Γ΄ ΜΕΡΟΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 2: (με επιμέλεια και σχόλιο Βασίλη Χειρδάρη) Νομολογία κατ’ άρθρο 6 (15 αποφάσεις), άρθρο 6 § 2 (3 αποφάσεις), άρθρο 7 (2 αποφάσεις)

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΕΔΔΑ 2025

Επιμέλεια: Βασίλης Χειρδάρης

[Γ΄ ΜΕΡΟΣ – ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – 2]

 

Το «Νομικό Βήμα» στην προσπάθειά του να ενημερώσει τον νομικό κόσμο καθιέρωσε την συνοπτική και επιγραμματική επισκόπηση των σημαντικότερων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Η παρούσα επισκόπηση (κατ’ άρθρο της ΕΣΔΑ) αφορά τη σημαντικότερη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου για το 2025. Στο παρόν τεύχος παρουσιάζεται η ενδιαφέρουσα νομολογία του ΕΔΔΑ για τις ποινικές υποθέσεις των άρθρων 6, 6 § 2 και 7 της ΕΣΔΑ. Στο επόμενο τεύχος θα παρουσιαστεί η ενδιαφέρουσα ποινική νομολογία για τα άρθρα 8, 10 κ.λπ. της ΕΣΔΑ

 

 

ΑΡΘΡΟ 61

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

 

Η νομολογία του 2025 επιβεβαιώνει τη μεθοδολογική σταθερά του Δικαστηρίου: η δικαιότητα της ποινικής διαδικασίας κρίνεται στο σύνολό της, με γνώμονα τον τρόπο διεξαγωγής της απόδειξης και την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

Στην εξέταση απόντων μαρτύρων το Δικαστήριο εφαρμόζει το τριμερές κριτήριο των αποφάσεων Al-Khawaja και Tahery και Schatschaschwili (βάσιμος λόγος απουσίας, αποκλειστική ή καθοριστική βαρύτητα της κατάθεσης, επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες). Όπου συνέτρεχαν αντισταθμιστικά μέτρα και ενισχυτική απόδειξη, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση (Vasile Pruteanu,  Σάκκου ως προς τη μαρτυρία συνεργού), ενώ η στήριξη της καταδίκης σε καθοριστικές καταθέσεις απόντων ή αντιφατικών μαρτύρων, με παράλληλη παράλειψη εκτίμησης των μαρτύρων υπεράσπισης, οδήγησε σε παραβίαση (Sytnyk, Shilina και Filkov, Aykaç).

Η αρχή της αμεσότητας αναδεικνύεται κρίσιμη στην κατ' έφεση ανατροπή αθωωτικών αποφάσεων: το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εκ νέου και απευθείας τους καθοριστικούς μάρτυρες ή πραγματογνώμονες πριν αναδιατυπώσει την αποδεικτική τους αξία εις βάρος του κατηγορουμένου (Ma­nolache, Anna Maria Ciccone).

Ως προς την πρόσβαση σε συνήγορο στην προδικασία, το Δικαστήριο εφαρμόζει το διττό κριτήριο Salduz / Ibrahim / Beuze (επιτακτικοί λόγοι περιορισμού και συνολική δικαιότητα): η αξιοποίηση ομολογιών που ελήφθησαν χωρίς συνήγορο —ιδίως έναντι ευάλωτων κατηγορουμένων— υπονομεύει ανε­πανόρθωτα τη δίκη (Aykaç, Bülent Bekdemir, Krpe­lík).

Τέλος, η διαδικασία επανάληψης κατόπιν καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 6 και απαιτεί ειδική και επαρκή αιτιολογία (Chaykovskyy, ABO), ενώ διευρύνεται ο έλεγχος των νέων αποδεικτικών πλαισίων — ψηφιακή παγίδευση (Helme), τεκμήρια από τη χρήση εφαρμογών (Demirhan, σε συνέχεια της Yüksel Yalçınkaya), οπτικοακουστικό υλικό και τηλεδιάσκεψη (Severin).

 

Α. Εξέταση μαρτύρων 

 

  1.  Μισσίου Καραγιαννίδου κατά Ελλάδος της 27.11.2025 (αριθ. προσφ. 410/16)

Απόρριψη αιτήματος αναβολής δίκης για εξέταση μάρτυρα υπεράσπισης. Επαρκής αιτιολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Απαράδεκτη η προσφυγή

Η προσφεύγουσα είναι μαιευτήρας-γυ­ναι­κολόγος χειρουργός που εργάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης μεταξύ 1987 και 2011.

Στις 13 Αυγούστου 2007 γυναίκα διανύουσα την 34η εβδομάδα κύησης εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο με σοβαρή κολπική αιμορραγία, ταχυκαρδία και υπόταση, που αποδόθηκαν σε αποκόλληση πλακούντα. Η προσφεύγουσα, σε συνεργασία με συνάδελφό της, διενήργησε επείγουσα καισαρική τομή. Μετά τον τοκετό, η κατάσταση της ασθενούς επιδεινώθηκε λόγω συνεχιζόμενης αιμορραγίας.

Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι, λόγω απουσίας μονάδας εντατικής θεραπείας, αγγειοχειρουργού και επαρκών αποθεμάτων αίματος στο νοσοκομείο Κατερίνης, αποφασίστηκε η μεταφορά της ασθενούς στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για χειρουργική αντιμετώπιση με ολική υστερεκτομή. Κατά τη μεταφορά, η ασθενής υπέστη καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε καθ’ οδόν. Σύμφωνα με την έκθεση νεκροψίας, η αιτία θανάτου ήταν ατονία μήτρας που προκάλεσε οξεία μαζική αιμορραγία.

Στη συνέχεια ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της προσφεύγουσας και της συναδέλφου της για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Κατά το κατηγορητήριο αντί να διενεργήσουν άμεση υστερεκτομή για την αντιμετώπιση της αιμορραγίας, επέλεξαν τη μεταφορά της ασθενούς, η οποία απεβίωσε καθ’ οδόν.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με την με αριθ. …/2013 απόφασή του έκρινε ένοχες τις κατηγορούμενες και τις καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών με τριετή αναστολή. Στην πρωτοβάθμια δίκη, ο διευθυντής της αιματολογικής κλινικής του νοσοκομείου κατέθεσε ως μάρτυρας, δηλώνοντας ότι ήταν σε άδεια κατά τον χρόνο του συμβάντος και δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει τη διαθεσιμότητα αποθεμάτων αίματος την κρίσιμη ημέρα.

Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η προσφεύγουσα υπέβαλε δύο αιτήματα αναβολής προκειμένου να κλητευθεί ο διευθυντής της αιματολογικής κλινικής και να προσκομιστούν σχετικά έγγραφα από την τράπεζα αίματος του νοσοκομείου. Το δικαστήριο απέρριψε και τα δύο αιτήματα, κρίνοντας αρχικά ότι η υπόθεση μπορούσε να κριθεί βάσει των υπαρχόντων στη δικογραφία αποδεικτικών στοιχείων και επισήμανε ότι ο προταθείς μάρτυρας είχε ήδη καταθέσει πρωτοδίκως. Κατά την επανυποβολή του αιτήματος, το δικαστήριο το απέρριψε επικαλούμενο την επικείμενη παραγραφή. Με την με αριθ. …/2014 απόφασή του, απέρριψε την έφεση. Στη συνέχεια απερρίφθη και η ασκηθείσα αναίρεση.

Κατά το ΕΔΔΑ η απόρριψη της επανεξέτασης του μάρτυρα στηρίχθηκε σε βάσιμους λόγους. Ο διευθυντής είχε ήδη καταθέσει πρωτοδίκως και είχε δηλώσει ότι απουσίαζε κατά το συμβάν, δεν είχε άμεση γνώση των αποθεμάτων αίματος την επίδικη ημέρα και προέβη σε γενικές αναφορές για τη λειτουργική ικανότητα του νοσοκομείου. Το Εφετείο εύλογα έκρινε ότι περαιτέρω εξέταση δεν θα πρόσθετε αποδεικτική αξία, εξάλλου η προσφεύγουσα δεν εξέτασε τον μάρτυρα πρωτοδίκως σχετικά με την έλλειψη αίματος, ούτε προσκόμισε σχετική τεκμηρίωση.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς δικονομικές εγγυήσεις. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, είχε δυνατότητα να αμφισβητήσει την κατηγορία, να προσκομίσει αποδείξεις και να υποστηρίξει την υπεράσπισή της. Τα δικαστήρια εξέτασαν τα επιχειρήματά της και εξέδωσαν αιτιολογημένες αποφάσεις.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η άρνηση αναβολής και η μη επανεξέταση του μάρτυρα δεν έθιξαν τη δικαιότητα της διαδικασίας και απέρριψε την προσφυγή.

