ΟλΣτΕ 1096/2025, «Η υποχρεωτική σώρευση αίτησης αναστολής και αίτησης ακύρωσης κατά απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ», με παρατη ρήσεις Κ. Π. Σ α μ α ρ τ ζ ή
Συμβούλιο της Επικρατείας (Οολομέλεια)
Αριθ. 1096/2025
Προεδρεύων: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Η. Μάζος, Σύμβουλος
Δικηγόροι: Θ. Θεοδωρόπουλος, Γ. Τράντας
Δημόσιες συμβάσεις. Σώρευση αίτησης αναστολής και ακύρωσης. Προδικαστικό ερώτημα. Το δικαστήριο διαπίστωσε εύλογες αμφιβολίες για το αν η ρύθμιση, που επιβάλλει την υποχρεωτική σώρευση, στο ίδιο δικόγραφο, των αιτημάτων αναστολής και ακύρωσης κατά αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ, είναι σύμφωνη με την Οδηγία 89/ 665/ΕΟΚ. Για τον λόγο αυτόν, υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ (Άρθρα 372 ν. 4412/2016, 138 ν. 4782/2021, 20 § 1, 87 § 1, 94 §§ 1 και 2 και 95 Σ, 6 § 1 ΕΣΔΑ, 1, 2, 2α έως 2στ Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, Οδηγίες 2007/66/ΕΚ και 2014/23/ΕΕ).
Ερμηνεία διατάξεων, που επιβάλλουν προθεσμίες ενεργειών στο δικαστήριο. Oι προθεσμίες, που αφορούν: α) τον ορισμό δικασίμου και εισηγητή, β) την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης (εντός 60 ημερών από την κατάθεση της αίτησης) και δ) την έκδοση προσωρινής διαταγής επί του αιτήματος αναστολής είναι ενδεικτικές και όχι αποκλειστικές, ενώ η προθεσμία για την έκδοση και δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης εντός 15 ημερών είναι αποκλειστική [Μειοψηφία].
Συνοπτική αιτιολόγηση προσωρινής διάταξης. Αντισυνταγματικότητα. Η διάταξη, που υποχρεώνει τον Πρόεδρο του δικαστηρίου να αποφανθεί εντός 15 ημερών επί του αιτήματος αναστολής, με προσωρινή διαταγή συνοπτικής αιτιολογίας, είναι αντισυνταγματική, διότι η περιορισμένη αιτιολογία παραβιάζει την αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά το Σύνταγμα και την Οδηγία 89/665 [Μειοψηφία].
Συνταγματικές οι ρυθμίσεις, που επιβάλλουν σύντομες αποκλειστικές προθεσμίες στους διαδίκους. Οι ρυθμίσεις, που προβλέπουν 10ήμερη αποκλειστική προθεσμία α) για την άσκηση της αίτησης αναστολής και ακύρωσης κατά αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ, β) για την κατάθεση παρεμβάσεων, γ) την κατάθεση αποδεικτικών στοιχείων και δ) τη διαβίβαση του φακέλου στο δικαστήριο, δεν αντίκεινται σε υπερκείμενες διατάξεις.
Συνταγματική η διήμερη προθεσμία για κοινοποίηση της αίτησης. Η 2ήμερη αποκλειστική προθεσμία για την κοινοποίηση της αίτησης αναστολής και ακύρωσης από τον αιτούντα, καθώς και της παρέμβασης από τον παρεμβαίνοντα είναι συνταγματικά ανεκτή [Μειοψηφία].
Αντισυνταγματική η προθεσμία για την έκδοση του διατακτικού της απόφασης. Η διάταξη, που προβλέπει ότι το διατακτικό της απόφασης εκδίδεται εντός 15 ημερών από τη συζήτηση της αίτησης, είναι αντισυνταγματική [Μειοψηφίες].
(…) 6. Επειδή, το Βιβλίο IV του προαναφερθέντος ν. 4412/2016, υπό τον τίτλο “Έννομη προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων”, ορίζει στο άρθρο 345 [όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 134 του ν. 4782/2021, η ισχύς του οποίου αρχίζει από 1.3.2022, σύμφωνα με το άρθρο 142 § 1 περ. ε΄ του ίδιου νόμου και το άρθρο 57 του ν. 4825/ 2021 (Α΄ 157), που τροποποίησε ακολούθως την παράγραφο αυτή] ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος Βιβλίου (άρθρα 345 έως 374) εφαρμόζονται στις διαφορές που προκύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων του παρόντος νόμου, καθώς και τροποποίησης αυτών, με εκτιμώμενη αξία ανώτερη των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ και ανεξάρτητα από τη φύση τους» [§ 1], στο άρθρο 346 [όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 107 § 49 του ν. 4497/ 2017 (Α´ 171)] ότι: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί σύμβαση των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της ευρωπαϊκής ή εσωτερικής νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ΑΕΠΠ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 360 και να ζητήσει προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το άρθρο 366, ακύρωση παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 367 ή ακύρωση σύμβασης η οποία έχει συναφθεί παράνομα, σύμφωνα με το άρθρο 368. 2. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής του άρθρου 360, μπορεί να ασκήσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης και αίτηση για την ακύρωση της απόφασής της ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 372 ...», στο άρθρο 360 §§ 1 και 2 ότι: «1. Κάθε ενδιαφερόμενος ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόμου αυτού και έχει ή είχε υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εκτελεστή πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής κατά παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, υποχρεούται, πριν από την υποβολή των προβλεπόμενων στον Τίτλο 3 ένδικων βοηθημάτων, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΑΕΠΠ κατά της σχετικής πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής. 2. Η άσκηση της προδικαστικής προσφυγής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων του Τίτλου 3 κατά των εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών» και στο άρθρο 367 ότι: «1. Η ΑΕΠΠ αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της βασιμότητας των προβαλλόμενων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών της προσφυγής και των ισχυρισμών της αναθέτουσας αρχής και, σε περίπτωση παρέμβασης, των ισχυρισμών του παρεμβαίνοντος και δέχεται (εν όλω ή εν μέρει) ή απορρίπτει την προσφυγή με απόφασή της, η οποία εκδίδεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ημέρα εξέτασης της προσφυγής. 2. Επί αποδοχής προσφυγής κατά πράξης ακυρώνεται ολικώς ή μερικώς η προσβαλλόμενη πράξη, ενώ επί αποδοχής προσφυγής κατά παράλειψης, ακυρώνεται η παράλειψη και η υπόθεση αναπέμπεται στην αναθέτουσα αρχή για να προβεί αυτή στην οφειλόμενη ενέργεια. 3. … 4. Οι αποφάσεις της ΑΕΠΠ υπόκεινται αποκλειστικά στα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στον Τίτλο 3 του παρόντος Βιβλίου. 5. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 372 που περιλαμβάνεται στον Τίτλο 3 του ίδιου Βιβλίου IV, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, ορίζονται τα εξής: «1. Όποιος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και υφίσταται ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων, μπορεί, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης των αποφάσεων της ΑΕΠΠ. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής. Δικαίωμα άσκησης του ως άνω ένδικου βοηθήματος έχει και η αναθέτουσα αρχή, αν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή, αλλά και αυτός του οποίου έχει γίνει εν μέρει δεκτή η προδικαστική προσφυγή. Με την απόφαση της ΑΕΠΠ λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι συναφείς προς την εν λόγω απόφαση πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί, αντιστοίχως, έως τη συζήτηση της αίτησης. Όταν η ΑΕΠΠ απορρίπτει την προδικαστική προσφυγή, νομιμοποιούνται παθητικώς η ΑΕΠΠ και η αναθέτουσα αρχή. Όταν η ΑΕΠΠ κάνει δεκτή την προδικαστική προσφυγή, νομιμοποιείται παθητικώς μόνο η ΑΕΠΠ. 2. Η αίτηση αναστολής και ακύρωσης περιλαμβάνει μόνο αιτιάσεις που είχαν προταθεί με την προδικαστική προσφυγή ή αφορούν στη διαδικασία ενώπιον της ΑΕΠΠ ή το περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η αναθέτουσα αρχή, εφόσον ασκήσει την αίτηση της παραγράφου 1, μπορεί να προβάλει και οψιγενείς ισχυρισμούς αναφορικά με τους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την άμεση ανάθεση της σύμβασης. 3. Αρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων του παρόντος είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής. Κατ’ εξαίρεση, διαφορές οι οποίες προκύπτουν κατά την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών και δημόσιων συμβάσεων, οι οποίες υλοποιούνται ως Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) σύμφωνα με τον ν. 3389/2005 (Α΄ 232), εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ομοίως, διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, με εκτιμώμενη αξία μεγαλύτερη των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 4. Η αίτηση ασκείται εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης της ΑΕΠΠ ή από την παρέλευση της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην § 1 του άρθρου 367 περί διαδικασίας λήψης απόφασης και συνεπειών των αποφάσεων της ΑΕΠΠ. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου. Ο Πρόεδρος του αρμόδιου Τμήματος ορίζει με πράξη του τον εισηγητή, καθώς και την ημέρα και την ώρα εκδίκασης της αίτησης. Αντίγραφο της αίτησης με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την ΑΕΠΠ, την αναθέτουσα αρχή, αν δεν έχει ασκήσει αυτή την αίτηση, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, την κλήτευση του οποίου διατάσσει με πράξη του ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων του αρμόδιου Δικαστηρίου ή Τμήματος έως την επόμενη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης. Ο αιτών υποχρεούται επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου βοηθήματος να προβεί στις παραπάνω κοινοποιήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) ημερών από την έκδοση και την παραλαβή της ως άνω πράξης του Δικαστηρίου. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση της αίτησης κατατίθεται η παρέμβαση και διαβιβάζονται ο φάκελος και οι απόψεις των παθητικώς νομιμοποιούμενων. Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθενται στο Δικαστήριο και τα στοιχεία που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επιπρόσθετα, η παρέμβαση κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος στα λοιπά μέρη της δίκης εντός δύο (2) ημερών από την κατάθεσή της, αλλιώς λογίζεται ως απαράδεκτη. Το διατακτικό της δικαστικής απόφασης εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης της παραγράφου 1 ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων. 5. Για την άσκηση της αίτησης οι οικονομικοί φορείς καταβάλλουν παράβολο ... 6. Η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραγράφου 3 κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. Επίσης, η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης κωλύουν την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της αίτησης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 7 το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. 7. Μέχρι την παρέλευση της εκ του νόμου αναστολής της προόδου της διαδικασίας κατά την παράγραφο 6, και εφόσον έχουν γίνει προσηκόντως οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 4 κοινοποιήσεις της αίτησης, ο Πρόεδρος Εφετών του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή ο Εφέτης που αυτός ορίζει, καθώς και ο Πρόεδρος ή ο προεδρεύων της Ολομέλειας ή του οικείου σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίστοιχα, αποφαίνονται επί του αιτήματος αναστολής με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία. Εφόσον κριθεί σκόπιμο, μπορεί να ζητηθεί ακρόαση των μερών με κάθε πρόσφορο τρόπο. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως, μπορεί δε να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά από σχετική αίτηση οιουδήποτε των μερών, την οποία ο αιτών κοινοποιεί στους υπόλοιπους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, με τήρηση της διαδικασίας του παρόντος. Με την ίδια διαδικασία, ύστερα από αίτημα του μέρους που στοιχειοθετεί σχετικό έννομο συμφέρον, μπορεί να αρθεί η εκ του νόμου αναστολή σύναψης της σύμβασης ή/και η εκ του νόμου αναστολή της προόδου της διαδικασίας ανάθεσης σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 6. Στις περιπτώσεις που, λόγω της σπουδαιότητας της υπόθεσης, αυτή παραπέμπεται από την Πενταμελή Σύνθεση στην Επταμελή Σύνθεση ή στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ή όταν το Διοικητικό Εφετείο αποστέλλει αίτημα για πρότυπη δίκη κατά το άρθρο 1 του ν. 3900/ 2010 (Α΄ 213) ή στην περίπτωση υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την παραπεμπτική απόφαση ή με προσωρινή διαταγή κατά τα ανωτέρω διατάσσεται κάθε πρόσφορο μέτρο προσωρινής προστασίας μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης. 8. Το αίτημα αναστολής γίνεται δεκτό, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εθνικού δικαίου και η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Το αίτημα, όμως, μπορεί να απορριφθεί, αν από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Το Δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως τη διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. 9. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν αιτήθηκε ή αιτήθηκε ανεπιτυχώς την αναστολή και η σύμβαση υπογράφηκε και η εκτέλεσή της ολοκληρώθηκε πριν από τη συζήτηση της αίτησης, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989. 10. Στις διαφορές του παρόντος δεν εφαρμόζεται το άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου … 12. Με μέριμνα του Προέδρου της, η ΑΕΠΠ οφείλει να συμμορφώνεται ... με τις δικαστικές αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος, με τις οποίες ακυρώνονται εν όλω ή εν μέρει οι αποφάσεις της ... 13. Με την επιφύλαξη του παρόντος νόμου, για την εκδίκαση των διαφορών του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989». Σύμφωνα με το άρθρο 140 § 3 του ν. 4782/2021, το άρθρο 138 του ίδιου νόμου, δηλαδή η διάταξη με την οποία αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, «διέπει τις διαφορές που αναφύονται από πράξεις οι οποίες κοινοποιούνται στον θιγόμενο ή των οποίων προκύπτει εκ μέρους του πλήρης γνώση μετά την 1.9.2021. Το ίδιο ισχύει για τις παραλείψεις που συντελούνται μετά την ημερομηνία αυτή». Σύμφωνα δε με το άρθρο 142 § 1 περ. β΄ του ν. 4782/2021, το ως άνω άρθρο 138 αρχίζει να ισχύει από την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
(…) 9. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 4912/ 2022 (Α΄ 59/17.3.2022) προβλέφθηκε η συγκρότηση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων [ΕΑΔΗΣΥ] ως ανεξάρτητης αρχής για το σύνολο των δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών [ΑΕΠΠ] μετονομάζεται σε Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων [ΕΑΔΗΣΥ] και συγχωνεύεται με την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων [ΕΑΑΔΗΣY], η οποία είχε συσταθεί με τον ν. 4013/2011 (Α΄ 204), όπου δε στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά στην ΑΕΠΠ ή στην καταργούμενη ΕΑΑΔΗΣΥ, νοείται εφεξής η Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων. Περαιτέρω, κατά τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 17 του ως άνω ν. 4912/2022, η συσταθείσα με τον ν. 4013/2011 (Α΄ 204) ΕΑΑΔΗΣY καταργείται από την έκδοση της πράξης διορισμού του Προέδρου και των Συμβούλων της ΕΑΔΗΣΥ. Εν προκειμένω, κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 3.6.2022, μετά δηλαδή την δημοσίευση στην ΕτΚ του ν. 4912/2022, δεν είχε ακόμη εκδοθεί πράξη διορισμού Προέδρου και Συμβούλων της νέας Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, από την έκδοση της οποίας καταργείται η ΕΑΑΔΗΣΥ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα· ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι της ΕΑΔΗΣΥ διορίσθηκαν, μετά την συζήτηση της υπόθεσης, με την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου 29/27.9.2022 [«Διορισμός Προέδρου και οκτώ (8) Συμβούλων της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗ ΣΥ)» (τεύχος ΥΟΔΔ 908/30.9.2022)], οπότε και ολοκληρώθηκε η κατάργηση της ΕΑΑΔΗΣΥ και η συγχώνευση των ΑΕΠΠ και ΕΑΑΔΗΣΥ. Επομένως, διάδικος στην δίκη είναι η Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών [ΑΕΠΠ], που μετονομάσθηκε ήδη σε Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 § 2 περ. θ΄ του ν. 4013/2011, η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων [Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.] μπορεί να υποβάλλει παρατηρήσεις για θέματα δημοσίων συμβάσεων, ιδίως δε για την ερμηνεία του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων σε δίκες που διεξάγονται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, η διάταξη δε αυτή παρέχει την ευχέρεια στην ΕΑΑΔΗΣΥ να εκθέτει τις απόψεις της χωρίς να αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου. Συνεπώς, τα κατατεθέντα ενώπιον της Ολομελείας από 1.6.2022, 14.6.2022 και 15.6.2022 έγγραφα της ΕΑΑΔΗΣΥ , πριν από την κατάργηση της εν λόγω Αρχής, αποτελούν τις υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις της, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης.
