Αλφαβητικό Ευρετήριο 2025
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΤΟΜΟΥ 73ου - 2025
ΑΓΩΓΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ
Καταχρηστική άσκηση διεκδικητικής αγωγής από το Ελληνικό Δημόσιο. Γνωμοδότηση - Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από την Κ. Δ. Παντελίδου, σ. 1543.
ΑΓΩΓΗ (ΠολΔ & ΔιοικΔ)
Απόρριψη αγωγής ως προώρως ασκηθείσας και παραγραφή των σχετικών αξιώσεων στην πολιτική και διοικητική δίκη. Μεταξύ δόγματος, ratio και ουσιαστικής δικαιοσύνης. Μελέτη από τους Ι. Σ. Αγγέλου & Ε. Ηρ. Ζιάκα, σ. 20.
Νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μπορεί να ασκήσει παραδεκτά αγωγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και να επιδιώξει την είσπραξη απαίτησής του, η οποία πηγάζει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μόνον αν η νομοθεσία, η οποία το διέπει, δεν περιέχει διατάξεις για την αναγκαστική είσπραξη των διεκδικούμενων με αγωγή απαιτήσεών του, ούτε είναι εφαρμοστέες για το νομικό αυτό πρόσωπο, κατά την ίδια ή άλλη νομοθεσία, οι διατάξεις του ΚΕΔΕ. Επομένως, ο ΟΑΕΕ δεν μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη των ως άνω απαιτήσεων ασκώντας αγωγή κατά του οφειλέτη – ασφαλισμένου, η δε αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. ΣτΕ 915/2024, σ. 190.
ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ
Οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφαρμόζονται, κατ’ αρχάς, και στην περίπτωση δημόσιου έργου λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 212/2023, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1102/ 2018). Περαιτέρω στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2 § 1, 7 § 1 & 8 §§ 1, 2 του ν. 1418/1984, «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», όπως αυτός ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση. ΑΠ 80/2024, σ. 794.
ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ
Τραυματισμός σε τροχαίο ατύχημα. Άσκηση αγωγής από τον παθόντα με διεκδίκηση αξιώσεως και από την ΑΚ 932 εδ. α΄. Έκδοση τελεσίδικης απόφασης και είσπραξη από τον παθόντα του διεκδικούμενου ποσού για τη χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης του. Επελθών στη συνέχεια θάνατός του, λόγω επιπλοκών οφειλόμενων αιτιωδώς στο θανάσιμο τραυματισμό του. Άσκηση αγωγής από τα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ οικογένειάς του με διεκδικούμενη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης τους. Λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται, για όσους από τους ενάγοντες είναι συγχρόνως και κληρονόμοι του, το ποσό που είχε εισπράξει ο συγγενής τους εν ζωή, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του. ΜΕφΑθ 83/2024, σ. 1699.
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
Αναίρεση. Αστική Ευθύνη. Η διάταξη της περ. α’ της § 5 του άρθρου 2 του ν. 3372/2005, εντασσόμενη στο πλαίσιο της οφειλόμενης κρατικής μέριμνας για τον αθλητισμό, υπαγορεύθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Με την ίδια διάταξη δεν θεσπίζεται απόσβεση των απαιτήσεων των δανειστών των λυόμενων ΠΑΕ, καθώς δεν αποκλείστηκε η ικανοποίησή των απαιτήσεων αυτών από το προϊόν της εκκαθάρισης, εφόσον αυτό επαρκεί, δεν παραβιάζεται το κατοχυρωμένο στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα δικαστικής προστασίας. ΣτΕ 405/ 2024, σ. 174.
ΑΙΓΙΑΛΟΣ
Καθορισμός παραλίας. Ο καθορισμός της οριογραμμής της παραλίας επάγεται την κήρυξη ως αναγκαστικά απαλλοτριωτέων τυχόν ιδιωτικών ακινήτων κειμένων εντός των καθοριζομένων ορίων, καθώς και την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών στη χρήση και εκμετάλλευση εν γένει των ακινήτων αυτών, ακόμη και προ της κατά τον νόμο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, με την καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης στους θιγόμενους ιδιοκτήτες. Αποζημίωση. Αίτημα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης δεν είναι νοητό προκειμένου περί ακινήτων, που έχουν περιληφθεί σε ζώνη αιγιαλού, δεδομένου ότι ο αιγιαλός, ως έκταση που προκύπτει από φυσικό φαινόμενο, δεν νοείται να επανακάμπτει στην κυριότητα ιδιωτών. Άρση απαλλοτρίωσης. Η άρση απαλλοτρίωσης επιβαρυνθείσας ιδιοκτησίας λόγω συμπερίληψής της σε ζώνη παραλίας, για την οποία δεν έχει καθορισθεί επί ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την κήρυξή της τιμή μονάδας αποζημίωσης με δικαστική απόφαση, δεν επέρχεται αυτοδίκαια, αλλά απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος αποκλειστικά ενώπιον της Διοίκησης, προκειμένου αυτό να κριθεί από το αρμόδιο διοικητικό όργανο με την έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης, και όχι απ’ ευθείας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. ΣτΕ 1034/2025, σ. 1781.
ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ
Δότες αίματος και σεξουαλική συμπεριφορά. Ο καθορισμός λόγων οριστικού ή προσωρινού αποκλεισμού από την αιμοδοσία συνδεομένων με τη σεξουαλική συμπεριφορά πρέπει να προκύπτει ότι στηρίζεται στην εκτίμηση επιστημονικών δεδομένων και, ιδίως, δεδομένων σχετικών με την επιδημιολογική κατάσταση στη Χώρα, βάσει των οποίων να τεκμηριώνεται ότι οι καθοριζόμενες μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς των υποψηφίων αιμοδοτών συνεπάγονται κίνδυνο μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων μέσω της μετάγγισης αίματος. Λόγοι αποκλεισμού από αιμοδοσία. Η έκδοση υπουργικής απόφασης για την εξειδίκευση των λόγων αποκλεισμού πρέπει να στηρίζεται σε σχετική γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας. Δεν αποκλείεται, πάντως, ο Υπουργός Υγείας, ο οποίος έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα, να αποκλίνει από τη γνωμοδότηση της Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτήν, πρέπει να προκύπτει ότι η απόκλιση στηρίζεται επίσης στην εκτίμηση επιστημονικών και επιδημιολογικών δεδομένων. ΣτΕ 540/2025, σ. 1505.
ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ (ΔιοικΔ)
Αίτηση ακύρωσης πειθαρχικής ποινής μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία. Το γεγονός, ότι η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή έχει ήδη εκτελεσθεί, δεν επηρεάζει το έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, δεδομένου ότι από την επιβολή της επίδικης πειθαρχικής ποινής υφίσταται, πέραν της περιουσιακής βλάβης, ηθική μείωση. Για τον ίδιο λόγο, το έννομο συμφέρον δεν επηρεάζεται ούτε από το ότι ο ελεγχόμενος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας. ΣτΕ 1532/2024, σ. 519.
Για την άσκηση αίτησης ακύρωσης απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον κάθε προσώπου για την τήρηση του Συντάγματος και των νόμων και τη σύννομη άσκηση της εξουσίας της Διοίκησης, τόσο κατά την έκδοση ατομικών πράξεων όσο και κατά την άσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας, ούτε συμφέρον μελλοντικό ή απλώς ενδεχόμενο. Ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) εκείνου, που ασκεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που απαιτείται να αναγράφονται και, μάλιστα, επί ποινή ακυρότητας στο δικόγραφο. ΣτΕ 1592/2024, σ. 522.
Η κρίση του ΕΔΔΑ για την αντίθεση του άρθρου 53 § 3 π.δ. 18/1989 που αφορά τους λόγους παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως προς το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Η άρνηση βαθύτερου σχετικού ελέγχου. ΕΔ ΔΑ 51774/17/ 19.11.2024, σ. 1138.
Αίτηση ακύρωσης κατά πράξης καταλογισμού clawback και υπαγωγή σε διαδικασία συμψηφισμού. Η αποδοχή από τον διοικούμενο ορισμένης πράξης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την άρση του εννόμου συμφέροντός του για την προσβολή της με αίτηση ακύρωσης, πρέπει να προκύπτει σαφώς είτε από ρητή δήλωσή του, είτε από συμπεριφορά, η οποία ουδεμία καταλείπει αμφιβολία σχετικά με τη βούλησή του να αποδεχθεί την πράξη. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων του παρόχου υπηρεσιών υγείας έναντι του ΕΟΠΥΥ με οφειλές του από clawback και rebate προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, την αποδοχή της πράξης του Οργανισμού, με την οποία προσδιορίζεται η οφειλή του παρόχου, οπότε τυχόν ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης κατά της παραπάνω πράξης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εάν, όμως, από το περιεχόμενο της δήλωσης υπαγωγής στον συμψηφισμό καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με τη βούληση του αιτούντος να αποδεχθεί την πράξη, η αίτηση είναι παραδεκτή από την άποψη αυτή και περαιτέρω εξεταστέα. Συνεπώς, ο πάροχος δεν στερείται εννόμου συμφέροντος ακόμη και εάν υπέβαλε δήλωση υπαγωγής στις περί συμψηφισμού διατάξεις. ΣτΕ 873/2025, σ. 1776.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ
Ακύρωση πράξης λόγω πλημμελούς αιτιολογίας. Στην περίπτωση που η διοικητική πράξη ακυρώθηκε για πλημμέλειες της αιτιολογίας, η Διοίκηση μπορεί να επαναλάβει την κρίση της για τη ρύθμιση της συγκεκριμένης σχέσης αναδρομικώς και να εκδώσει πράξη του ιδίου περιεχομένου με την ακυρωθείσα. Πρέπει, όμως, να αιτιολογήσει νομίμως και επαρκώς τη νέα κρίση της, βάσει της ακυρωτικής απόφασης ή βάσει στοιχείων που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και κρίσης από τον ακυρωτικό δικαστή, ασχέτως αν τα στοιχεία αυτά ήταν γνωστά ή όχι στη Διοίκηση. Σε κάθε περίπτωση, η νέα κρίση της Διοίκησης πρέπει να μην αντίκειται σε όσα έχουν κριθεί από την ακυρωτική απόφαση και να εκφέρεται εν όψει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος του χρόνου έκδοσης της ακυρωθείσας πράξης. Ακύρωση πράξης που καταλογίζει ποσό. Μεταγενέστερη νομοθετική παρέμβαση. Επί αποδοχής αίτησης ακύρωσης κατά πράξης, με την οποία είχε επιβληθεί η καταβολή ορισμένου ποσού, ή πράξης, η οποία έχει ως αυτόθροη συνέπεια την επιστροφή ποσού, το οποίο ήδη είχε καταβληθεί, το ποσό αυτό πρέπει να επιστραφεί στον καταβαλόντα προσαυξημένο με τον εκάστοτε προβλεπόμενο νόμιμο τόκο, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό τα πράγματα αποκαθίστανται στην κατάσταση που θα ήταν, αν δεν είχε εκδοθεί η πράξη που ακυρώθηκε. Δεν αποκλείεται, όμως, η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις, εφ’ όσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η δυνατότητα θέσπισης, σε εξαιρετικές πάντως περιπτώσεις, τέτοιων ρυθμίσεων προς εξυπηρέτηση λόγου επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος δεν είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ. ΣτΕ 224/2025, σ. 1258.
Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελθείσας ακύρωσης, δηλαδή από τη φύση και το είδος της πράξης που ακυρώθηκε, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του. Στην περίπτωση, ειδικότερα, κατά την οποία η διοικητική πράξη ακυρώθηκε για πλημμέλειες της αιτιολογίας, η Διοίκηση μπορεί να επαναλάβει την κρίση της για τη ρύθμιση της συγκεκριμένης έννομης σχέσης αναδρομικώς και να εκδώσει πράξη ιδίου περιεχομένου με την ακυρωθείσα, πρέπει, όμως, να αιτιολογήσει νομίμως και επαρκώς τη νέα κρίση της, βάσει της ακυρωτικής απόφασης ή βάσει στοιχείων, που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και κρίσης από τον ακυρωτικό δικαστή, ανεξαρτήτως αν τα στοιχεία αυτά ήταν γνωστά ή όχι στη Διοίκηση κατά τον χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας πράξης. Η νέα κρίση της Διοίκησης πρέπει, πάντως, να μην αντίκειται σε όσα έχουν κριθεί με την ακυρωτική απόφαση και να εκφέρεται εν όψει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος του χρόνου έκδοσης της ακυρωθείσας πράξης. ΣτΕ 405/ 2025, σ. 1502.
ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ
Αναιρετικός έλεγχος. Η μεν κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Διαδοχικές ζημιογόνες συμπεριφορές. Σε περίπτωση αλληλοδιαδόχων ζημιογόνων συμπεριφορών, οι οποίες διακρίνονται από συνεκτική ενότητα, κάθε παράνομη και, ακολούθως, ζημιογόνος συμπεριφορά πρέπει να κρίνεται από τα δικαστήρια της ουσίας κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής όχι μόνον αυτοτελώς, αλλά και σωρευτικώς σε σχέση με τις λοιπές διαπιστωθείσες ζημιογόνες συμπεριφορές ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών αυτοτελώς ή σωρευτικώς και της επελθούσας ζημίας. ΣτΕ 336/2025, σ. 1499.
ΑΚΙΝΗΤΑ
Με την έκδοση της πράξης εφαρμογής καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων, που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη, σε ποσοστό ανάλογο με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας, για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, καθώς και οι υποχρεωτικές μεταβολές, όπως μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων. Εφ’ όσον έχει προηγηθεί ρυμοτομική απαλλοτρίωση, με την ειδική διοικητική διαδικασία του ν. 1337/1983, για την εφαρμογή των πολεοδομικών σχεδίων καθορίζεται, συγχρόνως, η έκταση, για την οποία ο θιγόμενος ιδιοκτήτης δικαιούται αποζημίωσης λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, ο υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης και, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωση, η αντιστοιχούσα στις ιδιοκτησίες εισφορά σε γη. Πότε περιέρχεται ακίνητο σε Δήμο. Στις περιπτώσεις που, μετά την πράξη εφαρμογής, εξακολουθεί να οφείλεται αποζημίωση λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, όπως όταν αφαιρείται αναγκαστικά ένα ακίνητο χωρίς να αντιπαρέχεται άλλο ακίνητο στον ιδιοκτήτη του ή όταν αφαιρείται τμήμα του ακινήτου μεγαλύτερο εκείνου του ποσοστού της υποχρεωτικής εισφοράς σε γη, δεν επέρχονται στις βαρυνόμενες ιδιοκτησίες οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής εμπράγματες μεταβολές προτού ολοκληρωθούν οι ανωτέρω διαδικασίες και καταβληθεί η αποζημίωση. ΣτΕ 1616/2024, σ. 523.
Κοινόχρηστοι χώροι με τροποποίηση του σχεδίου πόλης. Ο καθορισμός ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων με πράξη έγκρισης ή τροποποίησης του σχεδίου πόλης ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων αυτών. Η έγκριση και η τροποποίηση σχεδίου πόλης πρέπει να αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πόλης από άποψη υγιεινής, ασφάλειας, οικονομίας και αισθητικής και στην αρτιότερη διαρρύθμισή της, στην οποία συμβάλλει προεχόντως η δημιουργία και επαύξηση κοινοχρήστων χώρων, μεταξύ των οποίων, ιδίως, οι χώροι πρασίνου, που αποτελούν βασικό στοιχείο του πολεοδομικού σχεδιασμού. Σε περίπτωση άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης λόγω διατήρησης πολεοδομικών δεσμεύσεων πέραν του ευλόγου χρόνου χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, το αρμόδιο όργανο, μετά την άρση, οφείλει να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθ’ όσον, με μόνη την άρση της απαλλοτρίωσης ή του βάρους, το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο, αλλά παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο. ΣτΕ 1687/2024, σ. 526.
Κίνδυνοι από τη μεταβίβαση ακινήτου ως μεταβίβαση περιουσίας, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Μ. Γρηγοροπούλου, σ. 563.
Αναγκαστική εκποίηση ακινήτου με πλειστηριασμό. Άσκηση διεκδικητικής αγωγής λόγω αυτοδίκαιης αναμεταβίβασης της κυριότητας με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης που είχε τεθεί στο παραχωτητήριο. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος λόγω καθυστερημένης μεταγραφής της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, με αποτέλεσμα ο υπερθεματιστής να αγνοεί τη μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου. ΠΠρ Αθ 2302/2025, σ. 1442.
ΑΚΡΟΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ
Ενωσιακό δίκαιο. Δικαίωμα ακρόασης. Διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτές του Τελωνειακού Κώδικα, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το εθνικό δικαστήριο. Η υποχρέωση αυτή ισχύει για τις διοικητικές αρχές των κρατών-μελών, όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, έστω και αν η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει ρητώς μια τέτοια διαδικαστική δυνατότητα. Ειδικότερα, στην περίπτωση της εκ των υστέρων είσπραξης τελωνειακών δασμών, δικαίωμα ακρόασης πριν την αποστολή των ενταλμάτων πληρωμής δεν προβλέπεται ούτε από τον κοινοτικό ούτε από τον εθνικό Τελωνειακό Κώδικα. Επομένως, όσον αφορά διαδικασία σχετική με την εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακών δασμών, δηλαδή απόφαση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας έχει εφαρμογή στα κράτη-μέλη και, ειδικότερα, το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν ληφθεί ατομικό μέτρο σε βάρος του, ακόμη και αν έχει τη δυνατότητα να προβάλει την θέση του στο πλαίσιο μεταγενεστέρου σταδίου, όταν δεν έλαβε χώρα προηγούμενη ακρόαση, εάν η εθνική νομοθεσία δεν παρέχει στους αποδέκτες των ενταλμάτων πληρωμής τη δυνατότητα να επιτύχουν αναστολή εκτέλεσης των ενταλμάτων μέχρι την ενδεχόμενη μεταρρύθμιση. ΣτΕ 352/2025, σ. 1499.
ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ (ΠοινΔ)
Μη προσήκουσα εξέταση μάρτυρα από το δικαστήριο, καθ’ όσον τούτο δεν τον άφησε να εκθέσει προφορικά ενώπιόν του τα περιστατικά και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι αναιρεσείοντες, και επιπλέον δεν του απηύθυνε ερωτήσεις, ώστε αφενός να διαλευκανθεί κάθε πτυχή της υπόθεσης και αφετέρου να διαγνωσθεί η αξιοπιστία του. Tο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρκέσθηκε στην ανάγνωση της μαρτυρικής του κατάθεσης, καλώντας τον να απαντήσει με ένα καταφατικό νεύμα αν συμφωνεί με όσα είχε καταθέσει πρωτοδίκως. Παραβίαση των αρχών της αμεσότητας, της προφορικότητας της διαδικασίας, της δημοσιότητας και της κατ’ αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας επ’ ακροατηρίω και παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας. ΑΠ 1279/2024, σ. 165.
ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑ
Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Τα μέλη των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης δεν παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης, όταν έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση με τους ενδιαφερόμενους. Για τη στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή του ιδιαίτερου δεσμού μέλους του συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά σχέση τέτοια που, να είναι πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο, τον οποίο πρόκειται να κρίνει. ΣτΕ 1980/2025, σ. 876.
Η αρχή της αμεροληψίας των δικαστικών λειτουργών, καίτοι δεν διατυπώνεται ρητά στο Σύνταγμα, συνιστά συνταγματική αρχή ως εγγενές στοιχείο και θεσμική εγγύηση της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης, η οποία απορρέει από την αρχή του Κράτους Δικαίου και τις καθιερούμενες στο Σύνταγμα εγγυήσεις υπέρ της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των προσώπων, καθώς και από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Η δικαστική αμεροληψία έχει έκφανση τόσο υποκειμενική, που αναφέρεται στην ενδιάθετη βούληση του δικαστικού λειτουργού και απαιτεί από αυτόν να είναι απαλλαγμένος από προσωπική προκατάληψη ή μεροληψία, πράγμα που τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίου, όσο και αντικειμενική, η οποία εξαρτάται από τη συνδρομή ή μη στοιχείων, τα οποία μπορούν να δημιουργήσουν εξ αντικειμένου εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του δικαστή. Σημασία μπορεί να έχουν και οι εντυπώσεις, καθώς το διακύβευμα είναι η εμπιστοσύνη, που τα δικαστήρια σε μία δημοκρατική κοινωνία πρέπει να εμπνέουν στο κοινό. Η εντύπωση ότι ένας δικαστής στερείται αμεροληψίας μπορεί να δημιουργηθεί όχι μόνον από προφανή σύγκρουση συμφερόντων ή από τη στάση του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά και από τη συμπεριφορά του εκτός δικαστηρίου. ΣτΕ 448/2025, σ. 1494.
ΑΝΑΒΟΛΗ (ΠοινΔ)
Αναβολή δίκης, ανωτέρα βία, κατηγορούμενος, ασθένεια, ιατρικό πιστοποιητικό, εκδότης, νοσηλευτικό ίδρυμα, ιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, έννοια, ιατρός ιδιώτης, αιτιολογία. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα, απορριπτική του αιτήματος αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας του κατηγορουμένου, απόφαση. ΑΠ 1421/2024, σ. 1694.
ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ (ΠολΔ)
Αναγγελία σε πλειστηριασμό. Ανακοπή από τον οφειλέτη για την ακύρωση της αναγγελίας κατ’ άρθρ. 971 § 2 θεωρώντας ότι αρκεί το πλειστηρίασμα, ενώ δεν επαρκούσε και έπρεπε να συνταχθεί πίνακας κατάταξης. Η ανακοπή αυτή δεν θεωρείται ανακοπή του 979 ΚΠολΔ διότι δεν προσβάλλει τον πίνακα κατάταξης αλλά ανακοπή του αρ.933 δορυφορούμενη με το αποτέλεσμα των άρθρ. 971 § 2 & 979 ΚΠολΔ που εμποδίζει τον υπάλληλο του πλειστηριασμού να διανείμει το πλειστηρίασμα. ΑΠ 1354/2024, σ. 780.
