Ν. Κ. Παπαδόπουλου: Ενενήντα χρόνια μετά – Η λήξη της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και η παλινόρθωση της βασιλείας (1.3.1935 – 25.11.1935)
Ενενήντα χρόνια μετά – Η λήξη της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας
και η παλινόρθωση της βασιλείας (1.3.1935 – 25.11.1935)
Νικολάου Κ. Παπαδόπουλου
Δικηγόρου, Διδάκτορος Νομικής Εθνικού & Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών, Διδάκτορος Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού
Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
1. Αντικείμενο της μελέτης
Τον Νοέμβριο 2025 συμπληρώνονται ενενήντα έτη από την κατάργηση της Β' Ελληνικής Δημοκρατίας και την παλινόρθωση της βασιλείας στην Ελλάδα. Σκοπός της μελέτης αυτής είναι η παρουσίαση και ανάλυση της νομικοπολιτικής διαδικασίας, με την οποία συντελέστηκε εκείνη η πολιτειακή μεταβολή, και των ιστορικών συνθηκών μέσα στις οποίες τοποθετείται.
Υπό τον όρο “Β' Ελληνική Δημοκρατία” (κατ’ αναλογία προς την νομική και ιστορική παρουσίαση των πολιτειακών μεταβολών στη Γαλλία) νοείται η ενδεκαετής περίοδος του μεσοπολέμου, κατά την οποία ο αρχηγός του κράτους δεν ήταν κληρονομικός και ισόβιος (βασιλιάς), αλλά αιρετός και επί θητεία (Πρόεδρος της Δημοκρατίας). Η Β' Ελληνική Δημοκρατία έχει ως αφετηρία της το σχετικό ψήφισμα της 25.3.1924 της Δ' Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως και το επικυρωτικό δημοψήφισμα της 13.4.1924 και λήξη της το προδήλως νόθο ως προς το αποτέλεσμα δημοψήφισμα της 3.11.1935, με το οποίο επικυρώθηκε το (μειοψηφικό) ψήφισμα της Ε' Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως, ταυτόχρονα με τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης Τσαλδάρη σε παραίτηση κατ’ απαίτηση τριών εκπροσώπων των Ενόπλων Δυνάμεων.
2. Το βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1.3. 1935
Την απαρχή των πολιτικών εξελίξεων για την κατάργηση της αβασίλευτης δημοκρατίας πυροδότησε το βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 κατά της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη και του “Λαϊκού Κόμματος”[1], η οποία ανήλθε στην εξουσία με νόμιμες εκλογές και είχε την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος, καίτοι βρέθηκε στην ηγεσία της αντιμοναρχικής παρατάξεως σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές (1910, 1915-1920), δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός και ιδεολογικός εχθρός της βασιλευομένης δημοκρατίας[2], ήταν εκείνος που ενθάρρυνε μηχανισμούς αντιβασιλικών αξιωματικών[3] να εξεγερθούν και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβερνήσεως Παναγή Τσαλδάρη την 1η Μαρτίου 1935[4]. Η στάση στην Αθήνα (Σχολή Ευελπίδων, Πρότυπο Τάγμα) κατεστάλη αμέσως (2.3.1935)[5]. Ενώ ο στόλος υπό την καθοδήγηση των στασιαστών εξεγειρόταν και απομακρυνόταν από τον ναύσταθμο του Πειραιά, ο Βενιζέλος εκδήλωνε την έγκρισή του προς το κίνημα και τη συμμετοχή του σε αυτό συγκαλώντας συλλαλητήριο (και μάλιστα ένοπλο) στα Χανιά (2.3.1935)[6].
Αμέσως μόλις εκδηλώθηκε το κίνημα, η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη με προεδρικό διάταγμα έθεσε σε εφαρμογή σε ολόκληρη την επικράτεια τον Νόμο ΔΞΘ'/1912 “περί καταστάσεως πολιορκίας”, και ανέστειλε την ισχύ άρθρων του Συντάγματος του 1927, ήτοι των άρθρων 11 (προσωπική ελευθερία-habeas corpus), 12 (περιορισμοί ως προς την προφυλάκιση για τα πολιτικά εγκλήματα), 13 (δικαίωμα συνέρχεσθαι), 14 (δικαίωμα συνεταιρίζεσθαι),15 (άσυλο κατοικίας), 16 (ελεύθερη έκφραση των στοχασμών), 18 (απόρρητο των ανταποκρίσεων), 56 (βουλευτική ασυλία) και 97 (απαγόρευση σύστασης δικαστικών επιτροπών και εκτάκτων δικαστηρίων)· με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ορίσθηκε ότι όλα τα αδικήματα κατά του κράτους, του πολιτεύματος και της δημοσίας τάξεως θα δικάζονται από στρατοδικεία, ανεξαρτήτως της στρατιωτικής ή μη ιδιότητας των κατηγορουμένων[7]. Η αντιμετώπιση του κινήματος από την κυβέρνηση παρέβαινε τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της κηρύξεως της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, διότι: α) το άρθρο 97 § 2 του Συντάγματος 1927 επέτρεπε κάτι τέτοιο μόνο στην περίπτωση εμπόλεμης καταστάσεως ή γενικής επιστρατεύσεως λόγω εξωτερικών κινδύνων, β) απαιτούσε την άδεια της Βουλής και της Γερουσίας[8]. Επίσης, κατά το Σύνταγμα δεν προβλεπόταν η αναστολή ισχύος του άρθρου 56, που κατοχύρωνε τη βουλευτική ασυλία, και του άρθρου 97, το οποίο απαγόρευε τη σύσταση διοικητικών επιτροπών και εκτάκτων δικαστηρίων.
Το κίνημα, κακώς οργανωμένο και χωρίς εξωτερική βοήθεια[9], κατεστάλη, ιδίως διότι αποτέλεσε στρατηγικό σφάλμα η απομάκρυνση του στόλου από τον Πειραιά και η εστίαση του κινήματος στην επαρχία (Κρήτη, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη) και επιπλέον οι “δημοκρατικής πλειοψηφίας” φρουρές της Μακεδονίας αδράνησαν[10]. Ο ευρισκόμενος στο εξωτερικό Ν. Πλαστήρας, στον οποίο προσφέρθηκε η αρχηγία του κινήματος, δεν μπόρεσε να έλθει στην Ελλάδα και δεν είχε ουσιώδη συμμετοχή στο κίνημα[11]. Η καταστολή, όμως, του βενιζελικού πραξικοπήματος ανέδειξε ως ισχυρούς πολιτικούς άνδρες δύο θιασώτες της δικτατορίας οι οποίοι θα κατεύθυναν τις εξελίξεις προς την παλινόρθωση της βασιλείας: τον Γεώργιο Κονδύλη, υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Τσαλδάρη και πρώην αδιάλλακτο “δημοκρατικό”, και τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος, μόλις εκδηλώθηκε το κίνημα, ανέλαβε καθήκοντα υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου[12] στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, την οποία μέχρι τότε αντιπολιτευόταν[13].
Το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 στην πραγματικότητα δεν εξυπηρετούσε τη διάσωση της αβασίλευτης δημοκρατίας, που αποτελούσε τον διακηρυσσόμενο στόχο του[14]. Η αβασίλευτη δημοκρατία δεν κινδύνευε, διότι ήταν περιορισμένη η παρουσία στους κρατικούς μηχανισμούς και στις ένοπλες δυνάμεις εκείνων που επιθυμούσαν την παλινόρθωση, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία του λαού είχε αταλάντευτα ταχθεί με την αβασίλευτη[15]. Το κίνημα υπαγορεύθηκε, αφενός, όπως όλα τα στρατιωτικά κινήματα στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, από τις προσωπικές φιλοδοξίες ορισμένων αξιωματικών, αφετέρου από τα ισχυρά αισθήματα ανασφάλειας που διακατείχαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά από την απόπειρα δολοφονίας του στις 6 Ιουνίου 1933[16]∙ η μάζα όσων συμμετείχαν στο κίνημα κινήθηκε από τελείως διαφορετικά “ιδεολογικά” (μη ιδιοτελή) κίνητρα, δεδομένου ότι το κίνημα στην πραγματικότητα δεν είχε σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό ούτε ρητώς δεδηλωμένο αρχηγό[17].
Αν το κίνημα επιτύγχανε, απλά θα επικρατούσε ένας ρεπουμπλικανισμός ολοκληρωτικής μορφής στην Ελλάδα, για κάποιο χρονικό διάστημα[18]. Η καταστολή του κινήματος, όμως, ενδυνάμωσε αιφνιδίως και στο έπακρο τη βασιλόφρονα παράταξη, λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψη ότι, από τη μια, μεγάλο μέρος των οπαδών της νομιμότητας, και όχι κατ' ανάγκην βασιλοφρόνων, βρέθηκε στην αντίθετη πλευρά με τους κινηματίες, και από την άλλη προκάλεσε την αναβίωση της ιδιότητας του “φιλοβασιλικού” για πολλούς που την είχαν λησμονήσει· έτσι ανοίχθηκε διάπλατα η πύλη της παλινορθώσεως. Ταυτόχρονα κατέστη δυνατό σε όσους επιθυμούσαν την κατάργηση της αβασίλευτης να εμφανίσουν το ισχύον τότε πολίτευμα ως κατάσταση “ανωμαλίας” και τη χώρα να χρειάζεται τη στιβαρή παρουσία του Βασιλιά ως εγγυητή της ασφάλειας και της τάξης. Είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητο ότι εν τοις πράγμασι το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, λόγω της καταστολής του, εξυπηρέτησε ακριβώς το αντίθετο από τον διακηρυσσσόμενο στόχο του: την παλινόρθωση της βασιλείας.
3. Το “μεικτό πολίτευμα” της κυβερνήσεως Τσαλδάρη
Η κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη μετά από την ολοκλήρωση της καταστολής του κινήματος (12.3.1935) και στοχεύοντας να ελέγξει πλήρως την πολιτική κατάσταση προέβη σε έκδοση συντακτικών πράξεων (συνολικώς 46 μέχρι τη σύγκληση της Εθνοσυνελεύσεως στις 1.7.1935), οι οποίες επέφεραν μεταβολές στο πολίτευμα, καταφανώς παρεβίασαν θεμελιώδη δικαιώματα και θεσμικές εγγυήσεις, και αποτέλεσαν ένα πρώιμο «παρασύνταγμα». Ταυτόχρονα, προχώρησε στη θέσπιση έκτακτης, και μάλιστα σε πολλά σημεία αντισυνταγματικής, νομοθεσίας. Το Σύνταγμα του 1927 κατέστη διάτρητο, η συνταγματική τάξη της χώρας παρέπαιε.
Με τον από 6.3.1935 αναγκαστικό νόμο, ο οποίος τροποποιήθηκε με προεδρικά διατάγματα και νομοθετικά διατάγματα της ίδιας περιόδου και τελικά κυρώθηκε με την ΚΘ’ Συντακτική Πράξη της 14.5.1935, η κυβέρνηση Τσαλδάρη προέβλεψε τη δήμευση των περιουσιών των κινηματιών, αλλά και των συζύγων τους (!)[19], και ήρε, παρά το άρθρο 97 του Συντάγματος 1927[20], την ασυλία βουλευτών και γερουσιαστών[21]. Επρόκειτο για καταφανώς αντισυνταγματικά μέτρα, τα οποία λειτουργώντας τόσο κατασταλτικώς όσο και προληπτικώς παρέλυσαν την αντιπολίτευση. Ακολούθησαν οργανωμένες διώξεις κατά εκείνων που υποστήριξαν ή φέρεται ότι υποστήριξαν το στρατιωτικό κίνημα. Βεβαίως, οι βασικοί δεδηλωμένοι ιθύνοντες του κινήματος είχαν διαφύγει στο εξωτερικό (Βενιζέλος, Πλαστήρας, Τζανακάκης, Καμένος, Αναγνωστόπουλος, Δεμέστιχας, Κολιαλέξης κ.α.), ενώ, από τους άμεσα συμμετασχόντες, στα χέρια της κυβέρνησης βρίσκονταν εκείνοι που είχαν συμμετάσχει στη στάση της Αθήνας και δευτερεύοντα στελέχη[22].
Ενώ οι κατηγορούμενοι για την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου (6.6.1934) αθωώθηκαν από το ποινικό δικαστήριο στις 29.3.1935[23], μέσα σε κλίμα φανατισμού κατά της «βενιζελικής» παρατάξεως, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις όχι μόνο κατά των κινηματιών, αλλά και κατά των ηγετών και ηγετικών στελεχών των κεντρώων κομμάτων, πρωτίστως κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου, Νικολάου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά, Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, Θεμιστοκλή Σοφούλη κ.α. Συνολικώς, 1.130 πολιτικοί και στρατιωτικοί παραπέμφθηκαν στα έκτακτα στρατοδικεία και από αυτούς οι εξήντα (60) καταδικάσθηκαν σε θάνατο[24]. Ο Βενιζέλος και ο Πλαστήρας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο. Τρεις από τους καταδικασθέντες, ο Αναστάσιος Παπούλας, απόστρατος στρατηγός και πρώην Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας, ο Μιλτιάδης Κοιμήσης, ένας από τους ιθύνοντες της επανάστασης της 11.9.1922, και ο επίλαρχος εν ενεργεία Στυλιανός Βολάνης εκτελέσθηκαν, μολονότι οπωσδήποτε δεν ήταν οι πρωταίτιοι του κινήματος[25].