(…) 11. Επειδή, στις επόμενες σκέψεις εξετάζονται ζητήματα σχετικά με το συμβατό ή μη των διατάξεων του άρθρου 372 του ν. 4412/ 2016, όπως ήδη ισχύει [οι οποίες ήδη παρατέθηκαν, στην σκέψη 6], προς το Σύνταγμα και την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ, καθώς και ζητήματα ερμηνείας των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, παρατίθενται οι κρίσιμες διατάξεις της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και η συναφής νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ [σκ. 13-17], αναφέρονται, ακολούθως, οι εθνικές ρυθμίσεις που ίσχυσαν διαδοχικώς για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία αυτή (ν. 2522/1997, ν. 3886/ 2010, ν. 4412/2016 πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 4782/2021) [σκ. 18], το σύστημα των ρυθμίσεων του άρθρου 372 του ν. 4412/ 2016 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 [σκ. 19], καθώς και οι κανόνες και αρχές, που απορρέουν από τις συνταγματικές διατάξεις και είναι κρίσιμοι στην παρούσα υπόθεση [σκ. 20-21], στην συνέχεια δε, εξετάζεται το συμβατό ή μη των επίμαχων ρυθμίσεων προς την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ και το Σύνταγμα [σκ. 22-29].
12. Επειδή, η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στο σύνολο των κρατών μελών, καθώς και της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο αυτό, ανατίθεται στα εθνικά δικαστήρια και στο ΔΕΕ. Προς τούτο, τα κράτη μέλη καθιερώνουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, κατοχυρώνεται δε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia SpA [C-497/20], σκ. 46, 56 επ.).
13. Επειδή, «για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων» εκδόθηκε η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 395). Η ανωτέρω Οδηγία, όπως ακολούθως τροποποιήθηκε με τις Οδηγίες 2007/66/ΕΚ (ΕΕ L 335) και 2014/23/ ΕΕ (ΕΕ L 94), ορίζει στο άρθρο 1, που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής, τα εξής: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ ή της Οδηγίας 2014/ 23/ΕΕ, οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων αναθεωρήσεων [may be reviewed effectively and, in particular, as rapidly as possible / peuvent faire l’objet de recours efficaces et, en particulier, aussi rapides que possible], υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν στα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας Οδηγίας, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την ενωσιακή νομοθεσία περί διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας» [§ 1]. «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες προσφυγής να είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι δυνατό να θεσπίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση» [§ 3]. «Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει καταρχάς προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η άσκηση της εν λόγω προσφυγής να συνεπάγεται την άμεση αναστολή της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης ... Η αναστολή στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο δεν λήγει πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή απέστειλε απάντηση ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας παραλαβής της απάντησης» [§ 5]. Κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής: «1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου: α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές· β) να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης· γ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα. 2. Οι εξουσίες που προβλέπονται με την παράγραφο 1 και με τα άρθρα 2δ [«ανενεργό της σύμβασης»] και 2ε [«εναλλακτικές κυρώσεις»] μπορούν να ανατίθενται σε ξεχωριστά όργανα υπεύθυνα για διαφορετικές πτυχές των διαδικασιών προσφυγής. 3. Όταν πρωτοβάθμιο όργανο, ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή, εξετάζει προσφυγή κατά αποφάσεως σχετικά με την ανάθεση σύμβασης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να συνάψει τη σύμβαση πριν αποφασίσει το όργανο προσφυγής την εφαρμογή των προσωρινών μέτρων ή επί της προσφυγής. Η αναστολή δεν λήγει πριν από την εκπνοή της ανασταλτικής προθεσμίας του άρθρου 2α παράγραφος 2 και του άρθρου 2δ παράγραφοι 4 και 5. 4. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παραγράφου 3 και του άρθρου 1 παράγραφος 5, οι διαδικασίες προσφυγής δεν χρειάζεται απαραιτήτως να έχουν αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα επί των διαδικασιών σύναψης των συμβάσεων τις οποίες αφορούν. 5. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής όργανο μπορεί να συνυπολογίσει τις πιθανές συνέπειες των προσωρινών μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίσει να μην προβεί στη χορήγηση τέτοιων μέτρων, αν οι αρνητικές τους συνέπειες είναι περισσότερες από τα οφέλη τους. Η απόφαση να μη χορηγηθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τις λοιπές αξιώσεις που προβάλλει το πρόσωπο που έχει ζητήσει τη χορήγηση των εν λόγω μέτρων. 6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ζητείται αποζημίωση για τον λόγο ότι η απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από αρμόδιο προς τούτο όργανο. 7. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 2δ έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου σε σύμβαση που συνάπτεται μετά την ανάθεσή της, καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο ... 8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής όργανα. 9. Όταν τα υπεύθυνα για τις διαδικασίες προσφυγής όργανα δεν είναι δικαστικά, οι αποφάσεις τους πρέπει πάντα να αιτιολογούνται γραπτώς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει επίσης να θεσπίζονται διατάξεις που να εγγυώνται την ύπαρξη διαδικασιών με τις οποίες κάθε μέτρο του οργάνου προσφυγής που εικάζεται ότι είναι παράνομο, ή κάθε εικαζόμενη παράλειψή του κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί, να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλου οργάνου, το οποίο θεωρείται δικαιοδοτικό κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης και είναι ανεξάρτητο και από την αναθέτουσα αρχή και από το όργανο προσφυγής ... Το ανεξάρτητο όργανο λαμβάνει τις αποφάσεις του μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας κατ’ αντιμωλίαν, οι δε αποφάσεις αυτές έχουν, με τα μέσα που καθορίζει κάθε κράτος μέλος, δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα». Στο άρθρο 2α ορίζονται τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα κατά το άρθρο 1 παράγραφος 3 πρόσωπα να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο που εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές κατά των αποφάσεων για την ανάθεση σύμβασης που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές, με τη θέσπιση των αναγκαίων διατάξεων που πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 2γ. 2. Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση κατόπιν αποφάσεως για την ανάθεση σύμβασης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ ή της Οδηγίας 2014/ 23/ΕΕ πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους, εφόσον χρησιμοποιούνται φαξ ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης. Οι προσφέροντες θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι εφόσον δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά. Ο αποκλεισμός είναι οριστικός εφόσον έχει κοινοποιηθεί στους ενδιαφερομένους προσφέροντες και έχει θεωρηθεί νόμιμος από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή εάν δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή. Οι υποψήφιοι θεωρούνται ως ενδιαφερόμενοι αν η αναθέτουσα αρχή δεν έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους πριν από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες ...». Στο άρθρο 2β καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες, κατά παρέκκλιση, «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι προθεσμίες του άρθρου 2α παράγραφος 2 ... δεν εφαρμόζονται» σύμφωνα με το άρθρο 2γ, που περιέχει τις εξής ρυθμίσεις για τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής: «Όταν κράτος μέλος προβλέπει ότι κάθε προσφυγή κατά αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής ... πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή καθορισμένης προθεσμίας, η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον [10 ή 15 ημερολογιακές ημέρες, αναλόγως του μέσου επικοινωνίας, από την επομένη της αποστολής της απόφασης της αναθέτουσας αρχής στον προσφέροντα ή τον υποψήφιο ή από την επομένη της παραλαβής της απόφασης]». Το άρθρο 2δ καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια σύμβαση κηρύσσεται ανενεργή, το επόμενο άρθρο 2ε αφορά τις εναλλακτικές κυρώσεις για παραβάσεις της Οδηγίας και στο άρθρο 2στ ορίζεται ότι, πλην των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο αυτό, «οι προθεσμίες άσκησης προσφυγής καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη του άρθρου 2γ». Κατά τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογικές σκέψεις της Οδηγίας 89/665/ ΕΟΚ, οι υφιστάμενοι μηχανισμοί, οι οποίοι στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών, «δεν είναι πάντοτε επαρκείς για τον έλεγχο της τήρησης των κοινοτικών διατάξεων, ιδίως σε ένα στάδιο στο οποίο οι παραβάσεις επιδέχονται ακόμη διόρθωση ... [Τ]ο άνοιγμα των συμβάσεων του δημοσίου στον κοινοτικό ανταγωνισμό απαιτεί σημαντική αύξηση των απαιτήσεων διαφάνειας και μη διάκρισης ... [Γ]ια να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα το άνοιγμα αυτό, πρέπει να υπάρχουν ταχέα και αποτελεσματικά μέσα προσφυγής σε περίπτωση παράβασης τόσο του κοινοτικού δικαίου ... όσο και εθνικών κανόνων που μεταγράφουν το δίκαιο αυτό ... [Δ]εδομένης της συντομίας των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων του δημοσίου, οι αρμόδιες για την προσφυγή αρχές πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένες να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα αναστολής της διαδικασίας σύναψης της συμβάσεως ή εκτέλεσης των αποφάσεων που έχουν ενδεχομένως ληφθεί από την αναθέτουσα αρχή ... [Λ]όγω της συντομίας των διαδικασιών αυτών, απαιτείται η επείγουσα αντιμετώπιση των προαναφερομένων παραβάσεων ... [Ε]ίναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί, σε όλα τα κράτη μέλη, η ύπαρξη κατάλληλων διαδικασιών με τις οποίες να μπορούν να ακυρώνονται παράνομες αποφάσεις και να αποζημιώνονται τα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία λόγω της παραβάσεως ...». Εξ άλλου, στις αιτιολογικές σκέψεις της τροποποιητικής Οδηγίας 2007/66/ΕΚ αναφέρονται τα εξής: «Οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου απεκάλυψαν ορισμένες αδυναμίες στους μηχανισμούς προσφυγής ... Στις αδυναμίες που εντοπίσθηκαν περιλαμβάνεται ... η απουσία προθεσμίας που θα καθιστά δυνατή την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της απόφασης για ανάθεση σύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης. Αυτό μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς ... να επισπεύδουν την υπογραφή της σύμβασης. Για να αντιμετωπισθεί η αδυναμία αυτή, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένων προσφερόντων, ήτοι εκείνων που δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής σύμβασης, ασχέτως του αν η σύναψη γίνεται τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης ή όχι ... Η παρούσα Οδηγία προβλέπει μόνο την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέψουν ή να διατηρήσουν προθεσμίες που υπερβαίνουν τις ... ελάχιστες προθεσμίες ... Η ανασταλτική προθεσμία θα πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες επαρκή χρόνο προκειμένου να εξετάσουν την απόφαση ανάθεσης και να αξιολογήσουν αν είναι σκόπιμο να κινήσουν διαδικασία προσφυγής ... Η άσκηση προσφυγής λίγο πριν από τη λήξη της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας δεν θα πρέπει να στερεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται ώστε να δράσει, ιδίως προκειμένου να παρατείνει την ανασταλτική προθεσμία για τη σύναψη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπεται μια αυτόνομη ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία η οποία δεν θα πρέπει να λήγει πριν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση σχετικά με την προσφυγή ... Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η προθεσμία αυτή λήγει είτε όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση για την εφαρμογή προσωρινών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω αναστολής της σύναψης της σύμβασης, ή όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση επί της ουσίας, ιδίως για την προσφυγή ακύρωσης παρανόμων αποφάσεων ... Θα πρέπει να παρέχεται διαδικασία προσφυγής τουλάχιστον σε κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση. Για την πρόληψη σοβαρών παραβάσεων της υποχρεωτικής ανασταλτικής προθεσμίας και της αυτόματης αναστολής, που αποτελούν προϋποθέσεις αποτελεσματικής προσφυγής, χρειάζονται αποτελεσματικές κυρώσεις ...».
14. Επειδή, αντικείμενο της ανωτέρω Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ είναι η διασφάλιση αποτελεσματικών μέσων προσφυγής στα κράτη μέλη επί παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή παραβιάσεων των εθνικών κανόνων μεταφοράς του δικαίου αυτού στην εσωτερική έννομη τάξη, προκειμένου να επιτυγχάνεται λυσιτελώς η εφαρμογή των οδηγιών περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Η δικονομική αυτή Οδηγία αποβλέπει στην ενίσχυση των μηχανισμών που στόχο έχουν την αποτελεσματική εφαρμογή των συναφών οδηγιών, ιδίως, σε στάδιο στο οποίο οι παραβάσεις επιδέχονται ακόμη διόρθωση· προβλέπει δε, προς τούτο, την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση «αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών». Ενόψει του σκοπού αυτού, το άρθρο 2 § 1 της Οδηγίας 89/665 επιβάλλει την λήψη από τα κράτη μέλη μέτρων που παρέχουν τις αναγκαίες εξουσίες, προκειμένου, μεταξύ άλλων: (α) «να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων» [όπως: η αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης ή η αναστολή της εκτέλεσης απόφασης της αναθέτουσας αρχής] και (β) να ακυρώνονται οι παράνομες αποφάσεις (βλ. αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe [C-620/17], σκ. 50-51, της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 50, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Universale-Bau AG [C-470/99], σκ. 71 επ.). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω Οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν μεταξύ δύο λύσεων όσον αφορά την οργάνωση του συστήματος ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων. Κατά την πρώτη λύση, η αρμοδιότητα για την εκδίκαση των προσφυγών απονέμεται σε δικαιοδοτικά όργανα. Κατά την δεύτερη, η σχετική αρμοδιότητα παρέχεται σε όργανα τα οποία δεν συνιστούν δικαστικές αρχές· στην περίπτωση, όμως, αυτή οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα εν λόγω μη δικαιοδοτικά όργανα πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο είτε δικαστικής προσφυγής, είτε προσφυγής ενώπιον άλλης αρχής, η οποία θα πληροί τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 2 § 9 της Οδηγίας 89/665: δηλαδή, η εν λόγω αρχή προσφυγής πρέπει να θεωρείται δικαιοδοτικό όργανο, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή και από το αποφαινόμενο σε πρώτο βαθμό μη δικαιοδοτικό όργανο (βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2021, NAMA [C-771/19], σκ. 44, της 4ης Μαρτίου 1999, Ηospital Ιngenieure Krankenhaustechnik ... [C-258/97], σκ. 16-17, της 4ης Φεβρουαρίου 1999, Josef Köllensperger GmbH κ.λπ. [C-103/97], σκ. 28-29) (ο χαρακτηρισμός του αρμόδιου για την εξέταση της προσφυγής οργάνου ως «δικαστηρίου» ή μη, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στο δίκαιο της Ένωσης, βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme [C-203/14], σκ. 17· για τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 2017, Medisanus [C-296/15], σκ. 32-33, της 24ης Μαΐου 2016, MT Højgaard A/S και Züblin A/S [C-396/14], σκ. 23, της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme [C-203/14], σκ. 17, κ.ά.).
