Αλφαβητικό ευρετήριο Μάϊος – Ιούνιος 2026
Αλφαβητικό ευρετήριο Μάϊος – Ιούνιος 2026
ΑΓΩΓΗ (ΠολΔ):
Περιορισμός του κεφαλαίου με τις προτάσεις λόγω επιγενόμενης εξόφλησης. Ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το αγωγικό αίτημα και καταλαμβάνει και τους τόκους του κεφαλαίου, ως παρεπόμενο αίτημα, εκτός εάν είχαν ζητηθεί αυτοτελώς, ως ξεχωριστό κονδύλιο. ΑΠ 411/2025, σ. 722.
ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ (ΔιοικΔ):
Προθεσμία. Τεκμήριο γνώσης. Η 60θήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της έκδοσης της πράξης και του περιεχομένου της. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης της πράξης μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των στοιχείων και περιστάσεων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται δε υπ’ όψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης ή την έναρξη των εργασιών, εφ’ όσον με την προσβαλλόμενη αδειοδοτείται η κατασκευή κτιρίου ή έργου, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκούντος την αίτηση ακύρωσης να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της πράξης και το περιεχόμενό της. ΣτΕ 2034/2025, σ. 793.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ:
Δεν αποστερείται αιτιολογίας και νόμιμης βάσης η καταδικαστική απόφαση για μαστροπεία ανηλίκου έναντι αμοιβής, επειδή αναφέρει διαφορετικό ύψος ληφθείσας χρηματικής αμοιβής στο σκεπτικό και στο δια-τακτικό της, αφού το ακριβές ύψος της τελευταίας δεν ήταν κρίσιμο για την κατάφαση του εγκλήματος και αρκούσε, προς αντικειμενική συγκρότησή του, η λήψη της όποιας αμοιβής. ΑΠ 1/2025, σ. 764.
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και αιτιολογίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε καθόλου στον ειδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον «παρανόμως απερρίφθη η πρωτοδίκως και νομοτύπως υποβληθεί-σα ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος», διότι ο λόγος τούτος, όπως διατυπώθηκε, ήταν παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφερόταν ποια ήταν η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, πλημμέλεια του κατ’ αυτού κλητηρίου θεσπίσματος, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσής του δεν έχρηζε αιτιολογημένης απαντήσεως. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί του ότι η πράξη που του αποδίδεται δεν συνιστά σωματική βλάβη επικίνδυνη αλλά ελαφρά άλλως απλή, λόγω της έκτασης και του είδους των σωματικών βλαβών των παθόντων, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται, προς απόρριψή του, ειδική αιτιολογία, η οποία πάντως εν προκειμένω ενυπάρχει στις, περί την ενοχή, σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης. ΑΠ 6/ 2025, σ. 764.
Αποστερείται αιτιολογίας και νόμιμης βάσης η καταδικαστική απόφαση για εξακολουθητική απάτη πρώτον, διότι ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες παρέστησαν ψευδώς προς τον εγκαλούντα ότι υπήρχαν μη πληρωθείσες επιταγές εκδοθείσες από αυτόν, και επίσης εκδοθείσες κατ’ αυτού διαταγές πληρωμής, προκειμένου να τον πείσουν να τους καταβάλει χρηματικό ποσό προς αντιμετώπιση του θέμα-τος, εντούτοις δεν διευκρινίζει το πως ήταν δυνατόν αυτός (μηνυτής) να μην γνώριζε εάν είχε εκδώσει, ή όχι, επιταγές, και εάν είχαν εκδοθεί κατ’ αυτού διαταγές πληρωμής και δεύτερον, επειδή υπάρχει ασάφεια ως προς εάν, εντέλει, οι οφειλές του εγκαλούντος ήταν υπαρκτές ή ανύπαρκτες. ΑΠ 82/2025, σ. 766.
Διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 381 § 2 ΠΚ, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση ως προς το σκέλος της, με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του εγκλήματος της κλοπής, λόγω φερόμενης (κατ’ αυτόν) εντελούς ικανοποιήσεως της ζημιωθείσας, αφού η προκείμενη ικανοποίηση έλαβε χώρα από τους γονείς του και όχι από τον ίδιο αυτοπρόσωπα, ώστε να αντανακλά δική του βούληση. ΑΠ 182/2025, σ. 767.
Διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 § 2 περ. α΄ ΠΚ, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση ως προς το σκέλος της, με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου σύννομου βίου, διότι από τις παραδοχές της, περί του ότι ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της εξακολουθητικής υπεξαιρέσεως με ζημία άνω των 120.000 €, το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσείουσα, ήταν ιδιαίτερα μακρός, το αντικείμενο της πράξης (872.554,40 Ε) ιδιαίτερα μεγάλο, και η ανάλωση αυτού έγινε σε δα-πάνες πολυτελούς διαβίωσης, καταδεικνύεται πως αυτή (αναιρεσείουσα) ήταν άτομο με αντικοινωνική συμπεριφορά και χωρίς ηθικούς φραγμούς, στοιχεία που υπήρχαν στο πρόσωπό της και προγενεστέρως του αδικήματος, ώστε η προκείμενη εγκληματική πράξη της να μην εμφανίζεται ως εξαίρεση σε μία σύννομη σταθερή στάση ζωής. ΑΠ 184/2025, σ. 767.
ΑΚΙΝΗΤΑ:
Φόρος μεταβίβασης ακινήτου. Υπολογισμός εκτός αντικειμενικής αξίας. Ως πράγματι καταβληθέν χρηματικό ποσό για την αγορά ακινήτου θεωρείται το αληθές τίμημα, που κατέβαλε ο φορολογούμενος για την αγορά αυτή. Ως τέτοιο νοείται, κατ’ αρχήν, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, εκτός εάν αυτό υπολείπεται της νομίμως εξευρισκομένης, κατά τα ισχύοντα στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, αγοραίας αξίας του ακινήτου, οπότε, κατά κοινή πείρα, το τελευταίο ποσό θεωρείται ως το πράγματι καταβληθέν, επιφυλασσόμενης της δυνατότητας του φορολογουμένου να αποδείξει, με κάθε νόμιμο μέσο, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, έστω και εάν είναι κατώτερο της αγοραίας αξίας, είναι το πράγματι καταβληθέν. Εξάλλου, στις περιοχές που εμπίπτουν στο σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών, ως αγοραία αξία λαμβάνεται το υπολογιζόμενο κατά τις σχετικές διατάξεις τίμημα, εκτός αν ο φορολογούμενος αποστεί, με δική του πρωτοβουλία, από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος και ζητήσει τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση προγενέστερες δια-τάξεις των σχετικών νόμων, με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, δυνάμενος να αποδείξει ότι κατέβαλε τίμημα κατώτερο της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Φόρος μεταβίβασης και ετήσια τεκμαρτή δαπάνη. Την παραπάνω δυνατότητα διαθέτει ο αγοραστής ακινήτου και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν είχε αμφισβητήσει, με την άσκηση προσφυγής, την αντικειμενική αξία του ακινήτου και είχε καταβάλει φόρο μεταβίβασης, ο οποίος είχε υπολογισθεί επί της αντικειμενικής του αξίας. Συνεπώς, όταν αγοραστής ακινήτου επικαλείται και προσκομίζει στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι το κατώτερο της αντικειμενικής αξίας τίμημα, που αναγράφεται στο μεταβιβαστικό του αγορασθέντος ακινήτου συμβόλαιο, είναι το πράγματι καταβληθέν, ως ποσό, το οποίο καταβλήθηκε για την αγορά του ακινήτου και το οποίο λογίζεται ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη σύμφωνα με τον ΚΦΕ, λαμβάνεται το πράγματι καταβληθέν προκειμένου, κατ’ εφαρμογή του ΚΦΕ, να ευρεθεί το φορολογητέο εισόδημα. Αυτό ισχύει χωρίς η φορολογική Αρχή και το τακτικό διοικητικό δικαστήριο να δεσμεύονται από τον τυχόν προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου, ο οποίος είχε γίνει προς υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης. ΣτΕ 2086/2025, σ. 795.
ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ (ΠοινΔ):
Επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, το οποίο φέρεται τελεσθέν υπό τη μορφή της νοθεύσεως γνησίου αρχικώς εγγράφου, η διαφοροποίηση του τρόπου νόθευσης του αντικειμένου της πράξεως (εγγράφου), σε σχέση με το αρχικό κατηγορητήριο, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας αλλά επιτρεπτή βελτίωσή της, αφού πρόκειται για ακριβέστερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, ως ανέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και συνακόλουθα δεν ιδρύει απόλυτη ακυρότητα στην κίνηση της ποινικής διώξεως. ΑΠ 7/2025, σ. 764.
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ προσβολής του υπερασπιστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος στη σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση, και για θετική υπέρβαση εξουσίας, και ορθώς συνεκτιμήθηκε, στη δευτεροβάθμια δίκη, η ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρα που εμπεριέχεται σε απόφαση επί άλλης ποινικής δίκης με διαφορετικούς κατηγορούμε-νους, και η οποία (απόφαση) αναγνώσθηκε πρωτοδίκως κατόπιν, μάλιστα, αιτήματος του ίδιου του αναιρεσείοντος, με συνέπεια η ανάγνωσή της να είναι υποχρεωτική και δευτεροβαθμίως, αφού η υποχρεωτική ανάγνωση, στην κατ’ έφεση δίκη, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης έχει την έννοια της ανάγνωσης του περιεχομένου και όλων των αναφερομένων ως αναγνωσθέντων, στα πρακτικά αυτής (σε πρώτο βαθμό απόφασης), εγγράφων, όπως η ως άνω έτερη ποινική απόφαση, η οποία για το λόγο αυτό επιτρεπτώς αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και σε δεύτερο βαθμό, παρά την εκεί εναντίωση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος. ΑΠ 24/2025, σ. 764.
Ορθώς και ατιολογημένως απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος, και καταδικασθέντος για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής, περί απολύτου ακυρότητας της κατ’αυτού διαδικασίας επειδή ο Εισαγγελέας άσκησε την εναντίον του ποινική δίωξη χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει σε υποβολή δήλωσης περί ποινικής διαμεσολάβησης, διότι η εν λόγω ακυρότητα αφορά σε πράξη της προδικασίας και συνεπώς καλύφθηκε, αφού δεν προβλήθηκε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. ΑΠ 115/2025, σ. 767.
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ:
Ανάκληση απαλλοτρίωσης. Ισχύον καθεστώς. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης δεν αποτελεί στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, ώστε να διέπεται από το ισχύον κατά τον χρόνο της κήρυξής της νομοθετικό καθεστώς, αλλά είναι νέα και εξαιρετική διοικητική διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μετά πάροδο μακρού χρόνου και της οποίας η πρόοδος εξαρτάται από τη μεσολάβηση νομικών και πραγματικών γεγονότων, που λαμβάνουν χώρα κατά το στάδιο υλοποίησης του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Απαλλοτριώσεις υπέρ ΟΤΑ ή δημοσίων επιχειρήσεων. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού ή υπέρ επιχειρήσεων, που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ., ή οργανισμών κοινής ωφέλειας, αφίεται, από τον νόμο, στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, η οποία δεν υποχρεούται να κινήσει, αν υποβληθεί προς τούτο αίτηση του πρώην ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τη διαδικασία ανάκλησης της συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ασχέτως, κατ’ αρχήν, του χρόνου που παρήλθε από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, δεδομένου ότι ο νόμος δεν τάσσει σχετικώς χρονικό περιορισμό. Ανάκληση σε περίπτωση χρησιμοποίησης του απαλλοτριωθέντος. Ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, της οποίας ο σκοπός έχει εκπληρωθεί με τη χρησιμοποίηση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεν είναι δυνατή, το δε απαλλοτριωθέν μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να διατεθεί ελεύθερα από τα υπέρ ων η απαλλοτρίωση νομικά πρόσωπα. Σε περίπτωση δε που απαλλοτριώθηκε μείζων έκτα-ση, στην οποία περιλαμβάνονται περισσότερα ακίνητα, προκειμένου να κριθεί αν συγκεκριμένο, από τα ακίνητα αυτά, χρησιμοποιήθηκε πραγματικά για τον σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε, με συνέπεια να αποκλείεται η ανάκληση της απαλλοτρίωσης αυτού, λαμβάνεται υπ’ όψη η φύση του έργου, στην κατασκευή του οποίου απέβλεπε η απαλλοτρίωση, και οι εκτελεσθείσες στη μείζονα έκταση εργασίες για την κατασκευή του και δεν απαιτείται αναγκαία η αξιοποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου, με την εκτέλεση σε αυτό συγκεκριμένων εργασιών. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης αποκλείεται στην περίπτωση που, από τη φύση του ήδη υλοποιηθέντος έργου, δεν αποκλείεται η στο μέλλον χρησιμοποίηση του τμήματος της απαλλοτριωθείσας έκτασης, η οποία δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί, για την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό του έργου ΣτΕ 2053/2025, σ. 795.
ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΠοινΔ):
Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω φερόμενης εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, διότι ναι μεν αυτή (έφεση) ασκήθηκε μετά την παρέλευση δεκαημέρου από την επίδοση της (ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας) πρωτόδικης απόφασης, πλην όμως η επίδοση τούτη έλαβε χώρα σε διάστημα, κατά το οποίο όλες οι νόμιμες προθεσμίες του ΚΠΔ είχαν ανασταλεί λόγω της πανδημίας του κορονοϊού με διαδοχικώς ισχύσασες ΚΥΑ, και έτσι η προκείμενη έφεση που ασκήθηκε στις 2-3-2021, ήτοι προ της λήξης του μέτρου της αναστολής των εν λόγω προθεσμιών, η οποία (λήξη) επήλθε στις 7-4-2021, ήταν εμπρόθεσμη, αφού η προθεσμία για την άσκησή της δεν είχε καν εκκινήσει να τρέχει. ΑΠ 32/2025, σ. 765.
