ΤριμΕφΑθ 5526/2025 (Εκ. Δικ.)
Τριμελές Εφετείο Αθηνών (14ο Τμήμα –
Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας)
Αριθ. 5526/2025
Δικαστές: Κ. Ράπτη, Πρόεδρος Εφετών, Β. Καρβέλα, Μ. Μπέη, Εφέτες
Δικηγόροι: Ν. Μακρυγιάννης, Κ. Ραχιανιώτης
Ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων (Άρθρο 145 ν. 4261/2014). Αυτοδίκαιη αναστολή ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών (Άρθρο 25 ΠτΚ). Ανακοπή για την αναγνώριση πιστωτή (Άρθρο 92 ΠτΚ). Παραγραφή εν επιδικία (Άρθρα 262 ΑΚ και 937 ΑΚ)- - Διακοπή της παραγραφής (261 ΑΚ) - Παράλειψη προαγωγής σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, με κανονισμό ή οργανισμό προσωπικού- Αξίωση καταβολής αποζημίωσης
(…) Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 ν. 3601/ 2007, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την ταυτόσημη ρύθμιση του άρθρου 145 ν. 4261/ 2014: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ’ αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος … γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, …. δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, ... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ...». Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότηση του άρθρου 68 § 2 ν. 3601/2007, απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β, 2498/4.11.2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 68 § 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα. Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 166 ν. 4261/2014: «Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007 και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν και τον παρόντα νόμο, νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την αντιστοίχιση, όπως αυτή φαίνεται στο παράρτημα I του παρόντος νόμου, ή του υπ’ αριθ. 575/2013 Κανονισμού της ΕΕ». Στο άρθρο 1 του προαναφερόμενου Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση 180/3/22.6.2016 ΦΕΚ Β 717/17.3.2016) με τον οποίο ασκήθηκε η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 145 § 2 ν. 4261/2014, διαχειριστικό όργανο της ειδικής εκκαθάρισης είναι ο ειδικός εκκαθαριστής, με την επιφύλαξη του άρθρου 146 ν. 4261/2014, όπως ισχύει, και εποπτικό όργανο είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Για τις αναφερόμενες στην παρούσα δίκες αρμόδιο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πτωχευτικού Κώδικα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του Ιδρύματος, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώ στο άρθρο 3 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι: «Ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί εντός δέκα (10) ημερών από τον ορισμό του τους πιστωτές του ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Η πρόσκληση αυτή δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, εφόσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εκδίδονται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος και μία είναι οικονομική. (…) Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του Νόμου 3458/2006. Οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον ειδικό εκκαθαριστή, έχει το περιεχόμενο, που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 91 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνοδεύεται από τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. 3.· Η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο με ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ακολούθως, με τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) ορίζεται ότι, ”1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες”. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν κηρύσσονται σε πτώχευση, αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσης, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού, ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθάρισης και της πτώχευσης συνιστάμενου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση αποκλειστικά δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα(σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αριθ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 145 ν.4261/2014, μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα, οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 68 του ν. 3601/2007, εγκριθέντα Κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 822/2015), η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτώχευσης, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κ.λπ.), απαγγελλομένης της απόλυτης ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων. Οι πιστωτές της εκκαθάρισης ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτώχευσης, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης, εφαρμοζόμενη επί της εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθάρισης)θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσης του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθάρισης, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1101/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθία αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρίας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου ,αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα, αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοσηεπιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους, απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας, αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση δε που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας. Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Κατά την ορθότερη άποψη το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη, είτε την συνέχιση της διαδικασίας, είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων. Εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου, με βάση την ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 (ΑΠ 1101/2021 ο.π., ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 822/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 3 της προαναφερόμενης απόφασης (Κανονισμού) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στη συνεδρίαση 21/2/4.11.2011, ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί εντός δέκα (10) ημερών από τον ορισμό του, τους πιστωτές του ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. (…) Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του νόμου 3458/2006 (ΦΕΚ A94).·Οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον ειδικό εκκαθαριστή, έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην § 2 του άρθρου 91 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνοδεύεται από τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση ... (§ 1). Η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο με ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα (§ 3).· Σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο (92 ΠτΚ), οι πιστωτές του πτωχού που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το Πτωχευτικό Δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 54 ΠτΚ, ήτοι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ως άνω ανακοπή, η οποία μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, στρέφεται κατά του συνδίκου της πτώχευσης, ενώ καλείται στη σχετική δίκη και η επιτροπή των πιστωτών, εφόσον αυτή έχει συγκροτηθεί. Με την ανακοπή αυτή ο Πτωχευτικός Κώδικας επαναφέρει την κατά τις διατάξεις του άρθρου 596 ΕμπΝ δυνατότητα ανακοπής των πιστωτών, που απώλεσαν την προθεσμία αναγγελίας. Η παράλειψη της αναγγελίας του πιστωτή μπορεί να οφείλεται σε οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1177/2007 ΝοΒ 2007. 2447, ΑΠ 191/ 2005 ΤΝΠ ΔΣΑ), αντικείμενο δε της παραπάνω ανακοπής είναι η εξέλεγξη και όχι η επιδίκαση της απαίτησης (ΑΠ 939/2023, ΑΠ 1410/2022, ΑΠ 1177/ 2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). (…)
Σύμφωνα με το άρθρο 92 ν. 3588/2007 (ΠτΚ), όπως η § 2 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 § 1 ν. 4446/2016 (ΦΕΚ A240/22.12.2016), σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 § 2 στ. β' του ανωτέρω νόμου, δεδομένου ότι η επίμαχη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης άρχισε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι πιστωτές, που δεν μετείχαν στη διαδικασία της επαλήθευσης είτε γιατί αμέλησαν, είτε γιατί τους ήταν για οποιονδήποτε λόγο αυτό αδύνατο, διατηρούν το δικαίωμα της εξέλεγξης των απαιτήσεών τους μέχρι την τελευταία διανομή και αυτής συμπεριλαμβανομένης, ασκώντας με δική τους δαπάνη ανακοπή, η οποία στρέφεται κατά του συνδίκου και εισάγεται στο πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 54 ΠτΚ και 741 επ. ΚΠολΔ) με αντικείμενο της ανακοπής την εξέλεγξη και όχι την επιδίκαση της απαίτησης.
Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου, που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Εξάλλου στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή. Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του. Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί στο άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (ΟλΑΠ 32/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 § 1 εδα και 2, 106 § 3 και 107 του από 13.9.1968 Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 226698/ 1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 389/2.4.1973 τ. Β) και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 213/1973 (ΦΕΚ A΄ 270) και ως εκ τούτου επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, οι προαγωγές στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή ενεργούνται κατ’ απόλυτη εκλογή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή της. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα σχετικά άρθρα του Οργανισμού της ΑΤΕ και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του ΔΣ, ρητά διατυπωμένες στο σχετικό πρακτικό και κάθε κατά την κρίση του ΔΣ χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινόμενων υπαλλήλων. Ως προακτέος κατ’ απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται ο υπάλληλος που έχει διακριθεί μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος του και έχει επιδείξει σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και έχει παράσχει με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (Γ.Υ.Α -χρόνος πρόσληψης) όσο και την ειδική (Ε.Υ.Α - κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία του ως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας. Το Διοικητικό Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσης του λαμβάνει υπόψη: α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινόμενου υπαλλήλου, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, γ) την προσωπική γνώση και τις ασφαλείς πληροφορίες των μελών του και δ) κάθε, κατά την κρίση του, χρήσιμο στοιχείο ή έγγραφο. Είναι πρόδηλο, ότι στην ως άνω ’’κατ’ εκλογή" προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή, μεταξύ των αξιολογικών κριτηρίων που έχουν βαρύνουσα σημασία για την προαγωγική κρίση υπαλλήλου στους άνω βαθμούς είναι και η άσκηση από τον τελευταίο υπευθύνων καθηκόντων, περιστατικό που εκφράζει την εμπιστοσύνη της τράπεζας στις ικανότητες και τα προσόντα του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθεμένου έργου και την επάρκεια και εμπειρία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα υπεύθυνα αυτά καθήκοντα (ΑΠ 615/2018, 246/2015 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1003/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ουσιαστική περί προαγωγών κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που λειτουργεί, για την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ως εργοδοτικό όργανο, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, για προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ. Κατά ταύτα, η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου συναδέλφου του, συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, και κατά συνέπεια είναι παράνομη και, επομένως, άκυρη κατά τα άρθρα 174,180 του ΑΚ (ΑΠ 1272/2020, ΑΠ 1390/2019 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 164/2013, ΑΠ 76/2011, ΑΠ 1726/ 2010, ΑΠ 1321/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής στον επόμενο βαθμό (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ), οπότε, με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από το χρόνο, στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 - ΦΕΚ A250 (ΑΠ 1410/2022 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 184/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης του οργάνου της ΑΤΕ που την αντιπροσωπεύει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, κατά τα άρθρ. 71, 281, 297-299, 914 ΑΚ (ειδικά για την ΑΤΕ: ΑΠ 315/2011 ΝοΒ 2011, 1897, ΑΠ 183/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 480/2007 ΝοΒ 2007,1651, και γενικότερα: ΟλΑΠ 22/1999, ΟλΑΠ 14/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση παράλειψης υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ’ αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων 281 και 914 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπο ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 580/2007, ΑΠ 233/2007, ΑΠ 462/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η παραγραφή αυτή διακόπτεται, κατά το άρθρο 261 ΑΚ και με την άσκηση μόνο αναγνωριστικής αγωγής που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του παραλειφθέντος καταχρηστικά υπαλλήλου, αφού η έννομη σχέση που αφορά η αγωγή αυτή αποτελεί και τη βάση των ασκούμενων με καταψηφιστική αγωγή ανωτέρω αξιώσεων (ΑΠ 522/ 2003, ΑΠ 1455/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή. Εξάλλου, η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσης της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272 ΑΚ). Ο θεσμός της «εν επιδικία» παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι τις 20-3-2013 με την «έγερση» της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. Όριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 § 1 του ν. 4139/20-3-2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν. ΓΧΞ/1910) «την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου». Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διακοπτόταν με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους -ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Έτσι σε περίπτωση αξίωσης, που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, θεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (247 επ. ΑΚ) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός είχε ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις §§ 1, 2 και 3 που ενδιαφέρουν την επίδικη διαφορά «1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση». Το πρώτο εδάφιο της § 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνο στην αντικατάσταση του όρου «έγερση» από τον σύγχρονο όρο «άσκηση» της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτησης από το δικαίωμα άσκησής τους, αποδοχής της απόφασης, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της απόφασης, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (293 ΚΠολΔ), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (294-297 ΚΠολΔ), εφαρμοζομένου σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ. Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει «ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση» (ΑΠ 472/2021, ΑΠ 361/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και όπως είναι αυτονόητο πριν την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (20.3.2013). (…)
Μ.-Μ.Τ.