15. Επειδή, η σύντομη χρονική διάρκεια των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων απαιτεί επείγουσα αντιμετώπιση των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης. Προς τούτο, το άρθρο 2 της Οδηγίας 89/665 επιτρέπει στα κράτη μέλη, κατ’ ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας ως προς την επιλογή των δικονομικών εγγυήσεων και των συναφών διαδικασιών, να ορίσουν στην εσωτερική τους νομοθεσία ότι δύνανται να ζητηθούν ανασταλτικά μέτρα σε δίκη χωριστή από εκείνη στην οποία κρίνονται επί της ουσίας οι διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της Οδηγίας 89/665, η εν λόγω Οδηγία δεν αποκλείει την εφαρμογή ενός συστήματος, στο οποίο η μόνη διαθέσιμη διαδικασία, όταν επιδιώκεται η ταχεία έκδοση απόφασης, είναι εκείνη που σκοπό έχει να καταστήσει δυνατή την έκδοση προσωρινής διαταγής και στο πλαίσιο της οποίας οι δικηγόροι δεν έχουν δικαίωμα να ανταλλάξουν προτάσεις ή επιτρέπονται μόνο γραπτές αποδείξεις, χωρίς εφαρμογή των γενικών περί αποδείξεων κανόνων. Επίσης, η Οδηγία αυτή δεν αποκλείει, συναφώς, την εφαρμογή ενός συστήματος σύμφωνα με το οποίο η προσωρινή διαταγή δεν συνεπάγεται οριστικό καθορισμό των εννόμων σχέσεων και δεν εντάσσεται σε διαδικασία σχηματισμού δικανικής κρίσης με ισχύ δεδικασμένου. Ενόψει της δυνατότητας του εθνικού νομοθέτη να προβλέψει ένα τέτοιο σύστημα, είναι ενδεχόμενο ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο της προσωρινής προστασίας, και ο δικαστής που αποφασίζει οριστικώς επί της ουσίας, καλούμενοι να αποφανθούν διαδοχικώς επί της αυτής διαφοράς, να δώσουν αποκλίνουσες μεταξύ τους ερμηνείες των εφαρμοστέων κανόνων του δικαίου της Ένωσης· ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων καλείται να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο επείγουσας διαδικασίας, όπου τόσο η συλλογή των αποδείξεων όσο και η εξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων είναι αναγκαστικά πιο συνοπτικές· η παρέμβαση του δικαστή ασφαλιστικών μέτρων, αντιθέτως προς αυτή του δικαστή της ουσίας, δεν έχει ως σκοπό την οριστική επίλυση της διαφοράς, αλλά την προσωρινή προστασία στην διαμάχη των συγκρουομένων συμφερόντων (βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Combinatie Spijker Infrabouw-De Jonge Konstruktie κ.λπ. [C-568/08], σκ. 50 επ.). Όπως, εξ άλλου, έχει κριθεί, βάσει του άρθρου 2 της Οδηγίας 89/665, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στα όργανα που επιλαμβάνονται των προσφυγών την εξουσία να λαμβάνουν, ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης, κάθε προσωρινό μέτρο, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας σύναψης της δημόσιας σύμβασης. Ένα σύστημα το οποίο απαιτεί, κατά γενικό κανόνα, την προηγούμενη άσκηση προσφυγής επί της ουσίας ως προϋπόθεση για την λήψη προσωρινού μέτρου κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής, δεν δύναται να θεωρηθεί ως σύστημα παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας επαρκές για να επανορθώσει, κατά τρόπο αποτελεσματικό, τις παραβάσεις που, ενδεχομένως, έχουν διαπράξει οι αναθέτουσες αρχές (βλ. αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας [C-214/00], σκ. 97-100, της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [C-236/95], σκ. 11). Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται την τήρηση του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και του δικαιώματος πρόσβασης σε αμερόληπτο δικαστήριο και ως προς την προβλεπόμενη, δυνάμει του ιδίου άρθρου 2 της Οδηγίας 89/665, προσφυγή για την ακύρωση παράνομης απόφασης της αναθέτουσας αρχής (βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Hochtief AG [C-300/17], σκ. 39).
16. Επειδή, η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ προσδιορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διαδικασίες προσφυγής που θεσπίζουν οι εθνικές έννομες τάξεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των επιταγών της ενωσιακής νομοθεσίας στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, χωρίς να περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικώς και πλήρως τις προϋποθέσεις για την άσκηση των προσφυγών της § 1 του άρθρου 2 (βλ. αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe [C-620/17], σκ. 52, της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, SC Star Storage SA κ.λπ. [C-439/14 και C-488/14], σκ. 42, της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Stadt Graz [C-314/09], σκ. 33, της 19ης Ιουνίου 2003, GAT [C-315/01], σκ. 45, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Santex SpA [C-327/00], σκ. 47). Επομένως, η Οδηγία καταλείπει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια (βλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2015, Orizzonte Salute [C-61/14], σκ. 44, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Combinatie Spijker Infrabouw-De Jonge Konstruktie κ.λπ. [C-568/08], σκ. 57)· οι θεσπιζόμενοι, όμως, κατ’ ενάσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας, δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 89/665, σκοπός της οποίας είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, να εξασφαλίσει ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών (βλ. συναφώς, αποφάσεις της 7ης Αυγούστου 2018, Hochtief AG [C-300/17], σκ. 51, της 5ης Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneo κ.λπ. [C-391/15], σκ. 32-33, της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, SC Star Storage SA κ.λπ. [C-439/14 και C-488/14], σκ. 43, της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 39-40, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Santex SpA [C-327/00], σκ. 51). Τα προαναφερθέντα στοιχούν, άλλωστε, στην αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, βάσει της οποίας, ελλείψει σχετικών ρυθμίσεων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίζει την διοικητική διαδικασία, καθώς και τα ένδικα βοηθήματα και τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες, που αποσκοπούν στην διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι οι κανόνες αυτοί, αφενός, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρεμφερείς διαδικασίες και ένδικα βοηθήματα προβλεπόμενα για την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούνται από την εσωτερική έννομη τάξη (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 2020, PG [C-406/18], σκ. 26, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Combinatie Spijker Infrabouw-De Jonge Konstruktie κ.λπ. [C-568/08], σκ. 91 κ.ά.). Ελάχιστες, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα των προσφυγών προβλέπονται στα άρθρα 2α και 2γ της Οδηγίας. Ειδικότερα: Προκειμένου να παρέχεται στους ενδιαφερομένους «επαρκή[ς] χρόνος που εξασφαλίζει αποτελεσματικές προσφυγές» κατά των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής για την ανάθεση της σύμβασης, προβλέπεται στο άρθρο 2α ότι δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον δέκα ημερών, ο χρόνος έναρξης της οποίας προσδιορίζεται στην διάταξη αυτή σε σχέση με την γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο της απόφασης για την ανάθεση σύμβασης [ή την παραλαβή της απόφασης από αυτόν]. Στο δε άρθρο 2γ ορίζεται ότι όταν, σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους μέλους, η προσφυγή κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής πρέπει να έχει ασκηθεί πριν από την εκπνοή ορισμένης προθεσμίας, όταν δηλαδή τάσσεται αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο. Υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η ελάχιστη προθεσμία του άρθρου 2γ και ότι οι προθεσμίες που τάσσονται για την άσκηση προσφυγής αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία και μόνο κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση ή όφειλε να λάβει γνώση της παράβασης των εφαρμοζομένων για την σύναψη δημοσίων συμβάσεων διατάξεων, ο καθορισμός εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών από την εθνική νομοθεσία για την άσκηση προσφυγής πληροί, κατ’ αρχήν, την επιταγή περί αποτελεσματικότητας που απορρέει από την Οδηγία 89/665, διότι καθίσταται έτσι δυνατό να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος από την Οδηγία σκοπός της ταχύτητας, και συνιστά εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Πάντως, όπως αναφέρθηκε, υπό την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην Οδηγία ελαχίστων προϋποθέσεων, τα κράτη μέλη, όταν καθορίζουν τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα, με τα οποία διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στους θιγόμενους από τις αποφάσεις των αναθετουσών αρχών οικονομικούς φορείς, οφείλουν να λαμβάνουν μέριμνα, ώστε να μην θίγεται ούτε η αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 89/665, ούτε, όμως, τα δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σε δικαστήριο και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 47 του Χάρτη. Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου, τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να γνωρίζει την αιτιολογία στην οποία στηρίζεται η απόφαση που τον αφορά, προκειμένου να του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί τα δικαιώματά του και να αποφασίσει, με γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι σκόπιμο να προσφύγει στον αρμόδιο δικαστή, καθώς και προκειμένου να παρέχεται στον δικαστή πλήρης δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας της επίμαχης απόφασης (βλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, SC Star Storage SA κ.λπ. [C-439/14 και C-488/14], σκ. 43-46, της 6ης Οκτωβρίου 2015, Orizzonte Salute [C-61/14], σκ. 48-49, της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 51-52, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, Santex SpA [C-327/00], σκ. 50-52, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Universale-Bau AG [C-470/99], σκ. 76, Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Cooperativa Animazione Valdocco [C-54/18], σκ. 23-33).
17. Επειδή, περαιτέρω, ο σκοπός της αποτελεσματικής και ταχείας δικαστικής προστασίας, ιδίως μέσω προσωρινών μέτρων, τον οποίο επιδιώκει η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν την άσκηση της προσφυγής από το εάν η οικεία διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης έχει προχωρήσει τυπικώς σε συγκεκριμένο στάδιο (βλ. απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneo SL κ.λπ. [C-391/15], σκ. 31 επ.). Επομένως, ο αποκλεισθείς προσφέρων μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης της αναθέτουσας αρχής, με την οποία γίνεται δεκτή η προσφορά ενός από τους ανταγωνιστές του, ανεξαρτήτως του σταδίου της διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης κατά το οποίο λαμβάνεται η απόφαση αυτή. Στο πλαίσιο δε μιας τέτοιας προσφυγής, ο προσφέρων που αποκλείσθηκε με την απόφαση της αναθέτουσας αρχής έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει τον αποκλεισμό της προσφοράς των λοιπών προσφερόντων, προβάλλοντας ισχυρισμούς που αφορούν παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας, και δικαιούται να προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό κατά της απόφασης περί αποδοχής άλλου προσφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών που δεν έχουν σχέση με τις πλημμέλειες λόγω των οποίων αποκλείσθηκε η δική του προσφορά. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν όταν ο αποκλεισμός του προσφέροντος, που επιδιώκει και τον αποκλεισμό των λοιπών προσφερόντων, έχει επικυρωθεί με απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου (βλ. σχετικώς αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2021, NAMA [C-771/19], σκέψεις 31 επ., της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Lombardi [C-333/18], σκ. 23, της 11ης Μαΐου 2017, Archus και Gama [C-131/16], σκ. 52, της 5ης Απριλίου 2016, PFE [C-689/13], σκ. 27, πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, Fastweb [C-100/12], σκ. 33)· απόφαση δε με ισχύ δεδικασμένου, υπό την ανωτέρω έννοια, δεν θεωρείται η απόφαση της ΑΕΠΠ επί της προδικαστικής προσφυγής, ούτε απόφαση εκδοθείσα από το οικείο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας προσωρινής δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, εθνικός δικονομικός κανόνας που επιβάλλει αυστηρή αντιστοιχία μεταξύ των προβληθέντων με την προδικαστική προσφυγή ενώπιον μη δικαιοδοτικού οργάνου λόγων και των λόγων που προβάλλονται ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο καλείται να ελέγξει την απόφαση του οργάνου αυτού, αποκλείοντας την δυνατότητα να προβάλει ο διάδικος νέους, μη προβληθέντες με την προδικαστική προσφυγή, λόγους ακυρώσεως κατά της πράξης της αναθέτουσας αρχής, συμβάλλει στην πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 89/665 (βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Hochtief AG [C-300/17], σκ. 51-52). Τέλος, κατά πάγια νομολογία, η επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ θα διακυβεύονταν εάν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες μπορούσαν νομίμως να επικαλεσθούν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας, παραβάσεις των κανόνων για την σύναψη δημοσίων συμβάσεων, υποχρεώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναθέτουσα αρχή να επαναλαμβάνει ολόκληρη την διαδικασία προς θεραπεία των παραβάσεων αυτών· ως εκ τούτου, η Οδηγία δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο προσφέρων, εφόσον δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής εντός της τασσόμενης αποκλειστικής προς τούτο προθεσμίας [που δεν θα παραβιάζει τα οριζόμενα στο άρθρο 2γ], δεν μπορεί να επικαλεσθεί παρανομία της απόφασης αυτής στο πλαίσιο προσφυγής κατά μεταγενέστερης πράξης (βλ. αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo Ltd [C-538/13], σκ. 51, της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Stadt Graz [C-314/09], σκ. 37, Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Cooperativa Animazione Valdocco [C-54/18], σκ. 40-42).
18. Επειδή, με τον ν. 2522/1997 (Α΄ 178) επιχειρήθηκε για πρώτη φορά η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην ανωτέρω Οδηγία 89/665/ΕΟΚ. Ακολούθησε ο ν. 3886/2010 (Α΄ 173), ο οποίος διατήρησε κατά βάση την δομή του συστήματος έννομης προστασίας κατά το προσυμβατικό στάδιο που είχε θεσπισθεί με τον ν. 2522/1997. Ο ν. 3886/2010 καταργήθηκε με τον ν. 4412/2016, με τον οποίο αναμορφώθηκε πλήρως το σύστημα παροχής έννομης προστασίας κατά το στάδιο που προηγείται της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων. Βασική καινοτομία του νέου νόμου ήταν η σύσταση της ΑΕΠΠ, ως ανεξάρτητης αρχής και «κεντρικού οργάνου» αποκλειστικώς αρμόδιου για την άσκηση του διοικητικού ελέγχου των πράξεων, οι οποίες εντάσσονται στην προσυμβατική διαδικασία και για την ταχεία επίλυση των σχετικών διαφορών (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4412/ 2016). Εντός του συστήματος αυτού, η ενώπιον της ΑΕΠΠ άσκηση της προδικαστικής προσφυγής ‒η οποία περιέχει τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που στοιχειοθετούν, κατά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, την παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης της αναθέτουσας αρχής και η οποία, εξ αυτού του λόγου, έχει ενδικοφανή χαρακτήρα- αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την εν συνεχεία άσκηση τόσο της αίτησης αναστολής όσο και της αίτησης ακυρώσεως κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ. Κατά τις διατάξεις του ν. 4412/2016, εξαιρουμένων των αιτιάσεων που αφορούν την αιτιολογία της απόφασης της ΑΕΠΠ ή την ενώπιον της Αρχής αυτής διαδικασία, ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει με την αίτηση αναστολής και την αίτηση ακυρώσεως αιτιάσεις που δεν είχαν περιληφθεί στην προδικαστική προσφυγή. Ομοίως, όταν ασκεί την αίτηση αναστολής και την αίτηση ακυρώσεως ο οικονομικός φορέας που βλάπτεται από την απόφαση της ΑΕΠΠ, με την οποία έγινε δεκτή προδικαστική προσφυγή άλλου ενδιαφερομένου, δεν δύναται να αμφισβητήσει παραδεκτώς την νομιμότητα της απόφασης της ΑΕΠΠ κατ’ επίκληση, το πρώτον ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, πραγματικών περιστατικών και ουσιαστικών ισχυρισμών, που δεν είχαν προβληθεί με την παρέμβαση ενώπιον της ΑΕΠΠ (βλ. ΣτΕ 1855/ 2021, 1419/2021, 690/2021, 2631/2020). Από τις διατάξεις δε του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε προ του ν. 4782/ 2021, προκύπτει ότι αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης της ΑΕΠΠ [ή κατά της σιωπηρής απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής από την Αρχή] μπορεί, κατ’ επιλογή του ενδιαφερομένου, να ασκηθεί χωρίς να έχει προηγηθεί η άσκηση αίτησης αναστολής ή και παραλλήλως προς την αίτηση αναστολής· στις περιπτώσεις αυτές ισχύει η κατά τις γενικές διατάξεις εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση του κυρίου ενδίκου βοηθήματος. Ειδικότερα, το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ίσχυε [κατόπιν διαδοχικών τροποποιήσεων] πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, προέβλεπε τα εξής: «Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της ΑΕΠΠ και την ακύρωσή της, ενώπιον του κατά περίπτωση αρμοδίου δικαστηρίου [ήτοι του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή του ΣτΕ]» [§ 1]. «Η άσκηση της αίτησης αναστολής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης επί της προδικαστικής προσφυγής και συζητείται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της ... Με την κατάθεση της αίτησης αναστολής η προθεσμία άσκησης της αίτησης ακύρωσης διακόπτεται και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού την αναστολή ... οφείλει μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει την αίτηση ακύρωσης, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς της αναστολής. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της § 6 του άρθρου 52 του π.δ. 18/ 1989 (Α΄ 8), η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος ... Η απόφαση επί της αναστολής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης. Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών ... εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία επτά (7) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης ... Η άσκηση αίτησης αναστολής κωλύει τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά» [§ 4]. «Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση αναστολής και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989» [§ 6].
