Χ. Τσιώτση: Αναθεώρηση του Συντάγματος

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Αναθεώρηση του Συντάγματος

Χρυσούλας Τσιώτση

Νομικού – Δικαστικής Υπαλλήλου

LL.B (Athens Law School);

LL.M in Information Technology and Telecoms Law (U.K-Glasgow)

 

 


 

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Έχει πλέον παρέλθει πλέον της πενταετίας από την τελευταία αναθεώρηση, καθιστώντας δυνατή την εκκίνηση μίας νέας Αναθεώρησης.

Φυσικά δυνάμει του άρθρου 110 § 1 Συντάγματος υπάρχουν οι αιώνιες ή απρόσβλητες διατάξεις, ήτοι αυτές που δεν αναθεωρούνται και αφορούν στη βάση του Πολιτεύματος, 1) Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (άρθρ. 1 § 1), 2) τη βάση της εξουσίας, ήτοι το ότι η εξουσία πηγάζει από το λαό (άρθρο 1 § 2 και 3) τις Θεμελιώδεις ελευθερίες (άρθρ. 2 § 1, 4, 5, 13, 26 κ.ά.).

Η τελευταία αναθεώρηση του 2019 (25.11. 2019) είχε ως βασικούς άξονες την αποσύνδεση εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τις εκλογές (από την προκήρυξη εκλογών), τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας ,τη θρησκευτική ουδετερότητα, την απλή αναλογική (σε εθνικές και αυτοδιοικητικές εκλογές), τη δημιουργία πλαισίου για δημοψήφισμα κατόπιν αιτήματος 500.000 πολιτών, δημιουργία πλαισίου για Δίκτυα και υπηρεσίες (αποκλειστικότητα του Δημοσίου για εθνικά οδικά δίκτυα και βασικές υπηρεσίες, όπως ο ηλεκτρισμός, η ύδρευση). 

Για την αναθεώρηση απαιτείται: 

1) πρόταση και ψήφιση από δύο διαδοχικές Βουλές με αυξημένη πλειοψηφία (τουλάχιστον τα 3/5 των βουλευτών)

2)  προτάσεις (υπό συζήτηση ). Υπάρχουν συζητήσεις για αλλαγές στο άρθρο 16 (Ιδιωτικά Πανεπιστήμια), εκλογή Δικαστών κ.ά. 

Οι προτεινόμενες αλλαγές για τη Δικαιοσύνη (που τυπικά ξεκίνησε το Φεβρουάριο 2026) επικεντρώνονται στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της μέσω της μεταβολής του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας. 

Οι προτεινόμενες αλλαγές σε γενικές γραμμές επικεντρώνονται:

1) στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της μέσω της μεταβολής του τρόπου επιλογής της ηγεσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου, ήτοι η κυρίαρχη πρόταση προβλέπει συμμετοχή των ιδίων των δικαστών στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας του ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣυν. Στόχος είναι ο περιορισμός της αποκλειστικής επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε ν’ αποφεύγονται υπόνοιες πολιτικής παρέμβασης (άρθρο 90 Συντάγματος). Γενικά, αναζητώνται ευρύτερες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων για τον ορισμό των ανώτατων δικαστικών λειτουργών.

2) Στην ευθύνη των Υπουργών (άρθρο 86). Προτείνεται η ενίσχυση του ρόλου των τακτικών δικαστών στις διαδικασίες που αφορούν στην ποινική ευθύνη Υπουργών, ώστε η διερεύνηση να πλησιάζει περισσότερο στα πρότυπα της τακτικής δικαιοσύνης.

Ειδικότερα, για την ευθύνη Υπουργών, η κεντρική πρόταση προβλέπει την αποφασιστική συμμετοχή τακτικών δικαστών στην έρευνα και άσκηση ποινικής δίωξης για αδικήματα Υπουργών. Επιδιώκεται να περιοριστεί ο ρόλος της Βουλής στην προκαταρκτική εξέταση, ώστε το βάρος να μεταφερθεί σε δικαστικά όργανα προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια και η αμεροληψία.

Περαιτέρω, επιδιώκεται η πλήρης ευθυγράμμιση της ποινικής μεταχείρισης των Υπουργών με αυτή των απλών πολιτών για αδικήματα που δεν συνδέονται άμεσα με τα καθήκοντά τους. 

Ειδικότερα, για την παραπομπή των Υπουργών επιδιώκεται να μην απαιτείται πλέον η έγ­κριση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αυτό σημαίνει ότι η δίωξη δεν θα εξαρτάται από πολιτικές παρατάξεις, αλλά θα προχωρά με γνώμονα αμιγώς νομικά κριτήρια. Στόχος είναι οι πολιτικοί να κρίνονται από τους «φυσικούς» δικαστές, όπως κάθε άλλος πολίτης. 

Επιδιώκεται η πλήρης εξίσωση της ποινικής μεταχείρισης των Υπουργών με τους πολίτες για αδικήματα που δεν σχετίζονται άμεσα με το υπουργικό λειτούργημα. 

3) Επιτακτική μπορεί να θεωρηθεί και η ανάγκη ν’ αλλάξει το άρθρο 37 Συντάγματος περί αναδείξεως Πρωθυπουργού και Κυβερνήσεως. Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο, εάν δεν υπάρχει κόμμα της απόλυτης πλειοψηφίας, τότε προχωράμε στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών και ακολούθως οδηγούμαστε σε υπηρεσιακή κυβέρνηση και καλείται ο λαός να ξαναψηφίσει και αν το εκλογικό αποτέλεσμα είναι ίδιο με το προηγούμενο, τότε οδηγούμαστε εκ νέου σε υπηρεσιακή κυβέρνηση ή οικουμενική κυβέρνηση. 

4) Ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να προβληματίσει στο πλαίσιο της αναθεώρησης του εθνικού Συντάγματος είναι η σύγκρουση που ενίοτε υφίσταται υπό συνθήκες διεθνούς και ενωσιακού δικαστικού ελέγχου της αναθεώρησης, καθώς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στο Στρασβούργο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ελέγξουν τη συμβατότητα της αναθεώρησης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών συνταγμάτων, όπως το επαγγελματικό ασυμβίβαστο για βουλευτές της Βουλής που ψήφισε την αναθεώρηση, από το ΕΔΔΑ. 

5) Ένα περαιτέρω θέμα που τίθεται υπό το πρίσμα της αναθεώρησης του Συντάγματος είναι η αναθεώρηση του άρθρου 16. Προς το παρόν, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αποφανθεί για τη συνταγματικότητα του νόμου που αφορά την εγκατάσταση παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων. Το επιμέρους ζήτημα που τίθεται είναι εάν με την ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 16, μπορεί κάποιος ιδιώτης στην Ελλάδα αυτοτελώς να ιδρύσει ένα πανεπιστήμιο, χωρίς αυτό ν’ αποτελεί παράρτημα αλλοδαπού πανεπιστημίου. Εάν επιτραπεί αυτό, τότε τίθεται ένα άλλο σοβαρό ερώτημα, δηλαδή υπό ποιες συνταγματικές εγγυήσεις και ασφαλιστικές δικλείδες θα λειτουργούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Για παράδειγμα, θα πρέπει να υφίσταται συνταγματική πρόβλεψη για την ακαδημαϊκή ελευθερία στα ιδιωτικά πανεπιστήμια; Μπορεί ένα δημόσιο πανεπιστήμιο να λειτουργεί με τους ίδιους όρους και ανταγωνιστικά, όπως ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο; Επίσης, στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, υπάρχει μία αυτόνομη διαδικασία επιλογής καθηγητών, πόσους καθηγητές, ποιους θα προσλάβουν κ.λπ. Αντίθετα, τα δημόσια πανεπιστήμια διέπονται από άλλες διαδικασίες και νόμους και περνούν από τον έλεγχο του Υπουργού Παιδείας και του Πρύτανη.

Aναφορικά με τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η προτείνουσα Βουλή θα προτείνει ποιες διατάξεις θ’ αναθεωρηθούν, ενώ η Αναθεωρητική Βουλή θ’ αποφασίσει το περιεχόμενο των αλλαγών που θα γίνουν.

Για να κριθεί εάν ένα άρθρο θα αναθεωρηθεί, χρειάζεται πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών, οπότε στην επόμενη Βουλή μπορεί κάποια από τις κυβερνητικές προτάσεις να μην παραπεμφθεί στην επόμενη Βουλή για αλλαγές. Σε αυτή την περίπτωση, το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει ότι για να γίνει αλλαγή της όποιας διάταξης στην επόμενη Βουλή θ’ απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον 180 θετικών ψήφων, πράγμα που σημαίνει ευρύτερες συναινέσεις τουλάχιστον δύο κομμάτων. 

Μπορεί όμως στην προτείνουσα Βουλή να επιτευχθεί τέτοια συναίνεση και να καταγραφεί πλειοψηφία τουλάχιστον 180 βουλευτών σχετικά με την αναγκαιότητα αναθεώρησης συνταγματικής διάταξης ώστε στην αναθεωρητική Βου­λή ν’ απαιτούνται μόνο 151 ψήφοι για να διαμορφωθεί το περιεχόμενο της νέας διάταξης. Δηλαδή, θα δίνεται η ευκαιρία σε μία αυτοδύναμη Κυβέρνηση στο μέλλον, να διαμορφώσει ένα συνταγματικό άρθρο κατά την κρίση της.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, μπορούμε να πούμε ότι το σημαντικό είναι να τροποποιηθεί η διαδικασία αναθεώρησης (άρθρα 110 §§ 2-6 του Συντάγματος) ώστε να υλοποιείται ο σκοπός της διάταξης που είναι η συναίνεση των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, καθώς το άρθρο 110 καθιερώνει μία ανορθολογική τακτική, αφού είναι μία διάταξη που εκτός των άλλων, προβλέπει μία πλειοψηφία 180 ψήφων, οι οποίες είναι λιγότερες από τις 200 που απαιτούνται για να τροποποιηθεί ο εκλογικός νόμος και να εφαρμοστεί στις άμεσες επόμενες εκλογές, μία ρύθμιση που δεν εφαρμόσθηκε στις προηγούμενες εκλογές με τις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος, στην πρώτη προτείνουσα Βουλή, λάβει την πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των Βουλευτών, η επόμενη αναθεωρητική Βουλή μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τη διατύπωση των διατάξεων που πρέπει ν’ αναθεωρηθούν με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των Βουλευτών.

Όμως, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω, προκύπτει το ζήτημα η πρώτη, προτείνουσα Βουλή να ψηφίσει με αυξημένη πλειοψηφία των 3/5, προτάσεις αναθεώρησης, ενώ είναι άγνωστη η σύνθεση της επόμενης Βουλής και οι αποφάσεις της προτείνουσας Βουλής δεν δεσμεύουν τη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή. Ως εκ τούτου, προκύπτει μία θεσμική ανασφάλεια και αυτή είναι που θα πρέπει ν’ αποφευχθεί.