Επισκόπηση πρόσφατης Νομολογίας ΣτΕ 2025: Αποφάσεις Ολομέλειας & Τμημάτων με επιμέλεια Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ Π. Σ α μ α ρ τ ζ ή
EΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣτΕ
Επιμέλεια: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ, Δικηγόρος
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ
869/2025 – Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σκούρα, Σύμβουλος
Αναστολή χρήσης ΑΦΜ. Αντισυνταγματικότητα. Η προβλεπόμενη στην περ. α΄ της § 4 του άρθρου 11 του ν. 4174/2013 δυνατότητα της φορολογικής Διοίκησης να αναστέλλει τη χρήση αριθμού φορολογικού μητρώου ή να προβαίνει σε απενεργοποίησή του - μεταξύ άλλων - εάν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος διαπράττει φοροδιαφυγή, συνιστά βαθιά επέμβαση στην οικονομική ζωή του φορολογούμενου, φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με απαγόρευση άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση αυτή συνιστά κατ’ ουσίαν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ για τη ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων σε περίπτωση φοροδιαφυγής, εφ’ όσον δεν τίθενται όρια στην αρμοδιότητά του. Περαιτέρω, η ουσιαστική ρύθμιση δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις της ίδιας διάταξης ούτε από διατάξεις άλλου νόμου, διότι καμία διάταξη δεν περιέχει τέτοιες ρυθμίσεις. Συνεπώς, είναι αντισυνταγματικές.
■
ΤΜΗΜΑΤΩΝ
707/2025 (Β’ Τμ.) – Πρoεδρεύων: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Γ. Φλίγγου, Πάρεδρος
Πότε επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής. Ως απόρριψη προσφυγής για “τυπικό λόγο”, που δικαιολογεί την άσκηση δεύτερης προσφυγής νοείται κάθε περίπτωση, πλην των ρητώς θεσπιζομένων στο άρθρο 70 ΚΔιοικΔικ εξαιρέσεων, κατά την οποία η (πρώτη) προσφυγή απορρίπτεται για έλλειψη δικονομικής προϋπόθεσης ως απαράδεκτη, χωρίς να εξετασθεί κατά τη βασιμότητά της, εφ’ όσον η έλλειψη αυτή, λόγω της φύσης της, μπορεί αντικειμενικά να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση της προσφυγής. Συνεπώς, τότε μόνον δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη προσφυγή απορρίφθηκε λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, καθώς και στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 28 § 3, 139Α και 277 § 1 του ΚΔιοικΔικ, εφ’ όσον δηλαδή ο προσφεύγων εκλήθη να συμπληρώσει τις σχετικές με τα άρθρα αυτά τυπικές ελλείψεις και δεν ανταποκρίθηκε (ώστε να μην δικαιολογείται η παροχή μιας ακόμη ευκαιρίας για κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης). Αντιθέτως, είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο δεν ηδύνατο, κατά τον νόμο, να καλέσει τον διάδικο να συμπληρώσει τυπικές ελλείψεις, όπως είναι η περίπτωση μη καταβολής ή καταβολής ελλιπούς, οφειλόμενου επί χρηματικού περιεχομένου φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, αναλογικού παραβόλου.
■
713/2025 (Α΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Πασιπουλαρίδου, Πάρεδρος
Ασφαλιστικός φορέας σε περίπτωση διακοπής της παράλληλης απασχόλησης. Όταν διακόπτεται η άσκηση της ασφαλιστέας στον φορέα επιλογής παράλληλης απασχόλησης και, ως εκ τούτου, ο ασφαλισμένος παύει να είναι υπακτέος στην παράλληλη ασφάλιση περισσότερων του ενός ασφαλιστικών φορέων, εξακολουθεί όμως να είναι υπακτέος στην ασφάλιση του μη επιλεγέντος φορέα, από τον οποίο ζήτησε να εξαιρεθεί λόγω της παράλληλης απασχόλησής του που τελικά διακόπηκε, επανέρχεται στην υποχρεωτική εκ του νόμου ασφάλιση του φορέα αυτού, στον οποίον υπάγεται λόγω της δραστηριότητας ή της ιδιότητας που εξακολουθεί να διατηρεί και τον οποίο οφείλει να ενημερώσει για τη διακοπή της παράλληλης αυτής απασχόλησης και ασφάλισής του.
Μετέπειτα παράλληλη απασχόληση. Αν, στη συνέχεια, ανακύψει νέα παράλληλη απασχόληση ή ιδιότητα, ως εκ της οποίας ο ασφαλισμένος πρέπει να υπαχθεί στην ασφάλιση δεύτερου ασφαλιστικού φορέα, ακόμη και αν είναι η ίδια για την οποία είχε ήδη ασκήσει το δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα, είναι υποχρεωμένος, εντός 6μήνου από την ανάληψη της δεύτερης αυτής απασχόλησης ή την κτήση της ιδιότητας, να ασκήσει εκ νέου δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα, υποβάλλοντας νέα υπεύθυνη δήλωση στους εκάστοτε εργοδότες και στους φορείς ασφάλισης. Αν δεν ασκήσει το σχετικό αυτό δικαίωμα, συνεχίζει να ασφαλίζεται υποχρεωτικώς, όχι στον φορέα που είχε την πρώτη φορά επιλέξει, αλλά σε αυτόν που υπαγόταν κατά τον νόμο πριν αναλάβει τη νέα παράλληλη απασχόληση ή αποκτήσει την ιδιότητα και στον οποίο είχε επανέλθει.
Παράλληλη απασχόληση και υπαγωγή σε ΙΚΑ και ΟΑΕΕ. Θεσπίστηκε η υποχρεωτική, χωρίς δικαίωμα δηλαδή επιλογής, υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ των παράλληλα ασφαλισμένων στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τον ΟΑΕΕ, σε κάθε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν έχει πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τουλάχιστον 25 ημέρες εργασίας για κάθε μήνα του χρονικού διαστήματος της παράλληλης απασχόλησης. Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει τόσο τις εκκρεμείς ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών οργάνων αιτήσεις και ενστάσεις κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4254/2014 (7.4.2014), όσο και τις περιπτώσεις επανεξέτασης, μετά τη λήξη τους, εξαιρέσεων από την ασφάλιση, που είχαν χορηγηθεί υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, εφ’ όσον αυτές κρίνονται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4254/2014 (7.4.2014), τούτο δε ανεξαρτήτως του χρόνου παράλληλης ασφάλισης που αφορούν [Μειοψηφία].
■
755/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Β. Αραβαντινός, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Α.-Ε. Ανδρουτσοπούλου, Πάρεδρος
Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ). Η ίδρυση του ΚΕΑΟ αποσκοπεί στην κατά ενιαίο τρόπο είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή στην ενοποίηση των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών, με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για όλους τους κοινωνικοασφαλιστικούς φορείς, προς τον σκοπό καταπολέμησης της εισφοροδιαφυγής, επιτάχυνσης είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών και μη περαιτέρω απώλειας των σχετικών εσόδων που έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών. Κατά το στάδιο της εν ευρεία εννοία βεβαίωσης της οφειλής, ο οικείος ασφαλιστικός φορέας εντοπίζει τις καθυστερούμενες οφειλές και συντάσσει σχετική Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, ήτοι “ειδική διοικητική πράξη καταγραφής οφειλών”, που συνιστά την καταλογιστική πράξη και τον νόμιμο τίτλο κατ’ άρθρο 2 του ΚΕΔΕ.
Αναγκαστική είσπραξη ασφαλιστικών οφειλών. Από την έκδοση της παραπάνω καταλογιστικής πράξης, η οποία εξακολουθεί, και υπό το καθεστώς του ν. 4172/2013, να εκδίδεται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, η καθυστερούμενη οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη, οπότε διαβιβάζεται από τον ασφαλιστικό οργανισμό στο ΚΕΑΟ, εκκινεί το στάδιο της εν στενή εννοία βεβαίωσης της οφειλής και καθεμία Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, κατόπιν ελέγχου πληρότητας των στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα του ΚΕΑΟ, λαμβάνει (με ηλεκτρονικό τρόπο) μοναδικό αριθμό, εγγράφεται στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του ΚΕΑΟ και καθίσταται, πλέον, εκτελεστός τίτλος κατά τον ΚΕΔΕ. Επομένως, με τις περί ΚΕΑΟ διατάξεις δεν θίγεται ούτε διαφοροποιείται, κατά τα λοιπά, η από τον ΚΕΔΕ προβλεπόμενη διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης, ούτε, άλλωστε, έπαψε να απαιτείται η προηγουμένη τήρηση της διαδικασίας κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης, και δη κατά τρόπο που εξασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία των ασφαλισμένων, σε συμφωνία με τα άρθρα 20 § 1 Σ και 6 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, προκειμένου περί ασφαλιστικών οφειλών προς τον ΟΑΕΕ, τα όργανα του τελευταίου διατηρούν, και υπό το καθεστώς του θεσμού του ΚΕΑΟ (αρμοδίου πλέον για την εν στενή εννοία βεβαίωση της οφειλής και τη λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης), την αρμοδιότητα έκδοσης της οικείας καταλογιστικής πράξης, η οποία ονομάζεται πλέον Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, αποτελεί τον κατ’ άρθρο 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο στο πλαίσιο της εν ευρεία εννοία βεβαίωσης της οφειλής και υποχρεωτικώς κοινοποιείται στον καθ’ ου οφειλέτη.
Μη νόμιμη η ταμειακή βεβαίωση και ατομική ειδοποίηση πριν την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης. Όπου στην κειμένη νομοθεσία προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ένστασης, ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου βοηθήματος, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται (χωρίς, όμως, ανασταλτικό αποτέλεσμα) και, ως μη αφορώσα τη διαδικασία είσπραξης καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών, ουδόλως καταργήθηκε. Επομένως, μη νομίμως εκδίδεται πράξη ταμειακής βεβαίωσης ασφαλιστικής οφειλής και ατομική ειδοποίηση, εάν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί στον οφειλέτη του ΟΑΕΕ η καταλογιστική Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, η οποία πλέον αντικαθιστά την πράξη επιβολής εισφορών και πρόσθετου τέλους.
