ΑΠ 1421/2024, «Τα ιατρικά πιστοποιητικά που δύνανται να θεμελιώσουν παραδεκτώς λόγο αναβολής της ποινικής δίκης λόγω ασθενείας, μετά την τροποποίηση του εδ. γ΄ της § 1 του άρθρου 349 ΚΠΔ με τον ν. 4947/2022», με σχόλιο Σ. Ο. Χ ο ύ ρ σ ο γ λ ο υ
Άρειος Πάγος (ΣΤ΄ Τμήμα)
Αριθ. 1421/2024
Προεδρεύων: Ε. Κατσούλη, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Λ. Χατζησταύρου, Αρεοπαγίτης
Εισαγγελέας: Κ. Βαρδάκη, Αντεισαγγελέας
Αναβολή δίκης, ανωτέρα βία, κατηγορούμενος, ασθένεια, ιατρικό πιστοποιητικό, εκδότης, νοσηλευτικό ίδρυμα, ιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, έννοια, ιατρός ιδιώτης, αιτιολογία. Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης, λόγω ασθενείας του, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Ποιοι μπορούσαν να εκδώσουν ιατρική πιστοποίηση για αναβολή της δίκης. Έννοια ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης λόγω ασθενείας του, διότι η ιατρική βεβαίωση που προσκόμισε εκδόθηκε από ιδιώτη ιατρό, και όχι νοσηλευτικό ίδρυμα ή από ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως απαιτείται, μετά την τροποποίηση του εδ. γ΄ της § 1 του άρθρου 349 ΚΠΔ με τον ν. 4947/2022 (Άρθρα 93 § 3 Σ, και 139 και 349 § 1 ΚΠΔ).
Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα, απορριπτική του αιτήματος αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας του κατηγορουμένου, απόφαση (Άρθρο 510 § 1 περ. δ΄ ΚΠΔ).
Το νομικώς ενδιαφέρον μέρος της αποφάσεως έχει ως ακολούθως:
«… Κατά το άρθρο 349 §§ 1, 2 και 2Α, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 41 ν. 4947/2022: "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την § 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. 2A. Για την υποβολή αιτήματος αναβολής που συνίσταται σε κώλυμα του συνηγόρου υπεράσπισης ή υποστήριξης της κατηγορίας, λόγω συμμετοχής του σε άλλη δίκη ή διαδικασία, απαιτείται, αυτός που προβάλλει το κώλυμα να προσκομίζει υποχρεωτικά στο δικαστήριο κάθε νομιμοποιητικό, διαδικαστικό ή άλλο έγγραφο, με το οποίο αποδεικνύεται πλήρως ο λόγος της αναβολής. Το αίτημα υποβάλλεται μόνο μία (1) φορά. Κατ’ εξαίρεση, δύναται να υποβληθεί και δεύτερο αίτημα, αν το κώλυμα προέκυψε σε χρόνο μεταγενέστερο της πρώτης αναβολής". Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 596/2021).
Περαιτέρω, με τον ν. 4931/2022, που τροποποίησε και συμπλήρωσε τους ν. 4238/2014 και 4486/2017, επήλθαν σημαντικές μεταβολές στη διάρθρωση και τη λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.). Συγκεκριμένα, κεντρικό ρόλο στη λειτουργία της έχουν οι Δημόσιες Μονάδες Παροχής Υπηρεσιών Π.Φ.Υ, ήτοι τα Κέντρα Υγείας, με τα υπαγόμενα σε αυτά Περιφερειακά Ιατρεία (Π.Ι.), Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία (Π.Π.Ι.), Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία (Ε.Π.Ι.), Τοπικά Ιατρεία (Τ.Ι.) και τις Τοπικές Μονάδες Υγείας (Το.Μ.Υ) (άρθρ. 3 ν. 4486/2017). Όμως, πλέον, υπηρεσίες Π.Φ.Υ. παρέχονται και από ιδιώτες παρόχους, οι δε δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. δύνανται να συνεργάζονται με φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδιώτες παρόχους Π.Φ.Υ., πολυϊατρεία και ιδιώτες ιατρούς για τη διασφάλιση των παρεχόμενων υπηρεσιών Π.Φ.Υ. (άρθρ. 1 § 4 και 3 § 2 ν. 4486/ 2017). Περαιτέρω, για την παροχή υπηρεσιών Π.Φ.Υ., ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μπορεί να συμβάλλεται με ιδιώτες ιατρούς, προς τον σκοπό διασφάλισης του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής ιατρού από τους ασφαλισμένους, στους οποίους παρέχονται ιατρικές υπηρεσίες με δαπάνες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (άρθρ. 11 § 1 εδ. α' ν. 4486/2017). Σημαντικό ρόλο στη νέα δομή της Π.