ΜΕφΠατ 83/2024, «Σχέση συρροής ή αμοιβαίου αποκλεισμού των αξιώσεων: α) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης παθόντος τροχαίου ατυχήματος και β) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της «οικογένειάς» του, σε περίπτωση που μετά την άσκηση αγωγής από τον παθόντα για την ηθική του βλάβη, επακολουθήσει θάνατος αυτού συνδεόμενος αιτιωδώς με το ατύχημα» - Ζητήματα ερμηνείας των άρθρων 932 -933 ΑΚ», με σχόλιο Π. Ν. Β ρ ε τ τ ο ύ
Μονομελές Εφετείο Πατρών
Αριθ. 83/2024
Δικαστής: Φ. Βακράτσα, Εφέτης
Δικηγόροι: Α. Παπαγιωτοπούλου, Ε. Κοντογιάννης
Τραυματισμός σε τροχαίο ατύχημα. Άσκηση αγωγής από τον παθόντα με διεκδίκηση αξιώσεως και από την ΑΚ 932 εδ. α΄. Έκδοση τελεσίδικης απόφασης και είσπραξη από τον παθόντα του διεκδικούμενου ποσού για τη χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης του. Επελθών στη συνέχεια θάνατός του, λόγω επιπλοκών οφειλόμενων αιτιωδώς στο θανάσιμο τραυματισμό του. Άσκηση αγωγής από τα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ οικογένειάς του με διεκδικούμενη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης τους. Λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται για όσους από τους ενάγοντες, είναι συγχρόνως και κληρονόμοι του, το ποσό που είχε εισπράξει ο συγγενής τους εν ζωή, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του (Άρθρα 932 εδ. α΄ και εδ. γ΄, 933 ΑΚ).
«… Η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ορίζει ότι: “σε περίπτωση αδικοπραξίας, από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής, ή της αγνοίας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης”. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι όταν προκληθεί από αδικοπραξία προσβολή της υγείας προσώπου και στη συνέχεια μετά την άσκηση και ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος επέλθει ο θάνατος του τελευταίου από την ίδια αυτή αδικοπραξία, τότε τα μέλη της οικογένειάς του δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η εν λόγω αξίωση δεν επηρεάζεται από το γεγονός, ότι ο παθών πριν από το θάνατό του είχε ασκήσει αγωγή και είχε επιτύχει να ικανοποιηθεί για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διότι η αξίωση λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας από το εδ. γ΄ του άρθρου 932 ΑΚ είναι εξ ιδίου δικαίου, αυτοτελής και διαφορετική από εκείνη της χρηματικής ικανοποιήσεως του παθόντος, με βάση τα εδ. α και β του ίδιου άρθρου. Η πρώτη ανακύπτει από την ίδια μεν αδικοπραξία, αλλά από τον επελθόντα σε μεταγενέστερο χρόνο θάνατο του παθόντος, έχει δε σκοπό την ανακούφιση του προκληθέντος από το θάνατό του ψυχικού άλγους των διάφορων του παθόντος προσώπων. Συνεπώς δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση η μετά το θάνατο του παθόντος μεταβιβαζόμενη στα μέλη της οικογένειάς του αξίωσή του με βάση το άρθρο 933 ΑΚ, όταν αυτός (παθών) είχε εγείρει σχετική αγωγή (ΟλΑΠ 519/1977 ΝοΒ 1978. 182, ΑΠ 126/2009, ΕλλΔνη 2010. 684). Η σπάνια αυτή περίπτωση (Κρητικός Αθ. Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, εκδ. 2008, σ. 408, § 42) κατά την οποία ο τραυματισθείς όσο ζούσε επιδίωξε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη την οποία και εισέπραξε, αν και δημιούργησε προβληματισμό ως προς τη δυνατότητα αξίωσης ψυχικής οδύνης, στην περίπτωση μεταγενέστερου θανάτου από την ίδια αιτία, λόγω επιπλοκών, απαντάται καταφατικά κατά τα ανωτέρω. Απαιτείται, πάντως, αιτιώδης σύνδεση του θανάτου με την αρχική σωματική κάκωση, εφόσον ο θάνατος υπήρξε προϊόν επιπλοκών που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο έγερσης της αρχικής αγωγής του παθόντος ... Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά, το ατύχημα και ο τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων πραγματοποιήθηκε από υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», της οποίας η εναγόμενη είναι καθολική διάδοχος, στις 29.5.2000, ωστόσο, μετά την επιδίκαση τελεσιδίκως αποζημίωσης στον παθόντα με την υπ’ αριθ. …/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, επήλθε πρόωρα ο θάνατός του στις 3.2.2006 λόγω απρόβλεπτων ιατρικά επιπλοκών που δεν μπορούσαν εξαρχής να προβλεφθούν (κατά τις αιτιολογίες της παρούσας σε προηγούμενο σημείο), αιτιωδώς συνδεόμενες με το τροχαίο ατύχημα, οι οποίες δεν αποκλείονταν από την προδιάθεση του παθόντος λόγω της διαγνώσεώς του με σαγχαρώδη διαβήτη μία πενταετία προ του ατυχήματος. Κατά τις παραδοχές τις παρούσας, οι επιπλοκές που το ατύχημα προκάλεσε στο νόσημά του, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες ιατρικά και άρχισαν να εκδηλώνονται κατά το έτος 2003, επιτάχυναν την επέλευση του θανάτου του, ως αποτέλεσμα αιτιωδώς συνδεόμενο με τις σωματικές βλάβες που του προκάλεσε αρχικά το ατύχημα … Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας 46 ετών όταν τραυματίσθηκε και 52 ετών όταν απεβίωσε, υπό την κατάσταση υγείας που εκτέθηκε ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας της δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των εναγόντων και αδελφός του πέμπτου, έκτου, έβδομου και όγδοου. Συμβίωνε με τους πρώτους τέσσερις, ενώ οι λοιποί είχαν ξεχωριστούς οίκους και με όλους τους ενάγοντες διατηρούσε άριστες σχέσεις και επαφές. Όλοι λοιπόν οι ενάγοντες περιλαμβάνονται, στην “οικογένεια” του θανόντος κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, όλοι δε συνδέονταν μαζί του με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά του. Ο θάνατός του τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει λοιπόν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη α) … και η) το γεγονός ότι ο παθών ήδη όσο ζούσε εισέπραξε από την εναγομένη ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 23.477,6 ευρώ για ηθική βλάβη, διευκρινίζοντας ότι το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη μόνο για τους τέσσερις πρώτους ενάγοντες που είναι και οι κληρονόμοι του με εκ διαθήκης διαδοχή, την οποία προσκομίζουν και επομένως άμεσα ή έμμεσα ωφελήθηκαν από την εν ζωή είσπραξη της χρηματικής ικανοποίησης (ΕφΛ 966/2006, ΧρΙδΔ 2007. 213), κρίνει ότι δικαιούνται να λάβουν τα κατωτέρω εύλογα και ανάλογα ποσά:…».