 

  1.  Vasile Pruteanu κ.α. κατά Ρουμανίας της 14.01.2025 (αριθ. προσφ. 9308/18)

Οι δικαστικές αποφάσεις δεν στηρίχθηκαν μόνον στις προδικαστικές καταθέσεις απόντων στο ακροατήριο μαρτύρων, αλλά και σε σημαντικές άλλες μαρτυρίες. Μη παραβίαση της ΕΣΔΑ.

 Οι προσφεύγοντες (ένα ζευγάρι και ο υιός τους) ήταν ιδιοκτήτες τριών ινστιτούτων μασάζ στη Ρουμανία. Παραπέμφθηκαν και καταδικάστηκαν για μαστροπεία και εμπορία ανθρώπων. Ισχυρίστηκαν ότι οι καταδίκες τους δεν ήταν δίκαιες επειδή βασικοί μάρτυρες - γυναίκες που είχαν στρατολογηθεί στη Δημοκρατία της Μολδαβίας - δεν είχαν ποτέ εξεταστεί στα ακροατήρια ως μάρτυρες, ώστε οι κατηγορούμενοι να μπορέσουν να τους εξετάσουν.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες για να αντισταθμίσουν την έλλειψη της δυνατότητας να εξεταστούν άμεσα ορισμένοι μάρτυρες στη δίκη από τους κατηγορουμένους. 

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρχαν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες είχαν διευκολύνει σεξουαλικές πράξεις στα ινστιτούτα μασάζ, ιδίως ότι είχαν μεταφέρει τα θύματά τους από την Μολδαβία στη Ρουμανία με το πρόσχημα της νόμιμης απασχόλησης και ότι τα απειλούσαν για να ασκήσουν πορνεία. Επιπλέον, οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων να δεχθούν τις προδικαστικές καταθέσεις των απόντων μαρτύρων ήταν αιτιολογημένες και βασίστηκαν σε μια εξαντλητική εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων και όλων των ισχυρισμών που προβλήθηκαν. Συνολικά, η διαδικασία κατά των προσφευγόντων ήταν δίκαιη.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν παραβιάστηκαν το δικαίωμα των προσφευγόντων σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα να εξετάσουν μάρτυρες στο ακροατήριο [6 §§ 1 και 3 (δ)].

 

  1.  Sytnyk κατά Ουκρανίας της 24.04.2025 (αριθ. προσφ. 16497/20)

Η καταδικαστική απόφαση βασίστηκε σε αντιφατικές καταθέσεις μάρτυρα, μη λαμβάνοντας υπόψη τους μάρτυρες υπεράσπισης. Αυθαίρετη κατανομή βάρους απόδειξης. Παραβίαση δίκαιης δίκης.

Ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος, που ήταν Διευθυντής του Εθνικού Γραφείου Καταπολέμησης της Διαφθοράς, για αποδοχή δώρων και συγκεκριμένα διακοπών, κατά παράβαση του Κώδικα Διοικητικών Αδικημάτων. Κρίθηκε ένοχος το 2019 και το όνομά του συμπεριλήφθηκε, επ' αόριστον, σε δημόσιο μητρώο διαφθοράς αξιωματούχων.

Η διαδικασία έλαβε χώρα στο πλαίσιο της σύγκρουσης μεταξύ της καταπολέμησης της διαφθοράς και των εισαγγελικών αρχών, με τις αμοιβαίες κατηγορίες για παράνομες ενέργειες να διαδραματίζονται στα ΜΜΕ. Ο Γενικός Εισαγγελέας είχε δηλώσει συγκεκριμένα ότι ο προσφεύγων είχε προφανώς «ξεχάσει να πληρώσει αρκετά υψηλούς λογαριασμούς για τις διακοπές της οικογένειας και των φίλων του». 

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι υπήρξαν σοβαρές ελλείψεις στη δικαστική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα τα εγχώρια δικαστήρια είχαν βασιστεί αποκλειστικά στις αντιφατικές καταθέσεις ενός προσώπου σχετικά με τις πληρωμές διακοπών και τα σχετικά έξοδα για να καταδικάσουν τον προσφεύγοντα, χωρίς να αξιολογήσουν τους βασικούς ισχυρισμούς της υπεράσπισής του και χωρίς να λάβουν υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Επίσης, δεν είχαν απαντήσει στους ισχυρισμούς του σχετικά με την αμεροληψία του δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση.

Η εγγραφή του προσφεύγοντος επ’ αόριστον στο μητρώο διεφθαρμένων υπαλλήλων είχε δυσανάλογο αντίκτυπο στην ιδιωτική του ζωή, καθώς συνέχιζε να ρίχνει σκιά στη φήμη του και να υπονομεύει την επαγγελματική του αξιοπιστία.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε κρυφή ατζέντα πίσω από τη διαδικασία. Η εστίαση στην υπόθεση δεν ήταν η πρόληψη της διαφθοράς στη δημόσια υπηρεσία, αλλά περισσότερο μια προσωπική επίθεση στην ακεραιότητα του προσφεύγοντος.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής), και του άρθρου 18 (περιορισμός της χρήσης του περιορισμού των δικαιωμάτων). 

 

  1.  Manolache κατά Ρουμανίας της 03.06. 2025 (αριθ. προσφ. 7908/17)

Καταδικαστική απόφαση χωρίς το δικαστήριο να εξετάσει απευθείας τους μοναδικούς αυτόπτες μάρτυρες. Παραβίαση της δίκαιης δίκης.

Ο προσφεύγων είναι αστυνομικός. Σε ποινική δίκη σε βάρος του αρχικά αθωώθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Μετά από άσκηση έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης από τον εισαγγελέα, η υπόθεση εκδικάστηκε από το Εφετείο του Piteşti σε διμελή σύνθεση και καταδικάστηκε. Ο ένας από τους δύο δικαστές της έδρας του εφετείου δεν είχε, ωστόσο, εξετάσει απευθείας τους μάρτυρες, και ιδίως τους δύο σημαντικότερους αυτόπτες.

Το Δικαστήριο επισήμανε τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, η οποία αφορούσε, πρώτον, διαδικασία έφεσης μετά από αθωωτική απόφαση του προσφεύγοντος και, δεύτερον, ότι το εφετείο δίκασε με διμελή σύνθεση και ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να ήταν ομόφωνη.

Κατά το ΕΔΔΑ, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο βάσει της Σύμβασης να λάβει αυτεπαγγέλτως μέτρα και να εξετάσει απευθείας τους σχετικούς μάρτυρες, με σκοπό να προσδιορίσει την ενοχή ή την αθωότητα του προσφεύγοντος. 

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι το Εφετείο, στην απόφασή του, προέβη σε νέα ερμηνεία των μαρτυρικών καταθέσεων που ήταν καθοριστικές στην υπόθεση, δεδομένου ότι ο ένας εκ των δύο δικαστών της έδρας δεν είχε εξετάσει απευθείας τους μάρτυρες. Κατά το Δικαστήριο η τήρηση της αρχής της αμεσότητας μόνον από τον έναν από τους δύο δικαστές, οι οποίοι μπορούν να εκδώσουν την απόφαση μόνον ομόφωνα, δεν μπορούσε να αντισταθμίσει την απουσία του άλλου δικαστή κατά την εξέταση των αυτοπτών μαρτύρων. Έτσι οι απαιτήσεις της αμεσότητας της ποινικής δίκης και της δίκαιης δίκης είχαν ως εκ τούτου παραβιαστεί.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6).

 

 

  1.  Aykaç κατά Τουρκίας της 09.12.2025 (αριθ. προσφ. 31226/09)

Άρνηση πρόσβασης σε συνήγορο στην προδικασία. Μη εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο. Δεσμευτικότητα μονομερούς δήλωσης. Πα­ραβίαση δίκαιης δίκης

Ο προσφεύγων, Τούρκος υπήκοος γεννηθείς το 1964, συνελήφθη τον Φεβρουάριο 2000 ως ύποπτος συμμετοχής στο PKK. Κατά την αστυνομική κράτησή του, από 8 έως 17 Φεβρουαρίου 2000, στερήθηκε πρόσβασης σε συνήγορο λόγω νομοθετικού περιορισμού που ίσχυε για υποθέσεις υπαγόμενες στα Δικαστήρια Κρατικής Ασφαλείας. Χωρίς νομική συνδρομή, έδωσε εκτενείς καταθέσεις στην αστυνομία, περιγράφοντας λεπτομερώς τη δράση του στην οργάνωση.