■
768/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Β. Αραβαντινός, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Σ. Λαμπροπούλου, Σύμβουλος
Διαδικασία συνδιαλλαγής. Με τη διαδικασία συνδιαλλαγής επιδιώκεται, υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής, η επίτευξη συμφωνίας του οφειλέτη επιχειρηματία με τους πιστωτές του, που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία (δηλαδή πλέον του 50%) των κατ’ αυτού απαιτήσεων, με σκοπό την πρόληψη της πτώχευσης, τη συνέχιση της δραστηριότητάς του και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, μέσω της πρόβλεψης λύσεων για τη διάσωση της επιχείρησης, ιδίως με μείωση των απαιτήσεων, παράταση του ληξιπρόθεσμου αυτών, αναδιάρθρωση της επιχείρησης, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, εκποίηση της επιχείρησης ή κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο. Στo πλαίσιo της διαδικασίας αυτής, εκδίδονται 3 αποφάσεις, η πρώτη επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η δεύτερη επικυρώνει ή όχι τη συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, οι οποίοι έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή, και η τρίτη διατάσσει τη λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της.
Μεσολαβητής και εξασφαλιστικά μέτρα. Εφ’ όσον αποφασιστεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ορίζεται μεσολαβητής, ο οποίος, οφείλει να περαιώσει το έργο του όχι πέραν του 2μήνου, αρχόμενου από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης, με την ίδια δε απόφαση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα προληπτικά μέτρα διατάσσονται με την πρώτη απόφαση και ισχύουν μέχρι την έκδοση της δεύτερης απόφασης, ήτοι της επικυρωτικής ή μη της συμφωνίας ή, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Τα προληπτικά μέτρα, που λαμβάνονται στο πλαίσιο της συνδιαλλαγής από το αρμόδιο δικαστήριο, δεσμεύουν και το Δημόσιο.
Αναστολή ατομικών διώξεων. Όταν από το πτωχευτικό δικαστήριο διαταχθεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η τυχόν διαταχθείσα αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, εκείνα τα μέτρα, που αφορούν την περιουσία του ευρισκομένου σε διαδικασία συνδιαλλαγής (πρωτοφειλέτη), ενώ δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις αυτές ρητή πρόβλεψη για τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα τα σχετιζόμενα με την περιουσία των συνοφειλετών σε ολόκληρο με τον πρωτοφειλέτη (όπως των ομόρρυθμων εταίρων ως συνοφειλετών της ομόρρυθμης εταιρείας), τα οποία ρητώς αναστέλλονται μετά την επικύρωση της συμφωνίας της συνδιαλλαγής. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται η δίωξη των συνοφειλετών σε ολόκληρο για το διάστημα πριν την επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής, αντίθετα είναι εύλογη η επέκταση της αναστολής των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων και στους συνοφειλέτες σε ολόκληρο από το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής.
Αναστολή ατομικών διώξεων κατά διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ. Ο διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ναι μεν δεν είναι ο ίδιος υποκείμενο της οικείας φορολογικής υποχρέωσης, πλην όμως στο στάδιο της είσπραξής της, αποκτά, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, την ιδιότητα του «οφειλέτη» από και δια της εκδόσεως και κοινοποιήσεως προς αυτόν της ατομικής ειδοποίησης, Η ιδιότητα αυτή τον καθιστά «συνοφειλέτη αε ολόκληρο» της εταιρείας και προσωρινή αναστολή κάθε διαδικασίας που αποβλέπει στη διεκδίκηση της περιουσίας του νομικού προσώπου περιλαμβάνει και αυτόν, ως συνοφειλέτη της εταιρείας.
■
804/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Η. Μάζος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ. Φασιλάκη, Πάρεδρος
Δημόσιες συμβάσεις. Ασυνήθιστα χαμηλές τιμές. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να εκτιμήσει, εάν οι υποβληθείσες στη διαγωνιστική διαδικασία οικονομικές προσφορές είναι ασυνήθιστα χαμηλές. Η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να ελέγχει τη σοβαρότητα ορισμένης προσφοράς εξαρτάται από την προηγούμενη ύπαρξη αμφιβολιών, όσον αφορά την αξιοπιστία και την φερεγγυότητα αυτής. Μόνον εφ’ όσον προκύπτουν πράγματι τέτοιες αμφιβολίες οφείλει η αναθέτουσα αρχή να ζητήσει τις διευκρινίσεις, που θεωρεί ενδεδειγμένες ως προς τη σύνθεση της προσφοράς. Ειδικότερα, η αναθέτουσα αρχή προβαίνει σε μία εκ πρώτης όψεως (prima facie) εκτίμηση του κατά πόσον οι προσφορές φαίνονται ασυνήθιστα χαμηλές, οφείλει, δηλαδή, κατ’ αρχάς να εξετάσει εάν οι υποβληθείσες προσφορές περιέχουν ένδειξη ικανή να δημιουργήσει την υπόνοια, ότι ενδέχεται να είναι ασυνήθιστα χαμηλές. Εάν δεν περιέχουν τέτοια ένδειξη, μπορεί να συνεχίσει τη διαγωνιστική διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης.
Αιτιολόγηση. Η αναθέτουσα αρχή διαθέτει, κατ’ αρχήν, ευρεία διακριτική ευχέρεια να χαρακτηρίσει συγκεκριμένη οικονομική προσφορά ως ασυνήθιστα χαμηλή, κατ’ εκτίμηση, ιδίως, της απόκλισης της οικονομικής προσφοράς κάθε διαγωνιζομένου από την προϋπολογισθείσα δαπάνη του έργου, αλλά και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποβληθείσες οικονομικές προσφορές. Συνεπώς, η έκταση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, την οποία υπέχει η αναθέτουσα αρχή, σε περίπτωση που εκτιμά ότι η οικονομική προσφορά δεν φαίνεται ασυνήθιστα χαμηλή, είναι περιορισμένη και δεν υποχρεούται να προβεί σε διεξοδική ανάλυση της σύνθεσης κάθε προσφοράς, προκειμένου να διαπιστώσει ότι αυτή δεν αποτελεί ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας υπόκειται, πάντως, σε δικαστικό έλεγχο ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων της. Τεκμαίρονται ως ασυνήθιστα χαμηλές οι προσφορές που εμφανίζουν απόκλιση μεγαλύτερη των 10 μονάδων από τον μέσο όρο του συνόλου των εκπτώσεων των υποβληθεισών παραδεκτών προσφορών (ή ενδεχομένως και μικρότερη ή καθόλου απόκλιση από το ως άνω όριο, κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής).
Κλήση οικονομικού φορέα για διευκρινίσεις. Εάν η αναθέτουσα αρχή χαρακτηρίσει συγκεκριμένη οικονομική προσφορά ως ασυνήθιστα χαμηλή, υποχρεούται να καλέσει τον διαγωνιζόμενο, του οποίου την προσφορά κρίνει ως ασυνήθιστα χαμηλή, προς παροχή των αναγκαίων διευκρινίσεων ως προς τη σύνθεση της προσφοράς του. Συνεπώς, προσφορά που φαίνεται ασυνήθιστα χαμηλή δεν απορρίπτεται αυτομάτως, αλλά η αναθέτουσα αρχή καλεί τον διαγωνιζόμενο οικονομικό φορέα να εξηγήσει την τιμή ή το κόστος που προτείνει και να προσκομίσει τα αναγκαία δικαιολογητικά, τα οποία αποδεικνύουν ότι η προσφορά του είναι σοβαρή. Η σχετική πρόσκληση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια και να περιέχει συγκεκριμένο καθορισμό των επί μέρους στοιχείων της οικονομικής προσφοράς που προκαλούν αμφιβολίες και χρήζουν αιτιολόγησης, προκειμένου να παρέχεται στον προσφέροντα η δυνατότητα να αποδείξει, κατά τρόπο πλήρη και λυσιτελή, τη σοβαρότητα της προσφοράς του, εν όψει και των ειδικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στοιχεία που πρέπει να επικαλεστεί η προσφέρουσα. Προς αιτιολόγηση της οικονομικής του προσφοράς ο διαγωνιζόμενος μπορεί να υποβάλει, πέραν των ενδεικτικώς αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 88 του ν. 4412/2016, όλες τις εξηγήσεις που κρίνει σκόπιμες, ενόψει της φύσης και των χαρακτηριστικών του έργου, χωρίς οποιονδήποτε σχετικό περιορισμό, οφείλει δε να προσκομίζει τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις παρεχόμενες εξηγήσεις. Η αναθέτουσα αρχή λαμβάνει υπόψη για την αξιολόγηση της προσφοράς όλα τα κρίσιμα στοιχεία που επικαλείται ο προσφέρων για να τεκμηριώσει ότι η προσφορά του, μολονότι εμφανίζεται να είναι ασυνήθιστα χαμηλή, είναι αξιόπιστη και καθιστά δυνατή την ορθή εκτέλεση της σύμβασης.
Διαδικασία δικαιολόγησης προσφοράς. Διάλογος. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αξιολογεί τις παρεχόμενες πληροφορίες σε συνεννόηση με τον προσφέροντα, δηλαδή κατόπιν πραγματικού και ουσιαστικού διαλόγου με αυτόν, προκειμένου να αποσαφηνίζονται όλα τα επίμαχα στοιχεία της προσφοράς και η αναθέτουσα αρχή να δύναται να σχηματίσει πλήρη και σαφή εικόνα περί τούτων και να εκφέρει ασφαλή κρίση ως προς το παραδεκτό της οικονομικής προσφοράς. Κατά την αξιολόγηση από την αναθέτουσα αρχή των πληροφοριών, που της παρέχει ο κληθείς προς τούτο διαγωνιζόμενος, τηρούνται, επιπλέον, οι αρχές της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, καθώς και της διαφάνειας και της αναλογικότητας. H αρχή της κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας επιβάλλει ο προσφέρων να έχει τη δυνατότητα, μετά την κατάθεση των πρώτων παρατηρήσεων, να παράσχει συμπληρωματικές διευκρινίσεις εφ’ όσον τούτο θεωρείται εύλογο. Περαιτέρω, τυχόν νέα έκθεση αιτιολόγησης της προσφοράς, η οποία υποβλήθηκε, μετά από νέα πρόσκληση της αναθέτουσας αρχής, δεν είναι υποχρεωτικό να ταυτίζεται με την προηγούμενη. Η προσφορά απορρίπτεται μόνον εάν τα παρεχόμενα στοιχεία δεν εξηγούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, το χαμηλό επίπεδο της τιμής ή του κόστους που προτείνεται.
