Έχουμε υποχρέωση να υπακούμε στο νόμο;

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Έχουμε υποχρέωση να υπακούμε στο νόμο;1

Ξενοφώντα Ι. Παπαρρηγόπουλου

Καθηγητή

 

Το φαινόμενο της πολιτικής ανυπακοής έχει απασχολήσει συχνά τη νομική θεωρία, τη φιλοσοφία, ηθική και πολιτική, ενίοτε δε και τη νομική πράξη2. Εντούτοις, το ερώτημα αν υ­πάρ­χουν περιπτώσεις κατά τις οποίες κανείς δι­καιούται, ίσως δε και υποχρεούται, να μην υπακούσει σε κάποιους νόμους, θέτει ένα λογικώς πρότερο ερώτημα, δηλονότι αν έχουμε καθόλου οποιαδήποτε καταρχήν υποχρέωση να υπακούμε στο νόμο.

Φαίνεται παράξενο το ερώτημα αυτό, όπως τίθεται, γιατί στην προκατανόησή μας η έννοια του νόμου είναι συνυφασμένη με την υποχρέωση υπακοής.

Αλλά το ερώτημα περί της υποχρέωσης ή μη υπακοής στο νόμο, όπως το θέτουμε εδώ, έχει μιαν ιδιαίτερη σημασία, και η απάντηση σε αυτό δεν είναι τόσο προφανής όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. 

Στο νόμο, βέβαια, που είναι, όπως λέγεται, ρύθμιση ετερόνομη, υπακούμε, όταν και όσο υπακούμε, επειδή φοβόμαστε την κύρωση. Το γεγονός όμως ότι υπακούμε στον νόμο γιατί φοβόμαστε τις δυσμενείς συνέπειες της ανυπακοής, δεν συνεπάγεται ότι έχουμε κάποια υποχρέωση να υπακούσουμε στο νόμο. Με άλλα λόγια, το ότι είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε στο νόμο δεν σημαίνει και ότι έχουμε υποχρέωση να υπακούσουμε στο νόμο. 

Όταν αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάποια υποχρέωση να υπακούσουμε στο νόμο, αναρωτιόμαστε στην πραγματικότητα αν υπάρχουν κάποιοι λόγοι, δηλαδή κάποια επιχειρήματα που μας οδηγούν στην πεποίθηση ότι είναι ορθό και πρέπον να συμπεριφερθούμε κατά τρόπο σύμφωνο με τον νόμο. Με λίγα λόγια, αν η υπακοή στο νόμο είναι κατά κυριολεξία δικαιο-λογημένη, όχι αν είναι επιβεβλημένη, δηλαδή αποτέλεσμα μιας επιβολής ανεξάρτητης από την δική μας έλλογη επιδοκιμασία στο περιεχόμενο των επιταγών του νόμου.

Σε πολλές περιπτώσεις ορισμένη συμπεριφορά που επιβάλλεται από το νόμο, συμβαίνει να είναι επιβεβλημένη και για λόγους ηθικής τάξεως, όπως λ.χ. όταν ο νόμος τιμωρεί την ανθρωποκτονία, την κλοπή ή την αθέτηση των συμβατικών μας υποχρεώσεων3. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πράγματι μια καταρχήν υποχρέωση να συμπεριφερθούμε όπως προστάζει ο νόμος (να μη σκοτώσουμε, να μην κλέψουμε, να τηρήσουμε τις συμβατικές μας υποχρεώσεις κ.ο.κ.), όχι όμως επειδή το προστάζει ο νόμος, αλλά επειδή αυτό είναι το ηθικά ορθό να πράξουμε. Θα υποχρεούμασταν να το πράξουμε ακόμη και αν ο νόμος δεν το επέτασσε. Το ότι το επιτάσσει και ο νόμος είναι ένα γεγονός μάλλον επουσιώδες, που δεν θεμελιώνει αυτό καθαυτό την αντίστοιχη υποχρέωση. Με άλλα λόγια, όπου μια πράξη παρίσταται ως ηθικά ορθή και δίκαιη, η υποχρέωσή μας να συμπεριφερθούμε αντίστοιχα βρίσκει έρεισμα στον ηθικό κανόνα, ο δε νομικός κανόνας, αν υπάρχει, απλούστατα περισσεύει, ή πάντως χρησιμεύει μόνον για να απειλεί ανθρώπους ανήθικους, που γενικά δεν αισθάνονται καμία ηθική υποχρέωση.

