ΑΠ 1669/2023

73
2025
06

 

Άρειος Πάγος (Δ΄ Τμήμα)

Αριθ. 1669/2023

 

Προεδρεύουσα: Μ. Παπαχίου, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Α. Αποστολάκη, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Ι. Ρήγας, Α. Κάντζια, Πάρεδρος ΝΣΚ

 

Αποζημίωση εναπομένοντος τμήματος απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Για να είναι πλήρης θα πρέπει όχι μόνο να ορίζεται αποζημίωση για το τμήμα του ακινήτου που απαλλοτριώνεται αλλά και για το τμήμα εκείνο που απομένει μετά την απαλλοτρίωσή του, κατ’ επιταγήν και του άρθρ. 17 του Συντάγματος, όταν το εναπομένον τμήμα αχρηστεύεται καθ’ ολοκληρίαν ή η αξία του μειώνεται σημαντικά (Άρθρα 1 § 1 Πρόσθετο Πρωτόκολο ΕΣΔΑ, 17 Σ, 7 § 1, 13 § 1, 13 §§ 1, 2 & 4,  23 § 4 ν. 2882/2001).

 

(…) Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 § 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10.4.2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 § 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με  το  άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με την τελευταία διάταξη κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενομένη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως (ΟλΑΠ 3/2019, ΟλΑΠ 31/2005). Εφόσον, λοιπόν, απαλλοτριωθεί αναγκαστικά τμήμα ενός ακινήτου, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα, που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 782/2022, ΑΠ 121/2020, ΑΠ 272/ 2018), καταβάλλεται δε (η ιδιαίτερη αποζημίωση) σ' αυτόν μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο τμήμα. Άλλωστε, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 §§ 2 και 3 του Συντάγματος, 7 § 1 και 13 §§ 1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί, ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι σε περίπτωση που σε χρόνο μεταγενέστερο απαλλοτριωθεί τμήμα ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, τότε, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος, θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί ως ιδιαίτερη αποζημίωση στο πλαίσιο της πρώτης απαλλοτρίωσης, όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού, το οποίο απαλλοτριώθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα, στην οριστική τιμή που θα καθοριστεί για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στο πλαίσιο προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης, δηλαδή θα καθοριστεί οριστική τιμή, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη μείωση της αξίας του ακινήτου, η οποία καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στο πλαίσιο της πρώτης απαλλοτρίωσης και την αξία του εναπομείναντος τμήματος, διότι τότε, η οριστική αυτή τιμή ανταποκρίνεται πλέον αυτοτελώς στην πλήρη αξία του απαλλοτριωθέντος εναπομείναντος τμήματος και ικανοποιείται πλήρως η απορρέουσα από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τον ΚΑΑΑ απαίτηση για πλήρη ικανοποίηση του δικαιούχου (ΑΠ 1277/2012…. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε το αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των με ΑΚΠ 6, 19, 21Α και 21Β ακινήτων στο ποσό των 60 €/τ.μ. και των με ΑΚΠ 20 και 21 ακινήτων στο ποσό των 50 €/τ.μ., με την αιτιολογία: επειδή τα τμήματα αυτά απαλλοτριώθηκαν με νεότερη απαλλοτρίωση, για την οποία έχει "καθορισθεί προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και έχει παρακατατεθεί το σύνολο της αποζημίωσης στους δικαιούχους (βλ. Φ2Ααιτ/οικ/3780/2017 (ΦΕΚ 13/2017, τ. ΑΑΠ).

Συνεπώς, τα εδαφικά τμήματα για τα οποία ζητείται η επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως και αποτελούσαν εναπομείναντα τμήματα της ένδικης απαλλοτρίωσης έχουν ήδη περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αιτούντων, καθώς θα ήταν άκρως αντιφατικό και παράλογο για εδαφικά τμήματα που έχουν απαλλοτριωθεί και έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημιώσεως να επιδικάζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για αυτά, καταβάλλοντας διπλή σε πολλές περιπτώσεις αποζημίωση". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, καθόσον η αξίωση της ιδιαίτερης αποζημίωσης, τον καθορισμό της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες, γεννήθηκε μαζί με την αξίωσή τους για αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των με ... ακινήτων τους, με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης δυνάμει της υπ' αριθ. ... ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 24/26.1.2007 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠΘ), και είναι (η ιδιαίτερη αποζημίωση) καταβλητέα μαζί με την αποζημίωση για τα απαλλοτριούμενα τμήματα, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβουν τελικώς οι δικαιούχοι, ενώ το γεγονός της μεταγενέστερης απαλλοτρίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων δεν αναιρεί το έννομο συμφέρον τους να διώκουν την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσής τους για την ιδιαίτερη αποζημίωση εξαιτίας της απαλλοτρίωσης του έτους 2007, καθόσον έχουν δικαίωμα να τους καταβληθεί τόσο η μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων (εφόσον ήθελε κριθεί ότι επήλθε σημαντική μείωση της αξίας αυτών), όσο και το υπόλοιπο της αξίας των εν λόγω τμημάτων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης απαλλοτρίωσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων.

Κ.Γ.