Πέρας της διαδικασίας. Η παραπάνω διαδικασία ολοκληρώνεται νομίμως μόνον εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ήτοι, αφ’ ενός, έχει χορηγηθεί στον προσφέροντα η δυνατότητα να αιτιολογήσει πλήρως και λυσιτελώς την προσφορά του ως προς όλα τα επίμαχα σημεία και, αφ’ ετέρου, η αναθέτουσα αρχή έχει διαμορφώσει ασφαλή κρίση ως προς το παραδεκτό της προσφοράς κατόπιν αποσαφήνισης όλων των κρίσιμων στοιχείων που τη συνθέτουν. Η μη πλήρωση έστω και μιας εκ των προϋποθέσεων αυτών καθιστά νομικά πλημμελή τη διαδικασία ελέγχου της προσφοράς, που φαίνεται ασυνήθιστα χαμηλή. Ωστόσο, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται, άνευ ετέρου, να καλεί κατ’ επανάληψη τον προσφέροντα να διευκρινίζει, επεξηγεί και συμπληρώνει τα τυχόν ελλιπή στοιχεία της αιτιολόγησης της προσφοράς του, εφ’ όσον δε αιτιολογεί πλήρως την κρίση της, ότι η ελεγχθείσα προσφορά, κατόπιν ειδικής και σαφούς πρόσκλησης του προσφέροντος προς αιτιολόγηση αυτής, είναι αναμφίβολα ανεπαρκής, τερματίζει νόμιμα τη διαδικασία διαλόγου με τον τελευταίο, χωρίς να υποχρεούται σε περαιτέρω κλήση του για υποβολή πρόσθετων διευκρινίσεων.
Προσφυγή κατά προσφοράς, ως ασυνήθιστα χαμηλής. Σε περίπτωση κατά την οποία διαγωνιζόμενος προβάλλει ενώπιον της αναθέτουσας αρχής ή ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί υποβολής ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς εκ μέρους άλλου διαγωνιζομένου, γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να απαντήσει επί των προβληθέντων ουσιωδών ισχυρισμών. Η απάντηση πρέπει να είναι νομίμως αιτιολογημένη, η δε νομιμότητα και επάρκεια της σχετικής αιτιολογίας αποτελεί αντικείμενο ελέγχου από την ΕΑΔΗΣΥ και, εν τέλει, από το αρμόδιο δικαστήριο. Τα παραπάνω ισχύουν, mutatis mutandis, και όταν η προσφορά τεκμαίρεται ως ασυνήθιστα χαμηλή κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της § 5α του άρθρου 88.
Αποδοχή της προσφυγής. Συνέπειες. Σε περίπτωση αποδοχής της προδικαστικής προσφυγής, η ΕΑΔΗΣΥ ακυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής και αναπέμπει την υπόθεση στην τελευταία, χωρίς να έχει την εξουσία να τροποποιήσει την προσβληθείσα πράξη ούτε να προβεί η ίδια στην οφειλόμενη ενέργεια καθ’ υποκατάσταση της αναθέτουσας αρχής. Αναγνωρίζεται δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης και αναστολής και σε εκείνον που άσκησε την προδικαστική προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή, εφ’ όσον έχει έννομο συμφέρον. Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει όχι μόνο σε περίπτωση που η ΕΑΔΗΣΥ δεν αποφάνθηκε επί ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που αφορά πλημμέλεια άλλου τμήματος της προσφοράς του τρίτου ή οδηγεί σε αποκλεισμό αυτού επί άλλης βάσης από τα κριθέντα από την Αρχή, αλλά και όταν η ερμηνεία που δόθηκε από την Αρχή στις εφαρμοστέες διατάξεις είναι αντίθετη της, κατά τον προσφεύγοντα, ερμηνείας των αυτών διατάξεων, η δε υιοθετηθείσα ερμηνεία από την Αρχή συνεπάγεται την απόρριψη σχετικού λόγου προβληθέντος με την προδικαστική προσφυγή.
■
805/2025 (Γ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδρος
Επιλογή δικαστικών λειτουργών. Ο κοινός νομοθέτης είναι αρμόδιος να θεσπίζει τα προσόντα και τη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων να καταλάβουν θέσεις δικαστικών λειτουργών, υποκείμενος στους περιορισμούς που απορρέουν από τις συνταγματικές διατάξεις, που εγγυώνται την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και από την αρχή της ισότητας πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα. Ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να καθορίζει τα προσόντα των υποψηφίων που κρίνει αναγκαία, προκειμένου να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις εκάστοτε ανάγκες του δικαστικού έργου, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις ισχύουσες συνθήκες. Μπορεί, επομένως, στο πλαίσιο της ρυθμιστικής του ευχέρειας, να μεταβάλλει τα προσόντα των υποψηφίων δικαστικών λειτουργών σε σχέση με όσα ίσχυσαν σε προηγούμενους διαγωνισμούς, αρκεί να στηρίζεται σε κριτήρια αντικειμενικά και γενικής ισχύος για όλους τους υποψηφίους.
Ανώτατο όριο ηλικίας. Το συμφέρον της εύρυθμης λειτουργίας της Δικαιοσύνης επιβάλλει τον καθορισμό από τον νομοθέτη εύλογου ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στις εξετάσεις της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, το οποίο, αφ’ ενός, θα διασφαλίζει την επαρκή στελέχωση των δικαστηρίων εν γένει με δικαστικούς λειτουργούς και, αφ’ ετέρου, θα επιτρέπει την παραμονή των δικαστικών λειτουργών για επαρκές χρονικό διάστημα σε κάθε βαθμό της υπηρεσιακής τους εξέλιξης, ώστε να αποκτούν την εμπειρία, τις γνώσεις και τις ικανότητες που είναι αναγκαίες για την επιτυχή αντιμετώπιση των απαιτήσεων του εκάστοτε ανώτερου βαθμού. Ο καθορισμός του εν λόγω ορίου ηλικίας απόκειται στην ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη και υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Η καθιέρωση, με τη διάταξη του άρθρου 17 § 1 περ. β’ του ν. 4871/ 2021, του 40ού έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας των υποψηφίων για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, καθώς το όριο αυτό παρίσταται, κατά κοινή πείρα, εύλογο, ούτε στο ενωσιακό δίκαιο ή την ΕΣΔΑ.
■
806/2025 (Δ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπροέδρος, Εισηγητής: Ι. Παπαγιάννης, Σύμβουλος
Ανάθεση υπηρεσιών σε αρχαιολογικό χώρο σε ιδιώτη. Ο καθορισμός του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας ανάγεται στην κανονιστική σχέση (οργανωτικού χαρακτήρα) μεταξύ Κράτους και υπαλλήλων και δεν παρέχει σε αυτούς ή στα συνδικαλιστικά τους όργανα έννομο συμφέρον για τη δικαστική προσβολή των σχετικών πράξεων, εκτός αν οι τελευταίες αφορούν εργασιακά θέματα ή άπτονται της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Αυτά ισχύουν και στην περίπτωση, που η Διοίκηση επιλέγει να οργανώσει την παροχή της υπηρεσίας με την ανάθεση σύμβασης σε οικονομικό φορέα. Η ανάθεση σε ιδιώτη της λειτουργίας του υφιστάμενου συστήματος έκδοσης και διαχείρισης ηλεκτρονικού εισιτηρίου, του ελέγχου των εισιτηρίων των εισερχομένων στον αρχαιολογικό χώρο και της εξυπηρέτησης των επισκεπτών έξω από την περίφραξη του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης Αθηνών και έως το σημείο της εισόδου στον χώρο αυτόν, δεν θίγει τα καθήκοντα φύλαξης και εποπτείας του αρχαιολογικού χώρου, καθώς και κάθε συναφούς προς τα καθήκοντα αυτά υπηρεσίας εξυπηρέτησης του κοινού, ούτε επιφέρει ουσιώδη μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, που απασχολούνται σε θέσεις αρχαιοφυλάκων με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
■
807/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Χ. Ευαγγελίου, Πάρεδρος
Προϋποθέσεις εγγραφής και απεγγραφής από τον κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Το Δημόσιο και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης εγκρίνουν και εξοφλούν ιατρικές συνταγές για τη χορήγηση φαρμάκων, εφ’ όσον με αυτές συνταγογραφούνται φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία περιλαμβάνονται σε κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και μόνον για τις εγκεκριμένες ενδείξεις. Στον κατάλογο αυτό συμπεριλαμβάνονται αποκλειστικά φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία, σύμφωνα με την χορηγούμενη από τον ΕΟΦ άδεια κυκλοφορίας τους, χορηγούνται μόνο με ιατρική συνταγή. Για την εγγραφή στον κατάλογο απαιτείται και η σχετική βούληση του κατόχου άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος, ο οποίος, με την υποβολή αίτησης για την ένταξη του σκευάσματος στον κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων, αποδέχεται να διατίθεται αυτό στην αγορά και με κάλυψη της δαπάνης από το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Η βούληση του κατόχου άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού σκευάσματος να μην διατίθεται αυτό και με κάλυψη της δαπάνης από το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης αρκεί για την αφαίρεση του σκευάσματος από τον κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων, εκτός εάν, βάσει ειδικού κανονιστικού πλαισίου, προβλέπεται διαφορετική διαδικασία.
