Ο εκτοκισμός ρυθμίσεων για τη διάσωση κύριας κατοικίας με βάση το άρθρο 9 του ν. 3869/2010 – ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Ο εκτοκισμός ρυθμίσεων για τη διάσωση κύριας κατοικίας
με βάση το άρθρο 9 του ν. 3869/2010
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Δημήτρη Κ. Αυγητίδη
Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ, Δικηγόρου
Ι. Ερώτημα
Από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών τέθηκε υπόψη μου η υπ’ αριθ. 2/2024 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 20Α § 1 του ν. 4842/2021 με την οποία εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η εκκρεμής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων από 06.12.2023 (αριθ. κατάθ. δικ. 41/19.12.2023) αίτηση της Β. Τ. του Δ. κατά της εταιρίας με την επωνυμία «Intrum Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «Intrum Hellas Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.», περί ερμηνείας της υπ' αριθ. 16/2012 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, όπως μεταρρυθμίσθηκε με τις υπ’ αριθ. 1072/2012 και 244/2019 αποφάσεις αυτού. Η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου καλείται να κρίνει αν το αναφερόμενο στο ιστορικό της ανωτέρω απόφασης διατακτικό χρήζει ή όχι ερμηνείας ως προς τον υπολογισμό του επιτοκίου των μηνιαίων δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας. Σε καταφατική δε περίπτωση, α) αν το επιτόκιο, που θεσπίζεται στο άρθρο 9 § 2 του ν. 3869/2010, πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης, επί του συνόλου του οριζομένου κεφαλαίου οφειλής του δανειολήπτη και να υπολογίζονται οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής, κατά κεφάλαιο και τόκους, ή β) το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης των μηνιαίων δόσεων κατά το μήνα της εξόφλησής της, στην τελευταία δε περίπτωση, αν το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται για όλο το χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως την εξόφληση κάθε δόσης ή μόνο από τον ορισθέντα με τη ρύθμιση μήνα καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφλησή της.
Υπόψη μου τέθηκαν, επίσης, και παρεμβάσεις τραπεζών υπέρ της «Intrum Hellas ΑΕΔ ΑΔΠ», με τις οποίες υποστηρίζουν ότι το επιτόκιο υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού που ρυθμίζεται δυνάμει της § 2 του άρθρου 9 ν. 3869/ 2010, επικαλούμενες, ιδίως, αφενός τα κοινώς ισχύοντα στην τραπεζική και οικονομική ορολογία για τον τρόπο τοκοχρεωλυτικής αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων και αφετέρου την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων τους ως πιστωτών.
Ενόψει των ανωτέρω, μου ζητήθηκε να απαντήσω επί των εξής ζητημάτων: α) Ποια η βάση υπολογισμού του επιτοκίου κατά το άρθρο 9 § 2 εδ. τέταρτο του ν. 3869/2010, ως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της υπ’ αριθ. 16/ 2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, όπως μεταρρυθμίσθηκε με τις υπ’ αριθ. 1072/ 2012 και 244/2019 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου και β) πώς ερμηνεύεται το διατακτικό της ανωτέρω δικαστικής απόφασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 316 ΚΠολΔ;
ΙΙ. Απαντήσεις
Α. Εισαγωγή - Σκοπός και συνοπτική περιγραφή του μηχανισμού ρύθμισης και απαλλαγής από τα χρέη φυσικού προσώπου – μη εμπόρου κατά το ν. 3869/ 2010
Με το ν. 3869/2010 «ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» εισήχθησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο ρυθμίσεις για την αστική αφερεγγυότητα και ειδικότερα για τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου-μη εμπόρου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίησή τους και δεν επαρκούν προς τούτο ούτε τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του. Η δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010, διατηρήθηκε, με αρκετές τροποποιήσεις κατά τα έτη που ίσχυσε, έως την 1η Ιουνίου 2021, οπότε, σύμφωνα με τα άρθρα 265 § 1 β’ και 308 του ν. 4738/2020, που θέσπισε το νέο δίκαιο αφερεγγυότητας τόσο για εμπόρους όσο και για φυσικά πρόσωπα-μη εμπόρους, έπαυσε η δυνατότητα υποβολής νέων αιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, οι δε εκκρεμείς διαδικασίες εξελίσσονται σύμφωνα με αυτόν.
Ιδιάζουσας σημασίας κεφάλαιο των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010 αποτέλεσαν οι διατάξεις για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, ύστερα από αίτησή του, οι οποίες προβλέπονταν στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 και διατηρήθηκαν σε εφαρμογή, τροποποιουμένες (ουσιωδώς) τέσσερις φορές1, έως την 28η Φεβρουαρίου 2019. Τη «σκυτάλη» για την προστασία της κύριας κατοικίας έλαβε στη συνέχεια ο νόμος 4605/2019, ο οποίος ίσχυσε έως την 31.07.2020, προβλέποντας (άρθρ. 75) ένα σύστημα προστασίας αρκετά συναφές με αυτό του ν. 3869/2010. Μετά τη θέσπιση του ν. 4738/2020 για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας, o oποίος κατήργησε την πτωχευτική και παραπτωχευτική νομοθεσία που ίσχυε έως τη θέση του σε ισχύ, η αστική αφερεγγυότητα ρυθμίζεται ενιαία με την εμπορική, οι δε ρυθμίσεις του πτωχευτικού νομοθέτη για την κύρια κατοικία βρίσκονται στις διατάξεις των άρθρων 218 επ., τα οποία όμως εισάγουν ένα εντελώς διαφορετικό ρυθμιστικό πλαίσιο ιδιότυπου “sale & lease back” της κύριας κατοικίας, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ή άλλως «νόμου Κατσέλη», όπως καθιερώθηκε να αποκαλείται λόγω της ψήφισής του επί υπουργίας της κας Λ. Κατσέλη.
Ο σκοπός των διατάξεων του ν. 3869/2010 αποτυπώνεται εκτεταμένα στην αιτιολογική του έκθεση, οριοθετώντας τη βασική δικαιοπολιτική στόχευσή του που τον διαφοροποιεί καθοριστικά από το θεσμό της πτώχευσης του εμπόρου και συνίσταται στην αντιμετώπιση ακραίων φαινομένων υπερχρέωσης. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική έκθεση διαλαμβάνονται τα εξής: «Η δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Η εν λόγω διαδικασία διαφέρει από την πτώχευση των εμπόρων όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ενώ στην τελευταία προτάσσεται κατά βάση η ικανοποίηση των πιστωτών, με μοιραίες συχνά συνέπειες για την επιχείρηση, στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών αποβλέπει εν προκειμένω στη δυνατότητα μίας δεύτερης ευκαιρίας στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα, χωρίς τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος, με τη δυνατότητα απαλλαγής από υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, εφόσον για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα εξαντλήσει τις δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών του. Η (μερική έστω) ικανοποίηση των πιστωτών από το εισόδημα του οφειλέτη για μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία και επίδοση του οφειλέτη προκειμένου να επιτύχει με το πέρας αυτής το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής των χρεών. Το νομοσχέδιο δίνει μία ρεαλιστική προοπτική απεγκλωβισμού από τα χρέη σε όλους τους υπερχρεωμένους πολίτες. ∆ιασφαλίζει στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που θα θελήσουν να αξιοποιήσουν τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης. Με μία πρωτοποριακή ρύθμιση λαμβάνει ιδιαίτερη μέριμνα για τη διατήρηση και προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, αφού επιτρέπει σε αυτούς να την εξαιρέσουν από την ρευστοποίηση της περιουσίας τους. Τούτο δε υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών».
Σε αντίθεση, επομένως, με το πτωχευτικό δίκαιο των εμπόρων, όπου προτάσσεται ο σκοπός της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών μέσω της ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη2, ο σκοπός των διατάξεων του ν. 3869/ 2010 έγκειται στην προστασία του ίδιου του οφειλέτη, μέσω της επανένταξής του στην οικονομική και κοινωνική ζωή, με την πλήρη εξάλειψη των χρεών του που αδυνατεί να αποπληρώσει3. Όπως εύστοχα επισημαίνεται στη σχετική θεωρία, το αιτούμενο στην αστική αφερεγγυότητα είναι η διασφάλιση της δυνατότητας του οφειλέτη να επανέλθει στην οικονομική ζωή, ανακτώντας τη δυνατότητα του αυτοδύναμου βιοπορισμού4. Υπό το πρίσμα αυτό, το ανθρώπινο στοιχείο επιβάλλει περιορισμούς όσον αφορά στην υλοποίηση των οικονομικών στόχων που συνδέονται με το δίκαιο της αφερεγγυότητας, ιδίως όσον αφορά την εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη και την έκταση της ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτών. Ο σκοπός αυτός διαπνέει το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 και αποτελεί την αφετηρία κάθε ερμηνείας και εφαρμογής τους, η οποία διέρχεται και από τη γενική αρχή της καλής πίστης κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, εξειδίκευση της οποίας, άλλωστε, αποτελούν οι διατάξεις του ν. 3869/ 20105. Όπως υποστηρίζεται στη σχετική θεωρία, ο έντονα ρυθμιστικός χαρακτήρας του νόμου καταδεικνύει τους δεσμούς με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ6.