19. Επειδή, όπως εκτέθηκε [βλ. ανωτέρω σκέψη 6], με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 αντικαταστάθηκε το άρθρο 372 του ν. 4412/2016. Οι νέες ρυθμίσεις του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 προβλέπουν: (α) υποχρεωτική σώρευση σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως, (β) άσκηση του ενιαίου αυτού ενδίκου βοηθήματος εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, (γ) ορισμό της ημέρας εκδίκασης της αίτησης ακυρώσεως και του εισηγητή δικαστή, με πράξη του οικείου Προέδρου, η οποία ‒όπως συνάγεται από τις διατάξεις της § 4 του νέου άρθρου 372- εκδίδεται «έως την επομένη ημέρα από την κατάθεση της αίτησης», (δ) ορισμό, με την ως άνω πράξη του Προέδρου και εντός της ίδιας προθεσμίας, των τρίτων των οποίων διατάσσεται η κλήτευση, (ε) αποκλειστική προθεσμία δύο ημερών «από την έκδοση και την παραλαβή της ως άνω πράξης» για την διενέργεια των κοινοποιήσεων από τον αιτούντα προς την ΑΕΠΠ, την αναθέτουσα αρχή και κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, (στ) αποκλειστική προθεσμία δέκα ημερών, από την κοινοποίηση της αίτησης, για την άσκηση της παρέμβασης, για την διαβίβαση του φακέλου και των απόψεων των παθητικώς νομιμοποιουμένων, καθώς και για την κατάθεση στο αρμόδιο δικαστήριο των στοιχείων που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων, (ζ) αποκλειστική προθεσμία δύο ημερών από την άσκηση της παρέμβασης για την κοινοποίησή της στα λοιπά μέρη της δίκης, (η) εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως σε δικάσιμο που «δεν πρέπει να απέχει πέραν των 60 ημερών από την κατάθεση του δικογράφου» και (θ) έκδοση του διατακτικού της δικαστικής απόφασης εντός 15 ημερών από την συζήτηση της αίτησης [ή από την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή υπομνημάτων]. Περαιτέρω, στο νέο σύστημα ρυθμίσεων προβλέπεται ότι «επί του αιτήματος αναστολής» αποφαίνεται ο Πρόεδρος του αρμόδιου, κατά τις διακρίσεις του νόμου, δικαστηρίου «με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία». Κατά νόμον, η προθεσμία για την άσκηση και η άσκηση της αίτησης «αναστολής εκτέλεσης και ακύρωσης» κωλύουν, κατ’ αρχήν, αφενός, την σύναψη της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης και, αφετέρου, την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης για διάστημα 15 ημερών από την άσκηση της αίτησης. Δύναται, όμως, ο Πρόεδρος με την προσωρινή διαταγή [ή ο οικείος δικαστικός σχηματισμός επί μη οριστικής απόφασης, βλ. άρθρο 372 § 7 τελευταίο εδάφιο] να αποφανθεί διαφορετικά, δηλαδή να ορίσει ότι αίρεται το εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα είτε μόνο ως προς την πρόοδο της διαδικασίας ανάθεσης, είτε και ως προς την σύναψη της σύμβασης. Όπως συνάγεται δε από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 6, 7 και 8 του άρθρου 372, ο Πρόεδρος αποφαίνεται «επί του αιτήματος αναστολής», εξετάζοντας εάν πιθανολογείται σοβαρά παράβαση του δικαίου της ΕΕ ή του εθνικού δικαίου και εάν η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα συναρτώμενα με την παράβαση δυσμενή αποτελέσματα και σταθμίζοντας, επίσης, την βλάβη των διαδίκων μερών, εντός 15 ημερών από την άσκηση του ανωτέρω ενιαίου ενδίκου βοηθήματος [αναστολής και ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης]. Σύμφωνα με την «ανάλυση κατ’ άρθρο» στο σχετικό σχέδιο νόμου, με τις διατάξεις αυτές «αναμορφώνεται ο μηχανισμός δικαστικής προστασίας κατά το στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων ... υιοθετούνται βελτιώσεις στις υφιστάμενες προβλέψεις ... και εισάγονται σημαντικές καινοτομίες. Σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι η αποτελεσματική δικαστική προστασία των οικονομικών φορέων, η απλοποίηση της διαδικασίας, η ταχεία επίλυση των διαφορών και η συνακόλουθη έγκαιρη ολοκλήρωση των διαγωνιστικών διαδικασιών. [Σ]υγκεκριμένα ... εισάγεται η καινοτομία της σώρευσης, για λόγους δικονομικής απλοποίησης και επιτάχυνσης της διαδικασίας, σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής εκτέλεσης και της αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της ΑΕΠΠ ... [Π]ροβλέπεται ότι η εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης προσδιορίζεται σε σύντομη δικάσιμο, η οποία δεν απέχει πέραν των 3 μηνών από την κατάθεση της αίτησης, ενώ το διατακτικό της απόφασης εκδίδεται εντός 15 ημερών από τη συζήτηση της αίτησης ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων ... [Ρ]υθμίζονται τα ανασταλτικά αποτελέσματα της αίτησης της § 1. Όσον αφορά την υπογραφή της σύμβασης, υιοθετείται η πρόβλεψη που ισχύει μέχρι σήμερα για την αυτοτελή αίτηση αναστολής. Παράλληλα, θεσπίζεται περιορισμένης χρονικής διάρκειας αναστολή της διαγωνιστικής διαδικασίας ... [Ρ]υθμίζεται η διαδικασία έκδοσης απόφασης επί του αιτήματος αναστολής. Ειδικότερα, το αρμόδιο δικαστήριο ... αφού παρέλθει η de jure αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης, αποφαίνεται με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης ακύρωσης και μπορεί να ανακαλείται ή να τροποποιείται ... Ειδικά στην περίπτωση επείγοντος αιτήματος αναστολής, για το οποίο αποφαίνεται η Επιτροπή του άρθρου 52 § 2 του π.δ. 18/ 1989, προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης προσωρινής διαταγής από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστικού σχηματισμού ... [Ε]ξειδικεύονται οι προϋποθέσεις αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος αναστολής ...».
20. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 20 § 1, 87 § 1, 94 § 1 και 2 και 95 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, συνάγεται ότι η οργάνωση της δικαιοσύνης ρυθμίζεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα, από τον νομοθέτη· οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, να αποβλέπουν στην εύρυθμη λειτουργία της και να προάγουν την αποτελεσματικότητα της απονομής της και το κύρος των δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ 1580-81/ 2021 Ολ.). Από τις αυτές διατάξεις συνάγεται επίσης ότι θεσπίζεται δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αναγνωριζόμενο σε κάθε διάδικο του οποίου υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου. Αναγκαίο στοιχείο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνιστά το επίκαιρο της παροχής της και η ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου, καθόσον μόνο η εντός σύντομου χρόνου εκδίκαση των διαφορών και έκδοση των αποφάσεων δεν διασφαλίζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη· άλλωστε, και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΔΔΑ] κρίνοντας επί του ζητήματος της υπέρβασης ή μη, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμά δέσμη κριτηρίων, στα οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, και το διακύβευμα κάθε υπόθεσης [πρβλ. άρθρο 57 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51) και πάγια νομολογία του ΣτΕ επί αιτήσεων δίκαιης ικανοποίησης]. Περαιτέρω, περιεχόμενο της ρητώς κατοχυρωμένης λειτουργικής ανεξαρτησίας του αρμόδιου δικαστή, ως θεσμικής εγγύησης παρεχόμενης από το Σύνταγμα για την παροχή αποτελεσματικής, υπό την ανωτέρω έννοια, δικαστικής προστασίας, αποτελεί η δυνατότητα του δικαστή να αποφασίζει για την προτεραιότητα εκδίκασης των εκκρεμών ενώπιόν του υποθέσεων, ενόψει των συγκεκριμένων εκάστοτε συνθηκών, σταθμίζοντας το ιδιαίτερο αντικείμενό τους, το τυχόν γενικότερο κοινωνικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, την σημασία τους για τους συγκεκριμένους διαδίκους, τα σχετικά αιτήματα των τελευταίων και, γενικώς, τους παράγοντες εκείνους που, υπό καθεστώς ισότητας των διαδίκων, αναδεικνύουν την συγκριτικά επείγουσα ανάγκη για την κατά προτεραιότητα εκδίκαση μιας διαφοράς ή μιας κατηγορίας διαφορών. Συνεπώς, διατάξεις νόμων, με τις οποίες καθορίζονται για τον δικαστή συγκεκριμένες προθεσμίες προς ενέργεια, όπως προθεσμίες για την εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ή για την έκδοση δικαστικής απόφασης, αποτελούν, επιτρεπτώς, μόνο ένδειξη ότι συντρέχουν κατά τον νομοθέτη λόγοι που επιβάλλουν την ταχεία εκδίκαση των σχετικών διαφορών και συνιστούν κατευθύνσεις, τις οποίες ο δικαστής λαμβάνει υπόψη του για τον καθορισμό προτεραιότητας κατά την λειτουργική του ανεξαρτησία. Αντίθετη ερμηνεία, εισάγουσα δεσμεύσεις στην αρμοδιότητα του δικαστή να προβαίνει σε αξιολόγηση των εκάστοτε ενώπιόν του διαφορών βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων, ενέχει τον κίνδυνο, αφενός, να καθυστερεί η εκδίκαση υποθέσεων ως προς τις οποίες, ανεξάρτητα εάν ανήκουν ή όχι στις νομοθετικά προτιμημένες κατηγορίες, συντρέχει, πάντως, με βάση τα ουσιαστικά κριτήρια, πράγματι ανάγκη να προτιμηθούν προς εκδίκαση, και, αφετέρου, να φέρονται, υποχρεωτικώς, προς εκδίκαση σε συγκεκριμένη δικάσιμο υποθέσεις που δεν είναι ώριμες προς τούτο και να εκδίδονται αποφάσεις χωρίς τα εχέγγυα ορθότητας της δικαστικής κρίσης· ερμηνεία με το ανωτέρω περιεχόμενο αντίκειται, ως εκ τούτου, στην αρχή της δίκαιης δίκης και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΔΕΕ απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, PG [C-406/ 18], σκέψεις 26 επ. και ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρακτικό 15/2006, καθώς και πρακτικά 8/2007, 17/2011). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 § 1 και 95 του Συντάγματος και του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι ο νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας όχι μόνο για την οριστική επίλυση της διαφοράς, με την οποία επιτυγχάνεται, με την έκδοση απόφασης επί του κύριου ενδίκου βοηθήματος, η διάγνωση της διαφοράς και η με δύναμη δεδικασμένου ρύθμιση της οικείας έννομης σχέσης, αλλά και κατά το στάδιο της προσωρινής προστασίας, ενόψει του σκοπού και της ιδιαιτερότητας της προσωρινής προστασίας η οποία αποσκοπεί στην προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, προς διασφάλιση των ευρισκομένων σε κίνδυνο συμφερόντων των διαδίκων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης (βλ. ΣτΕ ΕΑ 718/1993, 141/2010, 496/2011, 180/2012, 35-36/2013, 16/2013, 475/ 2013 Ολ.). Τέλος, κατά πάγια νομολογία, τα άρθρα 20 § 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και την πρόοδο της δίκης, αρκεί οι προϋποθέσεις αυτές να συνάπτονται προς την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, να διασφαλίζουν την δικαστική ανεξαρτησία, να είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την θέσπισή τους σκοπού και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.
21. Επειδή, οι διαφορές που γεννώνται στο προσυμβατικό στάδιο μεταξύ της αναθέτουσας αρχής [ή του αναθέτοντος φορέα] και των διαγωνιζομένων αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία, ενόψει, μεταξύ άλλων, της σημαντικής συμβολής των δημοσίων συμβάσεων στον εκσυγχρονισμό των υποδομών της χώρας και στην βελτίωση των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, της συνεργασίας που αναπτύσσεται στον τομέα αυτό μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, του οικονομικού αντικειμένου των συμβάσεων, καθώς και της καίριας σημασίας που προσλαμβάνει η εξασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, ισότητας των διαγωνιζομένων και διαφάνειας των διαδικασιών, προς αποτροπή των πολλαπλών κινδύνων από την εμφάνιση αθέμιτων συμπεριφορών στον κρίσιμο αυτό τομέα. Για τους λόγους αυτούς, στο δίκαιο της ΕΕ κρίθηκε αναγκαία η εναρμόνιση τόσο των κανόνων που διέπουν την διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων όσο και των δικονομικών κανόνων για τις οικείες διαφορές, με την θέσπιση αντίστοιχων οδηγιών (βλ. και ΣτΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρακτικό 8/2007). Ο εθνικός νομοθέτης, κατά την θέσπιση των διατάξεων που εισάγονται στην εσωτερική έννομη τάξη για την προσαρμογή στην Οδηγία 89/ 665/ΕΟΚ στο πλαίσιο της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, πρέπει να τηρεί τις προβλεπόμενες στην εν λόγω Οδηγία ελάχιστες προϋποθέσεις, τόσο ως προς την οριστική όσο και ως προς την προσωρινή δικαστική προστασία, χωρίς να εισάγει ρυθμίσεις θίγουσες την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας αυτής, σκοπός της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, να εξασφαλίσει ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών. Για τις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας δικονομικής Οδηγίας ισχύουν, πάντως, και όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