Φ.Υ. έχει ο θεσμός του προσωπικού ιατρού (άρθρ. 2 § 7, 11 § 1 εδ. β', 3 ν. 4486/2017 και 5 ν. 4238/2014), ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο οικογενειακό ιατρό. Ο προσωπικός ιατρός, που επιλέγεται ελεύθερα από τον πολίτη, είναι είτε ιατρός που ανήκει σε κάποια δημόσια δομή υγείας, είτε ιδιώτης ιατρός συμβεβλημένος με τον ΕΟΠΥΥ. Στην πρώτη περίπτωση, οι υπηρεσίες των προσωπικών ιατρών παρέχονται εντός των δημοσίων μονάδων Π.Φ.Υ. των Τοπικών Δικτύων Υπηρεσιών Π.Φ.Υ., ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, οι ιατρικές υπηρεσίες των ιδιωτών ιατρών παρέχονται στα ιατρεία τους ή και κατ’ οίκον. Ειδικότερα, οι ιδιώτες προσωπικοί ιατροί καλύπτουν ορισμένο, εγγεγραμμένο αριθμό του ενήλικου πληθυσμού, έχουν ελάχιστο ωράριο απασχόλησης ανά ημέρα και ανά εβδομάδα, καθορίζεται το καθεστώς αναπλήρωσής τους όταν βρίσκονται σε άδεια, δύνανται να λαμβάνουν πρόσθετες χρηματικές παροχές και μπορούν να συμμετέχουν στην κάλυψη της εφημεριακής λειτουργίας των Μονάδων Π.Φ.Υ. της Υγειονομικής τους Περιφέρειας.
Τέλος, διακριτή κατηγορία αποτελούν οι ιδιώτες ιατροί, οι οποίοι αμείβονται από τους ασθενείς για τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχουν και έχουν ενταχθεί στο Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης" (Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.), μέσω του οποίου συνταγογραφούν ηλεκτρονικά φάρμακα και εξετάσεις, που αποζημιώνει ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3892/2010. Οι ιδιώτες ιατροί της κατηγορίας αυτής, οι οποίοι, για να αποκτήσουν πρόσβαση στο σύστημα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, πρέπει προηγουμένως να πιστοποιηθούν, δεν εντάσσονται στο ως άνω σύστημα της Π.Φ.Υ., διότι κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον νόμο, επιπλέον δε, οι ανωτέρω αμείβονται από τους ασθενείς, ενώ η λειτουργία της Π.Φ.Υ. στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της δωρεάν καθολικής υγειονομικής κάλυψης του πληθυσμού (άρθρ. 1 § 3 ν. 4486/2017). Στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω ν. 4947/2022, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 349 ΚΠΔ, ορίζεται ότι: "Προβλέπεται ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό προέρχεται από δημόσιο φορέα ή πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από ιδιωτικό θεραπευτήριο και δεν αρκεί η γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού. Το δικαστήριο δύναται, ανεξαρτήτως αυτού, να ερευνήσει με κάθε πρόσφορο μέτρο την βασιμότητα του λόγου.....". Από την ως άνω περικοπή της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου, που εκδόθηκε μετά την προαναφερόμενη μεταρρύθμιση της Π.Φ.Υ., με τον ν. 4931/2022, συνάγεται η νομοθετική βούληση να προέρχεται το προσκομιζόμενο στο δικαστήριο πιστοποιητικό, για την απόδειξη του προβαλλόμενου σοβαρού λόγου υγείας, από ιατρό δημόσιου νοσοκομείου ή ιδιωτικού θεραπευτηρίου ή δημόσιας δομής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.), έτσι ώστε να παρέχονται περισσότερα εχέγγυα ότι το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Συνεπώς, το σχετικό πιστοποιητικό πρέπει να εκδίδεται από ιατρό οργανικά ενταγμένο σε δημόσια δομή Π.Φ.Υ., μη θεωρουμένου ως τέτοιου του ιδιώτη προσωπικού ιατρού (παρά μόνον εφόσον αυτός εκδίδει τέτοιο πιστοποιητικό κατά την εκτέλεση καθηκόντων του εφημεριακής λειτουργίας Μονάδας Π.Φ.Υ), ούτε του συμβεβλημένου με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιδιώτη ιατρού (καθόσον οι ανωτέρω, έχοντας προεχόντως την ιδιότητα του ιδιώτη ιατρού, παρέχουν με συμβάσεις, ως συνεργαζόμενοι, συμπληρωματικά, υπηρεσίες Π.