O ανωτέρω προστατευτικός σκοπός επιδιώκεται μέσω ενός μηχανισμού εξωδικαστικής και δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του προσώπου που βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρεών του. Ο μηχανισμός αυτός συνδυάζει τις τμηματικές καταβολές για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (άρθρ. 8 § 2) με ή χωρίς τη ρευστοποίηση, των περιουσιακών στοιχείων του (άρθρ. 9 § 1), από τα οποία όμως μπορεί να εξαιρεθεί η πρώτη κατοικία του, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος (άρθρ. 9 § 2) και έναντι καταβολής συγκεκριμένου ποσού για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Συνοπτικά, σε ένα πρώτο στάδιο της διαδικασίας, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του άρθρου 2 ν. 3869/2010 με το άρθρο 11 ν. 4161/2013, τα μέρη δύνανται, πριν από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία, να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ν. 3898/2010 με σκοπό την επίτευξη συμβιβασμού για την εξωδικαστική διευθέτηση των χρηματικών υποχρεώσεων του οφειλέτη7. Σε περίπτωση που επιλεγεί αυτή η διαδικασία και αποτύχει, ο οφειλέτης δύναται να καταθέσει την αίτηση του άρθρου 4 ν. 3869/2010 για τη δικαστική, πλέον, ρύθμιση των χρεών του και την απαλλαγή του. Ο οφειλέτης και οι πιστωτές του έχουν βέβαια τη δυνατότητα να συμβιβάζονται και μετά την αποτυχία της διαδικασίας διαμεσολάβησης, έως και την ημερομηνία της συζήτησης της αίτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 7, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση συνάπτεται προδικαστικός συμβιβασμός και η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή ανακαλείται αυτοδικαίως. Η δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη έπεται της προσπάθειας εξωδικαστικού ή προδικαστικού συμβιβασμού. Σχετικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του νόμου. Εκτός της ανωτέρω περιγραφείσας διαδικασίας, ο νόμος προβλέπει ειδικά για τις περιπτώσεις οφειλετών με συνολικά μικρές οφειλές και έλλειψη ακίνητης περιουσίας την ταχεία διευθέτηση των οφειλών τους (βλ. άρθρ. 5α).
Mε την επιλογή στη συγκεκριμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ο δικαστής αποκτά ενεργό συμμετοχή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη8. Μπορεί να δεχθεί αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν της προϋποθέσεις του νόμου, ή να δεχθεί πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά μέσα που δεν τα επικαλέσθηκαν νομοτύπως οι διάδικοι και γενικότερα να ακολουθήσει το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το ανακριτικό σύστημα. Στο πλαίσιο δε αυτό, σε συνδυασμό και με την ΑΚ 288, απολαύει ενός ευρύτατου ρυθμιστικού πεδίου κατά τη διαμόρφωση των όρων της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος, χωρίς να δεσμεύεται από το προταθέν από τον οφειλέτη σχέδιο διευθέτησης οφειλών9.
Β. Η δικαστική ρύθμιση οφειλών
i) Μηνιαίες καταβολές κατ’ άρθρο 8 ν. 3869/2010 με ή χωρίς ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη κατ’ άρθρο 9 § 1
Εφόσον αποτύχει η προσπάθεια εξωδικαστικού ή προδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές στη βάση του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του οφειλέτη, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, δυνάμει του άρθρου 810. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει (§ 2) την καταβολή μηνιαίως και για διάστημα 3 έως 5 ετών (ή μόνον τριών για αιτήσεις που κατατίθενται μετά τις 14.8.2015)11 ποσού, συμμέτρως κατανεμημένου στους πιστωτές, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη και τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του. Κατά τον καθορισμό των μηνιαίων καταβολών, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη που περιλαμβάνεται στην αίτησή του12 ούτε από συγκεκριμένο ποσοστό ικανοποίησης των πιστωτών του οφειλέτη13. Μάλιστα, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει και μηδενικές καταβολές, εάν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις της § 5 του άρθρου 8.
Πέραν των ανωτέρω μηνιαίων καταβολών κατά το άρθρο 8, σε περίπτωση που ο οφειλέτης κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης έχει ρευστοποιήσιμη περιουσία (από την οποία εξαιρούνται τα ακατάσχετα κατά τον ΚΠολΔ) το δικαστήριο μπορεί, εφόσον η εκποίηση της περιουσίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή την υποβοήθηση της εκτέλεσης των όρων ρύθμισης των οφειλών, να ορίσει εκκαθαριστή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 § 1. Στην περίπτωση αυτή, βασικό έργο του εκκαθαριστή αποτελεί η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη και η εκποίηση (ή εκμετάλλευση) των περιουσιακών στοιχείων που ορίζονται σε αυτή, καθώς και η ικανοποίηση των πιστωτών από το προϊόν της εκποίησης (ή εκμετάλλευσης), σύμφωνα με τις διατάξεις περί κατάταξης δανειστών του ΚΠολΔ, δηλαδή των άρθρων 974 επ. αυτού.
Από την ανωτέρω ρευστοποίηση δύναται να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του οφειλέτη, υπό τις προϋποθέσεις της § 2 του άρθρου 9. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης υποχρεούται, δυνάμει της δικαστικής απόφασης για τη ρύθμιση των οφειλών του, στην καταβολή πρόσθετου ποσού, ήτοι πέραν των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 § 2, όπως αυτό ορίζεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 9 § 2.
Συνεπώς, από το συνδυασμό των άρθρων 8 και 9 ν. 3869/2010 προκύπτει ότι η δικαστική ρύθμιση των απαιτήσεων των πιστωτών μπορεί να κινηθεί σε τρεις άξονες: α) στις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 § 2, οι οποίες ορίζονται σε κάθε περίπτωση, και δύνανται να είναι και μηδενικές, και στις οποίες οι πιστωτές συμμετέχουν συμμέτρως, β) στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της κύριας κατοικίας του, εάν δεν έχει ζητηθεί η εξαίρεσή της, το προϊόν της οποίας προορίζεται για την προνομιακή ικανοποίηση των προνομιούχων-ενέγγυων πιστωτών και εφόσον απομένει υπόλοιπο, συμμετέχουν σε αυτό συμμέτρως οι ανέγγυοι πιστωτές, και γ) στην καταβολή των πρόσθετων καταβολών του άρθρου 9 § 2 για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, με τις οποίες ικανοποιείται ένα πρόσθετο τμήμα των απαιτήσεων των (ενέγγυων) πιστωτών14.
Χάριν πληρότητας σημειώνεται ότι, με τη διάταξη του άρθρου 62 § 3 του ν. 45-49/2018, κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της § 2 του άρθρου 8, το δικαστήριο δύναται να κατανείμει το ποσό που μπορεί να καταβάλλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 § 2, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4549/2018 (άρθρ. 62), προκύπτει ότι οι πιστωτές θα πρέπει να λάβουν, από την έναρξη της ρύθμισης άρθρου 8 § 2 και παράλληλα με αυτήν, οπωσδήποτε ποσό ίσο με αυτό του ανταλλάγματος της διάσωσης της κατοικίας, το οποίο θα συνεχίσει ο οφειλέτης να καταβάλλει και μετά την πάροδο της τριετίας ή πενταετίας και μέχρι το τέλος της ρύθμισης του 9 § 2, ενώ ταυτόχρονα ο οφειλέτης δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί με καταβολές ποσού μεγαλύτερου από την ικανότητα αποπληρωμής του με βάση τα εισοδήματά του. Με βάση τη ρύθμιση αυτή και με δεδομένο ότι οι πιστωτές θα πρέπει οπωσδήποτε να λάβουν κατά τη διάρκεια της ρύθμισης του άρθρου 8 § 2 ποσό ίσο με αυτό του ανταλλάγματος της διάσωσης, η μεν ρύθμιση του άρθρου 9 § 2 εξυπηρετείται εξαρχής, αυτή δε του άρθρου 8 § 2 έχει αντικείμενο μόνο αν υπάρχει πλεόνασμα από το υποχρεωτικό αντάλλαγμα της διάσωσης15.
ii) Η εξαίρεση της κυρίας κατοικίας από την εκποίηση έναντι πρόσθετου ποσού καταβολών κατά την § 2 του άρθρου 9
Ειδικότερη έκφανση του προστατευτικού πλαισίου του νόμου 3869/2010 για την επανένταξη του δανειολήπτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και την διασφάλιση της αξιοπρεπούς του διαβίωσης, αποτέλεσε ήδη από την αρχική έκδοση του νόμου η πρόνοια του νομοθέτη για την προστασία της κύριας κατοικίας του με συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση. Δικαιοπολιτική βάση για την προστασία της κύριας κατοικίας αποτελούν οι συνταγματικές επιταγές για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 § 1 Σ) και της στέγης (άρθρο 17 § 1 Σ) και για τη φροντίδα για την απόκτηση κατοικίας (άρθρο 21 § 1 Σ)16. Σημειωτέον ότι αντίστοιχη ρύθμιση δεν εντοπίζεται στις διατάξεις που διαχρονικά ρυθμίζουν την εμπορική αφερεγγυότητα, πράγμα που καταδεικνύει, και υπό αυτό το πρίσμα, την υπεροχή της προστασίας του δανειολήπτη στο πλαίσιο των διατάξεων του ν. 3869/2010. Ειδικότερα, με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 9 εισήχθη η δυνατότητα του οφειλέτη να υποβάλει με την αίτηση του άρθρου 4 του νόμου (ή με μεταγενέστερη αίτησή του), πρόταση εκκαθάρισης της περιουσίας του με αίτημα εξαίρεσης από αυτήν του ακινήτου που χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του.