■
808/2025 (Δ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Παπαϊωάννου, Πάρεδρος
Πιλοτική δίκη. Κατάργηση δικαιώματος παρέμβασης. Η κατάργηση, με τον ν. 5119/2024, του δικαιώματος να παρεμβαίνουν ενώπιον του ΣτΕ οι διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες, στις οποίες τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα υπαγορεύθηκε από την ανάγκη επιτάχυνσης της σχετικής διαδικασίας, εν όψει του συχνού φαινομένου άσκησης, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, ιδιαιτέρως μεγάλου αριθμού παρεμβάσεων (ενίοτε άνω των 10.000), με συνέπεια την καθυστέρηση στην επίλυση του γενικότερου ενδιαφέροντος νομικού ζητήματος και την εν γένει επιβράδυνση και δυσχέρεια διεκπεραίωσης των εργασιών του δικαστηρίου. Η νέα ρύθμιση δεν αποστερεί από τους μετέχοντες σε άλλη δίκη, στην οποία ανακύπτει το αυτό νομικό ζήτημα, το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από τον φυσικό δικαστή της υπόθεσής τους, που είναι το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Εξάλλου και στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας διασφαλίζεται η δυνατότητα των διαδίκων στις σχετικές εκκρεμείς δίκες να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς και τα ερμηνευτικά τους επιχειρήματα, δια της υποβολής υπομνήματος προς το ΣτΕ. Εξάλλου, τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία εκκρεμούν οι σχετικές υποθέσεις (υποθέσεις που θέτουν το ίδιο νομικό ζήτημα και των οποίων η εκδίκαση είχε ανασταλεί έως την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ), αν τυχόν άγονται σε κρίση αντίθετη προς την εν λόγω απόφαση, κατόπιν συνεκτίμησης ισχυρισμών και ερμηνευτικών επιχειρημάτων που δεν είχαν τεθεί υπ’ όψη του ΣτΕ, δεν εμποδίζονται να θέσουν εκ νέου ενώπιον του ΣτΕ το ίδιο γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, υποβάλλοντας προδικαστικό ερώτημα.
Δημόσιες συμβάσεις. Οικονομικοί φορείς, που δεν είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημους καταλόγους. Οι οικονομικοί φορείς, που δεν είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημο κατάλογο εγκεκριμένων φορέων, δεν υποχρεούνται να απαντήσουν στο - εντασσόμενο στο βασικό ερώτημα περί εγγραφής σε τέτοιο κατάλογο - υποερώτημα της Ενότητας Α του Μέρους ΙΙ του ΕΕΕΣ, περί του αν θα είναι σε θέση να προσκομίσουν βεβαίωση πληρωμής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και φόρων ή να παράσχουν πληροφορίες, σε σχέση με τη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να τη λάβει με απ’ ευθείας πρόσβασή της σε εθνική βάση δεδομένων (υποερώτημα ε´).
■
809/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Κοντοπόδη, Πάρεδρος
Επιχορήγηση από πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Ιδία συμμετοχή. Για την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της επένδυσης δεν αρκεί μόνον η εκτέλεση του φυσικού αντικειμένου της, αλλά απαιτείται και η πλήρης εξόφληση του αντίστοιχου οικονομικού αντικειμένου, περιλαμβανομένης και της ιδίας συμμετοχής του δικαιούχου. Η ιδία συμμετοχή καταβάλλεται από τον δικαιούχο ειδικά για τον σκοπό υλοποίησης της επένδυσης και δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 25% του συνολικού προϋπολογισμού του έργου, καλύπτεται δε, όσον αφορά τις υφιστάμενες επιχειρήσεις, ιδίως από το ποσό της αύξησης του εταιρικού τους κεφαλαίου, που προκύπτει από νέες σε μετρητά εισφορές των εταίρων. Εξάλλου, η κάλυψη της ιδίας συμμετοχής με αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου ΑΕ πρέπει να αποδεικνύεται από τα προβλεπόμενα στον Οδηγό του Προγράμματος και τη σύμβαση δικαιολογητικά, στα οποία περιλαμβάνονται η απόφαση της ΓΣ για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για τους σκοπούς της επένδυσης και η σχετική απόφαση του ΔΣ για την πιστοποίηση της καταβολής του, τηρουμένων των προβλεπόμενων τύπων δημοσιότητας. Η κατά τον τρόπο αυτό κάλυψη της ιδίας συμμετοχής του δικαιούχου, με την οποία σκοπείται η διασφάλιση της φερεγγυότητας του επενδυτή, καθώς και η βιωσιμότητα της επένδυσης στο μέλλον, συνιστά ουσιώδη δέσμευση του δικαιούχου και αποτελεί προϋπόθεση της χορήγησης της χρηματοδοτικής συνδρομής, η μη τήρηση δε της δέσμευσης αυτής οδηγεί σε απένταξη του έργου από το Πρόγραμμα και σε υποχρέωση του επενδυτή να επιστρέψει τη δημόσια επιχορήγηση που τυχόν έλαβε.
Κάλυψη συμμετοχής με αύξηση κεφαλαίου της ΑΕ. Σε περίπτωση, που η διαδικασία αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ΑΕ για την κάλυψη της ιδίας συμμετοχής του δικαιούχου στο Πρόγραμμα ολοκληρωθεί με την πιστοποίηση από το ΔΣ της καταβολής του ποσού της αύξησης εντός της ταχθείσας για την ολοκλήρωση της επένδυσης προθεσμίας, εντός δε της προθεσμίας αυτής έχει εκτελεστεί και το φυσικό αντικείμενο του έργου, μόνη η υπέρβαση των προβλεπόμενων από τον νόμο περί ΑΕ προθεσμιών, που αφορούν την ολοκλήρωση της διαδικασίας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου (προθεσμιών για την καταβολή και την πιστοποίηση της καταβολής του ποσού της αύξησης) δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους δέσμευσης, που δικαιολογεί την απένταξη του έργου από το Πρόγραμμα.
■
813/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Π. Τσούκας, Σύμβουλος
Απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος των εσόδων του ΤΑΠΕΤΕ, που προέρχονται από εκμετάλλευση του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Το κεφάλαιο που σχηματίζεται από τις εισφορές των ασφαλισμένων τοποθετείται, προς διατήρηση της αξίας του, είτε σε λογαριασμούς είτε σε ακίνητα ή σε λοιπές επενδύσεις και, επομένως, τα έσοδα από τις τοποθετήσεις αυτές προστίθενται στο ασφαλιστικό κεφάλαιο, ώστε το ασφαλιστικό Ταμείο να είναι σε θέση να εκπληρώνει τον σκοπό του στο διηνεκές. Έσοδα του Ταμείου από μισθώματα ακινήτων, τόκους καταθέσεων και μερίσματα, ακίνητα, καταθέσεις και τίτλους, στους οποίους έχει τοποθετηθεί η περιουσία του, πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του καταστατικού του σκοπού και, επομένως, απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος κατ’ άρθρο 45 περ. γ΄ του ν. 4172/2013.
■
860/2025 (Γ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Β. Ανδρουλάκης, Σύμβουλος
Αποχώρηση στρατιωτικού δικαστή. Αρμοδιότητα. Οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή πράξεων σχετικών με την αποχώρηση στελεχών από το δικαστικό σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων συνδέονται με τις εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, με τις οποίες περιβάλλονται, κατά το Σύνταγμα, οι στρατιωτικοί δικαστικοί λειτουργοί και, επομένως, αφορούν θέμα σχετικό με την υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικών λειτουργών γενικά, το οποίο εξακολουθεί να ανήκει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ.
Εφαρμοστέες διατάξεις. Κατά την έννοια του Συντάγματος, δεν είναι, κατ’ αρχήν, δυνατή η αυτόθροη εφαρμογή του συνόλου των σχετικών με τη Δικαιοσύνη συνταγματικών διατάξεων και στους στρατιωτικούς δικαστές, ούτε η επέκταση επί μέρους συνταγματικών ρυθμίσεων που αφορούν το υπηρεσιακό καθεστώς των λοιπών δικαστών στους στρατιωτικούς δικαστές, οι οποίοι διέπονται από ρυθμίσεις που προσιδιάζουν στην διττή ιδιότητά τους, ως μελών ειδικής ποινικής δικαιοδοσίας (στρατιωτική δικαιοσύνη) αλλά και ως στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Καθυστέρηση έκδοσης νόμου. Ναι μεν το Σύνταγμα δεν θέτει χρονικό περιθώριο για την έκδοση του νόμου, που θα ρυθμίζει συνολικά το υπηρεσιακό status των δικαστών ή επί μέρους πτυχές του, προς την κατεύθυνση της εξομοίωσης με τα οριζόμενα στο Σύνταγμα για τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, σύμφωνα με την αναθεωρημένη διάταξη, πλην, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι στο Κράτος Δικαίου οι συνταγματικές επιταγές δεν είναι ανεκτό να αποδυναμώνονται από την αδράνεια του κοινού νομοθέτη, ούτε το ζήτημα της εξομοίωσης των στρατιωτικών δικαστών και της έκτασής της να παραμένει επί μακρόν αρρύθμιστο, ο νόμος αυτός πρέπει να εκδοθεί εντός εύλογου χρόνου από την αναθεώρηση της § 5 του άρθρου 96 του Συντάγματος, η πάροδος του οποίου ελέγχεται από το ΣτΕ.
Αποχώρηση λόγω ορίου ηλικίας. Ως προς την υποχρεωτική αποχώρηση λόγω ορίου ηλικίας, προβλέπεται ότι α) οι στρατιωτικοί δικαστές μέχρι και τον βαθμό του Στρατιωτικού Δικαστή Α΄ αποχωρούν από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους, β) οι Αναθεωρητές αποχωρούν όταν συμπληρώσουν το 62ο έτος της ηλικίας τους, γ) ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου αποχωρούν ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εφ’ όσον συμπληρώσουν 2 έτη στις θέσεις αυτές και δ) όσοι φέρουν τον βαθμό του Αναθεωρητή Β’ ή Γ’ αποχωρούν από την υπηρεσία ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 8 έτη στον έναν ή συνολικά στους δύο αυτούς βαθμούς. Το εν λόγω σύστημα διατάξεων προβλέπει την υποχρεωτική αποχώρηση των στρατιωτικών δικαστών από την υπηρεσία λόγω ηλικίας, έχοντας λάβει υπ’ όψη τα δεδομένα που αφορούν τον αριθμό των ήδη υπηρετούντων και την ανάγκη ομαλής εξέλιξης της σταδιοδρομίας τους.
■
865/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Β. Γκέρτσος, Πάρεδρος
Δημόσιοι υπάλληλοι. Πειθαρχικό παράπτωμα. Έλλειψη καταλογισμού. Για τη στοιχειοθέτηση του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικώς μεν η δια συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων του υπαλλήλου παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος, υποκειμενικώς δε η υπαίτια συμπεριφορά του υπαλλήλου, δηλαδή η παράβαση να οφείλεται είτε σε πρόθεση του υπαλλήλου (δόλος), είτε σε μη επίδειξη εκ μέρους του της απαιτούμενης, ανάλογα με τις περιστάσεις, επιμέλειας (αμέλεια). Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του υπαλλήλου δεν συντρέχει αν αυτός, κατά τον χρόνο τέλεσης των ενεργειών ή παραλείψεων, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος, στερούταν της ικανότητας προς καταλογισμό, γεγονός το οποίο συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τον παραβατικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται η πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου, εάν δε έχει εκκινήσει, παύει και κινείται η διαδικασία περί έρευνας της συνδρομής των προϋποθέσεων απόλυσης του υπαλλήλου λόγω πνευματικής ανικανότητας.