H Βουλή συγκλήθηκε μόνο σε μία συνεδρίαση, στις 28.3.1935[26], στην οποία, εκτός των άλλων, για πρώτη φορά ετέθη το ζήτημα της πολιτειακής μεταβολής από τον Ι. Μεταξά, ο οποίος είχε αποχωρήσει λίγες ημέρες πρωτύτερα από την Κυβέρνηση· ο Μεταξάς υποστήριξε ότι μετά τη λήψη των μέτρων που είχε λάβει η κυβέρνηση για την καταστολή του κινήματος, το Σύνταγμα του 1927 είχε καταργηθεί, η κυβέρνηση ήταν πλέον «επαναστατική» και συναφώς έπρεπε να συγκροτηθεί Συντακτική Συνέλευση[27]. Μέσα σε κλίμα υπεροχής των ακραιφνώς «αντιβενιζελικών» που επέκριναν μάλιστα την κυβέρνηση Τσαλδάρη για διστακτικότητα, ενώ οι αγορεύσεις και δηλώσεις των αντιπολιτευομένων είχαν σαφώς απολογητικό τόνο και ύφος, η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές της 5.3.1933 αποφάσισε τη διακοπή των εργασιών της επ’ αόριστον[28].
Με την Α' Συντακτική Πράξη της 1ης Απριλίου 1935, διαλύθηκε η Βουλή που είχε προέλθει από τις εκλογές της 5.3.1933 και καταργήθηκε η Γερουσία (άρθρο 1), δηλαδή το δεύτερο νομοθετικό σώμα που προβλεπόταν με βάση το Σύνταγμα του 1927 και στο οποίο πλειοψηφούσαν οι αντικυβερνητικοί. Ταυτόχρονα ορίσθηκε ότι εντός δύο μηνών θα προκηρυχθούν εκλογές για τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως, η οποία θα ψήφιζε το “νέον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας” και προβλέφθηκε η σύσταση 25μελούς επιτροπής για την κατάρτιση του σχεδίου του νέου Συντάγματος, το οποίο ως βάση θα είχε τη διατήρηση της μορφής του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος[29].
Με συντακτικές πράξεις της ίδιας ημέρας, δηλαδή της 1.4.1935, ανεστάλη η ισοβιότητα των δικαστών και η μονιμότητα των εισαγγελικών λειτουργών, των ειρηνοδικών-πταισματοδικών και των δικαστικών υπαλλήλων[30], ανεστάλη η μονιμότητα των υπαλλήλων του Δημοσίου[31] και των ν.π.δ.δ.[32], των καθηγητών πανεπιστημίου[33], καθώς και η ισχύς των διατάξεων που έθεταν θητεία ορισμένου χρόνου για τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των ν.π.δ.δ. , της Τράπεζας της Ελλάδας και της Αγροτικής Τράπεζας[34]. Η αναστολή της ισοβιότητας-μονιμότητας είχε ολιγοήμερη ισχύ, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρεπόταν πρωτίστως η απόλυση και γενικότερα οι υπηρεσιακές μεταβολές κυρίως για τον λόγο της συμμετοχής ή υποβοηθήσεως του κινήματος της 1.3.1935, αλλά και λόγω ανεπάρκειας ή ελλείψεως ηθικών προσόντων[35]. Ρητώς και οπωσδήποτε κατά παράβαση του δικαιώματος μη αφαιρέσεως του νομίμου δικαστή (άρθρο 9 Σ 1927) ορίσθηκε ότι δεν επιτρέπεται προσφυγή κατά των απολύσεων και των υπηρεσιακών μεταβολών που θα διενεργούνταν σύμφωνα με τις προαναφερθείσες συντακτικές πράξεις[36]. Μέσω της διαδικασίας αυτής προβλέφθηκε και ακολούθως διενεργήθηκε η αποβολή στελεχών και οπαδών της βενιζελικής παράταξης από τον κρατικό μηχανισμό και μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις χωρίς αναφορά στο κίνημα της 1.3.1935[37].
Στη συνέχεια με την Κ' Συντακτική Πράξη της 6.5.1935 ανεστάλη (χωρίς χρονικό περιορισμό) η ισχύς του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1927, το οποίο κατοχύρωνε το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, ως προς τους δημοσίους υπαλλήλους, απαγορεύθηκε σε αυτούς να ιδρύουν σωματεία και επαγγελματικές οργανώσεις με οποιαδήποτε μορφή και διαλύθηκαν αυτοδικαίως όλες οι οργανώσεις των δημοσίων υπαλλήλων[38]. Με την ΚΗ' Συντακτική Πράξη της 17.5.1935 επιβλήθηκαν περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης : αφενός απαγορεύθηκε “ὁ χλευασμὸς καὶ ἡ ἐκδήλωσις περιφρονήσεως πρὸς τὸ ὑφιστάμενον Πολίτευμα” αφετέρου ορίσθηκε ότι “ἡ ἀνάπτυξις γνωμῶν καὶ έπί τοῦ πολιτειακοῦ εἷναι ἐλευθέρα”· απαγορεύθηκε η τέλεση πράξεων με τις οποίες επιδιώκεται η μεταβολή του υφισταμένου κοινωνικού καθεστώτος κ.λπ., καθώς και η δημόσια συζήτηση για τις δίκες και τις επιβληθείσες κυρώσεις σε σχέση με το κίνημα της 1.3.1935. Οι παραβιάσεις των ανωτέρω απαγορεύσεων συνιστούσαν πλημμεληματικές παραβάσεις, η εκδίκαση των οποίων ορίσθηκε να γίνεται με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο Πενταμελές Εφετείο σε συντομότατη δικάσιμο, χωρίς προανάκριση.
Σε εφαρμογή των μέτρων αυτών και με την παράλληλη επαναφορά «αντιβενιζελικών», μεταβλήθηκαν ριζικά οι πολιτικοί συσχετισμοί στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και στις δημόσιες υπηρεσίες[39].
4. Οι εκλογές της 9ης Ιουνίου 1935
Οι εκλογές διενεργήθηκαν, κατόπιν δύο αναβολών, στις 9 Ιουνίου 1935[40], με πλειοψηφικό σύστημα. Με συντακτική πράξη ανεστάλησαν οι ποινικές διώξεις κατά όσων μετείχαν στο κίνημα της 1ης Μαρτίου για το χρονικό διάστημα από 27.5.1935[41] μέχρι 20.6.1935, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε πολιτευτές των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως να κατέλθουν στις εκλογές· όμως η κατάσταση πολιορκίας ήρθη μόλις στις 14.5.1935[42]. Το Κόμμα Φιλελευθέρων και τα άλλα κόμματα του κεντρώου χώρου απείχαν από τις εκλογές. Επί νομίμου πληθυσμού 6.127.593 ψήφισαν 1.090.362 και τα έγκυρα ψηφοδέλτια ήταν 1.026.196, ενώ τα άκυρα και τα λευκά ψηφοδέλτια ήταν 61.166, δηλαδή 5,61% των ψηφισάντων. Οι εκλογές διενεργήθηκαν σε 38 εκλογικές περιφέρειες, επιπέδου νομού, για την πλήρωση 300 βουλευτικών εδρών. Τα συμπράττοντα κυβερνητικά σχήματα, δηλαδή το “Λαϊκὸν Κόμμα” υπό τον Παναγή Τσαλδάρη και το “Ἐθνικὸν Ριζοσπαστικὸν Κόμμα” υπό τον Γεώργιο Κονδύλη, έλαβαν το 65,04% των ψήφων και 287 έδρες, από τις οποίες 254 κατέλαβαν υποψήφιοι του “Λαϊκού Κόμματος” και 33 κατέλαβαν υποψήφιοι του «Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος». Το δεύτερο εκλογικό σχήμα, η “Ένωσις Βασιλοφρόνων” υπό τον Ιωάννη Μεταξά έλαβε 14,80% των ψήφων, αλλά μόλις 7 έδρες. Οι κομμουνιστές και οι συμπράττοντες με αυτούς έλαβαν 9,59% των ψήφων, αλλά δεν κατέλαβαν καμία έδρα, λόγω της στρεβλωτικής επίδρασης του πλειοψηφικού συστήματος, ενώ οι έξι (6) υπόλοιπες έδρες κατελήφθησαν από ανεξάρτητους υποψηφίους[43].
Έτσι, την επαύριο των εκλογών της 9.6.1935 , στην Ελλάδα:
- η Βουλή ήταν μονομερούς κατά βάση συνθέσεως, στην οποία οι ακραιφνείς υποστηρικτές της παλινόρθωσης (υπό τον Ι. Μεταξά και τον Γ. Κονδύλη) επρόκειτο να αντιπολιτευθούν τους μετριοπαθείς (ή έστω πρώην) φιλοβασιλικούς,
- από τον κρατικό μηχανισμό είχαν απομακρυνθεί οι δεδηλωμένοι αντιβασιλικοί λειτουργοί και υπάλληλοι,
- πολλοί από τους πολιτικούς του Κέντρου ήταν φυλακισμένοι (ιδίως Σ. Γονατάς, Π. Λεβαντής, Θ. Χαβίνης) ή φυγοδικούσαν,
- οι εκπρόσωποι των εργαζομένων είχαν καταδήλως μειωμένη πολιτική δύναμη και επιρροή, αφού η Γερουσία, στην οποία πλειοψηφούσαν οι αντιβασιλικοί και εκπροσωπούνταν αριστίνδην οι συνδικαλιστές, είχε καταργηθεί και άλλωστε κάθε ένωση εργαζομένων είχε διαλυθεί και απαγορευθεί.
Με αυτά τα δεδομένα και μολονότι ακόμη τηρούνταν στον επίσημο κυβερνητικό λόγο τα προσχήματα διατηρήσεως της αβασίλευτης δημοκρατίας είχε ήδη διανοιγεί η οδός για την παλινόρθωση της βασιλείας.
Η έκδοση συντακτικών πράξεων από την κυβέρνηση συνεχίσθηκε και για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μετά από τις εκλογές και μέχρι τη σύγκληση της Εθνοσυνελεύσεως.
5. Η σύγκληση της Ε' Εθνικής Συνελεύσεως και η διακοπή των εργασιών της
H Ε' Εθνική Συνέλευση, η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 9.6.1935, συνήλθε την 1η Ιουλίου 1935. Η συνεδρίαση της 1.7.1935 ήταν η πρώτη συνεδρίαση της εθνικής αντιπροσωπείας στο σημερινό βουλευτήριο, δηλαδή στα Παλαιά Ανάκτορα του Όθωνα. Με ψήφισμά της ορίσθηκε ότι η νομοθετική εξουσία θα ασκείται από την ίδια (χωρίς τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας) και ότι κατά τη διάρκεια διακοπής των εργασιών της Συνελεύσεως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για κάθε θέμα, ύστερα από σύμφωνη γνώμη 40μελούς Επιτροπής της Συνελεύσεως[44]· με άλλο ψήφισμά της κυρώθηκαν όλες οι συντακτικές και νομοθετικές πράξεις, τα νομοθετικά διατάγματα και οι αναγκαστικοί νόμοι που εξέδωσε η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη από την 1η Μαρτίου ως την 1η Ιουλίου 1935, χωρίς όμως να αποκλείεται η κατάργηση ή τροποποίησή τους με τη νόμιμη διαδικασία[45].
Δέκα ημέρες αργότερα, με ψήφισμα της 10ης Ιουλίου 1935, η Ε' Εθνική Συνέλευση αποφάσισε να διενεργηθεί δημοψήφισμα μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1935, με το οποίο ο λαός θα αποφανθεί για τη διατήρηση του υφισταμένου Δημοκρατικού Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος ή για την καθιέρωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας (άρθρο 1 εδ. α΄)[46], με τη διευκρίνιση μάλιστα ότι η καθιέρωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας θα είχε ως συνέπεια την παλινόρθωση της τέως Δυναστείας “ὑπό τὴν ἀνεγνωρισμένην ἐξ ἀρρενογονίας τάξιν” (άρθρο 1 εδ. β'). Με το ίδιο ψήφισμα προβλέφθηκε ότι ο χρόνος και ο τρόπος της διενέργειας του δημοψηφίσματος, καθώς και οι επιβαλλόμενες εγγυήσεις (για τη γνησιότητα του δημοψηφίσματος) θα καθορίζονταν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία θα δημοσιευόταν τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από το δημοψήφισμα (άρθρο 2). Κατά τον τρόπο αυτό το έργο της Εθνοσυνελεύσεως απέκλινε από την Α' Συντακτική Πράξη της 1.4.1935, που περιόριζε το ίδιο έργο εντός των ορίων του (αβασίλευτου) δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η απόκλιση αυτή είχε ήδη καταστεί φανερή από την πρώτη ημέρα εργασιών της εθνοσυνελεύσεως, κατά τη συζήτηση του πρωθυπουργού Τσαλδάρη με τον Ι. Μεταξά, αναφορικά με τον όρκο των βουλευτών[47].