ΣΧΟΛΙΟ
Σχέση συρροής ή αμοιβαίου αποκλεισμού των αξιώσεων: α) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης παθόντος τροχαίου ατυχήματος και
β) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της «οικογένειάς» του, σε περίπτωση που μετά την άσκηση αγωγής από τον παθόντα, για την ηθική του βλάβη, επακολουθήσει θάνατος αυτού συνδεόμενος αιτιωδώς με το ατύχημα» - Ζητήματα ερμηνείας των άρθρων 932 -933 ΑΚ
Α. Διαδικαστικό ιστορικό
Η απόφαση αφορά τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 29/05/2000, στο οποίο ο παθών είχε υποστεί σοβαρό τραυματισμό για τον οποίο άσκησε αγωγή, διεκδικώντας με αυτήν εκτός των άλλων και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης του εξ αιτίας του τραυματισμού του. Επί της αγωγής του αυτής επιδικάστηκε τελεσιδίκως στον ενάγοντα εκτός των άλλων και το ποσό των 23.477,6€, για την αιτηθείσα απ’ αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, το οποίο αυτός και εισέπραξε. Ακολούθως, σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο (έξι ετών), επήλθε κατά τις παραδοχές της σχολιαζομένης αποφάσεως «…πρόωρα ο θάνατός του στις 3.2.2006 λόγω απρόβλεπτων ιατρικά επιπλοκών που δεν μπορούσαν εξαρχής να προβλεφθούν (κατά τις αιτιολογίες της παρούσας σε προηγούμενο σημείο) αιτιωδώς συνδεόμενες με το τροχαίο ατύχημα, οι οποίες δεν αποκλείονταν από την προδιάθεση του παθόντος λόγω της διαγνώσεώς του με σαγχαρώδη διαβήτη μία πενταετία προ του ατυχήματος». Μετά τον επελθόντα θάνατό του, τα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ οικογένειάς του, άσκησαν αγωγή με την οποία εκτός των άλλων διεκδικούσαν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης τους για το θάνατο του συγγενούς τους. Το Εφετείο, με την πιο πάνω απόφασή του, αφού κατ’ αρχάς δέχτηκε ότι η αξίωση αυτή των εναγόντων «δεν επηρεάζεται από το γεγονός, ότι ο παθών πριν από το θάνατό του είχε ασκήσει αγωγή και είχε επιτύχει να ικανοποιηθεί για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διότι η αξίωση λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας από το εδ. γ του άρθρου 932 ΑΚ είναι εξ ιδίου δικαίου, αυτοτελής και διαφορετική από εκείνη της χρηματικής ικανοποιήσεως του παθόντος, με βάση τα εδ. α και β του ίδιου άρθρου», έκρινε όμως περαιτέρω, ότι όσον αφορά τους ενάγοντες -μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ οικογένειάς του- που είναι συγχρόνως και κληρονόμοι του, θα πρέπει για τον προσδιορισμό του καταβλητέου σ’ αυτούς ποσού για την διεκδικούμενη χρηματική ικανοποίησή τους λόγω της ψυχικής οδύνης του, να ληφθεί υπόψη ως μειωτικός παράγων το γεγονός, ότι ο θανατωθείς και κληρονομηθείς απ’ αυτούς συγγενής τους, ήδη όσο ζούσε, εισέπραξε από την εναχθείσα από αυτόν ασφαλιστική εταιρεία ως χρηματική ικανοποίησή του το ποσό των 23.477,6 ευρώ, καθ’ όσον αυτοί, άμεσα ή έμμεσα ωφελήθηκαν από την εν ζωή είσπραξη από τον κληρονομηθέντα απ’ αυτούς συγγενή τους του πιο πάνω ποσού.
Β. Σχολιασμός
Ι. Με την πιο πάνω απόφαση επαναφέρεται το ζήτημα που έχει απασχολήσει στο παρελθόν τη νομολογία και θεωρία: των δύο παράλληλων δικών, ήτοι μιας πρώτης για χρηματική ικανοποίηση του παθόντος τροχαίου ατυχήματος λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του και μιας δεύτερης από τους συγγενείς του, λόγω ψυχικής οδύνης τους για τον επακολουθήσαντα θάνατό του συνεπεία του τραυματισμού του και με άλλα λόγια το ζήτημα για το εάν η άσκηση αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης παθόντος εξ αδικοπραξίας: Α) Αποκλείει αυτομάτως (σε περίπτωση μετέπειτα θανάτου του παθόντος αυτού, οφειλόμενου στην ίδια αδικοπραξία) τη δυνατότητα γέννησης (και) αξιώσεως ψυχικής οδύνης της, κατ’ άρθρο 932 εδ. γ΄ ΑΚ «οικογένειάς» του, και απομένει έτσι μόνο η δυνατότητα κληρονομήσεως από τους συγγενείς του παθόντος της σχετικής αξιώσεως που γεννήθηκε στο πρόσωπο του παθόντος, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του κληρονομητού αυτής κατ’ ΑΚ 933 ή και το αντίστροφο, αν δηλαδή η άσκηση αγωγής για ψυχική οδύνη, αποκλείει τη συνέχιση της δίκης για την χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης του παθόντος και μετέπειτα θανόντος) ή Β) αν οι δύο αυτές αξιώσεις (ηθικής βλάβης του παθόντος και ψυχικής οδύνης της «οικογένειας» του), είναι ανεξάρτητες και αυτοτελείς μεταξύ τους και ως τέτοιες είναι δυνατόν να συντρέξουν σωρευτικά, στο βαθμό, βέβαια πάντα, που πληρούνται οι προϋποθέσεις της ΑΚ 933 για κάθε μια από αυτές.