22. Επειδή, το θεσπιζόμενο στο άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, σύστημα προβλέπει υποχρεωτική σώρευση σε ενιαίο δικόγραφο των αιτημάτων προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις της, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν στην εσωτερική τους νομοθεσία ένα σύστημα, σύμφωνα με το οποίο το αίτημα για την λήψη προσωρινών μέτρων και το αίτημα για την οριστική κρίση της νομιμότητας της αμφισβητούμενης πράξης της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης υποβάλλονται υποχρεωτικά στο δικαστήριο με κοινό δικόγραφο, εφόσον, ταυτοχρόνως και προκειμένου να μην δημιουργούνται τετελεσμένα, προβλέπεται ότι αναστέλλεται, εκ του νόμου, η σύναψη της επίμαχης σύμβασης, μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, ότι αναστέλλεται, επίσης εκ του νόμου, η πρόοδος της διαδικασίας ανάθεσης, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και ότι, ως αντιστάθμισμα, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να άρει την εκ του νόμου αναστολή με αίτημα των διαδίκων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η σημασία των δημοσίων συμβάσεων, που αποτελούν βασική συνιστώσα των δημοσίων επενδύσεων και συμβάλλουν στην ενίσχυση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, επιβάλλει την ταχεία εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων, όχι μόνο στο στάδιο παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, αλλά και για την οριστική επίλυση της διαφοράς με δύναμη δεδικασμένου. Ο νομοθέτης, με την σώρευση της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως, σε συνδυασμό με τις σύντομες προθεσμίες που τάσσονται, τόσο για τις ενέργειες των διαδίκων όσο και για την πρόοδο και την περάτωση της δίκης από το δικαστήριο, αποβλέπει στην επιτάχυνση της εκδίκασης των σχετικών διαφορών με την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης προς αντιμετώπιση των καθυστερήσεων που παρατηρούνται εν γένει στο προσυμβατικό στάδιο, καθώς και των πρόσθετων καθυστερήσεων που συνεπάγεται για την διαγωνιστική διαδικασία η δυνατότητα του μη εισέτι οριστικώς αποκλεισθέντος να αμφισβητήσει την νομιμότητα της συμμετοχής των λοιπών διαγωνιζομένων. Η αναγκαιότητα ενός ειδικού δικονομικού συστήματος προς αποτροπή χρονοβόρων δικαστικών διενέξεων σε πλείονα στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας συνάπτεται, επιπροσθέτως, με την αρχή του επικαίρου, σύμφωνα με την οποία, εφόσον ο διαγωνιζόμενος δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της αναθέτουσας αρχής εντός της οικείας προθεσμίας, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την παρανομία της εν λόγω απόφασης στην προσφυγή του κατά μεταγενέστερης πράξης, καθώς και με την ευρύτητα του κύκλου των πράξεων που είναι δεκτικές προσφυγής, ενόψει ακριβώς των απαιτήσεων της αρχής του επικαίρου. Εξ άλλου, η εκ του νόμου αναστολή της σύναψης της σύμβασης και της προόδου της διαδικασίας, σε συνδυασμό με την δυνατότητα να αρθεί από το δικαστήριο το εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα, εφόσον συντρέχουν προς τούτο ειδικοί λόγοι, αποτρέπει την δημιουργία τετελεσμένων, που αποτελεί βασική μέριμνα της δικονομικής Οδηγίας, και διασφαλίζει συγχρόνως τα συμφέροντα των καθ’ ων η αίτηση αναστολής και ακυρώσεως. Οι καινοτομίες που εισάγει το νέο σύστημα αξιοποιούν την κτηθείσα από την εφαρμογή των προγενέστερων δικονομικών λύσεων εμπειρία [ν. 2522/ 1997, 3886/2020, 4412/2016], από την οποία προκύπτει ότι, σχεδόν στο σύνολο των υποθέσεων, η οριστική δικαστική απόφαση ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την απόφαση επί του αιτήματος προσωρινής προστασίας, και αντιμετωπίζει τις στρεβλώσεις που παρατηρήθηκαν από τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις, όπως η διστακτικότητα της αναθέτουσας αρχής να συμμορφωθεί με την ληφθείσα στο στάδιο της προσωρινής προστασίας απόφαση του οικείου δικαστηρίου και οι εντεύθεν καθυστερήσεις, η άσκηση παρελκυστικών ενδίκων βοηθημάτων από διαγωνιζομένους σε πλείονα στάδια της διαδικασίας, καθώς και η συνακόλουθη επιβάρυνση των δικαστηρίων. Επομένως, το σύστημα του άρθρου 138 του ν. 4782/2021, το οποίο προβλέπει σώρευση της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως, ταυτοχρόνως δε προβλέπει την εκ του νόμου αναστολή της σύναψης της σύμβασης μέχρι την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης, την αναστολή της προόδου της διαδικασίας ανάθεσης για διάστημα 15 ημερών από την άσκηση της αίτησης και την δυνατότητα του Προέδρου του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού να άρει, με προσωρινή διαταγή, την ως άνω εκ του νόμου προβλεπόμενη αναστολή, εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο από την δικονομική Οδηγία 89/665/ΕΟΚ σκοπό και δεν αντίκειται, κατ’ αρχήν, στην Οδηγία αυτή. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας [C-214/00] και της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [C-236/95], τις οποίες επικαλείται η γνώμη της μειοψηφίας. Οι αποφάσεις αυτές, με τις οποίες κρίθηκε ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στα επιλαμβανόμενα των προσφυγών όργανα την εξουσία να λαμβάνουν κάθε προσωρινό μέτρο ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης, είχαν ως αντικείμενο δικονομικά συστήματα θεσπισθέντα υπό το καθεστώς της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ πριν από την τροποποίησή της με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ, τα οποία ουδόλως διασφάλιζαν την λυσιτέλεια της δικαστικής προστασίας, διότι δεν παρείχαν την δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης. Το ανωτέρω νομολογιακό προηγούμενο αφορούσε, κατά συνέπεια, συστήματα ουσιωδώς διαφορετικά από το εισαγόμενο με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, τα οποία πράγματι έθεταν υπό διακινδύνευση την πρακτική αποτελεσματικότητα της δικονομικής Οδηγίας, συνθήκη που δεν συντρέχει εν προκειμένω, κατά τα εκτεθέντα. Κατά την γνώμη, όμως, του προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη, των Συμβούλων Α. Καλογεροπούλου, Η. Μάζου, Π. Τσούκα, Ε. Σκούρα, Μ. Τσακάλη και Μ. Αθανασοπούλου και του Παρέδρου Α. Σκούφαλου, βάσει του άρθρου 2 της Οδηγίας 89/665, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στα επιλαμβανόμενα των προσφυγών όργανα την εξουσία να λαμβάνουν κάθε προσωρινό μέτρο ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης (βλ. τις μνημονευθείσες ανωτέρω αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας [C-214/00] και της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [C-236/ 95]). Το θεσπιζόμενο στο άρθρο 372 του ν. 4412/ 2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, σύστημα προβλέπει υποχρεωτική σώρευση των αιτημάτων προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας, χωρίς να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να ασκήσει αίτηση προσωρινής προστασίας ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης εκ μέρους του· υπαγορεύονται δε από την επιλογή αυτή οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τάσσονται στους διαδίκους για την άσκηση του ως άνω ενιαίου ενδίκου βοηθήματος και για την πρόοδο της δίκης και αναιρείται ο διακριτός, κατά την Οδηγία 89/ 665, σκοπός της προσωρινής και της οριστικής προστασίας, που πρέπει να εξυπηρετείται με τις ενδεδειγμένες για κάθε μορφή προστασίας δικονομικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις και με τον πρόσφορο για κάθε μία από τις μορφές αυτές τρόπο δικαστικής κρίσης. Συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, μη επιτρεπτώς προβλέπεται στο άρθρο 138 του ν. 4782/2021 υποχρεωτική άσκηση με το ίδιο δικόγραφο αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως κατά των αποφάσεων της ΑΕΠΠ [και, σε περίπτωση απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής από την Αρχή, κατά των συμπροσβαλλομένων πράξεων της αναθέτουσας αρχής].
23. Επειδή, περαιτέρω, ενόψει του σκοπού ο οποίος επιδιώκεται, κατά τα ανωτέρω, με την σώρευση σε ενιαίο δικόγραφο της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως, καθώς και των λοιπών ρυθμίσεων για την επιτάχυνση της διαδικασίας και την εκ του νόμου αναστολή της σύναψης της σύμβασης μέχρι την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης, η υποχρεωτική άσκηση της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα ή σε άλλες διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Κατά την γνώμη, όμως, του προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και των Συμβούλων Ό. Παπαδοπούλου και Μ. Τσακάλη, ο διακριτός κατά το Σύνταγμα σκοπός της προσωρινής και της οριστικής προστασίας [βλ. ανωτέρω σκ. 22] πρέπει να εξυπηρετείται με τις ενδεδειγμένες για κάθε μορφή προστασίας δικονομικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις και με τον πρόσφορο για κάθε μία από τις μορφές αυτές τρόπο δικαστικής κρίσης. Η σύγχυση των σκοπών των δύο αυτών μορφών δικαστικής προστασίας και των μέσων για την εξυπηρέτησή τους αποβαίνει εις βάρος της επιτασσόμενης από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, διότι νοθεύει την λειτουργική αποστολή της οριστικής προστασίας, που είναι η εντός ευλόγου χρόνου ορθή απονομή της δικαιοσύνης προς οριστική επίλυση της διαφοράς, με την διαφορετική αποστολή της προσωρινής προστασίας, που συνίσταται στην κατά το δυνατόν ταχύτερη προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης προς διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων. Για τους λόγους αυτούς, δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να επιβάλλεται η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αιτήματος οριστικής και προσωρινής δικαστικής προστασίας και να διαμορφώνεται η περαιτέρω δικονομική διαδικασία υπό όρους που επιφέρουν σύγχυση των διαφορετικών σκοπών τους. Συνεπώς, το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την σύναψη της σύμβασης μπορεί μεν να προσδίδεται από τον νομοθέτη, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, στην άσκηση και του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, οι διατάξεις όμως του άρθρου 372 του ν. 4412/ 2016, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, καθ’ ό μέρος προβλέπουν ότι σε διαφορές ανακύπτουσες στο στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων οι αιτήσεις οριστικής δικαστικής προστασίας και προσωρινής δικαστικής προστασίας ασκούνται υποχρεωτικά με το ίδιο δικόγραφο και εκδικάζονται με κοινή προδικασία, είναι, κατά την γνώμη αυτή, αντισυνταγματικές. Βάσει δε της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, το συμβατό ή μη των ρυθμίσεων του άρθρου 138 του ν. 4782/2021, που αποτελούν την επιλογή του εθνικού νομοθέτη για την εναρμόνιση προς την Οδηγία 89/665, με το Σύνταγμα κρίνεται αυτοτελώς.
24. Επειδή, ενόψει της Οδηγίας 89/665, δικαιολογείται η θέσπιση ειδικών δικονομικών ρυθμίσεων για την κατά προτίμηση εκδίκαση των διαφορών, που ανακύπτουν κατά το προσυμβατικό στάδιο της διαδικασίας ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων. Εξ άλλου, η οριζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 138 του ν. 4782/2021 προθεσμία των εξήντα ημερών από την κατάθεση του δικογράφου για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως είναι ενδεικτική κατά την έννοια του νόμου· με αυτήν επισημαίνεται από τον νομοθέτη η ανάγκη ταχείας δικαστικής επίλυσης των υποθέσεων της συγκεκριμένης κατηγορίας, ανάγκη την οποία συνεκτιμά ο δικαστής κατά τον εκάστοτε καθορισμό της προτεραιότητας εκδίκασης των εκκρεμών διαφορών (πρβλ. επί διαφορών για την κατεδάφιση αυθαιρέτων εντός εκτάσεων δασικού χαρακτήρα: ΣτΕ 2619/2001, επί διαφορών περί του κύρους των εκλογών στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης: ΣτΕ 1127/2000, 727/1991, 3385/1990, επί φορολογικών διαφορών: ΣτΕ 1524/1972, 1267/1968, 2047-48/1966, 2391-95/1960, 1309/ 1958, 687/1953)· περαιτέρω, δε, η ενδεικτική αυτή προθεσμία είναι εύλογη. Επιτρεπτώς, ως εκ τούτου, προβλέπεται με τις διατάξεις του άρθρου 138 του ν. 4782/2021 ο ορισμός σύντομης ενδεικτικής προθεσμίας για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως. Κατά την γνώμη, όμως, του προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και των Συμβούλων Ό. Παπαδοπούλου και Μ. Τσακάλη, με το προβλεπόμενο στο άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, σύστημα τάσσονται στο δικαστήριο προθεσμίες προς ενέργεια και, συγκεκριμένα, προθεσμίες για την εξέταση του αιτήματος αναστολής, για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως και για την δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης, οι οποίες, όπως προκύπτει από την όλη οικονομία των διατάξεων, είναι αποκλειστικές, και όχι απλώς ενδεικτικές [όπως ήταν οι προβλεπόμενες στους προγενέστερους νόμους 2522/1997 και 3886/2010 και στο άρθρο 372 του ν. 4412/2016 υπό την προϊσχύσασα μορφή του]. Κατά την γνώμη αυτή, οι προθεσμίες για τον ορισμό δικασίμου και εισηγητή, για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως, για την έκδοση του διατακτικού της σχετικής δικαστικής απόφασης, καθώς και για την απόφανση του Προέδρου επί του αιτήματος αναστολής, με προσωρινή διαταγή, δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως ενδεικτικές, διότι το σύστημα του νόμου, που συναρτά με τις προθεσμίες αυτές, αφενός, ενέργειες των διαδίκων για την πρόοδο της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας και, αφετέρου, το ανασταλτικό εκ του νόμου αποτέλεσμα για την σύναψη της σύμβασης ή την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, οργανώνεται με επίκεντρο και άξονα τις τασσόμενες σύντομες προθεσμίες για τις ενέργειες του δικαστηρίου. Εξ άλλου, εάν οι προθεσμίες θεωρηθούν απλώς ενδεικτικές, διακυβεύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της δικονομικής Οδηγίας 89/665 και η επιδιωκόμενη από την Οδηγία αυτή προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων όλων των διαδίκων, δηλαδή και των λοιπών, πλην του ασκήσαντος το ένδικο βοήθημα, διαδίκων, όπως η αναθέτουσα αρχή και οι παρεμβαίνοντες, οι οποίοι είναι ομοίως υποκείμενα του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας· καθόσον η αναστολή της σύναψης της σύμβασης και της προόδου της διαδικασίας δεν θα περιορίζεται σε καθορισμένο εκ των προτέρων χρονικό πλαίσιο, με την εντεύθεν αβεβαιότητα για την εξέλιξη του διαγωνισμού. Κατά την ειδικότερη, εξ άλλου, γνώμη του προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και του Συμβούλου Ι. Σύμπλη, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι ανωτέρω προθεσμίες είναι ενδεικτικές και όχι αποκλειστικές, και πάλι η σχετική ρύθμιση δεν θα ήταν συμβατή με τις συνταγματικές διατάξεις περί δικαστικής ανεξαρτησίας και δίκαιης δίκης, σύμφωνα με όσα δέχθηκε ήδη το Δικαστήριο σε Ολομέλεια και Συμβούλιο (βλ. το πρακτικό 15/2006, καθώς και τα πρακτικά 8/2007, 17/2011).