Στις 11 Ιουλίου 1935, η Συνέλευση αποφάσισε τη διακοπή των εργασιών της μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1935[48]. Δηλαδή για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και δέκα ημερών (1.3.1935-10.10. 1935), η επικρατούσα κρατική βούληση έκρινε ότι η εθνική αντιπροσωπεία θα ασκούσε το νομοθετικό και ελεγκτικό έργο της μόνο για ένδεκα (11) ημέρες (28.3.1935, 1.7.1935-11.7.1935)· ήταν πλέον προφανές ότι η χώρα διολίσθαινε προς την παγίωση μίας αντικοινοβουλευτικής καταστάσεως, με έκτακτη νομοθέτηση και χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Η προβλεπομένη από το Ψήφισμα της 10.7. 1935 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου εκδόθηκε την 28.9.1935 και, σύμφωνα με αυτήν, ως ημέρα διενέργειας του δημοψηφίσματος ορίσθηκε η 3η Νοεμβρίου 1935, ημέρα Κυριακή.
6. Ο πραξικοπηματικός εξαναγκασμός της κυβέρνησης Τσαλδάρη σε παραίτηση - Η δικτατορία Κονδύλη
Όμως, η οδός προς το δημοψήφισμα δεν επρόκειτο να είναι ομαλή. Αυτό εμφανώς οφειλόταν στο ότι μία μερίδα εκείνων που είχαν αναδειχθεί ως πολιτικώς ισχυροί στη δεδομένη χρονική συγκυρία, δηλαδή οι πιο καιροσκόποι από τους φιλοβασιλικούς, ήθελαν να προκαταλάβουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Μπορεί η Κυβέρνηση, η Βουλή και ο κρατικός μηχανισμός να στελεχώνονταν πλέον από πρόσωπα που επιθυμούσαν την πολιτειακή μεταβολή, αλλά ο λαός, καλούμενος να αποφανθεί γνησίως επί του πολιτειακού σε συνθήκες ελευθερίας, πολύ πιθανόν θα εκδηλωνόταν υπέρ της διατηρήσεως της αβασίλευτης δημοκρατίας[49]. Για τη διασφάλιση της πολιτειακής μεταβολής ήταν αναγκαία η εξωθεσμική παρέμβαση.
Ήδη στις αρχές Σεπτεμβρίου, ολοκληρωνόταν η οργάνωση πραξικοπήματος από στρατιωτικούς κύκλους που απέληγαν στον Υπουργό Στρατιωτικών Γ. Κονδύλη[50], ο οποίος για πρώτη φορά είχε εκδηλωθεί ρητώς υπέρ της παλινορθώσεως μόλις στις 18.6.1935· ο διοικητής του Α' Σώματος Στρατού Χ. Παναγιωτάκος έλαβε κάποια μέτρα αποτροπής του πραξικοπήματος (αντικατάσταση διοικητών μονάδων, επιφυλακή Φρουράς Αθηνών), με την έγκριση του Πρωθυπουργού Τσαλδάρη, χωρίς να ενημερώσει την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Στρατιωτικών[51]. Σε μια ταραγμένη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, το βράδυ της 9.9.1935, κατά την οποία ο Κονδύλης απείλησε να παραιτηθεί και ο σωματάρχης Παναγιωτάκος τραυματίσθηκε από τον υπασπιστή του Κονδύλη[52], ο Τσαλδάρης υπαναχώρησε: δέχτηκε την ανάκληση των μέτρων και την αντικατάσταση του τραυματισθέντος Παναγιωτάκου από τον Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος ανέλαβε αρχηγός του Α' Σώματος Στρατού[53]. Την επόμενη ημέρα για πρώτη φορά ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης με διάγγελμά του προς τον λαό δήλωσε με ήπιο τρόπο την προτίμησή του προς την βασιλευομένη δημοκρατία, ενώ ο αντίθετος στα σχέδια των αδιαλλάκτων βασιλοφρόνων Υπουργός Εσωτερικών Περ. Ράλλης παραιτήθηκε[54]. Αυτή η ενδοτικότητα του Τσαλδάρη οδήγησε στην απομάκρυνσή του διά της βίας από την πρωθυπουργία ένα μήνα αργότερα. Ο έλεγχος της καταστάσεως βρισκόταν πλέον στα χέρια του Κονδύλη[55].
Η εξωθεσμική παρέμβαση ευνοούταν και από τη διεθνή συγκυρία εκείνων των ημερών, δεδομένου ότι η φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι, την οποία ο Γ. Κονδύλης είχε επισκεφθεί το καλοκαίρι του 1935 και είχε εκφράσει τον θαυμασμό του προς αυτήν[56], είχε κηρύξει γενική επιστράτευση (21.9.1935) και επιτέθηκε στην Αβυσσυνία (3.10.1935)[57]. Στο ίδιο χρονικό σημείο, κύκλοι στη Μ. Βρετανία, η οποία επεδίωκε τη χρήση ελληνικών λιμανιών για τη λήψη δυναμικών μέτρων κατά της Ιταλίας[58], εξύφαιναν την επάνοδο του Γεωργίου Β' στον θρόνο με την έμμεση συναίνεση του Ε. Βενιζέλου[59].
Στο εσωτερικό της χώρας το ενδεχόμενο της παλινόρθωσης της βασιλείας και μάλιστα με τρόπο πραξικοπηματικό προκαλεί αντιδράσεις. Μετά τις δηλώσεις Τσαλδάρη υπέρ της βασιλείας, επτά (7) πληρεξούσιοι αποχωρούν από το “Λαϊκό Κόμμα”[60]. Τα κόμματα της (εξωκοινοβουλευτικής πλέον) αντιπολιτεύσεως δηλώνουν ότι θα συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα κατά της παλινορθώσεως[61]. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, με απόφαση της 4ης Ολομέλειάς του, καταγγέλλει τον Κονδύλη, τον Μεταξά και το αδιάλλακτο τμήμα του “Λαϊκού Κόμματος” ότι “πάνε με όλα τα μέσα της τρομοκρατίας και της βίας να εγκαθιδρύσουν στην Ελλάδα τη μοναρχία και τη φασιστική διχτατορία” και δηλώνει ότι θα υποστηρίξει μια δημοκρατική-αντιφασιστική κυβέρνηση με πρόγραμμα την αποκατάσταση όλων των λαϊκών δημοκρατικών ελευθεριών, το χτύπημα του φασισμού και του μοναρχισμού, τη γενική αμνηστία και την προκήρυξη ελεύθερων εκλογών με απλή αναλογική[62]. Οι αρχηγοί των δημοκρατικών κομμάτων (Σοφούλης, Παπαναστασίου, Καφαντάρης, Μυλωνάς, Παπανδρέου) απευθύνουν επιστολή προς τον Γεώργιο με την οποία του δηλώνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα αγωνισθεί υπέρ της δημοκρατίας και κατά του θρόνου[63].
Οι εκδηλώσεις υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας αντιμετωπίζουν την βίαιη αντίδραση των φιλοβασιλικών μηχανισμών[64].
Στα πλαίσια της “Επιτροπής Βασιλοφρόνων”, η οποία είχε συγκροτηθεί από το αδιάλλακτο φιλοβασιλικό τμήμα του “Λαϊκού Κόμματος”, τους οπαδούς του Κονδύλη και τους οπαδούς του Μεταξά, καταρτίζεται, λόγω της πιθανολόγησης ότι στο δημοψήφισμα θα πλειοψηφήσει η αβασίλευτη δημοκρατία, πρόταση ψηφίσματος της Εθνοσυνέλευσης για επάνοδο του Γεωργίου και γίνεται επικοινωνία με τον φιλοβασιλικό μηχανισμό στον στρατό («Στρατιωτικός Σύνδεσμος»), για πραξικοπηματική επιβολή της βασιλείας[65]. Στο μεταξύ ο Τσαλδάρης φαίνεται να προσανατολίζεται στην αναβολή του δημοψηφίσματος, πράγμα που σημαίνει παράταση της ζωής της αβασίλευτης δημοκρατίας και δίνει τη βάση στον Κονδύλη να τον εκθέσει στους βασιλόφρονες στρατιωτικούς[66].
Την ημέρα που επρόκειτο να αρχίσουν ξανά οι εργασίες της Ε' Εθνοσυνελεύσεως, δηλαδή στις 10 Οκτωβρίου 1935, οι εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων υποστράτηγοι Παπάγος και Ρέππας και ο υποναύαρχος Οικονόμου εξανάγκασαν σε παραίτηση την κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, με το αιτιολογικό ότι “δεν διεχειρίσθη καλώς το καθεστωτικόν ζήτημα”. Η κυβέρνηση Τσαλδάρη, μολονότι απέλαυε της εμπιστοσύνης της απόλυτης πλειοψηφίας της Εθνοσυνελεύσεως, θεώρησε ότι δεν μπορεί να αντιδράσει στην απαίτηση των τριών στρατιωτικών (“Επαναστατική Επιτροπή”), με τους οποίους συντάχθηκε ο Γ. Κονδύλης, Υπουργός των Στρατιωτικών. Ο Κονδύλης αμέσως, χωρίς να παρουσιασθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, συγκροτεί κυβέρνηση[67], η οποία δίνει όρκο ενώπιον της Εθνοσυνελεύσεως[68], στην εσπερινή συνεδρίαση της 10.10.1935, και η κυβέρνηση Τσαλδάρη, μετά από την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης (!)[69], παραιτείται με δήλωση του Πρωθυπουργού προς τη Συνέλευση, στην οποία εξετέθησαν όσα είχαν διαδραματισθεί την ημέρα εκείνη[70]. Αφού ο παραιτηθείς πρωθυπουργός Π. Τσαλδάρης αποχώρησε από τη Συνέλευση μαζί με τον Πρόεδρο της Συνελεύσεως Χ. Βοζίκη και 165 βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος, ο Γεώργιος Κονδύλης, ως πρωθυπουργός, αναγιγνώσκει τις υποτυπώδεις προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεώς του, υποβάλλει σχέδιο ψηφίσματος και ζητεί τη διακοπή των εργασιών της Συνέλευσης “διά μετά την επάνοδον του Βασιλέως”.
Η Συνέλευση, με παρόντες μόλις 82 βουλευτές επί συνόλου 300[71], ψήφισε την κατάργηση του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας, την επαναφορά του Συντάγματος του 1911 μέχρι επιψηφίσεως του νέου Συντάγματος, επιβεβαίωσε τη διενέργεια του δημοψηφίσματος στις 3.11.1935 και εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου (δηλαδή τον δικτατορικώς “αυτοδιορισμένο” Γ. Κονδύλη) να ασκεί τη βασιλική εξουσία μέχρι το δημοψήφισμα[72]. Αυτή η δραματική και παράδοξη συνεδρίαση έμελλε να είναι και η τελευταία συνεδρίαση της Ε’ Εθνοσυνελεύσεως[73].
Στις 10 Οκτωβρίου 1935, λοιπόν, είχε αναδειχθεί πραξικοπηματικώς δικτατορική κυβέρνηση, με σκοπό να προκαταληφθεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και να συντελεσθεί η μεταβολή του πολιτεύματος και η παλινόρθωση της βασιλείας. Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα διάγγελμα του Προέδρου της Κυβερνήσεως περί θέσεως σε εφαρμογή του νόμου ΔΞΘ' “περί καταστάσεως πολιορκίας” και αναστολής της ισχύος των άρθρων 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18, 56, 97 και 100 του Συντάγματος σε όλη τη χώρα[74], προκήρυξη του ιδίου για την απαγόρευση κάθε συγκεντρώσεως[75] και διάταγμα περί διορισμού νέου υπουργικού συμβουλίου, το οποίο δεν υπέγραφε πλέον ο εκλεγμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης (δεδομένου ότι την ημέρα εκείνη η αβασίλευτη δημοκρατία είχε καταργηθεί), αλλά ο ίδιος ο Γ. Κονδύλης[76].
Την επομένη ημέρα σε διάγγελμά του ο κατ' ουσίαν δικτάτορας Κονδύλης[77] εξήγγειλε ως αποστολή της κυβερνήσεως τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την επαναφορά του Βασιλέως, ως επιτακτική ανάγκη για την ρύθμιση του πολιτικού βίου της χώρας και για να αποτελέσει η παλινόρθωση του βασιλιά το οριστικό τέλος κάθε πολιτικής ανωμαλίας[78]. Είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακά αντιφατικό πως το δυναμικό στέλεχος του κινήματος της «Εθνικής Άμυνας» του 1917, ο αξιωματικός που αποχώρησε εκουσίως από το στράτευμα στα τέλη του 1920 ύστερα από την ήττα του Κόμματος Φιλελευθέρων στις εκλογές της 1.11.1920, ο αδιάλλακτος «δημοκρατικός» που απαιτούσε την άμεση εγκαθίδρυση της αβασίλευτης το 1924, εξελίχθηκε οψίμως σε «Ηρακλή» του Στέμματος.