Για τη χορήγηση της εξαίρεσης, η § 2, εδ. α΄, τoυ άρθρου 9, ως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ερμηνευόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και έως το 2015, οπότε τροποποιήθηκε με το ν. 4346/2015, έθετε ως προϋπόθεση να μην υπερβαίνει το ακίνητο το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%. Εφόσον συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, το δικαστήριο χορηγούσε την εξαίρεση, ορίζοντας, με την ίδια απόφαση, πέραν της εξυπηρέτησης της ρύθμισης οφειλών, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 2, την εξόφληση ποσού οφειλών μέχρι του 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάτο από το δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το β’ εδάφιο της § 2, προέβλεπε, κατά την πρώτη θέση του σε ισχύ, ότι «στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο». Το συνολικό αυτό ποσό οφειλής διαμορφώθηκε σε ποσοστό έως 80% της αντικειμενικής αξίας του εν λόγω ακινήτου με το άρθρο 17 § 1 ν. 4161/2013. Συγκεκριμένα, το δεύτερο εδάφιο της § 2 του άρθρου 9 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 § 1 ν. 4161/2013 ως εξής: «Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας».
Πριν την τροποποίηση του άρθρου 9 § 2 με το ν. 4161/2013 υπήρχε διχογνωμία για το εάν ο δικαστής μπορούσε να ορίζει καταβολές μικρότερες του 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, με βάση τη διατύπωση μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας. Σημαντικός αριθμός αποφάσεων δεχόταν ότι η διάταξη ορίζει μόνον το ανώτατο όριο του καταβλητέου ποσού, δηλαδή το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ενώ δεν θέτει περιορισμό ως προς το κατώτατο ποσό, με αποτέλεσμα να μπορούν να ορισθούν ακόμη και μηδενικές καταβολές, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις της § 5 του άρθρου 817, άποψη που γινόταν δεκτή και στη σχετική θεωρία18. Για την αιτιολόγηση της άποψής της, η σχετική νομολογία επικαλούνταν το άρθρο 8 § 5, που επέτρεπε ακόμη και τις μηδενικές καταβολές σε συνδυασμό με το σκοπό του νόμου για την προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και τη διασφάλιση ενός ανεκτού ορίου ανθρώπινης διαβίωσης, αλλά και τη γενική αρχή του δικαίου ότι ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα19. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 9 § 2 με το ν. 4161/2013, η διχογνωμία επιλύθηκε υπέρ της ως άνω, κρατούσας στη νομολογία άποψης, όπως ευχερώς προκύπτει από τη διατύπωση σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%)20.
Το άρθρο 9 τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την § 18 του άρθρου 1 της Υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, καταλαμβάνοντας αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται στην ερμηνευόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Για τον ίδιο λόγο, δεν τυγχάνουν εφαρμογής και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις του ν. 4346/201521, με το άρθρο 17 του οποίου αντικαταστάθηκε η § 2 του άρθρου 9, με ισχύ από 1.1.2016, εισάγοντας ειδικότερες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας από την εκποίηση22, ενώ για το πρόσθετο ποσό καταβολών προβλέφθηκε ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι θα καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως, για τη διάσωση μετά το ν. 4346/2015 της κύριας κατοικίας α) δεν λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική αλλά η εμπορική αξία του ακινήτου και μάλιστα μειωμένη με τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης και β) δεν προβλέπεται συγκεκριμένο ποσοστό ικανοποίησης της αξίας αυτής ως ίσχυε μέχρι πρότινος23, αλλά αναζητείται το ποσό το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές στο υποθετικό σενάριο της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Το ποσό αυτό αποτελεί την οφειλή για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας σε συνδυασμό, όμως, με τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη24. Με βάση τις επιταγές και της ΑΚ 288, η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής αφενός θέτει το ανώτατο όριο καταβολών, προσθέτοντας το εισοδηματικό στοιχείο πλέον της αξίας του ακινήτου στον υπολογισμό της μηνιαίας δόσης και αφετέρου δίνει μια κατεύθυνση στο δικαστή προς τη διαμόρφωση ενός σχεδίου που θα λαμβάνει υπόψη τις εύλογες δαπάνες του οφειλέτη και την όσο το δυνατό πιο ευέλικτη αποπληρωμή του σχεδίου25.
Εν συνεχεία, με το άρθρο 62 ν. 4549/2018 επήλθαν κάποιες προσθήκες στο άρθρο 9 § 2, όπως η επιδότηση της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του για την απαλλαγή της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, χωρίς κατά τα λοιπά να μεταβάλλεται ο τρόπος προσδιορισμού του καταβλητέου για την απαλλαγή ποσού, όπως είχε διαμορφωθεί με το ν. 4346/ 2015. Σημαντική είναι, ωστόσο, η πρόβλεψη ότι οι §§ 3 έως 6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στις καταβολές του άρθρου 9 § 2. Συγκεκριμένα, η § 6 του άρθρου 9 που προστέθηκε με την § 6 του άρθρου 62, και σύμφωνα με την § 11 του άρθρου 68 ν. 4549/2018 εφαρμόζεται και σε υποθέσεις επί των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση, προβλέπει ότι «οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου. Η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της § 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόσθηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση». Ως εκ τούτου, η απόφαση της § 2 του άρθρου 9 μπορεί να μεταρρυθμισθεί, δυνάμει του άρθρου 8 § 4 ν. 3869/2010 και του άρθρου 758 ΚΠολΔ, ήτοι εάν προκύπτουν νέα πραγματικά περιστατικά ως προς την εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, εντός όμως των ορίων που προβλέπει η § 2, δηλαδή χωρίς να μεταβάλλεται το συνολικό ποσό οφειλής που προκύπτει εκ της εφαρμογής του 85 (ή 80) % επί της αξίας της κύριας κατοικίας26.
Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει το ενδιάμεσο συμπέρασμα ότι το ποσό οφειλής που προκύπτει στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 9 § 2, εδ. β΄, αποτελεί το συνολικό ποσό που έπρεπε να καταβάλει ο οφειλέτης για να εξαιρέσει την κύρια κατοικία του από την εκποίηση27. Η αναφορά της διάταξης, ως ίσχυε ιδίως τον κρίσιμο χρόνο που αφορά το υπό κρίση ερώτημα, σε «ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό» οδηγεί με σαφήνεια στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για το ανώτατο ποσό ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτών, ως αντάλλαγμα για τη μη επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, όπως τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται από το διατακτικό των αποφάσεων ρύθμισης28, αλλά και από την πρόσφατη νομολογία που κλήθηκε να ερμηνεύσει αυτές29.
iii) Ο τρόπος καταβολής του πρόσθετου ποσού του άρθρου 9 § 2 – Η επιβολή του επιτοκίου
Για τον τρόπο καταβολής του ανωτέρω πρόσθετου ποσού ρύθμισης οφειλών, το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της § 2 του άρθρου 9, ήδη από την πρώτη έκδοση του νόμου, προέβλεπε ότι η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος (εδ. γ’), ενώ «η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος»30, χωρίς ανατοκισμό» (εδ. δ’). Για τη δε διάρκεια αποπληρωμής προβλεπόταν ότι (εδ. στ’) «για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη». Με τις τροποποιήσεις του ν. 4161/2013, προβλέφθηκε η δυνατότητα διάρκειας εξόφλησης σε έως 35 έτη, εάν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών. Ο ανωτέρω τρόπος αποπληρωμής του πρόσθετου χρέους για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση, διατηρήθηκε και μετά τις τροποποιήσεις των νόμων 4336/2015, 4346/2015, 4549/2018, με την εξαίρεση της περιόδου χάριτος, η οποία απαλείφθηκε.
