ΑΠ 1310/2024

73
2025
06

 

Άρειος Πάγος (Α1΄ Τμήμα)

Αριθ. 1310/2024

 

Προεδρεύουσα: Α. Υφαντή, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Γ. Σχοινοχωρίτης, Αρεοπαγίτης

ΔικηγόροιΓ. Παπαδογιάννης, Ε. Παπαευθυμίου

 

Αγωγή επιδίκασης τόκων τόκου δυνάμει του άρθρ. 296 ΑΚ. Δεν απαιτείται για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως η επίκληση από τον ενάγοντα της ύπαρξης στο πρόσωπό του εμπορικής ιδιότητος, όπως αντιθέτως ορίζει το άρθρ. 111 Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (Άρθρο 296 ΑΚ).

 

«… II. Ανατοκισμός είναι ο εκτοκισμός τόκων, οι οποίοι είναι ληξιπρόθεσμοι και δεν έχουν καταβληθεί. Με τον ανατοκισμό δηλαδή πραγματοποιείται κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων τόκων και στη συνέχεια υπολογίζεται τόκος και επ'αυτών, καθώς αποτελούν πλέον οφειλόμενο κεφάλαιο. Το επιτρεπτό του ανατοκισμού ρυθμίζεται στην ΑΚ 296. Κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, συμφωνία ανατοκισμού εκ των προτέρων, δηλαδή πριν καταστεί ο τόκος απαιτητός, είναι άκυρη. Αντίθετα, κατά  την  ΑΚ  296 § 1 εδ. α', συμφωνία ανατοκισμού (ή άσκηση αγωγής με τέτοιο αίτημα) επιτρέπεται, αν γίνει εκ των υστέρων και αφορά τόκους ενός τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης για το Δημόσιο (και όχι μικρότερου χρονικού διαστήματος). Μάλιστα, η συμφωνία πρέπει να γίνεται (ή η αγωγή να επιδίδεται) μετά τη λήξη του έτους ή της χρήσης (ΑΚ 296 § 1 εδ. β). Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν την πληρωμή τόκου τόκων οποιασδήποτε φύσεως [δικαιοπρακτικών, νομίμων (υπερημερίας, δικονομικών κ.λπ.)]. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνονται δύο περιορισμοί του ανατοκισμού: Αφενός η συμφωνία ή η επίδοση της αγωγής πρέπει να γίνεται εκ των υστέρων και αφετέρου ο ανατοκισμός μπορεί να αφορά δεδουλευμένους τόκους ενός μόνον ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης ως προς το Δημόσιο. Και για τους δύο όμως αυτούς περιορισμούς υπάρχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται: α) στην § 2 του άρθρ. 296 ΑΚ, β) στο άρθρ. 110 ΕισΝΑΚ, γ) στο άρθρ. 12 § 1 του ν. 2601/1998 και, τέλος, δ) για απαιτήσεις μεταξύ εμπόρων (άρθρ. 111 § 2 ΕισΝΑΚ) καθώς και στον αλληλόχρεο λογαριασμό (άρθρ. 112 § 1 ΕισΝΑΚ). Ειδικότερα, κατά την 111 § 2 ΕισΝΑΚ για απαιτήσεις μεταξύ εμπόρων από εμπορική (και για τους δύο) αιτία, μπορούν να συμφωνηθούν ή να απαιτηθούν με αγωγή τόκοι σε οφειλή τόκων ενός τουλάχιστον εξαμήνου. 