Υπακούμε όμως και σε άλλου είδους νόμους που, για να το θέσουμε έτσι, δεν έχουν κανένα ηθικό απόθεμα, αλλά ρυθμίζουν διαφορετικά ζητήματα και συντονίζουν ανθρώπινες συμπεριφορές που δεν έχουν σχέση με την ηθική, όπως είναι π.χ. οι νόμοι που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία. Και βέβαια τους νόμους αυτούς τους τηρούμε και μπορούμε να σκεφθούμε μήπως η «υποχρεωτικότητα» αυτών των άλλων νό­μων κρύβει το μυστικό της υποχρέωσής μας να τηρούμε τους νόμους. Αλλά τους νόμους αυτούς φαίνεται να τους τηρούμε όχι ακριβώς γιατί αισθανόμαστε κάποιαν υποχρέωση να τους τηρήσουμε ως νόμους, αλλά μάλλον ως χρήσιμα εργαλεία που εξυπηρετούν πρακτικούς μας σκοπούς (να μετακινηθούμε ταχύτερα και ασφαλέστερα). Θα τηρούσαμε αυτούς τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς ακόμη και αν δεν τους επέβαλε κάποιος νόμος, αλλά π.χ. ένα φυλλάδιο συμβουλών οδικής συμπεριφοράς ή ένα εγχειρίδιο χρήσης του οδικού δικτύου, κάπως σαν εγχειρίδιο χρήσης ενός πλυντηρίου ή οδηγιών συντήρησης ενός μηχανήματος. Τους τηρούμε γιατί μας συμφέρουν και μας εξυπηρετούν, και όχι ακριβώς από κάποια ιδιαίτερη αίσθηση καθήκοντος. Και γι’ αυτό, θα έλεγα εδώ, τους παραβαίνουμε όποτε μπορούμε χωρίς πολλές τύψεις. 

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι νόμοι, όπως π.χ. οι φορολογικοί, που ούτε επιβάλλουν κάποιας ηθικής φύσεως υποχρεώσεις, ούτε απλώς συντονίζουν συμπεριφορές, αλλά διευκολύνουν και ρυθμίζουν καταστάσεις που αφορούν πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, τα οποία είναι ευεπίφορα στο λεγόμενο πρόβλημα του λαθρεπιβάτη. Εδώ η υποχρέωση τήρησης αυτών των νόμων προκύπτει και πάλι από λόγους ηθικής κυρίως τάξεως: είναι ανήθικο να επωφελείται κανείς από τα δημόσια αυτά αγαθά χωρίς να συνεισφέρει, ενώ τρίτοι συνεισφέρουν για να τα δημιουργήσουν και να τα συντηρήσουν. Η υποχρέωσή μας να τηρήσουμε αυτούς τους νόμους έχει και πάλι ηθικό χαρακτήρα: επιβάλλεται από λόγους τιμιότητας, από αυτό που οι αγγλοσάξωνες ονομάζουν fair play, και θα συνέτρεχαν για κάθε ηθικό άνθρωπο και πολίτη που ωφελείται από το κοινό αγαθό, ακόμη και αν δεν το επέτασσε ο νόμος. 

Παρά ταύτα, αισθανόμαστε πως κάπως υπέχουμε μιαν αυτοτελή υποχρέωση σεβασμού προς αυτή την ετερόνομη τάξη κανόνων που ονομάζουμε θετικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τους εξ υποκειμένου ηθικούς ή πρακτικούς λόγους που έχουμε ή μπορεί να έχουμε για να συμπεριφερθούμε σύμφωνα με τους κανόνες που αυτή η έννομη τάξη διαλαμβάνει. 