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ
Πλήρης αποζημίωση κατ’ άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, 17 Σ, 13 § 1 και 25 ν. 2882/2001. Ερμηνεία με βάση τα πορίσματα της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Είναι νόμιμη η αξίωση του καθ’ ου η απαλλοτρίωση για επιδίκαση ως αυτοτελές κονδύλι των διαφυγόντων κερδών από την εκμετάλλευση της επικειμένης, λειτουργούσας εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου επιχείρησής του (πτηνοτροφικής μονάδος) και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτής, εφόσον τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη αποτελούν συνέπεια της απαλλοτρίωσης και έχουν ως μόνη αιτία αυτή. Η αξίωση του καθ’ ου από την, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, απώλεια της προσόδου δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, η οποία προϋποθέτει καταβολή στο δικαιούχο της δικαστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης ή νόμιμη κατάθεση αυτής. Δέχεται την αναίρεση. ΠλΟλΑΠ 1/2024, σ. 697.
Αποζημίωση εναπομένοντος τμήματος απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Για να είναι πλήρης θα πρέπει όχι μόνο να ορίζεται αποζημίωση για το τμήμα του ακινήτου που απαλλοτριώνεται αλλά και για εκείνο που απομένει μετά την απαλλοτρίωσή του, κατ’ επιταγήν και του άρθρ. 17 του Συντάγματος, όταν το εναπομένον τμήμα αχρηστεύεται καθ’ ολοκληρίαν ή η αξία του μειώνεται σημαντικά. ΑΠ 1669/2023, σ. 1716.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ
Καταχρηστική άσκηση της εκούσιας αναγνώρισης της πατρότητας ως μη ανταποκρινόμενης στη βιολογική αλήθεια. Η ανταπόκριση στη βιολογική αλήθεια συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της υπόστασης της εκούσιας αναγνώρισης. Η ένδικη εκούσια αναγνώριση έγινε καταχρηστικά, καθώς δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια, αφού ο αναγνωρίσας δεν είναι ο πραγματικός πατέρας του αναγνωρισθέντος, αποτελεί δε και κατάχρηση του θεσμού της πατρότητας και της οικογένειας και, επιπλέον, η αντίθετη προς τη βιολογική αλήθεια θεμελίωση νομικής σχέσεως πατρότητας του ανα-γνωρίσαντος με τον αναγνωρισθέντα αποτελεί προσβολή της ανθρώπινης αξίας και της προσωπικότητας του βιολογικού τέκνου του αναγνωρίσαντος που δεν συνέπραξε στην αναγνώριση και εμφανίζεται σε οικογενειακή κατάσταση διαφορετική από την πραγματική και σε συγγενική σχέση με τον αναγνωρισθέντα, με συνέπεια η εκούσια αυτή αναγνώριση να είναι άκυρη. Στις περιπτώσεις αυτές, η εκούσια αναγνώριση είναι άκυρη και λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη. Πρόσωπα δικαιούμενα σε προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης της πατρότητας, όπως αυτά προκύπτουν από την ένταξη της ρύθμισης του άρθρου 1477 ΑΚ στο αντικειμενικό τελολογικό σύστημα του δικαίου: Ο έχων έννομο συμφέρον μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, κατ’ άρθρ. 70 ΚΠολΔ, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης, για το λόγο ότι αυτός που δηλώθηκε ως πατέρας δεν είναι πραγματικός (πατέρας), εφόσον θεμελιώνεται η ακυρότητα στην αντίθεση της δικαιοπραξίας της εκούσιας αναγνώρισης σε απαγορευτικές διατάξεις κατ’ άρθρ. 174 ΑΚ, όπως εκείνες των άρθρων 281, 178 ΑΚ, 2 § 1 και 5 § 1 του Συντάγματος. Το δικαίωμα για αναγνώριση της ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης λόγω αντίθεσής της στις ως άνω απαγορευτικές διατάξεις δεν προσκρούει στο άρθρ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης «για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους», το οποίο περιορίζει τις δυνατότητες προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης, διότι αυτό αναφέρεται σε έγκυρη εκούσια αναγνώριση και όχι σε άκυρη δήλωση. Το φυσικό τέκνο του αναγνωρίσαντος έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτή. ΑΠ 556/2023, σ. 1438.
ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΔιοικΔ)
Τεκμηρίωση παραδεκτού λόγου αναίρεσης. Αόριστες νομικές έννοιες. Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης απαιτείται ο αναιρεσείων να τεκμηριώσει επαρκώς, με ειδικούς ισχυρισμούς, περιεχομένους στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ είτε η σχετική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αντίθετη προς υφιστάμενη νομολογία του ΣτΕ ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Υφιστάμενη, εξάλλου, νομολογία σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής αορίστων νομικών εννοιών, όπως η έννοια του «ευλόγου χρόνου», οι οποίες εξειδικεύονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης, νοείται μόνο σε περίπτωση που το δικαστήριο, ως προς τη νομολογία του οποίου προβάλλεται αντίθεση, έχει αποφανθεί σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται το ίδιο νομικό ζήτημα. ΣτΕ 457/2025, σ. 1504.
Αντίθεση στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Αντίθεση σε νομολογία ανωτάτου δικαστηρίου αποτελεί και η αντίθεση σε νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία αναφέρεται μόνο σε ζήτημα ερμηνείας διάταξης της ΕΣΔΑ ή προσαρτημένου σε αυτήν Πρωτοκόλλου. Τέτοια αντίθεση μπορεί να προκύψει ιδίως σε περίπτωση απόφασης του ΕΔΔΑ, με την οποία γίνεται δεκτή προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας βάσει σκεπτικού από το οποίο προκύπτει ερμηνεία διάταξης της ΕΣΔΑ ή προσαρτημένου σε αυτήν Πρωτοκόλλου. Η επίκληση της αντίθεσης απόφασης σε νομολογία του ΕΔΔΑ μπορεί να γίνει, κατ’ εξαίρεση, και με δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, εφ’ όσον η απόφαση του ΕΔΔΑ δημοσιεύθηκε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ο θέτων δε το σχετικό νομικό ζήτημα λόγος έχει προβληθεί με το εισαγωγικό δικόγραφο. ΣτΕ 633/2025, σ. 1509.
ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΚΠολΔ)
Κατά απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου ως αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ, χωρεί ενώπιον του ΣτΕ αναίρεση (αν πρόκειται για διαφορά ουσίας) ή έφεση (αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά), κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη. Πρέπει, η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει ρητή και απερίφραστη κρίση ως προς την αντισυνταγματικότητα της εφαρμοσθείσας διάταξης ή την αντίθεσή της προς υπερκείμενους κανόνες δικαίου, όχι όμως και όταν το διοικητικό δικαστήριο έχει ρητώς κρίνει, ταυτοχρόνως, ότι η εν λόγω πράξη στερείται νομοθετικού ερείσματος, διότι, πάντως, η πλημμέλεια της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν αντανακλά στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. ΣτΕ 1118/2024, σ. 199.
Το Παραδεκτό ασκήσεως Έφεσης και Αναίρεσης επί εν μέρει Οριστικής Απόφασης – Κριτική στην ΟλΑΠ 1/2019. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Π. – Η. Τζιτζιλή, σ. 1292.
ΑΝΑΚΛΗΣΗ (ΔιοικΔ)
Αίτημα ανάκλησης διοικητικής πράξης και αίτηση ακύρωσης. Πράξη με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοίκησης να ανακαλέσει προηγούμενη εκτελεστή πράξη της δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, παρά μόνον εάν εκδοθεί μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, η οποία στηρίζεται σε εκτίμηση νέων στοιχείων. Αίτημα επανεξέτασης προηγουμένων διοικητικών πράξεων. Όταν ζητείται από τη Διοίκηση να επανεξετάσει προηγούμενες πράξεις της, αποφαινόμενη ειδικώς επί των νομικών ζητημάτων, η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα, δηλώνουσα εμμονή της Διοίκησης στις μέχρι τούδε εκπεφρασμένες θέσεις. ΣτΕ 1025/2024, σ. 195.
Ανάκληση πράξεων του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠτΚ. Παραγραφή ανακλητικής αξίωσης εν επιδικία. Άρθρ, 559 αριθ. 1γ, 9α, 14 & 19, 580 § 3 εδ. α’ και §4 ΚΠολΔ, 41 έως και 51 ΠτΚ. ΑΠ 444/2024, σ. 125.
Ανάκληση διοικητικής πράξης. Δεν επιτρέπεται η ανάκληση ακόμη και παράνομης διοικητικής πράξης από την οποία δημιουργήθηκε υπέρ του διοικούμενου πραγματική κατάσταση δεκτική εφ’ εξής έννομης προστασίας μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την έκδοσή της, ο εύλογος δε αυτός χρόνος δεν μπορεί να είναι μικρότερος των 5 ετών. Ανάκληση παράνομου διορισμού. Ειδικά η ανάκληση πράξης παράνομου διορισμού υπαλλήλου είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωτική, ακόμη και μετά την πάροδο 5ετίας από τη δημοσίευσή της, εφ’ όσον ο υπάλληλος προκάλεσε ή υποβοήθησε την παρανομία, δηλαδή με δόλο συνέβαλε στην έκδοση της πράξης διορισμού. Δεδομένης δε της υποχρέωσης της Διοίκησης να ανακαλέσει την πράξη διορισμού είναι νομικά αδιάφορο & δεν εξετάζεται κατά την έκδοση της ανακλητικής πράξης αν, βάσει των λοιπών προσόντων του, ο παρανόμως διορισθείς θα παρέμενε διοριστέος και χωρίς τη λήψη υπ’ όψη των προσόντων που, λόγω της δόλιας συμπεριφοράς του, ελήφθησαν υπ’ όψη από τη Διοίκηση και οδήγησαν στον παράνομο διορισμό του. ΣτΕ 1600/2024, σ. 523.
Αίτηση ανάκλησης διοικητικών πράξεων μετά από ακύρωση όμοιας. Στις περιπτώσεις που, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή σε κανονιστική πράξη της Διοίκησης χωρίς νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, γεννάται υποχρέωση της Διοίκησης να επανεξετάσει τη νομιμότητα της ατομικής διοικητικής πράξης, της οποίας ζητείται η ανάκληση, και να προχωρήσει στην ανάκλησή της, εντός του πλαισίου της απονεμόμενης από τον νομοθέτη διακριτικής ευχέρειας ή δέσμιας αρμοδιότητας, μετά από εκτίμηση και των λόγων δημοσίου συμφέροντος, που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων, που αποκτήθηκαν καλόπιστα, και του χρόνου, που διέρρευσε από την έκδοσή της. Αφετηρία προθεσμίας. ΣτΕ 1618/2024, σ. 524.
ΑΝΑΚΟΠΗ
Ανακοπή. Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις («Κανονισμός Βρυξέλλες Ια»). Ειδικές δικαιοδοσίες. Δωσιδικία της συνάφειας του άρθρου 8 σημείο 1. Προϋπόθεση στενής συνάφειας αγωγών. Αγωγές αποζημίωσης τύπου «follow on» κατόπιν διαπίστωσης παράβασης διάταξης ελεύθερου ανταγωνισμού. Απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού (Ελλάδας). Έννοια της «επιχείρησης» για ελληνική θυγατρική εταιρία. Πλείονες εναγόμενοι για αποζημίωση με έδρα σε διαφορετική χώρα.. Τεκμήριο «καθοριστικής επιρροής» της μητρικής εταιρίας, του ουσιαστικού δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη. Πρόταση εφαρμογής κριτηρίου «καθοριστικής επιρροής» και στο πεδίο των αγωγών αποζημίωσης για τον προσδιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, ως ισχυρή ένδειξη της ύπαρξης στενής συνάφειας μεταξύ των αγωγών που στρέφονται κατά μητρικής και θυγατρικής. ΔΕΕ C-393/23, σ. 68.
Ανακοπή κατά διοικητικής εκτέλεσης. Για την εκδίκαση των διαφορών αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. καταψηφιστικών αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ, οι οποίες δεν προβλέπουν ειδικώς την προθεσμία εντός της οποίας ασκείται η εν λόγω έφεση. Ως προς τούτο, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του ΚΔιοικ Δικ, που διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας και, ειδικότερα, το άρθρο 226 § 2 του ΚΔιοικΔικ, που ορίζει συντετμημένη προθεσμία 30 ημερών για την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων εκδιδομένων επί ανακοπών στο πλαίσιο της εκδίκασης διαφορών διοικητικής εκτέλεσης κατά τον ΚΕΔΕ. ΣτΕ 1261/2024, σ. 204.
ΑΝΑΠΗΡΟΙ
Διαφορές που γεννώνται για άτομα με αναπηρία. Οι διαφορές, που γεννώνται από τις ατομικές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες παρέχεται οικονομική ενίσχυση σε άτομα με (βαριά) αναπηρία ή εκδηλώνεται άρνηση παροχής ή διακοπή τέτοιας οικονομικής ενίσχυσης, υπάγονται στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων, ως διοικητικές διαφορές ουσίας. Τυχόν παράλληλη αναζήτηση ποσών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς το ζήτημα τούτο, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της. Διοικητική διαφορά ουσίας, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδια είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων εισάγεται με την άσκηση της κατά τον ΚΔιοικΔικ προσφυγής, δημιουργεί όχι μόνον η αμφισβήτηση των ατομικών πράξεων, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας εν γένει αναπήρων, αλλά και η αμφισβήτηση των πράξεων που εκδίδονται κατόπιν άσκησης διοικητικής προσφυγής κατ’ αυτών. ΣτΕ 305/2025, σ. 1496.
ΑΝΑΣΤΟΛΗ (ΠολΔ)
Αναστολή Εκτέλεσης Πλειστηριασμού Ακινήτου μετά τον ν. 4842/2021. Δεν δύναται να διαταχθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ, αλλά μόνο από το δικαστήριο που εκδικάζει ένδικο μέσο κατά της απόφασης επί της ανακοπής. Όμως, σε περίπτωση αδυναμίας έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης επί της ως άνω ανακοπής, ακόμα και αν ο διάδικος είχε επιδείξει κάθε πρόνοια και επιμέλεια (π.χ. εκκρεμότητα ανακοπής, χωρίς έκδοση απόφασης επ’ αυτής μέχρι και λίγο πριν τον πλειστηριασμό ή προσδιορισμός της ανακοπής σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό) είναι δυνατή η έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης κατ’ άρθρο 731-732 ΚΠολΔ από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την αναστολή της επισπευδόμενης εκτελεστικής διαδικασίας. ΜΠρΑθ 4140/ 2025 (Ασφ. Μ.), σ. 1445.
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ
Τα μέλη των συνταγματικώς κατοχυρωμένων Ανεξαρτήτων Αρχών (και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα) απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, πρέπει να έχουν ανάλογα με την αποστολή τους προσόντα και επιλέγονται από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με ομόφωνη απόφαση ή, τουλάχιστον, με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών του οργάνου αυτού, ορίζονται δε με ορισμένη θητεία. Είναι μεν ανεκτή η συνέχιση της λειτουργίας των εν λόγω Αρχών μετά τη λήξη της θητείας των μελών τους και μέχρι την επιλογή των νέων, μόνον όμως για εύλογο χρονικό διάστημα. Η ρύθμιση του άρθρ. 55 § 10 του ν. 4339/2015 δεν έχει την έννοια ότι στέργει στη διακοπή της λειτουργίας των Ανεξάρτητων Αρχών με μόνη τη λήξη της αρχικής θητείας των μελών τους ή έστω μετά την πάροδο 6μήνου από αυτήν, αλλά στην αυτοδίκαιη αποχώρηση μόνον όσων μελών η θητεία, συνυπολογιζομένου και του, κατά τις περιστάσεις, ευλόγου χρονικού διστήματος, είχε λήξει και στηριζόταν σε νομοθετικές παρατάσεις. ΣτΕ 2087/2024, σ. 880.
ΑΝΗΛΙΚΟΙ
Αίτηση προσωρινής αποκλειστικής επιμέλειας ανηλίκου τέκνου, καθώς και ανταίτηση του καθ’ ου. Απόρριψη προφορικά ασκηθείσας ανταίτησης, σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 4842/ 2021. Αυτεπάγγελτη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Χρήση σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. ΜΠρΑλεξ 221/2022, σ. 444.
Απόρριψη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ασκούσας την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου μητέρας για μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, λόγω μη συνδρομής επείγουσας περίπτωσης. ΜΠρΡοδ 464/ 2024, σ. 488.
Η συμπεριφορά προσώπου το οποίο, κατά παράβαση του καθεστώτος διέλευσης προσώπων από τα σύνορα, φέρνει στο έδαφος κράτους μέλους ανήλικους υπηκόους τρίτων κρατών, που το συνοδεύουν και των οποίων ασκεί την πραγματική επιμέλεια, δεν στοιχειοθετεί το γενικό αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου αλλοδαπών κατά την οικεία ενωσιακή νομοθεσία. Εθνική νομοθεσία που ποινικοποιεί τέτοια συμπεριφορά αντιτίθεται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. ΔΕΕ C-460/23/ 3.6.2025, σ. 1276.
ΑΝΩΤΕΡΑ ΒΙΑ
Ανωτέρα βία. Ασθένεια δικηγόρου. Περιστατικά. Αίτηση επαναφοράς. Αναιρετικός έλεγχος της έννοιας της ανωτέρας βίας. Απώλεια προθεσμίας. Συνιστά περιστατικό ανωτέρας βίας η σοβαρή ασθένεια δικηγόρου που υπέστη οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου (Άρθρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, 152 § 1, 559 περιπτ. 1 & 14 ΚΠολΔ) ΑΠ 1584/2023, σ. 1213.
ΑΞΙΩΣΗ (ΑΚ)
Αξίωση κατά του Δημοσίου. Τρόποι διακοπής παραγραφής. Αξίωση κατά του Δημοσίου ερειδόμενη στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ υπόκειται σε 5ετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνον, όταν ασκείται ένδικο βοήθημα κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της σχετικής αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση. ΣτΕ 391/2025, σ. 1501.
ΑΟΡΙΣΤΙΑ (ΔιοικΔ)
Ποσοτική αοριστία της αγωγής και, παρά ταύτα, εξέτασή της. Η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθεται πότε ακριβώς συνήφθη καθεμία από τις κατ’ ιδίαν συμβάσεις συμψηφισμού ούτε πότε ακριβώς ενεργοποιήθηκε η σύνδεση των φωτοβολταϊκών συστημάτων των εναγόντων με το δίκτυο χαμηλής τάσης, στοιχεία αναγκαία προκειμένου να εξευρεθεί το ακριβές ύψος της ανά ενάγοντα εγγυημένης και της μειωμένης τιμής. Έλλειψη συνάφειας και, παρά ταύτα, εκδίκαση όλων των αξιώσεων. Συντρέχει συνάφεια των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, που απορρέουν αφ’ ενός από την ψήφιση του ν. 4254/2014 και αφ’ ετέρου την παράλειψη των αρμόδιων οργάνων να κοινοποιήσουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πριν από τη θέσπισή του, το επίδικο μέτρο, το οποίο φέρεται ότι συνιστά κρατική ενίσχυση προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και τις μονάδες ΣΗΘΥΑ. Δεν συντρέχει, όμως, συνάφεια μεταξύ αφ’ ενός της νομοθέτησης των διατάξεων του ν. 4254/ 2014 και της συμπεριφοράς της Διοίκησης (μη κοινοποίηση του επίμαχου μέτρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από τη θέσπισή του) και αφ’ ετέρου των παραλείψεων τροποποίησης των Κωδίκων Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας και Διαχείρισης Συστήματος ως προς τον τρόπο προσδιορισμού της Οριακής Τιμής του Συστήματος, αναστολής ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και αύξησης του Ειδικού Τέλους ΑΠΕ (και ήδη ΕΤΜΕΑΡ), παραλείψεων, οι οποίες δεν αφορούν την ως άνω νομοθέτηση. ΣτΕ 2077/2024, σ. 1473.
ΑΠΑΓΩΓΗ
Απαγωγή παιδιού. Αίτηση επιστροφής. Η έννοια της «συνήθους διαμονής» του παιδιού ως ο τόπος όπου αυτό έχει ενσωματωθεί σε ορισμένο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προσδιοριστικά κριτήρια του τόπου. Απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης επιστροφής [Άρθρα 3, 4, 5, 8, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης «για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών». ΑΠ 1796/ 2023, σ. 1206.
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ
-Προϋποθέσεις παραδεκτού συζήτησης αγωγής. Δεν περιορίζει το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, η υποχρεωτική προσκόμιση γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής συμφώνως προς το άρθρ. 61 § 1, του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Εξαιρούνται της ανωτέρω υποχρεώσεως, οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία στο Δημόσιο, ΟΤΑ, οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και ν.π.δ.δ. εν γένει, της σχετικής των ιδιότητος αποδεικνυόμενης με σχετική υπεύθυνη δήλωση που καταθέτει ο δικηγόρος στο δικαστήριο. Με δήλωση ισοδυναμεί και η σφραγίδα του δικηγόρου των ανωτέρω ν.π., στο τέλος του δικογράφου, εφόσον σε αυτή περιέχεται αναφορά περί της ιδιότητάς του ως εμμίσθου δικηγόρου ενός εξ αυτών, οπότε δεν απαιτείται επί πλέον η ξεχωριστή κατάθεση και υπεύθυνης δήλωσης για την νόμιμη παράστασή του. ΑΠ 334/2025, σ. 1714.
ΑΠΕΡΓΙΑ
Διατυπώσεις νομιμότητας για την συμμετοχή πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης σε απεργία, που προκηρύχθηκε από τριτοβάθμια - Προσωπικό Ασφαλείας. ΜΠρΑθ 253/2025 (Εργ. Διαφ.), σ. 748.
ΑΠΟΔΕΙΞΗ (ΔιοικΔ)
Είναι νόμιμη η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων είτε προς απόδειξη ή απόκρουση νέων πραγματικών ισχυρισμών, δηλαδή παραδεκτώς προβαλλομένων το πρώτον στην κατ’ έφεση (με επίκληση και των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το δικαιολογημένο της μη προβολής τους πρωτοδίκως), είτε προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών, που είχαν προβληθεί (παραδεκτώς) πρωτοδίκως, εφ’ όσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτοβάθμια δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη, εν όψει σχετικών ισχυρισμών του διαδίκου που τα επικαλείται. Παραδεκτή, είναι, εν πάση περιπτώσει, η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση «οψιγενών» αποδεικτικών μέσων. ΣτΕ 1858/2024, σ. 873.