ΙΙ. Από τους υποστηρικτές της άποψης του αμοιβαίου αποκλεισμού των δύο πιο πάνω (διαφορετικών) αξιώσεων (βλ. Αθ. Κρητικός στην ΕπιθΣυγκΔ 2012. 5 επ., αλλά επίσης ο ίδιος και στην «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτ/κα Ατυχήματα 2019 τ. Ι σ. 616 & 617), έχουν προταθεί κατά διαστήματα, δύο «λύσεις», αντίστοιχες προς τις ακόλουθες δυο δυνατές περιπτώσεις, ήτοι:
α) της μιας, να έχει εισπράξει ήδη ο παθών την αξίωσή του της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής του βλάβης και β) της άλλης δυνατής, να έχει μεν ασκήσει αγωγή ο παθών, αλλά να μην έχει εκδοθεί επ’ αυτής απόφαση και έτσι να μην έχει εισπράξει ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας ηθικής βλάβης του. Ως προς μεν την πρώτη πιο πάνω περίπτωση (της προηγούμενης εισπράξεως από τον ίδιο τον παθόντα της σχετικής αξιώσεώς του)οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης αυτής, προτείνουν ως λύση, ο δικαστής της αγωγής που ασκείται στη συνέχεια από τα μέλη της «οικογένειας» του παθόντος –και μετέπειτα θανόντος- για την χρηματική ικανοποίησή τους, λόγω της ψυχικής οδύνης τους, να αφαιρέσει τα ποσά που ήδη επιδικάστηκαν για την ηθική βλάβη του παθόντος, ανάλογα με το αν ο δικαιούχος της ψυχικής οδύνης είναι ή όχι και κληρονόμος του παθόντος. Ως προς δε, την δεύτερη περίπτωση (της ασκήσεως αγωγής από μέρους του παθόντος χωρίς να έχει προλάβει να εκδοθεί απόφαση επ’ αυτής κατά την αποβίωσή του), οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης αυτής, προτείνουν ως λύση, την κατάργηση της δίκης που αφορά την αγωγή που είχε ασκήσει ο ίδιος ο παθών –και στη συνέχεια αποβιώσας- με την οποία διεκδικούσε ο ίδιος χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης του, ώστε στη συνέχεια να μπορέσει να ασκηθεί από μέρους των μελών της «οικογένειάς» του η δική τους αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τη θανάτωση του θύματος της αδικοπραξίας.
Οι λύσεις όμως αυτές, εκτός από την αντίθεσή τους προς την πραγματική έννοια των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 932 και 933 ΑΚ, πιστεύω, ότι περιπλέκουν αναίτια το ζήτημα και οδηγούν, χωρίς λόγο, σε «κατασκευή» υποπεριπτώσεων ανάλογα με:
1) Αν το ποσό αυτό, έχει εισπραχθεί από τον παθόντα εν ζωή, με περαιτέρω μάλιστα υποπεριπτώσεις: i. Αν χρησιμοποιήθηκε για την αγορά κάποιου περιουσιακού στοιχείου ή ii. Αν παραμένει κατατεθειμένο σε κάποια τράπεζα, ή iii. Αν αναλώθηκε. Και υποστηρίζεται, στις μεν υποπεριπτώσεις υπό i. και ii. ότι αφού οι κληρονόμοι του εισπράξαντος παθόντος θα αποκτήσουν λόγω κληρονομίας τα υπάρχοντα αυτά στοιχεία κατά το χρόνο επέλευσης του θανάτου, ωφελούνται, είτε κατ’ αυτό το ίδιο το ποσό, είτε κατά το υποκατάστατο περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε μέσω αυτού, αλλά και στην υποπερίπτωση iii. που το σχετικό ποσό αναλώθηκε από τον θανόντα και αρχικό ενάγοντα, ότι και πάλι δικαιολογείται η αφαίρεση, γιατί έστω κι αν δεν μετουσιώθηκε η ανάλωση σε κάποιο διακριτό υποκατάστατο περιουσιακό στοιχείο δεν παύει να αποτελεί ωφέλημα, υπό την ευρεία έννοια, για τον ίδιο τον αρχικό ενάγοντα-παθόντα, οπότε κατά την άποψη αυτή, εύλογο και δίκαιο είναι να θεωρηθεί ότι το ωφέλημα αυτό μετάγεται στους κληρονόμους του, που αποτελούν μέλη της οικογένειάς του. Έτσι, πάντα κατά την άποψη αυτή, πρέπει να γίνεται αφαίρεση του εισπραχθέντος και αναλωθέντος από τον ίδιο τον παθόντα σχετικού ποσού, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ανάλωση (βλ. Κρητικός, «Τραυματισμός και ακόλουθη θανάτωση του προσώπου αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος και λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειάς του», ΕπιΔικΙΑ 2006. 1 επ.)
2) Αν έχει εγερθεί αγωγή και ο παθών και αρχικός ενάγων αποβιώσει εξ αιτίας του τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα, πριν εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής του και πάλι με δημιουργούμενες περαιτέρω υποπεριπτώσεις, για το εάν οι κληρονόμοι του, είναι συγχρόνως και μέλη της κατ’ άρθρο 932 εδ. γ΄ οικογένειάς του ή όχι: Υποστηρίζεται ότι για να λειτουργήσει η ρύθμιση της ΑΚ 933, θα πρέπει ο θάνατος του αρχικώς ενάγοντος να οφείλεται σε αιτία άσχετη με τον αρχικό τραυματισμό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο θάνατός του βρίσκεται σε αιτιώδη συνδρομή με τον τραυματισμό του στο τροχαίο ατύχημα, δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 933 (δηλαδή η υπεισέλευση των κληρονόμων του στην εγερθείσα αξίωσή του για την χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης του). Κατά την άποψη αυτή (Κρητικός ό.π.), οι αξιώσεις αυτές, δηλαδή της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και λόγω ψυχικής οδύνης, αποκλείονται αμοιβαίως και δεν είναι δυνατό να σωρευτεί, τόσο η κληρονομηθείσα αξίωση από την ΑΚ 932 εδ. α΄ σε συνδυασμό με την ΑΚ 933, όσο και η αξίωση από την ΑΚ 932 εδ. γ΄και έτσι ότι τελικώς θα επικρατήσει μια μόνο αξίωση, για το ποια, δε, θα είναι αυτή, είναι ζήτημα προσφορότητας και δραστικότητας των αποδεικτικών στοιχείων που εισφέρονται στη δίκη από τα διάδικα μέρη.
