ΑΠ 225/2024
Άρειος Πάγος (Α2΄ Τμήμα)
Αριθ. 225/2024
Πρόεδρος: Θ. Κανελλόπουλος, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Β. Πάπαρη, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ε.Ο., Δ. Κουραντής
Υποχρέωση απόδοσης ωφελημάτων από την εκμετάλλευση κοινού ακινήτου αποκλειστικά από τον ένα εκ των κοινωνών στον έτερο συγκοινωνό. Προϋποθέσεις ορισμένου αγωγής αποζημίωσης χρήσης. Δαπάνες συντήρησης ακινήτου. Προϋποθέσεις αναζήτησης μεριδίου με βάση τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων. Ορισμένο ένστασης επίσχεσης (Άρθρα 730, 785, 786, 787, 792 § 2, 794, 914, 961, 962 & 1091, 1098, 1099, 1113 ΑΚ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν προέβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ’ αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 852/ 2019, ΑΠ 1121/2017). Η σχετική αξίωση γεννάται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 362/2010) ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009). Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/ 2016).
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012). Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου ή αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού ή λεπτομερής περιγραφή της κατάστασης τούτου ή ακόμα και αναφορά των παραμέτρων που δικαιολογούν την κατ’ έτος αναπροσαρμογή της μισθωτικής του αξίας, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/ 2006, ΑΠ 1480/2000). Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 564/ 2012). Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση. Εξάλλου, ο κοινωνός, όταν ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά άλλου κοινωνού για το όφελος που αποκόμισε, δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέτει και να αφαιρεί τις δαπάνες του εναγόμενου και να απαιτεί το υπόλοιπο, διότι, οι δαπάνες δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής του, αλλά μπορεί να τις απαιτήσει ο εναγόμενος και κατ’ ένσταση …. 8. Από τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 785,788, 789, 790, 730 επ., 904 επ., 1101,1107 και 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συγκύριος που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει από τους λοιπούς, κατ’ αναλογία των μερίδων τους, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε, τα έξοδα και τα βάρη που κατέβαλε, πέραν της αναλογίας του. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή, όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά - αποκλειστικά - το πράγμα. Η αναζήτηση των παραπάνω εξόδων γίνεται απ` ευθείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των συγκυρίων ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Εάν, όμως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, οι εν λόγω δαπάνες αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων (ΑΠ 316/2021, ΑΠ 1208/ 2018, ΑΠ 825/2014, ΑΠ 251/ 2014). Ειδικότερα, εάν η αναζήτηση των δαπανών γίνεται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις,οι οποίες και πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση: α) ότι εκείνος που υποβλήθηκε στα έξοδα και τα βάρη ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της, β) ότι ο διοικητής διαχειρίζεται την υπόθεση, εν γνώσει του ότι είναι ξένη. Το γεγονός ότι με τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και το συμφέρον του διοικητή, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων. Αν, όμως, η υπόθεση είναι ταυτόχρονα εν μέρει ξένη και εν μέρει του διοικητή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του συγκυρίου που διεξάγει τις υποθέσεις του κοινού πράγματος, τότε υπάρχει διοίκηση αλλοτρίων μόνον ως προς το μη ανήκον σε αυτόν μέρος, γ) ότι η πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη, δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζομένη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διοικητής κατά την διεξαγωγή της υπόθεσης (ΑΠ 316/2021, ΑΠ 1208/ 2018, ΑΠ 1604/2013, ΑΠ 1024/2009). Η αξίωση του διοικητή για απόδοση των δαπανών περιλαμβάνει τις δαπάνες που έκανε αυτός για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως, θεωρώντας δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι αυτές ήταν εύλογες (ΑΠ 316/2021, ΑΠ 825/2014). Σε αυτές περιλαμβάνεται, ειδικότερα, κάθε δαπάνη που ο διοικητής έκρινε χρήσιμη και επωφελή για την υπόθεση, συνυπολογιζομένων όμως των συναλλακτικών συνηθειών, των συντρεχουσών περιστάσεων και των επιδιώξεων του κυρίου (ΑΠ 316/2021, ΑΠ 1208/ 2018). Περαιτέρω, η αναζήτηση των εν λόγω εξόδων ή βαρών γίνεται κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, υπό τις προϋποθέσεις: α) ότι, λόγω της καταβολής των, ως άνω, εξόδων ή βαρών, επήλθε πράγματι πλουτισμός, β) ότι ο πλουτισμός αυτός έλαβε χώρα σε βάρος της περιουσίας αυτού που τα κατέβαλε και γ) ότι η συγκεκριμένη περιουσιακή μετακίνηση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 1604/2013, ΑΠ 1024/2009). Η αναζήτηση αυτή, δύναται να επιδιωχθεί και με ανταγωγή ή και με ένσταση του εναγομένου κοινωνού, με την άσκηση συγχρόνως και του δικαιώματος επίσχεσης ως προς αυτά, για το ορισμένο και παραδεκτό της οποίας (ανταγωγής ή ένστασης), πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, διαφορετικά (η ανταγωγή ή η ένσταση) τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, η δε ένσταση επισχέσεως πρέπει να καθορίζει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο, μεταξύ άλλων, το ύψος κάθε μιας δαπάνης χωριστά με ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου της (πρβλ. ΑΠ 634/2021, ΑΠ 944/ 2013). Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κ.Γ.