ΑΠΟΔΕΙΞΗ (ΠοινΔ)
Παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα: Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την καταχώριση στα πρακτικά οποιασδήποτε δήλωσης μέχρι το πέρας της διαδικασίας, καθώς και να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, εγγράφως, τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, υπό την προϋπόθεση να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία δεν νοείται στάδιο έγγραφης διαδικασίας με την εγχείρηση - κατάθεση και μόνο, στο Γραμματέα του δικάζοντος Δικαστηρίου, εγγράφων υπομνημάτων, ώστε να τεθεί η ανάγκη προφορικής εκ νέου επανάληψής των ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί ανακοινώνονται - διατυπώνονται, άλλως προβάλλονται, ενώπιον του Δικαστηρίου και τα έγγραφα υπομνήματα, υποστηρικτικά των προφορικών ισχυρισμών, κατατίθενται στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη δεν ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της αποκλειστικής επιμέλειας έχει απαγορευθεί με δικαστική απόφαση, στον ασκούντα το δικαίωμα της επικοινωνίας γονέα, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας η καταγραφή της εικόνας και της φωνής του ανηλίκου τέκνου σε ηλεκτρονικά μέσα, δεν προκύπτει ότι η λήψη εικόνας και ήχου - "βιντεοσκόπηση" του ανηλίκου τέκνου ήταν παράνομη και ουδεμία χρήση παράνομου αποδεικτικού μέσου έγινε από το Δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εκ μέρους της αναιρεσείουσας τέλεσης του εγκλήματος της παραβίασης δικαστικής απόφασης κατ' εξακολούθηση. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου της ανωμοτί εξέτασης, της μαρτυρικής κατάθεσης και των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και της απολογίας της κατηγορουμένης και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, προβαλλόμενες υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. ΑΠ 1136/2024, σ. 823.
ΑΠΟΔΕΙΞΗ (ΠολΔ)
Ηλεκτρονικά έγγραφα και ηλεκτρονικές υπογραφές: Εννοιολογική προσέγγιση και αποδεικτική ισχύς. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα, από την Δ. Αθ. Λιούρδη, σ. 954.
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
Ευθύνη από διακινδύνευση. Αναγνώριση της υποχρέωσης του κατόχου ή εξουσιαστή για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας «ιδιαίτερος» κίνδυνος, αφού στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους μόνον έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του και την προστασία της ιδιοκτησίας του. Δεν υφίσταται ευθύνη από διακινδύνευση χωρίς διαφυγή της κινδυνώδους κατάστασης του ηλεκτρικού ρεύματος από το δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας με πτώση, έκρηξη, διαρροή ή άλλο παρόμοιο τρόπο, αλλά από την διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε επιχείρηση. ΑΠ 1503/2023, σ. 104.
Η ευθύνη των κρατών-μελών για αποζημίωση, για κάθε περίπτωση παράβασης του ενωσιακού δικαίου, ανεξαρτήτως της εθνικής αρχής που διέπραξε την παράβαση και φέρει, κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους-μέλους, το βάρος της αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας, τελεί υπό τις εξής τρεις προϋποθέσεις: α) ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού να είναι κατάφωρη και γ) να υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες. Χαρακτήρας αποζημίωσης. Στην παραπάνω περίπτωση το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης. Εφαρμογή ευνοϊκότερων διατάξεων. Το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα θεμελίωσης της ευθύνης του κράτους (για παραβιάσεις ενωσιακών κανόνων δικαίου) υπό λιγότερο περιοριστικές - σε σχέση με εκείνες που έχει θέσει το ΔΕΕ - προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου, οπότε η ευθύνη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται όχι βάσει το δικαίου της Ένωσης αλλά βάσει του εθνικού δικαίου. Αποζημίωση για μη εμπρόθεσμη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΣΗΘΥΑ. ΣτΕ 2125/2024, σ. 881.
Αγωγή αποζημίωσης για υλική ζημία και ηθική βλάβη από παρενέργειες εμβολιασμού κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ: 1) Επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω παρενεργειών εμβολιασμού Covid-19 κατ’ άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος (επικουρική βάση). 2) Απόρριψη της αγωγής (κυρία βάση) λόγω ελλείψεως προϋποθέσεων για τη γένεση αποζημιωτικής ευθύνης του εναγόμενου Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (Άρθρα 2, 4 § 5 Συντάγματος, 105 ΕισΝΑΚ, 25 § 4 Σ, αριθ. Γ Ποικ.75769/6.12.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων- Υγείας-Εσωτερικών-Μετανάστευσης και Ασύλου-Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Επικρατείας). Διοικ ΠρΑθ 4202/ 2025, σ. 1239.
ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ
Αποποίηση κληρονομίας πριν από την έκπτωση προπορευόμενου κληρονόμου. Έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του αποποιηθέντος απώτερου συγγενούς στην ασκηθείσα από τον εγγύτερο αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας λόγω πλάνης περί το δίκαιο. Αν ο κληρονόμος καλείται μετά από έκπτωση άλλου προπορευόμενου κληρονόμου, η αποποίηση μπορεί να γίνει και πριν από την έκπτωση του τελευταίου, καθόσον η επαγωγή στον κληρονόμο αυτόν ανατρέχει στον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Η αποποίηση του εναγομένου, καλούμενου στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, πριν από την έκπτωση άλλου προπορευόμενου κληρονόμου, εν προκειμένω της ενάγουσας, η οποία -ούσα ανήλικη κατά τον χρόνο της επαγωγής- κλήθηκε, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στην πρώτη τάξη (διαδοχή κατά ρίζες) και δεν αποποιήθηκε, λόγω πλάνης περί το δίκαιο, την κληρονομία, είναι νόμιμη και έγκυρη, καθόσον η επαγωγή σε αυτόν ανατρέχει στον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ακύρωσης πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, διότι αυτή στρέφεται κατά εκείνου στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομία μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση της ενάγουσας, καθώς και κατά του δανειστή της κληρονομίας. ΤριμΕφΑθ 2838/2024, σ. 1171.
ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Άρση του απορρήτου των επικοινωνιών συνδέσεως κινητής τηλεφωνίας για το παρελθόν, εφάπαξ, για χρονικό διάστημα πέραν των δύο μηνών, ως προς τα εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας. Επιπλέον, μη συμπερίληψη στο βούλευμα παραδοχών περί της ύπαρξης λόγων για την εξακολούθηση της άρσης του απορρήτου των επίμαχων τηλεφωνικών συνδέσεων για το πέραν του πρώτου διμήνου χρονικό διάστημα. Δέχεται την ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα ΑΠ αναίρεση υπέρ του νόμου λόγω υπερβάσεως εξουσίας. ΣυμβΠλΟλΑΠ 4/ 2024, σ. 815.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ
Απόφαση ποινικού δικαστηρίου και αποζημιωτική αγωγή. Το διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει αν υπάρχει ή όχι αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. για παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνου του με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, δεν δεσμεύεται από απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία το ως άνω φυσικό πρόσωπο (όργανο του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ.) έχει κριθεί αθώο ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος αντίστοιχου με την παράνομη πράξη ή παράλειψη για την οποία αποδίδεται ευθύνη στο Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. Υποχρεούται, όμως, να εκτιμήσει την αθωωτική αυτή απόφαση, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του. Οι διατάξεις περί δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετακλήτως αποφαινόμενα να μη γίνει κατηγορία βουλεύματα ναι μεν έχουν πεδίο εφαρμογής, από την άποψη του κατά χρόνον εφαρμοστέου δικαίου, στις υποθέσεις που συζητήθηκαν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου μετά την 22.12.2016, όμως δεν εφαρμόζονται στις δίκες, που ανοίγονται με άσκηση αγωγής αποζημίωσης με βάση τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. ΣτΕ 1017/ 2024, σ. 194.
Αναίρεση απόφασης εκδοθείσας επί πλειόνων καταλογιστικών πράξεων. Σε περίπτωση που ενδικοφανής προσφυγή κατά περισσότερων καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής αρχής απορρίπτεται με μία απόφαση της φορολογικής Διοίκησης, η απόφαση αυτή αναλύεται σε τόσες απορριπτικές πράξεις όσες και οι προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή, για τις ανάγκες υπολογισμού του ποσού της αναιρετικής διαφοράς.. ΣτΕ 1196/2024, σ. 201.
Επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα – Οι αποφάσεις ΔΕΕ [C-674/18 και C-675/18] και ΑΠ 430/2024 και η διεθνής εμπειρία. Μελέτη από την Ε. Akgunduz, σ. 341.
Στην περίπτωση, που η αρχή που υποχρεούται προς τούτο δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο βεβαιώνει κατά το άρθρο 3 § 3 του ν. 3068/2002 τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδόθηκε η μη εκτελούμενη απόφαση, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το πρόσωπο του θιγομένου, η χρονική της διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης. ΤριμΣυμβΑΠ 1/2024, σ. 452.
Το δεδικασμένο από τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ. Μελέτη από τον Δ. Θ. Πυργάκη, σ. 656.
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΥΛΙΚΗ (ΔιοικΔ)
Πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα περισσοτέρων Τμημάτων του ΣτΕ. Αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται πράξεις, που ανήκουν στην αρμοδιότητα περισσότερων Τμημάτων του ΣτΕ, ο καθορισμός του αρμόδιου Τμήματος προηγείται κάθε άλλου θέματος, η δε υπόθεση εισάγεται στο σύνολό της στο Τμήμα που είναι αρμόδιο για τη χρονολογικώς προγενέστερη πράξη και εκδικάζεται από αυτό. ΣτΕ 1579/2024, σ. 521.
Η αρχή του φυσικού δικαστή, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 Σ, ως ατομικό δικαίωμα, αποτελεί θεμελιώδη δικονομική αρχή της δικαστικής οργάνωσης και της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Σύμφωνα με τη δικονομική αυτήν αρχή, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα, που έχει καθοριστεί εκ των προτέρων να ασκείται από ένα δικαστήριο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί από άλλο, εκτός αν υπάρχει αντίθετη περί τούτου νομοθετική ρύθμιση. Ως καθ’ ύλην δε αρμοδιότητα του δικαστηρίου νοείται η εξουσία του να δικάζει υποθέσεις με συγκεκριμένο αντικείμενο. Οι κανόνες, με τους οποίους καθορίζεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των δικαστηρίων, είναι κανόνες δημόσιας τάξης και, ως εκ τούτου, η τήρησή τους ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από τα διοικητικά δικαστήρια σε κάθε στάση της δίκης, καθώς και για πρώτη φορά στην κατ’ αναίρεση δίκη ενώπιον του ΣτΕ. ΣτΕ 1855/ 2024, σ. 872.
Σύμφωνα και με την αρχή του φυσικού δικαστή, που επιβάλλει τον καθορισμό του αρμοδίου εκάστοτε δικαστηρίου κατά γενικές και αφηρημένες κατηγορίες, ασυνδέτως προς τις δικαζόμενες υποθέσεις ή τα πρόσωπα των διαδίκων, σε περίπτωση που μια υπόθεση οδηγείται σε διάσπαση, με παράλληλη εκδίκασή της από δύο διαφορετικά δικαστήρια, ένα ανώτερο και ένα κατώτερο, τότε θα πρέπει η διαφορά να εκδικασθεί ενιαία από το ανώτερο δικαστήριο. Όταν ασκηθεί προσφυγή από τον τιμωρηθέντα υπάλληλο κατά της απόφασης του Κεντρικού Π.Σ. Ιατρών του ΕΣΥ, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται, κατ’ αρχήν, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, καθώς και προσφυγή από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και ήδη Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, κατά της αυτής απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του ΕΣΥ, ενώπιον του ΣτΕ, τότε αρμόδιο δικαστήριο κατά τον νόμο για να κρίνει την υπόθεση, στο σύνολό της, καθίσταται το ΣτΕ. ΣτΕ 2133/2024, σ. 883.
Όρια ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ. Η γενική ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ έναντι της γενικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων στις ιδιωτικές διαφορές οριοθετείται μόνο σε πράξεις ή παραλείψεις, που δεν φέρει μόνον τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, αλλά εκδίδονται στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση, που επιδιώκει δημόσιο σκοπό. Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοίκησης, όσες δηλαδή στερούνται του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Συνεπώς, διαφορά που ανάγεται στον καθορισμό των ορίων δάσους σε σχέση με το όμορο δάσος αυτού, δηλαδή ουσιαστικά στην αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας ενδιαφερομένου επί αμφισβητούμενης έκτασης, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δεν ασκεί επιρροή στη φύση της το γεγονός ότι, για την έκδοσή της, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 73 του ν. 998/ 1997, προβλέπεται η προηγούμενη τήρηση διοικητικής διαδικασίας. ΣτΕ 246/2025 σ. 1259.
Γνωμοδοτική αρμοδιότητα ΕΔΔΑ. Με το 16ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ διευρύνεται η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της προσπάθειας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού επίβλεψης της ΕΣΔΑ, καθώς και της ενίσχυσης του διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ. Η γνωμοδοτική αυτή διαδικασία, που θεσπίζεται με σκοπό την ενίσχυση περαιτέρω της αλληλεπίδρασης μεταξύ του ΕΔΔΑ και των εθνικών αρχών και την ενδυνάμωση της εφαρμογής της Σύμβασης, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, έχει προαιρετικό χαρακτήρα. Η υποβολή του αιτήματος εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του αιτούντος ανωτάτου δικαστηρίου, πρέπει δε να είναι αιτιολογημένη και να αφορά ζητήματα αρχής σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών της ΕΣΔΑ. ΟλΣτΕ 334/2025 σ. 1494.
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Η έννοια και η λειτουργία των «γενικών» και «ειδικών» διατάξεων και η μεταξύ τους «σχέση εντάσεως» ως προς την «προτεραιοποίηση» υπό την δειγματοληπτική άποψη χαρακτηριστικών «γενικών» και «ειδικών» διατάξεων στο πλαίσιο του Ιδιωτικού/ Αστικού Δικαίου [π.δ. 715/1979 και 34/1995 («ΑΕΙ ως μισθωτές») και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου (άρθρα 495-590, 699, 734 § 3, 738 Α, 761-764, 824, 937, 947 ΚΠολΔ)]. Μελέτη από το Ν. Κλαμαρή, σ. 7.
ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
Αναγκαίες διορθωτικές τροποποιήσεις του κειμένου Αστικού Κώδικα. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Ι. Σ. Σπυριδάκη, σ. 1284.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
Στο ένστολο προσωπικό της ΕΛΑΣ, η οποία αποτελεί στρατιωτικώς οργανωμένο σώμα, εντάσσονται, ως ιδιαίτερη κατηγορία, οι ειδικοί φρουροί, οι οποίοι ασκούν μεν καθήκοντα που είναι ειδικότερα και μερικότερα σε σχέση με τη γενική αστυνομική αρμοδιότητα, που έχει ανατεθεί στο αστυνομικό προσωπικό, τα καθήκοντα, όμως, αυτά είναι αστυνομικής φύσης και ανάλογα με εκείνα που ανατίθενται στο αστυνομικό προσωπικό της ΕΛΑΣ. Εξάλλου, οι ειδικοί φρουροί δεν υπάγονται στις περί μονιμότητας συνταγματικές διατάξεις και τις σχετικές διαδικαστικές εγγυήσεις, αλλά υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς αυστηρής ιεραρχίας και πειθαρχίας, αυξημένης υπηρεσιακής ετοιμότητας και επιφυλακής και διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας, ενώ ασκούν τα καθήκοντά τους υπό τις ίδιες συνθήκες επικινδυνότητας με τις υπόλοιπες κατηγορίες ένστολου προσωπικού της ΕΛΑΣ. Ενωσιακό δίκαιο. Ηλικιακό όριο ένταξης στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων. Οι ειδικοί φρουροί, με τη συμπλήρωση 5ετούς υπηρεσίας, έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων με τον βαθμό του αστυφύλακα, έχουν δε τα δικαιώματα, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του βαθμού αυτού, ο οποίος αποτελεί την κατώτερη βαθμίδα αστυνομικού υπαλλήλου στην ιεραρχία. ΣτΕ 1695/2024,σ. 526.
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Απόρριψη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ασκούσας την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου μητέρας για μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, λόγω μη συνδρομής επείγουσας περίπτωσης. ΜΠρΡοδ 464/ 2024, σ. 488.
ΑΤΥΧΗΜΑ (Εργ)
Εργατικό ατύχημα αποτελεί η κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της εργασίας ασθένεια, εφόσον προκλήθηκε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία και βαθμιαία φθορά του οργανισμού του παθόντος. Η μετά την εκδήλωση της νόσου απασχόληση υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως και προ αυτής, με συνέπεια επιδείνωσή της καθιστούν τις συνθήκες εργασίας εξαιρετικά δυσμενείς και προσδίδουν τον χαρακτήρα βίαιου συμβάντος. ΑΠ 855/ 2024, σ. 386.
Χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη επί θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος. Διττή ευθύνη εργοδότη λόγω μη τήρησης μέτρων ασφάλειας και λόγω αμέλειας των προστηθέντων του. Αποκλειστικά συνυπαίτιες του επίδικου σιδηροδρομικού δυστυχήματος [στα Τέμπη] τυγχάνουν αμφότερες οι εναγόμενες εταιρίες, λόγω της περιγραφόμενης βαριάς μορφής συγκλίνουσας αμέλειάς τους, όπως αυτή θεμελιώνεται τόσο στις ειδικά αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων, όσο και στις παραλείψεις οφειλόμενων ενεργειών των ιδίων των εναγομένων, που είναι εκ του νόμου υπόχρεες στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ασφαλή εργασία στο σιδηροδρομικό δίκτυο του εργαζόμενου θανόντος. Το επίδικο δυστύχημα οφείλεται και σε συγκλίνουσα αμέλεια του σταθμάρχη (προστηθέντος της δεύτερης εναγόμενης) και του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας (προστηθέντος της πρώτης εναγόμενης), οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που όφειλαν και μπορούσαν, αλλά ενήργησαν κατά παράβαση των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Κίνησης του ΟΣΕ (ΦΕΚ Β΄ 698/2019). Η ευθύνη καθεμίας των εναγομένων είναι διττή, δηλαδή τόσο αυτοτελής, λόγω της εκ μέρους τους παράλειψης λήψης μέτρων ασφαλείας, όσο και λόγω της αμέλειας των προστηθέντων από αυτές προσώπων. ΜΠρΑθ 966/2024, σ. 469.
Εργατικό ατύχημα εν ώρα εργασίας και εξ’ αφορμής αυτής, εκτός της έδρας του εργοδότη. Σχέση εξάρτησης μεταξύ ενάγοντος και πρώτου εναγομένου (εργοδότη), όχι όμως και σχέση προστήσεως μεταξύ εργοδότη και της δεύτερης εναγόμενης (άρθρο 922 ΑΚ), πότε θεωρείται νομικά αβάσιμη η αγωγή ως προς τον εργοδότη. Στοιχεία του δικογράφου για τη νομική βάση της ευθύνης του εργοδότη και του προστηθέντος. Πότε και πώς ευθύνεται ο προστήσας–έννοια εσωτερικής αιτιώδους συνάφειας με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε στον εργαζόμενο. Αξίωση για περιουσιακή αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 ΑΚ αποκλείεται λόγω ασφάλισης του μισθωτού στο ΙΚΑ (άρθρα 34, 60 α.ν. 1846/1951, 16 ν. 551/ 1915), ακόμη κι αν δεν έχει γίνει η καταβολή των οφειλόμενων εισφορών στο ΙΚΑ και ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης του μισθωτού σ’ αυτό, και ανεξαρτήτως αν έχουν καταβληθεί οι εισφορές ή αν οφείλονται και από ποιον. Ποια είναι η έννοια του «πλασματικού εργοδότη» κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 § 5 του α.ν. 1846/1951 και εκείνης του άρθρου 26 § 9 του ίδιου νόμου, περί κοινωνικών ασφαλίσεων. Πότε το σύστημα βιντεοεπιτήρησης πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που τίθενται στα άρθρα 6, 7, 8, 12 και 19 της με αριθ. 1/2011 Οδηγίας της Αρχής, ώστε να επιτρέπεται η χρήση καμερών σε χώρο εργασίας. ΜΠρΑιτ 101/ 2025, σ. 1452.
ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ
Επί αυθαιρέτων κατασκευών ή αλλαγών χρήσης επί κοινοχρήστου χώρου ακινήτου, στο οποίο έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, μπορεί ο συνιδιοκτήτης, στον οποίο έχει παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση του κοινόχρηστου αυτού χώρου, με ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, η οποία έχει καταρτισθεί συμβολαιογραφικώς και μεταγραφεί, να ζητήσει την υπαγωγή των αυθαιρέτων κατασκευών ή αλλαγών χρήσης στις διατάξεις του ν. 4178/2013, μετά από απόφαση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών, λαμβανόμενη σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία. Νομιμοποίηση από τον επικαρπωτή ή τον μισθωτή. Την υπαγωγή στις παραπάνω διατάξεις μπορεί να ζητήσει, με τη συναίνεση του ψιλού κυρίου, και ο επικαρπωτής. Αν ο επικαρπωτής έχει εκμισθώσει την ιδιοκτησία αυτή, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να ζητήσει την υπαγωγή των αυθαιρέτων κατασκευών στον ν. 4178/2013, εφ’ όσον αφ’ ενός μεν με τη μισθωτική σύμβαση έχει συμφωνηθεί ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής άδειας και αφ’ ετέρου ληφθεί απόφαση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών, παρέχουσα τη συναίνεσή της για την υπαγωγή αυτή. ΣτΕ 2027/2024, σ. 877.
Επικίνδυνη οικοδομή. Αιτιολογία. Η έκθεση χαρακτηρισμού οικοδομής ως επικίνδυνης, καθώς και η εκδιδόμενη, κατόπιν ένστασης, αναθεωρητική έκθεση πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς, αφ’ ενός ως προς το είδος και την έκταση των διαπιστούμενων ανεπαρκειών, ζημιών κ.λπ. της οικοδομής και του εξ αυτών κινδύνου και αφ’ ετέρου ως προς τα διατασσόμενα για την άρση της επικινδυνότητας μέτρα, η αιτιολογία δε αυτή δύναται να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου. Επικινδυνότητα και πολεοδομική αυθαιρεσία. Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζονται διατάξεις οικοδομικών κανονισμών ή του Κτιριοδομικού Κανονισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ζήτημα επικινδυνότητας της οικοδομής από άποψη υγιεινής, η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, πέραν της εφαρμογής των διατάξεων περί αυθαιρέτων, συντάσσει έκθεση, με την οποία καθορίζεται το είδος του κινδύνου ως προερχόμενου από την παράβαση των παραπάνω διατάξεων, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, καθώς και το εφαρμοστέο για την άρση του μέτρο, το οποίο συνίσταται στην άνευ ετέρου και χωρίς άλλη διατύπωση απομάκρυνση των παράνομων κατασκευών. Ο χαρακτήρας, δηλαδή, ορισμένης κατασκευής ως αυθαίρετης δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, που αποσκοπούν στην άρση των κινδύνων που εγκυμονεί για το κοινό κάθε υφιστάμενη κατασκευή, ακόμη και αυθαίρετη, πολύ περισσότερο όταν αυτή εξακολουθεί να ίσταται δυνάμει διοικητικών πράξεων, που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της περί αυθαιρέτων κατασκευών νομοθεσίας. ΣτΕ 278/2025, σ. 1261.