Συγχωρείται η εκπρόθεσμη άσκηση της προκείμενης αίτησης αναίρεσης, λόγω συνδρομής ανωτέρας βίας συνισταμένης στο ότι οι αναιρεσείοντες, κατά το χρόνο καθαρογραφής και επίδοσης (με θυροκόλληση, σε διευθύνσεις κατοικίας τους στην Ελλάδα, τις οποίες δήλωσαν στην προδικασία) της, ερήμην τους εκδοθείσας, αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ετύγχαναν κρατούμενοι στην αλλοδαπή (Ισπανία), οπότε τους ήταν αδύνατον να πληροφορηθούν την πορεία της καθαρογραφής της προσβαλλομένης, των προς αυτούς επιδόσεών της, και της εν γένει πορείας της παρούσας υποθέσεώς τους, και έτσι έλαβαν το πρώτον γνώση της πληττόμενης ύστερα από έλεγχο που διενήργησε ο συνήγορός τους ΑΠ 54/2025, σ. 765.
ΑΝΑΣΤΟΛΗ (ΠΚ):
Αίτηση αναστολής εκτελέσεως αφαίρεσης άδειας οδηγήσεως λόγω παραβάσεως ΚΟΚ (οδήγηση χωρίς κράνος). Αναστολή εκτελέσεως: α) της αποφάσεως του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών, με την οποία απερρίφθησαν αντιρρήσεις αναστολή εκτελέσεως: α) της αποφάσεως του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν αντιρρήσεις του αιτούντος. Με την άσκηση προσφυγής, είναι δυνατόν να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτή Οδήγησή μοτοσυκλέτα χωρίς τη χρήση προστατευτικού κράνους Δεκτή εν μέρει. ΣυμβΤρΔιοικΠρΑθ 532/2025, σ. 696.
ΑΝΗΛΙΚΟΣ:
Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση, για το αδίκημα της σωματικής βλάβης σε βάρος ανηλίκου, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παρά το νόμο παράστασης της υποστηρίζουσας την κατηγορία, και μητέρας του παθόντος εκ της πράξεως, αφού, άπαξ και προ της δευτεροβάθμιας δίκης, αυτός (παθών υιός της) είχε ενηλικιωθεί, τότε εκείνη δεν διέθετε πλέον δικαίωμα να παραστεί για λογαριασμό του τέκνου της προς υποστήριξη της κατηγορίας. ΑΠ 131/2025, σ. 767.
ΑΝΩΤΕΡΑ ΒΙΑ:
Συγχωρείται η εκπρόθεσμη άσκηση της προκείμενης αίτησης αναίρεσης, λόγω συνδρομής ανωτέρας βίας συνισταμένης στο ότι οι αναιρεσείοντες, κατά το χρόνο καθαρογραφής και επίδοσης (με θυροκόλληση, σε διευθύνσεις κατοικίας τους στην Ελλάδα, τις οποίες δήλω-σαν στην προδικασία) της, ερήμην τους εκδοθείσας, αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ετύγχαναν κρατούμενοι στην αλλοδαπή (Ισπανία), οπότε τους ήταν αδύνατον να πληροφορηθούν την πορεία της καθαρογραφής της προσβαλλομένης, των προς αυτούς επιδόσεών της, και της εν γένει πορείας της παρούσας υποθέσεώς τους, και έτσι έλαβαν το πρώτον γνώση της πληττόμενης ύστερα από έλεγχο που διενήργησε ο συνήγορός τους ΑΠ 54/2025, σ. 765.
ΑΠΑΤΗ (ΠΚ):
Ορθώς και αιτιολογημένως έγινε δεκτό ότι το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο δεν συγκροτείτο αντικειμενικά, διότι το, φερόμενο ως αναληθές κατά περιεχόμενο, πτυχίο πληροφορικής, που πράγματι προσκόμισε η αθωωθείσα κατηγορουμένη σε διοικητική δίκη ενώπιον του ΔιοικΕφ, δεν άσκησε, καμία επιρροή στην κρίση του τελευταίου αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεώς του, η κρίση του θεμελιώθηκε αποκλειστικά σε εφαρμογή νομικών κανόνων κι όχι σε αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, όπως το προκείμενο έγγραφο ΑΠ 71/2025, σ. 766.
Αποστερείται αιτιολογίας και νόμιμης βάσης η καταδικαστική απόφαση για εξακολουθητική απάτη πρώτον, διότι ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες παρέστησαν ψευδώς προς τον εγκαλούντα ότι υπήρχαν μη πληρωθείσες επιταγές εκδοθείσες από αυτόν, και επίσης εκδοθείσες κατ’ αυτού διαταγές πληρωμής, προκειμένου να τον πείσουν να τους καταβάλει χρηματικό ποσό προς αντιμετώπιση του θέμα-τος, εντούτοις δεν διευκρινίζει το πως ήταν δυνατόν αυτός (μηνυτής) να μην γνώριζε εάν είχε εκδώσει, ή όχι, επιταγές, και εάν είχαν εκδοθεί κατ’ αυτού διαταγές πληρωμής και δεύτερον, επειδή υπάρχει ασάφεια ως προς εάν, εντέλει, οι οφειλές του εγκαλούντος ήταν υπαρκτές ή ανύπαρκτες. ΑΠ 82/ 2025, σ. 766.
ΑΠΟΔΕΙΞΗ (ΠοινΔ):
Αποδεικτική αξιοποίηση φωτογραφιών που προήλθαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε σε παράνομα αποδεικτικά μέσα, κατά παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων προστασίας προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικής ζωής, καθώς και διατάξεων του ΚΠΔ, της ΕΣΔΑ και του –κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ισχύοντος– ν. 2472/1997 για τα προσωπικά δεδομένα. Παραδοχή ότι το βιντεοληπτικό υλικό προερχόταν από ιδιωτικό χώρο του παθόντος και όχι από δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ενώ η κατηγορουμένη είχε εισέλθει εκεί παράνομα. Επιπλέον, οι καταγραφές αποτελούσαν το μοναδικό ουσιαστικό αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση του δράστη σοβαρών και επαναλαμβανόμενων κλοπών. Κρίση ότι η επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα δεν αφορούσε τον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής της κατηγορουμένης και ότι, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, υπερείχε η προστασία των δικαιωμάτων του θύματος. Απόφανση ότι η χρήση των φωτογραφιών ήταν νόμιμη, δεν προκάλεσε ακυρότητα της διαδικασίας και δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα της κατηγορουμένης. ΑΠ 163/ 2025, σ. 757.
ΑΠΟΔΟΧΕΣ:
Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο, αρνητικός της κατηγορίας, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, και καταδικασθέντος για το αδίκημα της μη εμπρόθεσμης καταβολής εργατικών αποδοχών, περί του ότι είχε απωλέσει, στο χρόνο τέλεσης της πράξης, την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ της, οφειλέτη των αποδοχών, ανώνυμης εταιρείας, αφού εκτίθεται ότι η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, έγγραφη δήλωση παραίτησης δεν υποβλήθηκε σε διατυπώσεις δημοσιότητας, ούτε προκύπτει ότι, έστω, παραλήφθηκε από κάποιο αρμόδιο πρόσωπο, από πλευράς εταιρείας. ΑΠ 34/2025, σ. 765.
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ:
Χρηματική ικανοποίηση κυοφορούμενων προώρως γεννηθέντων συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω του προκληθέντος από το ατύχημα σωματικού τραυματισμού τους. Ο σωματικός τραυματισμός της κυοφορούσας μητέρας τους (αποκόλληση πλακούντα) εξαιτίας της σύγκρουσης επέφερε τον πρόωρο τοκετό και επιβλαβείς για την υγεία των νεογνών συνέπειες της προωρότητας. Μη αποκαταστατή ως έμμεση η ηθική βλάβη των γονέων για την προσβολή της υγείας των τέκνων τους. Αποκαταστατή η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της μητέρας για τον δικό της σωματικό τραυματισμό λόγω αποκόλλησης του πλακούντα και του πρόωρου τοκετού. Για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης αρκεί η αντικειμενική αντίληψη περί ηθικής βλάβης ανεξάρτητα από υποκειμενικά στοιχεία και χωρίς διείσδυση του δικαστή στον ψυχικό κόσμο του παθόντος. ΜΠρΑθ 4794/ 2025, σ. 700.
ΑΠΟΠΕΙΡΑ:
Ορθώς και αιτιολογημένως έγινε δεκτό ότι το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο δεν συγκροτείτο αντικειμενικά, διότι το, φερόμενο ως αναληθές κατά περιεχόμενο, πτυχίο πληροφορικής, το οποίο πράγματι προσκόμισε η αθωωθείσα κατηγορουμένη σε διοικητική δίκη ενώπιον του ΔιοικΕφ, δεν άσκησε, καμία επιρροή στην κρίση του τελευταίου αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αποφάσεώς του, η κρίση του θεμελιώθηκε αποκλειστικά σε εφαρμογή νομικών κανόνων και όχι σε αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, όπως το προκείμενο έγγραφο ΑΠ 71/2025, σ. 766.
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ:
Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που είναι σχετική με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία (ΑΚ 1536). Μελέτη από την Κ. Δ. Παντελίδου, σ. 561.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ:
Αποστερείται νόμιμης βάσης, λόγω ασαφειών και λογικών κενών που έχουν εμφιλοχωρήσει στο σκεπτικό και στο διατακτικό της, η προσβαλλομένη απόφαση για παθητική εμπορία επιρροής, διότι δεν είναι σαφές εάν το τρίτο πρόσωπο, το οποίο φέρεται πως θα βοηθούσε στην απόσπαση του αναιρεσείοντος από το Α.Τ., όπου υπηρετούσε, σε άλλη αστυνομική υπηρεσία της αρεσκείας του, κατά παράκαμψη της νόμιμης διαδικασίας μεταθέσεων, και για λογαριασμό του οποίου προσφέρθηκε από τον αναιρεσείοντα στους μεσάζοντες χρηματικό ποσό (που θα κατέληγε στο εν λόγω πρόσωπο), έφερε την ιδιότητα του υπαλλήλου της ΕΛ.ΑΣ. (δηλ. της υπηρεσίας που είχε λειτουργική αρμοδιότητα για την ως άνω απόσπαση-μετάθεση), στοιχείο όμως αναγκαίο για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση της πράξης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος για την ορθή, ή μη, ερμηνεία κι εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθ.237Α ΠΚ, που εξ αυτού παραβιάστηκε εκ πλαγίου. ΑΠ 84/25, σ. 766.
ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ:
Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που είναι σχετική με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία (ΑΚ 1536). Μελέτη από την Κ. Δ. Παντελίδου, σ. 561.
ΔΗΜΕΥΣΗ:
Αγωγή απόδοσης δημευθέντων πραγμάτων μετά από έκδοση αμετάκλητης ποινικής δικαστικής απόφασης, η οποία αθώωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος διώκετο για κακούργημα, η οποία όμως δεν διέταξε και την απόδοση των δημευθέντων πραγμάτων (συγκεκριμένα λείψανα αγίων) στον αθωωθέντα κατηγορούμενο διότι υφίσταται κίνδυνος για τη δημόσια τάξη. Κρίση ότι με την δήμευση το Δημόσιο κατέστη κύριος με πρωτότυπο τρόπο και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων δεν ενομοποιείτο να ασκήσει διεκδικητική αγωγή των άρθρ. 1000 και 1094 ΑΚ. ΑΠ 450/ 2025, σ. 720.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:
Μείωση εργασιών και κατ’ αποκοπή αντάλλαγμα. Κατά την εκτέλεση δημόσιου έργου, ο κύριος του έργου δικαιούται να μειώσει μονομερώς και αναιτίως, ήτοι χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, τις συμβατικές εργασίες, περικόπτοντας, κατ’ αρχήν, αντιστοίχως, το αντάλλαγμα. Περικοπή δαπάνης και προσδιορισμός τιμών με ΑΠΕ/ΠΚΤΜΝΕ. Σε περίπτωση τέτοιας αναίτιας περικοπής μέρους των συμπεφωνημένων εργασιών περικόπτεται, αντιστοίχως, η δαπάνη που αντιστοιχεί στο μη εκτελεσθέν μέρος του έργου, προκειμένου δε να καθορισθεί το αντάλλαγμα για τις εκτός του κατ’ αποκοπή συμβατικού τιμήματος εργασίες, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν γι’ αυτές τιμές μονάδας, απαιτείται, για μεν τις εργασίες, η τήρηση της διαδικασίας κατάρτισης πίνακα (ΑΠΕ), για δε την τιμολόγηση των εργασιών αυτών, η σύνταξη Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδων Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ). Έκπτωση δημοπρασίας και εξαιρέσεις λόγω πραγματικού κόστους. Σε έκπτωση δημοπρασίας υπόκεινται οι τιμές, οι οποίες κανονίζονται είτε με βάση εγκεκριμένα ή συμβατικά τιμολόγια είτε με βάση εγκεκριμένα ή συμβατικά τιμολόγια είτε με βάση τις συμβατικές τιμές παρομοίων ή ανάλογων εργασιών, εφ’ όσον, στην τελευταία περίπτωση, η έκπτωση δημοπρασίας δεν περιλαμβάνεται στη συμβατική τιμή της παρόμοιας ή ανάλογης εργασίας. ΣτΕ 2214/2025, σ. 798.