Ακολούθως, η κυβέρνηση Κονδύλη επενέβη στη διαδικασία του δημοψηφίσματος. Με τη Γ' Συντακτική Πράξη της 14.10.1935 ορίσθηκε ότι με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δημοσιευομένη πέντε ημέρες πριν από τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, θα καθορισθεί ο χρόνος και ο τρόπος της διενέργειάς του, αλλά και ο αριθμός των εγκύρων ψηφοδελτίων που θα απαιτηθεί για την έγκριση της επελθούσας μεταβολής[79]. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 14.10.1935, δημοσιεύθηκε η πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου[80], σύμφωνα με την οποία στις 3.11.1935 θα ενεργηθεί δημοψήφισμα “περὶ ἐγκρίσεως τῆς διὰ τοῦ ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου ἐ.ἐ. Ψηφίσματος τῆς Ε' Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων ἐπελθούσης μεταβολῆς τοῦ Πολιτεύματος εἰς Βασιλευομένην Κοινοβουλευτικὴν Δημοκρατίαν” (άρθρο 1). Δηλαδή, σε αντίθεση με το από 10.7.1935 ψήφισμα της Ε' Εθνοσυνελεύσεως, που προέβλεπε αποφασιστικό δημοψήφισμα για την επίλυση του πολιτειακού ζητήματος, η δικτατορική κυβέρνηση Κονδύλη, με συντακτική πράξη, μετέβαλε τον χαρακτήρα του δημοψηφίσματος της 3.11.1935 σε επικυρωτικό του από 10.10.1935 ψηφίσματος που εξέδωσε η μειοψηφία της Ε' Εθνοσυνελεύσεως. Η ίδια πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου όριζε τη δυνατότητα κάθε πολιτειακής παρατάξεως να διορίσει εκπρόσωπό της σε κάθε εφορευτική επιτροπή (άρθρο 6), το είδος των ψηφοδελτίων και των φακέλων (άρθρο 7), καθώς και ότι “ἡ δήλωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως κρίνεται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγκύρων ψηφοδελτίων τοῦ Δημοψηφίσματος, ὃστις δὲν δύναται νὰ εἶναι κατώτερος τοῦ ἡμίσεος πλέον τοῦ ἑνός τοῦ συνόλου τῶν ψηφοφορησάντων ἐκλογέων” (άρθρο 11).
Οι μέρες που ακολούθησαν χρωματίσθηκαν με αυταρχικά μέτρα, που έπλητταν την ελεύθερη διεξαγωγή του. Με αναγκαστικό νόμο προβλέφθηκε η διοικητική εκτόπιση κάθε προσώπου που αποπειράται με οποιονδήποτε τρόπο να προκαλέσει “διατάραξιν της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας και της ησυχίας της χώρας ή και διέγερσιν των πολιτών αμέσως ή εμμέσως εις στάσιν ή ανυπακοήν προς τας δημοσίας αρχάς και τους νόμους του κράτους”[81]. Κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού ο Γ. Παπανδρέου και ο Α. Παπαναστασίου, αμφότεροι αρχηγοί κομμάτων, εκτοπίσθηκαν τον Οκτώβριο 1935 στη Μύκονο[82]. Με την ΣΤ' Συντακτική Πράξη της 28.10.1935 απαγορεύθηκε ο “χλευασμός και η περιφρόνησις προς το Πολίτευμα” (άρθρο 1), καθώς επίσης “α) Ἡ διάδοσις ἰδεῶν δι' ὧν ἐπιδιώκεται ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑφισταμένου Κοινωνικοῦ Καθεστῶτος, β) Ἡ πρὸς οἰονδήποτε σκοπὸν ἒξαψις τῶν παθῶν, γ)ἡ διέγερσις τῶν πολιτῶν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς διχόνοιαν ἢ ἀμοιβαίαν καταφρόνησιν καὶ ἐχθροπάθειαν ἢ εἰς στάσιν ἢ ἀνυπακοὴν πρὸς τὰς Δημοσίας Ἀρχάς καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ δ)Ὁ ὁπωσδήποτε κλονισμὸς τῆς πρὸς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις τῆς Χώρας ἐμπιστοσύνης τοῦ Λαοῦ, ὡς καὶ ἡ πρόκλησις διχονοίας μεταξὺ τῶν Ἐθνικῶν ἐνόπλων δυνάμεων καὶ ὁ κλονισμός τῆς ἐν αὐτοῖς Πειθαρχίας” (άρθρο 2 παρ. 1). Επίσης απαγορεύθηκε “ἡ περιγραφὴ καὶ ἐξιστόρησις τῶν πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Πολιτεύματος τῆς Ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας συμβάντων, γινομένη κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ ἒξαψιν τῶν παθῶν καὶ νὰ διασαλεύσῃ τὴν Δημοσίαν τάξιν» (άρθρο 2 § 3 Γ' Σ.Π.). Η παραβίαση των απαγορεύσεων αυτών συνιστούσε πλημμέλημα (άρθρο 3 § 1 Γ' Σ.Π.) τιμωρούμενο από τα Πενταμελή Εφετεία εντός δέκα ημερών από την υποβολή της μηνύσεως ή της αυτεπάγγελτης διώξεως (άρθρο 6 Γ' Σ.Π.), ενώ προβλέφθηκε η διακοπή κυκλοφορίας του φύλλου και η κατάσχεση των εντύπων και των μέσων δημοσιεύσεως (άρθρο 3 § 2 Γ' Σ.Π.).
7. Η διενέργεια του δημοψηφίσματος της 3ης Νοεμβρίου 1935
Μέσα σε αυτό το κλίμα του αυταρχισμού και των σοβαρών περιορισμών της ελευθερίας του λόγου διενεργήθηκε το “επικυρωτικό” δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935. Με βάση τα αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν ψήφισαν 1.527.714 και τα έγκυρα ψηφοδέλτια ήταν 1.524. 446, ενώ τα άκυρα και τα λευκά ήταν 3.268 (0,21% των ψηφισάντων). Υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας (κυανό ψηφοδέλτιο με το βασιλικό στέμμα) ψήφισαν 1.491.992 (ποσοστό 97,87%), ενώ υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας (ερυθρό ψηφοδέλτιο με τον αναγεννώμενο φοίνικα) ψήφισαν 32.454 (ποσοστό 2,13%)[83]. Ο αυξημένος αριθμός των ψηφισάντων, κατά ποσοστό περίπου 50% σε σχέση με τις προηγηθείσες εκλογές της 9.6.1935, αλλά και κατά ποσοστό περίπου 20% σε σχέση με τις επόμενες της 26.1. 1936, είναι καταφανής και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, λαμβανομένου υπ’ όψη ότι τόσο στις εκλογές του Ιουνίου όσο και στο δημοψήφισμα απείχαν τα κόμματα του Κέντρου. Οι επίσημες δηλώσεις του Υπουργού των Εσωτερικών Γ. Σχινά, ενώ είναι απρόσφορες για τη δικαιολόγηση της αυξήσεως των ψηφισάντων, αποκαλύπτουν διαδικαστικές παραβάσεις, δηλαδή το ότι ψήφισαν πρόσωπα μη εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους, ήτοι τα πληρώματα των πλοίων, οι στρατιωτικοί, ενήλικες που δεν ήταν καθόλου εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, πρόσωπα που ήταν εγγεγραμμένα σε εκλογικούς καταλόγους άλλης εκλογικής περιφέρειας[84].
Οι ξένοι διπλωμάτες χαρακτήρισαν το δημοψήφισμα ως “φάρσα”, “νόθο” και ανάξιο σχολιασμού[85].
Επρόκειτο για μία αναμφισβήτητα νόθη «δημοψηφισματική» διαδικασία, μία παρωδία[86], με την οποία όμως ολοκληρώθηκε η διαβλητή διαδικασία κατάργησης της αβασίλευτης δημοκρατίας και παλινόρθωσης της βασιλείας.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος εξέτιε τη δεύτερη θητεία του, που διακόπηκε βιαίως στις 10.10.1935, παρατηρούσε άβουλος και αμέτοχος τις εξελίξεις, χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια για τη διατήρηση της αβασίλευτης μορφής του πολιτεύματος[87].
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό την προεδρία του συντηρητικού Σ. Παπαφράγκου[88], δεν τόλμησε να υπερασπίσει την τυπική ισχύ του Συντάγματος έναντι της σωρείας συντακτικών πράξεων και αντισυνταγματικών νομοθετημάτων ούτε να ελέγξει τις προϋποθέσεις της έκτακτης νομοθέτησης.
Ο Γεώργιος Β', ο οποίος είχε φύγει από τη χώρα υπό τη μορφή άδειας στις 19.12.1923[89] και είχε κηρυχθεί έκπτωτος με το από 25.3.1924 Ψήφισμα «Περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας καὶ ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας» της Δ' Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, επέστρεψε στις 25.11. 1935 και απεύθυνε διάγγελμα προς τον Ελληνικό Λαό. Περιορισμένος ο ενθουσιασμός του πλήθους που τον υποδέχθηκε σε τίποτε δεν θύμιζε τη θριαμβευτική υποδοχή που είχε γίνει στον πατέρα του Κωνσταντίνο Α'[90], δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, δηλαδή ύστερα από την επιστροφή του στις 6.12.1920 (ενώ προηγήθηκε το αποφασιστικό αλλά -επίσης- διαβλητό ως προς την διαδικασία και το εξαγόμενο αποτέλεσμα δημοψήφισμα της 22.11.1920).
Ο πολιτικός κόσμος του Κέντρου κινήθηκε να αντιδράσει αποφασιστικά, αλλά η στάση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος, επιδιώκοντας την αμνηστία, είχε αποδεχθεί ως τετελεσμένο γεγονός την παλινόρθωση[91], έκανε άλλους πολιτικούς του Κέντρου να συναινέσουν στην de facto πολιτειακή μεταβολή (Σοφούλης, Μιχαλακόπουλος) και άλλους να περιορισθούν σε μια τελευταία λεκτική αντίδραση (Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Παπανδρέου)[92].
Η νέα υπηρεσιακή κυβέρνηση του Κ. Δεμερτζή, την οποία (αντί κυβερνήσεως Λαϊκού Κόμματος) διόρισε ο Γεώργιος Β’[93], ταυτόχρονα με την ορκωμοσία της εξέδωσε διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονταν όλα τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από μη στρατιωτικούς κατά το κίνημα της 1.3.1935, ενώ απονεμήθηκε χάρη ως προς την ποινή στους καταδικασθέντες στρατιωτικούς (αποστράτους ή εν ενεργεία) και στους δημοσίους υπαλλήλους[94]. Η Ε’ Εθνοσυνέλευση δεν συνεδρίασε ξανά, μολονότι 166 πληρεξούσιοι του Λαϊκού Κόμματος υπέβαλαν αίτηση προς το προεδρείο της (16.12.1935) για τη επανασύγκλησή της σε συνεδρίαση στις 18.12. 1935· διαλύθηκε εσπευσμένα με βασιλικό διάταγμα στις 17.12.1936 και προκηρύχθηκαν εκλογές στις 26.1.1936[95]. Με την παροχή αμνηστίας και χάριτος προς τους κινηματίες του Μαρτίου και τη διάλυση της Ε’ Εθνοσυνέλευσης ο Γεώργιος Β’ «εξαγόραζε» την ανοχή των «βενιζελικών» προς την παλινόρθωση, ενώ με την άρνηση της επιστροφής των αποτάκτων στο στράτευμα ικανοποιούσε τον φιλοβασιλικό «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» και τις ατομικές επιδιώξεις των στελεχών του, αφήνοντας μάλιστα ανοικτό το ενδεχόμενο παγίωσης της μονοπαραταξιακής στελέχωσης του Στρατού[96]. Όμως, ενεργώντας έτσι, υπερέβαινε τα όρια του συνταγματικού ρόλου του ως ρυθμιστή του πολιτεύματος και «πολιτευόταν», παραβιάζοντας μάλιστα το Σύνταγμα, πράγμα που δημιουργούσε δυσπιστίες και υπέσκαπτε το μέλλον του ιδίου και του βασιλικού θεσμού[97].
Έτσι, συντελέσθηκε η κατάργηση της Β' Ελληνικής Δημοκρατίας και η παλινόρθωση της Βασιλείας τον Νοέμβριο 1935, ενδεχόμενο ελάχιστα πιθανό να επιτευχθεί εννέα μήνες νωρίτερα.
8. Ομοιότητες και διαφορές της ιστορικής και δικαιοπολιτικής διαδικασίας εγκαθίδρυσης της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1924) με την αντίστοιχη διαδικασία της παλινορθώσεως (1935).
H ιστορική και πολιτική διαδικασία της παλινόρθωσης της βασιλείας, κατά το χρονικό διάστημα Μάρτιος-Νοέμβριος 1935, είχε κοινά ιστορικά και πολιτικά χαρακτηριστικά με τη διαδικασία κατάργησης της βασιλείας και εγκαθίδρυσης της αβασίλευτης δημοκρατίας, κατά το χρονικό διάστημα Οκτώβριος 1923 - Μάρτιος 1924, τα οποία έχει ενδιαφέρον να επισημανθούν.
