ΜΠρΑθ 485/2025 (Εργ. Διαφ.)
Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών
Εργατικές διαφορές
Αριθ. 485/2025
Δικαστής: Φ. Δασκαλοπούλου, Πρωτοδίκης Ειδικής Επετηρίδας
Δικηγόροι: Δ. Καμπάνι, Ε. Παπαουλάκης
Παθητική Νομιμοποίηση Δημόσιου Νοσοκομείου σε δίκη επί αγωγής για την καταβολή μισθολογικής διαφοράς επικουρικών ιατρών. Παρά το γεγονός ότι το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ έχει διοικητική αυτοτέλεια, η μισθοδοσία των εργαζομένων σε αυτό ιατρών βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και η οικονομική του διαχείριση ανήκει στην 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής. Απαράδεκτη η αγωγή που στρέφεται κατά του εν λόγω νοσοκομείου λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης (Άρθρα 68, 614 επ. ΚΠολΔ· 138-139, ν. 4472/2017· 105-106 ΕισΝΑΚ).
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παθητικά εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή, για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς, καταρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεώς του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητική ή παθητική) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 915/2021, ΑΠ 46/ 2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 649/2017, ΑΠ 55/2022).
Η νομιμοποίηση αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση και πρέπει να υπάρχει γενικώς κατά την έναρξη της δίκης και καθ’ όλη τη διάρκειά της, προκειμένου να είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο, η έλλειψη δε αυτής συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 42/2021, ΑΠ 55/2020, ΑΠ 82/2016 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 994/2007 ΧρΙδΔ 2008. 140, ΑΠ 45/2007 Δ 2007. 583, ΑΠ 1016/2005 ΕλλΔνη 46. 1088, Εφ Αθ 2832/2013 ΕΕμπΔ 2013. 669). Για τη στοιχειοθέτηση της νομιμοποιήσεως (ενεργητικής κα παθητικής) αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως, ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού κατ’ ουσίαν (ΑΠ 2102/2007 Δ 2007. 428, ΑΠ 602/2002 ΕλλΔνη 43. 1679, ΑΠ 351/ 1979 ΝοΒ 27. 1427, ΕφΑθ 33/2019 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΘ 1834/2013 Αρμ 2017. 103, ΕφΑθ 1854/2009 ΕλλΔνη 50. 1427, ΕφΑθ 8511/2005 ΕλλΔνη 47. 533, ΕφΑθ 8107/2001 ΕλλΔνη 44. 225, Μ. Μαργαρίτης – Ά. Μαργαρίτη, ό.π., Τ. Ι, έκδ. 2% 2018, υπό το άρθρο 68, αριθ. 7 – 8, Κ. Μπέης, ΠολΔ, υπό το άρθρο 68 § ΙΙΙ 3 α΄ σ. 360, Β. Βαθρακοκοίλης, ό.π., Τ. Α’, 1996, υπό το άρθρο 68, αριθ. 3), αφού στην τελευταία περίπτωση η αγωγή θα απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν λόγω ανυπαρξίας του επιδίκου δικαιώματος και όχι ως απαράδεκτη ελλείψει της νομιμοποιήσεως ως διαδικαστικής προϋποθέσεως (ΕφΑθ 1369/2000 αδημ., Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Τ. ΙΙ, έκδ. 1986, § 55, σ. 108). Δηλαδή, εάν δεν εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας περιστατικά ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ εάν εκτίθενται μεν, αλλά εν τέλει δεν αποδεικνύονται θεμελιωτικά της νομιμοποιήσεως περιστατικά, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν (ΕφΔ 134/2017 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), εντεύθεν δε η αμφισβήτηση των προτεινομένων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως περιστατικών εκ μέρους του εναγομένου συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως της νομιμοποιήσεως ως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής, οπότε ο ενάγων φέρει το σχετικό βάρος της αποδείξεως (ΕφΑθ 8107/2001, ΝΟΜΟΣ).