ΔΙΑΖΥΓΙΟ:
Αποκλεισμός συζύγου από το κληρονομικό δικαίωμα και το εξαίρετο κατ’ άρθρ. 1822 ΑΚ κατόπιν ασκήσεως αγωγής διαζυγίου από τον κληρονομούμενο. Για τον αποκλεισμό από την κληρονομία του επιζώντος συζύγου, πας έχων έννομο συμφέρον μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή για το βάσιμο του λόγου διαζυγίου ή να ζητήσει να εξετασθεί παρεμπιπτόντως σε δίκη μεταξύ αυτού και του επιζώντος συζύγου κατ’ άρθρ. 1822 ΑΚ, εφόσον ο σχετικός λόγος είναι από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρ. 1439 και 1440 ΑΚ και ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να αφορά τον επιζώντα σύζυγο υπό την μορφή της υπαιτίου διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως. Αν η περί υπάρξεως ή ανυπαρξίας λόγου διαζυγίου αγωγή αφορά ακίνητο, τότε αυτή εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων. Άσκηση αγωγής των εκ διαθήκης κληρονόμων με το αίτημα της αναγνωρίσεώς της σε αυτούς της ιδιότητος των μοναδικών εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός και αποκλεισμού της εναγόμενης συζύγου του, κατά της οποίας ο αποβιώσας είχε ασκήσει αγωγή λόγω διετούς δια-στάσεως, επί της οποίας δεν εξεδόθη απόφαση λόγω του επισυμβάντος θανάτου του και με την οποίαν απέκλειε σιωπηρά την εναγόμενη σύζυγό του χωρίς αναφορά λόγου αποκλήρωσης. Μη διεκδίκηση από την εναγόμενη σύζυγο της νομίμου μοίρας. Απόρριψη της αγωγής λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. ΠΠρΒολ 13/2026, σ. 723.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ:
Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 6 της ίδιας Οδηγίας, καθώς και με το άρθρο 17, § 1, και το άρθρο 19, § 3, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την έκδοση απόφασης επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας του οποίου το καθεστώς του πρόσφυγα ανακλήθηκε, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η απομάκρυνση του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας προς την προβλεπόμενη χώρα προορισμού αποκλείεται δυνάμει της αρχής της μη επαναπροώθησης. ΔΕΕ C-202/25/26.3.2026, σ. 817.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ:
Τεχνητή Νοημοσύνη και Δικηγορική Δεοντολογία. Αφιέρωμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη από τον Π. Περάκη, σ. 610.
Η ευθύνη του νομικού παραστάτη από την εσφαλμένη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης. Αφιέρωμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη από τον Μ. Δακορώνια-Μαρίνα, σ. 624.
Ελευθερία έκφρασης δικηγόρου. Κριτική κατά δικαστή. Ασέβεια προς το δικαστήριο. Πρόστιμα για επιτιμητικές εκφράσεις σε δικόγραφα. Διάκριση μεταξύ κριτικής και ύβρεως. Σημασία του πλαισίου και του βήματος (forum) διατύπωσης. Αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect). Αναγκαιότητα σε δημοκρατική κοινωνία. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι η επιβολή προστίμων για ασέβεια προς το δικαστήριο σε δικηγόρο, εξαιτίας επικριτικών δηλώσεων που διατύπωσε σε βάρος δικαστή σε δικόγραφα ενδίκων μέσων που άσκησε για λογαριασμό της εντολέως της, συνιστούσε επέμβαση στην ελευθερία έκφρασής της μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να εντάξουν τις δηλώσεις στο πλαίσιο και στο βήμα εντός του οποίου διατυπώθηκαν και ότι, μολονότι διατυπωμένες με «καυστικό τόνο», οι επικρίσεις δεν αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην προσβολή του δικαστηρίου, ώστε να διακρίνονται από την ύβρη. Υπενθύμισε ότι τα δικαστήρια, όπως κάθε δημόσιος θεσμός, δεν είναι απρόσβλητα από κριτική και έλεγχο, και ότι τα δύο πρόστιμα — αν και δεν είχαν καταβληθεί — δεν ήταν αμελητέα, δεδομένου ότι παρέμεναν νομικά εκτελεστά (Άρθρο 10 ΕΣΔΑ). ΕΔΔΑ 51775/2021/4.6.2026 σ. 646.
Επιλογή εμμίσθων δικηγόρων. Θέσπιση μοριοδότησης από την Επιτροπή μετά την υποβολή υποψηφιοτήτων. Η διαδικασία επιλογής των εμμίσθων δικηγόρων γίνεται από 5μελή Επιτροπή ύστερα από προκήρυξη, με βάση τα κριτήρια της προσωπικότητας, επιστημονικής κατάρτισης, εξειδίκευσης στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματικής πείρας, επάρκειας, γνώσης ξένων γλωσσών, συνεκτιμωμένης της οικογενειακής κατάστασης και της πρόβλεψης εξέλιξής τους. Ο καθορισμός στην προ-κήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των παραπάνω κριτηρίων αξιολόγησης γίνεται ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα. Υπό τα δεδομένα αυτά, η 5μελής Επιτροπή δεν ασκεί κανονιστική αρμοδιότητα, στην περίπτωση που, προς διευκόλυνση του έργου της, προβεί εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και του διαγραφομένου από τον νόμο και την προκήρυξη πλαισίου, σε περαιτέρω εξειδίκευση των καθορισθέντων στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των κριτηρίων αξιολόγησης, με απόφαση όμως που λαμβάνεται πριν από την υποβολή της πρώτης αίτησης υποψηφιότητας. Και τούτο, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται, σε κάθε περίπτωση, η τήρηση των αρχών της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων που διέπουν τη διαδικασία επιλογής εμμίσθων δικηγόρων. Συνεπώς, η θέσπιση, από Επιτροπή Επιλογής, συστήματος μοριοδότησης σε 2 απ’ τα 5 κύρια κριτήρια επιλογής μετά την έναρξη της προθεσμίας για την υποβολή των υποψηφιοτήτων, παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της διαφάνειας, της αμεροληψίας & της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων. ΣτΕ 2379/2025, σ. 801.
ΕΓΓΡΑΦΑ(ΔιοικΔ):
Εκτίμηση εγγράφων προσκομισθέντων χωρίς επίκληση. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 138 και 150 του ΚΔιοικΔικ, δεν αποκλείεται να ληφθεί υπ’ όψη προσκομισθέν έγγραφο μόνο για το λόγο ότι δεν γίνεται επίκληση αυτού και του περιεχόμενου του από τον διάδικο σε δικόγραφό του προς το δικάζον δικαστήριο. Ποινικές αποφάσεις, που δεν είναι αμετάκλητες, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να τις συνεκτιμήσει, ακόμη και κατά τρόπο γενικό, έχοντας, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να αποστεί από τις σχετικές ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, προκειμένου να κρίνει το βάσιμο των λόγων της προσφυγής. ΣτΕ 2256/2025, σ. 800.
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ:
Ορθώς και ατιολογημένως απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος, και καταδικασθέντος για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής, περί απολύτου ακυρότητας της κατ’ αυτού διαδικασίας επειδή ο Εισαγγελέας άσκησε την εναντίον του ποινική δίωξη χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει σε υποβολή δήλωσης περί ποινικής διαμεσολάβησης, διότι η εν λόγω ακυρότητα αφορά σε πράξη της προδικασίας και συνεπώς καλύφθηκε, αφού δεν προβλήθηκε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. ΑΠ 115/2025, σ. 767.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΠολΔ):
Αναγκαστική εκτέλεση. Έναρξη εκτέλεσης με επίδοση επιταγής προς πληρωμή. Το αντίγραφο του απογράφου πρέπει να φέρει επικύρωση πάνω στο σώμα του και δεν αρκεί η σχετική αναφορά στην επιταγή προς πληρωμή. Στην περίπτωση που επισυνάπτονται νομιμοποιητικά του δικαιούχου της απαίτησης έγγραφα στην επιταγή, αυτά πρέπει να φέρουν αυτοτελή στο σώμα του καθενός απ’ αυτά επικύρωση. Διαφορετικά η αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη χωρίς επίκληση βλάβης. ΜΠρΑθ 1546/2026, σ. 725.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:
Επαγγελματική εκπαίδευση. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση αποσκοπεί στη μετάδοση ειδικών γνώσεων και εμπειριών, κατάλληλων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και, αντιστοίχως, στη δημιουργία στελεχών απαραίτητων για τη λειτουργία της σύγχρονης Οικονομίας. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται, κατ’ αρχήν, από το Κράτος, σε όλες τις βαθμίδες της, o δε νομοθέτης καθιέρωσε ιδιαίτερο καθεστώς για τις Σχολές της εν λόγω κατηγορίας, ορίζοντας ότι η επαγγελματική εκπαίδευση μπορεί να παρέχεται και με Σχολές ανώτερης βαθμίδας, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τα 3 έτη, και ότι ο νόμος καθορίζει τα δικαιώματα των αποφοίτων των Σχολών αυτών. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται η παροχή της παραπάνω εκπαίδευσης αποκλειστικά από το Κράτος. Συνεπώς, ως προς την επαγγελματική ή άλλη ειδική εκπαίδευση, ναι μεν δεν κατοχυρώνεται συνταγματικά ατομικό δικαίωμα των ιδιωτών να ιδρύουν εκπαιδευτήρια αυτής της κατηγορίας, αλλά το Σύνταγμα δεν απαγορεύει την ίδρυσή τους και από ιδιώτες. Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης. Η επαγγελματική εκπαίδευση διακρίνεται από την ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και από τη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οποία παρέχεται από εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα οποία ο νομοθέτης δεν έχει εντάξει στην ανώτερη βαθμίδα. Με τον ν. 1158/1981, ο νομοθέτης θέσπισε Ανώτερες Σχολές Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και ένα νέο πλήρες σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας τους, ευρισκόμενο υπό τον έντονο έλεγχο και εποπτεία του Κράτους, χαρακτηρίζοντας την εκ-παίδευση αυτή ως «ανωτέρα» και εντάσσοντάς την στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Συνεπώς, ο νομοθέτης υποχρεούται να διακρίνει τους αποφοίτους των Σχολών αυτών από τους αποφοίτους Σχολών δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Εφ’ όσον δε αυτές είχαν χαρακτηρισθεί με τον ν. 1158/ 1981 ως ανώτερες, η παράλειψη του κανονιστικού νομοθέτη να προβλέψει για τους κατόχους τίτλων σπουδών των Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης ειδική κατηγορία, μεταξύ της κατηγορίας ΔΕ και ΤΕ ή ΠΕ, όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης αυτών στο Δημόσιο, παραβιάζει τις διατάξεις των §§ 1 και 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος. ΟλΣτΕ 1702/2025, σ. 789.
ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΑ:
Διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 § 2 περ. α΄ ΠΚ, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση ως προς το σκέλος της, με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου σύννομου βίου, διότι από τις παραδοχές της, περί του ότι ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της εξακολουθητικής υπεξαιρέσεως με ζημία άνω των 120.000 €, το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσείουσα, ήταν ιδιαίτερα μακρός, το αντικείμενο της πράξης (872.554,40 Ε) ιδιαίτερα μεγάλο, και η ανάλωση αυτού έγινε σε δα-πάνες πολυτελούς διαβίωσης, καταδεικνύεται πως αυτή (αναιρεσείουσα) ήταν άτομο με αντικοινωνική συμπεριφορά και χωρίς ηθικούς φραγμούς, στοιχεία που υπήρχαν στο πρόσωπό της και προγενεστέρως του αδικήματος, ώστε η προκείμενη εγκληματική πράξη της να μην εμφανίζεται ως εξαίρεση σε μία σύννομη σταθερή στάση ζωής. ΑΠ 184/2025, σ. 767.
ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ:
Σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Παράλειψη σαφούς και ακριβούς πληροφόρησης για την φύση και λειτουργία του επίδικου σύνθετου ομολόγου. Ευθύνη προς αποζημίωση. Απόρριψη της ένστασης συνυπολογισμού των αποδόσεων του ομολόγου στην ζημία των επενδυτών. ΑΠ 364/2026, σ. 652.
Σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Παράλειψη ακριβούς, πλήρους και κατάλληλης καθοδήγησης, διαφώτισης και ενημέρωσης σχετικά με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους επενδυτικού προϊόντος (ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης). Ευθύνη προς αποζημίωση. Νόμιμη η ένσταση συνυπολογισμού του συνισταμένου στους τόκους των επίδικων ομολόγων κέρδους των επενδυτών και της ζημίας τους. ΑΠ 1910/ 2025, σ. 654.
ΕΠΙΔΟΣΗ (ΠοινΔ):
Έφεση εκπρόθεσμη, κορονοϊός, αναστολή νόμιμων προθεσμιών ΚΠΔ, πρωτόδικη ερήμην απόφαση, επίδοση, προθεσμία έφεσης, έναρξη, παράνομη απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης: Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω φερόμενης εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, διότι ναι μεν αυτή (έφεση) ασκήθηκε μετά την παρέλευση δεκαημέρου από την επίδοση της (ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας) πρωτόδικης απόφασης, πλην όμως η επίδοση τούτη έλαβε χώρα σε διάστημα, κατά το οποίο όλες οι νόμιμες προθεσμίες του ΚΠΔ είχαν ανασταλεί λόγω της πανδημίας του κορονοϊού με διαδοχικώς ισχύσασες ΚΥΑ, και έτσι η προκείμενη έφεση που ασκήθηκε στις 2-3-21, ήτοι προ της λήξης του μέτρου της αναστολής των εν λόγω προθεσμιών, η οποία (λήξη) επήλθε στις 7.4.21, ήταν εμπρόθεσμη, αφού η προθεσμία για την άσκησή της δεν είχε καν εκκινήσει να τρέχει. ΑΠ 32/2025, σ. 765.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:
Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που είναι σχετική με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία (ΑΚ 1536). Μελέτη από την Κ. Δ. Παντελίδου, σ. 561.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ:
Ενδοομιλικές συναλλαγές. Τεκμηρίωση τιμών. Στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις επιβλήθηκε η υποχρέωση να τηρούν στις μεταξύ τους συναλλαγές (ενδοομιλικές) την αρχή των ίσων αποστάσεων και να τεκμηριώνουν τις τιμές των συναλλαγών αυτών με την κατάρτιση σχετικής μελέτης. Οι σχετικές όμως αγορανομικής φύσης ρυθμίσεις δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν και από τη φορολογική διοίκηση κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών. Εν όψει τούτου, ο νομοθέτης προέβη, με τον ν. 3775/2009, ο οποίος άρχισε να ισχύει από τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2010, στην εισαγωγή αντίστοιχων διατάξεων στη φορολογική νομοθεσία. Προσαύξηση κερδών θυγατρικής επιχείρησης. Έλεγχος. Με τι παραπάνω φορολογικές διατάξεις ορίστηκε ότι α) μη επιτευχθέντα από ημεδαπή επιχείρηση κέρδη από συναλλαγές της με αλλοδαπή συνδεδεμένη επιχείρηση, λόγω της σύναψης οικονομικών όρων διαφορετικών από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τα βιβλία της επιχείρησης, β) κάθε ημεδαπή επιχείρηση, που συνδέεται με αλλοδαπή επιχείρηση, οφείλει να τεκμηριώνει τις τιμές των μεταξύ τους συναλλαγών. Για τις διαχειριστικές περιόδους, που άρχισαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3775/2009 και έως την έναρξη ισχύος του ν. 4110/ 2013, η κρίση, εάν οι οικονομικοί όροι, που περιλήφθηκαν σε πωλήσεις αγαθών ή παροχή υπηρεσιών μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, είναι διαφορετικοί από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, δεν σχηματίζεται με βάση συγκεκριμένη, νομοθετικά καθοριζόμενη, μεθοδολογία, αλλά με βάση το περιεχόμενο του υποβληθέντος φακέλου τεκμηρίωσης, ενώ, σε περίπτωση μη τήρησης ή μη διάθεσης ή τήρησης ανεπαρκούς ή ανακριβούς φακέλου τεκμηρίωσης, ο προσδιορισμός των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών γίνεται κατά την αιτιολογημένη περί αυτού εκτίμηση της φορολογικής αρχής, αφού ληφθεί υπ’ όψη κάθε πρόσφορο προς τούτο στοιχείο, κατά τους κανόνες της οικονομικής και λογιστικής επιστήμης. ΣτΕ 2015/2025, σ. 792.