Αστικό Δίκαιο. Εμπράγματο Δίκαιο. Συνταγματικότητα άρθρ. 11 § 1 περ. δ΄ υποπερ. Ι΄ ν. 4178/ 2013. Αυθαίρετες κατασκευές και αλλαγές σε κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικίας. Αναγκαστική συγκυριότητα. Μη ύπαρξη ειδικης συμφωνίας-κανονισμού οροφοκτησίας. Για την υπαγωγή των αυθαίρετων κατασκευών στον ν. 4178/2013 δεν αρκεί η πλειοψηφία και απαιτείται η συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών διότι η ανέγερση αυτών σε κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής παρεμποδίζει τη σύγχρηση των κοινόχρηστων χώρων αυτών εκ μέρους των λοιπών οροφοκτητών. Ακύρωση πράξης ΣΥΠΟΘΑ. ΟλΣτΕ 1616/2025, σ. 1419.
ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ
Υποχρεωτική σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου. Πέραν των τριών εξαιρέσεων του άρθρου 6β του κ.ν. 489/1976 (έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού, οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά παράβαση του ΚΟΚ και διαφορετική χρήση του οχήματος από την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας), δεν είναι επιτρεπτή άλλη εξαίρεση, όπως τυχόν τέτοια με την επίκληση του άρθρου 288 ΑΚ. ΑΠ 1893/2024, σ. 380.
Εκμίσθωση ιδιωτικών αυτοκινήτων με οδηγό. Ο νομοθέτης καθόρισε το πλαίσιο άσκησης της δραστηριότητας της εκμίσθωσης επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων με οδηγό, θέτοντας ως όρο άσκησης της δραστηριότητας αυτής αφ’ ενός μεν την προκράτηση, αφ’ ετέρου δε την καθοριζόμενη ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης εκμίσθωσης. Χρόνος προκράτησης. Το θεσπιζόμενο για την προκράτηση χρονικό διάστημα πρέπει να είναι εύλογο, να τελεί σε αντιστοιχία τόσο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, όσο και προς τις συνθήκες μεταφοράς επιβατών στα νησιά κατά την τουριστική περίοδο και να μην συνεπάγεται δυσανάλογο περιορισμό στην άσκηση της οικείας οικονομικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, πρέπει να προκύπτουν τα κριτήρια και οι εκτιμήσεις, στις οποίες στηρίχθηκε ο κανονιστικός νομοθέτης για τη θέσπιση του συγκεκριμένου χρόνου προκράτησης. ΣτΕ 625/2025, σ. 1508.
Τραυματισμός σε τροχαίο ατύχημα. Άσκηση αγωγής από τον παθόντα με διεκδίκηση αξιώσεως και από την ΑΚ 932 εδ. α΄. Έκδοση τελεσίδικης απόφασης και είσπραξη από τον παθόντα του διεκδικούμενου ποσού για τη χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης του. Επελθών στη συνέχεια θάνατός του, λόγω επιπλοκών οφειλόμενων αιτιωδώς στο θανάσιμο τραυματισμό του. Άσκηση αγωγής από τα μέλη της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ οικογένειάς του με διεκδικούμενη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης τους. Λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται, για όσους από τους ενάγοντες είναι συγχρόνως και κληρονόμοι του, το ποσό που είχε εισπράξει ο συγγενής τους εν ζωή, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του. ΜΕφΑθ 83/2024, σ. 1699.
ΒΙΑ
Καταπολέμηση βίας και παρενόχλησης στην εργασία: από τα πορίσματα των εργατικών διαφορών ενώπιων της Επιθεώρησης Εργασίας στις δικαστικές αποφάσεις. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τη Μ. Σ. Ρούμπου, σ. 275.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Αρχή της ισότητας. Η αρχή της ισότητας αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Αρχή της αξιοκρατίας Πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις. Η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Και μπορεί μεν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. ΣτΕ 1695/2024, σ. 526.
ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
Κήρυξη γενικού όρου ως καταχρηστικού κατ’ άρθρο 2 ν. 2251/1994. Γενικός όρος συναλλαγών σε δανειακή σύμβαση που προέβλεπε δικαίωμα αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος, δίχως να προσδιορίζει υποχρέωσή του προς μείωση του επιτοκίου επί πτώσης του δείκτη αναφοράς. Μη καταχρηστικός ο όρος ως προς το μέρος που συνδέει το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου επί αύξησης του δείκτη αναφοράς, καίτοι δεν αναφέρονται οι υπόλοιποι μη επιτοκιακού χαρακτήρα παράγοντες που επηρεάζουν το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος. Καταχρηστικός ο όρος του άρ.2 §§ 6 και 7 ν. 2251/1994, ως προς το μέρος που προβλέπει δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος -και όχι υποχρέωσή του- προς μείωση του επιτοκίου, λόγω διάψευσης των εύλογων προσδοκιών του καταναλωτή. ΑΠ 168/2024, σ.80.
ΓΗΠΕΔΑ
Κατά την έννοια των περιοριστικών της δόμησης σε γήπεδα εκτός σχεδίου διατάξεων, όταν αυτές δεν περιελάμβαναν ως προϋπόθεση αρτιότητας των γηπέδων άνω των 4.000 τ.μ. το πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, όσο και μετά την τροποποίησή τους, που προέβλεψε ρητώς το πρόσωπο, η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη στις περιοχές αυτές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο βασικός κανόνας της πολεοδομικής νομοθεσίας, ότι δομήσιμα είναι τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση. Ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο σε οδό που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν η οδός αυτή, ανεξαρτήτως εάν είναι εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική, υφίσταται νομίμως και, περαιτέρω, είναι ήδη διανοιγμένη, κατά τέτοιο, μάλιστα, τρόπο, ώστε να είναι προσπελάσιμη και να εξασφαλίζει πράγματι επικοινωνία με το γήπεδο. ΣτΕ 1295/2024, σ. 205.
ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ
Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας. Η από κοινού άσκηση της επιμέλειας απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ των γονέων στις επιλογές και τη διαχείριση των ανηλίκων κατά τρόπο παραγωγικό. Κρίνεται εν προκειμένω ότι συντρέχει περίπτωση κακής άσκησης της προσωρινής επιμέλειας που είχε ανατεθεί στον πατέρα, ο οποίος υποκινεί τα τέκνα του να αναπτύξουν αρνητικά αισθήματα για τη μητέρα τους και, ως εκ τούτου, την απομόνωση και απομάκρυνση από εκείνη, καθώς και ότι η αποκατάσταση του ψυχικού δεσμού μητέρας-παιδιών είναι απαραίτητη και επιβεβλημένη για την ομαλή και ορθή ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών αυτών. Η απομάκρυνσή τους από το περιβάλλον του πατέρα και η ένταξή τους στο περιβάλλον της μητέρας δεν θα επιφέρει αναστάτωση και δυσφορία σε αυτά, καθόσον αμφότεροι οι γονείς τους κατοικούν στην ίδια περιοχή και τα τέκνα δεν θα χρειαστεί να αλλάξουν σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον. ΑΠ 1882/2023, σ. 454.
Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις στη γονική μέριμνα. Μελέτη από τον Ι. Βαλμαντώνη, σ. 680.
ΔΑΣΗ
Μεταξύ των επιτρεπτών επεμβάσεων περιλαμβάνεται η εκμετάλλευση διά της εξόρυξης λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, η έγκριση χώρων για την εναπόθεση στείρων και η διάνοιξη οδών προσπέλασης για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων λατομικών δραστηριοτήτων ή την πρόσβαση σε αυτές. Οι ανωτέρω εκτάσεις πρέπει να έχουν χωρική συνέχεια με την αρχικώς παραχωρηθείσα έκταση, η οποία δεν απαιτείται να είναι άμεση ως προς όλη την έκταση αυτήν, αλλά μπορεί να αποτελείται και από πλείονα επιμέρους τεμάχια, συνεχόμενα μεταξύ τους, ορισμένα, τουλάχιστον, όμως, από τα οποία εφάπτονται με την αρχικώς παραχωρηθείσα έκταση. ΣτΕ 1714/2024, σ. 528.
Τεκμήριο κυριότητας με χρησικτησία επί δασικής έκτασης μικρότερης των εκατό (100) στρεμμάτων στο Θορικό Αττικής, Άρθρο 19 του ν. 719/1977 - η ρύθμιση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 117 § 3 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 24 § 1 του Συντάγματος, γιατί ρητώς εξαιρούνται από αυτήν οι δασικές εκτάσεις που καλύπτονται με πεύκα, καθώς και το από 01.01.1967 και εντεύθεν αποψιλωθέν υπάρχον πρότερον πευκοδάσος ένεκα πυρκαγιών, ενώ η ρύθμιση τέθηκε από λόγους κοινωνικής ανάγκης και εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, προς αγροτική τους εκμετάλλευση για την προαγωγή της εθνικής οικονομίας. ΑΠ 1725/2023, σ. 1436.
ΔΑΣΜΟΙ
Η επιβολή από τις ΗΠΑ δασμών σε εισαγόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα («δασμοί Τραμπ») και η συμβατότητά τους με την αμερικανική έννομη τάξη και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Μελέτη από τον Α. Μπρεδήμα, σ. 1327.
ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ (ΔιοικΔ)
Το δεδικασμένο από τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ. Μελέτη από τον Δ. Θ. Πυργάκη, σ. 656.
Επί Προδικαστικού Ζητήματος. Μισθωτική Δίκη. Η κρίση σε δίκη επί αγωγής καταβολής μισθωμάτων ορισμένου χρονικού διαστήματος περί του ύψους του μισθώματος, καθώς και ότι η μονομερής αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος από τον μισθωτή δεν ήταν έγκυρη και νόμιμη, συνιστά προδικαστικό ζήτημα για το δικαστήριο σε δίκη επί νέας αγωγής καταβολής μισθωμάτων οφειλόμενων για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και παράγει δεδικασμένο (ΚΠολΔ 321, 322, 324, 331, 332, 559 αριθ. 16). Ένσταση Καταχρηστικής Άσκησης Δικαιώματος. Καλύπτεται από το δεδικασμένο εάν μπορούσε να προταθεί παραδεκτά στην προηγούμενη δίκη επί της οποίας εξεδόθη τελεσίδικη απόφαση, εκτός εάν η ένσταση ερείδεται σε περιστατικά μεταγενέστερα της τελευταίας συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση (ΚΠολΔ 330, ΑΚ 281). ΑΠ 137/ 2025, σ. 1426.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΗΜΑΤΑ
Δωδεκάνησα. Δορυάλωτες και μη νήσοι. Δημόσιες και Ιδιωτικές γαίες σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο. Εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Φύση του προικοσύμφωνου στον Χριστιανικό πληθυσμό της Ελλάδας επί Τουρκοκρατίας (ν. 2100/1952). ΑΠ 1168/ 2024, σ. 1200.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
Δημοσίευση νόμων και κανονιστικών πράξεων. Βασική αρχή είναι, ότι, για την τελείωση των τυπικών νόμων και των προεδρικών διαταγμάτων, αλλά και των λοιπών κανονιστικού χαρακτήρα διοικητικών πράξεων, απαιτείται η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. Ειδικοί τρόποι δημοσίευσης. Ειδικά για τις λοιπές, πέραν των προεδρικών διαταγμάτων, κανονιστικού περιεχομένου διοικητικές πράξεις, ο νομοθέτης μπορεί να καθορίσει γενικό ή ειδικούς, κατά περίπτωση, τρόπους δημοσίευσης με άλλο πρόσφορο μέσο, που προσιδιάζει στο αντικείμενο και τον χαρακτήρα της επιχειρούμενης ρύθμισης. Ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Κρυπτογραφία, Ασφάλεια και Συστήματα Πληροφοριών» έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στο σχετικό π.δ. ειδικό τρόπο της υποχρεωτικής κατά το Σύνταγμα δημοσίευσης και, συνεπώς, έχει λάβει νόμιμη υπόσταση. ΣτΕ 284/2025, σ. 1501.
ΔΗΜΟΣΙΟ
Σύμβαση παροχής υπηρεσιών DPO μεταξύ δικηγόρου και δημοσίου φορέα και συνέπειες επιγενόμενης συμμετοχής του δικηγόρου σε δικηγορική εταιρεία. ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Π. Χ. Κατσαρό, σ. 231.
Ο διορισμός αλλά και η εξέλιξη σε θέσεις του Δημοσίου πρέπει να γίνεται με κριτήρια, που αφ’ ενός συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των υποψηφίων, αφ’ ετέρου αξιολογούνται με αντικειμενικό σύστημα που παρέχει εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης, η οποία μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά. Ο νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει σύστημα αναβαθμολόγησης των γραπτών δοκιμίων των υποψηφίων, προς τον σκοπό, ειδικότερα, της διασφάλισης αξιοκρατικότερου τρόπου επιλογής των ικανότερων υποψηφίων και θέτοντας, ως αντικειμενικές προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα αυτό, αφ’ ενός την άσκηση της αίτησης αναβαθμολόγησης μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία, αφ’ ετέρου τη συγκέντρωση από τον υποψήφιο ενός συγκεκριμένου ποσοστού επί της συνολικής βαθμολογίας στα εξεταζόμενα μαθήματα. ΣτΕ 1118/2024, σ. 199.
Η αστική ευθύνη του Δημοσίου από ζημιογόνο συμπεριφορά των οργάνων του και ιδίως των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας (Επισκόπηση νομολογίας αποζημιώσεως 104-106 ΕισΝΑΚ). Μελέτη από τον Α. Π. Αργυρό, σ. 1074.
Αξίωση διατροφής κατά του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του, να αποζημιώσει εκείνον που είχε αξίωση διατροφής έναντι προσώπου που θανατώθηκε εξ αιτίας παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του. Η εν λόγω αξίωση αποζημίωσης, αποσκοπούσα να αποκαταστήσει τον δικαιούχο της διατροφής, ούτως ώστε ο τελευταίος να επανέλθει στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στον δικαιούχο της διατροφής. Στους δικαιούχους αυτούς περιλαμβάνονται η σύζυγος και το τέκνο του θανόντος. Ύψος διατροφής τέκνου. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, και περιλαμβάνει όσα έξοδα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Διατροφή συζύγου. Ειδικά για την εξεύρεση του περιεχομένου της αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και, ειδικότερα, τη διατροφή του συζύγου, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπ’ όψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο της συμβίωσης, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου. ΣτΕ 45/2025, σ. 1249.
Τόκοι σε βάρος του Δημοσίου. Έναρξη τοκοφορίας. Δεν νοείται η επιβολή τόκων υπερημερίας σε βάρος του Δημοσίου για το προ της επίδοσης της αγωγής σε αυτό χρονικό διάστημα, μη εφαρμοζόμενων, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των οφειλόμενων από το Δημόσιο παροχών, που απορρέουν από αξίωση δημοσίου δικαίου, των περί υπερημερίας διατάξεων του ΑΚ, εκτός και εάν έχει περιληφθεί διαφορετικός όρος στη σύμβαση. Το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, καθ’ ο μέρος καθορίζει, ως χρονικό σημείο έναρξης της τοκογονίας για τις οφειλές του Δημοσίου, τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, εισάγει, όπως και στην περίπτωση του καθορισμού του ύψους του επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου σε ποσοστό 6%, επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η διαχείριση της οποίας πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των πολιτών, οι οποίοι άλλωστε συμβάλλουν στη δημιουργία της μέσω της φορολογίας. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ. Τοκοφορία επιστρεφόμενης επιχορήγησης για επένδυση. Σε περίπτωση υποχρέωσης επιστροφής στον καταβαλόντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού της επιχορήγησης, μόνον η επίδοση της αγωγής γεννά την τοκογονία της κατά του Δημοσίου απαίτησης. Η ρύθμιση αυτή εξυπηρετεί λόγους δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα τον σαφή προσδιορισμό, εν όψει του ιδιαίτερα μεγάλου όγκου των συναλλαγών του Δημοσίου, του χρονικού σημείου έναρξης των οφειλόμενων από μέρους του τόκων υπερημερίας και, κατ’ επέκταση, της σχετικής επιβάρυνσής του, είναι δε κατάλληλη και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού και δεν έρχεται σε αντίθεση με την ΕΣΔΑ. ΣτΕ 224/2025, σ. 1258.
Καταχρηστική άσκηση διεκδικητικής αγωγής από το Ελληνικό Δημόσιο. Γνωμοδότηση - Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από την Κ. Δ. Παντελίδου, σ. 1543.
ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ
Πτυχές του δημοσίου συμφέροντος και στάθμιση αυτών. Ο νομοθέτης (τυπικός και κανονιστικός) δεν κωλύεται, σταθμίζοντας τις διάφορες πτυχές του δημοσίου συμφέροντος, και κινούμενος εντός των ορίων του Συντάγματος, του ευρωπαϊκού δικαίου και των διεθνών συνθηκών, να προχωρήσει σε σύνθεση αυτών και να προκρίνει εκάστοτε τη θεραπεία μιας ή περισσότερων πτυχών του δημοσίου συμφέροντος σε σχέση προς τις λοιπές, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις επικρατούσες συνθήκες ή προς αντιμετώπιση καταστάσεων, που είτε δεν υφίσταντο κατά το παρελθόν, είτε δεν είχαν την ίδια ένταση όπως σήμερα, εφ’ όσον οι εισαγόμενες ρυθμίσεις είναι εύλογες και αναγκαίες, θεσπίζονται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια και λαμβάνουν δεόντως υπ’ όψη τις λοιπές πτυχές του δημοσίου συμφέροντος. ΣτΕ 618/2025, σ. 1495.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ
Οικονομική ελευθερία. Απασχόληση σε δεύτερη θέση. Η οικονομική ελευθερία επιδέχεται περιορισμούς με νομοθετική ρύθμιση γενικού & αντικειμενικού χαρακτήρα, αν οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται από σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπ’ όψη και της αρχής της αναλογικότητας. ΣτΕ 954/2024, σ. 191.
ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ
Με την § 7 του άρθρου 103 Σ κατοχυρώνονται οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τον διορισμό των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίες αποτελούν ειδικότερη έκφραση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας. Δικαστικός έλεγχος. Αρχή της ισότητας. Η αρχή της αξιοκρατίας, η οποία συνδέεται με την αρχή του Κράτους Δικαίου και το άρθρο 5 § 1 Σ, υπαγορεύει, η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα να γίνεται, προεχόντως, με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Με το άρθρο 5 § 1 Σ κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητος του ατόμου. Εν όψει της αναγωγής της Παιδείας σε βασική αποστολή του Κράτους, θεσπίζεται η εποπτεία του τελευταίου επί των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, με συνέπεια την έντονη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη στην οργάνωση και λειτουργία τους, καθώς και στην υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού τους. Πρόσληψη εκπαιδευτικών. Υιοθετείται πάγιο σύστημα προσλήψεων εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, το οποίο αποτελεί σύστημα μοριοδότησης προσόντων και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στο κριτήριο της πιστοποιούσας την εμπειρία του υποψήφιου εκπαιδευτικού εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας. Προϋπηρεσία. ΟλΣτΕ 1251/ 2024, σ. 187.
ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΕΛΗ
Δημοτικά τέλη καθαριότητας. Το ενιαίο τέλος ελέγχεται από την άποψη της ύπαρξης μιας, κατά προσέγγιση, αναλογικής σχέσης μεταξύ προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων των σχετικών δημοτικών υπηρεσιών. Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ούτε την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέτει, κατ’ ανάγκην, ούτε την ακριβή αντιστοιχία μεταξύ ύψους τέλους και κόστους παρεχόμενης υπηρεσίας, αφού αρκεί απλώς η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας και η κατ’ αρχήν κάλυψη των δαπανών από το τέλος που καταβάλλουν οι χρήστες. Είδη συντελεστών. ΣτΕ 991/2024, σ. 193.
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Δάνεια εμπειρία και υπεργολαβία. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε οικονομικού φορέα, με σκοπό το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων στον ευρύτερο δυνατό ανταγωνισμό, να επικαλείται τις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της φύσης των δεσμών του με αυτούς, εφ’ όσον αποδεικνύεται στην αναθέτουσα αρχή ότι ο υποψήφιος ή προσφέρων θα έχει όντως στη διάθεσή του τους πόρους των εν λόγω φορέων, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση της σύμβασης. Ο προσφέρων, καίτοι είναι ελεύθερος να συνάπτει δεσμούς με τους φορείς, στις δυνατότητες των οποίων στηρίζεται και να επιλέγει τη νομική φύση των δεσμών αυτών, εν τούτοις οφείλει να αποδεικνύει ότι όντως έχει στη διάθεσή του τους πόρους των συγκεκριμένων φορέων που δεν του ανήκουν και είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση της συγκεκριμένης σύμβασης. Η προσκόμιση πιστοποιητικών ISO για τους υπεργολάβους, με τους οποίους ο υποψήφιος οικονομικός φορέας δηλώνει ότι θα συνεργασθεί, δεν θεσπίζεται ως γενική υποχρέωση, αλλά στο μέτρο που απαιτείται ειδικώς από τη διακήρυξη για την προσήκουσα εκτέλεση των τμημάτων της σύμβασης, που αυτοί (υπεργολάβοι) πρόκειται να εκτελέσουν. Προσκόμιση ΕΕΕΣ για τον υπεργολάβο. ΣτΕ 1256/2024, σ. 204.