Το ποσό, επομένως, οφειλής που προσδιοριζόταν σε ανώτατο ποσοστό της εμπορικής ή αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατά το δεύτερο εδάφιο της § 2 καταβαλλόταν, όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, σε σταθερές, ισόποσες, μηνιαίες δόσεις, σε βάθος έως και 35 ετών, λαμβανομένων υπόψη κατά τον προσδιορισμό του χρόνου αποπληρωμής και των εισοδηματικών κριτηρίων του οφειλέτη, της προσωπικής και οικογενειακής του κατάστασης31. Ο προσδιορισμός έτσι, αφενός της συνολικής οφειλής έως το 85% ή 80%, κατά περίπτωση, της εμπορικής ή αντικειμενικής αξίας του οφειλέτη και αφετέρου του επιμερισμού του σε μηνιαίες δόσεις σε συνάρτηση με τη διάρκειά τους, εναπόκειτο στο δικαστή32, όπως και η διάρκεια της περιόδου χάριτος, για την οποία η διάταξη δεν προέβλεπε ανώτατο όριο.
Κατά τη διατύπωση της διάταξης, ως διαχρονικά ίσχυσε, «η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο», το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο ή σταθερό επιτόκιο. Εκτός του είδους και του ανώτατου ορίου του επιτοκίου (ίσο ή κατώτερο του μέσου ενήμερης οφειλής, ή μέσου κυμαινόμενου ή σταθερού στεγαστικού δανείου), η επιλογή του οποίου ανήκει στον δικαστή, μη δεσμευόμενου από το τυχόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών του οφειλέτη, δεν προσδιορίζεται στη διάταξη το ποσό στο οποίο υπολογίζεται ούτε ο χρόνος και ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου. Ούτε στην αιτιολογική έκθεση προσδιορίζεται κάτι ειδικότερο ως προς τον εκτοκισμό, αλλά επαναλαμβάνεται η διατύπωση της διάταξης33. Δεν ορίζεται, δηλαδή, ούτε ότι το επιτόκιο θα υπολογίζεται επί του συνολικού καταβλητέου ποσού που προσδιορίζεται βάσει του δευτέρου εδαφίου της § 2, ούτε ότι ο υπολογισμός θα γίνεται ετησίως.
Η διάταξη, προσδιορίζοντας στη συνέχεια στο έκτο εδάφιο της § 2, την περίοδο αποπληρωμής, χρησιμοποιεί τη φράση «τοκοχρεολυτική εξόφληση». Η έννοια της τοκοχρεωλυτικής δόσης χρησιμοποιείται στην τραπεζική ορολογία των δανειακών συμβάσεων, οι οποίες, κατά τη συνήθη τραπεζική πρακτική διακρίνονται σε τοκοχρεωλυτικές, που αποτελούν και τη συνηθέστερη μορφή στεγαστικών δανείων, και σε χρεωλυτικές34.
Στην περίπτωση των τοκοχρεωλυτικών δανείων, αυτά αποπληρώνονται τμηματικά με τακτές ισόποσες δόσεις που περιλαμβάνουν την αποπληρωμή τόσο κεφαλαίου όσο και τόκων35. Το ποσό όμως του κεφαλαίου που αποπληρώνεται κάθε φορά βαίνει μεταβαλλόμενο, και δη αυξανόμενο, καταλαμβάνει δε στα πρώτα έτη πολύ μικρό μέρος της μηνιαίας δόσης, με το μεγαλύτερο μέρος αυτής να το καταλαμβάνουν οι τόκοι. Η τοκοχρεωλυτική δόση ορίζεται, δηλαδή, με βάση το εφαρμοζόμενο επιτόκιο σταθερή, ωστόσο, η αναλογία ανάμεσα στο κεφάλαιο και στους τόκους συνεχώς μεταβάλλεται. Το δε επιτόκιο υπολογίζεται επί του υπολειπόμενου σε κάθε περίοδο εκτοκισμού (κατά κανόνα έτος 360 ημερών) κεφαλαίου.
Η ανωτέρω τοκοχρεωλυτική μέθοδος απόσβεσης που έχει καθιερωθεί στην τραπεζική πρακτική και εφαρμόζεται κατά κανόνα στα στεγαστικά δάνεια που χορηγούν οι τράπεζες δεν μπορεί να βρει την ίδια εφαρμογή στην περίπτωση της οφειλής του άρθρου 9 § 2 του ν. 3869/2010. Η οφειλή αυτή δεν προέρχεται από δάνειο αλλά από ρύθμιση με δικαστική απόφαση, η οποία εντάσσεται και απορρέει από ένα σύστημα διατάξεων για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου δικαιοπολιτικού σκοπού, ιδιάζουσας κοινωνικής σημασίας. Άλλωστε, ούτε από το γράμμα της διάταξης επιβάλλεται η επιλογή από το δικαστή της τοκοχρεωλυτικής απόσβεσης της οφειλής κατά την τραπεζική ορολογία και πρακτική. Η διάταξη της § 2 εδ. δ΄ ορίζει μόνον το επιτόκιο που θα πρέπει να εφαρμοσθεί και δη με δυνατότητα εναλλακτικών επιλογών για τον δικαστή. Με την επιβολή του επιτοκίου στο κεφάλαιο, κατά τα ισχύοντα στην τραπεζική πρακτική, προκύπτει ότι η δόση που θα κληθεί να καταβάλει ο οφειλέτης αυξάνεται σημαντικά, με αποτέλεσμα η οφειλή του άρθρου 9 § 2 να μπορεί ακόμη και να διπλασιασθεί στο τέλος της περιόδου εξόφλησης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνάδει με το γράμμα του δεύτερου εδαφίου της § 2, η οποία αναφέρεται σε ρύθμιση ικανοποίησης των απαιτήσεων πιστωτών «μέχρι συνολικό ποσό» που ανέρχεται σε ποσοστό επί της αξίας του ακινήτου. Από τη διατύπωση αυτή, ευχερώς προκύπτει ότι το 85% ή 80% της εμπορικής και αντικειμενικής αντίστοιχα αξίας της κύριας κατοικίας, αποτελεί την «οροφή» της ρύθμισης (σε συνδυασμό μετά τις τροποποιήσεις με το ν. 4346/2015 με την μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, πέραν του ότι παραβλέπει την διατύπωση της διάταξης περί «συνολικού ποσού» ρύθμισης, εκθέτει τον οφειλέτη στους κινδύνους ενός νέου δανεισμού, καθιστώντας τη δικαστική ρύθμιση νέο τοκοχρεωλυτικό δάνειο, κάτι το οποίο προφανώς δεν συνάδει ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα της διάταξης. Οι απόψεις που διατυπώνονται περί αναχρηματοδότησης του οφειλέτη για την εξαγορά της κύριας κατοικίας του, με όρους τραπεζικού δανεισμού, ουδόλως συνάδουν με τη διάταξη η οποία αφορά σε μία επιπρόσθετη ρύθμιση απαιτήσεων των πιστωτών, πέραν εκείνης του άρθρου 8 § 2, με σκοπό τη διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη με την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών από τη μη επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ακινήτου αυτού, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Άλλωστε, αντίκειται ακόμη και στην ίδια την τραπεζική πρακτική η χορήγηση ενός νέου δανείου σε έναν οφειλέτη, ο οποίος βρίσκεται διαπιστωμένα με βάση τη δικαστική απόφαση σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών του και για το λόγο αυτό καταφεύγει στη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του με βάση τις διατάξεις του ν. 3869/2010. Αντίθετο συμπέρασμα δεν εξάγεται ούτε από τη διατύπωση στο τέταρτο εδάφιο της § 2 του άρθρου 9 ότι «η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο […]», καθώς δεν προκύπτει ότι η «οφειλή» αυτή ταυτίζεται με το «συνολικό ποσό» του δεύτερου εδάφιου της § 2, στο οποίο μπορεί να ανέλθει η δικαστική ρύθμιση των απαιτήσεων των πιστωτών για το σκοπό της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας από την εκποίηση. Με δεδομένο ότι το δεύτερο εδάφιο αναφέρεται σε «συνολικό ποσό» ρύθμισης, η αναφορά σε «εξυπηρέτηση οφειλής με επιτόκιο» στο τέταρτο εδάφιο, αποτελεί μία αφηρημένη αναφορά στην οφειλή που θα ορίσει τελικά ο δικαστής μαζί με το επιτόκιο που θα εφαρμόσει.