ΕΤΑΙΡΙΕΣ (Ανώνυμες):
Μέτοχοι ΑΕ. Ασφάλιση στο ΟΑΕΕ. Στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ υπάγονται τα μέλη ή μέτοχοι κάθε μορφής εταιρειών, Οργανισμών ή κοινοπραξιών, των οποίων ο σκοπός συνιστά δραστηριότητα, για την οποία τα ασκούντα αυτήν πρόσωπα υπάγονται στην ασφάλιση του Οργανισμού, πλην των ΑΕ. Ειδικά στην περίπτωση των ΑΕ, στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ υπάγονται μόνον οι μέτοχοι που κατέχουν ποσοστό 5% του εταιρικού κεφαλαίου στις ΑΕ, που έχουν ως αντικείμενο την επαγγελματική ή βιοτεχνική δραστηριότητα, ή τουλάχιστον 3% του εταιρικού κεφαλαίου στις ΑΕ, που έχουν ως αντικείμενο την εμπορία και είναι συγχρόνως μέλη του ΔΣ, καθώς και οι μέτοχοι ΑΕ με αντικείμενο επιχείρησης τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων επί κομίστρω με αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, εφ’ όσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών. Εξαιρούνται οι μέτοχοι ΑΕ, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. ΣτΕ 2103/2025, σ. 796.
Ατομική ευθύνη διοικούντων ΑΕ για ασφαλιστικές εισφορές. Η νομοθετική πρόβλεψη ατομικής ευθύνης των διοικούντων ΑΕ για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών σκοπεί μεν στην επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφάλισης της είσπραξης των οφειλών των νομικών προσώπων, μεταξύ άλλων, έναντι των ασφαλιστικών Οργανισμών, πρέπει όμως να ερμηνεύεται στενά, ως θεσπίζουσα εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των ΑΕ. Τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για χρέη της ΑΕ από οφειλόμενες στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι εξακολουθούν, κατά τον εκάστοτε κρίσιμο χρόνο, να έχουν μία από τις ιδιότητες της § 1 του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 και δεν έχουν αποδεδειγμένα παραιτηθεί ή με άλλον τρόπο νομίμως παυθεί από αυτές. Η αυτοδίκαιη παύση από τα καθήκοντά τους και, συνεπώς, η απώλεια της εν λόγω ιδιότητας επέρχεται και με τη λήξη της θητείας τους, όπως αυτή ορίζεται στο καταστατικό και τον νόμο. Συνεπώς, τα εν λόγω πρόσωπα εξακολουθούν μεν να ευθύνονται για τα γεννηθέντα προ του χρόνου της λήξης της θητείας τους χρέη της εταιρείας, δεν ευθύνονται, όμως, κατά τον νόμο, για χρέη που γεννήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο αυτής, ανεξαρτήτως του εάν έχει αναλάβει καθήκοντα νέα διοίκηση της εταιρείας ή αν έχει κινηθεί η διαδικασία του δικαστικού διορισμού προσωρινής διοίκησης. ΣτΕ 2404/2025, σ. 802.
Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο, αρνητικός της κατηγορίας, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, και καταδικασθέντος για το αδίκημα της μη εμπρόθεσμης καταβολής εργατικών αποδοχών, περί του ότι είχε απωλέσει, στο χρόνο τέλεσης της πράξης, την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ της, οφειλέτη των αποδοχών, ανώνυμης εταιρείας, αφού εκτίθεται ότι η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, έγγραφη δήλωση παραίτησης δεν υποβλήθηκε σε διατυπώσεις δημοσιότητας, ούτε προκύπτει ότι, έστω, παραλήφθηκε από κάποιο αρμόδιο πρόσωπο, από πλευράς εταιρείας. ΑΠ 34/2025, σ. 765.
ΕΥΘΥΝΗ (ΑΚ):
Αστική ευθύνη Δημοσίου – Παράνομη παράλειψη οργάνων του «Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας» (ΕΚΑΒ). Καθυστέρηση ανταπόκρισης σε επείγον περιστατικό. Πλημμελής οργάνωση και λειτουργία υπηρεσίας. Αιτιώδης σύνδεσμος με θάνατο ασθενούς. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. ΤρΔιοικ ΠρΑθ Α1796/2026, σ. 785.
Αστική ευθύνη του Δημοσίου. Αιτιώδης συνάφεια. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, αποτελεί, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας του οργάνου του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και της επελθούσας περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης. Και ναι μεν η Διοίκηση μπορεί είτε να ανακαλέσει την παράνομη πράξη, εκδίδοντας νέα νόμιμη πράξη, προσδίδοντας, μάλιστα, σε αυτήν αναδρομική δύναμη, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή νόμιμη πράξη μετά την ακύρωση, είτε για ουσιαστικές είτε για τυπικές πλημμέλειες, με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, της αρχικής παράνομης πράξης, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται πλέον παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, έτσι, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση, όμως, που η αρχικά εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης. Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει, πολύ περισσότερο, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί, τελικά, νόμιμη διοικητική πράξη. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αναιρετικός έλεγχος. Εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (όπως, ιδίως, τις συνθήκες, το είδος, την ένταση και τις συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, την προσωπική και κοινωνική κατάσταση του ζημιωθέντος κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογο ποσό κατά την κρίση του, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η λήψη υπ’ όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, πραγματικών περιστατικών, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσης αυτής, ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, που είχαν τεθεί υπ’ όψη του και επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται κατ’ αναίρεση. Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επήλθε, ηθική βλάβη καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση άρθρου 932 ΑΚ μόνον αν κριθεί, ότι το δικαστήριο αυτό υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω διάταξη εξουσίας του. ΣτΕ 2182/25, σ. 798.
ΕΦΕΣΗ (ΠοινΔ):
Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω φερόμενης εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, διότι ναι μεν αυτή (έφεση) ασκήθηκε μετά την παρέλευση δεκαημέρου από την επίδοση της (ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας) πρωτόδικης απόφασης, πλην όμως η επίδοση τούτη έλαβε χώρα σε διάστημα, κατά το οποίο όλες οι νόμιμες προθεσμίες του ΚΠΔ είχαν ανασταλεί λόγω της πανδημίας του κορονοϊού με διαδοχικώς ισχύσασες ΚΥΑ, και έτσι η προκείμενη έφεση που ασκήθηκε στις 2.3.2021, ήτοι προ της λήξης του μέτρου της αναστολής των εν λόγω προθεσμιών, η οποία (λήξη) επήλθε στις 7.4.2021, ήταν εμπρόθεσμη, αφού η προθεσμία για την άσκησή της δεν είχε καν εκκινήσει να τρέχει. ΑΠ 32/2025, σ. 765.
ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ:
Προσβολή της προσωπικότητας λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης. Προϋποθέσεις αξίωσης ικανοποίησης ηθικής βλάβης. Η αποποινικοποίηση του παράνομου της συμπεριφοράς, κατά την αρχή της επιεικέστερης ποινικής διάταξης, έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική έκλειψη του παρανόμου ως προς την θεμελίωση αστικής ευθύνης. Έννοια του «τρίτου» στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (363 ΠΚ). Δικαστικά πρόσωπα (δικαστικοί λειτουργοί, γραμματείς και επιμελητές), που λαμβάνουν γνώση των δυσφημιστικών ισχυρισμών κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, δεν θεωρούνται «τρίτοι». Οι διαλαμβανόμενοι σε δικόγραφο πολιτικής αγωγής ψευδείς ισχυρισμοί, εφόσον περιέρχονται αποκλειστικά και μόνο στη γνωστική σφαίρα πρόσληψης των ανωτέρω προσώπων και των δικηγόρων των διαδίκων, δεν πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του 363 ΠΚ. ΜΠρΑθ 5677/2025, σ. 727.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ:
Πνευματική ιδιοκτησία. Σύμβαση έντυπης έκδοσης. Μετάφραση, παράγωγο πνευματικό έργο. Συστατικός έγγραφος τύπος. Διάρκεια. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. ΑΠ 458/2024, σ. 682.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ:
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και αιτιολογίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε καθόλου στον ειδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον «παρανόμως απερρίφθη η πρωτοδίκως και νομοτύπως υποβληθεί-σα ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος», διότι ο λόγος τούτος, όπως διατυπώθηκε, ήταν παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφερόταν ποια ήταν η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, πλημμέλεια του κατ’ αυτού κλητηρίου θεσπίσματος, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσής του δεν έχρηζε αιτιολογημένης απαντήσεως. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί του ότι η πράξη που του αποδίδεται δεν συνιστά σωματική βλάβη επικίνδυνη αλλά ελαφρά άλλως απλή, λόγω της έκτασης και του είδους των σωματικών βλαβών των παθόντων, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται, προς απόρριψή του, ειδική αιτιολογία, η οποία πάντως εν προκειμένω ενυπάρχει στις, περί την ενοχή, σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης. ΑΠ 6/ 2025, σ. 764.
Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και αιτιολογίας, διότι ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής πραγματικής, άλλως συγγνωστής νομικής, πλάνης, αφού ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε μεν στην πρωτόδικη δίκη, και επαναφέρθηκε και με ειδικό λόγο εφέσεως στη δευτεροβάθμια, πλην όμως στην τελευταία δεν αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο, ούτε και επαναφέρθηκε με τον οιονδήποτε τρόπο, οπότε δεν θα υπήρχε υποχρέωση αιτιολογημένης απαντήσεως σε αυτόν. ΑΠ 22/2025, σ. 764.
Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο, αρνητικός της κατηγορίας, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, και καταδικασθέντος για το αδίκημα της μη εμπρόθεσμης καταβολής εργατικών αποδοχών, περί του ότι είχε απωλέσει, στο χρόνο τέλεσης της πράξης, την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ της, οφειλέτη των αποδοχών, ανώνυμης εταιρείας, αφού εκτίθεται ότι η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, έγγραφη δήλωση παραίτησης δεν υποβλήθηκε σε διατυπώσεις δημοσιότητας, ούτε προκύπτει ότι, έστω, παραλήφθηκε από κάποιο αρμόδιο πρόσωπο, από πλευράς εταιρείας. ΑΠ 34/2025, σ. 765.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ (ΕργΔ):
Καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου γυναίκας εργαζόμενης σε κατάσταση εγκυμοσύνης – Δεν ασκεί επιρροή η γνώση ή μη της εγκυμοσύνης εκ μέρους του εργοδότη κατά το χρονικό σημείο της απόλυσης- Απαιτείται η επίκληση σπουδαίου λόγου εγγράφως και τεκμηριωμένα εκ μέρους του εργοδότη. Ακυρότητα απόλυσης (Άρθρα 15 § 1 ν.1483/1984 όπως αντικαταστάθηκε από άρθρ. 36 § 1 ν. 3996/2011, 10 π.δ. 176/15/15.7.97 «Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ». ΑΠ 1185/2025, σ. 674.
ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ:
Έκθεση κατάσχεσης. Περιγραφή ακινήτου. Κατά την περιγραφή του ακινήτου στην έκθεση κατάσχεσης, κατά τον ΚΕΔΕ, πρέπει να καθορίζεται η θέση και η περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, το είδος του ακινήτου, προκειμένου δε περί οικοδομής ο αριθμός των ορόφων αυτής, τα όρια, η κατά προσέγγιση έκτασή του, συνοπτικά τα συστατικά και τα κατασχόμενα παραρτήματα και η συνολική αξία των κατασχομένων, κατ’ εκτίμηση αυτού που έκανε την κατάσχεση. Το έτος παλαιότητας του κατασχεθέντος ακινήτου (κτίσματος) δεν απαιτείται και, συνεπώς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης η μη αναφορά του. ΣτΕ 2387/2025, σ. 801.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ:
Επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, το οποίο φέρεται τελεσθέν υπό τη μορφή της νοθεύσεως γνησίου αρχικώς εγγράφου, η διαφοροποίηση του τρόπου νόθευσης του αντικειμένου της πράξεως (εγγράφου), σε σχέση με το αρχικό κατηγορητήριο, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας αλλά επιτρεπτή βελτίωσή της, αφού πρόκειται για ακριβέστερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, ως ανέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και συνακόλουθα δεν ιδρύει απόλυτη ακυρότητα στην κίνηση της ποινικής διώξεως. ΑΠ 7/2025, σ. 764.
ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ:
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και αιτιολογίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε καθόλου στον ειδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον «παρανόμως απερρίφθη η πρωτοδίκως και νομοτύπως υποβληθεί-σα ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος», διότι ο λόγος τούτος, όπως διατυπώθηκε, ήταν παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφερόταν ποια ήταν η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, πλημμέλεια του κατ’ αυτού κλητηρίου θεσπίσματος, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσής του δεν έχρηζε αιτιολογημένης απαντήσεως. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί του ότι η πράξη που του αποδίδεται δεν συνιστά σωματική βλάβη επικίνδυνη αλλά ελαφρά άλλως απλή, λόγω της έκτασης και του είδους των σωματικών βλαβών των παθόντων, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται, προς απόρριψή του, ειδική αιτιολογία, η οποία πάντως εν προκειμένω ενυπάρχει στις, περί την ενοχή, σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης. ΑΠ 6/ 2025, σ. 764.