Προσυμβατικό στάδιο δημόσιων διαγωνισμών. Αρμοδιότητα. Ναι μεν, όταν ένα σχέδιο αγοράς μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη σύναψη χωριστών συμβάσεων υπηρεσιών κατά τμήματα, λαμβάνεται υπ’ όψη, όσον αφορά το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, η εκτιμώμενη συνολική αξία των τμημάτων αυτών, για την εφαρμογή, όμως, των περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων διατάξεων του εθνικού δικαίου δεν γίνεται τέτοιος υπολογισμός, βασιζόμενος στη συνολική εκτιμώμενη αξία. Προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δικαστικός έλεγχος από τα διοικητικά δικαστήρια. Μη δέσμευση της ΕΑΔΗΣΥ από τις κρίσεις του Ελ.Συν. Η ΕΑΔΗΣΥ οφείλει να εκφέρει ιδία αιτιολογημένη κρίση επί όλων των τιθέμενων ενώπιόν της ζητημάτων, μη δεσμευόμενη, όπως άλλωστε και το επιλαμβανόμενο, στη συνέχεια, αρμόδιο δικαστήριο, από τη μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του διενεργηθέντος προληπτικού ελέγχου. ΣτΕ 1503/2024, σ. 518.
Τροποποίηση διακήρυξης και παράταση του διαγωνισμού. Μεταβολές, ακόμη και σημαντικές, στο περιεχόμενο της διακήρυξης και των συμβατικών τευχών, στα οποία περιλαμβάνονται όλοι οι γενικοί και ειδικοί όροι διενέργειας της διαδικασίας ανάθεσης και εκτέλεσης της σύμβασης, επιτρεπτώς, κατ’ αρχήν, επιχειρούνται και μετά την προκήρυξη του διαγωνισμού, υπό την επιφύλαξη ότι: (α) δεν πρέπει είναι τόσο ουσιώδεις, ώστε να προσελκύουν προσφέροντες οι οποίοι, χωρίς αυτές, δεν θα ήταν σε θέση να υποβάλουν προσφορά, περίπτωση που συντρέχει, ιδίως, όταν το είδος ή η έκταση των μεταβολών ανατρέπει τη συνολική ταυτότητα της σύμβασης, όπως έχει διαμορφωθεί με την προκήρυξη της διαδικασίας ανάθεσης, (β) πρέπει, αφ’ ενός, να αποτελούν αντικείμενο επαρκούς δημοσιότητας, ώστε να λαμβάνουν γνώση υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στον ίδιο χρόνο όλοι οι ενδιαφερόμενοι και, αφ’ ετέρου, να επιχειρούνται πριν από την υποβολή των προσφορών και (γ) επί σημαντικών μεταβολών (όπως είναι, μεταξύ άλλων, αυτές που αφορούν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του προς εκτέλεση έργου), γεννάται υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να χορηγήσει εύλογη παράταση της προθεσμίας υποβολής προσφορών, ώστε να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς η δυνατότητα να προσαρμόσουν, αντιστοίχως, την προσφορά τους. Η εύλογη διάρκεια της παράτασης κρίνεται κατά περίπτωση, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των μεταβολών και σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων. ΣτΕ 1792/ 2024, σ. 530.
Το ΑΣΕΠ δεσμεύεται από τους όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού, τους οποίους δεν μπορεί να τροποποιήσει, ούτε να διορθώσει μετά τη δημοσίευση της προκήρυξης, δεδομένου ότι αυτό θα αντέκειτο στις αρχές τις ισότητας των διαγωνιζομένων και της διαφάνειας, οι οποίες διέπουν τους δημόσιους διαγωνισμούς. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, καθώς και τις αρχές της σαφήνειας και της χρηστής διοίκησης, όλοι οι όροι και οι λεπτομέρειες διεξαγωγής του διαγωνισμού πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και κατά τρόπον αναμφήριστο στην προκήρυξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε όλους τους υποψήφιους να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενό τους. Ορισμός κλάδων και ειδικοτήτων. Ο καθορισμός κλάδων και ειδικοτήτων στην προκήρυξη του πρώτου σταδίου του γραπτού διαγωνισμού, βάσει του οποίου υποβάλλονται οι αιτήσεις των υποψηφίων και εκδίδονται οι πίνακες επιτυχόντων, είναι δεσμευτικός για τη Διοίκηση κατά την έκδοση της προκήρυξης του δεύτερου σταδίου. Εφ’ όσον ο κύκλος των υποψηφίων ανά κλάδο/ειδικότητα οριστικοποιείται στο πρώτο στάδιο, κατά το στάδιο αυτό πρέπει να καθορίζονται οι κλάδοι/ειδικότητες, για τους οποίους θα εκδοθούν μεταγενέστερα προκηρύξεις πλήρωσης θέσεων δεύτερου σταδίου, δεν είναι δε επιτρεπτή η προσθήκη, κατά το δεύτερο στάδιο, νέων κλάδων/ειδικοτήτων, για τους οποίους οι ενδιαφερόμενοι δεν προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στον γραπτό διαγωνισμό. ΣτΕ 2064/2024, σ. 879.
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Ένδικο βοήθημα κατά πράξης αρχής διαφορετικής από την αναθέτουσα. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 372 § 1 του ν. 4412/ 2016 αίτηση αναστολής και ακύρωσης δύναται να ασκηθεί παραδεκτώς από όποιον έχει έννομο συμφέρον μόνο κατά απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ επί προδικαστικής προσφυγής οικονομικού φορέα, που στρέφεται κατά πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής, η οποία αφορά την ανάθεση σύμβασης ή εντάσσεται στη διαδικασία της ανάθεσης, ως συνέπεια της συμμετοχής του οικονομικού φορέα σε αυτήν. Οι σχετικές πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες. Με το ίδιο ένδικο βοήθημα μπορεί, επίσης, να προσβάλλονται πράξεις με τις οποίες ασκείται επιτρεπτός κατά τον νόμο ο έλεγχος νομιμότητας στις παραπάνω πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής. Αντιθέτως, πράξεις ή παραλείψεις άλλων αρχών, διαφορετικών από την αναθέτουσα αρχή, ασχέτως της συνάφειάς τους με πράξεις ή παραλείψεις της τελευταίας, δεν είναι επιτρεπτό να προσβληθούν με το παραπάνω ένδικο βοήθημα, υπόκεινται δε, σε δικαστικό έλεγχο με την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων, που προβλέπονται γι' αυτές κατά περίπτωση. ΣτΕ 2107/2024, σ. 880.
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Μη δήλωση λόγου αποκλεισμού. Η μη δήλωση εκ μέρους του ανακηρυχθέντος προσωρινού αναδόχου, κατά το στάδιο υποβολής των δικαιολογητικών κατακύρωσης (στην υποβαλλόμενη κατά τη Διακήρυξη υπεύθυνη δήλωση περί μη συνδρομής του λόγου αποκλεισμού της περ. ζ΄ της § 4 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016), ότι αυτός αποκλείστηκε οριστικά από άλλη διαγωνιστική διαδικασία για τον λόγο ότι δεν είχε δηλώσει στο υποβληθέν, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ΕΕΕΣ αποκλεισμούς του από προηγούμενες της διαδικασίας αυτής διαγωνιστικές διαδικασίες, δεν συνιστά από μόνη της τον λόγο αποκλεισμού της παραπάνω διάταξης. Η μη δήλωση, όμως, σε τρέχοντα διαγωνισμό, των πραγματικών περιστατικών, στα οποία αναφερόταν η υποβληθείσα στον προηγούμενο διαγωνισμό ανακριβής δήλωση, συνιστά τον παραπάνω λόγο αποκλεισμού στον τρέχοντα διαγωνισμό, εφ’ όσον τα πραγματικά αυτά περιστατικά αφορούν τη συνδρομή λόγου αποκλεισμού ή τη μη πλήρωση κριτηρίου επιλογής και στον τελευταίο διαγωνισμό. ΣτΕ 49/2024, σ. 1249.
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Τρίτοι, μη μετασχόντες στη διαγωνιστική διαδικασία ανάθεσης δημοσίου έργου, έχουν μεν κατ’ αρχήν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν πράξη ενταγμένη στη διαδικασία αυτή, εφ’ όσον προβάλλουν ότι το έργο είναι παράνομο και ότι από τη λειτουργία του θίγονται έννομα συμφέροντά τους (λ.χ. λόγω παράβασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας). Δεν μπορούν όμως να προβάλλουν τυχόν πλημμέλειες της διαγωνιστικής διαδικασίας. Συνεπώς, η διαφορά, που γεννάται στην περίπτωση αυτήν, ανήκει πάντοτε στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ και δεν έχει μεταφερθεί στα Διοικητικά Εφετεία. ΣτΕ 332/2025, σ. 1498.
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Παράβολο προδικαστικής προσφυγής. Η πρόβλεψη καταβολής παραβόλου ύψους 0,50% επί της «προϋπολογισθείσας αξίας της σχετικής σύμβασης», ως προϋπόθεση παραδεκτού της προδικαστικής προσφυγής, αποτελεί δικονομικό περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης στην παροχή έννομης προστασίας, ο οποίος αποσκοπεί στην αποτροπή άσκησης αστήρικτων και παρελκυστικών προσφυγών. Ως τέτοιος, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Η έννοια αυτή δεν ταυτίζεται με την έννοια της «εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης», που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των κατώτατων ορίων εφαρμογής της Οδηγίας. Συνεπώς, ως βάση για τον υπολογισμό του παραβόλου λαμβάνεται υπ’ όψη η προϋπολογισθείσα αξία της σύμβασης, στην ανάθεση της οποίας αποβλέπει πράγματι η διαγωνιστική διαδικασία, και όχι η αξία ενδεχόμενων παρατάσεων της σύμβασης υπό τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης, η αξία των οποίων, ωστόσο, συνυπολογίζεται για την «εκτιμώμενη αξία» της σύμβασης. Η ίδια ερμηνεία προσήκει και όσον αφορά τη ρήτρα πρόσθετης καταβολής του άρθρου 149 του ν. 4412/2016 για την ταχύτερη εκτέλεση της σύμβασης, η αξία της οποίας επίσης δεν λαμβάνεται υπ’ όψη για τον υπολογισμό του παραβόλου. ΣτΕ 420/2025, σ. 1502.
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Ασάφεια όρου της διακήρυξης. Το ΕΕΕΣ του τρίτου, παρέχοντος στήριξη, το οποίο πρέπει κατά τη διακήρυξη να υποβάλλεται ως έγγραφο υπογραφόμενο ηλεκτρονικά, δηλαδή ως ηλεκτρονικό ιδιωτικό έγγραφο, πρέπει να φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή με χρήση πιστοποιητικού, που εκδίδεται από εγκεκριμένο πάροχο, δηλαδή εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του Κανονισμού 910/2014 και του ν. 4727/2020, όπως άλλωστε και το ΕΕΕΣ του συμμετέχοντος οικονομικού φορέα. Ωστόσο, η αοριστία όρου της διακήρυξης, ότι το ΕΕΕΣ του τρίτου πρέπει να είναι «ψηφιακά υπογεγραμμένο», χωρίς να διευκρινίζεται το είδος της «ψηφιακής υπογραφής» που απαιτείται και χωρίς, πάντως, ο όρος αυτός να στοιχεί στους ορισμούς της νομοθεσίας, σε συνδυασμό με άλλον όρο της της διακήρυξης, που ορίζει ότι τα δικαιολογητικά (στα οποία περιλαμβάνεται και το ΕΕΕΣ των τρίτων) φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή εφ’ όσον έχουν συνταχθεί ή παραχθεί από τον συμμετέχοντα οικονομικό φορέα, δημιουργούν αντικειμενική ασάφεια στον μέσο επιμελή διαγωνιζόμενο ως προς το εάν το ΕΕΕΣ του τρίτου πρέπει να φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή εάν αρκεί να φέρει ηλεκτρονική υπογραφή που δεν είναι εγκεκριμένη. Συνεπώς, η προσφορά πρέπει να γίνει δεκτή, παρ’ όλο που το ΕΕΕΣ του τρίτου φορέα, στον οποίο στηρίχθηκε ο συμμετέχων, δεν έφερε εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, δεδομένης της ασάφειας του όρου της διακήρυξης. ΣτΕ 452/2025, σ. 1503.
Δημόσιοι. Οι υποψήφιοι οικονομικοί φορείς οφείλουν να προσκομίζουν ανά χρονικό στάδιο ελέγχου μόνον τα ζητούμενα από τη διακήρυξη ή από τυχόν άλλη διάταξη, στην οποία αυτή ρητά και ειδικά παραπέμπει, δικαιολογητικά και στοιχεία για την απόδειξη ιδιοτήτων ή γεγονότων κρίσιμων για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, ήτοι, των όρων και προϋποθέσεων συμμετοχής και των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής και τεχνικής επαγγελματικής επάρκειας, τυχόν δε πρόωρη υποβολή δικαιολογητικών, που απαιτείται να υποβληθούν σε επόμενο χρονικό στάδιο ελέγχου, δεν υποχρεώνει την αναθέτουσα αρχή να εκφέρει (πρόωρη) κρίση επ’ αυτών. ΣτΕ 1011/2025, σ. 1780.
ΔΙΑΖΥΓΙΟ
Κατά τη σαφή βούλησή του, ο νομοθέτης δεν χορήγησε τη δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης και στους - μη τελούντες σε χηρεία - διαζευγμένους πατέρες με ανήλικα παιδιά, ακόμη και αν αυτοί ασκούν την επιμέλειά τους με βάση ιδιωτικό συμφωνητικό που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση που έλυσε τον γάμο. Όπου ο νομοθέτης θέλησε οι ευεργετικές ρυθμίσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση ασφαλισμένων μητέρων με ανήλικα παιδιά να εφαρμόζονται εκτός από τους χήρους και στους διαζευγμένους πατέρες με ανήλικα παιδιά, το όρισε ρητά. Οι διαζευγμένοι πατέρες με ανήλικα παιδιά, ακόμη και εάν με δικαστική απόφαση τους έχει ανατεθεί η επιμέλειά τους, δεν τελούν, υπό τις ίδιες συνθήκες με τους χήρους πατέρες με ανήλικα παιδιά. Ως εκ τούτου, η ως άνω εξαιρετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 4 § 1 Σ ούτε σε οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διάταξη. ΣτΕ 989/2024, σ. 192.
ΔΙΑΘΗΚΗ
Ακυρότητα λόγω ανικανότητας προς κατάρτιση δημόσιας διαθήκης συμφώνως προς το άρθρ.1719 περ. 3 ΑΚ. Μνεία στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης περί περιορισμένης δυνατότητος επικοινωνίας του διαθέτη με τους οικείους του και όχι απεριόριστης δυνατότητας έκφρασης με προφορικό λόγο. Αναιρείται λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας συμφώνως προς το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. ΑΠ 1720/ 2024, σ. 1395.
Κοινωφελής σκοπός διαθήκης ή δωρεάς. Μεταβολή. Επιφυλασσομένης της περίπτωσης που διαπιστώνεται με δικαστική απόφαση το ανέφικτο της πραγματοποίησης της θέλησης του διαθέτη ή δωρητή, απαγορεύεται η μεταβολή όχι μόνο του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά, αλλά και των περιεχόμενων σε αυτές όρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ορισμοί που αφορούν τον τρόπο της διοίκησης και διαχείρισής της υπέρ του Δημοσίου ή για κοινωφελή σκοπό καταλειφθείσας περιουσίας, διότι οι ορισμοί αυτοί επίσης αποτελούν ουσιώδες μέρος του περιεχομένου της υπέρ του σκοπού αυτού διαθήκης ή δωρεάς. ΣτΕ 310/2025, σ. 1496.
ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ
Η ανάγκη αναθεώρησης της εξαίρεσης της διαιτησίας στον Κανονισμό Βρυξέλλες Ια. Μελέτη από τη Χρ. Μ. Μιχαηλίδου, σ. 1365.
ΔΙΑΚΟΠΗ ΔΙΚΗΣ (ΠολΔ)
Τακτική διαδικασία. Θάνατος διαδίκου μετά την κατάθεση των προτάσεων και πριν τη συζήτηση της αγωγής. Ο αντίδικος δεν έχει υποχρέωση να στρέψει την έφεση κατά των κληρονόμων του διαδίκου αν δεν έχει γνωστοποιηθεί ο θάνατός του. Άσκηση έφεσης από τον αντίδικο μόνο κατά των κληρονόμων που ήταν γνωστοί σε αυτόν τον χρόνο της άσκησής της. Εφόσον υφίστανται κι άλλοι συγκληρονόμοι, το δικαστήριο αναβάλλει για να κληθούν κι αυτοί (Άρθρα 237, 286, 517 ΚΠολΔ). ΜΕφΝ 80/2025, σ. 1411.
ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Αξίωση διατροφής κατά του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του, να αποζημιώσει εκείνον που είχε αξίωση διατροφής έναντι προσώπου που θανατώθηκε εξ αιτίας παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του. Η εν λόγω αξίωση αποζημίωσης, αποσκοπούσα να αποκαταστήσει τον δικαιούχο της διατροφής, ούτως ώστε ο τελευταίος να επανέλθει στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στον δικαιούχο της διατροφής. Στους δικαιούχους αυτούς περιλαμβάνονται η σύζυγος και το τέκνο του θανόντος. Ύψος διατροφής τέκνου. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, και περιλαμβάνει όσα έξοδα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Διατροφή συζύγου. Ειδικά για την εξεύρεση του περιεχομένου της αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του Οικογενειακού Δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και, ειδικότερα, τη διατροφή του συζύγου, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπ’ όψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο της συμβίωσης, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου. ΣτΕ 45/2025, σ. 1249.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ειδική εκδήλωση της συνταγματικής προστασίας της οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί η ελευθερία των διαφημίσεων, καθώς η δημοσιοποίηση της προσφοράς συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την επιτυχή προώθησή τους στην αγορά και, συνακόλουθα, για την ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής, αλλά και της δραστηριότητας των φορέων της διαφήμισης. Τηλεοπτική διαφήμιση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι περιορισμοί, που τίθενται για τη διαφήμισή τους, αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση θεμιτών κατά το Σύνταγμα σκοπών δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η προστασία της υγείας των πολιτών και του περιβάλλοντος. ΣτΕ 1105/2024, σ. 198.
Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Μη ζητηθείσες τηλεφωνικές επικοινωνίες για εμπορικούς και διαφημιστικούς σκοπούς. Εγγραφή συνδρομητών στο ειδικό μητρώο συνδρομητών και παραβίασή του. Συνταγματικότητα της ρύθμισης που προβλέπει ως ελάχιστο ύψος αποζημίωσης το ποσό των 10.000 ευρώ. ΑΠ 564/2024, σ. 705.
Παράνομη τηλεοπτική διαφήμιση σκευασμάτων διατροφής. Εν όψει της υποχρέωσης των τηλεοπτικών μέσων να ελέγχουν το περιεχόμενο των διαφημιστικών μηνυμάτων εξ επόψεως κινδύνου παραπλάνησης των τηλεθεατών, όταν τούτο προκύπτει εκ πρώτης όψεως από το περιεχόμενο των ίδιων των μηνυμάτων, ιδίως όταν ο κίνδυνος παραπλάνησης σχετίζεται με την προστασία της υγείας, απόφαση, με την οποία κρίνεται ότι η διαφήμιση των επίμαχων σκευασμάτων διατροφής με συνεχή αναφορά και, μάλιστα, κατά τρόπο υπερβολικό, σε υποθετικές προστατευτικές για την υγεία ιδιότητές τους είτε ως θεραπεία, είτε ως πρόληψη πολλών και διαφορετικών νόσων και παθήσεων, ενέχει κίνδυνο παραπλάνησης των τηλεθεατών, στους οποίους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τα εν λόγω προϊόντα θεραπεύουν, άλλως προλαμβάνουν, σειρά ασθενειών και παθήσεων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. ΑΠ 8/ 2025, σ. 1248.
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (ΔιοικΔ)
Προϋποθέσεις δικαιοδοσίας του ΑΕΔ για την άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεων τυπικού νόμου. Πρέπει να υφίσταται αφ’ ενός μεν ταυτότητα της ερμηνευθείσας και εφαρμοσθείσας από τα εν λόγω δικαστήρια διατάξεως τυπικού νόμου και, συνακόλουθα, ταυτότητα του κρίσιμου νομικού ζητήματος, και αφ’ ετέρου αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των δικαστηρίων αυτών ως προς τον χαρακτηρισμό της ως άνω διατάξεως, ως σύμφωνης ή μη προς συνταγματική διάταξη (Άρθρο 100 § 1 ε΄ Σ). Διάδικοι στη δίκη ενώπιον του ΑΕΔ είναι τα πρόσωπα που ήταν διάδικοι στη δίκη που εκδόθηκε η παραπεμπτική απόφαση. Οι δε διάδικοι στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που φέρεται ως αντίθετη προς την παραπεμπτική ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα τυπικού νόμου, δύνανται, επίσης, να καταστούν διάδικοι στην ενώπιον του ΑΕΔ δίκη, ως έχοντες έννομο συμφέρον, εφ’ όσον ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρ. 13 του ν. 345/1976. Τρίτα, σε σχέση με τις δίκες αυτές, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μπορούν να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση, εφόσον δικαιολογούν έννομο συμφέρον. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος, θα πρέπει το αγόμενο προς επίλυση ενώπιον του ΑΕΔ ζήτημα να εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης, στον οποίο είναι διάδικο, οπότε ασκείται πρόσθετη παρέμβαση κατ’ άρθρ. 1 ν. 2479/1997. ΑνΕιδΔικ 3/2025, σ. 1199.
Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων. Δημόσιες συμβάσεις. Κριτήρια χαρακτηρισμού μίας σύμβασης με το Δημόσιο ως Διοικητικής ή Ιδιωτικής. Υπαγωγή των διαφορών με συμβάσεις Δημοσίου στη Δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων. Προσφυγές ή αγωγές που στις 1.11.2017 εκκρεμούσαν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, πλην όμως δεν ήταν εγγεγραμμένες στο πινάκιο αυτού, γιατί είχε ματαιωθεί η συζήτησή τους, συνεχίζουν να υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων και δη στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου. ΑΠ 789/2024, σ. 1201.