Το Κακουργιοδικείο Μαλάτειας τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη για υπονόμευση της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους, βασιζόμενο στις καταθέσεις του χωρίς παρουσία συνηγόρου και σε μαρτυρίες συγκατηγορουμένων που εξετάστηκαν μέσω δικαστικών παραγγελιών σε δικαστήρια του τόπου κατοικίας τους, χωρίς ο προσφεύγων να έχει δυνατότητα να τους εξετάσει αυτοπροσώπως.

Η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση, η οποία υπέβαλε μονομερή δήλωση τον Σεπτέμβριο 2018 αναγνωρίζοντας παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 και επισημαίνοντας ότι το άρθρο 311 § 1 (στ) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε τον Ιούλιο 2018, επέτρεπε πλέον την επανάληψη της διαδικασίας σε περιπτώσεις διαγραφής προσφυγής κατόπιν μονομερούς δήλωσης. Το ΕΔΔΑ διέγραψε την προσφυγή από το πινάκιο τον Μάιο 2019.

Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα του προσφεύγοντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, κρίνοντας ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 311 § 1 (στ), χωρίς αιτιολογία. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του ως απαράδεκτη ratione materiae. Κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος, το ΕΔΔΑ επανέφερε την προσφυγή στο πινάκιο τον Οκτώβριο 2024.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (γ) της ΕΣΔΑ διότι δεν υπήρξαν επιτακτικοί λόγοι που να δικαιολογούν τον νομοθετικό περιορισμό πρόσβασης σε συνήγορο, ενώ οι καταθέσεις που ελήφθησαν απουσία συνηγόρου χρησιμοποιήθηκαν για την καταδίκη του. Η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η συνολική δικαιότητα της δίκης δεν υπονομεύθηκε αμετάκλητα. Περαιτέρω, η απόρριψη του αιτήματος επανάληψης της διαδικασίας από τα εθνικά δικαστήρια, παρά τη σαφή διατύπωση του νόμου και τις δεσμεύσεις της Κυβέρνησης, συνιστούσε πρόδηλο νομικό σφάλμα και άρνηση δικαιοσύνης.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε επίσης παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) της ΕΣΔΑ διότι οι μάρτυρες δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο χωρίς βάσιμο λόγο, οι καταθέσεις τους είχαν σημαντική βαρύτητα για την καταδίκη, και δεν υπήρξαν επαρκή αντισταθμιστικά μέτρα για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η υπεράσπιση.

Το Δικαστήριο επιδίκασε 1.500 ευρώ για ηθική βλάβη και επεσήμανε ότι η καταλληλότερη μορφή αποκατάστασης θα ήταν η επανάληψη της δίκης.

  1.  Severin κατά Ρουμανίας της 08.10.2024 (αριθ. προσφ. 20440/18)

Δικαστική αξιοποίηση μαγνητοσκοπημένων συνομιλιών δημοσιογράφων με κατηγορούμενο. Εξέταση μαρτύρων μέσω τηλεδιάσκεψης. Μη παραβίαση δίκαιης δίκης.

Ο προσφεύγων, Ρουμάνος υπήκοος και κατά τον κρίσιμο χρόνο μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταδικάστηκε για παθητική δωροδοκία και αθέμιτη άσκηση επιρροής. Η υπόθεση συνδεόταν με δημοσιογραφική έρευνα που διεξήχθη το 2011 από δύο Βρετανούς δημοσιογράφους της εφημερίδας Sunday Times, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ως εκπρόσωποι συμβουλευτικής εταιρείας και πρότειναν χρηματική αμοιβή στον προσφεύγοντα για να υποστηρίξει ορισμένες τροπολογίες σε κοινοτική οδηγία. Κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας ενώπιον των ρουμανικών δικαστηρίων χρησιμοποιήθηκαν οπτικοακουστικές μαγνητοσκοπήσεις που είχαν πραγματοποιήσει οι δημοσιογράφοι, καθώς και οι καταθέσεις τους.

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι η ποινική διαδικασία δεν ήταν δίκαιη, λόγω της χρησιμοποίησης των μαγνητοσκοπήσεων και του τρόπου εξέτασης των δημοσιογράφων ως μαρτύρων. Υποστήριξε ότι οι μαγνητοσκοπήσεις δεν είχαν προηγουμένως εγκριθεί από δικαστήριο και ότι η γνησιότητα και η πληρότητά τους δεν επαληθεύτηκαν, ότι οι δημοσιογράφοι ενήργησαν ως προβοκάτορες, και ότι η εξέτασή τους μέσω τηλεδιάσκεψης δεν πληρούσε τις εγγυήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η ΕΣΔΑ δεν θέτει κανόνες σχετικά με το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων, θέμα που εμπίπτει κατ' αρχήν στο εσωτερικό δίκαιο και στα εθνικά δικαστήρια. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου είναι να εκτιμήσει κατά πόσον η διαδικασία στο σύνολό της υπήρξε δίκαιη, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο διεξαγωγής της απόδειξης και την τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

Ως προς τις μαγνητοσκοπήσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εσωτερικό δίκαιο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, επέτρεπε τη χρήση τους ως αποδεικτικών μέσων, εφόσον επρόκειτο για συνομιλίες στις οποίες συμμετείχαν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρουμανίας εξέτασε τα επιχειρήματα περί μη νόμιμης χρήσης αυτών των αποδεικτικών μέσων και τα απέρριψε στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικού ελέγχου. Ο προσφεύγων είχε πρόσβαση στο σύνολο των μαγνητοσκοπήσεων και του δόθηκε η δυνατότητα να αμφισβητήσει τη γνησιότητά τους. Οι μαγνητοσκοπήσεις αναπαράχθηκαν σε δημόσια συνεδρίαση παρουσία του προσφεύγοντος και των συνηγόρων του. Τα αιτήματά του για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης απορρίφθηκαν αιτιολογημένα ως μη χρήσιμα για την υπόθεση.

Ως προς την εξέταση των μαρτύρων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι δημοσιογράφοι εξετάστηκαν αρχικά με δικαστική συνδρομή από τις βρετανικές αρχές και ακολούθως απευθείας από τους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου μέσω τηλεδιάσκεψης. Η χρήση τηλεδιάσκεψης αποφασίστηκε από το δικαστήριο και αιτιολογήθηκε από το γεγονός ότι οι μάρτυρες, ως αλλοδαποί, δεν μπορούσαν να παραστούν αυτοπροσώπως. Ο προσφεύγων ήταν παρών στην τηλεδιάσκεψη, επικουρούμενος από τους συνηγόρους του και από διερμηνέα, και είχε τη δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινική διαδικασία, εξεταζόμενη στο σύνολό της, παρέσχε στον προσφεύγοντα επαρκείς εγγυήσεις για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του. Ο προσφεύγων προέβαλε τα επιχειρήματά του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αυτά τα εξέτασαν κατά τρόπο σύμφωνο με τις επιταγές του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Το ΕΔΔΑ ομόφωνα δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 δ) της ΕΣΔΑ.

 

  1.  Shilina και Filkov κατά Αρμενίας της 11.09.2025 (αριθ. προσφ. 8010/05)

Η λήψη υπόψιν καταθέσεων στην προδικασία σημαντικών μαρτύρων κατηγορίας που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, παραβίασε το δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων από τον κατηγορούμενο.

Οι προσφεύγοντες, σύζυγοι κατά τον κρίσιμο χρόνο και Αρμένιοι υπήκοοι, καταδικάστηκαν για εσχάτη προδοσία το 2004. Η πρώτη προσφεύγουσα καταδικάστηκε σε 15 έτη κάθειρξης για εσχάτη προδοσία και απόπειρα δολιοφθοράς, ενώ ο δεύτερος σε 13 έτη κάθειρξης για εσχάτη προδοσία. Οι καταδίκες βασίστηκαν κυρίως στις προανακριτικές καταθέσεις τριών μαρτύρων κατηγορίας (E.O., A.Y. και R.K.), οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο για να εξεταστούν και αναγνώστηκαν οι καταθέσεις τους.