Η αντίθετη άποψη που διατυπώνεται (από τις παρεμβαίνουσες υπέρ της καθ’ ής η αίτηση εταιρίας διαχείρισης δανειακών απαιτήσεων) στηρίζεται στην εφαρμογή εν προκειμένω της τραπεζικής πρακτικής και ορολογίας στα τοκοχρεωλυτικά στεγαστικά δάνεια και στη θεώρηση της ρύθμισης του άρθρου 9 § 2 του ν. 3869/2010 ως νέου δανείου. Όπως όμως προεκτέθηκε, πέραν του ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το γράμμα της διάταξης, έρχεται και σε ευθεία αντίθεση με το σκοπό της, τον οποίο υποσκάπτει, εκθέτοντας τον οφειλέτη, ευρισκόμενο σε διαπιστωμένη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, όχι μόνον σε δυσανάλογες με την οικονομική του κατάσταση δόσεις αλλά και σε νέους κινδύνους υπερχρέωσης, καθιστώντας εν τέλει γράμμα κενό τη ρύθμιση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του και την οριστική απαλλαγή του από τα χρέη, με σκοπό την επανένταξή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Τα συμφέροντα των πιστωτών από τη μη επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, τα οποία επίσης προβάλλονται από τα παρεμβαίνοντα πιστωτικά ιδρύματα ως επιχείρημα υπέρ της εφαρμογής της τοκοχρεωλυτικής μεθόδου αποπληρωμής, ενώ επίκλησή τους γίνεται και από μερίδα ερμηνευτικών δικαστικών αποφάσεων36, ουδόλως θίγονται από τον διαφορετικό τρόπο υπολογισμού του τόκου. Και τούτο διότι, αφενός σε αντίθετη περίπτωση, εκποίησης δηλαδή της κύριας κατοικίας, είναι αμφίβολο τι ποσό θα εισπράξουν οι πιστωτές στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφετέρου δε, σε καμία περίπτωση η εκποίηση της κατοικίας, αντί της διάσωσής της, δεν θα οδηγήσει σε αποκόμιση επιπλέον τόκων και δη εν είδει ενός νέου τοκοχρεωλυτικού δανείου. Με τον τρόπο, άλλωστε, προσδιορισμού του συνολικού ποσού ρύθμισης που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης στο δεύτερο εδάφιο της § 2 του άρθρου 9, ήτοι με βάση την αξία της κύριας κατοικίας, έχει ήδη συνεκτιμήσει τα συμφέροντα των πιστωτών από τον αποκλεισμό της ικανοποίησής τους μέσω της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης επί αυτής37.
Τα ανωτέρω όχι μόνον δεν αναιρούνται αλλά επιρρωννύονται από τη μεταγενέστερη τροποποίηση του άρθρου 9 § 2 με το ν. 4346/ 2015, οπότε το ποσοστό επί της αξίας του ακινήτου απαλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το ποσό που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης συνδυαστικά με τη μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη. Αυξήθηκε μεν το ανώτατο όριο της αξίας του ακινήτου, καθώς επανήλθε η εμπορική αξία του ακινήτου μειωμένη με τα έξοδα εκτέλεσης και ένα ποσοστό βίαιης ρευστοποίησης, μέσω της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών, αλλά διατηρήθηκε το ανώτατο όριο οφειλής, υπολογιζόμενο κατά τον ανωτέρω τρόπο, με συνεκτίμηση δηλαδή και των συμφερόντων των πιστωτών δια του κριτηρίου της μη χειροτέρευσης της θέσης τους κατά τον προσδιορισμό των πρόσθετων καταβολών της § 2, συνδυαστικά όμως με τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής, δηλαδή το ποσό που μπορεί να καταβάλει μηνιαίως ο οφειλέτης βάσει των εισοδημάτων του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσό που θα ελάμβαναν οι πιστωτές στο υποθετικό σενάριο αναγκαστικής εκτέλεσης, που θεσπίσθηκε ως όριο οφειλής της § 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010 με το ν. 4346/2015, έλκει φανερά την προέλευσή του από τις διατάξεις για την εξυγίανση επιχειρήσεων των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), οι οποίες καταργήθηκαν με το ν. 4738/2020, αντικαθιστώμενες από τις, αντίστοιχου ρυθμιστικού περιεχομένου, διατάξεις των άρθρων 31 επ. του νόμου αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 106β ν. 3588/2007, ως ίσχυε κατά το χρόνο που ίσχυσε και ο ν. 3869/ 2010, οι θιγόμενοι και μη συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης πιστωτές δεσμεύονταν από τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης, εάν αυτή προέβλεπε ότι λαμβάνουν τουλάχιστον αυτό που θα ελάμβαναν σε περίπτωση βίαιης ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη38. Σε εφαρμογή της προϋπόθεσης αυτής επικυρώθηκε πλήθος συμφωνιών εξυγίανσης που προέβλεπαν ότι οι μη συναινούντες πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων σε αυτούς ακόμη και του ελληνικού δημοσίου, λαμβάνουν τουλάχιστον και δη ατόκως αυτό που θα ελάμβαναν σε περίπτωση βίαιης ρευστοποίησης της περιουσίας του υπό εξυγίανση οφειλέτη39.
Ουδόλως, επομένως, το θιγόμενο συμφέρον των πιστωτών από τον αποκλεισμό επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη αποτελεί επιχείρημα για τον υπολογισμό του τόκου στην περίπτωση της § 2 του άρθρου 9 με τρόπο που συνάδει στα τραπεζικώς ισχύοντα. Το συμφέρον της τράπεζας ως πιστώτριας ενός οφειλέτη που βρίσκεται σε μόνιμη και γενική οικονομική αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών του που επιδιώκει τη διάσωσή του δεν πρέπει να συγχέεται με το συμφέρον της ως δανειοδότριας, δικαιούμενης να καρπωθεί το όφελος από τη χορήγηση ενός νέου δανείου στον υπερχρεωμένο οφειλέτη. Σκοπός, όμως, της διάταξης δεν είναι η χορήγηση νέου δανείου στον οφειλέτη ούτε πολύ περισσότερο η προστασία της τράπεζας υπό την ιδιότητά της ως πιστωτικού ιδρύματος, αλλά η διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και επανένταξής του στην κοινωνική και οικονομική ζωή με την ταυτόχρονη διασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας ως πιστώτριας ενός ευρισκόμενου σε παύση πληρωμών οφειλέτη. Μια τέτοια διασφάλιση δεν μπορεί να επιδιώκεται με την είσπραξη νέων τόκων, εν είδει ενός νέου τοκοχρεωλυτικού δανείου, τους οποίους αφενός δεν είναι σε θέση, με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, να καταβάλει ο ευρισκόμενος σε μόνιμη και γενική αδυναμία οφειλέτης και τους οποίους αφετέρου δεν θα εισέπραττε η τράπεζα σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ορθά έχει ερμηνευθεί από σημαντική μερίδα της νομολογίας, με όμοια αιτιολογία, ότι ο νομοθέτης προβλέποντας το επιτόκιο ουσιαστικά είχε υπόψη του τη μεταβαλλόμενη σε βάθος χρόνου αξία του χρήματος, ήτοι την αξία που θα είχε η ορισθείσα μηνιαία δόση στο πέρασμα των ετών κατά την οποία διαρκεί η υποχρέωση καταβολής του άρθρου 9 § 2, ήτοι μετά από έως 20 ή 35 χρόνια, ανάλογα με την περίπτωση40. Ιδίως μετά την τροποποίηση του ν. 3869/2010 με το ν. 4549/2018, η μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής που λαμβάνεται συνδυαστικά υπόψη με την αξία ρευστοποίησης της κύριας κατοικίας για τον καθορισμό των καταβολών του άρθρου 9 § 2, επιβεβαιώνει ότι η μηνιαία δόση, όπως υπολογίζεται βάσει των ανωτέρω κριτηρίων, αποτελεί την «οροφή» της ρύθμισης41.