Υπάρχει άραγε κάποιο θεμέλιο αυτής της αίσθησης που μας επιβάλλει αυτοτελώς υπακοή στο νόμο ως νόμο, και αν ναι, που εντοπίζεται αυτό;

Η προ-νεωτερική απάντηση στο ερώτημα αυτό, δηλαδή η απάντηση που η πολιτική σκέψη και πράξη θα έδιδε πριν από τον Διαφωτισμό, θα ήταν ότι η αυθεντία του νόμου πηγάζει άνωθεν και έξωθεν: από την Θεϊκή βούληση, την προνομιακή γνώση του χαρισματικού νομοθέτη είτε, τέλος, από το κύρος της μακράς και δοκιμασμένης και γι αυτό αυταπόδεικτα σοφής παράδοσης ενός λαού. Δηλαδή, εν τέλει, από μιαν αντικειμενική τάξη αξιών που επιβάλλεται ανεξάρτητα από την βούληση του υποκειμένου ή/και της ίδιας της κοινωνίας ως συνόλου και φυσικά δεν υπόκειται στον έλλογο έλεγχο είτε της κοινωνίας, είτε κάθε πολίτη ξεχωριστά. Η προοπτική αυτή θα μπορούσε πράγματι να θεμελιώσει μιαν εξ αντικειμένου υποχρέωση υπακοής στο νόμο ως νόμο, ανεξάρτητα από εκτιμήσεις ηθικότητας ή άλλου είδους σταθμίσεις. 

Όταν οι προ-νεωτερικές αυτές αντιλήψεις για την αυθεντία ενός ανώτερου νομοθέτη εξέλιπαν, η απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχει και από πού, άραγε, πηγάζει η υποχρέωση υπακοής στο νόμο, έγινε πολύ δυσκολότερη.  Οι πρώτες απαντήσεις  των νεότερων στράφηκαν στην νομιμοποιητική ιδέα της συναίνεσης, σε θεωρίες τύπου κοινωνικού συμβολαίου. Συμφωνήσαμε να ζήσουμε εντός ορισμένης έννομης τάξης και εκ της συμφωνίας δεσμευόμαστε. Και εδώ βέβαια η υποχρέωση υπακοής στο νόμο είναι εν τέλει ηθικής τάξεως: θα ήταν ανήθικο να αθετήσει κανείς την συμφωνία που έκανε με το κοινωνικό σύνολο και την έννομη τάξη που το διέπει.

Τα προβλήματα αυτής της φαινομενικά απλής προσέγγισης είναι πολλά: Πρώτον, δεν είναι βέβαια σαφές αν και πότε δίνει ο πολίτης κάποια συναίνεση στην πολιτική εξουσία, αν η συναίνεση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δίνεται, είναι πράγματι ελεύθερη και συνεπώς γνησίως δεσμευτική, και ποιο είναι, άραγε, το ακριβές περιεχόμενό της, αν θεωρηθεί ότι υπάρχει.

Κυριότερα όμως, όπως παρατηρείται, η συναίνεση και γενικότερα οι συμφωνίες είναι δεσμευτικές όταν είναι πραγματικές και ενεστώσες, όχι υποθετικές: με δεσμεύει μια συμφωνία που πράγματι έδωσα εγώ και όχι μια συμφωνία που θα ήταν ίσως εύλογο να δώσω, αλλά που δεν έδωσα πράγματι, ή που έδωσαν κάποιοι άλλοι για λογαριασμό μου, ενδεχομένως κάποτε άλλοτε στο παρελθόν.