Κρίση περί συνδρομής λόγου άρσης του καταλογισμού. Η κρίση περί της συνδρομής λόγων που αίρουν την ικανότητα προς καταλογισμό του διωκόμενου υπαλλήλου ανήκει κατ’ αρχάς μεν στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί ο υπάλληλος, το οποίο υποχρεούται, εφ’ όσον κρίνεται αναγκαίο, να διατάξει την εξέταση του υπαλλήλου από τις αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές, τελικά δε στο ΣτΕ, το οποίο, κατά την εκδίκαση της προσφυγής του υπαλλήλου, κρίνει εκ νέου την υπόθεση όχι μόνο κατά το νομικό αλλά και κατά το πραγματικό μέρος αυτής, δυνάμενο να προβεί σε αυτοτελή διαπίστωση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε διάγνωση της ευθύνης του υπαλλήλου και, επομένως, σε κρίση περί της συνδρομής στο πρόσωπό του λόγων, που αίρουν την ικανότητά του προς καταλογισμό.
■
870/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σταυρουλάκη, Σύμβουλος
Διορισμός και αποζημίωση παρανόμως μη προσληφθέντος σε δημόσια θέση. Η Διοίκηση έχει υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ, υποχρεούμενη, ειδικότερα, όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφισταμένη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη αυτή, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές εν τω μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, εάν εξ αρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη. Επομένως, εάν το Δημόσιο (ή ν.π.δ.δ.) αρνηθεί να προσλάβει υποψήφιο σε δημόσια θέση και η άρνηση αυτή ακυρωθεί με απόφαση του ΣτΕ, ακολούθως η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, υποχρεούται να διορίσει τον υποψήφιο αναδρομικά στην παραπάνω θέση και να του καταβάλει έκτοτε τις οικείες (αναδρομικές) αποδοχές. Εκείνος δε, αντιστοίχως, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του, εφ’ όσον, κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού του μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία, δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει, εάν είχε αναλάβει υπηρεσία από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού.
■
873/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Ι. Γραβαρης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Ρέτσα, Πάρεδρος
Αίτηση ακύρωσης κατά πράξης καταλογισμού clawback και υπαγωγή σε διαδικασία συμψηφισμού. Η αποδοχή από τον διοικούμενο ορισμένης πράξης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την άρση του εννόμου συμφέροντός του για την προσβολή της με αίτηση ακύρωσης, πρέπει να προκύπτει σαφώς είτε από ρητή δήλωσή του, είτε από συμπεριφορά, η οποία ουδεμία καταλείπει αμφιβολία σχετικά με τη βούλησή του να αποδεχθεί την πράξη. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων του παρόχου υπηρεσιών υγείας έναντι του ΕΟΠΥΥ με οφειλές του από clawback και rebate προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, την αποδοχή της πράξης του Οργανισμού, με την οποία προσδιορίζεται η οφειλή του παρόχου, οπότε τυχόν ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης κατά της παραπάνω πράξης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εάν, όμως, από το περιεχόμενο της δήλωσης υπαγωγής στον συμψηφισμό καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με τη βούληση του αιτούντος να αποδεχθεί την πράξη, η αίτηση είναι παραδεκτή από την άποψη αυτή και περαιτέρω εξεταστέα. Συνεπώς, ο πάροχος δεν στερείται εννόμου συμφέροντος, ακόμη και εάν υπέβαλε δήλωση υπαγωγής στις περί συμψηφισμού διατάξεις.
■
890/2025 (Δ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ο. Νικολαράκου, Σύμβουλος
Αναγνώριση διπλώματος και πρόσβαση σε επάγγελμα. Το γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που καθιερώθηκε με την Οδηγία 89/48 θέτει, κατ’ ουσίαν, τεκμήριο περί του ότι τα προσόντα αιτούντος, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκεί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε ένα κράτος-μέλος, είναι επαρκή για την άσκηση του ιδίου αυτού επαγγέλματος στα λοιπά κράτη-μέλη. Εγγενές στοιχείο του συστήματος αυτού, το οποίο δεν προβαίνει σε καμία εναρμόνιση των σπουδών που παρέχουν πρόσβαση στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, είναι ότι εναπόκειται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες χορηγούν τα διπλώματα που παρέχουν πρόσβαση στα επαγγέλματα αυτά, να ελέγχουν, βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημά τους επαγγελματικής εκπαίδευσης, αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των διπλωμάτων αυτών. Συνεπώς, το κράτος-μέλος υποδοχής δεν μπορεί να ελέγξει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκαν τα έγγραφα αυτά, το δε ζήτημα αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο πραγματοποίησε τις σπουδές του ο κάτοχος διπλώματος, είναι πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του ίδιου εκπαιδευτικού επιπέδου, πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης του κράτους-μέλους, του οποίου αρμόδια αρχή χορήγησε το δίπλωμα.
Δίπλωμα κατόπιν σπουδών εξ αποστάσεως. Οι κάτοχοι αλλοδαπών τίτλων, που αποκτήθηκαν κατόπιν σπουδών εξ αποστάσεως, υπάγονται στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και περί ελευθερίας εγκατάστασης και μπορούν να επικαλούνται τις εν λόγω ελευθερίες, καθώς και τους απορρέοντες από αυτές νομολογιακούς κανόνες ενώπιον των κρατών-μελών, των οποίων είναι πολίτες.
Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας επαγγέλματος. Ισοδυναμία διπλωμάτων. Οι αρμόδιες αρχές κράτους-μέλους, όταν επιλαμβάνονται αίτησης που υποβάλλει πολίτης της Ένωσης για τη χορήγηση αδείας άσκησης επαγγέλματος, στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή από επαγγελματική κατάρτιση ή, ακόμη, από περιόδους πρακτικής άσκησης, οφείλουν να λαμβάνουν υπ’ όψη το σύνολο των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, καθώς και τη σχετική πείρα του ενδιαφερομένου, προβαίνοντας σε συγκριτική εξέταση μεταξύ, αφ’ ενός, των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με αυτά τα διπλώματα και την πείρα και, αφ’ ετέρου, των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία. Η παραπάνω διαδικασία συγκριτικής εξέτασης πρέπει να παρέχει στις εθνικές αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να βεβαιώνονται, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ότι με το αλλοδαπό δίπλωμα πιστοποιούνται, όσον αφορά τον κάτοχό του, γνώσεις και προσόντα, αν όχι όμοια, τουλάχιστον ισοδύναμα προς τα πιστοποιούμενα με το εθνικό δίπλωμα.
Κριτήρια. Η εκτίμηση περί ισοδυναμίας του αλλοδαπού διπλώματος πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στον βαθμό των γνώσεων και των προσόντων, που, με βάση το δίπλωμα αυτό, τη φύση και τη διάρκεια των σπουδών και τη σχετική με αυτές πρακτική εκπαίδευση, τεκμαίρεται ότι διαθέτει ο κάτοχός του. Κατά την εξέταση, το επιλαμβανόμενο κράτος-μέλος μπορεί, πάντως, να συνεκτιμά τις αντικειμενικές διαφορές, τόσο ως προς το νομικό πλαίσιο του οικείου επαγγέλματος στο κράτος-μέλος προέλευσης, όσο και ως προς το πεδίο δραστηριότητάς του. Αν δε από τη συγκριτική εξέταση των διπλωμάτων προκύπτει ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το αλλοδαπό δίπλωμα αντιστοιχούν στις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις, το κράτος-μέλος υποχρεούται να δεχθεί ότι το δίπλωμα αυτό πληροί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις.
Μερική αντιστοιχία διπλωμάτων. Αν από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία μεταξύ των ως παραπάνω γνώσεων και προσόντων, το κράτος-μέλος υποδοχής δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι απέκτησε με άλλο τρόπο τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Συναφώς, στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να εκτιμούν, αν η επίκληση των γνώσεων που αποκτήθηκαν στο κράτος-μέλος υποδοχής, στο πλαίσιο είτε ενός κύκλου σπουδών, είτε πρακτικής πείρας, αρκεί προς αναπλήρωση των γνώσεων που έλειπαν. Η υποχρέωση του κράτους-μέλους υποδοχής να λαμβάνει υπ’ όψη τους τίτλους, τους οποίους έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (κράτος προέλευσης), στηρίζεται στο ότι οι πιο πάνω τίτλοι πιστοποιούν, κατ’ αρχήν, προσόντα που θα επέτρεπαν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνονται υπ’ όψη τίτλοι σπουδών εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνον, ως προς την οργάνωση ή το περιεχόμενο της αντίστοιχης εκπαίδευσης, διαφορών μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής.
Αρμόδιο όργανο. Συνυπολογισμός σπουδών σε μη αναγνωρισμένο φορέα του κράτους υποδοχής. Αρμόδιο για την κρίση αυτή περί επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων είναι είτε το ειδικό όργανο, στο οποίο έχει ανατεθεί από το κράτος υποδοχής η σχετική αρμοδιότητα είτε, αν δεν έχει θεσπισθεί στο κράτος υποδοχής τέτοια διαδικασία, το όργανο του κράτους αυτού, στο οποίο έχει ανατεθεί από την εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων. Δεν θα ήταν, κατ’ επέκταση, συμβατή προς το παραπάνω σύστημα η δυνατότητα του κράτους-μέλους υποδοχής να αρνηθεί απολύτως την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα σε κάτοχο τίτλου, ο οποίος έχει χορηγηθεί από αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης και επιτρέπει, στο κράτος αυτό, την πρόσβαση σε αντίστοιχο επάγγελμα εκ μόνου του λόγου ότι ο εν λόγω τίτλος χορηγήθηκε στο κράτος προέλευσης κατά συνυπολογισμό χρόνου σπουδών διανυθέντος σε φορέα, που λειτουργεί μεν ελευθέρως στο κράτος υποδοχής, δεν αναγνωρίζεται όμως από τη νομοθεσία του κράτους τούτου ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, δυνάμει σχετικής γενικής διάταξης της νομοθεσίας του.
