ΜΠρΑθ 6404/2025

73
2025
06

 

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 

Τακτική διαδικασία

Αριθ. 6404/2025

 

Δικαστής: Ε. Πριτσούλη, Πρωτοδίκης Ειδικής Επετηρίδας

Δικηγόροι: Χ. Αθανασάτου, Α. Ματθαίου

 

Δικαστική δαπάνη σε βάρος διαδίκου, ο οποίος απολαμβάνει το ευεργέτημα πενίας. Η παροχή του ευεργετήματος νομικής βοήθειας σε διάδικο χαμηλού εισοδήματος, δεν εμποδίζει το δικαστήριο σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλει σε βάρος του τη δικαστική δαπάνη, πλην όμως η είσπραξή της δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (Άρθρα 1, 2, 4 & 9 του ν. 3226/2004) 

 

[...] 

Ι.- Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο σε ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτού, που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων τούτων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση, που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα, που συμβαίνει, όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις, που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (ΟλΑΠ 8/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 408/2007 ΕλλΔνη 2008. 200, ΑΠ 1987/2007 ΕλλΔνη 2007. 500, ΑΠ 408/2007 ΔΕΕ 2007.•1218, ΕφΑθ 377/2007 ΕΦΑΔ 2008. 64). Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 363 του ΠΚ. (ΑΠ 855/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας) (ΑΠ 587/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 634/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1452/2007 ΕλλΔνη 2009. 479). Παράνομη είναι η συμπεριφορά, όταν αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος είναι υποχρεωμένος είτε από διάταξη νόμου, είτε από γενική αρχή του δικαίου, οι οποίες επιτάσσουν να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια, να την παραλείπει. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, υπάρχει όταν το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και με τους όρους, που έλαβε χώρα, ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε, πράγματι δε επέφερε τη βλάβη αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ακολούθως, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 299 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η δικανική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και της κοινωνικής κατάστασης των μερών κ.λπ., και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης. Το δε άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την «αρχή της αναλογικότητας», επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού, που επιδιώκεται εκάστοτε (ΟλΑΠ 43/2005 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό, που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 12/2020 ΝΟΜΟΣ). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, οι προσωπικές σχέσεις των μερών (ηλικία, φύλο κλπ.), η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία κλπ.(ΑΠ 132/2006 Αρμ 2006. 757, ΑΠ 1143/2003 ΕλλΔνη 2005. 394, ΕφΑθ 219/2007 ΕΦΑΔ 2008. 67, ΕφΑθ 1139/2007 ΕλλΔνη 2007. 885, ΜονΕφΠειρ 416/2016 ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ο ενάγων υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτήν, καθώς και ότι ο προσβάλλων τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότεροι, όμως, προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων, που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το Δικαστήριο αποφαίνεται για αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2003 ΕλλΔνη 2005. 822, ΜονΕφΠειρ 245/2016 ΝΟΜΟΣ). (Εφ.Πειρ. 51/2023, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

 