Αν οι παραπάνω σκέψεις ευσταθούν, τότε φαίνεται να προκύπτει πως δεν έχουμε κάποια καταρχήν υποχρέωση να τηρούμε το νόμο ως νόμο, αλλά μάλλον ότι η υποχρέωση αυτή ανακύπτει περιπτωσιολογικά, όταν συμβαίνει να συντρέχει και κάποια ηθική επιταγή να πράξουμε ό,τι προστάζει και ο νόμος, ή όταν πρέπει να συμμορφωθούμε με το νόμο για λόγους πρακτικής αποτελεσματικότητας ή και δικού μας συμφέροντος, εδώ πλέον όμως όχι για λόγους «κατηγορικούς», αλλά υποθετικούς, ηρτημένους δηλαδή από τον πρακτικό σκοπό που εκάστοτε επιδιώκεται από τον νόμο και από εμάς τους ίδιους.

Υποψιαζόμαστε εντούτοις ότι, υπό κάποιες τουλάχιστον προϋποθέσεις, οι νόμοι αξίζουν αυτοτελώς τον σεβασμό μας και ότι έχουμε καταρχήν την υποχρέωση να τους υπακούμε ακόμη και όταν ορισμένες φορές διαφωνούμε με το περιεχόμενό τους, τους θεωρούμε ενδεχομένως άδικους, τους κρίνουμε αναποτελεσματικούς και εσφαλμένους είτε, τέλος, κρίνουμε ότι παραβιάζοντάς τους δεν θα προξενούσαμε κάποια μετρήσιμη βλάβη στο κοινωνικό σύνολο είτε σε κάποιους συμπολίτες μας.

Κάποιοι στοχαστές πιστεύουν ότι η αίσθηση αυτή ενός καταρχήν καθήκοντος υπακοής ίσως μπορεί να βρει έρεισμα όχι σε κάποιο εμπρόθετο βουλητικό ενέργημα του υποκειμένου είτε σε κάποιο αφηρημένο ηθικό καθήκον fair play, αλλά στο γεγονός ότι υποχρεώσεις σεβασμού και υπακοής φαίνεται να προκύπτουν και από το πραγματικό γεγονός της συμβίωσης εν κοινωνία, συμβίωσης που γεννά αμοιβαίες υποχρεώσεις των κοινωνών για σεβασμό και τήρηση των κανόνων της συνύπαρξης. Οι υποχρεώσεις αυτές μοιάζουν με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, στο πλαίσιο των σχέσεων φιλίας, γειτονίας ή συναδελφικότητας κ.ο.κ. τις οποίες  εν μέρει επιλέγουμε αλλά και εν μέρει και από ένα σημείο και πέρα αναδεχόμαστε εκόντες-άκοντες, καθώς οι σχέσεις αυτές αναπτύσσουν τη δική τους δυναμική που ξεφεύγει  από τη δική μας ρητή κατάφαση και έγκριση, αλλά που πάντως αισθανόμαστε ως δική μας, γιατί έχουμε κάπως συμβάλλει να δημιουργηθούν, να διατηρηθούν και να διαπλασθούν όπως διαπλάσθηκαν.

Αν από το πραγματικό γεγονός της συμβίωσης προκύπτουν λοιπόν τέτοιου είδους «κοινωνιακές» υποχρεώσεις4, ίσως αυτές να εξηγούν γιατί αισθανόμαστε ότι πάντως έχουμε μια καταρχήν υποχρέωση υπακοής στο νόμο, στην έννομη τάξη της κοινότητας εντός της οποίας ζούμε. 

Όσοι υποστηρίζουν αυτήν την εκδοχή, σπεύδουν όμως και πάλι να σημειώσουν ότι τέτοιες «κοινωνιακές» υποχρεώσεις δεν οφείλονται προς το πλέγμα των κανόνων κάθε είδους κοινότητας εντός της οποίας συμβαίνει να εγκαταβιούμε ή στην οποία συμβαίνει να συμμετέχομε, αλλά μόνον προς την έννομη τάξη κοινωνιών που ανταποκρίνονται σε κάθε περίπτωση σε ορισμένα ελάχιστα κριτήρια δημοκρατικότητας, ουσιαστικής δικαιοσύνης και ηθικότητας, όπως είναι ιδίως η υποχρέωση να επιδεικνύει η κοινότητα ίση μέριμνα και σεβασμό σε όλα τα μέλη της, να διαθέτει μηχανισμούς ισότιμης συμμετοχής στα κοινά και κάποιας μορφής ακεραιότητα στον τρόπο που νομοθετεί και δικάζει5.