Φ.Υ), ούτε βέβαια, κατά μείζονα λόγο, μπορεί να εκδοθεί τέτοια ιατρική βεβαίωση από απλώς πιστοποιημένο, για την έκδοση ηλεκτρονικών συνταγών, ιδιώτη ιατρό.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους επαφίεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά, αν, δηλαδή, το αίτημα αναβολής είναι αόριστο, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με αυτό ή να το απορρίψει με την απαιτούμενη αιτιολογία. Επιπλέον, η απόρριψη, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 §§ 1, 2 και 3 περ. δ' της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 § 2 του του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, επιφέρει δε, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1 περ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Θ' του ίδιου κώδικα, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον, απορρίπτοντας το αίτημα περί αναβολής ή διακοπής της δίκης αναιτιολόγητα, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει.
Εάν όμως, μετά τη μη σύννομη απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, το δικαστήριο προχωρήσει στην απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 § 1 Η' ΚΠΔ, λόγω της παράνομης απόρριψής της ως ανυποστήρικτης (ΑΠ 1367/ 2022, ΑΠ 140/2021).
Εξάλλου, αν το δικαστήριο δεν απαντήσει στο ορισμένο αίτημα αναβολής, θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 2 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 868/2023, ΑΠ 634/2023, ΑΠ 227/2020). Ενόψει των ανωτέρω, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, γ) τις νομικές σκέψεις, που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 248/2023, ΑΠ 1306/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το Α' Πενταμελές Εφετείο …., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …… απόφασή του, αφού απέρριψε το υποβληθέν δια του δικαστικού συμπαραστάτη του αναιρεσείοντος, Ν.Κ., αίτημα για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω ασθένειας του ενός συνηγόρου του, Η.Κ. και λόγω κωλύματος του έτερου συνηγόρου του, Μ.Π. (συνιστάμενου του κωλύματος στη συμμετοχή του σε άλλη δίκη σε δικαστήριο των Ιωαννίνων), κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βάρος του Δημοσίου, αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 375 §§ 3-1, 98 ΠΚ) και, αφού του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά του πρότερου σύννομου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 § 2 στοιχ. α' και ε' ΠΚ), του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών.
Ειδικότερα, η απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής έγινε από το Εφετείο με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και αυτά που μνημονεύονται κατωτέρω και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης προέκυψαν τα ακόλουθα: η υπό κρίση υπόθεση εκφωνήθηκε, φέροντας τον αριθμό 2 του πινακίου, κατά την δικάσιμο της 2ας.10. 2023, εξ αναβολής από τη δικάσιμο της 22.2. 2023 (η οποία συνιστούσε την πέμπτη αναβολή συζήτησης της υπόθεσης). Κατά την δικάσιμο αυτή είχε αναβληθεί η συζήτηση με την έκδοση της με αριθμό ……. απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία είχε ορισθεί πραγματογνώμονας ο ψυχίατρος Α.Τ., προκειμένου να εξετάσει τον κατηγορούμενο. Δέον να σημειωθεί ότι η ασκηθείσα κατά της υπ’ αριθ. …. απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων …. έφεση, είχε ήδη γίνει τυπικά δεκτή, με την με αριθμό …. απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, οπότε και ορίσθηκαν δύο πραγματογνώμονες προκειμένου να εξετάσουν τον κατηγορούμενο.