Κατά την άποψη αυτή, η πρώτη δίκη που αφορά την εγερθείσα από τον ίδιο τον τραυματισθέντα και μετέπειτα θανόντα αξίωσή του για την ηθική βλάβη του θα πρέπει να καταργηθεί και να παραμείνει μόνο η δεύτερη δίκη που αφορά την αξίωση των μελών της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ οικογένειάς του, για την ψυχική οδύνη τους (αφού και το ποσό που θα κληθεί να καταβάλει ο εναγόμενος, είναι μεγαλύτερο, ενόψει των περισσότερων δικαιούχων εναγόντων).
ΙΙΙ. Αντίθετα η θέση της επικρατήσασας νομολογίας (βλ. έτσι κατ’ αρχάς την ΟλΑΠ 519/1977, καθώς και τις ΑΠ 416/2012, NOMOS, ΑΠ 126/2009 ΕΣυγκΔ 2009. 150 επ., ΕφΘ 394/2014 ΕλλΔνη 2015. 1426, Εφ Πατ 1135/2002 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 4390/1999 ΕλλΔνη 2000. 1436 επ., ενώ βλ. ακόμα και Μ. Γεωργιάδου στον Καράκωστα, Αστικός Κώδικας, στο άρθρο 932 σ. 221 περ. αριθ. 36, Βαθρακοκοίλης ΕρΝομΑΚ, άρθρο 932 περ. αριθ. 23 σ. 1084) είναι πως υπάρχει δυνατότητα σωρευτικής συνδρομής των σχετικών αξιώσεων, δεδομένου ότι ο φορέας των αξιώσεων αυτών (τουλάχιστον κατά τη στιγμή της γενέσεώς της κάθε μιας) είναι διαφορετικός, όπως διαφορετικήείναι τόσο η ιστορική όσο και η νομική αιτία γενέσεως κάθε μιας εκ των δύο αξιώσεων αυτών, έστω και αν πηγάζουν από την ίδια αδικοπραξία. Για την ερμηνεία και αληθές νόημα των διατάξεων αυτών, όπως άλλωστε και κάθε άλλης διάταξης, θα πρέπει να ανατρέξουμε, τόσο στο γράμμα των σχετικών επίμαχων διατάξεων των άρθρων 932 και 933 ΑΚ, όσο και στο σύστημα, στο οποίο αυτές εντάσσονται, καθώς και στο σκοπό που κάθε μια από αυτές καλείται να εξυπηρετήσει (βοηθητικά δε και στην ιστορική τους προέλευση).
Α) Ιστορικό Επιχείρημα: Η προέλευση της ΑΚ 933. Η διάταξη αυτή είχε ως πρότυπο την § 1 του άρθρου 847 εδ. β΄ του γερμανικού ΑΚ –BGB- (άρθρο που έφερε το τίτλο “Schmerzensgeld” = λεφτά για πόνο) η οποία όριζε, ότι η αξίωση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης δεν μεταβιβάζεται ή δεν κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίστηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε σχετική αγωγή. Η διάταξη αυτή, η οποία είχε προκαλέσει έντονη συζήτηση ως προς την αντισυνταγματικότητά της και επίσης είχε επικριθεί από τη σκοπιά της νομοθετικής πολιτικής, καταργήθηκε το 1990 και από τότε ισχύουν κανονικά οι γενικές διατάξεις ως προς τη μεταβίβαση και το κληρονομητό της σχετικής αξιώσεως (ας σημειωθεί ότι τον Αύγουστο 2002, καταργήθηκε ολόκληρο το πιο πάνω άρθρο, η δε απομείνασα πρώτη παράγραφος η οποία όριζε:, ότι σε περίπτωση προσβολής του σώματος ή της υγείας, όπως και σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας μπορεί ο προσβληθείς να αξιώσει επίσης μια εύλογη αποζημίωση σε χρήμα εξ αιτίας της βλάβης η οποία δεν είναι περιουσιακή, ως άρθρο περιλαμβανόμενο στο κεφάλαιο των δικαιοπραξιών, «μεταφέρθηκε» στις διατάξεις του γενικού ενοχικού, με ελαφρώς διαφοροποιημένη διατύπωση και προστέθηκε ως δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 253 -άρθρο που φέρει το τίτλο “Immaterieller Schaden” = μη υλικη ζημιά = άϋλη ζημιά- με τη διατύπωση, ότι αν υπάρχει αξίωση αποζημίωσης εξ αιτίας βλάβης του σώματος, της υγείας, της ελευθερίας, ή του σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού, μπορεί επίσης να αξιωθεί μια εύλογη αποζημίωση σε χρήμα και για την βλάβη η οποία δεν είναι περιουσιακή).