Ποιο είναι το γενικό συμπέρασμα που φαίνεται να προκύπτει από όσα προηγήθηκαν; 

Η σύγχρονη αντίληψή μας για το ζήτημα που εξετάζουμε εδώ φαίνεται να είναι ότι δεν υφίσταται κάποια ιδιαίτερη, ξεχωριστή υποχρέωση υπακοής στο νόμο ως νόμο. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει κάποια υποχρέωση να υπακούμε σε ένα σύστημα κανόνων που συμβαίνει να χαρακτηρίζεται ως έννομη τάξη και εντός της οποίας έννομης τάξης συμβαίνει να εγκαταβιούμε ή να ευρισκόμεθα, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι,  ή, ακριβέστερα, ένας συνδυασμός άλλων λόγων πρακτικής, ηθικής και κοινωνικής τάξεως, πληρούνται δε επιπροσθέτως και κάποιες προϋποθέσεις ουσιαστικής δικαιοσύνης που, στη διαπλοκή τους, ενεργοποιούν μιαν καταρχήν υποχρέωση υπακοής.

Υπ’ αυτήν την έποψη, ίσως η πληρέστερη απάντηση στο ερώτημα αν και υπό ποιες προϋποθέσεις οφείλουμε να υπακούμε στο νόμο να δόθηκε ήδη από τον Σωκράτη του Κρίτωνα, ο οποίος, διαλεγόμενος με τους νόμους, τεκμηρίωνε την υποχρέωση υπακοής σε ένα συνδυασμό λόγων που περιλάμβαναν τόσο το στοιχείο της έμπρακτης συναίνεσης, όσο και το στοιχείο της «κοινωνιακής» υποχρέωσης προς την πόλη-τροφό, αλλά και τα στοιχεία μιας κοινωνίας που επιτρέπει την έξοδο αλλά και την εκ των ένδον μεταβολή του άδικου νόμου δια της πειθούς6.

Η σύγχρονη εξέλιξη των αντιλήψεών μας ως προς το θεμέλιο της υποχρεώσεώς μας υπακοής στο νόμο οφείλεται αναμφίβολα και στην πρόσφατη – και ,θα έλεγα, ιδίως την μεταπολεμική – αντίληψη, επηρεασμένη από τις θηριωδίες του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού,  ότι το θετικό δίκαιο δεν είναι ένα κανονιστικό σύστημα αυτόνομο και άξιο ιδίου και αυτοτελούς σεβασμού, αν δεν ανταποκρίνεται σε ηθικοπολιτικές αρχές δικαιοσύνης και ηθικότητας που το υπερβαίνουν και οφείλουν να το επικαθορίζουν. Μάλιστα, από μιαν αντίληψη που ήθελε τα δύο αυτά συστήματα κανόνων – το θετικό δίκαιο και την ηθική – να υφίστανται παράλληλα και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, τεμνόμενα, ενδεχομένως, περιστασιακά και κατά παραχώρηση, έχουμε σήμερα φθάσει στην αντίληψη ότι το σύστημα του θετικού δικαίου, προκειμένου να είναι καθόλου άξιο σεβασμού – για την ακρίβεια: προκειμένου να μπορεί καθόλου να ισχύει ως σύστημα θετικού δικαίου – οφείλει να επικαθορίζεται και να συνάδει προς ένα υπερκείμενο σύστημα ηθικο-πολιτικών κανόνων, υπερκείμενο σύστημα που εν τέλει θέτει και τα κριτήρια ισχύος του θετικού δικαίου, της έννομης τάξης, της νομιμότητας του κρατικού εξαναγκασμού και, εν κατακλείδι, της κατάφασης της όποιας υποχρέωσής μας να τηρούμε τους νόμους.