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο της 2ας.10. 2023, ο κατηγορούμενος ήταν απών, εμφανίστηκε ο δικαστικός συμπαραστάτης αυτού Ν.Κ. και δήλωσε ότι ο ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου, που είχαν νόμιμα διορισθεί, Μ.Π., δεν μπορεί να παρασταθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά τη δικάσιμο αυτή, διότι ασκεί τα καθήκοντά του σε δικαστήριο των Ιωαννίνων και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης, ενώ ο έτερος συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, Η.Κ., δήλωσε ότι παρίσταται κατά τη δικάσιμο μόνο για να υποβάλλει το αίτημα να εμμείνει το Δικαστήριο στην προηγούμενη (υπ’ αριθ. ….) αναβλητική απόφασή του, προκειμένου να υποβληθεί ο κατηγορούμενος σε δεύτερη πραγματογνωμοσύνη. Το Δικαστήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο έκρινε, μετά όμοιας πρότασης της εισαγγελέα, ότι μπορούν τα κωλύματα να αντιμετωπιστούν με διακοπή της δίκης και διέκοψε την δίκη για την δικάσιμο της 7ης.11.2023. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε πρώτη κατά την έναρξη της διαδικασίας, οπότε ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε αλλά εμφανίστηκε ο δικαστικός του συμπαραστάτης Ν.Κ., ο οποίος ζήτησε και πάλι την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, καθώς όπως δήλωσε, οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν μπορούν να παραστούν κατά τη σημερινή δικάσιμο, καθόσον ο μεν πρώτος, Η.Κ., είναι ασθενής, προσκόμισε δε την από 6.11.2023 ιατρική βεβαίωση, ο δε δεύτερος, Μ.Π., ασκεί και πάλι τα καθήκοντά του σε δικαστήριο των Ιωαννίνων και προσκόμισε έξι (6) έγγραφα.
Από τα προσκομισθέντα ανωτέρω έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου Η.Κ. εξετάσθηκε την προτεραία της δικασίμου από την ιατρό Μ.Π., ειδική παθολόγο και ευρέθη να πάσχει (σύμφωνα με την ως άνω από 6.11.2023 ιατρική βεβαίωση) από διάρροια, έμετο, πυρετό, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη σε αυτόν παραμονή κατ’ οίκον, για πέντε ημέρες, ήτοι από 6.11.2023 έως 10.11.2023. Όμως, το έγγραφο αυτό, που αφορά στον επικαλούμενο λόγο υγείας του ως άνω συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, δεν συνιστά ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος, ούτε προέρχεται από ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ώστε να αποδεικνύεται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο λόγος υγείας ως σημαντικό αίτιο (με δυνατότητα ελέγχου της ακρίβειας όσων πιστοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο από το δικαστήριο), κατά τη ρητή επιταγή της ως άνω διάταξης του εδαφίου 3 της § 1 του άρθρου 349 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4947/2022, καθόσον (το έγγραφο αυτό) δεν προέρχεται από δημόσιο φορέα. Συνεπώς, κρίνεται ότι δεν επαρκεί η προαναφερόμενη γνωμάτευση του ιδιώτη ιατρού…».
[Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης].
ΣΧΟΛΙΟ
Τα ιατρικά πιστοποιητικά που δύνανται να θεμελιώσουν παραδεκτώς λόγο αναβολής της ποινικής δίκης λόγω ασθενείας, μετά την τροποποίηση του εδ. γ΄ της § 1 του άρθρου 349 ΚΠΔ με τον ν. 4947/2022
Η σχολιαζόμενη απόφαση, πλουσία πρακτικών συνεπειών, είναι η πρώτη που, εξ όσων γνωρίζουμε, ερμηνεύει αναλυτικά την πολύπαθη διάταξη του άρθρου 349 § 1 εδ. γ΄ ΚΠΔ, περί αναβολής της δίκης λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος συνισταμένου σε λόγο υγείας (ασθένεια) του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, ως αυτή (διάταξη) τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του πρόσφατου ν. 4947/ 20221.