1) Σε αμφότερες τις περιπτώσεις την ιστορική διαδικασία πολιτειακής μεταβολής πυροδότησε ένα στρατιωτικό κίνημα που είχε ως σκοπό την αντίθεση στη μεταβολή του πολιτεύματος: τον Οκτώβριο 1923, το στρατιωτικό κίνημα Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη - Ζήρα προκλήθηκε από κυρίως φιλοβασιλικούς κύκλους που ζητούσαν την παύση της επαναστατικής κυβέρνησης, η οποία είχε αναδειχθεί με την επανάσταση της 11.9.1922[98], ενώ τον Μάρτιο του 1935, το κίνημα των φιλοβενιζελικών αξιωματικών είχε ως διακηρυσσόμενο στόχο την αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλείας.
2) Η καταστολή των δύο στρατιωτικών κινημάτων έφερε σε δυσχερή θέση όχι μόνο τους κινηματίες, αλλά ολόκληρη την πολιτειακή παράταξη η οποία (υποθετικά ή πραγματικά) θα ευνοούσε την επιτυχία του κινήματος, και ταυτόχρονα αφενός ενδυνάμωσε την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία, αφετέρου προήγαγε εκείνη την εξέλιξη, την οποία το ηττημένο στρατιωτικό κίνημα επεδίωκε να αποτρέψει. Τέθηκε η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και λήφθηκαν κατασταλτικά μέτρα κατά των κινηματιών και των υποστηρικτών τους[99].
3) Ακολούθησαν, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, εκλογές (16.12.1923, 9.6.1935), από τις οποίες η ηττηθείσα παράταξη απείχε, διότι τα μέτρα καταστολής δεν επέτρεψαν τον κατάλληλο προεκλογικό αγώνα και, άλλωστε, είχε δημιουργηθεί πολιτικό κλίμα που προεξοφλούσε την ήττα της.
4) Η βουλή που συγκροτήθηκε από τις εκλογές ήταν εξοπλισμένη με συντακτικές εξουσίες (Δ’ Συντακτική το 1924, Ε’ Συντακτική το 1935) και κατά πλειοψηφία αποτελούταν από πληρεξουσίους, οι οποίοι ευνοούσαν την πολιτειακή μεταβολή (αντιβασιλικοί το 1923-1924[100], φιλοβασιλικοί το 1935).
5) Και στις δύο συντακτικές Βουλές εκδηλώθηκε έντονη διαφωνία μεταξύ των υποτιθεμένων «ομοϊδεατών» για το «αν» και κυρίως για το «πώς» θα πραγματοποιηθεί η πολιτειακή μεταβολή. Το 1924 στη Δ’ Συντακτική Βουλή εκδηλώθηκε έντονη διαφωνία μεταξύ εκείνων που επί της ουσίας έθεταν προσκόμματα στην πολιτειακή μεταβολή (Βενιζέλος, Καφαντάρης), θέτοντας ζητήματα α) όχι μόνο επιλογής πολιτεύματος διά του δημοψηφίσματος, αλλά και επιλογής δυναστείας, β) αναβολής του χρόνου δημοψηφίσματος, γ) διενέργειας αποφασιστικού δημοψηφίσματος για την επιλογή πολιτεύματος, και εκείνων των «αδιαλλάκτων δημοκρατικών» (Παπαναστασίου, Πάγκαλος, Κονδύλης, Χατζηκυριάκος) που ήθελαν το πολιτειακό να επιλυθεί αμέσως με ψήφισμα της Εθνοσυνελεύσεως και στη συνέχεια να ακολουθήσει επικυρωτικό δημοψήφισμα[101]. Αντιστοίχως, στη Ε’ Συντακτική, οι αδιάλλακτοι βασιλόφρονες (Κονδύλης, Μεταξάς) ζητούσαν την άμεση επιστροφή του βασιλέως, έστω με ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης και επικυρωτικό δημοψήφισμα, ενώ οι μετριοπαθείς φιλοβασιλικοί (Τσαλδάρης κ.λπ.) υποστήριζαν τη διεξαγωγή αποφασιστικού (και εννοείται ανόθευτου) δημοψηφίσματος.
6) Και στις δύο ιστορικές διαδικασίες η πολιτειακή μεταβολή έγινε με επέμβαση του στρατού στην πολιτική. Το παράδοξο, μάλιστα, είναι ότι πρόσωπα που είχαν υποστηρίξει τη δυναμική εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας το 1924 ήταν οι πρωταγωνιστές στην παλινόρθωση το 1935 (Κονδύλης)[102].
7) Τόσο το 1924 όσο και το 1935 η πολιτειακή μεταβολή διαδικαστικά επήλθε με ψήφισμα της Συντακτικής Βουλής και ακολούθησε επικυρωτικό δημοψήφισμα[103].
Υπήρχαν, όμως, θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο ιστορικών και πολιτικών διαδικασιών, που διαφοροποιούν πλήρως τον χαρακτήρα των αντίστοιχων πολιτειακών μεταβολών.
1) Το 1924, η παρέμβαση του στρατού στη διαδικασία της πολιτειακής μεταβολής περιορίσθηκε σε πολιτικά διαβήματα προς τον για λίγες ημέρες πρωθυπουργό Γ. Καφαντάρη[104], ενώ το 1935 η επέμβαση του στρατού συνίστατο στον εξαναγκασμό σε παραίτηση της κυβέρνησης, που διέθετε σταθερά την απόλυτη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, και στη συγκρότηση κυβέρνησης κοινοβουλευτικής μειοψηφίας.
2) Το 1924 η κυβέρνηση Παπαναστασίου, η οποία προκάλεσε το από 25.3.1924 ψήφισμα της Δ’ Συντακτικής για την αλλαγή του πολιτεύματος, είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής[105]. Το 1935 η πολιτειακή μεταβολή τελέσθηκε δια της ωμής επεμβάσεως των εκπροσώπων των ενόπλων δυνάμεων και της επιβολής δικτατορικής κυβέρνησης, που δεν είχε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών.
3) Το ψήφισμα της Δ’ Συντακτικής για την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας (25.3.1924) ψηφίσθηκε ομόφωνα από την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής[106], ενώ το Ψήφισμα της Ε’ Συντακτικής για την επαναφορά της βασιλευομένης (10.10.1935) ψηφίσθηκε από την παρούσα μειοψηφία 82 βουλευτών.
4) Το 1924, αμέσως μετά από το ψήφισμα της Δ’ Συντακτικής για τη μεταβολή του πολιτεύματος και πριν από το δημοψήφισμα της 13.4.1924, η κυβέρνηση (κυβέρνηση Παπαναστασίου) έδωσε αμνηστία στους κινηματίες του Οκτωβρίου 1923[107], ενώ το 1935, μετά το ψήφισμα της Ε’ Συντακτικής και πριν από το δημοψήφισμα της 3.11.1935, η δικτατορική κυβέρνηση Κονδύλη, όχι μόνο δεν έδωσε αμνηστία στους κινηματίες της 1.3.1935, αλλά έλαβε αυταρχικά μέτρα ποινικής καταστολής, διώξεων και εκτοπίσεων εκείνων που αντιδρούσαν στην πολιτειακή μεταβολή. Έτσι, το 1924 ο λαός κλήθηκε ελεύθερα να επιλέξει εάν εγκρίνει ή όχι την τελεσθείσα πολιτειακή μεταβολή, ενώ το 1935 ο λαός τελούσε υπό το κράτος εξαναγκασμού.
5) Στα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 13.4.1924 αποτυπώθηκε η αληθής βούληση του ελληνικού λαού περί εγκρίσεως της πολιτειακής μεταβολής (έστω και αν υπήρξαν μεμονωμένες και μικρού αριθμού παρεκτροπές), ενώ το αποτέλεσμα της δημοψηφισματικής διαδικασίας του 1935 ήταν προϊόν εμφανούς νοθείας[108].
Δηλαδή, η πολιτειακή μεταβολή του 1924 (εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας) εξέφραζε τη βούληση του Λαού, ενώ η πολιτειακή μεταβολή του 1935 (παλινόρθωση βασιλείας), έγινε παρά τη θέληση του Λαού και ήταν προϊόν εξαναγκασμού και νοθείας.
9. Μια τελική αποτίμηση ενόψει των γεγονότων που ακολούθησαν
Η επαναφορά της βασιλείας στην Ελλάδα ήταν ένα στάδιο στην πορεία της προς το αυταρχικό δικτατορικό καθεστώς (1936-1941), μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο ο ολοκληρωτισμός επέλαυνε και διεκδικούσε με μέσα ολιστικής βίας την επικράτηση.
Στην Ευρώπη, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο υποστηριζόταν πολιτικά κυρίως από τον λιμπεραλισμό-φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, αμφισβητούταν ισχυρά[109]. Η μεσοπολεμική δημοκρατία δεν μπόρεσε να δώσει λύση στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία επέτεινε η διεθνής οικονομική κρίση· αυτό ισχύει και για την Ελλάδα, όπου μάλιστα οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929 ήταν σχετικά μικρότερες[110]. Το κοινοβουλευτικό σύστημα επικρινόταν με την προβολή ενός «τεχνοκρατικού» επιχειρήματος, με βάση το οποίο τη λύση στα προβλήματα δεν μπορούν να δώσουν οι συχνά δημαγωγούντες πολιτικοί, αλλά οι ειδήμονες-τεχνοκράτες, και ενός «λαϊκιστικού» επιχειρήματος, σύμφωνα με το οποίο το κοινοβούλιο αναλώνεται σε μάταιες συζητήσεις και, ως έκφραση της αστικής τάξης, αγνοεί τον λαό[111]. Σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, όπως στην Πορτογαλία, Αυστρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Λεττονία, Λιθουανία κ.α., είχαν επικρατήσει αυταρχικά καθεστώτα που ακολουθούσαν το προβαλλόμενο ως «ριζοσπαστικό» πρότυπο του ιταλικού φασισμού με τον Μουσολίνι και του γερμανικού ναζισμού με τον Χίτλερ, που υποσχόταν λύση των κοινωνικών, οικονομικών και εθνικών προβλημάτων μέσω ιδίως του διεθνισμού, του «κορπορατισμού» και του αντισημιτισμού[112]. Το «φασιστικό» πρότυπο και οι προβαλλόμενες προσωπικότητες των Μουσολίνι και Χίτλερ έχαιραν στα μέσα της δεκαετίας του 1930 αναμφισβήτητης διεθνούς ακτινοβολίας[113]. Στην Ελλάδα πέραν από τη διαίρεση σε αντιβασιλικούς και βασιλόφρονες, σε φιλελεύθερους και συντηρητικούς, υπήρχε μία ακόμη κάθετη διαίρεση σε οπαδούς του κοινοβουλευτικού συστήματος και σε θαυμαστές του ολοκληρωτισμού[114]. Επιφανείς στρατιωτικοἰ με πολιτική δράση, όπως ο Πάγκαλος και ο Πλαστήρας, από την πλευρά των αντιβασιλικών, ο Μεταξάς και μετέπειτα ο Κονδύλης, από την πλευρά των βασιλοφρόνων, ήταν πεπεισμένοι ότι λύση στα προβλήματα θα δώσει μια δικτατορία· στη λύση της δικτατορίας απέβλεπε και ο Ελ. Βενιζέλος, ιδίως μετά από την απόπειρα δολοφονίας του και ενώ διέβλεπε ότι, από τη μια το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα με την ανασύνθεση των εκλογικών περιφερειών («μπακλαβοποίηση»), από την άλλη η απώλεια παραδοσιακών οπαδών του δεν μπορούσαν να διασφαλίσουν την επάνοδό του στην εξουσία[115].
Μία δικτατορία στα πλαίσια ρεπουμπλικανικού πολιτεύματος θα έφερνε πιο κοντά την Ελλάδα στη Γερμανία, προς την οποία κατευθυνόταν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της[116], ενώ η «εποπτεία» της δικτατορίας από έναν αγγλόφιλο βασιλιά θα διασφάλιζε την επιρροή και τον έλεγχο της Μ. Βρετανίας στη μεσογειακή Ελλάδα[117]. Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί η «ενεργητική» στάση της Μ. Βρετανίας στην πολιτειακή μεταβολή, ιδίως από τον Σεπτέμβριο 1935 και μετά[118].