Αν η θετική έννομη τάξη εν τω συνόλω της πληροί και ανταποκρίνεται σε αυτά τα υπερκείμενα ηθικο-πολιτικά κριτήρια (αν εξασφαλίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων εξίσου, αν διαθέτει ανοιχτές, προσβάσιμες και λυσιτελείς διαδικασίες διαμόρφωσης της πολιτικής βούλησης, αν επιτρέπει και προωθεί την δίκαιη και ισότιμη πρόσβαση στα πλεονεκτήματα της κοινωνικής συνύπαρξης σε όλους) τότε υφίσταται ενδεχομένως μια καταρχήν υποχρέωση υπακοής στο νόμο – πράγμα που σημαίνει ότι ο πολίτης θα πρέπει να υπακούσει – να θεωρήσει δηλαδή πως υπέχει υποχρέωση να υπακούσει – και σε νόμους με τους οποίους δεν συμφωνεί γιατί ενδεχομένως τους θεωρεί κάπως άδικους ή άστοχους. Αυτή όμως η καταρχήν υποχρέωση υπακοής δεν θεμελιώνει πάντως υποχρέωση υπακοής σε όλους τους νόμους πάντοτε και χωρίς εξαιρέσεις.

Βεβαίως, από την εσωτερική οπτική γωνία ενός κλειστού κανονιστικού συστήματος που συγκροτείται ως θετική έννομη τάξη με αξιώσεις πληρότητας και καθολικότητας, η ανυπακοή δεν είναι δογματικά και εννοιολογικά διαχειρίσιμη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε από αυτή την εσωτερική οπτική γωνία να πούμε ότι υφίσταται οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα στην πολιτική ανυπακοή, στην αντίρρηση συνείδησης κ.λπ. 

Καθώς όμως κερδίζει έδαφος και εντός του νομικού δόγματος η αντίληψη πώς θετικό δίκαιο και ηθική διαπλέκονται αναπόφευκτα και ότι αυτή η διαπλοκή είναι αναγκαία προϋπόθεση συγκρότησης αυτής ταύτης της θετικής έννομης τάξης, είναι ολοένα και πιθανότερο συμπεριφορές ανυπακοής να ανακτώνται ερμηνευτικώς – δηλαδή μέσα από την ίδια την εφαρμογή του θετικού δικαίου από τα δικαστήρια - ως συμπεριφορές σύννομες. Πάντα, όμως, σε κάποιο σημείο η ερμηνευτική διάπλαση θα φτάνει στα όριά της, εντεύθεν δε η ανυπάκουη συμπεριφορά και πράξη δεν θα μπορεί να ανακτηθεί ως σύννομη. 

Το τίμημα της αποκαθήλωσης του νομικού θετικισμού και η στροφή από την αυθεντία του νομοθέτη στην αυτονομία του υποκειμένου, συνίσταται, ακριβώς, στο ότι οι όροι νομιμοποίησης της έννομης τάξης δεν μπορούν πλέον να καταστρωθούν εφάπαξ και αφηρημένως, αλλά συγκροτούνται μόνον συγκεκριμένως και πραγ­ματολογικώς και είναι συνεπώς ιστορικώς διαπορούμενοι και διακυβευόμενοι.

Και επειδή δεν φαίνεται πιθανό, ούτε θεωρητικά δυνατό, μια «ηθική επιστήμη» να συγκροτήσει σε ένα υπερκείμενο επίπεδο κανονιστικότητας μιαν ορθολογική, αντικειμενική και μη αμφισβητήσιμη τάξη δικαίου που να υποκαταστήσει την θετική τάξη του νόμου, αυτό που μια σύγχρονη έννομη τάξη δικαίου μπορεί και οφείλει να επιδιώκει ως νομιμοποιητικό έρεισμα της απαίτησης συμμόρφωσης προς τις επιταγές της, είναι η εγκαθίδρυση θεσμών συμπεριληπτικών, ευέλικτων και αναθεωρήσιμων. Όπως σημειώνει προσφυώς ο John Rawls, το κατά πόσον πρέπει να υπακούμε στο νόμο εξαρτάται από μια πλειάδα παραγόντων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο εν γένει δίκαιος χαρακτήρας του συντάγματος και η ύπαρξη ρεαλιστικών μηχανισμών αναθεωρήσεώς του, όπου χρειάζεται, αλλά και το πραγματικό γεγονός της συνδρομής πολιτικο-κοινωνικών όρων που να επιτρέπουν την παρέμβαση για την μεταρρύθμιση, τροποποίηση είτε ανάκληση του άδικου νόμου7.