Μη εφαρμογή Οδηγιών και εφαρμογή διατάξεων της ΣΛΕΕ. Εάν το αίτημα πολίτη κράτους-μέλους για την αναγνώριση των επαγγελματικών του προσόντων δεν μπορεί να ικανοποιηθεί βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, το κράτος-μέλος υποδοχής οφείλει να το εξετάσει βάσει των αρχών που απορρέουν από τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ. Η εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης προς τις αρχές αυτές, που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο, επιτυγχάνεται με την πρόβλεψη της δυνατότητας εφαρμογής της διαδικασίας της αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας. Συνεπώς, πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά από το ΑΤΕΕΝ αν η αίτηση που υποβάλλεται για την αναγνώριση συγκεκριμένου τίτλου σπουδών συνδέεται με την πρόσβαση στην άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος ή όχι, ώστε η παραπάνω αρμόδια αρχή να εφαρμόσει είτε τις διατάξεις για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος επιδιώκει με την αναγνώριση του τίτλου του την πρόσβαση στην άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος και πληρούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, είτε τις διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας, στις λοιπές μη καλυπτόμενες από τις διατάξεις της Οδηγίας περιπτώσεις. Οι διατάξεις του π.δ. 38/2010 σχετικά με την αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας είναι δυνατόν να εφαρμόζονται, υπό τις προϋποθέσεις που έχουν εκτεθεί, και επί αιτημάτων για την πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα [Μειοψηφία].
Τίτλοι σπουδών από κολλέγια που λειτουργούν στην Ελλάδα. Μπορεί να αναγνωρισθεί η επαγγελματική ισοδυναμία τίτλων, που χορηγούνται από ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα τρίτων χωρών κατόπιν σπουδών πραγματοποιούμενων σε κολλέγια στην Ελλάδα με βάση συμφωνία δικαιόχρησης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 38/2010. Για τους τίτλους της κατηγορίας αυτής, δεν νοείται διάκριση μεταξύ τίτλων, που παρέχουν πρόσβαση στην άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος και τίτλων, που πιστοποιούν προσόντα συνδεόμενα με την άσκηση μη νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος. Σε κάθε περίπτωση, εφ’ όσον πρόκειται περί τίτλων μη καλυπτόμενων από τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, η διαδικασία που προέβλεψε ο νομοθέτης για την εξέταση των αιτημάτων των ενδιαφερομένων για την αναγνώριση των προσόντων, που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς, είναι αυτή της αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας, η οποία είναι εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, ακόμη και όταν επιδιώκεται η πρόσβαση σε επάγγελμα νομοθετικά ρυθμιζόμενο [Μειοψηφία].
Τίτλοι σπουδών προερχόμενοι από το Ηνωμένο Βασίλειο. Πρόσωπα, τα οποία ενεγράφησαν σε πρόγραμμα σπουδών ιδρύματος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου πριν την υπογραφή της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, ξεκίνησαν τις σπουδές τους σε χρόνο κατά τον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς να γνωρίζουν το χρονικό σημείο, κατά το οποίο δεν θα μπορούσαν πλέον να επικαλεσθούν τις δυνατότητες και τα δικαιώματα που αντλούσαν από το δίκαιο της Ένωσης. Εν όψει της ιδιαίτερης κατάστασης, στην οποία βρέθηκαν τα πρόσωπα αυτά μετά την υπογραφή της Συμφωνίας για την αποχώρηση μεσούσης της διάρκειας των σπουδών τους και σταθμιζομένων των διακυβευομένων εννόμων αγαθών, η εξασφάλιση της δυνατότητας αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των κτηθέντων τίτλων σπουδών στην περίπτωση αυτήν ανταποκρίνεται στις επιταγές της ασφάλειας δικαίου. Αλλά και τα πρόσωπα που ξεκίνησαν τις σπουδές τους στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά την υπογραφή της Συμφωνίας για την αποχώρηση και εντός της προβλεπόμενης από τη Συμφωνία αυτή μεταβατικής περιόδου (δηλαδή, από 1.2. 2020 έως και 31.12.2020), κατά την εγγραφή τους στο οικείο πρόγραμμα σπουδών, αντλούσαν δικαιώματα από τις διατάξεις της ΣΛΕΕ, εφ’ όσον το δίκαιο της Ένωσης εξακολουθούσε να εφαρμόζεται για το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Συνεπώς, από της απόψεως αυτής, τελούν επίσης σε ιδιαίτερη θέση, η οποία πρέπει να αξιολογηθεί και κατ’ εκτίμηση των επιταγών της αρχής της ασφάλειας δικαίου [Μειοψηφία].
■
903/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: H. Μάζος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Κουράκου, Πάρεδρος
Παράλειψη καθορισμού επαγγελματικών δικαιωμάτων αποφοίτων ΤΕΙ. Συντελέστηκε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της Διοίκησης να προβεί, δυνάμει της ήδη ισχύουσας διάταξης του άρθρου 257 του ν. 4610/2019, στην έκδοση προεδρικού διατάγματος περί καθορισμού των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων του Τμήματος Ορυχείων της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του ΤΕΙ Κοζάνης (όπως τούτο μετονομάστηκε σε Τμήμα Γεωτεχνολογίας και Περιβάλλοντος του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας και όπως τούτο συγχωνεύθηκε σε Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος και Μηχανικών Αντιρρύπανσης ΤΕ - Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μηχανικών Γεωτεχνολογίας Περιβάλλοντος ΤΕ του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας). Η παράνομη αυτή παράλειψη της Διοίκησης, η οποία συνεχίζεται επί μακρόν, συνιστά ταυτόχρονα και παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των αιτούντων στην εργασία και στην ακώλυτη και ισότιμη συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας. Συνεπώς, είναι ακυρωτέα.
■
911/2025 (Γ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Μακρής, Σύμβουλος, Εισηγητής: Ο. Σπαχής, Σύμβουλος
Έφεση σε ακυρωτική δίκη. Έννομο συμφέρον. Στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας ακυρωτικής δίκης δεν παρίσταται ως κρίσιμη η εξέταση λόγου έφεσης και η επίλυση του τιθέμενου νομικού ζητήματος, στην περίπτωση κατά την οποία τίθεται άλλο προηγούμενο, πράγματι κρίσιμο, νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικότερα το παραδεκτό της αίτησης ακύρωσης, αναγόμενο στο έννομο συμφέρον άσκησής της και που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Διαφορετικά, το ΣτΕ, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο ακυρωτικό δικαστήριο, θα προέβαινε στην εξέταση των τιθεμένων νομικών ζητημάτων με τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, αν και τούτο δεν είναι αναγκαίο για την ορθή και αποτελεσματική δικαιοδοτική κρίση επί της συγκεκριμένης εγερθείσας διαφοράς με εξοικονόμηση χρόνου, κόστους και περιττών δικαστικών ενεργειών.
Μετέπειτα αποχώρηση του αιτούντος από την υπηρεσία. Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης και πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, ο αιτών αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, τότε, κατ’ αρχήν, εκλείπει το έννομο συμφέρον του να ζητήσει ακύρωση πράξης, που αφορά παράλειψη εκλογής του σε θέση που συνδέεται με την υπηρεσιακή του κατάσταση, εκτός εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι έχει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην αποτροπή δυσμενών για το μέλλον συνεπειών από την προσβληθείσα πράξη, οι οποίες δεν μπορούν να αρθούν παρά μόνο με την ακύρωσή της. Η επίκληση ιδιαίτερου εννόμου συμφέροντος, μαζί με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται τούτο, πρέπει να γίνεται, κατ’ αρχήν, με έγγραφη δήλωση προς το δικαστήριο μέχρι την πρώτη συζήτηση της αίτησης ακύρωσης στο ακροατήριο, μπορεί δε, κατ’ εξαίρεση, να γίνει με το υπόμνημα που κατατίθεται το βραδύτερο μέσα στην προθεσμία που χορήγησε ο Πρόεδρος του δικαστηρίου για την ανάπτυξη, όμως, μόνον των επ’ ακροατήριου εκτεθέντων. Δυσμενείς συνταξιοδοτικής φύσης έννομες συνέπειες θεμελιώνουν μεν, κατ’ αρχήν, έννομο συμφέρον, με τον σχετικό ισχυρισμό όμως πρέπει να εξειδικεύονται, με συγκεκριμένη αναφορά στην κείμενη νομοθεσία, οι συνταξιοδοτικές συνέπειες της μη επιλογής στην επίμαχη θέση, διαφορετικά αυτός απορρίπτεται ως αόριστος.
■
948/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Β. Ανδρουλάκης, Σύμβουλος
Αρχές που διέπουν τον διορισμό δημοσίων υπαλλήλων. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τον διορισμό των δημοσίων υπαλλήλων, που αποτελούν ειδικότερη έκφραση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας. Οι αρχές της ισότητας και της ίσης πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις αποτελούν συνταγματικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κανονιστικές ρυθμίσεις.
Δικαστικός έλεγχος. Η παραβίαση των παραπάνω συνταγματικών αρχών ελέγχεται δικαστικά, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτόν έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον νομοθέτη (κοινό ή κανονιστικό) η ευχέρεια να ρυθμίσει, με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο, τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση εντελώς τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια.
Αξιοκρατία. Κριτήρια. Η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα να γίνεται, κυρίως, με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Και μπορεί μεν, σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να καθορίζει το ειδικότερο ουσιαστικό περιεχόμενο των κριτηρίων, έχοντας την ευχέρεια, εφ’ όσον κατά την κρίση του εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, ακόμη και να μεταβάλλει προϊσχύοντες κανόνες δικαίου, αδιαφόρως αν θίγονται δικαιώματα, συμφέροντα ή προσδοκίες στηριζόμενα σε αυτούς, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο απρόσωπο και αντικειμενικό.
Επαγγελματική ελευθερία. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την προσωπική και οικονομική ελευθερία, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου. Στην ελευθερία αυτήν ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, οι οποίοι είναι συνταγματικά επιτρεπτοί, εφ’ όσον δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, ορίζονται γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό, τελούν δε σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα του επαγγέλματος. Όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής του για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού.
Ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Πρόγραμμα σπουδών. Τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια υποχρεούνται να τηρούν, κατά βάση, το ίδιο πρόγραμμα σπουδών για τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης και να αποβλέπουν στους ίδιους συνταγματικούς στόχους, όπως αυτοί διακηρύσσονται στην § 2 του άρθρου 16 Σ, ενώ δεν επιτρέπεται να περιορίζουν την εκπαιδευτική ύλη ή να αλλοιώνουν τους στόχους αυτούς. Περαιτέρω, η παρεχόμενη στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια εκπαίδευση είναι, σύμφωνα με τον νόμο, κατά βάση ομοίου τύπου και περιεχομένου με την παρεχόμενη από τα κρατικά εκπαιδευτήρια. Για τον λόγο αυτόν, οι χορηγούμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών, το περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται από το Κράτος κατά τρόπο ενιαίο με τους αντίστοιχους τίτλους της δημόσιας εκπαίδευσης, είναι ισότιμοι με τους παρεχόμενους από τα δημόσια εκπαιδευτήρια, το δε υπηρεσιακό καθεστώς των υπηρετούντων εκπαιδευτικών προσεγγίζει αυτό των υπηρετούντων στη δημόσια εκπαίδευση, ενώ, εξάλλου, το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων έχει τα ίδια προσόντα που απαιτούνται για το προσωπικό των δημόσιων σχολείων.
Πρόσληψη με προϋπόθεση προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα. Το σύστημα προσλήψεων εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, το οποίο αποτελεί σύστημα μοριοδότησης προσόντων και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στο κριτήριο της πιστοποιούσας την εμπειρία του υποψήφιου εκπαιδευτικού εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας ως αναπληρωτή στη δημόσια εκπαίδευση, κατ’ εξαίρεση δε και στην ιδιωτική, το οποίο αποτελεί γενικό και αντικειμενικό κριτήριο επιλογής, συνάπτεται με την ικανότητα των υποψηφίων να ασκήσουν με επιτυχία τα εκπαιδευτικά καθήκοντά τους και συνάδει με τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Η μοριοδότηση της προϋπηρεσίας κατά βάση στη δημόσια εκπαίδευση αποτελεί, κατά το σύστημα του νόμου, σημαντικό κίνητρο προς τους ενδιαφερόμενους να διορισθούν ως εκπαιδευτικοί, ώστε προ του διορισμού τους να απασχοληθούν ως αναπληρωτές και, με τον τρόπο αυτό, να συνεισφέρουν στην ομαλή λειτουργία των δημόσιων σχολείων. Για τον λόγο αυτόν (της συνεισφοράς στη δημόσια υπηρεσία της εκπαιδεύσεως), νομίμως ο νομοθέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να διαφοροποιήσει την προϋπηρεσία που έχει παρασχεθεί στη δημόσια εκπαίδευση σε σχέση με εκείνην που έχει παρασχεθεί στην ιδιωτική. Ωστόσο, εφ’ όσον η εκπαιδευτική προϋπηρεσία γενικά αποτελεί κριτήριο επιλογής που συνάδει με τις αρχές της ισότητας και αξιοκρατίας, λαμβανομένων υπ’ όψη της κατά το Σύνταγμα και τον νόμο συνάφειας της δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της ταυτότητας των προσόντων των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε αυτές, καθώς και της αναγνώρισης της ιδιωτικής προϋπηρεσίας σε ειδικές περιπτώσεις, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αυτή, κατ’ αρχήν, δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από την παρασχεθείσα σε δημόσια εκπαιδευτήρια, η καθ’ ολοκληρίαν μη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας στην ιδιωτική εκπαίδευση (με μόνη εξαίρεση τις περιπτώσεις της απόλυσης λόγω κατάργησης της σχολικής μονάδας, τάξης ή τμήματος ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ρύθμιση η οποία, άλλωστε, αποβλέπει στην προστασία της εργασίας και όχι στη στελέχωση των σχολικών μονάδων) παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.
■
1011/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ν. Μαρκόπουλος, Πάρεδρος
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Δικαιολογητικά. Οι υποψήφιοι οικονομικοί φορείς οφείλουν να προσκομίζουν ανά χρονικό στάδιο ελέγχου μόνον τα ζητούμενα από τη διακήρυξη ή από τυχόν άλλη διάταξη, στην οποία αυτή ρητά και ειδικά παραπέμπει, δικαιολογητικά και στοιχεία για την απόδειξη ιδιοτήτων ή γεγονότων κρίσιμων για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, ήτοι, των όρων και προϋποθέσεων συμμετοχής και των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής και τεχνικής-επαγγελματικής επάρκειας, τυχόν δε πρόωρη υποβολή δικαιολογητικών, που απαιτείται να υποβληθούν σε επόμενο χρονικό στάδιο ελέγχου, δεν υποχρεώνει την αναθέτουσα αρχή να εκφέρει (πρόωρη) κρίση επ’ αυτών.
■
1027/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Κ. Χριστόπουλος, Πάρεδρος
Φορολογικές διαφορές. Χρηματικό αντικείμενο. Επί προσβολής περισσότερων πράξεων, για τον προσδιορισμό του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπ’ όψη το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πράξη χωριστά και, μάλιστα, ανεξάρτητα αν οι περισσότερες πράξεις έχουν προσβληθεί με μία ή περισσότερες προσφυγές και αν επ’ αυτών έχουν εκδοθεί μία ή περισσότερες αποφάσεις, καθ’ όσον τόσο η προσβολή με κοινή προσφυγή περισσότερων πράξεων όσο και η έκδοση από τα διοικητικά δικαστήρια κοινής απόφασης αποτελούν τυχαία γεγονότα, που δεν λαμβάνονται υπ’ όψη προκειμένου να κριθεί εάν η αίτηση αναίρεσης ασκείται, από την άποψη του ποσού, παραδεκτά. Περαιτέρω, εφ’ όσον με την επίδικη πράξη της φορολογικής Διοίκησης έχει επιβληθεί κύριος φόρος, καθώς και πρόσθετος φόρος, για τον υπολογισμό του ποσού της διαφοράς δεν λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπ’ όψη ο πρόσθετος φόρος. Τέλος, σε περίπτωση που με την προσφυγή έχουν προσβληθεί πράξη επιβολής κυρίου φόρου και πράξη ή πράξεις επιβολής κυρώσεων, ερειδόμενες στην επιβολή του κύριου φόρου, και η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά τον κύριο φόρο, ασκείται παραδεκτά, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη (η αίτηση αναίρεσης) λόγω ποσού ή λόγω μη προβολής ισχυρισμών περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία ή περί ανυπαρξίας νομολογίας καθ’ ο μέρος αφορά τις πράξεις επιβολής κυρώσεων, εφ’ όσον οι πράξεις αυτές έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια διαφορά.
■
1034/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Σπανού, Πάρεδρος
Καθορισμός παραλίας. Συνέπειες. Ο καθορισμός της οριογραμμής της παραλίας επάγεται την κήρυξη ως αναγκαστικά απαλλοτριωτέων τυχόν ιδιωτικών ακινήτων κειμένων εντός των καθοριζομένων ορίων, καθώς και την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών στη χρήση και εκμετάλλευση εν γένει των ακινήτων αυτών, ακόμη και προ της κατά τον νόμο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, με την καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης στους θιγόμενους ιδιοκτήτες. Ο καθορισμός ιδιωτικών ακινήτων ως ευρισκομένων εντός παραλίας, αν και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ρυμοτομικό βάρος, η διατήρηση επί μακρόν του οποίου αίρεται με προσφυγή ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, καθ’ όσον δεν έχει επιβληθεί κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί έγκρισης και τροποποίησης σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, εν τούτοις, συνιστά απαλλοτρίωση των ακινήτων αυτών, η οποία κηρύσσεται με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία επικυρώνονται η έκθεση και το διάγραμμα της παραλίας, ως προς τη διαδικασία της δε εφαρμόζονται οι διατάξεις περί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας.
Αποζημίωση. Αίτημα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης δεν είναι νοητό προκειμένου περί ακινήτων, που έχουν περιληφθεί σε ζώνη αιγιαλού, δεδομένου ότι ο αιγιαλός, ως έκταση που προκύπτει από φυσικό φαινόμενο, δεν νοείται να επανακάμπτει στην κυριότητα ιδιωτών. Στην περίπτωση που υπάρχουν ιδιωτικά ακίνητα εντός της ζώνης του αιγιαλού είναι αποκλειστικά εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2971/2001. Είναι δε άλλο ζήτημα ο τρόπος διεκδίκησης, από ενδιαφερόμενο ιδιώτη, της τυχόν καθοριζόμενης ως οφειλόμενης αποζημίωσης.
Άρση απαλλοτρίωσης. Η άρση απαλλοτρίωσης επιβαρυνθείσας ιδιοκτησίας λόγω συμπερίληψής της σε ζώνη παραλίας, για την οποία δεν έχει καθορισθεί επί ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την κήρυξή της τιμή μονάδας αποζημίωσης με δικαστική απόφαση, δεν επέρχεται αυτοδίκαια, αλλά απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος αποκλειστικά ενώπιον της Διοίκησης, προκειμένου αυτό να κριθεί από το αρμόδιο διοικητικό όργανο με την έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης, και όχι απ’ ευθείας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Συνεπώς, ο αιτούμενος την άρση απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου απράκτων των κατά τον νόμο χρονικών ορίων συντέλεσής της, πρέπει, με την προς τη Διοίκηση αίτησή του, να υποβάλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά, τυχόν, υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου, άγουν στο συμπέρασμα ότι, κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος, ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή της σχετικής αίτησης προς τη Διοίκηση.
■
1045/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Ε. Νίκα, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλος
Επαναδιορισμός παυθέντος δικηγόρου. Η διάταξη του άρθρου 139 § 7 του Κώδικα περί Δικηγόρων, η οποία επιτάσσει την εφαρμογή των ευμενέστερων για τον πειθαρχικά διωκόμενο δικηγόρο διατάξεων στην περίπτωση που από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλλόγου, πρέπει να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει, για την ταυτότητα του λόγου και σε συμφωνία προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, και το στενά συνδεόμενο με την επιβολή της εν λόγω πειθαρχικής ποινής ζήτημα του επαναδιορισμού ή μη του πειθαρχικά τιμωρηθέντος δικηγόρου [Μειοψηφία].