Ο Γεώργιος Κονδύλης, ο οποίος ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών της κατάργησης της βασιλείας το 1924 και ο βασικός πρωταγωνιστής της επαναφοράς της το 1935, χαρακτήρας δυναμικός όσο και καιροσκόπος, δεν μακροημέρευσε[119]· παραιτήθηκε, λόγω της διαφωνίας του με τον Γεώργιο Β', στο ζήτημα της αμνηστεύσεως των κινηματιών της 1.3.1935[120], ύστερα από 45 ημέρες πρωτοφανώς αυταρχικής και μεροληπτικής διακυβερνήσεως της χώρας[121]· πέθανε τελείως αιφνίδια στις 31.1.1936[122], πέντε ημέρες μετά από τις βουλευτικές εκλογές (26.1.1936), ενώ μάλιστα φημολογούταν ότι εργαζόταν για νέο στρατιωτικό πραξικόπημα[123]. Η αμνήστευση των κινηματιών-πολιτικών και η παροχή χάριτος ως προς την ποινή στους κινηματίες-στρατιωτικούς, καθώς και η απομάκρυνση Κονδύλη, αποτέλεσε την αιτία της οιονεί γεφύρωσης των σχέσεων του Γεωργίου Β' με τον Βενιζέλο και τον πολιτικό χώρο του Κέντρου. Το 1936 ήταν το έτος θανάτου πλήθους επιφανών πολιτικών (Ε. Βενιζέλος, Π. Τσαλδάρης, Κ. Δεμερτζής, Α. Παπαναστασίου, Α. Ζαΐμης) και της επιβολής της δικτατορίας Ι. Μεταξά, η οποία, σε πλήρη συμφωνία με τον επιστρέψαντα αγγλόφιλο Γεώργιο Β', κινήθηκε προς την εγκαθίδρυση ολοκληρωτικού καθεστώτος, κατά το γερμανικό και το ιταλικό πρότυπο, αλλά υπό τη βρετανική εποπτεία.
Η αμφισβήτηση του ολοκληρωτισμού και του βασιλικού θεσμού εκδηλώθηκε με την οργανωμένη Εθνική Αντίσταση, αλλά και την εν γένει στάση του πολιτικού κόσμου τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γεώργιος Β' εκουσίως εγκατέλειψε ξανά την Ελλάδα τον Απρίλιο 1941, ενώ ο στρατός βρισκόταν ακόμη στο μέτωπο· επέστρεψε μέσα σε εμφυλιοπολεμικές συνθήκες τον Σεπτέμβριο 1946, ύστερα από νέο δημοψήφισμα και αφού προηγήθηκε ο αιματηρός Δεκέμβρης του 1944[124].
Ο θρόνος, όμως, των «πολιτευομένων» βασιλέων δεν είχε στέρεα θεμέλια[125]. Η αγωνιώδης προσπάθεια του Στέμματος πρωτίστως να στηριχθεί στον Στρατό και ακολούθως να παρεμβληθεί στον διορισμό κυβερνήσεων, κατά τη μεταπολεμική εικοσαετία, δεν απέδωσε καρπούς· την κατάργηση της βασιλείας κήρυξε και επέβαλε εκ νέου η στρατιωτική δικτατορία της 21.4.1967[126].
Ενώ δεν είχαν συμπληρωθεί σαράντα χρόνια από την παλινόρθωση της βασιλείας τον Νοέμβριο 1935 και, εντός αυτής της τεσσαρακονταετίας, για μεγάλα χρονικά διαστήματα ο βασιλιάς βρισκόταν εκτός Ελλάδος (Απρίλιος 1941-Σεπτέμβριος 1946, Δεκέμβριος 1967 και εξής), το νέο Σύνταγμα της χώρας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 11.6.1975, καθιέρωνε οριστικά, αφού προηγήθηκε το αποφασιστικό πολιτειακό και ανόθευτο δημοψήφισμα της 8.12.1974, το πολίτευμα της Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Το αβασίλευτο, δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα, εδραζόμενο στη βούληση και στην εμπιστοσύνη του Ελληνικού Λαού, έχει συμπληρώσει πλέον πενήντα (50) έτη αδιατάρακτης και αδιαμφισβήτητης λειτουργίας στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία.
Η παλινόρθωση της βασιλείας στην Ελλάδα τον Νοέμβριο 1935 δεν είχε επέλθει λόγω της λαϊκής βουλήσεως ούτε με βάση μια αδιάβλητη διαδικασία, αλλά ήταν προϊόν αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων, συστηματικής παραβιάσεως και παραγκωνισμού του Συντάγματος, και εν τέλει στυγνού δικτατορικού εξαναγκασμού, που εξυπηρετούσε κατά βάση ατομικές επιδιώξεις και εν μέρει ξένα συμφέροντα, σε μια Ευρώπη όπου τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά καθεστώτα κλονίζονταν δραματικά.
[1]. Ν. Αλιβιζάτος: Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2011. σ. 287-288· Σ. Βλαχόπουλος: Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935-Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης; Εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα 2012, σ. 245-250· Σ. Πλουμίδης «Ἡ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΔΟΞΑ»- Στέμμα και πολιτική στην Ελλάδα (1830-1974), εκδόσεις Μίνωας 2025, σ. 108.
[2]. Γ. Μικρούδης: Ο Βενιζέλος και η Βασιλεία-Οι θέσεις του Βενιζέλου για το πολιτειακό ζήτημα και η σύγκρουση με τους βασιλείς, εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα 2024, σ. 187-190 (συμπεράσματα), Β. Παπακοσμάς: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το ζήτημα του αβασίλευτου πολιτεύματος (1916-1920), εις Θ. Βερέμης-Ο. Δημητρακόπουλος: Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σ. 486,488,489,490,498-499.
[3]. Δ. Βρατσάνος: Ιστορία των Επαναστάσεων (1824-1935), εκδόσεις Αρίων, 1936, σ. 336-340· Δ. Καλτσώνης: Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας, 1821-2001. Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2017, σ. 137.
[4]. Σ. Λιναρδάτος: Πως εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου 1936, εκδόσεις Θεμέλιο, γ’ έκδοση, Αθήνα 1988, σ. 35-36, 44· Β. Παπακοσμάς: Ο Στρατός στην Πολιτική Ζωή της Ελλάδος-Το πραξικόπημα του 1909 και οι επιπτώσεις του μέχρι σήμερα, μετάφραση Αλεξάνδρας Φιάδα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ῑ. Δ. Κολλάρου & ΣΙΑ Α.Ε, Αθήνα 1981, σ. 257· Π. Πετρίδης: Πολιτικές Δυνάμεις και Συνταγματικοί Θεσμοί στη Νεότερη Ελλάδα (1844-1940), εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 183· G. Hering: Tα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα (1821-1936), μετάφραση Θ. Παρασκευόπουλος, τόμος Β’. Μορφωτικό ΊδρυμαΕθνικήςΤραπέζης, Αθήνα 2008, σ. 1218,1220-1221 ∙ G. Besier & K. Stoklosa: European Dictatorships-A Comparative History of the Twentieth Century, Cambridge Scholars Publishing, 2013, σ. 199.
[5]. Γ. Δαφνής: Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, α΄ έκδοση 1954, β΄ έκδοση Κάκτος 2009, σ. 736-738.
[6]. Δαφνής (1954) σ. 742-743, Λιναρδάτος (1988) σ. 35-36,44, Besier & Stoklosa (2013) σ. 199.
[7]. Βλ. ΦΕΚ Α' 58α/1.3.1935. Βλ. και Αναγκαστικό Νόμο περί συστάσεως Στρατοδικείων, ΦΕΚ Α' 64/3.3. 1935.
[8]. Βλ. ενδ. Hering (2008) σ. 1224.
[9]. Η Γιουγκοσλαβία βοήθησε στρατιωτικά την κυβέρνηση Τσαλδάρη, η Μ. Βρετανία και η Γαλλία δήλωσαν την υποστήριξή τους με την παρουσία στρατιωτικού σκάφους, ενώ η ιταλική κυβέρνηση Μουσολίνι εμπόδισε τη μετάβαση του Ν. Πλαστήρα στην Ελλάδα και απαγόρευσε τη μετάδοση ανακοινωθέντων και διαγγελμάτων των κινηματιών, βλ. Δαφνής σ. 765-766.
[10]. Δαφνής (1954) σ. 747, 748 (οργανωτική αδυναμία στρατιωτικής αξιοποιήσεως του πλήθους των εθελοντών), Λιναρδάτος (1988) σ. 31.
[11]. Ι. Πεπονής: Νικόλαος Πλαστήρας-ο μαύρος καβαλάρης, εκδόσεις Μεσενικολιτών (χ.χ.) σ. 438-446.
[12]. Δαφνής (1954) σ. 751.
[13]. Υπήρχε πάντως ισχυρή σύγκρουση μεταξύ Κονδύλη και Μεταξά, αμφοτέρων υποψηφίων δικτατόρων, για τον τρόπο αντιμετωπίσεως του “βενιζελισμού”, η οποία οδήγησε στην αποχώρηση του Μεταξά από την κυβέρνηση στις 20.3.1935, βλ. Δαφνής (1954) σ. 767.
[14]. Θ. Βερέμης: Μικρή Πολιτική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, β’ έκδοση, εκδόσεις Πατάκη 2022 σ. 99· Δαφνής (1954) σ. 697-698, Καλτσώνης (2017) σ. 137, Πλουμίδης (2025) σ. 109-110.
[15]. Δαφνής (1954) σ. 697. Ενώ δεν έλειψαν οι εκδηλώσεις υπέρ της βασιλείας κατά το έτος 1934 και στις αρχές του 1935, η κυβέρνηση Τσαλδάρη και οι περισσότεροι από τους οπαδούς της δεν σχεδίαζαν ούτε επιθυμούσαν, πριν από το κίνημα, την πολιτειακή μεταβολή. Ακόμη κι ο Ι. Μεταξάς δεν θεωρούσε την παλινόρθωση ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή της δικτατορίας του. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 764.
[16]. Ο Βενιζέλος, μετά από την απόπειρα δολοφονίας του στις 6.6.1933, ανησυχούσε για την ίδια τη ζωή του, διαπιστώνοντας τη νωθρότητα του κρατικού μηχανισμού να συλλάβει τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς, βλ. Δαφνής (1954) σ. 698. Παράλληλα, ήταν εμφανές ότι ένα υπολογίσιμο τμήμα των προσφύγων δεν τον υποστήριζε πλέον, αφενός λόγω του συμψηφισμού των απαιτήσεων για τις περιουσίες των ανταλλαξίμων με την Τουρκία (σύμβαση Άγκυρας 10.6.1930), αφετέρου λόγω του ότι δεν έδωσε πλήρη λύση στα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματά τους, βλ. Δαφνής (1954) σ. 479-480, 510-511, Ι. Αναστασιάδου: Ο Βενιζέλος και το ελληνοτουρκικό Σύμφωνο φιλίας του 1930, εις Βερέμης/ Δημητρακόπουλος (1980), σ. 330-331, 336-337. Επίσης, ανησυχούσε για το αποτέλεσμα των επομένων εκλογών, διότι το ιδιάζον πλειοψηφικό σύστημα που είχε ψηφίσει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του «Λαϊκού κόμματος» («μπακλαβοποίηση») σε συνδυασμό με τη διάσπαση του πρώην ενιαίου «Κόμματος Φιλελευθέρων» (οι Παπαναστασίου, Καφαντάρης, Μιχαλακόπουλος, Μυλωνάς, είχαν συγκροτήσει αυτοτελή κόμματα) καθιστούσε αμφίβολη την εκ νέου ανάδειξή του στο πρωθυπουργικό αξίωμα, βλ. Σ. Γονατάς Απομνημονεύματα 1897-1957, Αθήναι 1958, σ. 363, 365. Ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να παραδεχθεί ότι, εκτός των άλλων και λόγω ηλικίας, βρισκόταν στη δύση της σταδιοδρομίας του και ότι η Ελλάδα μπορούσε να ζήσει και χωρίς αυτόν. Όλα τούτα τον ώθησαν στο στρατιωτικό κίνημα, για το οποίο η πολιτική ευθύνη βαρύνει πρώτιστα τον ίδιο. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 698.
[17]. Πεπονής (χ.χ.) σ. 443, Πετρίδης (1992) σ. 181.
[18]. Δαφνής (1954), σ. 762-763, ο οποίος υποστήριξε ότι ο Βενιζέλος επιθυμούσε τη δημιουργία ενός μονοκομματικού κράτους, που θα του εξασφάλιζε την ισόβια διακυβέρνηση της χώρας, Hering (2008) σ. 1215-1216. Επίσης, πρβλ. Καλτσώνης (2017) σ. 137.
[19]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 270-274. Η αντισυνταγματικότητα του από 6.3.1935 αναγκαστικού νόμου. Αναφορικά με την ευθύνη του συζύγου του κατηγορουμένου, επισημάνθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας με το υπ’ αριθ. 178/9.3.1935 πρακτικό επεξεργασίας, που αφορούσε το εκτελεστικό προεδρικό διάταγμα περί κατασχέσεως των περιουσιών των στασιαστών, αλλά δεν ελήφθη υπ’ όψη από την κυβέρνηση, βλ. Βλαχόπουλος ό.π. σ. 273.
[20]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 209-215, Καλτσώνης (2017) σ. 138.
[21]. Αλιβιζάτος (2013) σ. 386-387.
[22]. Δαφνής (1954) σ. 768.
[23]. Βλ. Γονατάς (1958) σ. 357.
[24]. Αλιβιζάτος (2013) σ. 387.