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (ΠολΔ)
Ανακοπή. Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις («Κανονισμός Βρυξέλλες Ια»). Ειδικές δικαιοδοσίες. Δωσιδικία της συνάφειας του άρθρου 8 σημείο 1. Προϋπόθεση στενής συνάφειας αγωγών. Αγωγές αποζημίωσης τύπου «follow on» κατόπιν διαπίστωσης παράβασης διάταξης ελεύθερου ανταγωνισμού. Απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού (Ελλάδας). Έννοια της «επιχείρησης» για ελληνική θυγατρική εταιρία. Μητρική και θυγατρική εταιρία. Πλείονες εναγόμενοι για αποζημίωση με έδρα σε διαφορετική χώρα. Τεκμήριο «καθοριστικής επιρροής» της μητρικής εταιρίας, του ουσιαστικού δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη. Πρόταση εφαρμογής κριτηρίου «καθοριστικής επιρροής» και στο πεδίο των αγωγών αποζημίωσης για τον προσδιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, ως ισχυρή ένδειξη της ύπαρξης στενής συνάφειας μεταξύ των αγωγών που στρέφονται κατά μητρικής και θυγατρικής. ΔΕΕ C-393/23, σ. 68.
Δικαιοδοσία Διοικητικών Δικαστηρίων. Με τον ν. 4412/ 2016 προβλέπεται ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο. Πρόκειται για διατάξεις στις οποίες προσδόθηκε αναδρομική ισχύς με το άρθρο 376 § 14 ν. 4412/2016. Αντιθέτως, η αναδρομική αυτή ισχύς δεν δόθηκε ως προς τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, καθώς το άρθρο 43 § 24 περ. α΄ ν. 4605/2019 δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν το ν. 4412/2016, και τούτο ακόμα και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1/7/2019. Για τις συναφθείσες προ του ν. 4412/2016 συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, παραμένει η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο. ΑΠ 71/2024, σ. 449.
ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ θεσπίζουν γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, κατά την ερμηνεία των μονομερών δικαιοπραξιών όσο και των συμβάσεων αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπ’ όψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν δε εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατύπωσης της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης. Η καλή πίστη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος. Τα συναλλακτικά ήθη εξαίρουν το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλουν η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ τα συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. ΣτΕ 1592/2024, σ. 522.
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Η διοίκηση της δικαιοσύνης κατά τον νέο Δικαστικό Χάρτη (ν. 5108/2024) και η κοινωνική δικαιοσύνη. Μελέτη από τους Γ. Τσάκνη, Α. Πλεύρη & Σ. Σταματόπουλο,σ. 321.
Η έκταση της εκλογικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου μετά τους νόμους 4804/ 2021, 5019/2023 και 5043/2023. Μελέτη από τον Ε. – Ο. Βουβονίκο, σ. 358.
Εκδίκαση έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Ιδρύεται αναιρετικός λόγος για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε την έφεση, συγκροτήθηκε από νεώτερο κατά διορισμό Πρωτοδίκη, εφόσον στο ίδιο Δικαστήριο υπηρετούσε Πρόεδρος Πρωτοδικών ή αρχαιότερος αυτού Πρωτοδίκης. ΑΠ 415/2024, σ. 448.
Εκδίκαση υπόθεσης στο Εφετείο από διαφορετική σύνθεση μετά την έκδοση απόφασης επανάληψης κατά την διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ. Ακυρότητα. Ιδρύεται αναιρετικός λόγος για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, όταν το Μονομελές Εφετείο, που δίκασε την υπόθεση μετά από απόφαση επανάληψης της συζήτησης κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ συγκροτήθηκε από διαφορετικό δικαστή, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι (όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή), που θα πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση ή στα Πρακτικά. ΑΠ 1882/2023, σ. 454.
Απόρριψη αίτησης εξαιρέσεως αφορώσας στην εισαγγελέα της έδρας επί τω λόγω ότι συμμετέσχε και πρωτοδίκως στην αυτή υπόθεση και πρότεινε την αθώωση του κατηγορουμένου, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον καταδίκασε. Αξιόποινο της συκοφαντικής δυσφημήσεως μετά την κατάργηση των άρθρων 362 και 367 ΠΚ. Η απλή έκφραση αξιολογικών κρίσεων ή δυσμενών χαρακτηρισμών δεν μπορεί να δημιουργήσει παράσταση πράξεως δεκτικής αποδείξεως και κατά συνέπεια δεν εντάσσονται στην προστατευτική σφαίρα του άρθρου 363 ΠΚ. Με βάση την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 361 ΠΚ απαιτείται ο δράστης να πράττει με άμεσο δόλο πρώτου βαθμού, δηλαδή να επιδιώκει ευθέως το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης του. Επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση σε εξύβριση και παύση υφ’ όρον της ποινικής διώξεως σε βάρος του κατηγορουμένου. ΠεντΕφΛ 95/2024, σ. 422.
Η Δικαιοσύνη σε κρίση. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Π. Κ. Μάζη, σ. 559.
Η διαπάλη Κράτους Δικαίου και δικαστικής εξουσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από το Γ. Μ. Αναστασόπουλο, σ. 572.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Οι αποφάσεις της Εθνικής Σχολής Δικαστών είναι δικαστικώς ανέλεγκτες. Τόσο η απόφαση του Δ.Σ. της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) περί κύρωσης του Πίνακα διδασκόντων, όσο και η κατ’ επίκληση αυτής εκδιδόμενη απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Σχολής περί ανάθεσης διδασκαλίας συνιστούν πράξεις Αρχών, ενταγμένων στην οργάνωση της δικαστικής λειτουργίας. Η λήψη των αποφάσεων, με τις οποίες επιλέγονται οι διδάσκοντες στην ΕΣΔι και ανατίθεται σε αυτούς η διδασκαλία των προβλεπομένων στο οικείο πρόγραμμα μαθημάτων, συνιστά ιδιαίτερο δικαστικό καθήκον και ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης, και δη σε εσωτερικό ζήτημα αυτής. Επομένως, οι ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. της ΕΣΔι και του Γενικού Διευθυντή αυτής, ως πράξεις δικαστικών αρχών, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης, ακόμη και αν το περιεχόμενό τους δεν αναφέρεται αμιγώς σε θέματα δικαιοδοτικής φύσης. ΣτΕ 1597/2024, σ. 522.
Ανεξαρτησία των δικαστών και σταθερότητα των αποδοχών τους. Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης - η οποία ταυτίζεται με την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών (τακτικών δικαστών και εισαγγελικών λειτουργών) και συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας–αποτελεί και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους. Σε περίπτωση που θεσπίζεται ρύθμιση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, η οποία είναι δυσμενής σε σχέση με αντίστοιχη ρύθμιση αποδοχών για άλλες κατηγορίες δημοσίων λειτουργών, χωρίς η δυσμενής για τους δικαστικούς λειτουργούς ρύθμιση να δικαιολογείται από συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι να προκύπτουν σαφώς από τον ίδιο τον νόμο ή τα στοιχεία που τον συνοδεύουν και τεκμηριώνουν πλήρως την ανάγκη της δυσμενούς ρύθμισης ειδικώς για τους δικαστικούς λειτουργούς, υφίσταται παραβίαση των άρθρων 4 § 1, 26 και 88 του Συντάγματος. Σχέση δικαστικών υπαλλήλων και δημοσίων υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι αφ’ ενός καλύπτονται από τον θεσμό της μονιμότητας και αφ’ ετέρου περιβάλλονται με ειδικές εγγυήσεις ως προς την υπηρεσιακή τους κατάσταση, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται ανάμειξη των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας στις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίες πρέπει να αποφασίζονται, για την πλήρη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 92 Σ, υπηρεσιακά Συμβούλια. Μισθοί δικαστικών υπαλλήλων. Το Σύνταγμα δεν κωλύει τον κοινό νομοθέτη να υπαγάγει τους δικαστικούς υπαλλήλους στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους. Δικαστικοί λειτουργοί και δικαστικοί υπάλληλοι. Οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι μεν τα βοηθητικά όργανα, στα οποία ανατίθεται η υποστήριξη της λειτουργίας της Δικαιοσύνης και τα οποία απολαύουν συνταγματικών εγγυήσεων ως προς την υπηρεσιακή τους κατάσταση (μονιμότητα, διαδικαστικές εγγυήσεις ως προς τις υπηρεσιακές μεταβολές), δεν τελούν όμως, από τη σκοπιά μισθολογικής ρύθμισης, υπό τις αυτές ή ουσιωδώς παρόμοιες συνθήκες με τους δικαστικούς λειτουργούς. ΣτΕ 1872/2024, σ. 873.
Η αστική ευθύνη του Δημοσίου από ζημιογόνο συμπεριφορά των οργάνων του και ιδίως των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας (Επισκόπηση νομολογίας αποζημιώσεως 104-106 ΕισΝΑΚ). Μελέτη από τον Α. Π. Αργυρό, σ. 1074.
Ελευθερία έκφρασης και δικαστές. Η ελευθερία της έκφρασης, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, αναγνωρίζεται και στους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι, ωστόσο, πρέπει να ασκούν το δικαίωμά τους αυτό με την ενδεδειγμένη αυτοσυγκράτηση, έτσι ώστε να μην διακυβεύεται στο πρόσωπο και τη στάση τους το κύρος της Δικαιοσύνης και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η αμεροληψία τους για την εκδίκαση των υποθέσεων που βρίσκονται υπό την κρίση τους ή που ενδέχεται να κληθούν να εκδικάσουν. Αποφυγή αντιπαραθέσεων. Αρχή του φυσικού δικαστή. Από την άλλη πλευρά, ακόμη και όταν ο δικαστής προβαίνει σε σχόλια, σε κατάλληλη περίσταση, για την υπεράσπιση του θεσμού της Δικαιοσύνης, ή την επεξήγηση συγκεκριμένων νομικών ζητημάτων ή αποφάσεων στο κοινό ή σε εξειδικευμένο ακροατήριο, ή την υπεράσπιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του Κράτους Δικαίου, πρέπει να φροντίζει να αποφεύγει την εμπλοκή σε τρέχουσες αντιπαραθέσεις, στο μέτρο που η εμπλοκή του αυτή θα μπορούσε εύλογα να θέσει σε διακινδύνευση την εξ αντικειμένου αμεροληψία του για την εκδίκαση σχετικής διαφοράς. ΣτΕ 448/2025, σ. 1494.
Επιλογή δικαστικών λειτουργών. Ο κοινός νομοθέτης είναι αρμόδιος να θεσπίζει τα προσόντα και τη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων να καταλάβουν θέσεις δικαστικών λειτουργών, υποκείμενος στους περιορισμούς που απορρέουν από τις συνταγματικές διατάξεις, που εγγυώνται την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, και από την αρχή της ισότητας πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα. Ανώτατο όριο ηλικίας. Το συμφέρον της εύρυθμης λειτουργίας της Δικαιοσύνης επιβάλλει τον καθορισμό από τον νομοθέτη εύλογου ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στις εξετάσεις της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, το οποίο, αφ’ ενός, θα διασφαλίζει την επαρκή στελέχωση των δικαστηρίων εν γένει με δικαστικούς λειτουργούς και, αφ’ ετέρου, θα επιτρέπει την παραμονή των δικαστικών λειτουργών για επαρκές χρονικό διάστημα σε κάθε βαθμό της υπηρεσιακής τους εξέλιξης, ώστε να αποκτούν την εμπειρία, τις γνώσεις και τις ικανότητες που είναι αναγκαίες για την επιτυχή αντιμετώπιση των απαιτήσεων του εκάστοτε ανώτερου βαθμού.. ΣτΕ 805/2025, σ. 1773.
Αποχώρηση στρατιωτικού δικαστή. Αρμοδιότητα. Οι διαφορές που γεννώνται από την προσβολή πράξεων σχετικών με την αποχώρηση στελεχών από το δικαστικό σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων συνδέονται με τις εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, με τις οποίες περιβάλλονται, κατά το Σύνταγμα, οι στρατιωτικοί δικαστικοί λειτουργοί και, επομένως, αφορούν θέμα σχετικό με την υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικών λειτουργών γενικά, το οποίο εξακολουθεί να ανήκει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ. Εφαρμοστέες διατάξεις, Καθυστέρηση έκδοσης νόμου. Ναι μεν το Σύνταγμα δεν θέτει χρονικό περιθώριο για την έκδοση του νόμου, που θα ρυθμίζει συνολικά το υπηρεσιακό status των δικαστών ή επί μέρους πτυχές του, προς την κατεύθυνση της εξομοίωσης με τα οριζόμενα στο Σύνταγμα για τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, σύμφωνα με την αναθεωρημένη διάταξη, πλην, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι στο Κράτος Δικαίου οι συνταγματικές επιταγές δεν είναι ανεκτό να αποδυναμώνονται από την αδράνεια του κοινού νομοθέτη, ούτε το ζήτημα της εξομοίωσης των στρατιωτικών δικαστών και της έκτασής της να παραμένει επί μακρόν αρρύθμιστο, ο νόμος αυτός πρέπει να εκδοθεί εντός εύλογου χρόνου από την αναθεώρηση της § 5 του άρθρου 96 του Συντάγματος, η πάροδος του οποίου ελέγχεται από το ΣτΕ. Ως προς την υποχρεωτική αποχώρηση λόγω ορίου ηλικίας, προβλέπεται ότι α) οι στρατιωτικοί δικαστές μέχρι και τον βαθμό του Στρατιωτικού Δικαστή Α΄ αποχωρούν από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το 60ό έτος, β) οι Αναθεωρητές αποχωρούν όταν συμπληρώσουν το 62ο έτος τους, γ) ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου αποχωρούν ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εφ’ όσον συμπληρώσουν 2 έτη στις θέσεις αυτές και δ) όσοι φέρουν τον βαθμό του Αναθεωρητή Β’ ή Γ’ αποχωρούν από την υπηρεσία ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 8 έτη στον έναν ή συνολικά στους δύο αυτούς βαθμούς. ΣτΕ 860/ 2025, σ. 1775.
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Αίτηση για διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη Αλβανίδος υπηκόου, μονίμου κατοίκου Ελλάδος. Δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων για εκδίκαση της σχετικής αίτησης. Εφαρμογή αλβανικού οικογενειακού δικαίου, με το οποίο δεν προβλέπεται για την περίπτωση αυτή παρά μόνον ο διορισμός επιτρόπου. Δεκτή εν μέρει η αίτηση μόνον ως προς το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη. ΜΠρΑθ (Εκ. Δικ) 2225/ 2025, σ. 1218.
ΔΙΚΗ
Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη: «Εκδίκηση που εδώ τη λένε Δικαιοσύνη», από τον Δ. Αντωνάτο, σ. 1557.
Πιλοτική δίκη. Η κατάργηση, με τον ν. 5119/2024, του δικαιώματος να παρεμβαίνουν ενώπιον του ΣτΕ οι διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες, στις οποίες τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη επιτάχυνσης της σχετικής διαδικασίας, εν όψει του συχνού φαινομένου άσκησης, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, ιδιαιτέρως μεγάλου αριθμού παρεμβάσεων (ενίοτε άνω των 10.000), με συνέπεια την καθυστέρηση στην επίλυση του γενικότερου ενδιαφέροντος νομικού ζητήματος και την εν γένει επιβράδυνση και δυσχέρεια διεκπεραίωσης των εργασιών του δικαστηρίου. Η νέα ρύθμιση δεν αποστερεί από τους μετέχοντες σε άλλη δίκη, στην οποία ανακύπτει το αυτό νομικό ζήτημα, το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από τον φυσικό δικαστή της υπόθεσής τους, που είναι το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Εξάλλου και στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας διασφαλίζεται η δυνατότητα των διαδίκων στις σχετικές εκκρεμείς δίκες να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς και τα ερμηνευτικά τους επιχειρήματα, δια της υποβολής υπομνήματος προς το ΣτΕ. Εξάλλου, τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία εκκρεμούν οι σχετικές υποθέσεις (υποθέσεις που θέτουν το ίδιο νομικό ζήτημα και των οποίων η εκδίκαση είχε ανασταλεί έως την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ), αν τυχόν άγονται σε κρίση αντίθετη προς την εν λόγω απόφαση, κατόπιν συνεκτίμησης ισχυρισμών και ερμηνευτικών επιχειρημάτων που δεν είχαν τεθεί υπ’ όψη του ΣτΕ, δεν εμποδίζονται να θέσουν εκ νέου ενώπιον του ΣτΕ το ίδιο γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, υποβάλλοντας προδικαστικό ερώτημα.. ΣτΕ 808/2025, σ. 1774.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ
Σύμβαση παροχής υπηρεσιών DPO μεταξύ δικηγόρου και δημοσίου φορέα και συνέπειες επιγενόμενης συμμετοχής του δικηγόρου σε δικηγορική εταιρεία. ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Π. Χ. Κατσαρό, σ. 231.
Η νομική έννοια του ήπιου ασυμβίβαστου του δικηγορικού λειτουργήματος (Ερμηνεία των όρων παροχής συμβουλευτικής υπηρεσίας και παράστασης στο Δικαστήριο). Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Θ. Ι. Σοφό, σ. 240.
Η παροχή νομικών συμβουλών από δικηγόρο στον τομέα του εταιρικού δικαίου εμπίπτει στο πεδίο της αυξημένης προστασίας της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και του πελάτη του, την οποία εγγυάται το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Η διαταγή με την οποία δικηγόρος καλείται να παράσχει σε αρχή του κράτους μέλους-αποδέκτη αιτήματος –για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήματος διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της φορολογίας– το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν τις σχέσεις του με τον πελάτη του, οι οποίες συνδέονται με την παροχή τέτοιου είδους συμβουλών, συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και του πελάτη του. Δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της Οδηγίας 2011/ 16/ΕΕ υπό το πρίσμα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Αντιτίθεται στο ενωσιακό δίκαιο διαταγή, η οποία στηρίζεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η παροχή συμβουλών και η εκπροσώπηση από δικηγόρο σε φορολογικά θέματα δεν απολαύουν της αυξημένης προστασίας της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και του πελάτη του, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος ποινικής δίωξης του πελάτη. ΔΕΕ C-432/23/26.9.2024, σ. 43.
Στερείται εννόμου συμφέροντος ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών για την ακύρωση αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης περί διορισμού Προέδρου, Αντιπροέδρου και έξι (6) μελών του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) για θητεία έξι ετών κατόπιν της επιλογής αυτών από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής κατά τη συνεδρίασή της στις 28 Σεπτεμβρίου 2023. Στα νομικά πρόσωπα, αναγνωρίζεται μεν σε αυτά έννομο συμφέρον για την προσβολή, μεταξύ άλλων, πράξεων, που σχετίζονται με τους επιδιωκόμενους από αυτά συγκεκριμένους σκοπούς πλην, εφ’ όσον με την αίτηση που ασκούν τα νομικά πρόσωπα προσβάλλονται ατομικές διοικητικές πράξεις, θα πρέπει να γίνεται επίκληση της ιδιαίτερης βλάβης που υφίστανται τα πρόσωπα αυτά από τις πράξεις αυτές, μη αρκούσης της γενικής αναφοράς στους επιδιωκόμενους από αυτά θεμιτούς σκοπούς, έστω και ηθικής φύσεως, για την πραγμάτωση των οποίων έχουν συσταθεί. Η διάταξη του Κώδικα Δικηγόρων άρθρο 90, που νομιμοποιεί τους εκπροσωπούντες τους Δικηγορικούς Συλλόγους στην ανάληψη δράσεων αναγομένων σε ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων και δικαστικών ενεργειών, δεν αρκεί για τη νομιμοποίηση των Δικηγορικών Συλλόγων ως διαδίκων σε δίκες αφορώσες τέτοια ζητήματα ενώπιον όλων των δικαστηρίων που αναφέρονται σ’ αυτή και, ειδικότερα, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά ατομικών διοικητικών πράξεων, που αφορούν συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα. Δεν ασκείται παραδεκτώς η κρινόμενη αίτηση εξ επόψεως εννόμου συμφέροντος και πρέπει να απορριφθεί. ΟλΣτΕ 1639/2024, σ.56.
Έγκληση κατά δικηγόρου για την τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης λόγω των αναφερομένων σε δικόγραφα που συνέταξε. Μη ύπαρξη ευθύνης του επειδή συνέταξε τούτα κατ’ εντολή και καθ’ υπόδειξη του εντολέα του. ΔΕισΑΠ 24-239/2024, σ. 167.
Κώδικας Περί Δικηγόρων. Αμοιβές. Διάκριση σύμβασης εργολαβικής αμοιβής από σύμβαση καταβολής πρόσθετης αμοιβής στο Δικηγόρο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης (success fee). Κρίση ότι δεν επήλθε επιτυχής έκβαση της διαφοράς, σε περίπτωση ακύρωσης ταμειακών βεβαιώσεων για τυπικούς και όχι για ουσιαστικούς λόγους, λόγω της δυνατότητας της ΔΟΥ να επαναλάβει τη διαδικασία. ΜΕφΑθ 4339/ 2024, σ. 459.
Εισπρακτικές εταιρείες δικηγόρων. Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβησή του για την αναζήτηση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Αν, όμως, ο δικηγόρος επιδείξει συμπεριφορά μη συμβατή με τη δεοντολογία του δικηγορικού λειτουργήματος, τότε στοιχειοθετείται το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς. Τέτοια συμπεριφορά μπορεί να αποτελέσει και η προφορική επικοινωνία του δικηγόρου απ’ ευθείας με τον οφειλέτη του εντολέα του, η οποία επαναλαμβάνεται με συστηματικό τρόπο χωρίς περαιτέρω έγγραφη όχληση και εφ’ όσον δεν προκύπτει σαφώς ότι και τα δύο μέρη επιθυμούν την προφορική επικοινωνία με σκοπό την επίτευξη εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς. Οι υποχρεώσεις αυτές δεσμεύουν και τη δικηγορική εταιρεία και τα μέλη της. Πειθαρχική ευθύνη συνεργάτιδας δικηγόρου και όχι του διαχειριστή της δικηγορικής εταιρείας. Η πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου είναι προσωπική. ΣτΕ 461/2024, σ. 495.
Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, η οποία επιβάλλει μέρος της πρακτικής ασκήσεως η οποία είναι αναγκαία για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και κατά τη διάρκεια της οποίας ο ασκούμενος δικηγόρος διαθέτει ορισμένη εξουσία εκπροσωπήσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού να πραγματοποιείται σε δικηγόρο εγκατεστημένο στο εν λόγω κράτος μέλος, αποκλείοντας τη δυνατότητα πρακτικής ασκήσεως σε δικηγόρο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, μολονότι ο δικηγόρος αυτός είναι μέλος δικηγορικού συλλόγου του πρώτου κράτους μέλους και μολονότι οι δραστηριότητες στο πλαίσιο της εν λόγω πρακτικής ασκήσεως αφορούν το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, και μη επιτρέποντας συνεπώς στους ενδιαφερόμενους νομικούς να πραγματοποιήσουν το μέρος αυτό της πρακτικής ασκήσεως σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρο πάντως ότι οι ενδιαφερόμενοι νομικοί αποδεικνύουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές ότι η πρακτική άσκηση, με τον τρόπο που αυτή θα πραγματοποιηθεί, μπορεί να τους παράσχει εκπαίδευση και πείρα ισοδύναμες προς την εκπαίδευση και την πείρα τις οποίες παρέχει η πρακτική άσκηση σε δικηγόρο εγκατεστημένο στο πρώτο κράτος μέλος. ΔΕΕ C-807/23/3.4.2025, σ. 902.
Οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα. Παραγραφή. Βαριά περίπτωση παραπτώματος. Πειθαρχικό παράπτωμα, που διαπράχθηκε το 2017 και η παραγραφή του ανεστάλη το 2018, εφόσον η αναστολή κατά την § 3 του άρθρου 141 του Κώδικα Δικηγόρων διαρκεί τρία έτη, δεν έχει ανασταλεί τον Απρίλιο του 2022. Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν κρίνεται ότι ο διωκόμενος δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεών του ως δικηγόρου. Δεν απαιτείται η συνεκτίμηση προηγούμενης επιβολής ποινής προσωρινής παύσης. Η απόφαση του ΑΠΣ είναι τελεσίδικη κατά ορθή ερμηνεία του όρου «οριστική», που περιλήφθηκε στην § 5 του άρθρ. 157 του Κώδικα Δικηγόρων με το άρθρ. 25 του ν. 4745/ 2020. Συνιστά ιδιαίτερα βαριά περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος η υποβολή επανειλημμένων μηνύσεων από δικηγόρο κατά δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών διότι πλήττεται το κύρος της Δικαιοσύνης και η εύρυθμη λειτουργία των Δικαστηρίων. ΑνΠειθΣυμβ 14/2022, σ. 967.
Δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Δήλωση αναλφάβητου υπόπτου περί παραίτησής του από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, όταν ο ύποπτος δεν έχει ενημερωθεί πλήρως, κατά τρόπο που να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ιδιαίτερη κατάστασή του. Ενημέρωση για τη δυνατότητα ανάκλησης της παραίτησης πριν από τη διενέργεια οποιασδήποτε περαιτέρω πράξης έρευνας. Ελλείψει μεταφοράς της σχετικής διατάξεως στην εθνική έννομη τάξη, οι αστυνομικές αρχές του οικείου κράτους μέλους δεν δύνανται να την επικαλεστούν προκειμένου να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο. Οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας και του ΧΘΔΕΕ αντιτίθενται σε εθνική νομολογία με την οποία δικαστήριο, για να αποφανθεί για την καταλληλόλητα του μέτρου δικονομικού καταναγκασμού που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, στερείται δυνατότητας να εκτιμήσει αν αποδεικτικά στοιχεία έχουν συλλεγεί κατά παράβαση των επιταγών της Οδηγίας. ΔΕΕ C-15/24 PPU/ 14.5.2024, σ. 1148.
Πρόσληψη εμμίσθων δικηγόρων. Η διαδικασία πρόσληψης εμμίσθων δικηγόρων θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος ως ενιαία ρύθμιση για ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, κατ’ εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, υπό τις οποίες πρέπει κατ’ αρχήν να διέπεται η πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις. Η επιλογή γίνεται από 5μελή Επιτροπή, ύστερα από προκήρυξη, βάσει προβλεπόμενων στον νόμο κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφίων (προσωπικότητα, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα, επάρκεια, γνώση ξένων γλωσσών, συνεκτιμωμένης της οικογενειακής κατάστασης και της πρόβλεψης εξέλιξής τους). Έμμισθος δικηγόρος και νομικός σύμβουλος. Έννοια. Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά τις νομικές του υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος σε ορισμένο εντολέα σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος με πάγια περιοδική αμοιβή. Ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος θεωρείται εκείνος, ο οποίος, άσχετα με τον τίτλο της θέσης που κατέχει και την ονομασία που έλαβε κατά την πρόσληψή του ή μεταγενέστερα, δεν ασχολείται με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα του προς τρίτους, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σε αυτόν και στα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους. Αρχή της αξιοκρατίας. Ναι μεν οι θέσεις στις οποίες προσλαμβάνονται οι νομικοί σύμβουλοι ή οι προϊστάμενοι δικαστικής ή νομικής υπηρεσίας ενός δημοσίου φορέα είναι, σε οργανωτικό επίπεδο, θέσεις αυξημένης ευθύνης σε σχέση με τις θέσεις των εμμίσθων δικηγόρων, που έχουν ως αποκλειστικό καθήκον τη δικαστική εκπροσώπηση του φορέα, τούτο μόνον, όμως, δεν δικαιολογεί την εξαίρεση του διορισμού των νομικών συμβούλων ή των προϊσταμένων των δικαστικών υπηρεσιών των δημοσίων φορέων από την αρχή της αξιοκρατίας, η οποία εφαρμόζεται γενικά για την κατάληψη κάθε θέσης ευθύνης στη δημόσια διοίκηση. Επιστημονικός συνεργάτης. Η σύσταση οργανικής θέσης επιστημονικού συνεργάτη – δικηγόρου στις ΥΓΕΜΗ των Επιμελητηρίων δεν αποσκοπεί στη δικαστική εκπροσώπηση και στον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων των εν λόγω ν.π.δ.δ., αλλά αποκλειστικά και μόνο στη κάλυψη των αναγκών της Υπηρεσίας του Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επιμελητηρίου. Με τα δεδομένα αυτά, η θέση αυτή αποτελεί, εν όψει και του αντικειμένου της εν λόγω Μονάδας, θέση νομικού συμβούλου. Καθορισμός συντελεστών βαρύτητας. Στο άρθρο 43 του Κώδικα Δικηγόρων ορίζονται, κατά τρόπο συγκεκριμένο και περιοριστικό, τα κριτήρια αξιολόγησης των υποψηφίων (προσωπικότητα του υποψηφίου, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα, επάρκεια και γνώση ξένων γλωσσών, συνεκτιμώμενης της οικογενειακής κατάστασης και της πρόβλεψης εξέλιξης) για την πλήρωση έμμισθης θέσης δικηγόρου σε φορείς του δημόσιου τομέα. ΣτΕ 90/2025, σ. 1251.
Επιλογή δικηγόρων. Καθορισμός κριτηρίων βαρύτητας. Η επιλογή των εμμίσθων δικηγόρων για την πρόσληψή τους στους φορείς του δημόσιου τομέα γίνεται από 5μελή Επιτροπή ύστερα από προκήρυξη, βάσει προβλεπομένων στον νόμο κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφίων (προσωπικότητα, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα, επάρκεια, γνώση ξένων γλωσσών, συνεκτιμωμένης της οικογενειακής κατάστασης και της πρόβλεψης εξέλιξής τους). Ο καθορισμός στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας, επί των προβλεπόμενων στον νόμο κριτηρίων αξιολόγησης, γίνεται ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα. Υπό τα δεδομένα αυτά, η 5μελής Επιτροπή δεν ασκεί κανονιστική αρμοδιότητα στην περίπτωση που, προς διευκόλυνση του έργου της, προβεί εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και του διαγραφομένου από τον νόμο και την προκήρυξη πλαισίου, σε περαιτέρω εξειδίκευση των καθορισθέντων στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των κριτηρίων αξιολόγησης, με απόφαση που λαμβάνεται πριν από την υποβολή της πρώτης αίτησης υποψηφιότητας. ΣτΕ 184/2025, σ. 1254.
Διοικούντες ν.π.δ.δ. και αναστολή της δικηγορίας. Η αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος, μεταξύ άλλων, για τους διοικούντες με εκτελεστική αρμοδιότητα τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα οριοθετείται από τη διάταξη του άρθρου 51 § 1 του ν. 1892/1990, περιλαμβάνονται δε και τα κάθε είδους ν.π.δ.δ., πλην των ρητώς εξαιρουμένων. Συνεπώς, το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ηπείρου, ως ν.π.δ.δ., υπάγεται στην έννοια του «ευρύτερου δημόσιου τομέα». Στην έννοια των «διοικούντων με εκτελεστική αρμοδιότητα» του Κώδικα Δικηγόρων εμπίπτουν τα όργανα, που έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα. Εφ’ όσον δεν έχει ακόμη εκδοθεί ο Οργανισμός Λειτουργίας του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ηπείρου, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. έχει αποκλειστικώς τις αρμοδιότητες που περιορίζονται στην προεδρία του Δ.Σ., στη σύνταξη της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης του Δ.Σ., τον ορισμό των εισηγητών των θεμάτων και στη δυνατότητα να καλεί στις συνεδριάσεις εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων, καθώς και κάθε υπηρεσιακό παράγοντα ή εκπρόσωπο επιστημονικού, ερευνητικού ή τοπικού φορέα και δεν απονέμουν στον Πρόεδρο του Δ.Σ. την εξουσία να εκδίδει εκτελεστές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες τίθενται μονομερώς κανόνες δικαίου που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Συνεπώς, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ηπείρου δεν προβλέπεται από τον νόμο ως αυτοτελές όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου, αλλά ως όργανο που μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία του και την υλοποίηση των αποφάσεων του Δ.Σ. Το γεγονός δε ότι, υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ., το πρόσωπο αυτό έχει υπογράψει αριθμό αποφάσεων του Δ.Σ. δεν συνηγορεί υπέρ της αντίθετης άποψης. Συνεπώς, μη νομίμως το Δ.Σ. του νομικού αυτού προσώπου έκρινε ότι ανήκει στην έννοια του διοικούντος με εκτελεστική αρμοδιότητα το νομικό αυτό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 1 περ. δ΄ του Κώδικα Δικηγόρων και αποφάσισε τη θέση του σε αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος. ΣτΕ 259/2025, σ. 1260.
Πρόσληψη έμμισθου δικηγόρου. Διαδικασία. Κριτήρια. Η Επιτροπή Επιλογής κρίνει πρώτα ποιοι από τους υποψηφίους πληρούν τα απαιτούμενα από τον νόμο τυπικά προσόντα και, στη συνέχεια, τους καλεί σε προφορική συνέντευξη. Μετά το πέρας των συνεντεύξεων, η Επιτροπή κατατάσσει τους υποψηφίους κατά αξιολογική σειρά, με βάση τα προβλεπόμενα στον νόμο κριτήρια. Στο πρακτικό της Επιτροπής πρέπει να εκτίθενται τα κριτήρια του νόμου (προσωπικότητα υποψηφίου, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα και επάρκεια και γνώση ξένων γλωσσών) και τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία αναφέρονται στους προτεινόμενους προς πλήρωση των θέσεων και τα οποία οδήγησαν, κατά συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, στην κρίση προς επιλογή του καταλληλότερου. Αιτιολογία. Για την επιλογή σε θέση δικηγόρου η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων, οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τα προβλεπόμενα από τον νόμο κριτήρια. Τέτοια συγκριτική αξιολόγηση αποτελεί η πλήρης παράθεση των πραγματικών δεδομένων του κάθε υποψήφιου και, ακολούθως, η μοριοδότηση αυτού ανά κριτήριο, με βάση τον προκαθορισθέντα από την προκήρυξη συντελεστή, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της βαθμολόγησης, που λαμβάνει κάθε υποψήφιος στα - δια του συστήματος μοριοδότησης - υπολογιζόμενα κριτήρια. ΣτΕ 379/2025, σ. 1500.
Επιλογή δικηγόρων. Εξειδίκευση κριτηρίων. Χρονικά όρια. Η 5μελής Επιτροπή που διενεργεί την επιλογή, προς διευκόλυνση του έργου της, έχει τη δυνατότητα να προβεί, εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και του διαγραφομένου από τον νόμο και την προκήρυξη πλαισίου, σε περαιτέρω εξειδίκευση των καθορισθέντων στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας των κριτηρίων αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι θα λάβει τη σχετική απόφαση πριν από την έναρξη της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων και πάντως πριν από την υποβολή της πρώτης αίτησης υποψηφιότητας. Τούτο δε, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται, σε κάθε περίπτωση, η τήρηση των αρχών της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων που διέπουν τη διαδικασία επιλογής εμμίσθων δικηγόρων. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η Επιτροπή, προς τον σκοπό τήρησης ενιαίου και ομοιόμορφου τρόπου κρίσης των υποψηφίων, έχει τη δυνατότητα, με απόφασή της, να προβεί στην εξειδίκευση των στοιχείων και των προσόντων των υποψηφίων που πρόκειται να ληφθούν υπ’ όψη κατά το στάδιο της συγκριτικής αξιολόγησής τους ανά κριτήριο αξιολόγησης, σε χρονικό, όμως, σημείο της διαδικασίας επιλογής που, αφ’ ενός μεν, επιτρέπει σε όσους επιθυμούν να συμμετέχουν σε αυτή να προετοιμάσουν προσηκόντως τον φάκελο υποψηφιότητάς τους σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην απόφαση αυτή, αφ’ ετέρου δε, αποτρέπει οποιαδήποτε υπόνοια μεροληψίας υπέρ συγκεκριμένου υποψηφίου. Το χρονικό αυτό σημείο δεν είναι δυνατόν να είναι απώτερο της έναρξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων, η δε σχετική απόφαση της Επιτροπής πρέπει να καθίσταται γνωστή, με τη διενέργεια συμπληρωματικών δημοσιεύσεων, σε όσους δικηγόρους επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, δεν είναι νόμιμη απόφαση της Επιτροπής, με την οποία εξειδικεύονται τα στοιχεία και τα προσόντα των υποψηφίων που πρόκειται να ληφθούν υπ’ όψη κατά το στάδιο της συγκριτικής αξιολόγησής τους ανά κριτήριο επιλογής, εφ’ όσον λαμβάνεται μετά την έναρξη της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων. ΣτΕ 566/2025, σ. 1507.
Προϋποθέσεις παραδεκτού συζήτησης αγωγής. Δεν περιορίζει το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, η υποχρεωτική προσκόμιση γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής συμφώνως προς το άρθρ. 61 § 1, του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Εξαιρούνται της ανωτέρω υποχρεώσεως, οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία στο Δημόσιο, ΟΤΑ, οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και ν.π.δ.δ. εν γένει, της σχετικής των ιδιότητος αποδεικνυόμενης με σχετική υπεύθυνη δήλωση που καταθέτει ο δικηγόρος στο δικαστήριο. Με δήλωση ισοδυναμεί και η σφραγίδα του δικηγόρου των ανωτέρω ν.π., στο τέλος του δικογράφου, εφόσον σε αυτή περιέχεται αναφορά περί της ιδιότητάς του ως εμμίσθου δικηγόρου ενός εξ αυτών, οπότε δεν απαιτείται επί πλέον η ξεχωριστή κατάθεση και υπεύθυνης δήλωσης για την νόμιμη παράστασή του. ΑΠ 334/2025, σ. 1714.
Επαναδιορισμός παυθέντος δικηγόρου. Η διάταξη του άρθρου 139 § 7 του Κώδικα περί Δικηγόρων, η οποία επιτάσσει την εφαρμογή των ευμενέστερων για τον πειθαρχικά διωκόμενο δικηγόρο διατάξεων στην περίπτωση που από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλλόγου, πρέπει να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνει, για την ταυτότητα του λόγου και σε συμφωνία προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, και το στενά συνδεόμενο με την επιβολή της εν λόγω πειθαρχικής ποινής ζήτημα του επαναδιορισμού ή μη του πειθαρχικά τιμωρηθέντος δικηγόρου. ΣτΕ 1045/ 2025, σ. 1781.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
Αρμοδιότητα. Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, όσες φορές ο νόμος αναθέτει την αποφασιστική αρμοδιότητα σε ορισμένη υπηρεσία, ως αρμόδιο για την έκδοση των σχετικών προς την αρμοδιότητα αυτή πράξεων νοεί προφανώς τον επικεφαλής της υπηρεσίας, επί Υπουργείου δε νοείται ο Υπουργός αυτού, αρμόδιος κατ’ αρχήν για την έκδοση των πράξεων των σχετικών με την άσκηση των αρμοδιοτήτων που αναθέτει ο νόμος στο Υπουργείο, στο οποίο προΐσταται. Στην περίπτωση, όμως, που ο νόμος αναθέτει ρητώς την σχετική αρμοδιότητα σε άλλο όργανο, ο Υπουργός δεν δύναται να εκδώσει την πράξη. Η ιεραρχική δε υποκατάσταση, δηλαδή η αρμοδιότητα για την έκδοση διοικητικής πράξης από το ιεραρχικά ανώτερο όργανο εκείνου, στο οποίο ο νόμος έχει αναθέσει ρητώς την σχετική αρμοδιότητα, δεν αναγνωρίζεται ως γενικός κανόνας (ούτε ρητώς, ούτε ως γενική αρχή) στο ελληνικό διοικητικό δίκαιο, είναι δε επιτρεπτή μόνον όταν προβλέπεται από τον νόμο. ΣτΕ 127/2025, σ. 1252.
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
Ηλεκτρονική ατομική διοικητική πράξη. Το ζήτημα που ανακύπτει, κατ’ αρχήν, σε περίπτωση αμφισβήτησης ατομικής διοικητικής πράξης, εκδιδόμενης εν όλω ή εν μέρει βάσει ηλεκτρονικής αυτοματοποιημένης διαδικασίας, δεν συνάπτεται με την τεχνολογική αρτιότητα του οικείου λογισμικού ή του υλικού εξοπλισμού που χρησιμοποιήθηκε στη σχετική διαδικασία, αλλά με την εν γένει νομιμότητα της διοικητικής πράξης, δηλαδή, με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των νομίμων προϋποθέσεων του κανόνα δικαίου που διέπει την έκδοσή της. Η υποχρέωση της Διοίκησης να αιτιολογεί τις ατομικές αποφάσεις της αποτελεί συστατικό στοιχείο του Κράτους Δικαίου, συναπτόμενη με τις αρχές της διαφάνειας, της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά γενικό δε κανόνα η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά τον νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της. ΣτΕ 1206/ 2024, σ. 202.
Διοικητικές πράξεις και ζητήματα ιδιωτικού δικαίου. Παρεμπίπτουσα κρίση της Διοίκησης. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η Διοίκηση νομίμως αποφαίνεται, εκφέροντας παρεμπίπτουσα κρίση επί των ζητημάτων (δικαιωμάτων ή εν γένει εννόμων σχέσεων και καταστάσεων) ιδιωτικού δικαίου, που ανακύπτουν και αποτελούν είτε τη νόμιμη βάση μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης, είτε την προϋπόθεση για την εφαρμογή διάταξης του διοικητικού δικαίου, χωρίς να υποχρεούται να υποβάλει προηγουμένως σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. Παρέκκλιση, με αποτέλεσμα πριν από τη διοικητική ενέργεια να απαιτείται προηγούμενη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, νοείται όταν τούτο προβλέπεται από διάταξη νόμου. Τέτοια διάταξη συνιστά και εκείνη που καθιερώνει αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά περίπτωση, να επιλύει κάθε αμφιβολία που ανακύπτει ως προς την έννοια διατάξεων διαθήκης ή πράξης δωρεάς, με την οποία καταλείπεται περιουσία υπέρ του Δημοσίου ή για κοινωφελή σκοπό, οπότε η Διοίκηση οφείλει, πριν από την άσκηση της αρμοδιότητάς της με την έκδοση εκτελεστής πράξης, στον αρμόδιο πολιτικό δικαστή, η σχετική κρίση του οποίου είναι δεσμευτική για τη διοικητική αρχή. ΣτΕ 310/2025, σ. 1496.
ΔΙΟΡΙΣΜΟΙ
Ανάκληση διορισμού παρανόμως διορισθέντος υπαλλήλου. Εξαιρέσεις. Στην περίπτωση υπαλλήλου, ο οποίος όχι μόνο διορίστηκε παρανόμως, αλλά επιπλέον ήταν ο ίδιος που προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία, η πράξη διορισμού του ανακαλείται και μετά την παρέλευση της 2ετούς προθεσμίας, εντός της οποίας ανακαλούνται, κατ’ αρχήν, οι παράνομοι διορισμοί. Η ανάκληση του διορισμού στην περίπτωση αυτήν είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωτική και δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Ανάκληση διορισμού και καταβληθείσες αποδοχές. Ναι μεν με την ανάκληση διορισμού αίρονται κατ’ αρχήν αναδρομικά όλες οι συνέπειες που απορρέουν από την υπαλληλική σχέση, πλην όμως δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας η αναζήτηση από τον υπάλληλο, ως αχρεωστήτως λαβόντα, του συνόλου των ποσών που έλαβε ως αποδοχές για τις υπηρεσίες που πραγματικά παρείχε κατά τη διάρκεια του υπαλληλικού βίου του, αλλά το αν υπέχει κατ’ αρχήν υποχρέωση επιστροφής ορισμένου ποσού, καθώς και το ύψος του ποσού αυτού αποτελούν προϊόν ad hoc στάθμισης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης ισορροπίας, καθώς και αυτές που απορρέουν από την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. ΣτΕ 87/2025, σ. 1250.
Διορισμός και αποζημίωση παρανόμως μη προσληφθέντος σε δημόσια θέση. Η Διοίκηση έχει υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ, υποχρεούμενη, ειδικότερα, όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφισταμένη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη αυτή, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές εν τω μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, εάν εξ αρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη. Επομένως, εάν το Δημόσιο (ή ν.π.δ.δ.) αρνηθεί να προσλάβει υποψήφιο σε δημόσια θέση και η άρνηση αυτή ακυρωθεί με απόφαση του ΣτΕ, ακολούθως η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, υποχρεούται να διορίσει τον υποψήφιο αναδρομικά στην παραπάνω θέση και να του καταβάλει έκτοτε τις οικείες (αναδρομικές) αποδοχές. Εκείνος δε, αντιστοίχως, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του, εφ’ όσον, κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού του μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία, δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει, εάν είχε αναλάβει υπηρεσία από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού. ΣτΕ 870/2025, σ. 1776.
ΔΟΛΟΣ (ΠΚ)
Ενδείκτες κατάφασης ενδεχόμενου δόλου στα αδικήματα της θανατηφόρου έκθεσης και του εμπρησμού. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Α. Γκουρμπάτση, σ. 578.