25. Επειδή, στις διαφορές που γεννώνται στο προσυμβατικό στάδιο μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των διαγωνιζομένων κεφαλαιώδη σημασία προσλαμβάνει η προσωρινή δικαστική προστασία με την οποία επιδιώκεται η αποτροπή τετελεσμένων μέχρι την έκδοση απόφασης με δύναμη δεδικασμένου. Κύριο χαρακτηριστικό της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα και, ιδίως, η ταχύτητα [βλ. ανωτέρω]. Η επιτάχυνση, όμως, της επίλυσης των διαφορών, που γεννώνται στο προσυμβατικό στάδιο μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των διαγωνιζομένων δεν δύναται, ούτε κατά το Σύνταγμα ούτε κατά το δίκαιο της ΕΕ, να θίγει την άλλη, εξίσου κρίσιμη πτυχή της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, την ύπαρξη δηλαδή των αναγκαίων προϋποθέσεων, προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες των δύο σταδίων της επίλυσης των διαφορών, προσωρινό και οριστικό, για την εκφορά ορθής δικαστικής κρίσης. Το στοιχείο αυτό προσλαμβάνει προέχουσα σημασία στο στάδιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας, κατά το οποίο, ειδικώς στην ανωτέρω κατηγορία διαφορών, πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο ο κίνδυνος βλάβης του αιτούντος από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, με στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, ή το προδήλως απαράδεκτο ή αβάσιμο της αιτήσεως ακυρώσεως ή το προδήλως βάσιμο αυτής, όπως συμβαίνει στην συνήθη αίτηση αναστολής, αλλά και η εικαζόμενη παράβαση των εφαρμοστέων στην ένδικη υπόθεση κανόνων δικαίου, πρέπει δε να εκφέρεται αιτιολογημένη κρίση επί όλων των σχετικών ζητημάτων. Απόφανση του δικαστή εντός πολύ σύντομου χρόνου και με όλως συνοπτική αιτιολογία μπορεί να προβλέπεται μόνο όταν, κατά νόμον, εξετάζεται ο κίνδυνος επέλευσης ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, κατ’ εκτίμηση πραγματικών συνθηκών, καθώς και το τυχόν προδήλως βάσιμο ή αβάσιμο της αίτησης ακυρώσεως, και όχι όταν ο δικαστής οφείλει να εξετάσει εάν πιθανολογείται σοβαρά παράβαση κανόνα του δικαίου της ΕΕ ή του εθνικού δικαίου και εάν η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από τυχόν διαπιστωθείσα παράβαση αποτελέσματα. Όπως ήδη εκτέθηκε, στο νέο σύστημα ρυθμίσεων του άρθρου 372 §§ 6-8 του ν. 4412/2016 [μετά την αντικατάσταση των διατάξεών του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021] προβλέπεται ότι «επί του αιτήματος αναστολής» αποφαίνεται ο Πρόεδρος του αρμόδιου, κατά τις διακρίσεις του νόμου, δικαστηρίου «με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία»· ο Πρόεδρος αποφαίνεται εξετάζοντας εάν πιθανολογείται σοβαρά παράβαση του δικαίου της ΕΕ ή του εθνικού δικαίου και εάν η αναστολή είναι αναγκαία για να αρθούν τα συναρτώμενα με την παράβαση δυσμενή αποτελέσματα και σταθμίζοντας, επίσης, την βλάβη των διαδίκων μερών, εντός 15 ημερών από την άσκηση του ενιαίου ενδίκου βοηθήματος για την ακύρωση και την αναστολή της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικώς, δηλαδή, στην συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών, η κρίση επί του αιτήματος αναστολής προϋποθέτει όχι μόνο την εξέταση και την στάθμιση της βλάβης των διαδίκων μερών, αλλά επιπλέον την εξέταση, στο πλαίσιο ελέγχου νομιμότητας, της σοβαρής ή μη πιθανολόγησης των προβαλλομένων αιτιάσεων, που ενδέχεται να αναφέρονται σε πλείονα, διακεκριμένα και σύνθετα ζητήματα, διαδικαστικά και ουσιαστικά, με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των παραγόντων της δίκης, εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η παρεχόμενη στον μη εισέτι οριστικώς αποκλεισθέντα διαγωνιζόμενο δυνατότητα να πλήξει τόσο τον αποκλεισμό του, όσο και την αποδοχή των προσφορών άλλων διαγωνιζομένων, προβάλλοντας οποιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό [βλ. ανωτέρω την σχετική νομολογία του ΔΕΕ]. Δεν ταυτίζεται, ως εκ τούτου, η κρίση αυτή του δικαστηρίου επί του αιτήματος αναστολής με την συνήθη διαδικασία προσωρινής προστασίας του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπου εξετάζονται ζητήματα που αφορούν την βλάβη από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης και είτε το προδήλως απαράδεκτο ή αβάσιμο της αιτήσεως ακυρώσεως, είτε το προδήλως βάσιμο αυτής, υπό τους όρους μάλιστα της διαμορφωθείσας σχετικώς με το προδήλως βάσιμο νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας καθ’ ερμηνεία των διατάξεων του ως άνω άρθρου 52 [σύμφωνα με την οποία συντρέχει, κατ’ αρχήν, περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας της αίτησης ακυρώσεως όταν υφίσταται πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ασκηθείσας αίτησης]. Επιπροσθέτως, παρέχεται στον δικαστή περιορισμένος χρόνος προς απόφανση επί του αιτήματος αναστολής, με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, που καθίσταται ακόμη πιο σύντομος εάν ληφθούν υπόψη οι προθεσμίες για την άσκηση παρεμβάσεων, την διαβίβαση του φακέλου και των απόψεων και την κατάθεση των στοιχείων για υποστήριξη των ισχυρισμών των διαδίκων, προθεσμίες δηλαδή ως προς κρίσιμες ενέργειες της εκκρεμούς δίκης, με αποτέλεσμα ο ωφέλιμος χρόνος προς απόφανση σχεδόν να εκμηδενίζεται. Εξ άλλου, ορίζεται στον νόμο ότι για τις ανωτέρω σύνθετες κρίσεις εκδίδεται «προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία», εκδίδεται δηλαδή δικαστική απόφαση που, ενόψει του χαρακτήρα των κρίσεων τις οποίες καλείται να εκφέρει ο δικαστής, δεν συνάδει προς το Σύνταγμα και τις απαιτήσεις της Οδηγίας. Η δυνατότητα που παρέχεται στον Πρόεδρο είτε να άρει το εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα της υπογραφής της σύμβασης, πριν από την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης επί της αίτησης ακυρώσεως, είτε να άρει το επίσης εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα της προόδου της διαγωνιστικής διαδικασίας, πριν παρέλθει το δεκαπενθήμερο από την κατάθεση της αίτησης, είτε να παρατείνει την αναστολή της προόδου της διαγωνιστικής διαδικασίας, πέραν του δεκαπενθημέρου από την κατάθεση της αίτησης αναστολής/ακυρώσεως, είτε, τέλος, να διατάξει κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο προσωρινής προστασίας, καθίσταται ατελέσφορη εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται το σύστημα δικαστικής προστασίας και, συνεπώς, ούτε αμβλύνει τις ανωτέρω αρνητικές επιπτώσεις, ούτε εξυπηρετεί την κατά το Σύνταγμα και το δίκαιο της ΕΕ αποτελεσματική δικαστική προστασία, που δεν εξαντλείται κατά την δικονομική Οδηγία 89/665 σε ταχεία εκκαθάριση των σχετικών διαφορών, χωρίς τα απαιτούμενα ποιοτικά εχέγγυα. Για τους λόγους αυτούς, ενόψει δηλαδή της υποχρέωσης να εξετάζεται από τον αρμόδιο δικαστή, εντός βραχύτατης προθεσμίας, το αίτημα αναστολής, με πιθανολόγηση του βασίμου των προβαλλομένων αιτιάσεων και με στάθμιση της βλάβης που επικαλούνται τα διάδικα μέρη, και να εκδίδεται ταχύτατα επί των ζητημάτων αυτών προσωρινή διαταγή με «όλως συνοπτική αιτιολογία», στις νέες ρυθμίσεις η προσωρινή δικαστική προστασία χάνει, εν τέλει, την λυσιτέλειά της. Συνεπώς, η διάταξη της § 7 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021 [ουσιωδώς διαφορετική από τις διατάξεις του άρθρου 5 § 4 του ν. 3886/ 2010, καθώς και το άρθρο 372 του ν. 4412/2016 υπό την προϊσχύσασα μορφή του], καθ’ ό μέρος προβλέπει ότι ο Πρόεδρος αποφαίνεται επί του αιτήματος αναστολής, εντός της σύντομης προθεσμίας της παραγράφου αυτής, «με προσωρινή διαταγή που περιέχει όλως συνοπτική αιτιολογία», αντίκειται στο Σύνταγμα και στην δικονομική Οδηγία 89/665. Κατά την γνώμη, όμως, των Αντιπροέδρων Μ. Πικραμένου και Γ. Τσιμέκα και των Συμβούλων Κ. Φιλοπούλου, Ε. Παπαδημητρίου, Α. Σδράκα και Β. Ανδρουλάκη, η διάταξη της § 7 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει, καθ’ ό μέρος προβλέπει ότι ο Πρόεδρος του οικείου σχηματισμού αποφαίνεται επί του αιτήματος αναστολής εντός της σύντομης προθεσμίας της παραγράφου αυτής, που έχει ενδεικτικό χαρακτήρα και είναι εύλογη, δεν αντίκειται ούτε στην δικονομική Οδηγία ούτε στο Σύνταγμα.
26. Επειδή, ενόψει όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη για την αντίθεση στο Σύνταγμα και στην δικονομική Οδηγία 89/665/ ΕΟΚ της § 7 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, ως προς την εξέταση του αιτήματος αναστολής εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, οι γενικές διατάξεις του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) περί του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως ισχύουν. Κατά την γνώμη, όμως, της Συμβούλου Ε. Σκούρα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του ν. 4412/2016, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τον ν. 4782/2021.
27. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα [βλ. σκ. 19], σύμφωνα με το άρθρο 372 § 4 του ν. 4412/2016 [όπως ισχύει], η αίτηση «αναστολής και ακύρωσης» ασκείται, με το ίδιο δικόγραφο, εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης της ΑΕΠΠ ή εντός δέκα ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας που τάσσεται στην εν λόγω Αρχή για την έκδοση απόφασης επί της προδικαστικής προσφυγής. Περαιτέρω, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης με μέριμνα του αιτούντος προς την ΑΕΠΠ, την αναθέτουσα αρχή και κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο, κατατίθεται στο οικείο δικαστήριο η παρέμβαση και διαβιβάζονται ο φάκελος και οι απόψεις των παθητικώς νομιμοποιούμενων. Εντός δε της ίδιας προθεσμίας κατατίθενται στο δικαστήριο και τα στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών των διαδίκων. Οι ανωτέρω αποκλειστικές προθεσμίες, αυτοτελώς εξεταζόμενες, τίθενται νομίμως. Ειδικότερα: Νομίμως ορίζεται δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης «αναστολής και ακύρωσης», η οποία έχει ως αφετηρία την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της πράξης της ΑΕΠΠ [ή επί παραλείψεων την παρέλευση της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης από την ΑΕΠΠ]. Τούτο δε, διότι το ένδικο βοήθημα ασκείται από πρόσωπα [οικονομικούς φορείς ή αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς], τα οποία ενδιαφέρονται για την ανάληψη [ή την νόμιμη ανάθεση] δημοσίων συμβάσεων και, επομένως, διαθέτοντας κατά τεκμήριο εξειδίκευση και εμπειρία ως προς την διεξαγωγή ή την συμμετοχή σε σχετικούς διαγωνισμούς, οφείλουν να μεριμνούν για την προάσπιση των συμφερόντων τους σε αυξημένο βαθμό, σε σχέση με τον μέσο διάδικο άλλων κατηγοριών εννόμων σχέσεων και διαφορών. Η βραχεία αυτή προθεσμία δεν επάγεται, εξ άλλου, πρακτική αδυναμία των ενδιαφερομένων να προετοιμάσουν επαρκώς το αίτημα δικαστικής προστασίας: διότι, ως προς την πράξη της αναθέτουσας αρχής, το αντικείμενο της αμφισβήτησης έχει προηγουμένως οριοθετηθεί σαφώς, με την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ, ενώπιον της οποίας έχει εκτεθεί κατ’ αρχήν και η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία [βλ. συναφώς και το πρώτο εδάφιο της § 2 του άρθρου 372]· ως προς τις αιτιάσεις δε που αφορούν την διαδικασία ενώπιον της ΑΕΠΠ και το περιεχόμενο των πράξεών της, η επίμαχη προθεσμία, σε συνδυασμό με την δυνατότητα υποβολής προσθέτων λόγων και κατάθεσης υπομνημάτων στο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του π.δ. 18/1989, αναλόγως εφαρμοζόμενες, είναι, επίσης, επαρκής. Το αυτό ισχύει και για την παρακολουθηματική προθεσμία που τάσσεται στον αιτούντα για την κατάθεση στο δικαστήριο των αποδεικτικών του στοιχείων [δεκαήμερο από την εκ μέρους του κοινοποίηση της αίτησης στους αντιδίκους]. Περαιτέρω, για την ταυτότητα των λόγων, η δεκαήμερη αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται στον δικαιούμενο να ασκήσει παρέμβαση, προκειμένου αυτός να την καταθέσει στο αρμόδιο δικαστήριο, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή σε άλλη διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος, το αυτό ισχύει δε και για την προβλεπόμενη στον νόμο προθεσμία προς κατάθεση από τον παρεμβαίνοντα των αποδεικτικών του στοιχείων, καθόσον με τις προβλεπόμενες προθεσμίες παρέχεται στον αντίδικο του αιτούντος, ενόψει και της προηγηθείσας διοικητικής προδικασίας, η δυνατότητα να προετοιμάσει, με επαρκή τρόπο, την άμυνά του. Τέλος, η δεκαήμερη προθεσμία, που τάσσεται στους παθητικώς νομιμοποιουμένους [ΑΕΠΠ και αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς] για την διαβίβαση προς το δικαστήριο του φακέλου και των απόψεων, χαρακτηρίζεται μεν στον νόμο ως αποκλειστική, η διάταξη όμως αυτή δεν έχει την έννοια ότι μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας οι παθητικώς νομιμοποιούμενοι αδυνατούν, τυπικώς και ουσιαστικώς, να αντικρούσουν την κατατεθείσα στο δικαστήριο αίτηση· τέτοια ερμηνεία των όρων «εντός αποκλειστικής προθεσμίας» θα υποχρέωνε το δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση της διαφοράς μόνον βάσει των ισχυρισμών αιτούντος και παρεμβαινόντων, καθώς και του αποδεικτικού υλικού που αυτοί εισέφεραν, κατ’ απόκλιση από το ισχύον επί ακυρωτικής δίκης ανακριτικό σύστημα [βλ. άρθρα 22-24 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν]. Συνεπώς, ερμηνευομένη σύμφωνα με τις αρχές του ανακριτικού συστήματος, η διάταξη έχει την έννοια ότι δεν καθιερώνει απόλυτη δικονομική ακυρότητα εις βάρος των παθητικώς νομιμοποιουμένων σε σχέση με την υποχρέωσή τους να διαβιβάσουν στο δικαστήριο τον φάκελο και τις απόψεις εντός της προθεσμίας, αλλά παρέχει απλώς δυνατότητα στον δικαστή να θεωρήσει ως ομολογημένη την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος, σε περίπτωση αδικαιολόγητης αδράνειας του αντιδίκου, είναι δε, υπό την προεκτεθείσα έννοια, νόμιμη.
28. Επειδή, η αποκλειστική προθεσμία των δύο εργάσιμων, κατά την έννοια της διάταξης, ημερών, από την παραλαβή της πράξης του οικείου Προέδρου περί προσδιορισμού δικασίμου και εισηγητή για την υπόθεση, η οποία τάσσεται στον αιτούντα, προκειμένου αυτός να κοινοποιήσει την αίτηση «αναστολής και ακύρωσης» επί ποινή απαραδέκτου αυτής προς τους καθ’ ων και προς τους δικαιουμένους σε παρέμβαση, καθώς και η διήμερη προθεσμία που τάσσεται στον παρεμβαίνοντα, ώστε να προβεί σε κοινοποίηση της παρέμβασής του προς τον αιτούντα, δεν αντιβαίνουν προς το Σύνταγμα. Και τούτο διότι ο αιτούμενος την ακύρωση και την αναστολή εκτέλεσης, ως επιτιθέμενος διάδικος, οφείλει, οργανώνοντας κατάλληλα και εγκαίρως τις ενέργειές του σχετικά με τις επιδόσεις, να έχει προπαρασκευάσει τις χρονικώς επικείμενες και προβλεπτές διαδικαστικές πράξεις του, με συνέπεια να παρίσταται εύλογη κατ’ αρχήν η επιλογή του νομοθέτη να τάξει προς τούτο διήμερη, κατά τα ανωτέρω, προθεσμία. Για την κοινοποίηση δε της παρέμβασης ειδικώς προς τον αιτούντα εντός διημέρου από την κατάθεσή της δεν τίθεται ζήτημα και για τον πρόσθετο λόγο ότι εκ του νόμου [άρθρο 18 του π.δ. 18/ 1989 σε συνδυασμό προς το άρθρο 372 § 13 του ν. 4412/2016] η άσκηση αίτησης ακυρώσεως συνεπάγεται τον ορισμό αντικλήτων που κατοικούν στην έδρα του αρμοδίου δικαστηρίου, προς τους οποίους η άμεση επίδοση είναι ευχερέστατη. Κατά την γνώμη, όμως, της Συμβούλου Μ. Τσακάλη, η τήρηση της προθεσμίας των δύο εργάσιμων ημερών, για επίδοση του δικογράφου σε έγχαρτη μορφή, με δικαστικό επιμελητή, είναι αντικειμενικώς εξαιρετικά δυσχερής ακόμα και υπό τις συνήθεις περιστάσεις, εντός της Χώρας. Η τήρηση δε της αυτής προθεσμίας καθίσταται έτι δυσχερέστερη για κοινοποίηση προς δικαιουμένους σε παρέμβαση οικονομικούς φορείς εδρεύοντες στην αλλοδαπή, ως προς τους οποίους δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένη η ύπαρξη αντικλήτου στην Ελλάδα, με εξουσία παραλαβής όχι γενικώς εγγράφων της διαγωνιστικής διαδικασίας, αλλά ειδικώς εισαγωγικών της δίκης δικογράφων. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, το απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος στην περίπτωση υπέρβασης της διήμερης αυτής προθεσμίας εισάγει ανεπίτρεπτο από πλευράς αναλογικότητας περιορισμό του κατ’ άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Αντιβαίνει, επίσης, στο Σύνταγμα για τον ίδιο λόγο και η διήμερη προθεσμία που τάσσεται στον παρεμβαίνοντα, ώστε να προβεί σε κοινοποίηση της παρέμβασής του προς τον αιτούντα.