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 23.4.2020 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ανέφερε σ'αυτήν ότι στις 21.12.1995 υπέγραψε στο υποκ/μα Καλλιθέας της αναιρεσίβλητης τράπεζας ως εκπρόσωπος της εταιρίας "Α.Π.** ΑΕ" και ως εγγυητής την υπ’ αριθ. …/21.12.1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό με πιστωτικό όριο 100.000.000 δραχμές, χωρίς όμως να υπογράψει σ'αυτήν και ο αδελφός του Δ.Π.**, όπως απαιτούσε η Τράπεζα. Ότι μετά από την απομάκρυνσή του από την Τράπεζα συντελέστηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή κακουργηματικές πράξεις με βάση τις οποίες ανοίχθηκε εν αγνοία του ο αναφερόμενος λογαριασμός όψεως, πιστώνοντας εν αγνοία του τον ως άνω ανοιχτό λογαριασμό με το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Ότι στις 12.3.1996 του κοινοποιήθηκε η από 11.3.1996 εξώδικη δήλωση με την οποία η Τράπεζα κατήγγειλε την υπ’ αριθ. …/1995 σύμβαση πιστώσεως με χρεωστικό υπόλοιπο 26.516.645 δραχμές. Ότι εν συνεχεία κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν, στον αδελφό του Δ.Π.** και στην ως άνω πιστούχο ΑΕ η υπ’ αριθ. …/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσονταν αυτοί να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 35.036.430 δραχμών νομιμοτόκως. Ότι κατ'αυτής άσκησε ανακοπή, ενώ η Τράπεζα επέσπευσε σε βάρος του αναγκαστικό πλειστηριασμό, υπό την απειλή του οποίου εξόφλησε την Τράπεζα επιφυλαχθείς όλων των δικαιωμάτων του . Ότι εν συνεχεία με την από 24.9.1997 αγωγή του ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και η νυν αναιρεσίβλητη) να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 39.764.663 δραχμών νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Ότι αναφορικά με το κεφάλαιο των 39.764. 663 δραχμών, επειδή οι κεφαλαιοποιηθέντες, δυνάμει της 1ης περί ανατοκισμού αγωγής του, τόκοι εκ δραχμών 4.898.135 από 10.4.1998, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή, οι κεφαλαιοποιηθέντες δυνάμει της 2ης περί ανατοκισμού αγωγής του τόκοι εκ δραχμών 5.206.581 από 20.10.1998, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή και οι κεφαλαιοποιηθέντες δυνάμει της 3ης περί ανατοκισμού αγωγής του, τόκοι εκ δραχμών 5.456. 940 από 23.4.1999, οπότε κοινοποιήθηκε αυτή, μέχρι την 23.4.2000 (12 μήνες και μια ημέρα) παρήγαγαν τόκους εκ ποσού 11.071.566 δραχμών αθροιστικά και επειδή από τις 23.4.1999 μέχρι την άσκηση της από 23.4.2000 4ης στη σειρά αγωγής του, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τοκοφορίας μεγαλύτερο των έξι μηνών και ισχυριζόμενος ότι είναι δυνατό να απαιτηθούν με αγωγή τόκοι επί των δεδουλευμένων τόκων, σύμφωνα με το άρθρο 111 § 2 ΕισΝΑΚ, δεδομένου ότι πρόκειται για απαίτηση μεταξύ εμπόρων από εμπορική και για τους δύο αιτία, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος είναι έμπορος, δεδομένου ότι ασκεί κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις (εισαγωγές-εξαγωγές) είτε ατομικά, είτε ως εταίρος προσωπικών εταιριών, στην δε υπογραφή της επίδικης συμβάσεως ανοικτού λογαριασμού ατομικώς ως εγγυητής προέβη προς εξυπηρέτηση της εμπορικής του δραστηριότητος μέσω της πιστούχου εταιρίας "Α.Π.** ΑΕ", πράγμα που γνώρισε η Τράπεζα. Ζήτησε δε να του επιδικασθούν οι τόκοι επι των δεδουλευμένων τόκων επί του αρχικού κεφαλαίου, πλέον κεφαλαιοποιηθέντων τόκων, που ανέρχονται στο ποσό των 11.071.566 δραχμών, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, άλλως και επικουρικά, να του επιδικασθεί το ως άνω ποσό με βάση τη διάταξη του άρθρ. 296 ΑΚ, εφόσον έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον του έτους. Με το ως άνω περιεχόμενο η από 23.4.2000 αγωγή ως προς την κύρια βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθ. 111 § 2 ΕισΝΑΚ είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθεται σ'αυτήν ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έδωσε την εγγύηση για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια ή ότι είχε οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία έδωσε την εγγύηση, ούτε ότι αυτός παρέχει τέτοιες εγγυήσεις κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό τον βιοπορισμό, ώστε η δοθείσα εγγύηση να είναι αντικειμενικά εμπορική πράξη, που προσδίδει στον ενάγοντα την ιδιότητα του εμπόρου. Επομένως το Εφετείο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως αόριστη, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 111 § 2 ΕισΝΑΚ και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Όμως ως προς την επικουρική βάση της που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ η αγωγή είναι ορισμένη , καθόσον δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο η εμπορική αιτία της κυρίας απαιτήσεως και η εμπορική ιδιότητα του ενάγοντος, παρά μόνον ότι πρόκειται για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι αόριστη και ως προς την επικουρική της βάση, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Κ.Γ.