■
1073/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Ό. Ζύγουρα, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Μ. Φασιλάκη, Πάρεδρος
Προστασία ρεμάτων. Μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, των οποίων το άρθρο 24 Σ επιβάλλει στο Κράτος την προστασία, συμπεριλαμβάνονται τα ρέματα, δηλαδή οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης μέσω των οποίων συντελείται κυρίως η προς την θάλασσα απορροή των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς και τα οποία αποτελούν φυσικούς αεραγωγούς και οικοσυστήματα. Εξάλλου, το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά για τη διατήρηση των πάσης φύσεως υδατορεμάτων στη φυσική τους κατάσταση, προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλείεται δε, κατ’ αρχήν, η αλλοίωση της φυσικής τους κατάστασής, η επίχωση ή η κάλυψη της κοίτης τους. Συνεπώς, η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον του ρέματος επιτρέπεται μόνον εφ' όσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη επιτέλεση της εν λόγω φυσικής του λειτουργίας. Περαιτέρω, προϋποτιθέμενος τρόπος για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι ο καθορισμός της οριογραμμής τους, σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από τη νομοθεσία διαδικασία, πριν από την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της ύπαρξής του. Εφ’ όσον απαιτείται η έκδοση πράξεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας που βρίσκεται πλησίον ρέματος, ο καθορισμός των οριογραμμών του ρέματος αποτελεί κατά τον νόμο προϋπόθεση και για την εκτέλεσή τους. Στην περίπτωση που η οριοθέτηση ρέματος δεν έχει λάβει χώρα, είναι τουλάχιστον υποχρεωτική η μελέτη και η κατασκευή του έργου κατά τρόπο που να μην επηρεάζει τη φυσική λειτουργία του ρέματος, όπως αυτή προκύπτει από τα μέχρι τότε νόμιμα στοιχεία για την οριοθέτησή του.
■
1074/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Ό. Ζύγουρα, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Α. Κοντοπόδη, Πάρεδρος
Χαρακτήρας ΔΕΔΔΗΕ. Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ κατέχει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, αφού διαθέτει τόσο την αποκλειστική διαχείριση όσο και την αποκλειστική κυριότητα του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας. Περαιτέρω, τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν εκχωρηθεί στη ΔΕΔΔΗΕ μέσω διαδικασίας, στην οποία έχει διασφαλιστεί επαρκής δημοσιότητα ούτε βασίστηκε η εκχώρηση των εν λόγω δικαιωμάτων σε αντικειμενικά κριτήρια, αφού η μεν αποκλειστική διαχείριση τής ανατέθηκε με διοικητική πράξη (της ΡΑΕ), ενώ η αποκλειστική κυριότητα τής παραχωρήθηκε με διάταξη νόμου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ΔΕΔΔΗΕ έχει την ιδιότητα του αναθέτοντος φορέα κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/25/EE, λόγω του ότι ασκεί δραστηριότητα στον τομέα του ηλεκτρισμού και λειτουργεί επί τη βάσει ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων, τα οποία της έχουν εκχωρηθεί από αρμόδια αρχή της Ελλάδας. Τυχόν παρεκκλίσεις, οι οποίες προβλέπονται από τους Κανονισμούς Έργων, Προμηθειών κ.λπ. του φορέα, δύνανται να εφαρμόζονται κατά περίπτωση, με βάση και τις ειδικότερες προβλέψεις κάθε διακήρυξης, στο μέτρο που δεν αντιτίθενται σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της παραπάνω ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας ή, πάντως, δεν αμφισβητούνται παραδεκτά από τους ενδιαφερομένους.
Πιστοληπτική ικανότητα υποψηφίου. Ο αναθέτων φορέας, προβλέποντας ως μέσο απόδειξης της απαιτούμενης πιστοληπτικής ικανότητας του υποψήφιου οικονομικού φορέα τη βεβαίωση τραπεζικού οργανισμού, κινείται εντός του κανονιστικού πλαισίου του άρθρου 80 του ν. 4412/ 2016, το οποίο, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που κατά κανόνα αποδεικνύουν την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του οικονομικού φορέα, προβλέπει τις τραπεζικές βεβαιώσεις χωρίς να υποχρεώνει τον αναθέτοντα φορέα να προβλέψει και άλλους εναλλακτικούς τρόπους απόδειξης του παραπάνω κριτηρίου επιλογής.
■
1122/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Α. Ζιαμπάρας, Πάρεδρος
Κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές. Αρμοδιότητα. Όσον αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου και, ακολούθως, του μονομελούς διοικητικού εφετείου υπάγονται μόνον οι κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, υπολειπόμενο του ορίου που ορίζει ο ΚΔιοικΔικ. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του, διατηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό.
■
1153/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδρος
Ασφάλιση αυτοκινητιστών. Ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στα καταργηθέντα ΤΑΕ, ΤΕΒΕ και ΤΣΑ λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ. Συνεπώς, χρόνος ασφάλισης, που έχει διανυθεί σε περισσότερους από έναν από τους προαναφερόμενους καταργηθέντες ασφαλιστικούς φορείς, αθροίζεται και αποτελεί χρόνο ασφάλισης του ΟΑΕΕ εκ του νόμου (και όχι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί διαδοχικής ασφάλισης). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της έρευνας των προϋποθέσεων υπαγωγής ή μη στην ασφάλιση του ΤΣΑ και μετέπειτα του ΟΑΕΕ, η ύπαρξη επαγγελματικής άδειας οδήγησης αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας του αυτοκινητιστή, ενώ, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαγραφής από τα μητρώα ασφαλισμένων του ΤΣΑ και στη συνέχεια του ΟΑΕΕ λόγω διακοπής του επαγγέλματος ή απώλειας της ιδιότητας του αυτοκινητιστή, η ίδια άδεια περιλαμβάνεται στα στοιχεία που προσκομίζονται, προκειμένου να αποδειχθεί η με οποιονδήποτε τρόπο αποξένωση του ασφαλισμένου από το δημόσιας χρήσης αυτοκίνητο.
Σύνταξη αναπηρίας. Η διακοπή της υπαγόμενης στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ επαγγελματικής δραστηριότητας αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας, τυχόν δε υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης πριν τη διακοπή του ασφαλιστέου στον ΟΑΕΕ επαγγέλματος, που επιφέρει τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, παράγει αποτελέσματα μετά τη διακοπή. Για τη χορήγηση σύνταξης αναπηρίας από τον ΟΑΕΕ απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία του Οργανισμού εκ μέρους του ασφαλισμένου, η οποία αποτελεί την αφετηρία για την έναρξη της διαδικασίας διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται από τον νόμο. Η αίτηση πρέπει, κατ’ αρχήν, να συνοδεύεται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή των συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται η διακοπή άσκησης του ασφαλιστέου επαγγέλματος.
Ελλείψεις δικαιολογητικών. Αν κατά την παραλαβή της σχετικής αίτησης ή και μεταγενέστερα, κατά τον έλεγχο της πληρότητας των αρχικά υποβληθέντων δικαιολογητικών, διαπιστωθεί έλλειψη κάποιου από τα απαιτούμενα από τον νόμο δικαιολογητικά, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης, ο ΟΑΕΕ ενημερώ-
νει εγγράφως τον ασφαλισμένο και τον καλεί να προσκομίσει το ελλείπον δικαιολογητικό εντός 3μήνου. Εφ’ όσον το ελλείπον δικαιολογητικό προσκομιστεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η σύνταξη απονέμεται από τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ενώ αν το δικαιολογητικό αυτό προσκομιστεί μετά την παραπάνω προθεσμία αλλά πριν την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, η σύνταξη απονέμεται από τον χρόνο υποβολής του ελλείποντος δικαιολογητικού. Ειδικά, όμως, στην περίπτωση κατά την οποία το αίτημα συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας υποβάλλεται από ασφαλισμένο του ΟΑΕΕ, που είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης και έχει διατελέσει οποτεδήποτε ασφαλισμένος του καταργηθέντος ΤΣΑ, η υποβολή της άδειας αυτής στον ΟΑΕΕ μαζί με την αίτηση συνταξιοδότησης ορίζεται ρητά ως προϋπόθεση για την έναρξη της συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου αυτού και, επομένως, στην ειδική αυτή περίπτωση, η συνταξιοδότηση αρχίζει μόνον εφ’ όσον έχει κατατεθεί το εν λόγω δικαιολογητικό.
■
1183/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Σπανού, Πάρεδρος
Λειτουργία τουριστικής επιχείρησης χωρίς το ειδικό σήμα. Συνέπειες. Μια τουριστική επιχείρηση λειτουργεί νόμιμα κατά τις διατάξεις της ξενοδοχειακής νομοθεσίας μόνον αν έχει χορηγηθεί σε αυτήν το ειδικό σήμα λειτουργίας. Η έκδοση, συνεπώς, υπέρ τουριστικής επιχείρησης διοικητικών πράξεων, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω χορήγηση σε αυτή του σήματος, της επιτρέπει μεν να προσδοκά τη χορήγησή του, όχι όμως να προβεί στην εκμετάλλευση του τουριστικού της καταλύματος πριν τη χορήγηση αυτού. Στο ειδικό αυτό σήμα αναγράφεται ο αύξων αριθμός της επιχείρησης στο τηρούμενο μητρώο των επιχειρήσεων αυτών και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η ύπαρξη του εν λόγω σήματος υπέρ τουριστικής επιχείρησης χωρίς την ταυτόχρονη καταχώρισή της στο παραπάνω μητρώο. Η λειτουργία μιας τέτοιας επιχείρησης χωρίς να είναι καταχωρισμένη στο προαναφερόμενο μητρώο, άρα στερούμενης του ειδικού σήματος, τιμωρείται είτε με πρόστιμο, είτε και με σφράγισή της. Οι κυρώσεις επιβάλλονται σε ξενοδοχειακές μονάδες, που λειτουργούν χωρίς ειδικό σήμα λειτουργίας, κατά δέσμια αρμοδιότητα, και μάλιστα όχι μόνον ως προς την επιβολή της κύρωσης αλλά και ως προς το ύψος του προστίμου.