Είναι συνεπώς, νομίζω, στοιχείο της ευρωστίας και της ισχύος και όχι αδυναμίας της έννομης τάξης – και εντεύθεν της κοινωνίας- να μπορεί να ελαστικοποιεί τα όρια της ερμηνευτικής ανάκτησης των αποκλινουσών συμπεριφορών, ώστε να παρέχει τη δυνατότητα έκφρασης στο διαφορετικό, στον πειραματισμό που προεικάζει εκάστοτε νέους τρόπους προσωπικής και συλλογικής πραγμάτωσης, έτσι όπως ωραία μας θυμίζει η Φερενίκη Παναγοπούλου, επιλέγοντας ως προμετωπίδα του πρόσφατου βιβλίου της για την πολιτική ανυπακοή τους συγκλονιστικούς στίχους του Καβάφη στο ποίημά του "Δυνάμωσις":

 

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει

να βγεί απ’ το σέβας και την υποταγή.

Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει

αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει

και νόμους κι έθιμα κι απ’ την παραδεγμένη

και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγεί.

  • 1

    Το παρόν κείμενο αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη εκδοχή εισηγήσεως του γράφοντος, η οποία έλαβε χώρα στο πλαίσιο ημερίδας που διοργάνωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο Σύλλογος Αποφοίτων Harvard στις 30 Οκτωβρίου 2025 επ’ ευκαιρία της δημοσιεύσεως του βιβλίου της Φερενίκης Παναγοπούλου με τίτλο Πολιτική Ανυπακοή -Μια ηθικο-συνταγματική θεώρηση.

  • 2

    Διαθέτουμε πλέον, και στην ελληνική βιβλιογραφία, αρκετά έργα που προσεγγίζουν τα ζητήματα που αναφύονται αναφορικά με το φαινόμενο της πολιτικής ανυπακοής, διακρίνουν δε αυτό από άλλες συγγενείς συμπεριφορές, όπως είναι η αντίρρηση συνείδησης είτε το «δικαίωμα αντίστασης» του άρθρου 120 Σ. Βλ. π.χ.   Φ. Σπυρόπουλος, To δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 § 4 του Συντάγματος (Αθήνα: Αντ. Σακκουλα) 1987 [και ήδη σε νέα ηλεκτρονική έκδοση από το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Syntagma Watch 2022 με εκτενή επίμετρα των Ξεν. Κοντιάδη, Χ. Παπαστυλιανού, Χ. Τσιλιώτη, Β. Χρήστου και Α. Βλαχογιάννη], Ξ. Παπαρρηγόπουλος, Το δικαίωμα της αντίστασης: Τρείς Αγγλοαμερικανοί φιλόσοφοι για την πολιτική ανυπακοή: RazDworkinRawls στο Επιστήμη και Κοινωνία 1998(1), σ. 57 επ.,  Ξεν. Γιαταγάνας, Δικαίωμα αντίστασης και πολιτική ανυπακοή. Νομιμοποίηση και νομιμότητα (Αθήνα:Κριτική) 2010, Γ. Πολίτης, Το δικαίωμα της Πολιτικής Ανυπακοής. Νόμιμη Άμυνα στην Αυθαίρετη Εξουσία (Αθήνα: Ψυχογιός) 2012 και, βεβαίως, ήδη Φ. Παναγοπούλου, Πολιτική Ανυπακοή - Μια ηθικο-συνταγματική θεώρηση (Αθήνα: Παπαζήση) 2025.