29. Επειδή, στην § 4 του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση του άρθρου 372 με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, ορίζεται ότι “[τ]ο διατακτικό της δικαστικής απόφασης εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης [αναστολής και ακύρωσης] ή από την προθεσμία για την υποβολή υπομνημάτων”, η οποία χορηγείται από τον Πρόεδρο κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ως προς την συνταγματικότητα της ανωτέρω ρύθμισης διατυπώθηκαν στο Δικαστήριο οι εξής τρεις γνώμες: Κατά την πρώτη σχετικώς πλειοψηφήσασα γνώμη, την οποία υποστήριξαν οι Αντιπρόεδροι Μ. Πικραμένος και Γ. Τσιμέκας και οι Σύμβουλοι Κ. Φιλοπούλου, Η. Μάζος, Ε. Παπαδημητρίου, Α. Σδράκα, Β. Ανδρουλάκης και Μ. Αθανασοπούλου, ενόψει του σκοπού της, η διάταξη αυτή η οποία προβλέπει εύλογη αποκλειστική προθεσμία για την δημοσίευση του διατακτικού της δικαστικής απόφασης είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Κατά την δεύτερη γνώμη, την οποία υποστήριξαν η Αντιπρόεδρος Μ. Γκορτζολίδου, οι Σύμβουλοι Ά. Καλογεροπούλου, Ό. Παπαδοπούλου, Π. Τσούκας και Α. Μίντζια και οι Πάρεδροι Α. Σκούφαλος και Μ. Μπαμπίλη, η διάταξη αυτή παρέχει στο Δικαστήριο την δυνατότητα, εφόσον το κρίνει σκόπιμο και κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, να προβαίνει σε ανακοίνωση για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη επί του ενιαίου ενδίκου βοηθήματος της αίτησης αναστολής και ακυρώσεως, μετά το πέρας της διάσκεψης και με συνοπτική αιτιολογία· η προθεσμία δε που τάσσεται σχετικώς για την δημοσίευση του διατακτικού είναι ενδεικτική. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και ως εξαιρετική ρύθμιση, η ανωτέρω διάταξη, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Τέλος, κατά την τρίτη γνώμη του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και των Συμβούλων Ι. Σύμπλη, Ε. Σκούρα και Μ. Τσακάλη, η ρύθμιση αντίκειται στο άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος καθ’ ό μέρος προβλέπει δημοσίευση διατακτικού δικαστικής απόφασης, η οποία εκδίδεται και επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, χωρίς αιτιολογία. Υπό τα δεδομένα αυτά, δοθέντος ότι καμμία από τις τρεις ως άνω γνώμες δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία, τα τέσσερα μέλη του Δικαστηρίου που υποστήριξαν την [ασθενέστερη] τρίτη γνώμη προσχώρησαν στην δεύτερη γνώμη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 § 2 του π.δ. 18/1989, η οποία και έλαβε τελικώς την απόλυτη πλειοψηφία των μελών.
30. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην σκέψη 22 της παρούσας απόφασης, γεννώνται εύλογες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η προβλεπόμενη από το άρθρο 372 του ν. 4412/2016 υποχρεωτική σώρευση στο ίδιο δικόγραφο των αιτημάτων προσωρινής και οριστικής δικαστικής προστασίας είναι σύμφωνη με την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ, όπως ισχύει. Ενόψει δε και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που παρατίθεται στην ίδια σκέψη (αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας [C-214/00] και της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας [C-236/95]), το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμος λόγος να αναβληθεί η λήψη οριστικής απόφασης ως προς το ζήτημα τούτο και να υποβληθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικό ερώτημα ως εξής: «Έχει η Οδηγία 89/665/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις Οδηγίες 2007/66/ΕΚ και 2014/23/ΕΕ, την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση του εθνικού δικαίου, όπως το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, το οποίο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, προβλέπει την υποχρεωτική σώρευση στο ίδιο δικόγραφο των αιτημάτων προσωρινής και οριστικής προστασίας (αίτησης αναστολής και αίτησης ακυρώσεως, αντιστοίχως) στις διαφορές που αναφύονται κατά την διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, και δεν παρέχει, συνεπώς, στον ενδιαφερόμενο την δυνατότητα να ασκήσει αίτηση προσωρινής προστασίας ανεξάρτητα από την κίνηση της κύριας διαδικασίας (της αφορώσης δηλαδή την παροχή οριστικής δικαστικής προστασίας) εκ μέρους του;». Είναι δε το προδικαστικό τούτο ερώτημα λυσιτελές, παρά την απόρριψη του αιτήματος προσωρινής προστασίας κατά τα αναφερόμενα στην σκέψη 2 της παρούσας, διότι, ενόψει της απάντησης που θα δώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο προδικαστικό ερώτημα, θα προσδιορισθεί το εφαρμοστέο για την επανυποβολή αιτήματος προσωρινής προστασίας, νομοθετικό καθεστώς, ήτοι το άρθρο 372 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 του ν. 4782/2021, ή το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (σκέψη 26).
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Η υποχρεωτική σώρευση αίτησης αναστολής και αίτησης ακύρωσης κατά απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ
Ι. Τα εξεταζόμενα ζητήματα
1. Στην ερμηνευτική διαδικασία, η αναλυτικότητα της αιτιολογίας αποτελεί αναγκαίο εργαλείο, όχι όμως αυτοσκοπό. Όταν η επιχειρηματολογία εκτείνεται πέραν του αναγκαίου και η υπερανάλυση υποκαθιστά τη μεθοδική κρίση, η ερμηνεία κινδυνεύει να απωλέσει τον προσανατολισμό και την καθαρότητά της. Να επιβεβαιώσει, δηλαδή, όχι το ορθό νόημα του κανόνα, αλλά εκείνο που ο ερμηνευτής έχει ήδη προδιαμορφώσει στη σκέψη του. Έτσι, η υπερβολική ανάλυση, ιδίως όταν δεν επιβάλλεται από την πολυπλοκότητα του ζητήματος, μπορεί να μεταβληθεί σε μέσο δικαιολόγησης οποιουδήποτε συμπεράσματος, αντί σε οδό αναζήτησης της αληθούς νομικής βούλησης.
Με αυτή την επισήμανση ως αφετηρία, το παρόν σημείωμα επιχειρεί μια κριτική αποτίμηση της συλλογιστικής της σχολιαζόμενης απόφασης της Ολομέλειας του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, ως προς τη συμβατότητα με την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ και το Σύνταγμα του νέου συστήματος δικαστικής προστασίας του άρθρου 372 ν. 4412/ 2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138 ν. 4782/ 2021.
Το σύστημα αυτό εισάγει, μεταξύ άλλων, την υποχρεωτική σώρευση της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακύρωσης σε ενιαίο δικόγραφο. Η απόφαση διατύπωσε πλειοψηφούσα και μειοψηφούσα γνώμη και παρέπεμψε το ζήτημα ως προδικαστικό στο ΔΕΕ.
2. Ως προς το νέο άρθρο 372, η απόφαση έκρινε τη συμβατότητα με υπερκείμενους κανόνες των εξής, συνολικά, ζητημάτων:
α) της ως άνω υποχρεωτικής σώρευσης της αναστολής και της ακύρωσης σε ενιαίο δικόγραφο (σκ. 22 και 23),
β) της προθεσμίας για την ταχεία εκδίκαση της κύριας υπόθεσης (εντός 60 ημερών), επί της αίτησης ακύρωσης (σκ. 24),
γ) της δυνατότητας έκδοσης προσωρινής διαταγής από τον Πρόεδρο εντός 15 ημερών, με “όλως συνοπτική” αιτιολογία (σκ. 25 και 26),
(δ) των σφιχτών προθεσμιών: 10 ημερών για άσκηση της αίτησης, 10 ημερών για παρεμβάσεις/ φάκελο/απόψεις (σκ. 27),
(ε) 2 ημερών για την κοινοποίηση της αίτησης μετά τον ορισμό δικασίμου (σκ. 28),
(στ) και 15 ημερών για την έκδοση του διατακτικού της απόφασης (σκ. 29).
ΙΙ. Η λογική οικονομία του σκεπτικού της απόφασης
1. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την παραπομπή της απόφασης σε διατάξεις και σε νομολογία (σκέψεις 13 έως 21 και 24), παρατηρείται μια αξιοσημείωτη πληθώρα προκειμένων. Ιδίως αξίζει να επισημανθούν τα εξής:
Η σκέψη 11 λειτουργεί ως προγραμματική εισαγωγή, καθορίζοντας τη θεματική πορεία που ακολουθεί. Θα μπορούσε, ωστόσο, να παραλειφθεί, αφού είναι περισσότερο περιγραφική παρά συλλογιστική.
Στη σκέψη 13, οι εκτεταμένες παραθέσεις των άρθρων 1 § 5, 2δ και 2ε της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και τμημάτων των αιτιολογικών σκέψεων της τροποποιητικής Οδηγίας 2007/66/ΕΚ δεν συνδέονται άμεσα με το ζήτημα της σώρευσης και της προσωρινής προστασίας.
Στη σκέψη 14, το τμήμα για την επιλογή των δύο λύσεων οργάνωσης της έννομης προστασίας στο σύστημα ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων και για τον χαρακτηρισμό ενός οργάνου ως “δικαστηρίου”, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, ίσως δεν είναι λειτουργικά αναγκαίο, αφού δεν τίθεται σχετικό ζήτημα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Η σκέψη 16 επαναλαμβάνει τις γενικές αρχές δικονομικής αυτονομίας, ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας πέραν του αναγκαίου. Δύο μόνον αποφάσεις θα αρκούσαν, ενδεχομένως, για την ενίσχυση της σχετικής θέσης, χωρίς απώλεια επιχειρηματολογικής ισχύος. Εξάλλου, η επίκληση του δικαιώματος γνώσης της αιτιολογίας του δικαστή, που ασκεί έλεγχο νομιμότητας της απόφασης, δεν συνδέεται άμεσα με τα εξεταζόμενα ζητήματα, αφού η απόφαση επί της αίτησης είναι αμετάκλητη.
Στη σκέψη 17, το εκτενές τμήμα για το έννομο συμφέρον του αποκλεισθέντος και για την αυστηρή αντιστοιχία λόγων προσφυγής και αίτησης ακύρωσης αποτελούν περιφερειακό υλικό, όχι απαραιτήτως αναγκαίο για τη θεμελίωση της κρίσης.
Στη σκέψη 18, η ιστορική αναδρομή (ν. 2522/1997, ν. 3886/2010) έχει επεξηγηματική αξία, όχι όμως και λογική αναγκαιότητα για το υπό κρίση ζήτημα. Αντίστοιχα, οι αποφάσεις ΣτΕ 1855/2021, 1419/2021, 690/2021 και 2631/2020 για το παραδεκτό νέων ισχυρισμών δεν αποτελούν κρίσιμη προκειμένη για τη συνταγματικότητα του άρθρου 372.
Στη σκέψη 19, το δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτική αναφορά στα επίμαχα ζητήματα, στα οποία στη συνέχεια επανέρχεται και τα εξετάζει διεξοδικά στις σκέψεις 22 έως 30.
Η σκέψη 21 ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα έχουν αναπτυχθεί στη σκέψη 14 και, συνεπώς, η σκέψη αυτή θα μπορούσε να παραλειφθεί χωρίς απώλεια ουσιαστικού περιεχομένου ή νοηματικής σαφήνειας.
Αντίστοιχα, στη σκέψη 24, οι αναλογικές παραπομπές σε αποφάσεις άλλων κατηγοριών διαφορών (εκλογικών, δασικών, φορολογικών διαφορών) για τη “σύντομη εκδίκαση” μάλλον δεν αποτελούν πρόσφορο και συναφές λογικό έρεισμα για την τεκμηρίωση του εν προκειμένω υπό κρίση ζητήματος.
2. Συνολικά, από την προσεκτικότερη ανάγνωση του εκτεταμένου σκεπτικού της δημοσιευόμενης απόφασης προκύπτει ότι σημαντικό μέρος αυτού επαναλαμβάνει, με διαφορετική διατύπωση ή έμφαση, όσα έχουν ήδη εκτεθεί σε άλλες σκέψεις, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται επικαλύψεις ή πλεονασμοί, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε λογικά αναγκαίοι για τη ratio decidendi. Η διάρθρωση, εξάλλου, των προκειμένων δεν διακρίνεται πάντοτε για τη συνοχή και τη συστηματική της διάρθρωση, γεγονός που δυσχεραίνει ενίοτε την παρακολούθηση της συλλογιστικής πορείας.
Ο αναγκαίος κορμός του σκεπτικού θα μπορούσε να συμπτυχθεί και να στηριχθεί:
Στα άρθρα 1, 2, 2α και 2γ της Οδηγίας 89/665/ ΕΟΚ (standstill και αποτελεσματικότητα),
Στη νομολογία για την προσωρινή προστασία χωρίς απαίτηση κύριας δίκης (C-214/00 Ισπανία, C-236/95 Ελλάδα, επικουρικά Combinatie Spijker),
Σε ένα περιορισμένο σώμα αποφάσεων αναφορικά με τη δικονομική αυτονομία των κρατών-μελών και
Στα συναφή συνταγματικά άρθρα και αποφάσεις του ΣτΕ, σε συνοπτική μορφή.
3. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί, από την άλλη πλευρά, ότι το δικαστήριο, κρίνοντας επί της συνταγματικότητας και της συμβατότητας του συστήματος σώρευσης της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακύρωσης, παραδόξως δεν συνεκτίμησε ότι ανάλογη σώρευση προβλέπεται ήδη στο διοικητικό στάδιο της προδικαστικής προσφυγής κατά τα άρθρα 360 επ. του ν. 4412/2016. Ειδικότερα, το άρθρο 366 προβλέπει ότι το Κλιμάκιο της ΕΑΔΗΣΥ μπορεί, επί της ίδιας προσφυγής, να χορηγεί προσωρινά μέτρα ή να αποφασίζει την άρση τους, ενώ εκδίδει εντός ορισμένης προθεσμίας και την οριστική απόφαση επί της προσφυγής. Με τη ρύθμιση αυτή, ουσιαστικά καθιερώνεται ένα ενιαίο δικονομικό πλαίσιο για την προσωρινή και την οριστική προστασία στο στάδιο εξέτασης της προδικαστικής προσφυγής.
Παρά ταύτα, η απόφαση δεν προέβη σε συγκριτική αξιολόγηση των δύο σταδίων, ούτε αιτιολόγησε γιατί άραγε η σώρευση θεωρείται αυτονοήτως θεμιτή στο διοικητικό στάδιο, αλλά όχι και στο δικαστικό. Η αποσιώπηση αυτής της συσχέτισης συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της συλλογιστικής συνέπειας (principium cohaerentiae) και περιορίζει την εσωτερική συνοχή του σκεπτικού της απόφασης.
Η παραπάνω παρατήρηση δεν αποδομεί το κύρος της δικανικής κρίσης, αλλά αναδεικνύει μια μεθοδολογική ασυμμετρία: την ελλιπή συνεξέταση ομοειδών ρυθμιστικών σχημάτων, που ανήκουν στην ίδια διαδικαστική αλυσίδα και εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό αποτελεσματικής έννομης προστασίας.
ΙΙΙ. Το συμπέρασμα της απόφασης - Η πλειοψηφούσα γνώμη (και η λογική κριτική της)
Η πλειοψηφία συνεπέρανε ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένο δικονομικό τύπο και ότι η υποχρεωτική σώρευση αίτησης αναστολής και ακύρωσης, σε συνδυασμό με την εκ του νόμου αναστολή και τις σύντομες προθεσμίες, επιταχύνει τη διαδικασία και αποτρέπει τετελεσμένα. Συνεπώς, σύμφωνα με την άποψη αυτή, το σύστημα είναι, κατ’ αρχήν, συμβατό με την Οδηγία και το Σύνταγμα (σκ. 22-23).
Προσεγγίζοντας τη συλλογιστική της πλειοψηφίας με βάση τους κανόνες της Λογικής, θα μπορούσαν να παρατηρηθούν τα εξής:
Επιχείρημα εκ της σιωπής (argumentum a silentio)
Κατ’ αρχάς, η πλειοψηφία επικαλείται ως επιχείρημα ότι “Η Οδηγία [...] δεν απαγορεύει [...] υποχρεωτική σώρευση [...]. Επομένως, [...] το σύστημα εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό και δεν αντίκειται στην Οδηγία”.
Στο επιχείρημα αυτό μπορεί να αντιπαρατεθεί ότι από τη μη απαγόρευση συνάγει συμφωνία με τον σκοπό της Οδηγίας (argumentum a silentio), παραδοχή όμως που καθιστά το επιχείρημα τυπικά άκυρο. Και τούτο, επειδή η συνάφεια μεταξύ προκειμένης και συμπεράσματος δεν είναι λογικά αναγκαία. Διότι μπορεί να υπάρξει αντιπαράδειγμα, δηλαδή μια κατάσταση όπου δεν απαγορεύεται μεν ρητά η υποχρεωτική σώρευση αίτησης αναστολής και ακύρωσης, όμως και πάλι δεν επιτρέπεται, είτε επειδή είναι αντίθετη στο πνεύμα του κανόνα, είτε επειδή παραβιάζει άλλες διατάξεις ή θεμελιώδεις σκοπούς του συστήματος.