Β) Επιχείρημα από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 932, 933 ΑΚ: Όσον αφορά τη γραμματική διατύπωση των σχετικών επίμαχων διατάξεων, ας σημειωθεί καταρχάς ότι η αντωνυμία «αυτή» στη φράση «η χρηματική αυτή ικανοποίηση» της ΑΚ 932 εδ. γ΄, έχει την έννοια της «εύλογης» που αναφέρεται στο αμέσως προηγούμενο εδάφιο και όχι την έννοια της «αξιώσεως» του προσβληθέντος (Ολ ΑΠ 519/1977). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 933 ΑΚ έχει την ίδια μορφή και διατύπωση με τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 928 εδ. β΄, 929 εδ. β΄, που έχουν την έννοια της επέκτασης της υποχρέωσης αποζημίωσης και στον τρίτο εκ της αδικοπραξίας ζημιωθέντα -κατ’ εξαίρεση του κανόνα του δικαίου μας περί μη αποκαταστάσεως ζημιών«έμμεσα ζημιωθέντων». Συνεπώς, τέτοιο σκοπό (θεμελιώσεως αξίωσης προσώπου εμμέσως ζημιωθέντος από την αδικοπραξία) έχει και η παρόμοιας διατύπωσης ερμηνευόμενη διάταξη. Αντίθετα, αν σκοπός της επίμαχης διατάξεως ήταν απλώς η μη απαλλαγή του υπόχρεου από την καταβολή της αποζημιώσεως ηθικής βλάβης του παθόντος παρά τον μετέπειτα θάνατό του, τότε η επίμαχη διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ΄ ΑΚ θα είχε διατύπωση ανάλογη του άρθρου 930§3 ΑΚ («Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι…»).
Γ) Επιχείρημα από τη συστηματική ένταξη των διατάξεων: Οι συγκεκριμένες διατάξεις εντάσσονται συστηματικά στο κεφάλαιο των αδικοπραξιών, Σε ολόκληρο το κεφάλαιο αυτό η ζημιά μετακυλίεται στον ζημιώσαντα, ενώ εμφανής είναι η εύνοια προς τον ζημιωθέντα (π.χ. ΑΚ 930 § 3).
Δ) Τελολογικό επιχείρημα: i) Το άρθρο 933 ΑΚ καθαυτό δεν ρυθμίζει το ζήτημα της συρροής ή μη των αξιώσεων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του θύματος και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης της “οικογένειας” του, οι οποίες θεμελιώνονται και πηγάζουν, η μεν μια από το εδ. α΄ του άρθρου 932 ΑΚ, η δε δεύτερη από το εδ. γ΄ του ίδιου άρθρου 932 ΑΚ. Αυτά τα εδάφια και η μεταξύ τους σχέση είναι τα καταρχήν ερμηνευτέα αναφορικά με το ζήτημα του αυτοτελούς και σωρευτικού (ή μη αυτοτελούς και μη σωρευτικού) των αξιώσεων αυτών. Το άρθρο 933 ΑΚ ρυθμίζει το εκχωρητό και κληρονομητό της αξιώσεως χρηματικής ικανοποίησης που έχει γεννηθεί, δεν είναι δηλαδή η γενεσιουργός διάταξη της σχετικής αξιώσεως. Μάλιστα, ας σημειωθεί ότι, του νόμου μη διακρίνοντος, η εν λόγω διάταξη της ΑΚ 933, αναφέρεται τόσο στην αξίωση ηθικής βλάβης, όσο και στην αξίωση ψυχικής οδύνης, αφού και για τις δύο αυτές γίνεται λόγος στο προηγούμενο άρθρο. Δηλαδή και η αξίωση ψυχικής οδύνης, εφόσον γεννηθεί στο πρόσωπο των οριζομένων ως δικαιούχων (οικογένειας του θύματος) κληρονομείται και αυτή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Η διάταξη, λοιπόν, αυτή της ΑΚ 933, έχει την έννοια της κληρονομήσεως της αξιώσεως χρηματικής ικανοποίησης του εκάστοτε δικαιούχου του 932 ΑΚ (είτεπαθόντος, είτε «οικογένειας» του), ως στοιχείου εντασσομένου στην κληρονομιαία περιουσία του προσώπου αυτού (στο πρόσωπο του οποίου και γεννήθηκε η αντίστοιχη αξίωση). Ας σημειωθεί, πάντως, ότι δεν έχει τεθεί τέτοιο ζήτημα, σε σχέση με το κληρονομητό της αξιώσεως της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και της συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του (οι οποίοι συγχρόνως είναι συνενάγοντες στην ίδια δίκη για δικό τους λογαριασμό, λόγω δηλαδή της δικής τους ψυχικής οδύνης), σε περίπτωση που το δικαιούχο τέτοιας αξιώσεως πρόσωπο είχε ασκήσει αγωγή και στο μεταξύ πριν την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως, απεβίωσε. ii) Το κατ’ ΑΚ 933 κληρονομητό αυτό των αξιώσεων του άρθρου 932 ΑΚ, σκοπήθηκε από το νομοθέτη, ΜΟΝΟ εφόσον πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις (αναγνώριση με σύμβαση εν ζωή ή επίδοση αγωγής). Αποκλειστικά και μόνο στις προβλεπόμενες αυτές εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπεται από το νομοθέτη η κάμψη του προσωποπαγούς της αξίωσης ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης. Έτσι, ενόψει και του πιο πάνω σκοπού αυτού της χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης και του προσωποπαγούς χαρακτήρα κάθε μιας των αξιώσεων αυτών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ότι τα περί του κληρονομητού της αξιώσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, θα μπορούσαν να «βλάψουν» τα δικαιώματα των συγγενών του θύματος για την ψυχική τους οδύνη. Η δική τους αξίωση θεμελιώνεται «εξ ιδίου δικαίου», έχει ως βάση της τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ΄ ΑΚ και προβλέφθηκε ακριβώς για τον δικό τους πόνο, την δική τους στεναχώρια, που οι ίδιοι ξεχωριστά (από τον παθόντα) αισθάνθηκαν και αισθάνονται, και για διαφορετική αιτία (το θάνατο του παθόντα και όχι απλώς τον τραυματισμό του).