ΙΙ.- Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι τυγχάνει Βρετανός πολίτης και δημόσιος υπάλληλος (πολιτικός μηχανικός ΤΕ. με βαθμό Α’) στο Υπουργείο Εσωτερικών, διορισθείς το έτος 2007, χωρίς να εκκρεμεί σε βάρος του πειθαρχική δίωξη. Ότι το έτος 2005 τέλεσε γάμο με την .. με την οποία απέκτησαν μια θυγατέρα. Ότι το έτος 2008 διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους και ότι έκτοτε ξεκίνησε μακροχρόνια και σφοδρή δικαστική διαμάχη όσον άφορά τα ζητήματα της επιμέλειας και επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του, όπως η δικαστική αυτή διαμάχη περιγράφεται στην ένδικη αγωγή. Ότι αρωγοί της τέως συζύγου του στον ανελέητο αγώνα της εναντίον του έχουν σταθεί όλα αυτά τα χρόνια οι δικαστικοί επιμελητές, που προβαίνουν στις επιδόσεις των σε βάρος του εγγράφων, οι οποίοι, είτε εκτελώντας πλημμελώς τα καθήκοντά τους, είτε με την ίδια την συμπεριφορά τους, του έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα σε σχέση τόσο με την έκβαση των υποθέσεών του με την τέως σύζυγό του, όσο και με τις σχέσεις του με τους συναδέλφους του και την οικογένειά του, παραθέτει δε λεπτομερώς περιστατικά (με ημερομηνίες 08.10.2009, 08.07.2013, 18.07.2014, 29.07.2014 και 09.01.2017), κατά τα οποία οι εμπλεκόμενοι στην αντιδικία με την τέως σύζυγό του δικαστικοί επιμελητές, αφενός έδρασαν κατά παράβαση των καθηκόντων τους, αφετέρου δημιούργησαν προβλήματα στον χώρο εργασίας του. Ότι στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τις περιγραφόμενες αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές των δικαστικών επιμελητών, απευθύνθηκε, μεταξύ άλλων, στον εναγόμενο σύλλογο τους, ώστε να λάβει μέτρα και να πάψουν οι εν λόγω συμπεριφορές. Ότι συγκεκριμένα κατέθεσε: - τις με αρ. πρωτ. …../….., …../….., …../….., …../….. αναφορές κατά του δικαστικού επιμελητή, ….. ….. και την με αρ. πρωτ. …../….. αναφορά, προκειμένου το εναγόμενο να εξετάσει τις παρατυπίες στις οποίες υπέπεσαν οι εν λόγω δικαστικοί επιμελητές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, στις οποίες αναφορές ουδεμία απάντηση έλαβε, - την με αρ. πρωτ. …../….. αίτηση στην οποία αναφέρθηκε στις εν λόγω αναφορές, που είχε υποβάλει, τονίζοντας ότι δεν είχε λάβει απάντηση σε αυτές, - την από 01.04.2016 αίτηση - αναφορά, δυνάμει της οποίας αιτήθηκε να πληροφορηθεί αν ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη σε βάρος δικαστικών επιμελητών, που δεν συμμετείχαν στην αποχή, που είχε εξαγγείλει το εναγόμενο την εποχή εκείνη, στην οποία αναφορά ουδεμία απάντηση έλαβε, - την από 17.09.2020 αίτηση με την οποία αιτήθηκε να ενημερώσει το εναγόμενο τα μέλη του να ενημερώνουν τηλεφωνικά τον ενάγοντα για επικείμενη επίδοση, ώστε να ορίζεται κάθε φορά τόπος συνάντησης με τον εκάστοτε δικαστικό επιμελητή, στην οποία το εναγόμενο απάντησε με την με αρ. πρωτ. …../….. απάντησή του γνωστοποιώντας στον ενάγοντα ότι δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει σε ποιο μέλος του έχει ανατεθεί συγκεκριμένη εντολή για επίδοση και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να συστήσει στον εκάστοτε δικαστικό επιμελητή τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων επιθυμούσε να γίνει η επίδοση σε αυτόν, - την από 29.09.2020 αίτηση με την οποία αφενός αιτήθηκε εκ νέου να ορίζεται κάθε φορά τόπος συνάντησης με τον εκάστοτε δικαστικό επιμελητή, αφετέρου όρισε αντίκλητο τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Νικόλαο Παραστατίδη, στην οποία αναφορά ουδεμία απάντηση έλαβε, - σε συνέχεια της ανωτέρω από 17.09.2020 αίτησής του και της με αρ. πρωτ. …../….. απάντησης του εναγομένου, κατέθεσε την από 12.10.2020 αίτησή του στην οποία παρέθετε ονόματα συγκεκριμένων δικαστικών επιμελητών, που στο παρελθόν είχαν ενεργήσει επιδόσεις σε αυτόν, με αίτημα να ενημερωθούν έστω αυτοί από το εναγόμενο, στην οποία αναφορά ουδεμία απάντηση έλαβε και - την από 11.10.2020 αίτηση με την οποία ζήτησε από το εναγόμενο να του χορηγήσει τα πρακτικά των πειθαρχικών ελέγχων, που διενεργήθηκαν κατά τα έτη 2014 - 2020 στους δικαστικούς επιμελητές, που είχαν διενεργήσει επιδόσεις σε αυτόν έχοντας επιδείξει άκρως αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, επί της οποίας έλαβε την με αρ. πρωτ. …../….. απάντηση του εναγόμενου σύμφωνα με την οποία δεν υφίστατο για τα έτη 2014 — 2020 έγγραφο ή πρακτικό πειθαρχικού ελέγχου για τους εν λόγω δικαστικούς επιμελητές. Ότι το εναγόμενοι μέλη του οποίου είναι οι επιδεικνύοντες αντιεπαγγελματική και προσβλητική συμπεριφορά σε βάρος του δικαστικοί επιμελητές, οφείλει να εξετάζει τις αναφορές, που γίνονται σε βάρος των μελών του για υπαίτια παράβαση των καθηκόντων τους. Ότι το εναγόμενο με την κατ' εξακολούθηση παράλειψη