ΚΛΟΠΗ:
Διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 381 § 2 ΠΚ, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση ως προς το σκέλος της, με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του εγκλήματος της κλοπής, λόγω φερομένης (κατ’ αυτόν) εντελούς ικανοποιήσεως της ζημιωθείσας, αφού η προκείμενη ικανοποίηση έλαβε χώρα από τους γονείς του και όχι από τον ίδιο αυτοπρόσωπα, ώστε να αντανακλά δική του βούληση. ΑΠ 182/2025, σ. 767.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ:
Σύμβαση μαθητείας. Πραγματική απασχόληση και ασφαλιστικές εισφορές. Η υπαγωγή στην κοινωνική ασφάλιση δεν εξαρτάται από τον τυπικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα μέρη στη σχέση απασχόλησης (π.χ. ως πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ή μαθητείας) ούτε από το κύρος της σχετικής σύμβασης, αλλά από το πραγματικό περιεχόμενο της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, όταν ο απασχολούμενος παρέχει στην πράξη εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής, υπό τις οδηγίες, τον έλεγχο και την οργανωτική ένταξη του εργοδότη και όταν προέχων σκοπός της απασχόλησης δεν είναι πλέον η κατάρτιση ή η απόκτηση εμπειρίας, αλλά η κάλυψη λειτουργικών αναγκών και η παραγωγή έργου προς όφελος του εργοδότη, υπάγεται στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/e-ΕΦΚΑ. Η κρίση όμως αυτή δεν σημαίνει μετατροπή της σύμβασης stage σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε παραβιάζει την απαγόρευση του άρθρου 103 § 8 Συντ., διότι αφορά αποκλειστικά τις ασφαλιστικές συνέπειες της πραγματικής απασχόλησης. ΣτΕ 384/ 2026, σ. 768.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ (ΠοινΔ):
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ προσβολής του υπερασπιστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος στη σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση, και για θετική υπέρβαση εξουσίας, και ορθώς συνεκτιμήθηκε, στη δευτεροβάθμια δίκη, η ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρα που εμπεριέχεται σε απόφαση επί άλλης ποινικής δίκης με διαφορετικούς κατηγορούμε-νους, και η οποία (απόφαση) αναγνώσθηκε πρωτοδίκως κατόπιν, μάλιστα, αιτήματος του ίδιου του αναιρεσείοντος, με συνέπεια η ανάγνωσή της να είναι υποχρεωτική και δευτεροβαθμίως, αφού η υποχρεωτική ανάγνωση, στην κατ’ έφεση δίκη, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης έχει την έννοια της ανάγνωσης του περιεχομένου και όλων των αναφερομένων ως αναγνωσθέντων, στα πρακτικά αυτής (σε πρώτο βαθμό απόφασης), εγγράφων, όπως η ως άνω έτερη ποινική απόφαση, η οποία για το λόγο αυτό επιτρεπτώς αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και σε δεύτερο βαθμό, παρά την εκεί εναντίωση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος. ΑΠ 24/2025, σ. 764.
ΜΑΣΤΡΟΠΕΙΑ:
Μαστροπεία ανηλίκου έναντι αμοιβής, ύψος χρηματικής αμοιβής, σκεπτικό, διατακτικό, αντίφαση μη ουσιώδης, αιτιολογία, νόμιμη βάση): Δεν αποστερείται αιτιολογίας και νόμιμης βάσης η καταδικαστική απόφαση για μαστροπεία ανηλίκου έναντι αμοιβής, επειδή αναφέρει διαφορετικό ύψος ληφθείσας χρηματικής αμοιβής στο σκεπτικό και στο διατακτικό της, αφού το ακριβές ύψος της τελευταίας δεν ήταν κρίσιμο για την κατάφαση του εγκλήματος και αρκούσε, προς αντικειμενική συγκρότησή του, η λήψη της όποιας αμοιβής. ΑΠ 1/25, σ. 764.
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ:
Οι σιδηροδρομικές μεταφορές πριν και μετά το ξέσπασμα του «Covid19». Μελέτη από την Μ. Κιλτένη, σ. 574.
Μεταφορά επιβατών με ιδιωτικό όχημα. Μη τήρηση τυπικών υποχρεώσεων. Σωρευτική επιβολή κυρώσεων. Η δραστηριότητα της ολικής εκμίσθωσης ΕΙΧ αυτοκινήτων με οδηγό συνιστά διακριτή δραστηριότητα από τη μεταφορά επιβατών έναντι κομίστρου από ΕΔΧ-ΤΑΞΙ. Όταν ΕΙΧ με οδηγό πραγματοποιεί επιβατική μεταφορά χωρίς προηγούμενη σύμβαση ολικής εκμίσθωσης (προκράτηση) και χωρίς ανάρτηση της σύμβασης στο Ψηφιακό Μητρώο, στοιχειοθετείται η ουσιαστική παράβαση της υποκλοπής μεταφορικού έργου. Αυτοτελή διοικητική παράβαση συνιστά και η μη τήρηση εντός του οχήματος των απαιτούμενων δια-κριτικών γνωρισμάτων και αποδεικτικών στοιχείων, όπως το αντίγραφο της σύμβασης εκμίσθωσης. Οι κυρώσεις για υποκλοπή μεταφορικού έργου και για μη τήρηση των απαιτούμενων διακριτικών και αποδεικτικών στοιχείων μπορούν να επιβληθούν σωρευτικά. Η σώρευση αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ούτε την αρχή ne bis in idem. ΣτΕ 311/2026, σ. 775.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
Πνευματική ιδιοκτησία. Σύμβαση έντυπης έκδοσης. Μετάφραση, παράγωγο πνευματικό έργο. Συστατικός έγγραφος τύπος. Διάρκεια. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. ΑΠ 458/2024, σ. 682.
ΜΝΗΜΕΙΑ:
Η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και η περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου «Εγκατάσταση Αναβατορίου Ατόμων για το Κάστρο της Μονεμβασίας» συναρτάται με την έκδοση απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίνεται η εκτέλεση έργου επί ή πλησίον μνημείου, εντός αρχαιολογικού χώρου ή ιστορικού τόπου, απαιτείται για την εκτέλεση του έργου και τα αρμόδια όργανα οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, όπως τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες. Με απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού, κατόπιν ομόφωνης γνωμοδότησης του ΚΑΣ, εγκρίθηκε η χωροθέτηση αναβατορίου ατόμων για την Άνω Πόλη της Μονεμβασίας, με σκοπό την πρόσβαση ηλικιωμένων ατόμων και ατόμων με κινητικές δυσκολίες, για την ταχύτερη προσέγγιση σε αυτή στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών και για τη μεταφορά υλικών για τη συντήρηση των μνημείων της Άνω Πόλης. Η μηδενική λύση αποκλείεται με μόνη αιτιολογία ότι το σενάριο «do nothing» δεν λύνει το ζήτημα της προσβασιμότητας στα άτομα με ειδικές ανάγκες, χωρίς να σταθμίζονται το επιδιωκόμενο όφελος με το κόστος (περιβαλλοντικό, οικονομικό, κοινωνικό) από την κατασκευή του έργου. ΣτΕ 7/2026, σ. 661.
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ:
Με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για δια-κίνηση ναρκωτικών κατ’ επάγγελμα, με την επιπρόσθετη επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης από υπότροπο, η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 463 § 5 ΠΚ, και 22 § 2 περ. γ΄ του ν. 4139/ 2013, κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων με το νέο ΠΚ (ν. 4619/2019) καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις περί υποτροπής, ακόμη και εάν περιέχονταν σε ειδικούς ποινικούς νόμους όπως, εν προκειμένω, ο ν. 4139/2013 περί ναρκωτικών, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 § 5 ΠΚ. ΑΠ 35/2025, σ. 765.
ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ (ΠολΔ):
Απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αγωγής εταιρίας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΗ ΑΕ) ως διαχειρίστριας απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού κατ’ άρθρ. 10 § 14 του ν. 3156/2003, διότι δε διαθέτει την κατ’ εξαίρεση ενεργητική νομιμοποίηση για δικαστική επιδίωξη της είσπραξης της διαχειριζόμενης απαίτησης καθόσον δεν τυγχάνει ΕΔΑΔΠ. ΜΠρΑιτ 11/2026, σ. 731.
ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ:
Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου. Διάταξη του Προέδρου της Αρχής της καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Για την μερική αποδέσμευση των ποσών που κατά την § 8 του άρθρ. 42 του ν. 4557/2018 , εξαιρούνται ως αναγκαία για την κάλυψη βασικών αναγκών της εταιρείας και δη για την κάλυψη φορολογικών υποχρεώσεών της, είναι αναγκαίος ο όρος – προϋπόθεση ότι τα ποσά αυτά θα αποδεσμευθούν μόνο εφόσον καλύπτονται από μεταγενέστερες της έκδοσης της Διάταξης δέσμευσης, πιστώσεις στον δεσμευμένο λογαριασμό, προ-ερχόμενες τεκμηριωμένα από τα έσοδα της εταιρείας από την εμπορική της δραστηριότητα, χωρίς να θίγεται το ποσό που είχε ήδη δεσμευτεί κατά το χρόνο έκδοσης της Διάταξης. Αναιρείται υπέρ του Νόμου (χωρίς συνέπειες για τους διαδίκους) λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ποινικών διατάξεων (διφυούς χαρακτήρα) των άρθρων 40, 42 και 48 του ν. 4557/2018 σε συνδ. με άρθρ. 68 ΠΚ το Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο δεν διέλαβε τον ανωτέρω όρο στην κρίση του περί μερικής αποδέσμευσης περιουσιακών στοιχείων. ΟλΑΠ 3/2025, σ. 740.
ΝΟΜΟΙ:
Έχουμε υποχρέωση να υπακούμε στο νόμο; Γνωμοδότηση & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Ξ. Ι. Παπαρρηγόπουλο, σ. 850.
ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ:
Δημόσια νοσοκομεία. Μέτρα φύλαξης. Τα δημόσια νοσοκομεία, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της αποστολής τους προς το κοινωνικό σύνολο, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών υγείας στους ασθενείς, υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους και της προστασίας της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των νοσηλευομένων, των επισκεπτών και των εργαζόμενων. Ειδικότερες υποχρεώσεις. Κατά τον καθορισμό του περιεχόμενου των μέτρων φύλαξης και του αναγκαίου αριθμού φυλάκων, τα νοσοκομεία υποχρεούνται να εξακριβώνουν και να αξιολογούν τους κινδύνους που πρέπει να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν και τις συγκεκριμένες ανάγκες τους, οι οποίες συναρτώνται, μεταξύ άλλων, και με το μέγεθος της νοσοκομειακής μονάδας. Επιθετικότητα επισκεπτών. Μεταξύ των παραπάνω επαγγελματικών κινδύνων, περιλαμβάνονται κίνδυνοι ψυχοκοινωνικής φύσης, οι οποίοι απορρέουν από το γεγονός, ότι ο επαγγελματίας της υγείας έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις, που ενέχουν συναισθηματική φόρτιση και ένταση, όπως η ασθένεια και ο θάνατος, συχνά δε αποτελεί τον αποδέκτη του θυμού, του φόβου και της επιθετικότητας των ασθενών ή των συγγενών τους και θύμα βίαιων επεισοδίων προκαλουμένων από τους τελευταίους, τα οποία μπορεί να είναι, ενίοτε, και θανατηφόρα. Έλεγχος εισερχομένων. Ευθύνη νοσοκομείου σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών φύλαξης από ανάδοχο, κατόπιν διαγωνισμού. Τα νοσοκομεία μπορούν να προκηρύσσουν διαγωνισμό για την ανάθεση της υπηρεσίας φύλαξης σε ιδιώτη ανάδοχο, καθορίζοντας με την προκήρυξη, κατόπιν εμπεριστατωμένης μελέτης και προσεκτικής αξιολόγησης των αναγκών τους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας αυτής και, κατ’ επέκταση, τις υποχρεώσεις του αναδόχου και να αναθέτουν την υπηρεσία φύλαξης των χώρων τους, υποχρεούμενα, όμως, να επιβλέπουν τον ανάδοχο κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων φύλαξης στο πλαίσιο της προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης. Πρόκληση αναπηρίας ή παραμόρφωσης. Συνέπειες. Η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο του, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Χρηματική ικανοποίηση. ΣτΕ 1944/ 2025, σ. 790.
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ:
Σύνταγμα και ανώτατη εκπαίδευση. Στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης, ως θεμελιώδης σκοπός του Κράτους και καθορίζονται οι βασικές αρχές, που πρέπει να διέπουν την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης εντός συγκεκριμένων οργανωτικών και λειτουργικών πλαισίων, που οριοθετούν την σχετική δράση της Διοίκησης αλλά και του κοινού νομοθέτη. Οικονομικές απολαβές μελών ΔΕΠ. Το Κράτος υποχρεούται να εξασφαλίζει τη διάθεση των απαραίτητων οικονομικών μέσων και να διασφαλίζει την αναγκαία υποδομή και τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση, από τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ, της διδακτικής και ερευνητικής τους δραστηριότητας.
Αναμόρφωση μισθολογίου. Περιορισμοί. Ναι μεν, στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, ο κοινός νομοθέτης δύναται, κατ’ αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η αναμόρφωσή του όμως με τρόπο, που επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενη εκτίμηση του δημοσιονομικού οφέλους σε σχέση με τις επιπτώσεις επί των πανεπιστημιακών λειτουργών και της λειτουργίας των ΑΕΙ. Κριτήρια. Κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη, από τον κοινό νομοθέτη, πέραν των συνήθων κριτηρίων, και οι ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης και η σημασία του λειτουργήματός τους, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της αποστολής τους, το δε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης προσδιορίζεται όχι με βάση συγκεκριμένες προηγούμενες αποδοχές της εκάστοτε κατηγορίας δημοσίων λειτουργών αλλά με βάση τις γενικότερες επικρατούσες συνθήκες, σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων και του πληθυσμού της Χώρας εν γένει, αρκεί να είναι και ανάλογο με το κύρος της θέσης της συγκεκριμένης κατηγορίας λειτουργών. ΣτΕ 2105/2025, σ. 797.