Σε κάθε περίπτωση, ο δικαστής έχει την ευχέρεια, στο πλαίσιο και της εφαρμοζόμενης διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας συνδυαστικά με την αρχή της ΑΚ 288, η οποία διαπνέει την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010, να παρεκκλίνει από την στενή ερμηνεία των τραπεζικών όρων περί τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης και να διαμορφώσει, στο πλαίσιο της δικαιοπλαστικής του εξουσίας, μια βιώσιμη ρύθμιση για τον οφειλέτη, διαμορφώνοντας όλους τους όρους αποπληρωμής του πρόσθετου χρέους κατά το άρθρο 9 § 2 (ποσό, επιτόκιο, χρόνος καταβολής κ.α.). Άλλωστε, και στο άρθρο 6 § 3 του ν. 3869/2010 αναφέρεται ότι οι μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένες οφειλές σταματούν να εκτοκίζονται, πράγμα που δεν συνάδει με τα τραπεζικώς ισχύοντα. Ελλείψει συγκεκριμένου τρόπου εκτοκισμού στη διάταξη, ο δικαστής, ο οποίος καθορίζει τη ρύθμιση, δεσμεύεται κατ’ αρχήν από τον τρόπο καθορισμού του συνολικού ποσού με βάση την αξία του ακινήτου (εμπορική ή αντικειμενική κατά περίπτωση), κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της § 2 του άρθρου 9 και από το είδος και ανώτατο ύψος του επιτοκίου κατά τα οριζόμενα στο τέταρτο εδάφιο της § 2 σε συνδυασμό με την ανώτατη περίοδο εξόφλησης των είκοσι ή 35 ετών. Δοθέντος ότι πρόκειται περί δικαστικής ρύθμισης οφειλών και ουχί περί χορήγησης νέου δανείου, ήτοι ο δικαστής δεν τροποποιεί όρους των τραπεζικών συμβάσεων από τις οποίες απορρέουν οι οφειλές που ρυθμίζονται αλλά καθορίζει εκ νέου όρους αποπληρωμής, μπορεί, εφόσον έτσι επιτυγχάνεται ο σκοπός του νόμου για την επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, απαλλαγμένου οριστικά από τα χρέη του, να υπολογίσει το ορισθέν στη διάταξη επιτόκιο επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του καταβλητέου συνολικού ποσού, όπως, άλλωστε, έχει ερμηνευθεί σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων42. Σημειωτέον ότι και υπό το πρίσμα του αστικού δικαίου, δεν υπάρχει κάποια διάταξη που να επιβάλει αναγκαστικώς συγκεκριμένη βάση υπολογισμού του επιτοκίου43, ώστε να δεσμεύεται ο δικαστής από τον υπολογισμό του επιτοκίου επί του συνολικού κάθε φορά κεφαλαίου και όχι επί τμήματος αυτού, ήτοι των δόσεων στις οποίες διαιρείται η πληρωτέα αξία του ακινήτου κατά την § 2, εδ. β’ του άρθρου 9. Οι σχετικές στον ΑΚ διατάξεις, εστιάζουν στο ύψος του τόκου, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα τοκογλυφίας (άρθρ. 293-295), για το δε χρόνο καταβολής τους, στο άρθρο 295 ΑΚ ορίζεται ότι εάν δεν προβλέπεται κάτι άλλο στη δικαιοπραξία, ο τόκος καταβάλλεται κάθε χρόνο. Μπορεί δε κατά την σχετική θεωρία, ο τόκος να αποτελεί ένα αντάλλαγμα για τη χρήση του κεφαλαίου44, τούτο όμως δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην υποχρέωση του δικαστή που αποφασίζει επί της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών σε συνδυασμό με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας κατά το ν. 3869/2010 να επιβάλει τον υπολογισμό του επιτοκίου επί του κεφαλαίου και όχι επί της δόσης αυτού, εφόσον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου.
Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ευχέρειες διάπλασης του δικαστή επιβεβαιώνονται και σε άλλες περιπτώσεις στη νομολογία με αφορμή τους ειδικότερους όρους με τους οποίους γίνεται η ρύθμιση της οφειλής για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Για παράδειγμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα δικαστήρια είχαν την ευχέρεια να καθορίσουν το ύψος του καταβλητέου ποσού για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση πριν την τροποποίηση με τους νόμους 4336/2015 και 4346/2015, σε ποσό μικρότερο του 85% της εμπορικής αξίας ή του 80% της αντικειμενικής αξίας, εφόσον πληρούνταν κριτήρια που δεν προβλέπονταν ρητά στο νόμο, όπως «ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας». Ομοίως, χαρακτηριστική περίπτωση είναι η περίοδος χάριτος που αναγνωρίζεται ως μία δυνατότητα για τη ρύθμιση της οφειλής του άρθρου 9 § 245. Προσέτι και το σχετικό εδάφιο της § 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 αναφέρει ότι «η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει [...]», αφήνοντας στον δικαστή τη δυνατότητα να συμπιέσει την επιβάρυνση των τόκων και κάτω από το όριο αυτό.
Κατόπιν των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη: α) το γράμμα της διάταξης της § 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010 που δεν επιβάλει τον τρόπο εκτοκισμού με βάση τα κοινώς ισχύοντα στην τραπεζική πρακτική για την τοκοχρεωλυτική αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων ή τη χρήση άλλου τρόπου εκτοκισμού, β) το σκοπό της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών κατά το ν. 3869/2010, συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης ρύθμισης της § 2 του άρθρου 9 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, ο οποίος συνίσταται στην επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης δια του οριστικού απεγκλωβισμού του από την υπερχρέωση, γ) τη διαπλαστική ευχέρεια του δικαστή να διαμορφώσει μια βιώσιμη δικαστική ρύθμιση για τον οφειλέτη, εντός των ορίων που επιβάλει ο σκοπός του ν. 3869/2010 και οι αρχές καλής πίστης κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, δ) τη φαλκίδευση του σκοπού του νόμου με την αντιμετώπιση των καταβολών του άρθρου 9 § 2 ως ενός νέου τοκοχρεωλυτικού δανείου που εκθέτει τον οφειλέτη στον φαύλο κύκλο της διαρκούς υπερχρέωσης και ε) την εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών του ευρισκόμενου σε μόνιμη και γενική οικονομική αδυναμία οφειλέτη δια της καταβολής σε αυτούς ποσού που εξάγεται με βάση την αξία του ακινήτου που θα μπορούσε να εισπραχθεί σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης πλέον ενός επιτοκίου, το επιτόκιο του άρθρου 9 § 2 δύναται να υπολογίζεται επί των δόσεων στις οποίες επιμερίζεται το καταβλητέο ποσό με βάση την § 2 εδ. β΄ του άρθρου 9.
Συναφώς θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι εάν έχει επιλεγεί σταθερό επιτόκιο (δηλαδή επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος), αυτό θα υπολογισθεί στην αρχή της ρύθμισης επί εκάστης δόσης στην οποία επιμερίζεται το ποσό που έχει προσδιορίσει το δικαστήριο με βάση την αξία του ακίνητου (ή και τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής μετά το ν. 4346/2015), ενώ εάν έχει επιλεγεί κυμαινόμενο επιτόκιο, αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης μηνιαίας δόσης, κατά το χρόνο καταβολής της, σύμφωνα με το μαθηματικό ποσοστό που προκύπτει από τα περιοδικά στατιστικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Γ. Επί της ερμηνείας της υπ' αριθ. 16/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και του εισαχθέντος ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ερωτήματος
Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 2/ 2024 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 20Α § 1 ν. 4842/2021, η διάταξη της προς ερμηνεία υπ’ αριθ. 16/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, όπως αυτή μεταρρυθμίσθηκε με τις υπ' αριθ. 1072/2012 και 244/2019 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, ορίζει τα εξής: «... Επιβάλλει στην αιτούσα την υποχρέωση να ικανοποιήσει το υπόλοιπο των απαιτήσεων της πιστώτριας, που θα απομείνει μετά τις πιο πάνω καταβολές επί 4ετία και τη διανομή του τιμήματος της εκποίησης του προαναφερομένου ακινήτου, με μηνιαίες δόσεις επί διάστημα 300 μηνών ύψους 481,66€ το μήνα. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα τέσσερα χρόνια μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας …».
Όπως επισημαίνεται και στην ίδια ως άνω Πράξη της Επιτροπής, από τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της απόφασής του περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ 1927/2006, ΑΠ 1124/2002). Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης (άρθρ. 317 § 2 ΚΠολΔ), θα εξετάσει, σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνον τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί, ότι η απόφαση δεν είναι «σαφής» αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθ' εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης). Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται, κατά την ερμηνεία, η επανεκτίμηση των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί τότε, ούτε το δικαστήριο έχει εξουσία, με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, διότι τούτο αντίκειται στους κανόνες του δεδικασμένου (ΑΠ 815/2022, ΑΠ 1479/2019, ΑΠ 1427/2018).
Όπως προκύπτει από το διατακτικό της ερμηνευόμενης απόφασης, όπως αυτό ενσωματώνεται στην ανωτέρω Πράξη, εκ της γραμματικής διατύπωσης προκύπτει ευχερώς ότι η έντοκη αποπληρωμή αναφέρεται στις επιμέρους μηνιαίες δόσεις και όχι στο κεφάλαιο που επιμερίζεται σε δόσεις. Τούτο προκύπτει από τη διατύπωση, «η καταβολή των μηνιαίων δόσεων […] θα γίνει εντόκως». Ως εκ τούτου, με το ανωτέρω διατακτικό έχει αποκλεισθεί η εφαρμογή της τοκοχρεωλυτικής αποπληρωμής των δανείων που εφαρμόζεται στην τραπεζική πρακτική, ήτοι ότι οι τόκοι που καταβάλλονται και αποπληρώνονται με την αντίστοιχη μηνιαία δόση αφορούν πληρωμή τόκων για το συνολικό κάθε φορά υπόλοιπο του δανείου. Ούτε από το σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης προκύπτει αντίθετο συμπέρασμα ή διαφορετική βούληση του δικάζοντος δικαστή. Συγκεκριμένα, η υπ’ αριθ. 16/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων εκδοθείσα επί της από 7.9.2011 αιτήσεως της οφειλέτριας Ι.Τζ., ήτοι πριν από τις τροποποιήσεις του ν. 4161/2013, διέταξε, στο πλαίσιο του άρθρου 8 § 2 ν. 3869/2020, την καταβολή μηνιαίων δόσεων επί τετραετία, την εκποίηση ενός ακινήτου (καταστήματος) της αιτούσας δυνάμει του άρθρου 9 § 1 και μηνιαίες καταβολές για την διάσωση της κύριας κατοικίας της.