και άρνηση εξέτασης και απάντησης επί των αναφορών και των αιτημάτων του, επιτρέποντας έτσι στα μέλη του να εξακολουθούν την αντιεπαγγελματική, παράτυπη και προσβλητική συμπεριφορά τους σε βάρος του, επέφερε σε αυτόν ζημία ευρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με τη στάση του αυτή, καθώς, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η παράνομη συμπεριφορά τους ήταν ικανή να οδηγήσει στην προσβολή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και στην αποστέρηση του δικαιώματός του να επικοινωνεί με το τέκνο του, παρά την αναγνώριση του σχετικού του δικαιώματος και με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, δεδομένων των παράτυπων επιδόσεων, ενώ τέθηκε σε κίνδυνο και το επαγγελματικό και ατομικό του κύρος, διότι δημιουργήθηκε σε τρίτους η εικόνα ενός επιθετικού ανθρώπου και μάλιστα δημοσίου υπαλλήλου, στον χώρο της εργασίας του, όπου γίνονταν οι επιδόσεις και ενώπιον συναδέλφων του. Ότι με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου προσεβλήθη το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, υπέστη μεγάλη ταλαιπωρία και ψυχική κόπωση, επλήγη η επαγγελματική και κοινωνική του φήμη και υπόσταση και διαταράχθηκε η οικογενειακή και εργασιακή του ειρήνη, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί αντίστοιχη ηθική βλάβη. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 29.000 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην δικαστική του δαπάνη και την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου του.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το υποστατό της οποίας ο ενάγων επέδωσε στο εναγόμενο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφό της στις 04.11.2021 (ίδ. με αρ. …../….. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, ….. ….., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων), ήτοι εντός της τασσόμενης εκ του νόμου (215 παρ. 2 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσής της (21.10.2021), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο έχει δικαιοδοσία προς εκδίκασή της, απορριπτόμενης της ένστασης ελλείψεως δικαιοδοσίας, που προέβαλε το εναγόμενο, καθότι, κατ' εκτίμηση των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, η υποκείμενη σχέση από την οποία πηγάζει η επίδικη απαίτηση, δεν αποτελεί έννομη σχέση δημοσίου, αλλά ιδιωτικού δικαίου, καθώς το εναγόμενο δεν φέρεται να ενεργεί εν προκειμένω κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που του έχει ανατεθεί, συνεπώς πρόκειται για ιδιωτική διαφορά η επίλυση της οποίας ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Παράλληλα, το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (7, 9, 10, 14, 18 και 25 ΚΠολΔ) και πρέπει η ένδικη αγωγή να συζητηθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 237 επ. ΚΠολΔ). Οι διάδικοι για την παραδεκτή παράστασή τους στο Δικαστήριο: α) έχουν προσκομίσει ο μεν ενάγων την από 30.01.2022 εξουσιοδότηση για κατάθεση προτάσεων μετ' αποδεικτικών εγγράφων, προσθήκης — αντίκρουσης και εν γένει εκπροσώπηση στην παρούσα δίκη προς την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη πληρεξούσια δικηγόρο του, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, το δε εναγόμενο το με αριθμό …../….. ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, ….. ….., δυνάμει του οποίου χορήγησε πληρεξουσιότητα στον στην αρχή της παρούσας αναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του για κατάθεση προτάσεων μετ' αποδεικτικών εγγράφων, προσθήκης — αντίκρουσης και εν γένει εκπροσώπηση στην παρούσα δίκη (άρθρ. 96 § 1, 104 και 237 § 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), β) έχουν καταθέσει προτάσεις ο μεν ενάγων στις 31.01.2022, το δε εναγομένο την 1η.02.2022, σύμφωνα με σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, ήτοι αμφότεροι έχουν κατέθεσαν προτάσεις νομότυπα και εμπρόθεσμα [η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων έληγε στις 29.01.2022, ωστόσο εξαιρέθηκε το χρονικό διάστημα από 24.01.2022 έως 29.01.2022 βάσει της από 29.1.2022 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α'14/29.1.2Ο22) και των αριθμ. 4034/2022 και 4035/2022 αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, ήτοι 6 ημέρες, προστέθηκαν δε επιπλέον 7 ημέρες, επειδή η τελική ημερομηνία κατάθεσης προτάσεων ήταν εντός του διαστήματος από 24.01.2022 έως 29.01.2022, με αποτέλεσμα η καταληκτική ημερομηνία κατάθεσής τους να μετατεθεί στις 11.02.2022] και προσθήκη επί των προτάσεών τους ομοίως εμπρόθεσμα ο ενάγων στις 15.02.2022 και το εναγόμενο στις 18.02.2022, σύμφωνα με σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα (καταληκτική ημερομηνία κατάθεσης προσθήκης η 28η.02.2022). 