Το ΕΔΔΑ εξέτασε αν η μη εξέταση των κύριων μαρτύρων κατηγορίας παραβίασε το δικαίωμα της πρώτης προσφεύγουσας να εξετάσει μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε βάσιμος λόγος για τη μη προσέλευση των μαρτύρων στη δίκη. Η E.O. δεν συμπεριλήφθηκε καν στον κατάλογο μαρτύρων, ενώ για τους A.Y. και R.K. δεν αποδείχθηκε ότι το δικαστήριο προσπάθησε να τους κλητεύσει ή ότι ήταν αδύνατος ο εντοπισμός τους.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων είχαν σημαντικό βάρος στην καταδίκη, καθώς ήταν οι μόνες που συνέδεαν άμεσα την πρώτη προσφεύγουσα με κατασκοπευτική δραστηριότητα, ενώ οι υπόλοιποι 13 μάρτυρες κατέθεσαν μόνο γενικές πληροφορίες για τον τρόπο ζωής των προσφευγόντων. Επιπλέον, δεν υπήρχαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες. Τα εθνικά δικαστήρια δεν προσέγγισαν τις καταθέσεις με ιδιαίτερη προσοχή, δεν τους απέδωσαν μειωμένη αποδεικτική αξία, ούτε υπήρχαν διαδικαστικές εγγυήσεις για τη χρήση αυτών των αποδεικτικών στοιχείων.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3(δ) της ΕΣΔΑ ως προς την πρώτη προσφεύγουσα. Η προσφυγή του δεύτερου προσφεύγοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη γιατί δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα.

 

Β. Εξέταση πραγματογνωμόνων 

 

  1.  Anna Maria Ciccone κατά Ιταλίας της 05.06.2025 (αριθ. προσφ. 21492/17)

Μη εξέταση πραγματογνωμόνων στο Εφετείο και ανατροπή πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης που βασίστηκε σ’ αυτούς. Παραβίαση δίκαιης δίκης. 

Η προσφεύγουσα, Ιταλίδα ιατρός ακτινολόγος, κατηγορήθηκε για συνέργεια σε ανθρωποκτονία εξ αμελείας λόγω παράλειψης διάγνωσης κατάγματος μηριαίου οστού σε ασθενή που κατέληξε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την αθώωσε, βασιζόμενο κυρίως στις προφορικές καταθέσεις των πραγματογνωμόνων που όρισε η εισαγγελία, οι οποίοι εξέφρασαν αμφιβολίες για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της διαγνωστικής παράλειψης και του θανάτου.

Κατόπιν άσκησης έφεσης από τον εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης απόφασης το Εφετείο ανέτρεψε την αθωωτική απόφαση χωρίς να εξετάσει εκ νέου τους πραγματογνώμονες, ερμηνεύοντας διαφορετικά τις καταθέσεις τους και δίνοντας έμφαση στα σημεία που επιβεβαίωναν την ιατροδικαστική έκθεση. Καταδίκασε δε την προσφεύγουσα σε οκτώ μήνες φυλάκιση.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι προφορικές καταθέσεις των πραγματογνωμόνων είχαν καθοριστικό αντίκτυπο στην αθώωση και δεν αποτελούσαν απλές επαναλήψεις της γραπτής έκθεσής τους. Οι πραγματογνώμονες είχαν διατυπώσει εναλλακτικές εξηγήσεις για την πνευμονική επιπλοκή του θύματος (συνδεόμενη με την παρατεταμένη κατάκλιση λόγω του αδιάγνωστου κατάγματος), που απέκλειαν την αιτιώδη συνάφεια του θανάτου με το διαγνωστικό σφάλμα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1), καθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όφειλε να εξετάσει εκ νέου τους πραγματογνώμονες πριν ερμηνεύσει τις καταθέσεις τους κατά τρόπο δυσμενή για την κατηγορούμενη και ανατρέψει την αθώωσή της. Επιδίκασε δε στην προσφεύγουσα 5.000 περίπου ευρώ για έξοδα. 

 

Γ. Κατηγορούμενος

 

  1.  Bülent Bekdemir κατά Τουρκίας της 17.06.25 (αριθ. προσφ. 42881/18)

Η στήριξη καταδικαστικής απόφασης στην ομολογία του κατηγορουμένου στην προανάκριση, χωρίς παρουσία συνηγόρου, παραβίασε τη δίκαιη δίκη.

Η υπόθεση αφορούσε καταγγελία για παραβίαση του άρθρου 6 §§1 και 3(γ) της ΕΣΔΑ, δηλαδή του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη, εξαιτίας της απουσίας νομικής συνδρομής κατά την κράτησή του στην αστυνομία. 

Ο προσφεύγων συνελήφθη το 1998 από την αστυνομία στην Κωνσταντινούπολη. Επάνω του βρέθηκαν ένα πιστόλι, προκηρύξεις και πανό υπέρ της οργάνωσης TKP-ML/TIKKO. Απολογήθηκε και ομολόγησε στην αστυνομική προ­ανάκριση χωρίς την παρουσία συνηγόρου. Στη συνέχεια με την παρουσία δικηγόρου ανακάλεσε τις καταθέσεις του και ισχυρίστηκε ότι βασανίστηκε από την αστυνομία για να ομολογήσει. Τελικά καταδικάστηκε μετ’ αναίρεση σε ισόβια κάθειρξη. 

Σύμφωνα με το Δικαστήριο του Στρασβούργου η άρνηση πρόσβασης σε δικηγόρο δεν δικαιολογήθηκε από επιτακτικούς λόγους. Τα εγχώρια δικαστήρια δεν αξιολόγησαν επαρκώς τον αντίκτυπο της απουσίας συνηγόρου στην προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου. Οι απολογίες δε του προσφεύγοντος – κατηγορουμένου χωρίς την παρουσία συνηγόρου χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά μέσα από τα εγχώρια δικαστήρια, παρά τις αντίστοιχες προβλέψεις του εσωτερικού δικαίου.

Κατά το ΕΔΔΑ η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε κυριαρχικά στις καταθέσεις – ομολογίες του κατηγορουμένου στην αστυνομική προανάκριση, που δόθηκαν χωρίς παρουσία συνηγόρου με αποτέλεσμα η συνολική δίκαιη διαδικασία να έχει παραβιαστεί ανεπανόρθωτα. Το Στρασβούργο επιβεβαίωσε τη σημασία της άμεσης πρόσβασης σε δικηγόρο κατά την αστυνομική προανάκριση και τόνισε το βάρος που φέρουν τα εθνικά δικαστήρια στην προστασία της δίκαιης δίκης. Επισημαίνεται ότι δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τις αρχές της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το επίδικο θέμα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 6 §1 και 6 §3(γ) και επιδίκασε ποσό 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

 

  1.  Krpelík κατά Τσεχικής Δημοκρατίας της 12.06.2025 (αριθ. προσφ. 23963/21)

Μη διορισμός συνηγόρου στην προδικασία σε κατηγορούμενο με νοητική αναπηρία. Παραβίαση της δίκαιης δίκης.

Ο προσφεύγων έχει ελαφριά νοητική υστέρηση. Καταδικάστηκε για διαρρήξεις στην Τσεχία, λόγω των ομολογιών που έκανε στην αστυνομική προανάκριση, χωρίς την παρουσία νομικής συνδρομής. Δεν είχε διοριστεί συνήγορος τόσο στο στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης όσο και σε αυτό της αυτοψίας στον τόπο του εγκλήματος. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι, λόγω της ευάλωτης θέσης του, έπρεπε να του διοριστεί δικηγόρος από την αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 6 §§ 1 και 3 (γ) της ΕΣΔΑ. Ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί για τα διαδικαστικά του δικαιώματα μόνο μέσω ενός πολύπλοκου προτυπωμένου εντύπου. Ο ίδιος δεν είχε πλήρη επίγνωση του δικαιώματός του για νομική εκπροσώπηση και δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει λογικά τις συνέπειες της προανάκρισης χωρίς δικηγόρο. Κατά το ΕΔΔΑ οι αρχές θα έπρεπε να είχαν λάβει πρόσθετα μέτρα προσφέροντάς του κατάλληλες μορφές συνδρομής και συμπέρανε ότι το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε νομική συνδρομή περιορίστηκε αδικαιολόγητα χωρίς επιτακτικούς λόγους. Το Στρασβούργο διαπίστωσε αδυναμία των εθνικών δικαστηρίων να αξιολογήσουν την ικανότητα του προσφεύγοντος να προβεί σε έγκυρη παραίτηση από την νομική συνδρομή. 

Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου η ζημία που υπέστη ο προσφεύγων στην προδικασία δεν αποκαταστάθηκε κατά τη δικαστική διαδικασία.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 3 (γ) σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 της και επιδίκασε για ηθική βλάβη 3.000 ευρώ και 800 ευρώ για έξοδα.