Ακόμη κι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι δημιουργείται ασάφεια ως προς την βάση υπολογισμού του επιτοκίου κατά το ανωτέρω διατακτικό της απόφασης, η συνεπής με το σκοπό του άρθρου 9 § 2 ν. 3869/2010 ερμηνεία του, η οποία ουδόλως έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα του ούτε με το σκεπτικό της απόφασης, κατατείνει στον υπολογισμό του επιτοκίου, το οποίο εν προκειμένω βάσει της απόφασης είναι το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικού δανείου, επί της καταβαλλόμενης δόσης κατά το μήνα εξόφλησής της.
ΙΙΙ. Συμπεράσματα
Κατόπιν των ανωτέρω, σε σχέση και με τα ερωτήματα που εισάγονται ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθ. 20/2024 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 20Α, § 1 του ν. 4842/2021, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:
42.1. Το επιτόκιο του άρθρου 9 § 2 ν. 3869/ 2010 ορθά δύναται να υπολογίζεται επί των μηνιαίων δόσεων στις οποίες επιμερίζεται το καταβλητέο για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας ποσό της § 2, εδ. β΄ του άρθρου 9 ν. 3869/ 2010 λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη: α) το γράμμα της διάταξης της § 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010 που δεν επιβάλει τον τρόπο εκτοκισμού με βάση τα κοινώς ισχύοντα στην τραπεζική πρακτική για την τοκοχρεωλυτική αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων ή τη χρήση άλλου τρόπου εκτοκισμού, β) το σκοπό της δικαστικής ρύθμισης των οφειλών κατά το ν. 3869/2010, συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης ρύθμισης της § 2 του άρθρου 9 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, ο οποίος συνίσταται στην επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης δια του οριστικού απεγκλωβισμού του από την υπερχρέωση, γ) τη διαπλαστική ευχέρεια του δικαστή να διαμορφώσει μία βιώσιμη δικαστική ρύθμιση για τον οφειλέτη, εντός των ορίων που επιβάλλει ο σκοπός του ν. 3869/2010 και οι αρχές καλής πίστης κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, δ) τη φαλκίδευση του σκοπού του νόμου με την αντιμετώπιση των καταβολών του άρθρου 9 § 2 ως ενός νέου τοκοχρεωλυτικού δανείου που εκθέτει τον οφειλέτη στον φαύλο κύκλο της διαρκούς υπερχρέωσης και ε) την εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών του ευρισκόμενου σε μόνιμη και γενική οικονομική αδυναμία οφειλέτη δια της καταβολής σε αυτούς ποσού, που εξάγεται με βάση την αξία του ακινήτου που θα μπορούσε να εισπραχθεί σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης πλέον ενός επιτοκίου. Εφόσον έχει επιλεγεί σταθερό επιτόκιο, αυτό θα υπολογισθεί στην αρχή της ρύθμισης επί εκάστης δόσης στην οποία επιμερίζεται το ποσό που έχει προσδιορίσει το δικαστήριο με βάση την αξία του ακίνητου (ή και την μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής μετά το ν. 4346/2015), ενώ εάν έχει επιλεγεί κυμαινόμενο επιτόκιο, αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης μηνιαίας δόσης, κατά το χρόνο εξόφλησής της.
42.2. Κατόπιν των ανωτέρω, επί του πρώτου ερωτήματος που εισήχθη ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ήτοι εάν το επιτόκιο, που θεσπίζεται στο άρθρο 9 § 2 του ν. 3869/2010, πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης, επί του συνόλου του οριζομένου κεφαλαίου οφειλής του δανειολήπτη, και να υπολογίζονται οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής, κατά κεφάλαιο και τόκους, προσήκει αρνητική απάντηση.
42.3. Επί του δεύτερου ερωτήματος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το επιτόκιο θα υπολογίζεται επί εκάστης των μηνιαίων δόσεων. Εφόσον δε έχει ορισθεί αυτό σταθερό, θα υπολογισθεί στην αρχή της ρύθμισης επί εκάστης δόσης στην οποία επιμερίζεται το καταβλητέο ποσό που έχει προσδιορισθεί με βάση την § 2, εδ. β’ του άρθρου 9 ν. 3869/2010 έως τη λήξη της ρύθμισης, ενώ εάν έχει επιλεγεί κυμαινόμενο επιτόκιο, αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης μηνιαίας δόσης, κατά το χρόνο καταβολής της.
- 1
Ήτοι με τους ν. 3996/2011 (άρθρ. 85), 4161/2013 (άρθρ. 17), 4336/2015 (άρθρ. 1 § 18 υποπαρ. Α.4. άρθρ. 2), 4346/2015 (άρθρ. 14), 4549/2018 (άρθρ. 62). Για την εξέλιξη των ρυθμίσεων του νόμου, βλ. Κατσά, σε Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 3η έκδ., 2016, 47 επ., Τσιαφούτη, Η προστασία της κατοικίας στο ν. 3869/ 2010 ως εξειδίκευση της κατ’ άρθρο 288 ΑΚ καλής πίστης - Ερμηνευτικά ζητήματα ιδίως μετά το ν. 4346/ 2015, ΕΦΑΠΟΛΔ, 2016. 578 επ.
- 2
Για το σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας (υπό την ισχύ του ΠτΚ (ν. 3588/2010), που ίσχυε κατά το χρόνο που ίσχυσε και ο ν. 3869/2010), βλ. Περάκη, Πτωχευτικό δίκαιο, 3η έκδ., 2017, 15, 16, 23 επ., Ψυχομάνη, Πτωχευτικό δίκαιο, ζ΄ έκδ., 2017, 15 επ.
- 3
Βλ. Κατσά, σε Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 3η έκδ., 2016, 14.
- 4
Κατσάς, ό.π., με παραπομπή και σε World Bank, Report on the Treatment of Insolvency of Natural Persons, 16-17.
- 5
Για την εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010, βλ. Σταθόπουλο, ΧρηΔικ 2011. 181 επ., Τσιαφούτη, ό.π., 571 επ., Βενιέρη, σε Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 3η έκδ., 2016, 625.
- 6
Τσιαφούτης, ό.π., 571 επ.
- 7
Για τα διαδοχικά στάδια της διαδικασίας, βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, 2010, 22, Κατσά, σε Βενιέρη/Κατσά, ό.π., 32 επ.
- 8
Βλ. Βενιέρη, σε Βενιέρη/Κατσά, ό.π., 471 επ., ΕφΑθ 2188/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 9
Βλ. Βενιέρη, ό.π., 478, Τσιαφούτη, ό.π., 2, Ειρ Αλεξ 105/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛαυρ 22/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 10
Βλ. Κρητικό, ό.π., 128 επ., Βενιέρη, σε Βενιέρη/Κατσά, ό.π., 471, 472.
- 11
Η τριετία εισήχθη με τις τροποποιήσεις του ν. 4336/2015 και συγκεκριμένα με την § 17 άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 άρθρου 2 ν. 4336/2015, καταλαμβάνοντας, σύμφωνα με την § 5 του άρθρου 2 του αυτού άρθρου και νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β΄ του άρθρου 3 αυτού, ήτοι την 14.08.2015.
- 12
Βλ. Βενιέρη, σε Βενιέρη/Κατσά, ό.π., 507, ΕιρΝικ 12/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΚαβ 388/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠειρ 111/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ.
- 13
Βενιέρης, ό.π., 477.
- 14
Βλ. Δέλλιο, Η εξαίρεση της κύριας ή της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του κατά το άρθρο 9 § 2 του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ΧρηΔικ 2010. 296, 298, Τσιαφούτη, ό.π., 575.
- 15
Βλ. και ΜΠρΡοδ 82/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 16
Βλ. Τσιαφούτη, ό.π., 576.
- 17
Δηλ. χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, ή άλλων λόγων ιδίας τουλάχιστον βαρύτητας. Βλ. ενδεικτικά, ΜΠρΚορ 187/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 2097/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΑθ 15/2011 ΕφΑΔ 2011, 677, ΕιρΘ 5105/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 12/2011 ΧρηΔικ 2011. 287, ΕιρΚρωπ 584/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ.
- 18
Βενιέρης, ό.π., 614.
- 19
Βλ. ΕιρΚαβ 388/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚαβ 213/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚορ 187/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 2097/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΑθ 15/ 2011 ΕφΑΔ 2011. 677. Για την αρχή περί του ότι ουδείς μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, βλ. ΑΠ 288/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 1059/2006 ΔΔικ 2008. 461.
- 20
Βλ. και Βενιέρη, ό.π., 618, 619.