Ταύτιση σκοπού και μέσου
Η άποψη της πλειοψηφίας υποστηρίζει, επίσης, ότι ”Ο νομοθέτης, με την σώρευση της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως, σε συνδυασμό με τις σύντομες προθεσμίες ..., αποβλέπει στην επιτάχυνση της εκδίκασης ... Επομένως ... το σύστημα ... εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο από την Οδηγία σκοπό και δεν αντίκειται κατ’ αρχήν στην Οδηγία αυτή”.
Εδώ, όμως, η “ταχύτητα” (μέσο) εξισώνεται λογικά με την “αποτελεσματικότητα” (σκοπό) της Οδηγίας. Το συμπέρασμα «άρα συμβατό» δεν έπεται αναγκαίως από το ότι το σύστημα είναι ταχύτερο. Διότι η Οδηγία επιβάλλει αποτελεσματικότητα (ουσιαστική προσωρινή προστασία), όχι απλή επιτάχυνση (fallacia a dicto secundum quid ad dictum simpliciter)
Κυκλική αιτιολόγηση (petitio principii)
Σε άλλο σημείο, η ίδια άποψη δομεί την επιχειρηματολογία της στο ότι ”Η εκ του νόμου αναστολή ... αποτρέπει την δημιουργία τετελεσμένων ... και διασφαλίζει συγχρόνως τα συμφέροντα των καθ’ ων ... Επομένως, το σύστημα ... εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό”.
Θεωρεί, όμως, έτσι ως δεδομένο αυτό που όφειλε να αποδείξει: ότι η ex lege αναστολή όντως υποκαθιστά την προσωρινή δικαστική κρίση. Δηλαδή, το συμπέρασμα («εξυπηρετεί τον σκοπό») προϋποθέτει αυτό που επιχειρεί να αποδείξει.
Μη συνεπής αιτιώδης σύνδεση (non sequitur)
Περαιτέρω, επικαλείται, ως υποστηρικτικό του συμπεράσματός της λόγο, ότι “Η εμπειρία από τα προηγούμενα συστήματα ... έδειξε ότι η οριστική απόφαση ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την προσωρινή· επομένως, η σώρευση ... είναι δικαιολογημένη”.
Το γεγονός, όμως, ότι εκ των πραγμάτων δύο αποφάσεις συνέπιπταν, δεν συνεπάγεται λογικά ότι πρέπει να ταυτιστούν θεσμικά. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η εμπειρική παρατήρηση χρησιμοποιείται ως κανονιστικό επιχείρημα χωρίς λογική αναγκαιότητα.
Επαγωγικό άλμα (a dicto secundum quid ad dictum simpliciter)
Τέλος, υποστηρίζει ότι “Η Οδηγία ... επιβάλλει την ταχεία εκδίκαση ... όχι μόνο στο στάδιο προσωρινής προστασίας αλλά και για την οριστική επίλυση... Επομένως ... η σώρευση ... δεν αντίκειται στην Οδηγία”.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, από μερική προϋπόθεση («η Οδηγία επιδιώκει ταχεία εκδίκαση») συνάγει καθολικό συμπέρασμα, ότι κάθε μέσο επιτάχυνσης είναι ipso facto συμβατό. Αυτό είναι τυπικό παράδειγμα a dicto secundum quid ad dictum simpliciter.
ΙV. Η μειοψηφούσα γνώμη (και η λογική κριτική της)
Η μειοψηφία της απόφασης διατύπωσε τον εξής συλλογισμό (σκ. 22-23):
(α) η Οδηγία απαιτεί αυτοτελή αίτηση αναστολής,
(β) η υποχρεωτική σώρευση αναιρεί την αυτοτέλεια,
(γ) άρα το νέο σύστημα είναι αντίθετο προς το ενωσιακό και συνταγματικό πλαίσιο.
Με βάση, και εδώ, τους κανόνες της Λογικής, παρατηρούνται τα ακόλουθα:
Λήψη του ζητουμένου (petitio principii)
Η εν λόγω άποψη δέχεται, κατ’ αρχάς, ότι “... βάσει του άρθρου 2 της Οδηγίας 89/665, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν ... την εξουσία να λαμβάνουν κάθε προσωρινό μέτρο ανεξάρτητα από προηγούμενη κίνηση κύριας δίκης ... Συνεπώς ... μη επιτρεπτώς προβλέπεται ... υποχρεωτική άσκηση με το ίδιο δικόγραφο αίτησης αναστολής και ακυρώσεως”.
Με το σκεπτικό αυτό, η μειοψηφία προϋποθέτει ως δεδομένο ότι η Οδηγία επιβάλλει ρητά αυτοτελή αίτηση, χωρίς να το αποδεικνύει ερμηνευτικά. Το συμπέρασμα (“μη επιτρεπτώς προβλέπεται σώρευση”) απλώς επαναδιατυπώνει την αρχική παραδοχή.
Επαγωγικό άλμα (a dicto secundum quid ad dictum simpliciter)
Επικαλείται, περαιτέρω, ότι “... αναιρείται ο διακριτός, κατά την Οδηγία, σκοπός της προσωρινής και της οριστικής προστασίας ...”.
Αλλά, από το ότι σε κάποιες περιπτώσεις σώρευσης υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, συνάγει ότι κάθε σώρευση οδηγεί αναγκαστικά σε ακύρωση της αυτοτέλειας. Πρόκειται για γενίκευση πέρα από τα πραγματικά δεδομένα του νέου συστήματος.
Ψευδής αναλογία (falsa anlogia)
Σε επόμενο σημείο, η ίδια άποψη επιχειρηματολογεί ότι “Το θεσπιζόμενο σύστημα ... χωρίς δυνατότητα αυτοτελούς αίτησης ... αντίκειται στην Οδηγία [όπως κρίθηκε στις C-214/00 και C-236/95]”.
Όμως, έτσι, η μειοψηφία εξομοιώνει το σημερινό καθεστώς (που προβλέπει ex lege αναστολή και δυνατότητα άρσης αυτής με απόφαση του Προέδρου) με εκείνα, που στερούνταν πλήρως προσωρινών μέτρων. Πρόκειται, επομένως, για ψευδή παραλληλία μεταξύ διαφορετικών πραγματικών και κανονιστικών συνθηκών.
Ψευδές δίλημμα (falsum dilemma)
Τεκμηριώνει, τέλος, το συμπέρασμα του συλλογισμού της στο ότι “Η σύγχυση των σκοπών ... αποβαίνει εις βάρος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ... Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να επιβάλλεται η σώρευση ...”.
Αλλά, η συναγωγή του συμπεράσματος αυτού προϋποθέτει απόλυτη αντινομία μεταξύ “ταχύτητας” και “αποτελεσματικότητας”, σαν να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Δημιουργείται έτσι ψευδής διχοτομία, παραβλέποντας ενδιάμεσες ή μεικτές λύσεις.
Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη προσέγγιση υπονοεί, ότι είτε έχουμε ταχύτητα, είτε έχουμε αποτελεσματικότητα στη δικαστική προστασία και ότι τα δύο αυτά δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ενώ υπάρχουν πιθανές ενδιάμεσες λύσεις, όπως π.χ. διαδικασίες που είναι αρκετά γρήγορες και επαρκώς αποτελεσματικές ή μηχανισμοί που εξισορροπούν τα δύο στοιχεία (π.χ. επιλεκτική επιτάχυνση ορισμένων υποθέσεων). Το επιχείρημα, επομένως, υπεραπλουστεύει το πρόβλημα, παρουσιάζοντας μια τεχνητή αντίθεση (ή το ένα ή το άλλο), ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει συνδυασμός.
V. Δογματική στάθμιση
1. Η ανάλυση των επιχειρημάτων τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας υπό το πρίσμα της Λογικής καταδεικνύει ότι οι αδυναμίες τους εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία των fallaciae extra dictionem, δηλαδή των νοηματικών (και όχι λεκτικών) παραλογισμών. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι επίμαχες αστοχίες δεν οφείλονται σε ασάφεια διατύπωσης ή σε τυπικά λογικά σφάλματα, αλλά σε ορισμένες ερμηνευτικές επιλογές και εννοιολογικές συνδέσεις, οι οποίες επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο το δικαστήριο ερμήνευσε τους σκοπούς της δικονομικής Οδηγίας.
Η κοινή λογική αφετηρία, παρά τη διαφορετική κατεύθυνση των δύο απόψεων, φαίνεται να εντοπίζεται στην τάση να συνάγονται λογικά συμπεράσματα από μερικές ή λειτουργικές ομοιότητες, χωρίς πάντοτε επαρκή έλεγχο των προϋποθέσεων και του επιπέδου γενίκευσης. Έτσι, η συλλογιστική δομή του σκεπτικού του δικαστηρίου, στο σύνολό της, δεν παρουσιάζει ερμηνευτική ασυνέπεια ή νοηματική ασάφεια, αλλά μάλλον μια μορφή εννοιολογικής συμπύκνωσης, η οποία περιορίζει τη σαφήνεια της λογικής συσχέτισης μεταξύ προκειμένων και συμπεράσματος.
Υπό αυτή την έννοια, η επιχειρούμενη παραπάνω λογική ανάλυση δεν αποδομεί τη δικανική επιχειρηματολογία, αλλά αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό γνώρισμα του δικαστικού συλλογισμού: τη λεπτή ισορροπία που καλείται να τηρήσει ανάμεσα στη συστηματική συνοχή και την ερμηνευτική προσαρμογή στις επιδιώξεις του ενωσιακού νομοθέτη.
2. Η επίμαχη σώρευση των δύο αιτήσεων, αναστολής και ακύρωσης, καθ’ αυτή δεν πρέπει να αξιολογείται ως επιτρεπτή ή απαγορευμένη αφηρημένα. Το κρίσιμο είναι, εάν το συγκεκριμένο δικονομικό μοντέλο, που εισήγαγε το νέο άρθρο 372, επιτρέπει στην πράξη ουσιαστική προσωρινή προστασία. Η σώρευση είναι ανεκτή εφ’ όσον δεν ακυρώνει την εξουσία του δικαστηρίου να παρέχει πρόσφορα προσωρινά μέτρα. Καθίσταται, όμως, προβληματική, όταν οι συνοδευτικές ρυθμίσεις (προθεσμίες, μορφή/εύρος αιτιολογίας, πλαίσιο προεδρικής κρίσης) υποβιβάζουν την προστασία σε τυπική.
Ειδικότερα για το άρθρο 372:
Standstill: θετικός μηχανισμός αποτροπής τετελεσμένων. Η 15θήμερη παύση μπορεί να αποδειχθεί σύντομη σε σύνθετες διαφορές, αν συνδυάζεται με ανεπαρκή χρόνο και “όλως συνοπτική” αιτιολογία στο προσωρινό στάδιο.
Προσωρινή διαταγή/αιτιολογία: απαιτεί νομική πιθανολόγηση παραβίασης (ενωσιακού/εσωτερικού) δικαίου, όχι απλή στάθμιση βλάβης. Ορθώς γίνεται δεκτή η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 για πλήρη αιτιολογία, όπου απαιτείται (σκ. 25).
Προθεσμίες (10 και 2 ημερών): θα έπρεπε να ερμηνεύονται και αυτές ως ενδεικτικές. Η εφαρμογή τους ως αποκλειστικών προσκρούει στην αρχή της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας και στο δικαίωμα ακρόασης (σκ. 27-28).
Έκδοση απόφασης επί της κυρίας δίκης: η εκτίμηση του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ενδεικτική προθεσμία, διαφυλάσσει την ανεξαρτησία του δικαστή και την ποιότητα της δικανικής κρίσης (σκ. 24).
3. Συνεπώς, η υποχρεωτική σώρευση αίτησης αναστολής και αίτησης ακύρωσης σε ενιαίο δικόγραφο δεν είναι per se ασύμβατη με την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ ή το άρθρο 20 § 1 Σ. Η συμβατότητα ερείδεται στο πρακτικό αποτέλεσμα: αν δηλαδή, υπό τις συγκεκριμένες παραμέτρους (standstill, χρόνοι, αιτιολογία, εύρος προσωρινής κρίσης), εξασφαλίζεται πράγματι ουσιαστική - και όχι μόνον ταχεία - δικαστική προστασία. Με τη νέα ρύθμιση, ως έχει, το standstill λειτουργεί θετικά, πλην ο ασφυκτικός χρόνος και η “όλως συνοπτική” αιτιολογία στο προσωρινό στάδιο αποδυναμώνουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της προστασίας.
Δογματικά συνεπέστερη θα ήταν η θέση μιας υπό όρους αποδοχής της σώρευσης. Ότι δηλαδή αυτή είναι σύμφωνη με την Οδηγία και το Σύνταγμα, όταν ερμηνεύεται και εφαρμόζεται κατά τρόπο που διασώζει την ουσία της προσωρινής προστασίας (επαρκής χρόνος, επαρκής αιτιολογία, εύλογη ευελιξία προθεσμιών), προβληματική δε όταν οι συνοδευτικές ρυθμίσεις την ακυρώνουν στην πράξη. Σε αυτό το πνεύμα, ορθά η απόφαση δέχθηκε τον ενδεικτικό χαρακτήρα της προθεσμίας έκδοσης απόφασης (σκ. 24), καθώς και την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 52 π.δ. 18/1989 (σκ. 25). Αντιθέτως, η ερμηνεία των προθεσμιών κοινοποίησης, παρεμβάσεων και υποβολής αποδεικτικών/φακέλου ως αποκλειστικών και σύμφωνων με την Οδηγία τείνει να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας και το δικαίωμα πραγματικής ακρόασης, ιδίως σε υποθέσεις αυξημένης πολυπλοκότητας ή διασυνοριακών επιδόσεων ή στις οποίες το διακύβευμα είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τους διαδίκους ή το δημόσιο συμφέρον.
4. Χωρίς πρόθεση εξιδανίκευσης του παρελθόντος, μπορεί να παρατηρηθεί ότι τις παλαιότερες αποφάσεις του δικαστηρίου διέκρινε μια δωρική λιτότητα και εσωτερική συνοχή του λόγου, στοιχεία που αναδείκνυαν τη δογματική πειθαρχία και τη λογική αυστηρότητα της δικανικής κρίσης.
Σήμερα, ωστόσο, οι συνθήκες άσκησης του δικαστικού έργου έχουν μεταβληθεί ριζικά. Οι υποθέσεις, που εισάγονται ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου συνδέουν πολλαπλά επίπεδα δικαίου – εθνικό, ενωσιακό και διεθνές – και συνοδεύονται από εκτενές και περίπλοκο κανονιστικό πλαίσιο, όπως χαρακτηριστικά αναδεικνύεται, μεταξύ άλλων, στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων (με τον πρόσφατο ν. 4412/2016).
Ο σύγχρονος δικαστής καλείται, επομένως, να διαχειριστεί αυτή την πολυπλοκότητα υπό συνθήκες έντονης χρονικής και πληροφοριακής πίεσης, επιδιώκοντας να συνδυάσει την πληρότητα με τη σαφήνεια της αιτιολογίας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σε αυτό το περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων, η πειθαρχία του συλλογισμού δεν αποτελεί επάνοδο σε ύφος του παρελθόντος, αλλά ένα διαρκές ζητούμενο μεθοδολογικής συνέπειας. Στο πλαίσιο αυτό, οι ανώτατοι δικαστές, φέροντας εκ της θεσμικής τους θέσεως το πρόσθετο βάρος να λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για το σύνολο της νομικής κοινότητας, εκ των πραγμάτων οδηγούνται να προσανατολίζουν την ερμηνευτική τους προσέγγιση στη συστηματική ανάλυση των πράγματι καθοριστικών διατάξεων, αποφεύγοντας τη διάχυση σε δευτερεύουσες ρυθμίσεις και καλλιεργώντας ένα σαφές και συνεκτικό πρότυπο ερμηνευτικού συλλογισμού, που θα λειτουργεί εγγυητικά για τη διασφάλιση της εννοιολογικής συνέπειας και της εσωτερικής συνοχής της έννομης τάξης.-
ΚΩΝ/ΝΟΣ Π. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ
Δικηγόρος