[25]. Οι κινηματίες δικάσθηκαν κατά ομάδες από έκτακτα στρατοδικεία, ανάλογα με τον τρόπο δράσης τους και με βάση τον α.ν. της 3.3.1935 (ΦΕΚ Α’ 64/3.3. 1935), που τροποποιήθηκε δύο φορές μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις ενός μήνα, με τον α.ν. της 16.3.1935 και της 16.4.1935, βλ. Βλαχόπουλος (2012) σ. 223. Στην πρώτη μεγάλη δίκη (18-31.3.1935) δικάσθηκαν οι στασιαστές των Αθηνών (Σαράφης, αδελφοί Τσιγάντε, Σπαής κ.α.)· η μάλλον μετριοπαθής σύνθεση του δικαστηρίου με πρόεδρο τον υποστράτηγο Μπακόπουλο επέβαλε την ποινή των ισοβίων δεσμών και μικρότερες ποινές στους καταδικασθέντες, κρίνοντας ότι ως “πολιτικά” τα αδικήματα δεν μπορούσαν να επισύρουν την ποινή του θανάτου (σύμφωνα με το άρθρο 17 εδ. γ’ Συντάγματος 1927), βλ. Δαφνής (1954) σ. 768-769. Η μη επιβολή θανατικής ποινής, όμως, προκάλεσε οχλοκρατικές διαδηλώσεις των “αδιαλλάκτων”, βλ. Δαφνής (1954) σ. 769. Στις 2.4.1935 η στρατιωτική καθαίρεση των Σαράφη, Τσιγάντε κλπ πήρε τη μορφή στυγνής διαπομπεύσεως από τον όχλο, βλ. Δαφνής (1954) σ. 770, Πεπονής (χ.χ.) σ. 445-446. Η δεύτερη μεγάλη δίκη αφορούσε τα στελέχη της “Δημοκρατικής Άμυνας” , δηλαδή της οργάνωσης που αποτελούταν κυρίως από αποστράτους που είχαν επαφή με τον Πλαστήρα, και διεξάχθηκε στις 13.4-22.4.1935· στα πλαίσια της δίκης αυτής καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν οι απόστρατοι στρατηγοί Παπούλας και Κοιμήσης, μολονότι δεν είχαν ουσιαστική συμμετοχή στο κίνημα· η καταδίκη τους ανάγεται σε ελατήρια αντεκδίκησης, διότι συνετέλεσαν στην καταδίκη των «Έξι», τον Νοέμβριο του 1922 (ο Παπούλας ως μάρτυρας κατηγορίας και ο Κοιμήσης ως μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής), βλ. Δαφνής (1954) σ. 773, Βλαχόπουλος (2012) σ. 225. Στην τρίτη μεγάλη δίκη (23.4.-5.5.1935), με πρόεδρο του έκτακτου στρατοδικείου τον υποναύαρχο Σακελλαρίου, δικάσθηκαν οι “πολιτικοί” (συνολικώς 26), ερήμην οι Ελ. Βενιζέλος, Ν. Πλαστήρας, Γ. Μαρής, Ι. Κούνδουρος, Π. Αργυρόπουλος, Κυρ. Βενιζέλος, Π. Μοσχοβίτης, Εμ. Τζανακάκης, και παρόντες οι πρώην πρωθυπουργοί Γ. Καφαντάρης, Αλ. Παπαναστασίου, Θ. Σοφούλης, Σ. Γονατάς, οι πρώην υπουργοί Μυλωνάς, Καραπαναγιώτης, Αβραάμ, Χαβίνης, Ιασονίδης, βουλευτές και δημοσιογράφοι· καταδικάσθηκαν σε θάνατο οι Ελ. Βενιζέλος, Πλαστήρας, Κούνδουρος, Τζανακάκης, σε πρόσκαιρα δεσμά 20 ετών οι Μαρής, Αργυρόπουλος και Μοσχοβίτης, σε πρόσκαιρα δεσμά 15 ετών ο βουλευτής Γ. Μπουρδάρας (ο μόνος παρών που δεν αρνήθηκε την ενοχή του), ειρκτή 10 ετών στον Κυρ. Βενιζέλο, ειρκτή 5 ετών στον Στ. Γονατά, ενώ σε ποινές φυλακίσεως καταδικάσθηκαν οι Χατζήμπεης, Χαβίνης, Ιασονίδης, Γιαννόπουλος, Γύπαρης, Σαββίδης· οι Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Σοφούλης απαλλάχθηκαν λόγω «πλήρους συγχύσεως», ενώ οι υπόλοιποι κρίθηκαν αθώοι, βλ. Δαφνής (1954) σ. 774-779.
[26]. Eπίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής (Περίοδος Δ’-Σύνοδος Έκτακτος), Προεδρία Χαρ. Βοζίκη, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1937, σ. 391-410 (συνεδρίασις ΚΗ’/28.3.1935).
[27]. Βλ. Επίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής ό.π. σ. 394-395, Δαφνής (1954) σ. 779.
[28]. Επίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής ο. π. σ. 419.
[29]. Α. Παντελής/Σ. Κουτσουμπίνας/Τ. Γεροζήσης: Κείμενα Συνταγματικής Ιστορίας, β’ τόμος (1924-1974), εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 387-388.
[30]. Βλ. Β' Συντακτική Πράξη , ΦΕΚ Α' 113/1.4.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 388-390.
[31]. Βλ. Γ' Συντακτική Πράξη, ΦΕΚ Α' 113/1.4.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 390-393.
[32]. Βλ. άρθρο 3 Γ' Συντακτικής Πράξεως, ΦΕΚ Α' 113/1.4.1935.
[33]. Βλ. άρθρο 1 Γ' Συντακτικής Πράξεως, ΦΕΚ Α' 113/1.4.1935.
[34]. Βλ. άρθρο 2 Γ' Συντακτικής Πράξεως, ΦΕΚ Α' 113/1.4.1935.
[35]. Βλ. άρθρο 6 Β' Συντακτικής Πράξεως, άρθρο 8 Γ' Συντακτικής Πράξεως, άρθρο 5 Δ' Συντακτικής Πράξεως.
[36]. Βλ. άρθρο 9 Β' Συντακτικής Πράξεως, άρθρο 14 Γ' Συντακτικής Πράξεως, άρθρο 6 Δ' Συντακτικής Πράξεως. Επίσης, βλ. Βλαχόπουλος (2012) σ. 242.
[37]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 245 (απομάκρυνση 1.500 αξιωματικών), σ. 250-263 (απομάκρυνση πανεπιστημιακών-η περίπτωση Σβώλου), Hering (2008) σ. 1232-1234.
[38]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 248.
[39]. Αλιβιζάτος (2013) σ. 288, Hering (2008) σ. 1232-1234, Βλαχόπουλος (2012) σ. 246-247.
[40]. Αρχικώς με προεδρικό διάταγμα της 1.4.1935 ορίσθηκε ως ημερομηνία των εκλογών η 19.5.1935 και ως ημέρα συγκλήσεως της Εθνικής Συνελεύσεως η 10.6. 1935. Με την ΙΘ' Συντακτική Πράξη (ΦΕΚ Α΄171/2.5. 1935) ως νέα ημερομηνία εκλογών ορίσθηκε η 2.6.1935 και ως ημέρα συγκλήσεως της Εθνικής Συνελεύσεως η 24/6/1935. Τελικώς, με την ΚΣΤ' Συντακτική Πράξη της 17.5.1935 (ΦΕΚ Α' 199/17.5.1935) ως (τελική) ημερομηνία εκλογών ορίσθηκε η 9.6.1935 και ως ημέρα συγκλήσεως της Εθνικής Συνελεύσεως η 1.7.1935. Βλ. και Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 407,411-412.
[41]. Βλ. ΛΔ' Συντακτική Πράξη, ΦΕΚ Α' 216/27-5-1935.
[42]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 193.
[43]. Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 414 (τα αποτελέσματα των εκλογών της 9ης Ιουνίου 1935), Δαφνής (1954) σ. 783, Αλιβιζάτος (2013) σ. 289, Καλτσώνης (2017) σ. 140.
[44]. Βλ. Ψήφισμα περί του Νομοθετικού Έργου της Συνελεύσεως (συνεδρίαση Δ'/5.7.1935), ΦΕΚ Α' 319/11.7.1935)· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 415.
[45]. Βλ. Ψήφισμα περί κυρώσεως των Συντακτικών και Νομοθετικών Πράξεων, Νομοθετικών Διαταγμάτων και Αναγκαστικών Νόμων των εκδοθέντων από 1 Μαρτίου 1935 μέχρι 1 Ιουλίου 1935 υπ’ ευθύνην του Υπουργικού Συμβουλίου (συνεδρίαση Δ'/5.7.1935), ΦΕΚ Α' 319/11.7.1935)· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 417.
[46]. Βλ. Ψήφισμα της Ε' Εθνικής Συνελεύσεως περί διενεργείας Δημοψηφίσματος, Συνεδρίαση Η' της 10.7. 1935, ΦΕΚ Α' 322/13.7.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 423.
[47]. Βλ. Πρακτικά Ε' Εθνικής Συνελεύσεως , Συνεδρίαση Α', 1 Ιουλίου 1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 421.
[48]. Βλ. Πρακτικά Ε' Εθνικής Συνελεύσεως, Συνεδρίαση Η', 11 Ιουλίου 1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 471.
[49]. Πεπονής (χ.χ.) σ.452, Πλουμίδης (2025) σ. 115-116,119.
[50]. Λιναρδάτος (1988) σ. 103.
[51]. Δαφνής (1954) σ. 790-791, Λιναρδάτος (1988) σ. 103-104.
[52]. Πεπονής (χ.χ.) σ. 450-451, Δαφνής (1954) σ. 791-792, Λιναρδάτος (1988) σ. 105-106, Πλουμίδης (2025) σ. 123.
[53]. Δαφνής (1954) σ. 793, Λιναρδάτος (1988) σ. 106-107.
[54]. Δαφνής (1954) σ. 793, Λιναρδάτος (1988) σ. 107.
[55]. Λιναρδάτος (1988) σ. 107, Πλουμίδης (2025) σ. 124.
[56]. Λιναρδάτος (1988) σ. 85-86, Βλαχόπουλος (2012) σ. 116.
[57]. Πλουμίδης (2025) σ. 130.
[58]. Δαφνής (1954) σ. 794.
[59]. Λιναρδάτος (1988) σ. 101-102, 117-118, 124, Πλουμίδης (2025) σ. 111-117.
[60]. Λιναρδάτος (1988) σ. 107.
[61. Λιναρδάτος (1988) σ. 119.
[62]. Λιναρδάτος (1988) σ. 109.
[63]. Δαφνής (1954) σ. 795, Λιναρδάτος (1988) σ. 112.
[64]. Στις 30.9.1935, συγκέντρωση των δημοκρατικών στη Θεσσαλονίκη με ομιλητές τους Σοφούλη, Πασαλίδη δέχεται τη βίαια επίθεση βασιλοφρόνων, στρατού και αστυνομίας. Στις 5.10.1935 βασιλόφρονες επιτίθενται και καταστρέφουν τα γραφεία του Αγροτοεργατικού κόμματος του Α. Παπαναστασίου και της εφημερίδας “Πατρίς”. Δημοκρατικοί δικηγόροι που διαμαρτύρονται συλλογικά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δέχονται επίθεση “μπράβων” και αστυνομίας. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 795, Λιναρδάτος (1988) σ. 111-112.
[65]. Λιναρδάτος (1988) σ. 117-118.
[66]. Λιναρδάτος (1988) σ. 118, Πλουμίδης (2025) σ. 121, 127.
[67]. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 797.
[68]. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 798.
[69]. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 798.
[70]. Βλ. δήλωση του Πρωθυπουργού Π. Τσαλδάρη στη Συνέλευση, Πρακτικά Ε' Συντακτικής Συνελεύσεως, Συνεδρίαση Θ' της 10ης Οκτωβρίου 1935· Παντελής/ Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 428. Επίσης, βλ. Αλιβιζάτος (2013) σ. 290.
[71]. Οι παρόντες βουλευτές ανήκαν στο «Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα» υπό τον Κονδύλη, στην ακραιφνή φιλοβασιλική πτέρυγα του «Λαϊκού Κόμματος» υπό τον Ι. Θεοτόκη και στο «Κόμμα Ελευθεροφρόνων» υπό τον Ι. Μεταξά, βλ. Hering (2008) σ.1244.
[72]. Βλ. Ψήφισμα της Ε' Συντακτικής Συνελεύσεως περί καταργήσεως του πολιτεύματος της αβασιλεύτου Δημοκρατίας κλπ , ΦΕΚ Α' 456/10-10-1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 442-443, Δαφνής (1954) σ. 798-799. Επρόκειτο για ένα λακωνικό ψήφισμα που ανέτρεπε το πολίτευμα και το Σύνταγμα. Ο Κονδύλης εξουσιοδοτήθηκε να ασκεί τη βασιλική εξουσία μέχρι την επάνοδο του Βασιλιά, αλλά δεν έφερε τον τίτλο του Αντιβασιλιά. Πρβλ. όμως Πετρίδης (1992) σ. 186·Α. Δημητρόπουλος: Το δημοψήφισμα-Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη δημοκρατία, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σ. 342· Λ. Παπαδοπούλου: «Άμεση Δημοκρατία» στο Σύνταγμα-Συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων ουσίας, εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα 2014, σ. 237.