- 21
Συναφώς σημειώνεται ότι στο πλαίσιο των τροποποιήσεων που επέφερε ο ν. 4336/2015, η § 2 διαμορφώθηκε ως εξής: «Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εκδίδεται σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί η κυρία κατοικία του από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, ιδίως ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου το ύψος του συνόλου των οφειλών κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατάθεσης της αίτησης και το μικτό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη.». Στη μεταβατική, ωστόσο, διάταξη της § 6 του άρθρου 2 της υποπαρ. 4 του άρθρου 2 ν. 4336/2015, ορίσθηκε ότι μέχρι να εκδοθεί η ΚΥΑ της § 2 του άρθρου 9 θα εφαρμόζεται η προϊσχύσασα ρύθμιση. Η εν λόγω ΚΥΑ δεν εκδόθηκε και ως εκ τούτου, μέχρι την έκδοση του ν. 4346/2015 και τις τροποποιήσεις που επέφερε στο άρθρο 9 από την 1.1.2016, το ποσό που έπρεπε να καταβάλει ο οφειλέτης για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση αντιστοιχούσε, κατ’ ανώτατο όριο, στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
- 22
Όπως: α) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα να υπολείπεται ή είναι ίσο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην § 3 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, β) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης να μην υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες (40.0) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα, γ) να είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται.
- 23
Βλ. και Βενιέρη, ό.π., 639.
- 24
Σε εξειδίκευση της εφαρμογής της § 2 του άρθρου 9, εκδόθηκε η ΤτΕ 54/15.12.2015, με την οποία δόθηκαν κατευθύνσεις για τον τρόπο προσδιορισμού της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, η οποία βασίζεται στην τρέχουσα και στη μελλοντική ικανότητα αυτού για αποπληρωμή του συνόλου της οφειλής με βάση αξιόπιστες και ρεαλιστικές παραδοχές που λαμβάνουν υπόψη και τις αναφερόμενες στο άρθρο 5 § 3 ν. 3869/2010 «εύλογες δαπάνες διαβίωσης» του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Βλ. και ΕιρΑθ 33/2022 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, η οποία δέχθηκε τη μείωση της μηνιαίας καταβολής, όπως είχε ορισθεί δυνάμει του άρθρου 9 § 2, επειδή είχε μεταβληθεί η μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής της. Βλ. επίσης Τσιαφούτη, ό.π., 587 επ.
- 25
Τσιαφούτης, ό.π, 585.
- 26
Έχει γίνει έτσι δεκτή μόνον επιμήκυνση της περιόδου των καταβολών της § 2 (βλ. ΕιρΑθ 33/2022), ήτοι αύξηση του αριθμού των δόσεων και επομένως μείωση, δι’ αυτού του τρόπου, του ύψους της μηνιαίας δόσης. Ομοίως και για την εδώ αιτούσα, με την υπ’ αριθ. 244/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων έχει γίνει δεκτή η επιμήκυνση της περιόδου εξόφλησης.
- 27
Βλ. Βενιέρη, ό.π., 613.
- 28
Βλ. υποσ. 31 κατωτέρω.
- 29
Βλ. ΕιρΙ 1/2023, ΕιρΑθ 450/2023, ΕιρΑθ 486/ 2023, ΕιρΑθ 487/2023, ΕιρΑθ 488/2023, ΕφΘ 1860/ 2023, ΕιρΑθ 2/2024, ΕιρΑθ 27/2024, ΕιρΑθ 45/2024, ΕιρΑθ 49/2024, ΕιρΑθ 92/2024, ΕιρΑθ 95/2024, Ειρ Καλιθ 8/2024 ΕιρΚαλ. 10/2024, ΠΠρΑθ 784/2022, οι οποίες μνημονεύονται στην υπ’ αριθ. 15/ 2024 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων με την οποία υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
- 30
Η πρόβλεψη σταθερού επιτοκίου εισήχθη με το άρθρο 85 § 5 ν. 3996/2011.
- 31
Βλ. Βενιέρη, ό.π., 624. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΕιρΚρωπ 539/2011, ΕιρΑθ 27/2011, ΕιρΠατ 2/2011, ΕιρΠατ 3/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 32
Βλ. και αιτιολογική έκθεση του νόμου επί του άρθρου 9, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «η διάρκεια της αποπληρωμής καθορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να παράσχει και περίοδο χάριτος, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη. Η διάρκεια αποπληρωμής δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει τα είκοσι έτη».
- 33
Σύμφωνα με την οποία «Η εξυπηρέτηση του πρόσθετου αυτού χρέους γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας».
- 34
Βλ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο. Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων, Τεύχος ΙΙ, Στ΄ έκδ., 2010, 185.
- 35
Βλ. και ΕφΑθ 4272/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 36
Βλ. ΕιρΙ 1/2023, ΕιρΑθ 450/2023, ΕιρΑθ 486/ 2023, ΕιρΑθ 487/2023, ΕιρΑθ 488/2023, ΕφΘ 1860/ 2023, ΕιρΑθ 2/2024, ΕιρΑθ 27/2024, ΕιρΑθ 45/2024, οι οποίες μνημονεύονται στην υπ’ αριθ. 15/2024 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων με την οποία υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
- 37
Βλ. και Δέλλιο, ό.π., 299, σύμφωνα με τον οποίο «θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τίμημα για την διάσωση της κατοικίας του οφειλέτη θα υπολογίζεται μεν με βάση την πραγματική της αξία αλλά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υπολείπεται του 85% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, κάτι που εδώ θα λειτουργήσει σαν ελάχιστο όριο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των πιστωτών».
- 38
Συγκεκριμένα, η § 1 του άρθρου 106γ ΠτΚ προέβλεπε ότι «από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης», στις δε προϋποθέσεις επικύρωσης του άρθρου 106β § 2, περιλαμβάνονταν και η μη βλάβη της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών. Για τη βλάβη της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών, οριζόταν στην § 2 του άρθρου 99 ότι «η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών παραβλάπτεται, αν προβλέπεται ότι οι μη συμβαλλόμενοι στη συμφωνία πιστωτές θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν με βάση το όγδοο κεφάλαιο του παρόντος Κώδικα», δηλαδή σε περίπτωση πτωχευτικής εκκαθάρισης.
- 39
Βλ. ενδεικτικά ΠΠρΕδ 39/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΗρ 7/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΚορ 20/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ=ΕΕμπΔ 2017. 918, ΠΠρΑθ 109/2018 ΕΕμπΔ 2018. 192, ΕφΘ 2156/2015 ΔΕΕ 2016. 364, ΕΕμπΔ 2016. 162, ΠΠρΑθ 537/2015 ΕΕμπΔ 2016. 448, ΕφΠειρ 869/2014, ΔΕΕ 2015. 381, ΠΠρΛ 47/2012, ΔΕΕ 2012. 1035, ΠΠρΒερ 15/2015 ΔΕΕ 2016. 806.
- 40
Βλ. ΕιρΙ 1/2024, Sakkoulas-Online, EιρΑλεξ 105/ 2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘ 9975/2024 (αδημ.), Ειρ Λαυρ 22/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘ 1377/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΗρ 1436/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠειρ 2264/2023 Sakkoulas-Online, ΕιρΣερ 5/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑταλ 10/2024 Sakkoulas-Online, ΕιρΝικ 14/ 2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 41
Βλ. ΕιρΠειρ 1415/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με την οποία «συνεπώς, καθώς ο Νομοθέτης ρητώς πλέον ορίζει ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του, η οριζόμενη δόση του άρθρ. 9 § 2 ν. 3869/2010 αποτελεί την οροφή και όχι την βάση υπολογισμού». Έτσι και η ΕιρΑλεξ 105/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 42
Βλ. ΕιρΙ 1/2024, Sakkoulas-Online, EιρΑλεξ 105/ 2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘ 9975/2024 (αδημ.), Ειρ Λαυρ 22/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘ 1377/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΗρ 1436/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠειρ 2264/2023 Sakkoulas-Online, ΕιρΣερ 5/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑταλ. 10/2024 Sakkoulas-Online, ΕιρΝικ 14/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 43
Βλ. Γεωργιάδη, Ενοχικό δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, 122, ο οποίος επισημαίνει ότι: ΑΚ δεν περιέχει ορισμό του τόκου. Βλ. και Τσολακίδη, Η βάση για τον υπολογισμό του τόκου επί του ποσού που πρέπει να καταβληθεί για την διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη κατά το άρθρο 9 § 2 ν. 3869/2010, ΕΦΑΠΟΛΔ 10/2023, ο οποίος αν και δέχεται την αντίθετη άποψη, ήτοι ότι το επιτόκιο πρέπει να υπολογίζεται στο σύνολο του κεφαλαίου, επικαλούμενος την οικονομική θεωρία για τον τόκο, αναφέρει ότι «ο τρόπος υπολογισμού του τόκου δεν περιγράφεται κατά κανόνα σε νομοθετικό κείμενο», 1171.
- 44
Βλ. Γεωργιάδη, ό.π., Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, 649.
- 45
ΑΠ 490/2021.