iii) Η διαφορετικότητα και αυτοτέλεια άλλωστε των δύο αξιώσεων αυτών (χρηματικής ικανοποιήσεως του ίδιου του παθόντος και μετέπειτα αποβιώσαντος και της χρηματικής ικανοποιήσεως καθενός ξεχωριστά από τα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ «οικογένειάς» του) καταφαίνεται και από την περίπτωση, που τα μέλη της αμέσως πιο πάνω κατ’ άρθρο 932 ΑΚ«οικογένειας» του τραυματισθέντος και μεταγενέστερα αποβιώσαντος, δηλώσουν εμπρόθεσμα αποποίηση της κληρονομίας του (λόγω π.χ. αμφιβολίας τους σε σχέση με τυχόν άγνωστα χρέη του παθόντος, ή και της αμφιβολίας του ως προς την έκβαση των σχετικών δικών σε σχέση με την υπαιτιότητα ή σε περίπτωση συγχρόνως συνδρομής λόγου εξαιρέσεως π.χ. μέθης του κατά το ατύχημα), οπότε στην περίπτωση αυτή, τα πρόσωπα αυτά που προέβησαν σε εμπρόθεσμη δήλωση αποποιήσεως, δεν είναι κληρονόμοι του τραυματισθέντος και μετέπειτα αποβιώσαντος, είναι όμως δικαιούχοι χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης τους.iv) Εξάλλου, είναι προφανές ότι η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης θα οδηγούσε σε προβλήματα και μόνο από το γεγονός, ότι οι δικαιούχοι της αξιώσεως ψυχικής οδύνης, ήτοι η «οικογένεια» του θύματος, όπως η έννοια αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία μας (ΟλΑΠ 21/2000), καθόλου βέβαιο δεν είναι ότι θα συμπίπτουν (ή ότι πάντως θα συμπίπτουν απόλυτα) και με τους κληρονόμους του θύματος (μπορεί μάλιστα ΟΛΑ τα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ «οικογένειας» του θύματος, συνειδητά και με δική τους πρωτοβουλία να απώλεσαν την ιδιότητα του κληρονόμου -ex tunc-, εφόσον προέβησαν σε δήλωση αποποιήσεως της κληρονομίας του). Άλλωστε ακόμα και για τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ «οικογένειας» του θανόντος, η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης κατ’ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 21/2000). Ενώ τέτοια προϋπόθεση κατ’ αρχήν δεν υφίσταται σε σχέση με την κληρονομητή διαδοχή (πλην των συγκεκριμένων, ρητά προβλεπόμενων, περιπτώσεων).
Το πρόβλημα αυτό φαίνεται ακόμη πιο έντονο στην περίπτωση εκείνη που ο παθών εκ της αδικοπραξίας έχει αφήσει διαθήκη, στην οποία ορίζει κληρονόμο του πρόσωπο εντελώς διαφορετικό από τα πρόσωπα που αποτελούν –κατά τη νομολογία μας- την «οικογένεια» του θύματος ή και εντελώς «εξωτικό» ή ακόμη στην περίπτωση προσώπων που υπάγονται μεν στην έννοια της «οικογένειας» του θύματος, όπως τούτη ερμηνεύεται από τη νομολογία μας, πλην όμως δεν αποτελούν εν προκειμένω και κληρονόμους του παθόντος, είτε διότι αποκλείονται από ζώντες συγγενείς που προηγούνται αυτών στην εξ αδιαθέτου διαδοχή (π.χ. τα εγγόνια, τα οποία δεν είναι κληρονόμοι του θανόντος, εφόσον ζουν τα τέκνα του θανατωθέντος και γονείς των εγγονών), είτε δεν είναι καν μεταξύ των κληρονόμων του θύματος (πχ η μνηστή), τέλος και στην προαναφερθείσα περίπτωση της δηλώσεως αποποιήσεως από μέρους των κληρονόμων του παθόντος -και μετέπειτα θανόντος. v) Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί, ότι όπως απαρέγκλιτα γίνεται δεκτό, κάθε μέλος της «οικογένειας», έχει δική του αυτοτελή απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να αποκλείεται ή να περιορίζεται (μειώνεται) η απαίτησή από το ότι επιδικάσθηκε τέτοια ικανοποίηση σε άλλα μέλη της «οικογένειας» (Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο σ. 614). Δεδομένου δε ότι η προκειμένη αξίωση γεννιέται πρωτοτύπως στο πρόσωπο του μέλους της «οικογένειας», ανεξάρτητα από το αν είναι ταυτόχρονα και κληρονόμος του θύματος, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων της κληρονομίας (Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο, ό.π., Μ. Γεωργιάδου στον Καράκωστα Αστικός Κώδικας, στο άρθρο 932 σ. 221 περ. αριθ. 36).
vi) Αλλά πέραν της προβληματικής εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου που αντιμετωπίζουμε στην περίπτωση αποδοχής της αντίθετης από την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, προβλήματα συναντάμε και σε δικονομικό επίπεδο, αφού καταρχάς δεν φαίνεται να συντρέχει κανένας (δικονομικός) τουλάχιστον λόγος να καταργηθεί αυτοδικαίως μια εκ των δύο παράλληλα διεξαγομένων δικών -και δη βασικά η πρώτη ανοιγείσα, για την ηθική βλάβη του παθόντος, δίκη-, (όπως προτείνει η αντίθετη με την εδώ υποστηριζόμενη άποψη) με μόνο το «επιχείρημα» (;), ότι «η ψυχική οδύνη των συγγενών θα οδηγήσει σε υψηλότερη αποζημίωσή τους» (κάτι που μπορεί να είναι μεν το σύνηθες, δεν είναι όμως και βέβαιο), και ότι, το βαρύτερο αποτέλεσμα, ήτοι ο θάνατος του παθόντος ως βαρύτερος απορρόφησε το ελαφρύτερο αποτέλεσμα, ήτοι τον τραυματισμό του, κατά τον κανόνα lex consumens derrogat lege consumens (δηλαδή, κατά την θεωρία της απορρόφησης), αρχή που μπορεί να αφορά το ποινικό δίκαιο, όχι όμως και αυτό της αποζημιώσεως του αστικού δικαίου. Πράγματι, από δικονομικής απόψεως, ούτε πρόβλημα εκκρεμοδικίας υφίσταται (ΚΠολΔ 222), ούτε πρόβλημα δεδικασμένου κατ’ άρθρο 321 επ. (για την περίπτωση που έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ποσό ηθικής βλάβης). Και τούτο, διότι σε κάθε δίκη έχουμε διαφορετικό φορέα των εκάστοτε διεκδικούμενων αξιώσεων, καθώς και διαφορετική ιστορική και νομική αιτία. Έτσι, στη μεν περίπτωση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ιστορική αιτία είναι η στεναχώρια και η ταλαιπωρία που πράγματι αντιμετώπισε ο παθών εκ της αδικοπραξίας μέχρι το θάνατο του και νομική αιτία η διάταξη του άρθρου 932 εδ. α΄ ΑΚ σε συνδυασμό με την (ρυθμιστική του κληρονομητού και εκχωρητού της σχετικής αξιώσεως) ΑΚ 933, στη δε περίπτωση της ψυχικής οδύνης των μελών της «οικογένειας του παθόντος», ιστορική αιτία είναι η στεναχώρια που εκείνοι πια οι ίδιοι ένιωσαν για το θάνατο του συγγενούς τους και νομική αιτία η διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ΄. Η δε (τυχαία, αν και πιθανή)σύμπτωση των φορέων των αξιώσεων αυτών στα ίδια πρόσωπα, δεν ανατρέπει το παραπάνω, αφού τα πρόσωπα αυτά, ως προς την πρώτη ασκηθείσα αγωγή, υπεισέρχονται απλώς στη θέση του παθόντος, λόγω κληρονομικής διαδοχής στην αξίωση που γεννήθηκε ενόσω αυτός ζούσε και για την οποία αυτός άσκησε ήδη αγωγή.