[73]. Αλιβιζάτος (2013) σ. 291. Η κυβέρνηση Κονδύλη δεν είχε τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Εθνοσυνέλευσης, βλ. Βλαχόπουλος (2012) σ. 346-351.
[74]. ΦΕΚ Α' 453/10.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 430-431. Επισημαίνεται ότι ενώ είχε επαναφερθεί προσωρινώς σε ισχύ το Σύνταγμα του 1864/1911, η αναστολή ισχύος αφορούσε άρθρα του Συντάγματος 1927 : εμφανής ένδειξη προχειρότητας, αλλά και της πραξικοπηματικής ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας από τον Κονδύλη!
[75]. ΦΕΚ Α' 454/10.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 431.
[76]. Κατά τρόπο πρωθύστερο που υποδηλώνει την ανώμαλη πολιτική μεταβολή τα Φ.Ε.Κ. στα οποία δημοσιεύεται το διάγγελμα του Γ. Κονδύλη, ως “Προέδρου της Κυβερνήσεως” περί θέσεως σε εφαρμογή του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας (Α' 453/10.10. 1935) και η προκήρυξή του για απαγόρευση των συγκεντρώσεων (Α' 454/10.10.1935) έπονται ως προς τον αύξοντα αριθμό του διατάγματος διορισμού της νέας Κυβερνήσεως και του ιδίου ως Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου (Α' 455/10.10.1935).
[77]. Βλ. Αλιβιζάτος (2013) σ. 291.
[78]. ΦΕΚ Α' 457/11.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 432-433.
[79]. ΦΕΚ Α' 462/14.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 443.
[80]. ΦΕΚ Α' 462/14.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 443-444.
[81]. ΦΕΚ Α' 489/23.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 436-437.
[82]. Δαφνής (1954) σ. 802-803.
[83]. ΦΕΚ Α' 489/23.10.1935· Παντελής/Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 436-437.
[84]. Βλ. Δαφνής (1954) σ. 803-804, Παντελής/ Κουτσουμπίνας/Γεροζήσης (1993) σ. 445-446. Τις παραμέτρους νόθευσης της λαϊκής ετυμηγορίας την 3.11.1935 εκθέτει διεξοδικά ο Hering (2008) σ. 1246-1247.
[85]. Πλουμίδης (2025) σ. 138.
[86]. Κ. Τσουκαλάς: Η ελληνική τραγωδία-Από την απελευθέρωση ως τους συνταγματάρχες, Αθήνα 1981, εκδόσεις Αντώνης Λιβάνης «Νέα Σύνορα», σ. 38· Δημητρόπουλος (1997) σ. 343, Hering (2008) σ. 1246-1247, Βλαχόπουλος (2012) σ. 353, Παπαδοπούλου (2014) σ. 238, Καλτσώνης (2017) σ. 141, Besier & Stoklosa (2013) σ. 200.
[87]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 345.
[88]. Τη σύνθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο συστάθηκε δυνάμει του ν. 3713/1928 (εκτελεστικός του άρθρου 102 του Συντάγματος 1927), καθόρισε η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Τον διαπρεπή νομικό και τεκμαιρόμενο ως φιλοκυβερνητικό Πρόεδρο Κωνσταντίνο Ρακτιβάν, ο οποίος είχε διατελέσει Πρόεδρος της Δ’ Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως, και τους οκτώ (8) φιλοκυβερνητικούς Συμβούλους πλαισίωσαν ως Αντιπρόεδρος ο αντικυβερνητικός Στάμος Παπαφράγκος και τέσσερις αντικυβερνητικοί Σύμβουλοι, ενώ οι εισηγητές προσλήφθηκαν έπειτα από διαγωνισμό. Ο διορισμός προσώπων με εγνωσμένως αντίθετα προς την κυβέρνηση φρονήματα ήταν θετικό στοιχείο τόσο υπέρ της κυβέρνησης Βενιζέλου όσο κυρίως για τη διασφάλιση της αμεροληψίας και του κύρους του νεοϊδρυθέντος Συμβουλίου της Επικρατείας. Βλ. Αλιβιζάτος (2013) σ. 274. Την 1.4.1935 έληγε η θητεία του Ρακτιβάν, ο οποίος εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση λίγες ημέρες νωρίτερα, οπότε στη θέση του Προέδρου ανήλθε ο συντηρητικός Παπαφράγκος, πράγμα που οπωσδήποτε συνετέλεσε στην άρση ενδεχομένων ενδοιασμών της κυβέρνησης Τσαλδάρη για να ασκήσει συντακτική εξουσία και να νομοθετήσει αντίθετα προς το Σύνταγμα.
[89]. Βλ. Γονατάς (1958) σ. 290, Δαφνής (1954) σ. 216-218, Η. Μπρεδήμας: Η Πρώτη Δημοκρατία, εκδόσεις Άκμων. Αθήναι 1960, σ. 326.
[90]. Βλ. Πλουμίδης (2025) σ. 139. Ο Γεώργιος Β’ δεν είχε τον εξωστρεφή χαρακτήρα ούτε τη «χαρισματικότητα» του πατέρα του, και ένα τμήμα του φιλοβασιλικού κόσμου δεν τον συγχώρησε για το ότι δεν αντέδρασε αποτελεσματικά στην εκτέλεση των «Έξι» (15.11. 1922), αλλά και για την αποχώρησή του από τη χώρα τον Δεκέμβριο 1923, κατ’ απαίτηση της επαναστατικής κυβέρνησης. Η επάνοδος και η παραμονή του στον θρόνο στηρίχθηκε σε, όχι πολυπληθείς, κύκλους αφοσιωμένων βασιλοφρόνων, βλ. Βερέμης (2022) σ. 100.
[91]. Κατά τον Δαφνή, ο Βενιζέλος είχε αποδεχθεί ήδη από τις 12.3.1935 τη γνώμη του συνεργάτη του Μαρή ότι δεν του απέμενε άλλη λύση από τη συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση των Αθηνών, έστω και αν αυτό σήμαινε την παλινόρθωση της βασιλείας, βλ. Δαφνής (1954) σ. 762. Επίσης, βλ. Γ. Κολιόπουλος: Ο Βενιζέλος και η Παλινόρθωση της Μοναρχίας (1935), εις Βερέμης/ Δημητρακόπουλος (1980), σ. 558-561· Τσουκαλάς (1981) σ. 38-39, Δημητρόπουλος (1997) σ. 342, Hering (2008) σ. 1247-1248, Μικρούδης (2024) σ. 353, Besier & Stoklosa (2013) σ. 200.
[92]. Δαφνής (1954) σ. 809-810, Πετρίδης (1992) σ. 191-192.
[93]. Δεν ήταν σύμφωνος με το Σύνταγμα ο διορισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης από τον βασιλιά, ενώ ο Π. Τσαλδάρης είχε ζητήσει τον διορισμό κυβέρνησης προερχομένης από το απολύτως πλειοψηφούν στην Εθνοσυνέλευση Λαϊκό Κόμμα, βλ. Δ. Σβολόπουλος: Παναγής Τσαλδάρης-Ο κήρυξ της νομιμότητος και ειρηνευτής του λαού, Αθήναι 1946, Τύποις Πυρσού Α.Ε., σ. 138· Δαφνής (1954) σ. 809. Προφανώς, μέσω αυτής της αντισυνταγματικής μεθοδεύσεως, επιχειρούταν η συμφιλίωση με τον χώρο του Κέντρου, που δεν συμμετείχε στην Ε’ Εθνοσυνέλευση.
[94]. Η μη αμνήστευση των καταδικασθέντων στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων και η απαλλαγή τους μόνον από την έκτιση της ποινής απέκλειε την επάνοδό τους στην υπηρεσία. Για τη διάκριση αυτή, ο Ελ. Βενιζέλος έψεξε, αντί του Γεωργίου Β’, τους αρχηγούς των κεντρώων κομμάτων, οι οποίοι είχαν αρνηθεί να συναντήσουν τον Γεώργιο Β’, βλ. Δαφνής (1954) σ. 812-813, Μικρούδης (2024) σ. 181.
[95]. Βλ. Σβολόπουλος (1946) σ. 137-138, Δαφνής (1954) σ. 814.
[96]. Κολιόπουλος (1980) σ. 561.
[97]. Γονατάς (1958) σ. 276-277, Δαφνής (1954) σ. 130, 132-133, Μικρούδης (2024) σ. 189-190· Ν. Παπαδόπουλος: Εκατό χρόνια μετά-Οι νομικοπολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στην ανακήρυξη της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας με ψήφισμα της Δ’ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης (25.3.1924) και επικυρωτικό δημοψήφισμα, ΝοΒ 2024. 1809.
[98]. Γονατάς (1958) σ. 283, Δαφνής (1954) σ. 175-177, Παπακοσμάς (1981) σ. 154, Βερέμης (2022) σ. 95, Παπαδόπουλος (2024) σ. 1809.
[99]. ΦΕΚ Α’101/22.10.1923, Γονατάς (1958) σ. 277.
[100]. Γονατάς (1958) σ.288, Παπαδόπουλος (2024) σ. 1811.
[101]. Καλτσώνης (2017) σ. 108, Μικρούδης (2024) σ. 141-142, Παπαδόπουλος (2024), σ. 1814-1815.
[102]. Βλ. ενδ. Παπαδόπουλος (2024) σ. 1815.
[103]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 352, Παπαδοπούλου (2014) σ. 238.
[104]. Γονατάς (1958) σ. 310-311, Μπρεδήμας (1960) σ. 339-346· Φ. Γρηγοριάδης: Διχασμός-Μικρά Ασία -1909-1930, Ιστορία μίας Εικοσαετίας, β’ τόμος, εκδόσεις Κεδρηνός, Αθήνα 1971, σ. 402
[105]. Γονατάς (1958) σ. 311, Μπρεδήμας (1960) σ. 347-348, Γρηγοριάδης Β’(1971) σ.402.
[106]. Γονατάς (1958) σ. 342, Παπαδόπουλος (2024) σ. 1817.
[107]. Γονατάς (1958) σ. 313, Γρηγοριάδης Β’ (1971) σ. 463, Παπαδόπουλος (2024) σ. 1819.
[108]. Βλαχόπουλος (2012) σ. 353.
[109]. Βλ. ενδ. Μ. Mazower: Dark Continent-Europe’s Twentieth Century, Penguin Books, 1999, σ. 1-3, 105-107.
[110]. Δαφνής (1954) σ. 518-519· A. Liakos & N. Doumanis: The Edinburgh History of the Greeks, 20th and Early 21st Centuries Global Perspectives, Edinburgh University Press ,2023, σ. 137-139.
[111]. A. Orzoff: “Interwar Democracy and the League of Nations” in N. Doumanis (edited): The Oxford Handbook of European History 1914-1945, Oxford University Press, 2016, σ. 170.
[112]. A. Kallis: “Fascism and the Right in Interwar Europe” in Doumanis(2016) σ. 304,306, 317-318.
[113]. Kallis (2016) σ. 307, 317-318.
[114]. Τσουκαλάς (1981) σ. 37, Hering (2008) σ. 1210-1213, Liakos & Doumanis (2023) σ. 140.
[115]. Liakos & Doumanis (2023) σ. 141. Βλ. και Hrering (2008) σ. 1215-1216.
[116]. Mazower (1999) σ. 132.
[117]. Kallis (2016) σ. 316.
[118]. Πλουμίδης (2025) σ. 111-116,121,122,128-129,131-133, Βλαχόπουλος (2012) σ. 75.
[119]. Παπαδοπούλου (2014) σ. 239.
[120]. Λιναρδάτος (1988) σ. 135, Μικρούδης (2024) σ. 181 («την προδοσία πολλοί ηγάπησαν εξάλλου, τον προδότη ουδείς»).
[121]. Λιναρδάτος (1988) σ. 132-134. Ο Τσαλδάρης, στον προεκλογικό λόγο του στις 24.1.1935 επέκρινε με δριμύ τρόπο την διακυβέρνηση της χώρας από τον Κονδύλη κατά το χρονικό διάστημα 10.10.1935-25.11. 1935 και τη χαρακτήρισε ως ενδεικτική του ήθους του Κονδύλη και των συνεργατών του, καθώς και του ότι οι προαναφερθέντες καπηλεύθηκαν τις αρχές της συντηρητικής παράταξης, στις οποίες δεν πίστευαν, βλ. Λιναρδάτος (1988) σ. 134.
[122]. Λιναρδάτος (1988) σ. 161.
[123]. Ο λεγόμενος “Στρατιωτικός Σύνδεσμος”, οργάνωση των βασιλοφρόνων-αντιβενιζελικών αξιωματικών, βρισκόταν σε άμεση επαφή με τον Κονδύλη, είχε ως βασικό αίτημα τη μη επάνοδο στο στράτευμα των αποταχθέντων στρατιωτικών και εργαζόταν για την επιβολή δικτατορίας. Βλ. Λιναρδάτος (1988) σ. 138, 160, 161-162.
[124]. Βερέμης (2022) σ. 118.
[125]. Βλ. Μικρούδης (2024) σ. 189-190.
[126]. Παπακοσμάς (1981) σ. 262.