ΠΑΝΔΗΜΙΑ:
Οι σιδηροδρομικές μεταφορές πριν και μετά το ξέσπασμα του «Covid19». Μελέτη από την Μ. Κιλτένη, σ. 574.
ΠΑΡΑΒΟΛΑ:
Επιστροφή παραβόλου εντός 10 ημερών μετά την παραίτηση από την προδικαστική προσφυγή. Η πρόβλεψη, ότι το παράβολο επιστρέφεται μόνον αν η παραίτηση από την προδικαστική προσφυγή, που ασκείται στο πλαίσιο παροχής έννομης προστασίας κατά το στάδιο ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, υποβληθεί έως και 10 ημέρες μετά την κατάθεση της προσφυγής, συνάπτεται μεν με την αποτελεσματική οργάνωση του συστήματος παροχής έννομης προστασίας και, συγκεκριμένα, με την ορθολογική διαχείριση του μεγάλου αριθμού προσφυγών που κατατίθενται ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ, όμως περιορίζει τη δυνατότητα επιστροφής του ποσού αυτού σε βαθμό πέραν του αναγκαίου, επαγόμενη για τον προσφεύγοντα την οριστική απώλεια του καταβληθέντος ποσού. Ο καθορισμός του παραπάνω χρονικού ορίου δεν προκύπτει, ότι συνδέεται με εκτιμήσεις σχετικές με τη λειτουργία του παραβόλου ως μέσου αποτροπής άσκησης προδήλως αβάσιμων ή καταχρηστικών προσφυγών. Συνεπώς, η επίμαχη ρύθμιση δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 1 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ. ΣτΕ 2166/2025, σ. 797.
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ:
Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της εναντίον του ποινικής διώξεως για φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, λόγω παραγραφής του φορολογικού δικαιώματος του Δημοσίου για την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ, ενώ η απόρριψη αυτή δεν παραβιάζει το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και δεν ιδρύει απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως, αφού η αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας των πράξεων της φορολογικής διοίκησης, χωρίς να έχει χωρήσει ακύρωση αυτών από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, δεν ασκεί καμία επιρροή στην συγκρότηση του ως άνω εγκλήματος. ΑΠ 77/2025, σ. 766.
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ:
Δικονομική θέση του κυρίως παρεμβαίνοντος. Ο αντιποιούμενος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης και κυρίως παρεμβαίνων σε αυτή καθίσταται κύριος διάδικος ως αντιδικών προς όλους τους αρχικούς διαδίκους, έναντι των οποίων επιδιώκει με την παρέμβασή του να εξέλθει νικητής. ασκούμενη από αυτόν κύρια παρέμβαση περιέχει αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας, στο οποίο είναι προφανές, ότι εμπεριέχεται το αίτημα για απόρριψη της αγωγής, αφού η αντιποίηση του αντι-κειμένου της αυτή την έννοια έχει. Για να χαρακτηρισθεί το σχετικό δικόγραφο ως κύρια παρέμβαση, πρέπει ο παρεμβαίνων να στρέφεται κατά των αρχικών διαδίκων και να αντιποιείται το αντικείμενο της μεταξύ αυτών δίκης, ο δε χαρακτηρισμός του δικογράφου της παρέμβασης ως κύριας ή πρόσθετης, από τα δικαστήρια της ουσίας, ελέγχεται από τον αναιρετικό δικαστή. Εκχώρηση απαίτησης και παρέμβαση του εκδοχέα στη δίκη. Σε περίπτωση εκχώρησης απαίτησης μετά την εκ μέρους του εκχωρητή άσκηση αγωγής με αίτημα την επιδίκαση της απαίτησης σε αυτόν, ο εκδοχέας, ως ειδικός διάδοχος της επίδικης απαίτησης, νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ενεργητικά να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί της εν λόγω αγωγής. Εάν όμως ο εκδοχέας επιλέξει να μετάσχει στην πρωτόδικη δίκη ασκώντας κύρια παρέμβαση, προβάλλοντας ότι, λόγω της εκχώρησης, αυτός είναι ο δικαιούχος της επίδικης απαίτησης και όχι ο ασκήσας την αγωγή εκχωρητής, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το δεχθεί και εξ αυτού του λόγου απορρίψει την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ασκήσαντος αυτήν, ο εκδοχέας μπορεί μεν να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που με αυτήν ενδεχομένως απορρίφθηκε η κύρια παρέμβασή του, πλήττοντας τις αντίστοιχες κρίσεις της πρωτόδικης απόφασης, δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα, επικαλούμενος και την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου του ασκήσαντος την αγωγή, να αμφισβητήσει με την έφεση την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για τη νομιμότητα της εκχώρησης της επίδικης απαίτησης σε αυτόν και, συνακόλουθα, για την έλλειψη της ιδιότητας του ασκήσαντος την αγωγή ως δικαιούχου της απαίτησης. ΣτΕ 2099/2025, σ. 796.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ:
Περιβαλλοντική διαφορά. Πρόσφορα στοιχεία. Πρόσφορα στοιχεία, προκειμένου ειδικά περί πράξεων υπαγωγής έργου ή δραστηριότητας σε πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, είναι η εν γένει δημοσιότητα που έχει προσλάβει η κατασκευή του έργου ή η ανάπτυξη της οικείας δραστηριότητας με τη δημοσίευση ανακοινώσεων στον Τύπο, το εύλογο ενδιαφέρον των αιτούντων, οι προπαρασκευαστικές εργασίες που συνεπάγονται μεταβολές στον εξωτερικό κόσμο (διανοίξεις ή διαπλατύνσεις οδών κ.ά.), οι εργασίες για την κατασκευή του έργου (εκσκαφές, θεμελίωση κ.λπ.), το εύρος και η δημοσιότητα των αντιδράσεων που προκλήθηκαν και η εμφάνιση των χαρακτηριστικών του έργου στον εξωτερικό κόσμο, σε συνδυασμό με το μέγεθος και τη δυνατότητα θέασης του έργου από μεγάλη απόσταση. Η τήρηση, εξάλλου, διατυπώσεων δημοσιότητας, ακόμη και αν δεν κινεί καθ’ εαυτή την προθεσμία προσβολής της υποκείμενης σε αυτές διοικητικής πράξης, λαμβάνεται υπ’ όψη, κατ’ εκτίμηση και των λοιπών στοιχεί-ων της υπόθεσης και, ιδίως, της παρόδου ευλόγου χρόνου, για τη συναγωγή τεκμηρίου πλήρους γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης, υπό την προεκτεθείσα έννοια. ΣτΕ 2034/2025, σ. 793.
ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ:
Αντικατάσταση περιοριστικών όρων μετά την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος και προ της εισαγωγής της υπόθεσης προς εκδίκαση. Ο περιοριστικός όρος της εμφάνισης του κατηγορουμένου στην Ελληνική προξενική αρχή στο εξωτερικό. Σταθμίσεις αναλογικότητας. ΣυμβΕφΚρ 63/2026, σ. 692.
ΠΛΑΝΗ (ΠΚ):
Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και αιτιολογίας, διότι ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής πραγματικής, άλλως συγγνωστής νομικής, πλάνης, αφού ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε μεν στην πρωτόδικη δίκη, και επαναφέρθηκε και με ειδικό λόγο εφέσεως στη δευτεροβάθμια, πλην όμως στην τελευταία δεν αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο, ούτε και επαναφέρθηκε με τον οιονδήποτε τρόπο, οπότε δεν θα υπήρχε υποχρέωση αιτιολογημένης απαντήσεως σε αυτόν. ΑΠ 22/2025, σ. 764.
ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ(ΠΚ):
Επί του εγκλήματος της πλαστογραφίας, το οποίο φέρεται τελεσθέν υπό τη μορφή της νοθεύσεως γνησίου αρχικώς εγγράφου, η διαφοροποίηση του τρόπου νόθευσης του αντικειμένου της πράξεως (εγγράφου), σε σχέση με το αρχικό κατηγορητήριο, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας αλλά επιτρεπτή βελτίωσή της, αφού πρόκειται για ακριβέστερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, ως ανέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και συνακόλουθα δεν ιδρύει απόλυτη ακυρότητα στην κίνηση της ποινικής διώξεως. ΑΠ 7/2025, σ. 764.
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ:
Πολεοδομικές ρυθμίσεις. Δέσμευση του νομοθέτη για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Το φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται η ποιότητα ζωής και η υγεία των κατοίκων των πόλεων και των οικισμών έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενο αγαθό. Προσβολή ιδιωτικών συμφερόντων. Συνεκτίμηση επικουρικώς. Λόγοι αναγόμενοι στην υφιστάμενη πραγματική κατάσταση, καθώς και στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, λαμβάνονται υπ’ όψη μόνο επικουρικώς και εφ’ όσον η προκρινόμενη ρύθμιση τελεί εντός των πλαισίων εξυπηρέτησης των πολεοδομικών αναγκών. Εξάλλου, πρέπει να εξασφαλίζεται και η συμμετοχή του ΟΤΑ, στην περιφέρεια του οποίου αφορούν οι εισαγόμενες ρυθμίσεις, καθώς και των ενδιαφερομένων πολιτών. Παραδοσιακοί οικισμοί. Ο χαρακτηρισμός οικισμού ή τμήματός του ως παραδοσιακού, αποσκοπεί στη διατήρηση και στην ανάδειξη του ιδιαιτέρου χαρακτήρα του. Πολεοδομικός σχεδιασμός. Στάδια. Με τον ν. 1337/1983 θεσπίζεται σύστημα πολεοδομικού σχεδιασμού, που περιλαμβάνει δύο διαδοχικές φάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικά επίπεδα σχεδιασμού. Μέσος συντελεστής δόμησης. Μη προσμέτρηση στοιχείων στον συντελεστή. Ο καθορισμός μέσου συντελεστή δόμησης ανήκει στο κανονιστικό μέρος του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, εφ’ όσον αποτελεί όρο δόμησης και η σχετική διάταξη του ΓΠΣ, είναι αμέσως εφαρμοστέα και, επομένως, δεσμευτική κατά την έκδοση οικοδομικών αδειών για την ανοικοδόμηση ακινήτων ευρισκομένων στις περιοχές αυτές, η ρύθμιση δε αυτή ελέγχεται παρεμπιπτόντως κατά τον έλεγχο των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ επίκληση αυτής. Κατασκευή στεγών και αριθμός ορόφων στην περιοχή της Κηφισιάς. Οι γενικές διατάξεις του ΝΟΚ, οι οποίες ενθαρρύνουν την κατασκευή στεγών, δεν προκύπτει ότι βλάπτουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του παραδοσιακού τμήματος της Κηφισιάς και είναι πράγματι εφαρμοστέες, η δε σοφίτα δεν συνιστά από μόνη της «όροφο». ΣτΕ 2035/2025, σ. 793.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ:
Επεξεργασία. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων. Για να μπορεί να θεωρηθεί σύννομη η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 § 1 του ΓΚΔΠ. Βάρος απόδειξης. Διαγραφή δεδομένων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι εκείνος που φέρει το βάρος να αποδείξει, ότι τα δεδομένα αυτά συλλέγονται, μεταξύ άλλων, για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και ότι υποβάλλονται σε επεξεργασία, η οποία είναι νόμιμη, θεμιτή και διαφανής απέναντι στο υποκείμενο των δεδομένων. Αντιρρήσεις του υποκειμένου των δεδομένων. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να αντιτάσσεται στην επεξεργασία, καθώς και δικαίωμα για διαγραφή των δεδομένων, εκτός αν συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι, που υπερισχύουν των συμφερόντων καθώς και των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου αυτού, όπερ απόκειται στον υπεύθυνο επεξεργασίας να καταδείξει. Επομένως, αν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν κατορθώσει να καταδείξει τη συνδρομή τέτοιων λόγων, τότε το υποκείμενο των δεδομένων δικαιούται να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων, εφ’ όσον αντιτίθεται στην επεξεργασία. ΣτΕ 2302/2025, σ. 800.
ΣΗΜΑΤΑ:
Βιομηχανική ιδιοκτησία. Σήμα Φήμης. Ως σήμα φήμης χαρακτηρίζεται εκείνο το διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων ή υπηρεσιών μίας επιχείρησης, του οποίου η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης έγινε γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, διαθέτει ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, χαίρει της θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει. Λαμβάνονται επίσης ως κριτήρια για την παρεχόμενη προστασία το μερίδιο της αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του και η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης. Για την προστασία του σήματος φήμης δεν είναι απαραίτητη η επίκληση και η απόδειξη του κινδύνου σύγχυσης αλλά αρκεί και ο κίνδυνος συνειρμικής ανάκλησης μεταξύ των προϊόντων έτσι ώστε να αποτρέπεται ο σκοπός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο, όφελος και αφετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαίτερης των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης. ΑΠ 1981/ 2025, σ. 714.
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ:
Αγωγή από τιμολόγια. Προφορικότητα συμβάσεων παροχής προμηθειών και υπηρεσιών. Μη σύνταξη πρωτοκόλλου παραλαβής παράδοσης. Μόνη η απόδειξη της υλικής παραδόσεως των προς προμήθεια ειδών από τον προμηθευτή, δίχως τη σύνταξη του οικείου πρωτοκόλλου παραλαβής ή την τήρηση της διαδικασίας της αυτοδίκαιης παραλαβής, δεν αρκεί για την πληρωμή του προμηθευτή και καθιστά την απαίτηση του μη εκκαθαρισμένη και συνακόλουθα τη σχετική αγωγή απαράδεκτη. Σε δημόσιες συμβάσεις συναπτόμενες για λογαριασμό ν.π.δ.δ., με αντικείμενο άνω των 2.500,00 ευρώ, ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός και επομένως όσες δεν καταρτίζονται εγγράφως είναι άκυρες. Στην περίπτωση αυτή λόγω μη τηρήσεως έγγραφου τύπου, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβάλουν αξίωση βασιζόμενη μόνο στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατ’ εξαίρεση αίρεται η ακυρότητα, μόνον, όταν, για τη σύναψή της σύμβασης, προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να ακολουθήσει έγγραφη αποδοχή, όχι, όμως, όταν δεν τηρήθηκε καθόλου έγγραφος τύπος για την πρόταση και αποδοχή. ΤρΔιοικΕφΑθ 2357/2025, σ. 779.