ΙV. Ας σημειωθεί, ότι η ΟλΑΠ 519/1977, η οποία είχε δώσει την και εδώ υποστηριζόμενη λύση, είχε τότε κρίνει για περίπτωση, όπου το ποσό της αποζημιώσεως για την ηθική βλάβη του παθόντος είχε ήδη εισπραχθεί από αυτόν. Σύμφωνα και με την αμέσως πιο πάνω απόφαση αυτή (ΟλΑΠ 519/1977), αν το θύμα είχε εισπράξει χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη λόγω του τραυματισμού του, που στη συνέχεια επέφερε το θάνατό του, τότε, πέρα απ’ αυτόν, και τα μέλη της οικογένειάς του δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη τους (βλ. και Γεωργιάδη, σε Γεωργιάδη Σταθόπουλο Αστικός Κώδικας, σ. 818 § 19, Μυγιάκη «Συρροή αποζημιώσεως δι΄ ηθική βλάβη και ψυχική οδύνη» Δ 1973. 279, Βαθρακοκοίλη σ. 1084, Μ. Γεωργιάδου στον Καράκωστα Αστικός Κώδικας, στο άρθρο 932 σ. 221 περ. αριθ. 36). Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν διαφορετικά οι λοιπές περιπτώσεις, δηλαδή οι περιπτώσεις που ο παθών είχε απλώς προλάβει να ασκήσει σχετική αγωγή, χωρίς να προλάβει και να εισπράξει τη σχετική αποζημίωση (είτε διότι η αγωγή του δεν είχε ακόμη δικαστεί, είτε διότι είχε μεν δικαστεί και βγει τελεσίδικη απόφαση, πλην όμως η απόφαση αυτή δεν είχε εκτελεστεί). Η ΟλΑΠ 519/1977 είχε κρίνει τότε, ότι και στην περίπτωση που ο επελθών θάνατος του παθόντος οφείλεται στην ίδια αδικοπραξία (αφού στην περίπτωση κατά την οποία ο θάνατος επήλθε από άλλη άσχετη αιτία, λειτουργεί κανονικά η 933 ΑΚ χωρίς να τίθεται καν ζήτημα γεννήσεως αξιώσεως ψυχικής οδύνης εκ του άρθρου 932 εδ. γ΄ ΑΚ), γεννάται κανονικά αξίωση ψυχικής οδύνης των μελών της, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, οικογένειας του παθόντος, ανεξάρτητα από το αν ο παθών είχε ασκήσει προηγούμενα αγωγή για την εκ της ίδιας αδικοπραξίας δική του ηθική βλάβη και είχε πετύχει να ικανοποιηθεί (βλ. επικρότηση της κρίσης αυτής της ΟλΑΠ, σε σχολιασμό της από Κρητικό, σε σημείωσή του, υπό την ΜΠρΑθ 4390/1999, ΕλλΔνη 2000. 1436 επ., ενώ ο ίδιος σε κριτική τους στην «Αποζημίωση από Αυτ/κα Ατυχήματα» 2019 τ. Ι σ. 616 περ. αριθ. 78 σημειώνει ότι «η απόφαση της ΟλΑΠ δεν ασχολήθηκε με το θέμα κατά πόσο η αξίωση έπρεπε ή όχι και σε ποια έκταση να μειωθεί κατά το ποσό της ηθικής βλάβης που εν ζωή εισέπραξε ο αρχικά τραυματισθείς»). ‘Ετσι εκτιμώ, ότι η διατυπωθείσα στη συνέχεια αντίθετη άποψη, στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να έχει επιχειρήματα που να καταρρίπτουν την αμέσως πιο πάνω παλαιά κρίση της ΟλΑΠ και συνεπώς να αποκλείουν την συρροή των δύο αξιώσεων στην περίπτωση που πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρο 933 ΑΚ για το κληρονομητό της αξιώσεως. Η αντίθετη άποψη φαίνεται πως παίρνει ως δεδομένο αυτό που πραγματικά είναι ζητούμενο, ότι δηλαδή (κατά την αντίθετη άποψη αυτή) οι σχετικές αξιώσεις ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης προερχόμενες από την ίδια αδικοπραξία τελούν σε σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού μεταξύ τους και εκκινώντας ήδη από τη θέση της αυτή, έρχεται να προτείνει (προβληματικές κατά τη γνώμη μου) λύσεις, έτσι ώστε να μπορέσει η άποψη αυτή να λειτουργήσει και στην πράξη. Η προεκτεθείσα αντίθετη άποψη και οι σχετικές λύσεις που προτείνει προς υπέρβαση των δικονομικών (κυρίως) εμποδίων που αυτή συναντά -πέραν βέβαια από το ενδιαφέρον που έχει από δικαιοπολιτικής άποψης-, δεν φαίνεται να μπορεί να υιοθετηθεί με βάση το ισχύον σύστημα δικαίου μας, καθώς, προκαλεί περισσότερα προβλήματα από την (δήθεν) «αδικία» (;), σε βάρος του αδικοπραγήσαντος, που κατά τη γνώμη των υποστηρικτών της άποψης αυτής, προκαλείται από τη συρροή των σχετικών αξιώσεων. Η μη περιουσιακή ζημία στο δίκαιό μας φέρει, αφενός μεν τη μορφή της ηθικής βλάβης ζώντος του ζημιωθέντος, αφετέρου δε της ψυχικής οδύνης της «οικογένειάς» του στην περίπτωση θανάτωσης αυτού (κατ’ άλλους η ψυχική οδύνη αποτελεί είδος της ηθικής βλάβης). Και ενώ και στις δύο περιπτώσεις εκείνο που αποκαθίσταται είναι η «ηθική» (= μη περιουσιακή) ζημία των εκάστοτε δικαιούχων, κάθε