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να είναι σαφή και επακριβώς προσδιορισμένα τα πρόσωπα του δικαιούχου ενάγοντος και του υπόχρεου εναγομένου και να συνάπτονται προς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την ιδιότητα αυτών ως ενάγοντος ή εναγομένου και, συνακολούθως, ως υποκειμένων της επίδικης έννομης σχέσεως (ΑΠ 1607/2000 ΕλλΔνη 42. 669, ΕφΠατ 251/2009 ΑχΝομ 2010. 317). Κατά μια άποψη (Β. Βαθρακοκοίλης, ό.π., Τ.Α’, 1996 υπό το άρθρο 68, αριθ. 10, όπου και παράθεση των διαφορετικών απόψεων της θεωρίας), η παράλειψη αναφοράς ή η ελλιπής αναφορά των στοιχείων της ενεργητικής ή της παθητικής νομιμοποιήσεως δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής λόγω αοριστίας, αλλά ευθέως το απαράδεκτο της αγωγής ελλείψει διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης. Ωστόσο, ουσιαστική διαφορά κατ’ αποτέλεσμα δεν υφίσταται, καθ’ όσον σε αμφότερες τις περιπτώσεις (ήτοι της ακυρότητας του δικογράφου λόγω αοριστίας, όπως δέχεται η ΑΠ 1278/2017 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», και του ευθέος απαραδέκτου λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης) η απόρριψη της αγωγής χωρεί για τυπικούς λόγους (ΕφΑθ 7/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Οι ενάγοντες στην υπό κρίση αγωγή εκθέτουν ότι είναι υπάλληλοι του εναγόμενου Νοσοκομείου Γ.Ν.Α «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως επικουρικοί ιατροί, ο 1ος από … και υπηρέτησαν στο εναγόμενο τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στην αγωγή διαστήματα. Ως επικουρικοί ιατροί του εναγόμενου, που αποτελεί νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ., ο τρόπος αμοιβής τους και το ύψος των αποδοχών του ρυθμίζεται από το ειδικό μισθολόγιο που ισχύει και εφαρμόζεται για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ. και ειδικότερα με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 44 του ν. 3205/2003 μέχρι και την 31.07.2012, από την 01.08.2012 μέχρι και την 31.12. 2016 με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, περίπτωση 27, της υποπαραγράφου Γ. 1, της § Γ, του άρθρου πρώτου και από την 01.01.2017 μέχρι σήμερα με τις διατάξεις του ν. 4472/2017, ΜΕΡΟΣ ΣΤ’, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’, άρθρα 136 – 140.
Κατόπιν τούτων, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει τον 1ο το ποσό των …, ως αναδρομικώς οφειλόμενα ποσά για τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, προερχόμενα από τις διαφορές αποδοχών τους λόγω των περικοπών που αυτές υπέστησαν βάσει των διατάξεων των άρθρων 138 και 139 του ν. 4472/2017, επικουρικώς δε ως αποζημίωση κατ’ άρθρα 105 – 106 ΕισΝΑΚ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, και να καταδικασθεί το εναγόμενο στην δικαστική τους δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 § 2, 16 περ. 2, 25 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ. Ωστόσο, με την υπό κρίση αγωγή ζητείται από το εναγόμενο – κατ’ επίκληση αντισυνταγματικότητας του ν. 4093/2012, του ν. 4472/2017 και της εκδοθείσας κατ’ εφαρμογή του σχετικής υπουργικής αποφάσεως – αποζημίωση για μισθολογική παροχή που δεν δόθηκε στους ενάγοντες και σε όλους γενικά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα από πράξεις και παραλείψεις της Βουλής των Ελλήνων (για τις οποίες υπέχει ευθύνη το Ελληνικό Δημόσιο) και όχι από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του Νοσοκομείου, που δεν επιτρέπεται να προβούν σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας των νόμων. Η μισθοδοσία των εναγόντων βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό αποκλειστικά και μόνον και όχι τον προϋπολογισμό του εναγόμενου νοσοκομείου. Συνεπώς, το εναγόμενο νοσοκομείο δεν νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή, διότι ναι μεν, έχει διοικητική αυτοτέλεια, πλην, όμως, η οικονομική διαχείριση αυτού γίνεται από την 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής και η πίστωση και έγκριση των κάθε είδους δαπανών του ελέγχονται και εγκρίνονται από την Υγειονομική Περιφέρεια, ενώ η καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων σε αυτό γίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από τον προϋπολογισμό του Νοσοκομείου.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα της παρούσας. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (Άρθρα 179 εδ. α’, 183 του ΚΠολΔ).
Ε.Κ.