 

  1.  Σάκκου κατά Κύπρου της 10.07.2025 (αριθ. προσφ. 4429/23)

Καταδίκη κατηγορουμένου βασισμένη σε κατάθεση συνεργού του. Επαρκής αιτιολογία της απόφασης που έλαβε υπόψιν της και άλλα αποδεικτικά μέσα. Μη παραβίαση δίκαιης δίκης.

Ο προσφεύγων, καταδικάστηκε το 2020 από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε ποινή κάθειρξης έξι ετών για παραβιάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Η καταδίκη του βασίστηκε, στη μαρτυρία του συνεργού του Ρ., ο οποίος προηγουμένως είχε συλληφθεί για άσχετη υπόθεση ναρκωτικών και, υπό την απειλή κατά της ζωής του, προσέφυγε στην Αστυνομία ζητώντας προστασία μάρτυρα. Ο Ρ. εντάχθηκε στο ειδικό πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων μετά από αίτημα προς την Αστυνομία και στον Γενικό Εισαγγελέα. Ο ανωτέρω κατέθεσε ομολογώντας τα δικά του αδικήματα και ενοχοποιώντας, μεταξύ άλλων, τον προσφεύγοντα. Ανέδειξε μάλιστα στοιχεία που δεν ήταν γνωστά στις αρχές, ενώ υπέδειξε και το σημείο όπου είχε κρύψει ναρκωτικές ουσίες για λογαριασμό του προσφεύγοντος.

Ο Ρ. καταδικάστηκε και ο ίδιος σε πενταετή κάθειρξη, η ποινή του όμως ανεστάλη με προεδρικό διάταγμα, υπό τον όρο να διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και να επιστρέψει μόνον εάν εκκαλείτο να καταθέσει για εκκρεμείς υποθέσεις. Ωστόσο, ο Ρ. παραβίασε τους όρους αυτούς. 

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, επικαλούμενος ότι η καταδίκη του στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αμφισβητήσιμη μαρτυρία συνεργού που είχε ωφεληθεί από τις αρχές, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις αξιοπιστίας ή ανεξάρτητη ενισχυτική μαρτυρία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, τονίζοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέδειξε τη δέουσα επιφύλαξη και κριτική αξιολόγηση στη μαρτυρία του Ρ., ενώ η καταδίκη ενισχύθηκε και από άλλα ανεξάρτητα στοιχεία (τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, καταθέσεις αστυνομικών). 

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου επισήμανε ότι τα δικαστήρια προσέγγισαν με ιδιαίτερη προσοχή και κριτική αξιολόγηση την κατάθεση του συνεργού, αναλύοντας διεξοδικά τους κινδύνους της μαρτυρίας και αιτιολογώντας επαρκώς την αξιοπιστία του, αλλά και απαντώντας στους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος. Επιπλέον, έλαβαν υπόψη και άλλα ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ενίσχυαν τη βασιμότητα της κατάθεσης του Ρ. Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να εξετάσει τον μάρτυρα και να αμφισβητήσει την μαρτυρία του.

Το ΕΔΔΑ έκρινε (κατά πλειοψηφία) ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.

Ο μειοψηφών δικαστής Σεργίδης διαφώνησε, θεωρώντας ότι το συνολικό πλαίσιο ωφέλειας προς τον Ρ. καθιστούσε την μαρτυρία του αναξιόπιστη χωρίς ανεξάρτητη ενισχυτική μαρτυρία και ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος στηρίχθηκε σε μη ασφαλή βάση, παραβιάζοντας το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

 

  1.  Helme κατά Εσθονίας της 07.10.2025 (αριθ. προσφ. 3023/22)

Διαδικτυακή παγίδευση από μυστικό αστυνομικό. Έλλειψη προηγούμενης υποψίας κατά του κατηγορουμένου. Νέο κριτήριο για διαδικτυακούς χώρους. Μη παραβίαση δίκαιης δίκης.

Ο προσφεύγων, Εσθονός υπήκοος, καταδικάστηκε για απόπειρα σεξουαλικής παρενόχλησης ανηλίκου μετά από ρητά σεξουαλικές συνομιλίες με μυστικό αστυνομικό, που υποκρινόταν 12χρονο κορίτσι σε διαδικτυακό chatroom. Οι συνομιλίες έλαβαν χώρα μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2019 στον ιστότοπο www.armastu­sesaal.org («αίθουσα αγάπης»), όπου ο προσ­φεύγων χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο "m41tln" και ο αστυνομικός το "Marleen12".

Η αστυνομική επιχείρηση εγκρίθηκε από την εισαγγελία βάσει πληροφοριών που ελήφθησαν νωρίτερα το 2019 ότι διάφορα πρόσωπα χρησιμοποιούσαν ορισμένους ιστότοπους για συνομιλίες σεξουαλικής φύσεως με ανηλίκους κάτω των 14 ετών. Ο προσφεύγων ήταν αγνώστων στοιχείων στις αρχές πριν την έναρξη της επιχείρησης και δεν υπήρχε συγκεκριμένη υποψία εναντίον του.

Ο προσφεύγων ξεκίνησε όλες τις συνομιλίες και εισήγαγε θέματα σεξουαλικής φύσεως, ρωτώντας τη "Marleen12" αν είχε στήθος, αν είχε δει πορνό, αν είχε αυνανιστεί και αν ενδιαφερόταν για το σεξ. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε σεξουαλική επαφή με ένα κορίτσι νεότερο από τη "Marleen12". Ο μυστικός αστυνομικός παρέμεινε παθητικός καθ’ όλη τη διάρκεια, δίνοντας σύντομες απαντήσεις.

Το ΕΔΔΑ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1).

 

  1.  Demirhan κ.α. κατά Τουρκίας της 22.07. 2025 (αριθ. προσφ. 1595/20 και 238 άλλες)

Η χρήση της εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων ByLock συνιστούσε για τα δικαστήρια απόδειξη συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση. Καταδίκη για παραβιάσεις άρθρων 6 και 7 της ΕΣΔΑ.

Οι προσφεύγοντες καταδικάστηκαν για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση που περιγράφεται από τις τουρκικές αρχές ως «Φετουλλαχιστική Τρομοκρατική Οργάνωση / Παράλληλη Κρατική Δομή» (Fetullahçı Terör Ör­gütü / Paralel Devlet Yapılanması, αναφερόμενη ως «FETÖ/PDY»). Οι αρχές θεώρησαν την FETÖ/PDY ως υπεύθυνη για την απόπειρα πραξικοπήματος που έλαβε χώρα στην Τουρκία στις 15 Ιουλίου 2016. Οι 239 προσφυγές που περιλαμβάνονται στην παρούσα υπόθεση αποτελούν μέρος των χιλιάδων προσφυγών που βρίσκονται στην Γραμματεία του Δικαστηρίου και αφορούν ζητήματα παρόμοια με αυτά που κρίθηκαν στην υπόθεση Yüksel Yalçınkaya κατά Τουρκίας (αριθ. προσφ. 15669/20).

Όπως και στην παραπάνω απόφαση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατηγορηματική προσέγγιση των τουρκικών δικαστηρίων στη χρήση της εφαρμογής κρυπτογραφημένων μηνυμάτων που ονομάζεται "ByLock" - ιδίως ότι όποιος είχε χρησιμοποιήσει την εφαρμογή θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να καταδικαστεί μόνο με αυτή τη βάση για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση - είχε παραβιάσει το δικαίωμα των προσφευγόντων σε αποτελεσματική προστασία από αυθαίρετη δίωξη, καταδίκη και τιμωρία και τα δικαιώματά τους σε δίκαιη δίκη.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η κατάσταση που οδήγησε στη διαπίστωση παραβίασης των άρθρων 7 και 6 § 1 της ΕΣΔΑ προέκυψε από ένα συστημικό πρόβλημα που επηρέαζε μεγάλο αριθμό ατόμων και ότι απαιτούσε επίλυση σε εθνικό επίπεδο. Μετά την απόφαση Yüksel Yalçınkaya, το Δικαστήριο είχε ήδη ενημερώσει την τουρκική κυβέρνηση για τις 5.000 παρόμοιες προσφυγές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην παρούσα υπόθεση, και ότι χιλιάδες εξακολουθούσαν να συσσωρεύονται στην Γραμματεία του.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε, με έξι ψήφους έναντι μίας, παραβίαση των άρθρων 7 (καμία ποινή χωρίς νόμο) και 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη).