μια από τις δύο αυτές αξιώσεις έχει διαφορετικούς δικαιούχους και διαφορετική αιτία γενέσεως (μολονότι και οι δύο προέρχονται από και έχουν τη βάση τους σε αδικοπρακτική συμπεριφορά). Έτσι: η μεν ηθική βλάβη γεννάται στο πρόσωπο του ίδιου του παθόντος εξαιτίας της στεναχώριας και του πόνου, που ο ίδιος υπέστη, η δε ψυχική οδύνη, γεννάται στο πρόσωπο των μελών της «οικογένειας» του θανόντος, εξαιτίας του ψυχικού κλονισμού που υπέστησαν οι άμεσοι συγγενείς αυτού λόγω του θανάτου του. Ο Νόμος εξαίροντας τον σκοπό και την αιτία θέλησε να προστατέψει δύο κατηγορίες αγαθών, διάφορης φύσης και υφής, δηλαδή, αφενός μεν (πρώτη κατηγορία), την απορρέουσα από το δικαίωμα επί της προσωπικότητας, αξίωση της ηθικής βλάβης του ίδιου του παθόντος και αφετέρου (δεύτερη κατηγορία), την απολυτότητα της αξίας της ζωής, η απώλεια της οποίας, είναι επόμενο να κοστίσει πολύ ακριβά στους οικείους του θανατωθέντος (στον ψυχικό τους κόσμο), δικαίωμα που είναι απόλυτο και προστατεύεται έναντι οποιουδήποτε που το προσβάλλει. Συνεπώς η «μερική» προστασία που προτείνει η αντίθετη από την (και) εδώ υποστηριζόμενη άποψη, πιστεύω ότι δεν είναι ορθή για τους προαναφερθέντες λόγους, αλλά χρειάζεται πλήρης προστασία και των δύο κατηγοριών αγαθών. Ο νομοθέτης εξάντλησε την προστασία των αγαθών αυτών σε δύο μόνο άρθρα του ΑΚ, γι’ αυτό βρισκόμαστε σε περιπτώσεις που πρέπει να ερμηνευτούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. Οι διατάξεις αυτές των άρθρων 932 και 933 του ΑΚ, δεν περιέλαβαν όλα τα υπό κρίση θέματα, και τυχόν τυπικολογική προσήλωση στο γράμμα του νόμου, και περαιτέρω συσταλτική ερμηνεία τους, θα οδηγούσε σε περιορισμό δικαιωμάτων αντίθετα προς το σκοπό του νομοθέτη. Με βάση την (και) εδώ υποστηριζόμενη ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών διατάξεων δεν προκύπτει (τυχόν) σύγκρουση μεταξύ τους. Κυρίαρχο ζήτημα σε ολόκληρο το δίκαιο της αποζημιώσεως είναι, σε ποιον καταλογίζεται η ζημία. Το δίκαιο αυτό, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στο κεφάλαιο των αδικοπραξιών του αστικού κώδικα, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, και ερμηνεύεται από την νομολογία μας, είναι φανερό ότι διέπεται από την αρχή της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα, ο οποίος υπέστη και υφίσταται τις συνέπειες της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Χαρακτηριστικό δείγμα της επικρατούσας αρχής αυτής, αποτελεί η διάταξη της ΑΚ 930 § 3, όπου κατά την πάγια κρατούσα νομολογία, ο παθών δικαιούται να διεκδικήσει και εισπράξει σωρευτικά και από τον ζημιώσαντα αυτό που ωφελήθηκε από άλλον τρίτο, π.χ. Δημόσιο (μισθούς – νοσήλεια).Και βέβαια δεν βλέπω γιατί πρέπει να προκρίνεται και να ευνοείται η πλευρά του ζημιώσαντος εναγόμενου, ο οποίος από δική του αδικοπρακτική συμπεριφορά, τραυμάτισε κάποιον σοβαρότατα, τον κατέστησε ανάπηρο, υπό αφόρητους ενδεχόμενα πόνους και ταλαιπωρίες που ενδέχεται να διάρκεσαν σημαντικό χρονικό διάστημα, στην περίπτωση που ο τραυματισθείς, εξ αιτίας του τραυματισμού του, μετέπειτα κατέληξε, και να θεωρείται ότι είναι «άδικο» (;) να καταλογιστεί σ’ αυτόν (υπαίτιο), τόσο η υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για την αφόρητη ταλαιπωρία του ίδιου του παθόντος, όσο και η υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως για την ψυχική οδύνη των μελών της οικογένειάς του, για τον πόνο τους λόγω του θανάτου του συγγενικού τους προσώπου αυτού. Και ακόμα γιατί να μην θεωρείται άδικο, να ευνοείται ο ζημιώσας με την καταβολή μιας και μόνο από τις δύο διαφορετικές, έστω ακόμα και αυτής που είναι συνήθως –αλλά και όχι πάντα- μεγαλύτερη. Ο ζημιώσας θα πρέπει να «πληρώσει» για τον πόνο και το κακό που η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προκάλεσε σε ΟΛΟΥΣ ανεξαιρέτως τους κατά νόμο δικαιούχους. Έτσι, ακόμα και «δικαιοπολιτικά»,-de lege ferenda- δεν θα έπρεπε να τίθεται ζήτημα διαφορετικής ρύθμισης.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν. ΒΡΕΤΤΟΣ
Δικηγόρος Αθηνών