  • 3

    Για τις αμέσως επόμενες σκέψεις αντλώ ιδίως από τον Joseph RazThe Authority of Law – Essays on Law and Morality (Οξφόρδη: Clarendon) 1979, σ. 233 επ. και Scott JShapiroAuthority στο J. ColemanScott Shapiro (εκδ.) The Oxford Handbook of Jurisprudence and Philosophy of Law (Οξφόρδη : Oxford U.P.) 2002, σ. 382 επΓια μια κριτική αποτίμηση των απόψεων του Raz βλ. α.ά. Π. Σούρλας, Δίκαιο και δικανική κρίση (Ηράκλειο: ΠΕΚ) 2017, σ. 182 επ. 

  • 4

    Αποδίδω εδώ ως «κοινωνιακές» τις υποχρεώσεις που ο RDworkin ονομάζει “associative or communalobligations”. Βλ. R. Dworkin, Law’s Empire (Cambrid­ge Mass.: Belknap) 1986, σ. 195 επ

  • 5

    Έτσι και ο R. Dworkin, αυτόθι.

  • 6

    Βλ. Πλάτωνος Κρίτων, ιδίως 51.10. c. 5 επ.. Η διαπραγμάτευση του γενικότερου ζητήματος της θέσης του πλατωνικού Σωκράτη στο ζήτημα της υποχρέωσης υπακοής στο νόμο ξεφεύγει από το πλαίσιο του παρόντος. Στον Κρίτωνα ο Σωκράτης εμφανίζεται ως υποστηρικτής μιας απαρέγκλιτης υποχρέωσης υπακοής στο θετικό δίκαιο της πόλεως. Όμως στην Απολογία φαίνεται να επικαλείται λόγους υπερ-θετικής τάξεως που θα δικαιολογούσαν – αν δεν θα απαιτούσαν κιόλας- την ανυπακοή στους νόμους της. Για μια παρουσίαση των συχνά αντικρουόμενων απόψεων των μελετητών του πλατωνικού έργου επί του θέματος, βλ. α.ά. Θ. Σαμαράς, Εισαγωγή στους Πλάτωνος Απολογία Σωκράτους και Κρίτων (Αθήνα: Ζήτρος) 2003. Με αφορμή το ζήτημα της πολιτικής ανυπακοής, προσήκει ίσως εδώ μια παρατήρηση σχετική με την ερμηνεία της στάσης του Σωκράτη στον Κρίτωνα, που ερμηνεύεται συνήθως ως υποστηρικτική μιας απόλυτης υποχρέωσης υπακοής στην αυθεντία του κράτους και στο θετικό δίκαιο: μια αποκλίνουσα ερμηνεία υποστηρίζει, εντούτοις, προσφυώς κατά τη γνώμη μου,  ότι επιμένοντας στην εκτέλεση της ποινής του τη στιγμή που κατά τα ατύπως κρατούντα ήθη της πόλεως προεξοφλείτο η φυγάδευσή του από τους φίλους του, ο Σωκράτης προβαίνει στην πραγματικότητα σε μια ύστατη πράξη πολιτικής ανυπακοής, εξευτελίζοντας τους Αθηναίους κριτές του και τους νόμους που τον κατεδίκασαν άδικα και επιπόλαια, πιστεύοντας πως εν τέλει θα γελοιοποιηθεί διαφεύγοντας. Βλ. Fr.  Olsen, Socrates on Legal Obligation: Legitimation Theory and Civil Disobedience ενGeorgia Law Rev. 18 (1984), σ. 929 επ

  • 7

    Βλ. J. Rawls, Legal Obligation and the Duty of Fair Play στο John Rawls, Collected Papers (edited by Samuel Freeman) (Cambridge, Mass.: Harvard U.P.) 1999, σ. 117 επστησ. 126: « Whether the law should be obeyed or not depends, if one wants to emphasize the notion of justice, on such matters as (1) the justice of the constitution and the real opportunity it allows for reversal; (2) the depth of the injustice of the law enacted; (3) whether the e­nactment is actually a matter of calculated intent by the majority and warns of further such acts; and (4) whether the political sociology of the situation is such as to allow of hope that the law may be repealed». 

Close