Δημόσιες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Δικαιοδοσία. Η προσθήκη του άρθρου 205 Α΄ στον ν. 4412/2016, που θεσπίζει ενιαία δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για τις διαφορές από δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών, έγινε (σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 94 § 3 Σ) χάριν της ενιαίας εφαρμογής των κανόνων του ν. 4412/2016 και μόνον. Με εξαίρεση τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές, που κατατίθενται μετά την 1.7.2019 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του 4605/2019) και αφορούν συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 8.8.2016 και για τις οποίες, συνεπώς, εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016. Αντιθέτως, το άρθρο 205 Α΄ δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν τον νόμο 4412/2016, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, και τούτο ακόμη και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1.7.2019. Οι συμβάσεις αυτές, εφ’ όσον δεν είναι διοικητικές αλλά ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ διοικητικού και ιδιωτικού χαρακτήρα συμβάσεων. ΣτΕ 1927/2025, σ. 789.
Κήρυξη εκπτώτου το αναδόχου. Αρμοδιότητα δικαστηρίου. Η διαφορά, που ανακύπτει στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, κατόπιν κήρυξης του προσφεύγοντος ως εκπτώτου, κρίνεται από το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο κατά τον χρόνο αυτόν και όχι από εκείνο που ήταν αρμόδιο κατά το στάδιο σύναψης της σύμβασης. ΣτΕ 2179/2025, σ. 798.
ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ:
Κριτήρια. Βασικά στοιχεία της η απαγόρευση ανταγωνισμού και η αποκλειστικότητα της συμφωνηθεί-σας εδαφικής περιοχής, η οποία πρέπει να συμφωνηθεί συμβατικώς. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991, εφόσον ο διανομέας έχει καταστεί τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Το κριτήριο αυτό πληρούται, όταν εκτός της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, ο διανομέας αναλαμβάνει πρόσθετες (μη σωρευτικές ενδεικτικά απαριθμούμενες στον νόμο) υποχρεώσεις, καθιστώντας τον αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού. Αντιθέτως, όταν ο διανομέας δικαιούται να διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα, η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα απλής διανομής, αποκλειομένης της (αναλογικής) εφαρμογής του π.δ. 219/199. ΑΠ 57/2026, σ. 708.
Σύμβαση απλής διανομής. Εφαρμοστέες διατάξεις. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ. Ελεύθερη και απεριόριστη ανάκληση της εντολής και καταγγελίας της από τον εντολέα, χωρίς αιτία ή προθεσμία. Τυχόν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης/καταγγελίας δεν επιφέρει ακυρότητα, θεμελιώνει, όμως, αξίωση αποζημίωσης του εντολοδόχου για θετική και αποθετική ζημία. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο εντολοδόχος και σε περίπτωση περιστατικών αναγόμενων στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα. ΑΠ 56/2026, σ. 713.
ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ:
Συμβάσεις μελέτης και κατασκευής με κατ’ αποκοπή αντάλλαγμα. Στις δημοπρασίες που ανατίθενται με το σύστημα προσφοράς, που περιλαμβάνει μελέτη και κατασκευή με κατ’ αποκοπή εργολαβικό αντάλλαγμα, ο ανάδοχος έχει πλήρη ελευθερία ως προς την διαμόρφωση της προσφοράς του, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής για την μελέτη του έργου, για την οποία έχει δυνατότητα να επιλέξει την κατ’ αποκοπή αμοιβή, μη εφαρμοζομένων, στην περίπτωση αυτή, των διατάξεων περί αμοιβών μηχανικών για τη σύνταξη μελετών, η δε αμοιβή της μελέτης κατ’ αποκοπή μπορεί να συμφωνηθεί με τον ανάδοχο και επί τροποποίησης της μελέτης μετά την υπογραφή της σύμβασης για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών. Μελέτη κατά στάδια και αμοιβή του μελετητή. Μεταξύ των σταδίων της μελέτης (ήτοι της προμελέτης, της οριστικής μελέτης και της μελέτης εφαρμογής), τα οποία μπορούν να ανατεθούν στον ίδιο ή σε διαφορετικούς μελετητές και υπακούουν σε επιταγές και προβλέψεις ενός ενιαίου τεχνικού και οικονομικού σχεδιασμού, υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης και, συνεπώς, κάθε εκπονούμενο στάδιο δεν είναι διακεκριμένο και αυτοτελές, αλλά αποτελεί εξειδίκευση του ενιαίου σχεδιασμού του έργου, προκειμένου δε ο μελετητής να προχωρήσει στην εκπόνηση του επόμενου σταδίου, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: να έχει εγκριθεί το προηγούμενο στάδιο από τον εργοδότη και να έχει δοθεί σχετική εντολή στον ανάδοχο. Παράλειψη σταδίου. Επί παράλειψης προηγουμένου σταδίου, η μελέτη του επομένου σταδίου εκπονείται κατ' ουσία εξ υπαρχής, χωρίς προηγούμενο μελετητικό υπόβαθρο, στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί το στάδιο αυτό και, συνεπώς, η προσαύξηση κατά ποσοστό 50% δικαιολογείται από το γεγονός, ότι ο μελετητής του επόμενου σταδίου καλείται να αναπληρώσει και το κενό του προηγούμενου σταδίου. ΣτΕ 2236/2025, σ. 801.
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ (ΑΚ):
Εξώδικος συμβιβασμός. Θεωρείται σύμβαση αστικού δικαίου με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη τερματίζουν φιλονικίες ή αβεβαιότητες με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Κώδικας Δικηγόρων. Η ποσοστιαία αμοιβή του δικηγόρου για την σύμπραξη του προς επίτευξη συμβιβασμού προϋποθέτει την πραγματική συμβολή του (όπως η κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού) και όχι την απλή συμμετοχή του σε επιμέρους ενέργειες, οι οποίες είτε υπήρξαν άσχετες προς το συμβιβασμό είτε έγιναν μεν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων που απέβλεπαν σε αυτόν, αλλά δεν οδήγησαν καθ` εαυτές στην επίτευξή του. ΑΠ 1435/2025, σ. 717.
ΣΥΝΤΑΓΜΑ:
Αναθεώρηση του Συντάγματος, από την Χ. Τσιώτση, σ. 868.
ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΝ:
Πράξη εφαρμογής. Με την πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, η οποία εντάσσεται στη διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου για τη διασφάλιση του ορθολογικού και χαρακτηριζόμενου από εσωτερική συνοχή πολεοδομικού σχεδιασμού, καθορίζονται, μεταξύ άλλων, τα τμήματα των ακινήτων, που αφαιρούνται για εισφορά σε γη χωρίς αποζημίωση, σε ποσοστό ανάλογο με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας, για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, καθώς και οι υποχρεωτικές μεταβολές, όπως μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων, βεβαιώνεται δε, ταυτόχρονα, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη. Εισφορά σε χρήμα. Της κυρωθείσας πράξης εφαρμογής έπεται η πράξη επιβολής εισφοράς σε χρήμα. Η εν λόγω εισφορά καταβάλλεται αποκλειστικά για την κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, υπολογίζεται δε επί του εμβαδού των ακινήτων, που έχουν διαμορφωθεί με την κυρωθείσα πράξη εφαρμογής, η οποία αποτελεί το νόμιμο έρεισμά της. Εισφορά σε χρήμα και μεταβίβαση του ακινήτου σε νέο ιδιοκτήτη. Τυχόν μεταβίβαση της κυριότητας του εντασσόμενου στο σχέδιο πόλης ακινήτου, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία σύνταξης της πράξης εφαρμογής, έστω και κατά παράβαση της υποχρέωσης προς επισύναψη στη σχετική δικογραφία πιστοποιητικού περί υποβολής δήλωσης ιδιοκτησίας, καθιστά τον νέο κύριο (του «αρχικού» ή «τελικού» ακινήτου) υπόχρεο σε εισφορά σε χρήμα, εφ’ όσον πάντως αυτός εμφαίνεται ως ιδιοκτήτης στην κυρωθείσα πράξη εφαρμογής, αρχική ή διορθωτική. ΣτΕ 2252/2025, σ. 799.
ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ:
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και αιτιολογίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε καθόλου στον ειδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον «παρανόμως απερρίφθη η πρωτοδίκως και νομοτύπως υποβληθεί-σα ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος», διότι ο λόγος τούτος, όπως διατυπώθηκε, ήταν παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφερόταν ποια ήταν η επικαλουμένη, από τον αναιρεσείοντα, πλημμέλεια του κατ’ αυτού κλητηρίου θεσπίσματος, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσής του δεν έχρηζε αιτιολογημένης απαντήσεως. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί του ότι η πράξη που του αποδίδεται δεν συνιστά σωματική βλάβη επικίνδυνη αλλά ελαφρά άλλως απλή, λόγω της έκτασης και του είδους των σωματικών βλαβών των παθόντων, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται, προς απόρριψή του, ειδική αιτιολογία, η οποία πάντως εν προκειμένω ενυπάρχει στις, περί την ενοχή, σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης. ΑΠ 6/2025, σ. 764.
Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση, για το αδίκημα της σωματικής βλάβης σε βάρος ανηλίκου, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παρά το νόμο παράστασης της υποστηρίζουσας την κατηγορία, και μητέρας του παθόντος εκ της πράξεως, αφού, άπαξ και προ της δευτεροβάθμιας δίκης, αυτός (παθών υιός της) είχε ενηλικιωθεί, τότε εκείνη δεν διέθετε πλέον δικαίωμα να παραστεί για λογαριασμό του τέκνου της προς υποστήριξη της κατηγορίας. ΑΠ 131/2025, σ. 767.
ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ:
Το άρθρο 3, το άρθρο 4, § 1, και το άρθρο 6, § 1, της Οδηγίας (ΕΕ)2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι: δεν εμποδίζουν ποινικό δικαστήριο το οποίο απο-φαίνεται επί έφεσης ασκηθείσας κατά απόφασης για την παύση ποινικής δίωξης λόγω μη στοιχειοθέτησης αξιόποινης πράξης να διατυπώσει ενδελεχή κρίση επί ενοχοποιητικών στοιχείων προβαίνοντας σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε νομική εκτίμηση σχετικά με τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, ενώ, αφενός, το δικαστήριο αυτό δεν υποχρεούται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να προβεί σε τέτοια εκτίμηση για την έκδοση της απόφασής του και, αφετέρου, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται μόνον στις αποδείξεις που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας, επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί, υπό τον όρο ότι με την εν λόγω εκτίμηση δεν διατυπώνεται η γνώμη ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για την αξιόποινη πράξη. 2) Το άρθρο 3 της Οδηγίας 2016/343, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, έχει την έννοια ότι: πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει να μη συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το οποίο εξαφάνισε διάταξη για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο και διέταξε την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον αυτού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν οι εν λόγω εκτιμήσεις είναι αντίθετες προς το τεκμήριο αθωότητας, ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις, πλην όμως το εν λόγω άρθρο 3 δεν αντιτίθεται στην υποχρέωση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να δώσει συνέχεια στα δικονομικά μέτρα που διέταξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. ΔΕΕ C-748/24/30.4.2026, σ.823.
ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ:
Τεχνητή Νοημοσύνη και Δικηγορική Δεοντολογία. Αφιέρωμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη από τον Π. Περάκη, σ. 610.
Η ευθύνη του νομικού παραστάτη από την εσφαλμένη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης. Αφιέρωμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη από τον Μ. Δακορώνια-Μαρίνα, σ. 624.
ChatGPT: Ελευθερία έκφρασης και ζητήματα ποινικής ευθύνης από τη δημιουργία ή/και διάδοση ψευδών ειδήσεων. Αφιέρωμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, από τον Α. Παντρευτή, σ. 636.
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ:
Λήψη τιμολογίου για ανύπαρκτη συναλλαγή. Διαδοχικοί νόμοι. Αρχή της αναδρομικότητας της ελαφρύτερης κύρωσης. Η παράβαση της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου για ανύπαρκτη συναλλαγή κολαζόταν, υπό το καθεστώς του ν. 2523/1997, το μεν ως διοικητική, με πρόστιμο, το δε ως ποινική. Ακολούθως, ο νομοθέτης προέβλεψε, με το άρθρο 55 § 2 περ. γ΄ του ν. 4174/2013, τον κολασμό της εν λόγω παράβασης ως διοικητικής, με (μειωμένο σε σχέση με εκείνο της προηγούμενης ρύθμισης) πρόστιμο, αποσκοπώντας στον εξορθολογισμό των προστίμων και τη βελτίωση της εισπραξιμότητάς τους, ενώ επιφυλάχθηκε να αξιολογήσει τις (τότε υφιστάμενες) ποινικές διατάξεις. Οι διοικητικές παραβάσεις της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου για ανύπαρκτη συναλλαγή είναι συγκρίσιμες/αναλογες. Συνεπώς, εν όψει της κατοχυρωμένης στο ενωσιακό δίκαιο (αλλά και στην ΕΣΔΑ) αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης, ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 55 § 2 περ. γ΄ εδάφιο πρώτο του ΚΦορΔ και για παραβάσεις λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή. Μεταβατική ρύθμιση, που προβλέπει αναδρομική ρύθμιση των κυρώσεων του νέου νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι δεν συνάδει με την ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας και με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 § 1 και 6 § 1 της ΕΣΔΑ. ΣτΕ 1931/2025, σ. 790.
ΤΟΚΟΣ:
Ο εκτοκισμός ρυθμίσεων για τη διάσωση κύριας κατοικίας με βάση το άρθρο 9 του ν. 3869/2010 - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Δ. Κ. Αυγητίδη, σ. 834.