 

Δ. Επανάληψη διαδικασίας 

 

  1.  Chaykovskyy κατά Ουκρανίας της 09.10. 2025 (αριθ. προσφ. 48879/19)

Επανάληψη διαδικασίας. Χρήση αποδεικτικών στοιχείων που ελήφθησαν παράνομα από συγκατηγορούμενους. Έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας. Παραβίαση δίκαιης δίκης

Ο προσφεύγων, Ουκρανός υπήκοος, καταδικάστηκε μαζί με τρεις συγκατηγορούμενους για σειρά σοβαρών εγκλημάτων, συμπεριλαμβανομένων ανθρωποκτονιών και ένοπλων ληστειών που διαπράχθηκαν από εγκληματική οργάνωση στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Οι συγκατηγορούμενοι προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ, το οποίο το 2016 διαπίστωσε παραβιάσεις του άρθρου 6 §§ 1 και 3 λόγω χρήσης καταθέσεων που ελήφθησαν χωρίς τη συνδρομή συνηγόρου και μη εξετασθέντων μαρτυριών. 

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουκρανίας εκδίκασε την αίτηση επανάληψης διαδικασίας το 2019. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε μερικώς τις καταδίκες και παρέπεμψε ορισμένες κατηγορίες για επανεκδίκαση, ενώ επιβεβαίωσε άλλες. Κρίσιμο ζήτημα υπήρξε η χρήση ομολογιών των συγκατηγορουμένων Zakshevskiy και Sit­nevskiy, που είχαν ληφθεί χωρίς δικηγόρο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ομολογίες αυτές ήταν απαράδεκτες μόνο για τους ίδιους τους συγκατηγορουμένους, αλλά όχι για τον προσφεύγοντα, επικαλούμενο την αρχή της «εξατομίκευσης της ποινικής ευθύνης».

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η επανάληψη της διαδικασίας συνιστούσε επέκταση της αρχικής ποινικής διαδικασίας και ότι εφαρμόζονταν οι εγγυήσεις του άρθρου 6. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων ως παραδεκτών για έναν κατηγορούμενο, ενώ απορρίπτονταν ως απαράδεκτα για άλλον στην ίδια ποινική διαδικασία απαιτούσε λεπτομερή και επαρκή αιτιολογία, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απέτυχε να παράσχει.

Όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι υπήρχαν αντικειμενικά εμπόδια λόγω της αποθήκευσης του φακέλου της δικογραφίας σε κατεχόμενη από το 2014 περιοχή. Οι αρχές κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για την ανάκτηση και αποκατάσταση της δικογραφίας, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, και το Δικαστήριο έκρινε ότι έπραξαν ό,τι ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 λόγω έλλειψης των εγγυήσεων δίκαιης δίκης και μη παραβίαση του άρθρου 6 όσον αφορά την εύλογη διάρκεια της διαδικασίας, επιδικάζοντας 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη και 500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

 

  1.  ABO κατά Τουρκίας της 13.11.2025 (αριθ. προσφ. 3772/17)

Επανάληψη διαδικασίας μετά από απόφαση του ΕΔΔΑ. Ανεπαρκής αιτιολογία για την απόρριψη της Αίτησης Επανάληψης. Υπερβολική διάρκεια διαδικασίας. Παραβίαση άρθρου 6 § 1.

Ο προσφεύγων καταδικάστηκε το 2006 σε ισόβια κάθειρξη για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση (PKK) και υπονόμευση της ενότητας του κράτους, βάσει κυρίως ομολογιών που έδωσε στην αστυνομία χωρίς παρουσία δικηγόρου. Το ΕΔΔΑ με απόφασή του της 26 Νοεμβρίου 2013 διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3(γ) λόγω στέρησης νομικής συνδρομής στην αστυνομική προανάκριση. Τον Απρίλιο του 2014, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ.

Το εθνικό δικαστήριο καθυστέρησε σημαντικά την εξέταση της αίτησης, ζητώντας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιβεβαίωση για την τελεσιδικία της απόφασης του ΕΔΔΑ, παρότι οι αποφάσεις της Επιτροπής του ΕΔΔΑ είναι τελεσίδικες από την ημερομηνία έκδοσής τους. Μετά από καθυστέρηση 14 μηνών, το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση τον Μάιο του 2015 με την αιτιολογία ότι η διαδικαστική παραβίαση δεν μπορούσε να θεραπευτεί με επανεκδίκαση και δεν επηρέασε την ουσία της καταδίκης.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος ως προδήλως αβάσιμη, κρίνοντας ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν αξιολογήσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του. Ωστόσο, η στάση αυτή ήταν αντίθετη με την πάγια νομολογία του ίδιου του Συνταγματικού Δικαστηρίου σε παρόμοιες υποθέσεις.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης επανάληψης διαδικασίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 § 1 στο ποινικό του σκέλος, καθώς τα εθνικά δικαστήρια καλούνταν να επανεξετάσουν την καταδίκη υπό το πρίσμα της απόφασης παραβίασης. Διαπίστωσε ότι η αυτοματοποιημένη και ανεπαρκής αιτιολογία του δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την αποτυχία του Συνταγματικού Δικαστηρίου να θεραπεύσει την έλλειψη, παραβίασε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που διήρκεσε πάνω από 18 μήνες με περιόδους αδράνειας 11 μηνών και 13 ημερών συνολικά, ενώ ο προσφεύγων παρέμενε κρατούμενος.

 

ΑΡΘΡΟ 6 § 2

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Η νομολογία του 2025 αποτυπώνει τις δύο διακριτές διαστάσεις του τεκμηρίου αθωότητας. Η πρώτη, δικονομική, αφορά την κατανομή του βάρους απόδειξης: το βάρος φέρει η κατηγορούσα αρχή και κάθε αμφιβολία λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Στην υπόθεση Καρακασίδης κατά Ελλάδος το Δικαστήριο έκρινε ότι η ουσιαστική μετάθεση του βάρους στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με ανεπαρκή αιτιολογία, παραβιάζει το άρθρο 6 § 2. Η απόφαση οριοθετεί σιωπηρά την αρχή της ηθικής απόδειξης, η οποία προϋποθέτει και δεν υποκαθιστά την αιτιολογία και δεν μπορεί να καλύπτει την απουσία αποδεικτικού υλικού για συστατικό στοιχείο του εγκλήματος.

Η δεύτερη διάσταση, εξωδικονομική, αφορά τις πρόωρες κρίσεις ενοχής προσώπου σε διαδικασία που στρέφεται κατά τρίτων (Karaman). Στις υποθέσεις Gorse κατά Σλοβενίας και Iosif κατά Κύπρου, ο χαρακτηρισμός του προσφεύγοντος ως αυτουργού σε προγενέστερη απόφαση κατά συγκατηγορουμένων —και μάλιστα με εκατοντάδες ονομαστικές αναφορές— δημιούργησε εντύπωση ενοχής και παραβίασε το τεκμήριο, ενώ στην Gorse η συμμετοχή του ίδιου δικαστή έθιξε παράλληλα και την αμεροληψία (άρθρο 6 § 1).

 

Τεκμήριο αθωότητας 

  1.  Καρακασίδης κατά Ελλάδος της 16.12. 2025 (αριθ. προσφ. 46737/20)

H μετάθεση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας.

Ο προσφεύγων είναι Έλληνας πολίτης γεννηθείς το 1977, κάτοικος Αμαρύνθου Ευβοίας. Στις 8 Νοεμβρίου 2011, κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου της Τροχαίας, η αστυνομία ανακάλυψε σε ξύλινο κουτί στο χώρο της ρεζέρβας του αυτοκινήτου του περίπου 30 κοσμήματα και πολυάριθμους πολύτιμους λίθους. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη σύζυγό του και τα φύλασσε στο αυτοκίνητό του για λόγους ασφαλείας, λόγω διάρρηξης που είχε λάβει χώρα στην οικία τους τον Ιούνιο 2011 και την οποία είχε καταγγείλει εγκαίρως στην αστυνομία.

Με την απόφαση …/2018, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' άρθρο 394 του τότε Ποινικού Κώδικα και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών με αναστολή. Η έφεσή του απορρίφθηκε με την απόφαση …/2018 του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι ο ισχυρισμός του περί ιδιοκτησίας της συζύγου του δεν αποδείχθηκε και ότι το γεγονός της φύλαξης των αντικειμένων στο αυτοκίνητό του ενίσχυε το συμπέρασμα περί παράνομης προέλευσής τους. Η αναίρεσή του απορρίφθηκε με την απόφαση 1055/2019 του Αρείου Πάγου.

Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ παραπονούμενος για παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενος ότι η καταδίκη του στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός της εύρεσης των αντικειμένων στο αυτοκίνητό του, χωρίς να αποδειχθεί ποιος τα είχε κλέψει, από ποιον είχαν κλαπεί ή εάν όντως ήταν κλεμμένα, μετατοπίζοντας παρανόμως το βάρος απόδειξης σε αυτόν.

Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 2 αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της δίκαιης ποινικής δίκης. Το βάρος απόδειξης φέρει η κατηγορούσα αρχή και κάθε αμφιβολία πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου (in du­bio pro reo). Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, ενώ ζητήματα ανακύπτουν και όταν οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στήριξε την καταδίκη στα ευρήματα ότι τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα και ότι ο προσφεύγων το γνώριζε. Ωστόσο, το υλικό που υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν περιείχε καμία αναφορά σε κάποια κλοπή. Δεν διαπιστώθηκαν οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο προσφεύγων απέκτησε τα υποτιθέμενα κλοπιμαία, ούτε υπήρχαν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι γνώριζε την υποτιθέμενη παράνομη προέλευσή τους. Ο προσφεύγων αρνήθηκε επανειλημμένα οποιαδήποτε τέτοια γνώση και ουδεμία μαρτυρική κατάθεση προσκομίσθηκε προς απόδειξη του αντιθέτου.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαπίστωση των εθνικών δικαστηρίων ότι ο προσφεύγων απέτυχε να αποδείξει την κυριότητα των αντικειμένων είναι διακριτή από την υποχρέωση της εισαγγελίας να αποδείξει πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας την παράνομη προέλευσή τους και τη γνώση του προσφεύγοντος περί αυτής. Τα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν αποτέλεσμα εκ πρώτης όψεως αποδεικτικού υλικού που ο προσφεύγων απέτυχε να ανατρέψει. Τα εθνικά δικαστήρια μετέθεσαν ουσιαστικά το βάρος απόδειξης από την κατηγορούσα αρχή στον προσφεύγοντα, κατά παράβαση των αρχών που διέπουν το τεκμήριο αθωότητας. Επιπλέον, οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες.

Ιδιαίτερη αξία στην απόφαση αυτή αποτελεί η σιωπηρή οριοθέτηση της επίκλησης της αρχής της ηθικής απόδειξης. Το Δικαστήριο, χωρίς να αμφισβητεί την ελευθερία εκτίμησης των αποδείξεων (αρχή της μη υποκατάστασης — Roh­lena, Popov), διευκρίνισε ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί να καλύπτει την παντελή απουσία αποδεικτικού υλικού για συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Η ηθική απόδειξη δεν υποκαθιστά την αιτιολογία, την προϋποθέτει.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.240 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.

 

  1.  Gorse κατά Σλοβενίας της 06.03.25 (αριθ. προσφ. 47186/21)

Δικαστής, που είχε χαρακτηρίσει τον προσφεύγοντα ως αυτουργό σε προγενέστερη δίκη συγκατηγορουμένων του, τον καταδίκασε μεταγενέστερα για το ίδιο αδίκημα. Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας και έλλειψη αμεροληψίας δικαστηρίου.

Ο προσφεύγων είναι δικηγόρος. Καταδικάστηκε για κατάχρηση εξουσίας και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες από δικαστήριο, του οποίου ο προεδρεύων δικαστής, σε προγενέστερη δίκη, είχε κρίνει σε μονομελή σύνθεση δύο συγκατηγορούμενους του ως ενόχους, αναγράφοντας στην αιτιολογία ότι διέπραξαν αυτά τα αδικήματα ως συνεργοί του προσφεύγοντος. Η καταδικαστική απόφαση που αφορούσε τους συγκατηγορουμένους περιείχε λεπτομερή περιγραφή της εγκληματικής συμπεριφοράς που αποδίδετο στον προσφεύγοντα και αναφέρθηκε αυτός, στην ανωτέρω απόφαση, ως δράστης και αυτουργός των αδικημάτων. Η απόφαση αυτή ανέφερε ότι οι καταδικασθέντες τον είχαν βοηθήσει εκ προθέσεως να διαπράξει το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας και ότι είχαν συνωμοτήσει μαζί του για τη διάπραξη του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση: α) του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ γιατί υπήρχε νόμιμος λόγος φόβου για έλλειψη αμεροληψίας του προεδρεύσαντος δικαστή του δικαστηρίου που καταδίκασε τον προσφεύγοντα και β) του άρθρου 6 § 2 δεδομένου ότι θίχθηκε το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητάς του εξαιτίας της νομικής αξιολόγησης των ενεργειών του από τον ίδιο δικαστή πριν την εκδίκαση της υπόθεσής του. Επιδίκασε δε ποσό 2.400 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.196 ευρώ για έξοδα.

 

  1.  Iosif κατά Κύπρου της 25.09.2025 (αριθ. προσφ. 11500/23)

Απόφαση που αφορούσε συγκατηγορουμένους έκανε εκατό αναφορές κατά μη διαδίκου, που ήταν κατηγορούμενος σε άλλη δίκη! Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας.

Ο προσφεύγων, Κύπριος υπήκοος, κατηγορήθηκε ότι οργάνωσε απόπειρα δολοφονίας που εκτελέστηκε από δύο άλλα άτομα στις 26 Νοεμβρίου 2018 στη Λευκωσία. Μετά τη φυγή του στα κατεχόμενα εδάφη και την παράδοσή του από τις τουρκοκυπριακές αρχές τον Μάρτιο του 2021, οι συγκατηγορούμενοί του είχαν ήδη δικαστεί και καταδικαστεί χωριστά τον Σεπτέμβριο του 2021.

Η διακοσίων σελίδων απόφαση με την οποία καταδικάστηκαν οι συγκατηγορούμενοί του ανέφερε τον προσφεύγοντα ονομαστικά ή με ψευδώνυμο περίπου 100 φορές, περιγράφοντας λεπτομερώς τον ρόλο του στο σχέδιο δολοφονίας. Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας χαρακτήρισε αυτές τις αναφορές ως «πολύ συγκεκριμένες αναφορές στην άμεση και σαφή συμμετοχή του προσφεύγοντος στα εγκλήματα που διέπραξαν [οι συγκατηγορούμενοι]».

Ο προσφεύγων προσπάθησε ανεπιτυχώς να προσβάλει την απόφαση αυτή με αίτηση cer­tiorari και στη συνέχεια ζήτησε τον τερματισμό της ποινικής διαδικασίας εναντίον του λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Το Κακουργιοδικείο απέρριψε το αίτημά του τον Ιούνιο του 2022, υποστηρίζοντας ότι οι αναφορές ήταν αναπόφευκτες λόγω της φύσης της υπόθεσης και ότι η χωριστή δίκη ήταν αναγκαία επειδή ο προσφεύγων είχε διαφύγει. Το δικαστήριο διαβεβαίωσε ότι θα δίκαζε τον προσφεύγοντα αμερόληπτα παρά τις προηγούμενες αναφορές.

Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση των συγκατηγορουμένων τον Νοέμβριο του 2022 με απόφαση 120 σελίδων και η οποία ανέφερε τον προσφεύγοντα 37 φορές. Τον Σεπτέμβριο του 2023, η εισαγγελία απέσυρε τις κατηγορίες περί δολοφονίας κατά του προσφεύγοντος.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (άρθρο 6 § 2), κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη διατύπωση και ο τεράστιος αριθμός των αναφορών δημιούργησαν την εντύπωση ενοχής του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό παραβίασης του άρθρου 13, καθώς ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του αποτελεσματικά ένδικα μέσα. Το ΕΔ ΔΑ επιδίκασε 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΑΡΘΡΟ 7

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Η νομολογία του 2025 επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 7 δεν εξαντλείται στην απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής αυστηρότερου ποινικού νόμου, αλλά κατοχυρώνει σιωπηρά και την αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου (lex mitior, νομολογία Scoppola κατά Ιταλίας αρ. 2), η οποία καταλαμβάνει και τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν τον ορισμό του αδικήματος. Στην υπόθεση Wulffaert κατά Βελγίου το Δικαστήριο διεύρυνε την αυτόνομη έννοια του «δικαίου», ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο τους τυπικούς νόμους, αλλά και κανονιστικές πράξεις κατώτερης τυπικής ισχύος που συμμετέχουν στον ορισμό του αδικήματος. Η  μεταγενέστερη απαλλαγή των επίμαχων εργασιών από πολεοδομική άδεια όφειλε να εφαρμοστεί υπέρ των κατηγορουμένων.