Στην παλαιότερη μορφή της, ως είχε τεθεί με το νέο, τότε, ΚΠΔ (ν. 4620/2019), η διάταξη προέβλεπε ότι ο σοβαρός λόγος υγείας που θα μπορούσε δικαιολογήσει την αναβολή της δίκης δύνατο να αποδειχθεί με ιατρική πιστοποίηση, δίχως άλλες διευκρινίσεις ως προς τον εκδότη αυτής, και την ακριβή του ιδιότητα. Έτσι πολλάκις γίνονταν δεκτά σχετικά αιτήματα της υπεράσπισης με βάση ιατρικές γνωματεύσεις ιδιωτών ιατρών (ακόμη και προσκομιζόμενες ιατρικές εξετάσεις) αρκεί, βεβαίως, το κώλυμα, κατά το περιεχόμενό του, να είχε κριθεί από το επιληφθέν Δικαστήριο ως αληθές και βάσιμο2. Με άλλα λόγια εκείνο που ενδιέφερε ήταν η ουσία, ήτοι η πραγματική αδυναμία εμφανίσεως του κατηγορουμένου, και όχι ο τύπος, δηλ. η ιδιότητα του εκδότη της επικαλουμένης ιατρικής βεβαιώσεως.
Η νεοπαγής ρύθμιση, παρά το ότι κατά την Εισηγητική Έκθεση3 αφορά μόνον «στον τρόπο απόδειξης και ελέγχου» της συνδρομής σοβαρού λόγου υγείας που δικαιολογεί την αναβολή της δίκης εντάσσεται στα πλαίσια της γνωστής, παλαιόθεν, προσπάθειας του Νομοθέτη να θέσει φραγμούς στα αιτήματα αναβολής των κατηγορουμένων (προς επίτευξη της διακαώς επιζητούμενης «επιτάχυνσης» της ποινικής διαδικασίας). Στην αρχική της μορφή, μάλιστα, ήταν ακόμη δυσμενέστερη για τους αιτούντες, αφού προέβλεπε πως εκδότης της ιατρικής πιστοποιήσεως έπρεπε να ήταν αποκλειστικώς «δημόσιος φορέας» ή «ιδιωτικό θεραπευτήριο»4. Τουτέστιν, οι ιδιώτες ιατροί αποκλείονταν απολύτως. Τελικώς, και μετά από παρατηρήσεις που έγιναν κατά την επεξεργασία του σχεδίου περί των κινδύνων σύγχυσης που δύναται να προκαλέσει5, διαμορφώθηκε η τελική διάταξη, κατά την οποία εκδότης, τελικώς, ιατρικού πιστοποιητικού δυνάμενου να άγει σε αναβολή της ποινικής δίκης μπορεί να είναι μόνον «νοσηλευτικό ίδρυμα» (άνευ διακρίσεως του εάν ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, ήτοι αμφότερα καλύπτουν την τεθείσα προϋπόθεση), ή «ιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας».
Ειδικώς, λοιπόν, στο ζήτημα του ποιοι, ακριβώς, μπορεί να είναι οι «ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας», απαντά η σχολιαζόμενη απόφαση, που θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα από τους νομικούς της πράξης6, και ιδίως τους συνηγόρους, ώστε να αποφύγουν να ολισθήσουν στο χώρο του δικονομικώς απαραδέκτου7. Έτσι, λοιπόν, κατά τις παραδοχές της8:
- Είναι ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας οι, με καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου, ιατροί που έχουν ενταχθεί σε δημόσια δομή Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (εφεξής Π.Φ.Υ.), δηλ. σε Κέντρα Υγείας, Περιφερειακά Ιατρεία, Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία, Ειδικά Περιφερειακά Ιατρεία, Τοπικά Ιατρεία και Τοπικές Μονάδες Υγείας (άρθρο 3 ν. 4486/2017),
- Ο λεγόμενος προσωπικός ιατρός (άρθρα 5 ν. 4238/ 2014 και 2 § 7, και 11 § 1 ν. 4486/2017), ο οποίος επιλέγεται ελεύθερα από τον πολίτη και αντικατέστησε τον παλαιό οικογενειακό ιατρό, είναι ιατρός είτε ανήκων σε κάποια από τις ως άνω δημόσιες δομές Π.Φ.Υ., όπου και παρέχει αποκλειστικώς τις υπηρεσίες του, είτε ιδιώτης συμβεβλημένος με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος μπορεί να παρέχει υπηρεσίες και στο ιατρείο του, με επιβάρυνση του Δημοσίου. Τα πιστοποιητικά, λοιπόν, των προσωπικών ιατρών καλύπτουν τις νέες απαιτήσεις του άρθρου 349 § 1 εδ. γ΄ νέου ΚΠΔ μόνον εφόσον εκδόθηκαν κατά την εκτέλεση καθηκόντων εφημεριακής λειτουργίας σε δομή Π.Φ.Υ. Στην αντίθετη περίπτωση, ήτοι εκείνη προσωπικού ιατρού που εκδίδει ιατρική γνωμάτευση εκτός δομής Π.Φ.Υ. (λ.χ. στο ιδιωτικό ιατρείο του), το αίτημα αναβολής υποβάλλεται απαραδέκτως, και τέλος
- Δεν δύνανται να εκδώσουν, σε κάθε περίπτωση, πιστοποιητικά προς αναβολή ποινικής δίκης οι ιδιώτες ιατροί που είτε είναι απλώς συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (χωρίς όμως να δραστηριοποιούνται εντός δομής Π.Φ.Υ.), είτε έχουν ενταχθεί στο Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης.
