσών, συνεκτιμωμένης της οικογενειακής κατάστασης και της πρόβλεψης εξέλιξής τους. Ο καθορισμός στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των παραπάνω κριτηρίων αξιολόγησης γίνεται ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα. Υπό τα δεδομένα αυτά, η 5μελής Επιτροπή δεν ασκεί κανονιστική αρμοδιότητα, στην περίπτωση που, προς διευκόλυνση του έργου της, προβεί εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και του διαγραφομένου από τον νόμο και την προκήρυξη πλαισίου, σε περαιτέρω εξειδίκευση των καθορισθέντων στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των κριτηρίων αξιολόγησης, με απόφαση όμως που λαμβάνεται πριν από την υποβολή της πρώτης αίτησης υποψηφιότητας. Και τούτο, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται, σε κάθε περίπτωση, η τήρηση των αρχών της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, που διέπουν τη διαδικασία επιλογής εμμίσθων δικηγόρων. Συνεπώς, η θέσπιση, από Επιτροπή Επιλογής, συστήματος μοριοδότησης σε 2 από τα 5 κύρια κριτήρια επιλογής μετά την έναρξη της προθεσμίας για την υποβολή των υποψηφιοτήτων, παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων.

 

2387/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύoυσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Σ.-Ε. Σταφυλά, Πάρεδρος

 

Έκθεση κατάσχεσης. Περιγραφή ακινήτου. Κατά την περιγραφή του ακινήτου στην έκθεση κατάσχεσης, κατά τον ΚΕΔΕ, πρέπει να καθορίζεται η θέση και η περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, το είδος του ακινήτου, προκειμένου δε περί οικοδομής ο αριθμός των ορόφων αυτής, τα όρια, η κατά προσέγγιση έκτασή του, συνοπτικά τα συστατικά και τα κατασχόμενα παραρτήματα και η συνολική αξία των κατασχομένων, κατ’ εκτίμηση αυτού που έκανε την κατάσχεση. Το έτος παλαιότητας του κατασχεθέντος ακινήτου (κτίσματος) δεν απαιτείται και, συνεπώς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης η μη αναφορά του.

2404/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύoυσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ. Γκάνα, Πάρεδρος

 

Ατομική ευθύνη διοικούντων ΑΕ για ασφαλιστικές εισφορές. Η νομοθετική πρόβλεψη ατομικής ευθύνης των διοικούντων ΑΕ για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών σκοπεί μεν στην επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφάλισης της είσπραξης των οφειλών των νομικών προσώπων, μεταξύ άλλων, έναντι των ασφαλιστικών Οργανισμών, πρέπει όμως να ερμηνεύεται στενά, ως θεσπίζουσα εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των ΑΕ. Τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για χρέη της ΑΕ από οφειλόμενες στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι εξακολουθούν, κατά τον εκάστοτε κρίσιμο χρόνο, να έχουν μία από τις ιδιότητες της § 1 του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 και δεν έχουν αποδεδειγμένα παραιτηθεί ή με άλλον τρόπο νομίμως παυθεί από αυτές. Η αυτοδίκαιη παύση από τα καθήκοντά τους και, συνεπώς, η απώλεια της εν λόγω ιδιότητας επέρχεται και με τη λήξη της θητείας τους, όπως αυτή ορίζεται στο καταστατικό και τον νόμο. Συνεπώς, τα εν λόγω πρόσωπα εξακολουθούν μεν να ευθύνονται για τα γεννηθέντα προ του χρόνου της λήξης της θητείας τους χρέη της εταιρείας, δεν ευθύνονται, όμως, κατά τον νόμο, για χρέη που γεννήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο αυτής, ανεξαρτήτως του εάν έχει αναλάβει καθήκοντα νέα διοίκηση της εταιρείας ή αν έχει κινηθεί η διαδικασία του δικαστικού διορισμού προσωρινής διοίκησης.