ΤΡΑΠΕΖΕΣ:
Η ερμηνεία των όρων «πιστωτικό ίδρυμα» και «χρηματοδοτικό ίδρυμα» κατά το ενωσιακό δίκαιο. H περίπτωση των ΕΔΑΔΠ και ΕΑΑΔΠ και οι αποφάσεις 2260/2025 και 2261/2025 του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Μ. Παπακωνσταντή, σ. 856.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ:
Αναδρομικές αποδοχές παρανόμως μη τοποθετηθέντος σε θέση του Δημοσίου. Παράλληλη απασχόληση. Σε περίπτωση, που ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επιδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών. Σε περίπτωση που ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθ’ όσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, δεν δια-κόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης. Εξαιρείται η περίπτωση, που η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης, ώστε, λαμβανομένων υπ’ όψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσίαν, την ίδια με αυτήν εργασία. ΣτΕ 2229/2025, σ. 799.
ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ:
Διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 § 2 περ. α΄ ΠΚ, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση ως προς το σκέλος της, με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου σύννομου βίου, διότι από τις παραδοχές της, περί του ότι ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της εξακολουθητικής υπεξαιρέσεως με ζημία άνω των 120.000 Ε, το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσείουσα, ήταν ιδιαίτερα μακρός, το αντικείμενο της πράξης (872.554,40 Ε) ιδιαίτερα μεγάλο, και η ανάλωση αυτού έγινε σε δα-πάνες πολυτελούς διαβίωσης, καταδεικνύεται πως αυτή (αναιρεσείουσα) ήταν άτομο με αντικοινωνική συμπεριφορά και χωρίς ηθικούς φραγμούς, στοιχεία που υπήρχαν στο πρόσωπό της και προγενεστέρως του αδικήματος, ώστε η προκείμενη εγκληματική πράξη της να μην εμφανίζεται ως εξαίρεση σε μία σύννομη σταθερή στάση ζωής. ΑΠ 184/2025, σ. 767.
ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ:
Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ προσβολής του υπερασπιστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος στη σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση, και για θετική υπέρβαση εξουσίας, και ορθώς συνεκτιμήθηκε, στη δευτεροβάθμια δίκη, η ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρα που εμπεριέχεται σε απόφαση επί άλλης ποινικής δίκης με διαφορετικούς κατηγορούμενους, και η οποία (απόφαση) αναγνώσθηκε πρωτοδίκως κατόπιν, μάλιστα, αιτήματος του ίδιου του αναιρεσείοντος, με συνέπεια η ανάγνωσή της να είναι υποχρεωτική και δευτεροβαθμίως, αφού η υποχρεωτική ανάγνωση, στην κατ’ έφεση δίκη, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης έχει την έννοια της ανάγνωσης του περιεχομένου και όλων των αναφερομένων ως αναγνωσθέντων, στα πρακτικά αυτής (σε πρώτο βαθμό απόφασης), εγγράφων, όπως η ως άνω έτερη ποινική απόφαση, η οποία για το λόγο αυτό επιτρεπτώς αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και σε δεύτερο βαθμό, παρά την εκεί εναντίωση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος. ΑΠ 24/2025, σ. 764.
ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ:
Ο εκτοκισμός ρυθμίσεων για τη διάσωση κύριας κατοικίας με βάση το άρθρο 9 του ν. 3869/2010 - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδότηση & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Δ. Κ. Αυγητίδη, σ. 834.
ΥΠΟΤΡΟΠΗ:
Με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για δια-κίνηση ναρκωτικών κατ’ επάγγελμα, με την επιπρόσθετη επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης από υπότροπο, η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 463 § 5 ΠΚ, και 22 § 2 περ. γ΄ του ν. 4139/ 2013, κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων με το νέο ΠΚ (ν. 4619/2019) καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις περί υποτροπής, α-κόμη και εάν περιέχονταν σε ειδικούς ποινικούς νόμους όπως, εν προκειμένω, ο ν. 4139/2013 περί ναρκωτικών, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 § 5 ΠΚ. ΑΠ 35/2025, σ. 765.
ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ:
Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της εναντίον του ποινικής διώξεως για φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, λόγω παραγραφής του φορολογικού δικαιώματος του Δημοσίου για την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ, ενώ η απόρριψη αυτή δεν παραβιάζει το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και δεν ιδρύει απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως, αφού η αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας των πράξεων της φορολογικής διοίκησης, χωρίς να έχει χωρήσει ακύρωση αυτών από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, δεν ασκεί καμία επιρροή στην συγκρότηση του ως άνω εγκλήματος. ΑΠ 77/2025, σ. 766.
Φορολογικές υποχρεώσεις. Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα. Όρια ευθύνης. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους στην είσπραξη των φόρων και προστίμων που επιβάλλονται στα νομικά πρόσωπα, καθιερώνεται προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των προσώπων των εντεταλμένων στη διοίκησή τους για την καταβολή των φορολογικών τους οφειλών (μη ισοδυναμούσα με καθιέρωση ιδίας φορολογικής υποχρέωσης των αλληλεγγύως ευθυνομένων, αλλά με πρόσθετη εγγυητικού χαρακτήρα ευθύνη τους προς πληρωμή των βεβαιωθέντων σε βάρος των νομικών προσώπων ρητώς μνημονευομένων στις οικείες διατάξεις φόρων και προστίμων). Φοροδιαφυγή. Ευθύνη εκπροσώπων ΑΕ. Σε περίπτωση, που διαπιστώνεται ότι ημεδαπές ΑΕ έχουν διαπράξει φοροδιαφυγή, μπορούν να επιβληθούν τα μέτρα του άρθρου 46 του ΚΦΕ, σωρευτικά, σε βάρος των φυσικών προσώπων, τα οποία, από την τέλεση της παράβασης και έως την επιβολή των μέτρων, είχαν την ιδιότητα του προέδρου, αντιπροέδρου κ.λπ. του ΔΣ ή εκκαθαριστή της ΑΕ, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εντεταλμένα στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση της ΑΕ, είτε αμέσως από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση. Χορήγηση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας. Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση άρνησης χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, υπό την έννοια ότι μόνη η ιδιότητα, μεταξύ άλλων, του εκκαθαριστή ΑΕ δεν αρκεί για τη νόμιμη άρνηση χορήγησης σε αυτόν αποδεικτικού ενημερότητας λόγω βεβαιωμένων οφειλών της εταιρείας, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να αποδειχθεί ότι είχε πράγματι ασκήσει συγκεκριμένα καθήκοντα διοίκησης ή διαχείρισης της εταιρείας. ΣτΕ 2048/2025, σ. 794.
ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ:
Παραγραφή. Το δικαίωμα του Δημοσίου για τον καταλογισμό φόρου εισοδήματος καθώς και προσθέτου φόρου λόγω ανακρίβειας της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, με έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου κατόπιν διενέργειας ελέγχου, παραγράφεται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο 5ετίας από το τέλος του έτους, εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δήλωσης. Τι δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία. Δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» εκείνα, τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν είτε η φορολογική αρχή όφειλε να τα έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας 5ετίας. Τέτοια «συμπληρωματικά στοιχεία» δεν αποκλείεται να είναι επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία, που τηρούν τρίτες επιχειρήσεις ή και άλλα έγγραφα, όπως έγγραφα άλλης ΔΟΥ ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας, από τα οποία αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, η εικονικότητα των τιμολογίων που εξέδιδε ή ελάμβανε και καταχώριζε ο φορολογούμενος, η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων που τηρούσε και η απόκρυψη από αυτόν εισοδήματος. Στοιχεία από άλλη φορολογική αρχή. Σε περίπτωση που, εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, περιέρχονται σε φορολογική αρχή, από άλλη φορολογική αρχή, πληροφορίες περί της πιθανότητας συναλλαγές αφορώσες φορολογούμενο, υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, να είναι εικονικές, είναι υποχρεωμένη, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να προβεί σε σχετικό έλεγχο και έκδοση και κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων εντός της παραπάνω προθεσμίας και δεν μπορεί να αναμείνει, για την έναρξη του ελέγχου και την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών πράξεων, την ολοκλήρωση του ελέγχου από την άλλη φορολογική αρχή. ΣτΕ 1930/2025, σ. 789.
Απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος. Έμμεσες αποδείξεις. Η τέλεση φορολογικής παράβασης, συνισταμένη στην απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος και, κατ’ επέκταση, η ύπαρξη αντίστοιχης φορολογητέας ύλης - το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει κατ’ αρχήν η φορολογική αρχή - μπoρεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη εκτίμηση της Διοίκησης, όχι μόνον από άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες, δηλαδή από αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, εν όψει των συνθηκών, εξήγησης που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη, πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης στον ελεγχόμενο παράβασης, χωρίς τούτο να συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Άμυνα φορολογούμενου. Ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα, τόσο κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, με την υποβολή των απόψεών του επί του σημειώματος διαπιστώσεων του ελέγχου, αλλά και κατά το μεταγενέστερο στάδιο της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού, να επικαλεσθεί έναντι της φορολογικής αρχής και, κατ’ επέκταση, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων στοιχεία που, κατ’ αυτόν, ανατρέπουν την πραγματική βάση της εκτίμησης της Διοίκησης περί του ότι τα εντοπισθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά αποτελούν άγνωστης πηγής ή αιτίας προσαύξηση της περιουσίας του. Πλημμέλεια προσκομιζομένων στοιχείων. Συνέπειες. Τυχόν πλημμέλειες των προσκομιζόμενων από τον φορολογούμενο στοιχείων δεν αναιρούν, κατ’ αρχήν, από μόνες τους την υποχρέωση της φορολογικής Διοίκησης ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κρίσης της, των διοικητικών δικαστηρίων να εξετάσουν, εν όψει των συλλεγέντων στοιχείων και των συνθηκών συνολικά θεωρούμενων, εάν οι παραπάνω ισχυρισμοί τεκμηριώνονται κατά την πραγματική τους βάση από τα παρεχόμενα από τον φορολογούμενο στοιχεία ως προς την ακρίβεια και επάρκειά τους, ώστε να ταυτοποιήσουν την αληθή φύση και την ακριβή πηγή ή αιτία (γενεσιουργό οικονομικό λόγο) του επίμαχου χρηματικού ποσού, εάν, κατά τον εντοπισμό των εν λόγω πλημμελειών, διαπιστωθεί ότι η μεταφορά του επίμαχου χρηματικού ποσού στην περιουσία του ελεγχόμενου συνιστά, κατά την αληθή φύση, άλλη έννομη σχέση (όπως δωρεά, δάνειο, εντολή, παρακαταθήκη), για την οποία μπορεί να ανακύπτουν φορολογικές υποχρεώσεις ή βάρη, με βάση διατάξεις της νομοθεσίας διαφορετικές από τη φορολογία εισοδήματος. ΣτΕ2033/2025, σ. 792.
ΦΟΡΟΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ:
Υπολογισμός εκτός αντικειμενικής αξίας. Ως πράγματι καταβληθέν χρηματικό ποσό για την αγορά ακινήτου θεωρείται το αληθές τίμημα, που κατέβαλε ο φορολογούμενος για την αγορά αυτή. Ως τέτοιο νοείται, κατ’ αρχήν, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, εκτός εάν αυτό υπολείπεται της νομίμως εξευρισκομένης, κατά τα ισχύοντα στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, αγοραίας αξίας του ακινήτου, οπότε, κατά κοινή πείρα, το τελευταίο ποσό θεωρείται ως το πράγματι καταβληθέν, επιφυλασσομένης της δυνατότητας του φορολογουμένου να αποδείξει, με κάθε νόμιμο μέσο, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αναγραφόμενο στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, έστω και εάν είναι κατώτερο της αγοραίας αξίας, είναι το πράγματι καταβληθέν. Εξάλλου, στις περιοχές που εμπίπτουν στο σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών, ως αγοραία αξία λαμβάνεται το υπολογιζόμενο κατά τις σχετικές διατάξεις τίμημα, εκτός αν ο φορολογούμενος αποστεί, με δική του πρωτοβουλία, από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος και ζητήσει τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση προγενέστερες διατάξεις των σχετικών νόμων, με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, δυνάμενος να αποδείξει ότι κατέβαλε τίμημα κατώτερο της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Φόρος μεταβίβασης και ετήσια τεκμαρτή δαπάνη. Την παραπάνω δυνατότητα διαθέτει ο αγοραστής ακινήτου και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν είχε αμφισβητήσει, με την άσκηση προσφυγής, την αντικειμενική αξία του ακινήτου και είχε καταβάλει φόρο μεταβίβασης, ο οποίος είχε υπολογισθεί επί της αντικειμενικής του αξίας. Συνεπώς, όταν αγοραστής ακινήτου επικαλείται και προσκομίζει στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι το κατώτερο της αντικειμενικής αξίας τίμημα, που αναγράφεται στο μεταβιβαστικό του αγορασθέντος ακινήτου συμβόλαιο, είναι το πράγματι καταβληθέν, ως ποσό, το οποίο καταβλήθηκε για την αγορά του ακινήτου και το οποίο λογίζεται ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη σύμφωνα με τον ΚΦΕ, λαμβάνεται το πράγματι καταβληθέν προκειμένου, κατ’ εφαρμογή του ΚΦΕ, να ευρεθεί το φορολογητέο εισόδημα. Αυτό ισχύει χωρίς η φορολογική Αρχή και το τακτικό διοικητικό δικαστήριο να δεσμεύονται από τον τυχόν προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου, ο οποίος είχε γίνει προς υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης. ΣτΕ 2086/2025, σ. 795.
ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ:
Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της εναντίον του ποινικής διώξεως για φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ, λόγω παραγραφής του φορολογικού δικαιώματος του Δημοσίου για την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ, ενώ η απόρριψη αυτή δεν παραβιάζει το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και δεν ιδρύει απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως, αφού η αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας των πράξεων της φορολογικής διοίκησης, χωρίς να έχει χωρήσει ακύρωση αυτών από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, δεν ασκεί καμία επιρροή στην συγκρότηση του ως άνω εγκλήματος. ΑΠ 77/2025, σ. 766.
ΨΕΥΔΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
ChatGPT: Ελευθερία έκφρασης και ζητήματα ποινικής ευθύνης από τη δημιουργία ή/και διάδοση ψευδών ειδήσεων. Αφιέρωμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, από τον Α. Παντρευτή, σ. 636.