 

Πλην όμως, η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου ως νόμω και ουσία βάσιμου, καθώς δεν περιέχονται σ' αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία (είδος προσβολής, παράνομη πράξη, που την προκάλεσε, αιτιώδης σύνδεσμος παράνομης πράξης και ζημίας, υπαιτιότητα) για την επιδίκαση της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία φέρεται να υπέστη ο ενάγων από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του. Ειδικότερα, ο ενάγων δεν περιγράφει με πληρότητα την αδικοπρακτική συμπεριφορά, που φέρεται να επέδειξε το εναγόμενο, καθώς τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι η παράλειψη του εναγομένου να εξετάσει και να απαντήσει στις με αρ. πρωτ. …./….., …../….., …../….., …../….., …../….., …../…. αναφορές του και στις με ημερομηνίες 01.04.2016, 29.09.2020, 12.10.2020 αιτήσεις του, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι συνέτεινε στο να επιδεικνύουν τα μέλη του προσβλητική σε βάρος του ενάγοντα συμπεριφορά, δεν αποτελεί παράνομη και άρα άδικη πράξη, ενώ ουδόλως προσδιορίζεται αν η φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου αποδίδεται σε υπαιτιότητα των οργάνων του. Επιπλέον, από τη λεπτομερή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ζημία του συνίσταται «στην προσβολή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, στην αποστέρηση του δικαιώματός του να επικοινωνεί με το τέκνο του παρά την αναγνώριση του σχετικού του δικαιώματος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, στο ότι τέθηκε σε κίνδυνο το επαγγελματικό και ατομικό του κύρος, διότι δημιουργήθηκε σε τρίτους η εικόνα ενός επιθετικού ανθρώπου και μάλιστα δημοσίου υπαλλήλου στον χώρο της εργασίας του και ενώπιον συναδέλφων του και στο ότι επλήγη η επαγγελματική και κοινωνική του φήμη και υπόσταση και διαταράχθηκε η οικογενειακή και εργασιακή του ειρήνη» και απορρέει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, από τις παράτυπες επιδόσεις εκ μέρους των δικαστικών επιμελητών — μελών του εναγομένου και όχι από ενέργειες του ίδιου του εναγομένου, συνεπώς, με δεδομένο ότι ουδόλως παρατίθεται αν και πώς συνδέεται και δη αιτιωδώς η επικαλούμενη ζημία του ενάγοντα με την φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, η αγωγή πάσχει αοριστίας και για αυτό τον λόγο.

 

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, παρελκόμενης της εξέτασης των λοιπών ισχυρισμών και ενστάσεων, που προέβαλε το εναγόμενο. Το προβαλλόμενο με τις προτάσεις του εναγομένου αίτημα να επιβληθεί στον ενάγοντα χρηματική ποινή τάξης για παραβίαση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τα άρθρα 116 και 205 Κ.Πολ.Δ. και δη για παραβίαση του καθήκοντος αληθείας, της υποχρέωσης καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης και της υποχρέωσης μη άσκησης προφανώς αβάσιμου ένδικου βοηθήματος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας της, δεν συνεπάγεται τέτοια παραβίαση [βλ. και ΑΠ 1207/2022 ΕλλΔνη 64(2023).808, ΑΠ 1211/2021 ΧρΙΔ 2022.756, ΑΠ 602/2015 ΧρΙΔ 2017.203, ΕφΑθ 3204/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ]. (Πολ.Πρωτ.Αθ. 504/2024, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ο ενάγων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του εναγομένου, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματός του ως βάσιμου και κατ' ουσίαν (άρθρα 106, 176 εδ. α', 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Επισημαίνεται ότι η παροχή του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 για τη "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος …" δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου, που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο ενάγων, να επιβάλλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ. 424/2021, Α.Π. 399/2020, Α.Π. 1484/2018, ΑΠ. 1086/2018, ΑΠ. 895/2018) (ΑΠ. 1401/2022, επίσημη ιστοσελίδα Αρείου Πάγου).

 

Ν.Ν.