Παράλληλα, η απαίτηση προβλεψιμότητας και προσιτότητας του ποινικού κανόνα παραμένει κεντρική (Del Río Prada): στην υπόθεση Bădescu κ.α. κατά Ρουμανίας το Δικαστήριο έκρινε αρκούντως προβλέψιμη την ποινικοποίηση της κατάχρησης εξουσίας, διακρίνοντας την αξιόποινη συμπεριφορά των δικαστών από την καθαυτή δικαιοδοτική κρίση, χωρίς να θίγεται η δικαστική ανεξαρτησία.

 

  1.  Bădescu κ.α. κατά Ρουμανίας της 15.04. 2025 (αριθ. προσφ. 22198/18, 48856/18 και 57849/ 19)

Καταδίκη δικαστών για κατάχρηση εξουσίας λόγω προειλημμένης απόφασης υπέρ κατηγορουμένου. Επαρκής προβλεψιμότητα της ποινικής νομοθεσίας. Μη παραβίαση της αρχής ne bis in idem.

Οι προσφεύγουσες ήταν δικαστές και καταδικάστηκαν για κατάχρηση εξουσίας. Προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ για έλλειψη προβλεψιμότητας του εγχώριου ποινικού δικαίου. Όπως και τα εθνικά δικαστήρια, έτσι και το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγουσες δεν είχαν διωχθεί για την έκδοση δικαστικής απόφασης, αλλά επειδή είχαν υιοθετήσει μια συγκεκριμένη γραμμή συμπεριφοράς πριν από τη σύνταξη της εν λόγω απόφασης και ότι στη συνέχεια εν γνώσει τους επινόησαν νομικό σκεπτικό που παραβίαζε το νόμο με σκοπό την έκδοση μιας προκαθορισμένης απόφασης με επιβλαβές αποτέλεσμα. Οι εθνικές αρχές είχαν αποφανθεί ότι οι προσφεύγουσες είχαν παραποιήσει τα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπο, ώστε η αρχή ne bis in idem να μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια υπόθεση που είχε τεθεί ενώπιόν τους.

Το Δικαστήριο έδωσε βαρύτητα στην ανάλυση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ο σκοπός μιας ποινικής έρευνας για κατάχρηση εξουσίας δεν ήταν να εξεταστεί η νομιμότητα και η βασιμότητα μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε - ρόλος που ανήκε αποκλειστικά στα δικαστικά όργανα που προβλέπει ο νόμος - αλλά να εντοπίσει, πέραν της ίδιας της απόφασης, την συμπεριφορά που παραβίασε τα υπηρεσιακά καθήκοντα και αντιστοιχούσε στο ουσιαστικό στοιχείο του αδικήματος, δεδομένου ότι η συμπεριφορά αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει την εκδοθείσα απόφαση. Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια είχαν διακρίνει την πράξη που είχε επισύρει την ποινική ευθύνη των προσφευγουσών από την έκδοση απόφασης με καλή πίστη, χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Το ΕΔΔΑ έκρινε, ως αρκούντως ακριβή τη διατύπωση των άρθρων του νόμου που τιμωρούν την κατάχρηση εξουσίας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών σε σχέση και με την παρατιθέμενη νομολογία και δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 7 (καμία τιμωρία χωρίς νόμο). 

 

  1.  Wulffaert και Wulffaert Beheer NV κατά Βελγίου της 10.07.2025 (αριθ. προσφ. 76634/16)

Καταδίκη για πολεοδομικές παραβάσεις. Αρχή αναδρομικής εφαρμογής ηπιότερου νόμου. Εργασίες που δεν απαιτούσαν πλέον άδεια κατά τον χρόνο καταδίκης. Παραβίαση άρθρου 7.

Οι προσφεύγοντες είναι δύο φυσικά πρόσωπα βελγικής υπηκοότητας και μία βελγική ανώνυμη εταιρεία. Η υπόθεση αφορά την ποινική τους καταδίκη για πολεοδομικές παραβάσεις, παρά το γεγονός ότι εκτελεστικό διάταγμα που υιοθετήθηκε μετά την τέλεση των πράξεων αλλά πριν την καταδίκη τους απάλλασσε ορισμένες από τις επίμαχες εργασίες από την υποχρέωση πολεοδομικής άδειας.

Κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου στις 5 Απριλίου 2011, διαπιστώθηκε ότι οι προσφεύγοντες εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους. Τον Ιούλιο 2011, ο επιθεωρητής πολεοδομίας συνέταξε έκθεση διαπιστώνοντας ότι ορισμένες εργασίες δεν συμμορφώνονταν με την πολεοδομική άδεια, που είχε χορηγηθεί τον Νοέμβριο 2007.

Με απόφαση της 8 Απριλίου 2014, το Πλημμελειοδικείο της Γάνδης καταδίκασε τους προσφεύγοντες για πολεοδομικές παραβάσεις. Κρίθηκαν ένοχοι για ανέγερση κατοικίας μη σύμφωνης με την άδεια και για κατασκευή χωρίς πολεοδομική άδεια πλακόστρωτης διόδου, μονοπατιού από μπλε πέτρα, οπίσθιας βεράντας, ξύλινης πλευρικής βεράντας κλπ. Επιβλήθηκε πρόστιμο 11.000 ευρώ σε καθέναν, καθώς και υποχρέωση κατεδάφισης.

Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση, επικαλούμενοι ότι κατά τον χρόνο της καταδίκης τους, το εκτελεστικό διάταγμα της Φλαμανδικής Κυβέρνησης της 16ης Ιουλίου 2010 (σε ισχύ από 1η Δεκεμβρίου 2010) απάλλασσε τις επίμαχες εργασίες από την υποχρέωση πολεοδομικής άδειας. Το Εφετείο της Γάνδης απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι η μεταγενέστερη απαλλαγή δεν αναιρούσε τον αξιόποινο χαρακτήρα των πράξεων που τελέστηκαν όσο ίσχυε το προγενέστερο διάταγμα του 2000.

Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση. Έκρινε ότι η δυνατότητα απαλλαγής από πολεοδομική άδεια πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του διατάγματος που ίσχυε κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εργασιών. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ακυρωτικού, το άρθρο 2 § 2 του Ποινικού Κώδικα (αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου) δεν εφαρμόζεται όταν προγενέστερο εκτελεστικό διάταγμα αντικαθίσταται από μεταγενέστερο που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του ίδιου νόμου, εφόσον ο νόμος αυτός δεν τροποποιήθηκε και διατήρησε τον αξιόποινο χαρακτήρα των πράξεων.


Ενώπιον του ΕΔΔΑ, οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι καταδικάστηκαν για πράξεις που δεν ήταν πλέον τιμωρητέες κατά τον χρόνο της καταδίκης τους, κατά παράβαση της αρχής αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου, που απορρέει από το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ.

Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το άρθρο 7 § 1 δεν κατοχυρώνει μόνο την αρχή μη αναδρομικότητας των αυστηρότερων ποινικών νόμων αλλά και, σιωπηρά, την αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου. Αυτή η αρχή εφαρμόζεται επίσης σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν τον ορισμό του αδικήματος.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια του «δικαίου» στο άρθρο 7 περιλαμβάνει όχι μόνο τους τυπικούς νόμους, αλλά και κανονιστικές πράξεις κατώτερης τυπικής ισχύος. Επομένως, τα εκτελεστικά διατάγματα της Φλαμανδικής Κυβέρνησης εμπίπτουν στην έννοια του «δικαίου». Το μόνο γεγονός ότι η απαλλαγή προβλεπόταν από εκτελεστικό διάταγμα και όχι από τυπικό νόμο δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της αρχής.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εκτελεστικά διατάγματα συμμετείχαν στον ορισμό του αδικήματος, καθώς καθόριζαν ποιες εργασίες δεν υπόκεινται σε πολεοδομική άδεια. Τα διατάγματα δεν προέβλεπαν περιορισμό της χρονικής τους εφαρμογής ούτε αποτελούσαν προσωρινή ρύθμιση. Επιπλέον, η νομολογία του Ακυρωτικού οδηγούσε στην παράδοξη κατάσταση, όπου οι προσφεύγοντες καταδικάστηκαν να κατεδαφίσουν κατασκευές τις οποίες μπορούσαν αμέσως να επανακατασκευάσουν χωρίς άδεια.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε 5.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Απέρριψε το αίτημα για αποζημίωση.

 

                                                                               ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΕΙΡΔΑΡΗΣ

                                                                               [email protected]

 

 

  • 1

    Βλ. αναλυτικότερη παρουσίαση των αποφάσεων (στα ελληνικά και αγγλικά) που αναγράφονται στην παρούσα επισκόπηση στο: www.echrcaselaw.com.

Close