Καταληκτικώς, η σχολιαζόμενη απόφαση κατατοπίζει, πράγματι, επαρκώς ως προς το μανδύα, με τον οποίον πρέπει να ενδύονται τα αιτήματα αναβολής της δίκης, λόγω ασθενείας, μετά τον ν. 4947/2022. Ενώ, πάντως, παραμένει πάντοτε εκκρεμές το ζήτημα της ουσίας του πράγματος. Που είναι, κατά την ταπεινή μας άποψη, και το σημαντικότερο.
ΣΤΑΥΡΟΣ Ο. ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ
Δικηγόρος-D.E.A.
- 1
Περί ενσωμάτωσης της Οδηγίας (Ε.Ε.) 2019/713 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17-4-2019 για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2001/413/Δ.Ε.Υ. του Συμβουλίου (L. 123) και λοιπές επείγουσες διατάξεις. Βεβαίως, το ζήτημα των αναβολών στις ποινικές δίκες τυγχάνει παλαιόθεν γνωστό, έτσι ώστε δυσχερώς να μπορεί να κατανοηθεί το γιατί η διάταξη θεωρήθηκε ως «επείγουσα».
- 2
Βλ., όλως, ενδεικτικώς, τις περιπτώσεις των ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 808/2022, ΑΠ 1093/2021, ΑΠ 226/2021 και ΑΠ 1087/2020 (όλες σε ΤΝΠ ΔΣΑ), όπου αντιμετωπίσθηκαν θετικά ή αρνητικά, κατά περίπτωση, αιτήματα αναβολής λόγω ασθενείας με βάση βεβαιώσεις ιδιωτών ιατρών, ακόμη και με ιατρικές εξετάσεις.
- 3
Εμπεριέχεται στο ίδιο κείμενο του ν. 4742/2022, ακριβώς άνωθεν της διατάξεως του άρθρου 41.
- 4
Βλ. το αρχικό σχέδιο νόμου, στο δικτυακό τόπο της Βουλής των Ελλήνων.
- 5
Βλ. ιδίως τις παρατηρήσεις της Καθηγήτριας του ΕΚΠΑ Α. Διονυσοπούλου, στη σ. 7 της Έκθεσης επί του σχεδίου της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (επίσης διαθέσιμης στο δικτυακό τόπο της), η οποία πρότεινε (και ορθώς) να προστεθεί, στο υπό διαμόρφωση εδ. γ΄ της § 1 του άρθρου 349 ΚΠΔ, η φράση «στην περίπτωση του προηγουμένου άρθρου, το δικαστήριο, πριν αποφανθεί επί του αιτήματος, μπορεί να ζητήσει από τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους να εισφέρουν πρόσθετα στοιχεία ως προς τη συνδρομή του επικαλούμενου σοβαρού λόγου υγείας».
- 6
Βλ. τις σχετικές παρατηρήσεις (με περιπτωσιολογία) και του Γ. Συλίκου, σε ΠραξΛογΠΔ 2025. 262 και 263.
- 7
Καίτοι δύνανται να ενεργούν για ένα, πράγματι ασθενούντα, κατηγορούμενο, επικαλούμενοι την βεβαίωση ενός ιδιώτη ιατρού. Η απασχόληση, εξάλλου, στο ιδιωτικό τομέα δεν συνιστά, απαραιτήτως, και τεκμήριο αναξιοπιστίας (πνεύμα που εμφανώς διαπνέει τη νεοπαγή ρύθμιση).
- 8
Βλ. σχετικώς τις διατάξεις του ν. 4931/2022, ως τροποποίησε και συμπλήρωσε τους ν. 4238/2014 και 4486/2017.