ΔΟΜΗΣΗ
Εξαγορά μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Γεννάται αμέσως και ευθέως υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για τη, μεταξύ άλλων, εξαγορά από τους δικαιούχους των τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης που κατείχαν και κατέστησαν αυτοδικαίως άκυροι, η υποχρέωση δε αυτή του Δημοσίου υφίσταται ανεξάρτητα από την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης, αφού η παράλειψη έκδοσης από τον κανονιστικό νομοθέτη των συμπληρωματικών κανόνων περί της διαδικασίας εξαγοράς και του τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, καθιστώντας στην ουσία κενή περιεχομένου τη διάταξη του άρθρου 17 § 2 Σ. ΣτΕ 1587/2024, σ. 521.
ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ
Αξιόποινο της συκοφαντικής δυσφημήσεως μετά την κατάργηση των άρθρων 362 και 367 ΠΚ. Η απλή έκφραση αξιολογικών κρίσεων ή δυσμενών χαρακτηρισμών δεν μπορεί να δημιουργήσει παράσταση πράξεως δεκτικής αποδείξεως και κατά συνέπεια δεν εντάσσονται στην προστατευτική σφαίρα του άρθρου 363 ΠΚ. ΠεντΕφΛ 95/2024, σ. 422.
Η διάταξη του άρθρ. 363 § 1 εδ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αναφορικά με τα πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, αφορά και τους δικηγόρους, οι οποίοι, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών των διαδίκων που αφορούν είτε τις υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι, είτε άλλες υποθέσεις που παρακολουθούν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αναμένοντας την εκδίκαση των υποθέσεων που παρίστανται οι ίδιοι. ΑΠ 959/2024, σ. 493.
Συκοφαντική δυσφήμιση υποψηφίου Δημάρχου μέσω έγχαρτης και ηλεκτρονικής εφημερίδας λόγω μη ελέγχου της αναλήθειας των ειδήσεων. Δημοσιοποίηση ανώνυμης επιστολής προπαραμονή δεύτερου γύρου δημοτικών εκλογών, η οποία συνέδεε υποψήφιο δήμαρχο με ακροδεξιά παράταξη, παρά τις αντίθετες δημόσιες δηλώσεις του ίδιου. Παραδεκτή η αγωγή διότι δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος τύπος γνωστοποίησης εξωδίκου κατά την § 5 άρθρου μόνου ν. 1178/1982. Αναλογική εφαρμογή του νόμου αυτού και στις ηλεκτρονικές εφημερίδες. ΜΕφΠειρ 646/2023, σ. 754.
ΕΓΓΡΑΦΑ
Αίτημα για πρόσβαση σε έγγραφα. Ένδικο βοήθημα. Η υποβολή από τον διοικούμενο, που έχει εύλογο ενδιαφέρον, αιτήματος προς τη Διοίκηση να λάβει γνώση διοικητικών εγγράφων, συνιστά άσκηση δικαιώματος που αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα και τον νόμο. Σε περίπτωση που θεμελιώνεται τέτοιο εύλογο ενδιαφέρον του διοικουμένου, με την άπρακτη πάροδο 20 ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης προς τη διοικητική Αρχή στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, προσβλητή με αίτηση ακύρωσης. Ως ενδιαφερόμενος για την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα νοείται όχι μόνον αυτός που θεμελιώνει συγκεκριμένο έννομο συμφέρον, αλλά και οποιοσδήποτε μπορεί να επικαλεσθεί εύλογο ενδιαφέρον για την υποβολή σχετικού αιτήματος. Εύλογο ενδιαφέρον είναι εκείνο, που προκύπτει, κατά τρόπο αντικειμενικό, από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης προσωπικής έννομης σχέσης, συνδεόμενης με το υποβαλλόμενο αίτημα ή με το περιεχόμενο των διοικητικών στοιχείων, στα οποία ζητείται η πρόσβαση. Σε κάθε περίπτωση, θεμελιώνεται το δικαίωμα πρόσβασης του διοικουμένου σε διοικητικά έγγραφα, η γνώση του περιεχομένου των οποίων συνδέεται με τη δυνατότητά του να επιδιώξει την αποτελεσματική υπεράσπιση των συμφερόντων του και, μάλιστα, ενώπιον των δικαστηρίων. ΣτΕ 1299/ 2024, σ. 205.
Ηλεκτρονικά έγγραφα και ηλεκτρονικές υπογραφές: Εννοιολογική προσέγγιση και αποδεικτική ισχύς. Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα, από την Δ. Αθ.Λιούρδη, σ. 954.
Δημόσια έγγραφα. Apostille. Η επισημείωση «Apostille» απαιτείται να τίθεται στα πρωτότυπα δηµόσια έγγραφα ή στα νομίμως επικυρωμένα ακριβή αντίγραφα αυτών, που έχουν συνταχθεί στο έδαφος ενός συμβαλλομένου κράτους και πρέπει να προσκομισθούν στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου κράτους, προκειμένου να βεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής, η ιδιότητα µε την οποία ενήργησε ο υπογράφων το έγγραφο και η ταυτότητα της σφραγίδας ή του επισήµατος που φέρει το έγγραφο, ήτοι αντικαθιστά τις ίδιες ακριβώς διατυπώσεις με βάση τις οποίες οι διπλωματικές και προξενικές αρχές επικυρώνουν αλλοδαπά έγγραφα. Ηλεκτρονικά έγγραφα. Τα πρωτότυπα ηλεκτρονικά έγγραφα που φέρουν ψηφιακή υπογραφή, εξ ορισμού μη δεκτικά έντυπης επισημείωσης Apostille, δεν απαλλάσσονται από τις παραπάνω διατυπώσεις περί επικύρωσης της υπογραφής τους, αλλά επιδέχονται, για τα παραγόμενα σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι και μέλη της Σύμβασης της Χάγης, ηλεκτρονική επισημείωση [ηλεκτρονικό Apostille («e-Apostille»). ΣτΕ 487/2025, σ. 1504.
ΕΓΓΥΗΣΗ
Εγγύηση αορίστου χρόνου. Συμφωνία εκ των προτέρων παραίτησης εγγυητή από ευεργέτημα ελευθέρωσης λόγω ελαφράς αμέλειας δανειστή. Ελευθέρωση εγγυητή λόγω πταίσματος (βαριάς αμέλειας) του δανειστή περί την είσπραξη της απαίτησης που αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος. Στοιχεία ορισμένου της αγωγής ή ανακοπής περί ελευθέρωσης. Παράλειψη της δανείστριας, λόγω αδράνειας να εισπράξει εγκαίρως υπέρτερη, εκχωρημένη και ενεχυρασμένη υπέρ αυτής απαίτηση, από την εργολήπτρια δημοσίου έργου – πρωτοφειλέτρια ή πλαγιαστικώς από την αναθέτουσα αρχή που είχε πιστοποιήσει εκτελεσθείσες από την πρωτοφειλέτρια εργασίες. ΤριμΕφΑθ 2364/2024, σ. 64.
ΕΓΚΛΗΣΗ
Έγκληση κατά δικηγόρου για την τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης λόγω των αναφερομένων σε δικόγραφα που συνέταξε. Μη ύπαρξη ευθύνης επειδή συνέταξε τούτα κατ’ εντολή και καθ’ υπόδειξη του εντολέα του. ΔΕισΑΠ 24-239/2024, σ. 167.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Εισαγγελέας ΑΠ. Απόφαση εκκλητή και ανέκκλητη. Καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο. Αναίρεση. Προθεσμία. Απόφαση αθωωτική. Έννοια. Μη στοιχειοθέτηση εγκλήματος, λόγος άρσης αδίκου ή καταλογισμού, δικαστική άφεση ποινής, έμπρακτη μετάνοια, προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Διακίνηση ναρκωτικών. Εξαρτημένος χρήστης. Ο Εισαγγελέας του ΑΠ μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε εκκλητής ή ανέκκλητης απόφασης, αθωωτικής, καταδικαστικής, παύουσας οριστικά ή κηρύσσουσας απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Η εκκλητή πρωτοβάθμια απόφαση καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του Δικαστηρίου εφόσον το ζητήσει ο Εισαγγελέας του ΑΠ εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευσή της, και από την καταχώρηση αυτή άρχεται η προθεσμία για την, από αυτόν, άσκηση αναιρέσεως. Εάν μια τέτοια καταχώρηση της απόφασης δεν ζητηθεί από τον Εισαγγελέα του ΑΠ μπορεί να γίνει εντός της ιδίας προθεσμίας με πρωτοβουλία του προεδρεύοντος του δικάσαντος Δικαστηρίου, οπότε και πάλι ο Εισαγγελέας του ΑΠ μπορεί να την αναιρεσιβάλλει εντός τριάντα ημερών από την καταχώρηση. Είναι αθωωτική η απόφαση που δέχεται μη συνδρομή κάποιου αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος, ή συνδρομή κάποιου λόγου άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού, δικαστικής άφεσης της ποινής, έμπρακτης μετάνοιας ή κάποιου προσωπικού λόγου απαλλαγής από την ποινή, όπως είναι, επί του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών, η τέλεσή του από εξαρτημένο χρήστη (τοξικομανή). Στην τελευταία περίπτωση, επειδή δεν επιβάλλεται ποινή, η απόφαση λογίζεται ως αθωωτική, παρά την κατάφαση της αντικειμενικής τέλεσης του αδικήματος. Παραδεκτώς ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του ΑΠ και κατά το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κρίθηκαν οι κατηγορούμενοι για εξακολουθητική διακίνηση ναρκωτικών (υπό τις μορφές της αποθήκευσης, κατοχής και αγοράς τους) ατιμώρητοι, ως τοξικομανείς, διότι και η κρίση τούτη συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, αθώωσή τους. ΑΠ 173/2025, σ. 1230.
ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ
Εργοδοτική εισφορά για την εμπορία πετρελαιοειδών. Η εισφορά ποσοστού 1‰ επί του ετήσιου κύκλου εργασιών από εμπορία κάθε είδους πετρελαιοειδών προϊόντων των εταιρειών πετρελαιοειδών, των οποίων το προσωπικό υπάγεται στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΠΕΠ και προηγουμένως υπαγόταν στην επικουρική ασφάλιση του ΤΕΑΠΕΠ, μετέπειτα Τομέα ΤΕΑΠΕΠ του ΤΕΑΙΤ (ν.π.δ.δ.), έχει χαρακτήρα κοινωνικοασφαλιστικής εργοδοτικής εισφοράς. Η θέσπιση εισφοράς υπέρ του ΕΤΕΑΠΕΠ, οιονεί καθολικού διαδόχου του τελευταίου, απέβλεψε στη διατήρηση της βιωσιμότητας αρχικώς του ΤΕΑΠΕΠ και, στη συνέχεια, του ΕΤΕΑΠΕΠ, ώστε να ικανοποιούνται οι θαλπόμενοι από τους ως άνω ασφαλιστικούς φορείς συνταγματικής τάξης σκοποί κοινωνικής ασφάλισης και έτσι, αφ’ ενός μεν να διασφαλίζονται οι ικανοποιητικοί όροι διαβίωσης των εργαζομένων των ανωτέρω εργοδοτριών επιχειρήσεων, αφ’ ετέρου δε να εξυπηρετείται και το συμφέρον των εργοδοτών, υπό την έννοια ότι οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις τους είναι προστατευμένοι από την επέλευση των καλυπτόμενων από το Ταμείο αυτό ασφαλιστικών κινδύνων. Και ναι μεν η ασφαλιστική εισφορά συνδέεται κατά κανόνα με τις καταβαλλόμενες στους εργαζομένους αποδοχές, δεν απαγορεύεται, όμως, από συνταγματική ή άλλη, αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη, να θεωρείται ως ασφαλιστική εισφορά ένα οικονομικό βάρος, που δεν υπολογίζεται επί των αποδοχών των εργαζομένων. ΣτΕ 1012/2024, σ. 194.
Αναδρομική υπαγωγή σε ασφαλιστικό φορέα. Η έναρξη της ασφαλιστικής σχέσης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρονικό σημείο μεγαλύτερο της 5ετίας από τότε που ο ΟΑΕΕ έλαβε, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση της ασφαλιστέας δραστηριότητας και των ιδιαιτέρων συνθηκών άσκησης αυτής. Τούτο δε, ακόμη και εάν, για την ίδια αυτή δραστηριότητα, είχε κατά το παρελθόν χορηγηθεί στον ασφαλισμένο εξαίρεση ή βεβαίωση περί μη υπαγωγής του στην υποχρεωτική ασφάλιση του Οργανισμού. ΣτΕ 1111/ 2024, σ. 199.
Νομιμοποίηση ΕΦΚΑ για πρώην ασφαλιστικά ταμεία. Μετά από τη σύσταση του ΕΦΚΑ, οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις (από 1.1.2006 και εντεύθεν) όλων των φορέων, που είχαν υπαχθεί στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρθηκαν στον νέο ενιαίο φορέα, εκτός από αυτές του πρώην ΟΠΑΔ, του πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και του πρώην Οίκου Ναύτου, οι οποίες εξακολούθησαν να βαρύνουν τον ΕΟΠΥΥ, για λόγους αναγόμενους στην καλύτερη οργάνωση και διαχείριση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων των εξαιρούμενων αυτών φορέων. ΣτΕ 1181/2024, σ. 201.
Στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ελλάδα μέσω του Υπουργείου Εργασίας προς το ΔΝΤ, η ίδρυση του ΚΕΑΟ αποσκοπεί στην ενοποίηση των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών, με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για όλους τους κοινωνικοασφαλιστικούς φορείς προς τον σκοπό καταπολέμησης της εισφοροδιαφυγής, επιτάχυνσης είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών και μη περαιτέρω απώλειας των σχετικών εσόδων, που έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών. Κατά το στάδιο της εν ευρεία εννοία βεβαίωσης της οφειλής, ο ασφαλιστικός φορέας εντοπίζει τις καθυστερούμενες οφειλές και συντάσσει σχετική Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, ήτοι ειδική διοικητική πράξη καταγραφής οφειλών, που συνιστά την καταλογιστική πράξη και τον νόμιμο τίτλο κατ’ άρθρο 2 του ΚΕΔΕ. Από την έκδοση της ως άνω καταλογιστικής πράξης, η καθυστερούμενη οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη, οπότε διαβιβάζεται από τον ασφαλιστικό οργανισμό στο ΚΕΑΟ και εκκινεί το στάδιο της εν στενή εννοία βεβαίωσης της οφειλής, οπότε καθεμία Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, κατόπιν ελέγχου πληρότητας των στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα του ΚΕΑΟ, λαμβάνει (με ηλεκτρονικό τρόπο) μοναδικό αριθμό, εγγράφεται στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του ΚΕΑΟ και καθίσταται, πλέον, εκτελεστός τίτλος κατά τον ΚΕΔΕ. Οφειλές προς τον ΟΑΕΕ. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ένστασης, ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου βοηθήματος, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται (χωρίς, όμως, ανασταλτικό αποτέλεσμα). ΣτΕ 1668/2024, σ. 525.
Η απόφαση περί επένδυσης των εισφορών των ασφαλισμένων σε κινητές αξίες και ακίνητα δεν συνιστά εκδήλωση πλήρους διαχειριστικής ελευθερίας του ΤΑΠΕΤΕ, το οποίο, μολονότι ν.π.ι.δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αποτελεί φορέα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, αλλά αποσκοπεί στην προστασία, εν όψει της διαπιστούμενης μεταβολής των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, του ασφαλιστικού κεφαλαίου από πληθωριστικούς και συναφείς κινδύνους, που συνεπάγονται την απομείωση της αξίας του και επηρεάζουν, κατ’ επέκταση, τη βιωσιμότητα του φορέα, συνιστάμενη στη δυνατότητά του να εκπληρώνει στο διηνεκές και με ίδιους, κατ’ αρχήν, πόρους, δηλαδή χωρίς κρατική χρηματοδότηση, τον θαλπόμενο στο Σύνταγμα καταστατικό του σκοπό, δηλαδή τη χορήγηση (δημοσίου δικαίου) εφ’ άπαξ κοινωνικοασφαλιστικών παροχών. ΣτΕ 1733/ 2024, σ. 529.
Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ). Η ίδρυση του ΚΕΑΟ αποσκοπεί στην κατά ενιαίο τρόπο είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή στην ενοποίηση των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών, με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για όλους τους κοινωνικοασφαλιστικούς φορείς, προς τον σκοπό καταπολέμησης της εισφοροδιαφυγής, επιτάχυνσης είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών και μη περαιτέρω απώλειας των σχετικών εσόδων που έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών. Αναγκαστική είσπραξη ασφαλιστικών οφειλών. Από την έκδοση της παραπάνω καταλογιστικής πράξης, η οποία εξακολουθεί, και υπό το καθεστώς του ν. 4172/2013, να εκδίδεται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, η καθυστερούμενη οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη, οπότε διαβιβάζεται από τον ασφαλιστικό οργανισμό στο ΚΕΑΟ, εκκινεί το στάδιο της εν στενή έννοια βεβαίωσης της οφειλής και καθεμία Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, κατόπιν ελέγχου πληρότητας των στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα του ΚΕΑΟ, λαμβάνει (με ηλεκτρονικό τρόπο) μοναδικό αριθμό, εγγράφεται στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του ΚΕΑΟ και καθίσταται, πλέον, εκτελεστός τίτλος κατά τον ΚΕΔΕ. Μη νόμιμη η ταμειακή βεβαίωση και ατομική ειδοποίηση πριν την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης. Όπου στην κειμένη νομοθεσία προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ένστασης, ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου βοηθήματος, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται (χωρίς, όμως, ανασταλτικό αποτέλεσμα) και, ως μη αφορώσα τη διαδικασία είσπραξης καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών, ουδόλως καταργήθηκε. Επομένως, μη νομίμως εκδίδεται πράξη ταμειακής βεβαίωσης ασφαλιστικής οφειλής και ατομική ειδοποίηση, εάν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί στον οφειλέτη του ΟΑΕΕ η καταλογιστική Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, η οποία πλέον αντικαθιστά την πράξη επιβολής εισφορών και πρόσθετου τέλους. ΣτΕ 755/2025, σ. 1770.
Κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές. Όσον αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου και, ακολούθως, του μονομελούς διοικητικού εφετείου υπάγονται μόνον εκείνες, οι οποίες έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, υπολειπόμενο του ορίου που ορίζει ο ΚΔιοικΔικ. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του, διατηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό. ΣτΕ 1122/2025, σ. 1782.
ΕΚΘΕΣΗ (ΠΚ)
Ενδείκτες κατάφασης ενδεχόμενου δόλου στα αδικήματα της θανατηφόρου έκθεσης και του εμπρησμού. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Α. Γκουρμπάτση, σ. 578.
ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ
Συμπληρωματική εφαρμογή ΠτΚ στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος. Διάκριση πτώχευσης και διαδικασίας ειδικής εκκαθάρισης. Εφαρμογή άρθρ.145 ν. 4261/2014. Εφαρμογή άρθρ. 55 εδ.α΄ ΠτΚ, 3 § 1 εδ.β΄ ν. 4446/2016 επί ειδικής εκκαθάρισης. Περιοριστικά αναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης αποφάσεων πτωχευτικού δικαστηρίου. ΑΠ 939/ 2023, σ. 130.
Ειδική εκκαθάριση ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών. Συνίσταται σε συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσης με σκοπό τη ρευστοποίηση της περιουσίας και τη διανομή της στους πιστωτές, χωρίς την κατάρτιση σχεδίου αναδιοργάνωσης. Με τη θέση σε ειδική εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος επέρχεται αναστολή των δικών συμπεριλαμβανομένων όχι μόνο των καταψηφιστικών αλλά και των αναγνωριστικών αγωγών των πιστωτών εναντίον του για τον προσδιορισμό της οφειλής τους προς αυτό. ΑΠ 54/2023, σ. 415.
Ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων (Άρθρο 145 ν. 4261/2014). Αυτοδίκαιη αναστολή ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών (Άρθρο 25 ΠτΚ). Ανακοπή για την αναγνώριση πιστωτή (Άρθρο 92 ΠτΚ). Παραγραφή εν επιδικία (Άρθρα 262 ΑΚ και 937 ΑΚ). Διακοπή της παραγραφής (261 ΑΚ). Παράλειψη προαγωγής σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, με κανονισμό ή οργανισμό προσωπικού. Αξίωση καταβολής αποζημίωσης. ΤριμΕφΑθ 5526/2025, σ. 1718.
ΕΚΛΟΓΕΣ
Η έκταση της εκλογικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου μετά τους νόμους 4804/2021, 5019/2023 και 5043/2023. Μελέτη από τον Ε. – Ο. Βουβονίκο, σ. 358.
Ένσταση σε εκλογική διαδικασία. Ορισμένο δικογράφου. Προκειμένου να είναι ορισμένος ο λόγος της ένστασης στις διαφορές που αναφύονται κατά την εκλογική διαδικασία στους ΟΤΑ πρέπει στο δικόγραφο αυτής να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, το στάδιο στο οποίο εμφιλοχώρησε το σφάλμα, δηλαδή αν αυτό εμφιλοχώρησε α) κατά την εκτίμηση της εγκυρότητας των ψηφοδελτίων και τη συνακόλουθη καταγραφή τους στους πίνακες διαλογής ψήφων, β) κατά τη μεταφορά από τους πίνακες διαλογής ψήφων στα βιβλία πρακτικών των Εφορευτικών Επιτροπών ή γ) κατά τη μεταφορά από τα βιβλία πρακτικών των Εφορευτικών Επιτροπών στον πίνακα αποτελεσμάτων του Προέδρου Πρωτοδικών. Άλλως, ο σχετικός λόγος της ένστασης είναι απορριπτέος, ως αόριστος. Επιπλέον, στο ίδιο δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζονται οι αριθμοί των συγκεκριμένων ψηφοδελτίων, ανά εκλογικό τμήμα, από τα οποία προέκυψε η προβαλλόμενη διαφορά, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας, επιλαμβανόμενο της ένστασης, να προβεί σε εκτεταμένο έλεγχο του κύρους των προσδιοριζόμενων στην ένσταση ψηφοδελτίων και, ακολούθως, να διαπιστώσει αν συνέτρεξαν οι προβαλλόμενες με την ένσταση πλημμέλειες. ΣτΕ 190/2025, σ. 1254.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Δημόσια Ανώτατη Εκπαίδευση. Χορήγηση άδειας λειτουργίας παραρτημάτων ν.π. Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης Αλλοδαπών Φορέων. Σύνταγμα και Ενωσιακό Δίκαιο. Εθνική Ταυτότητα. Ελευθερία εγκατάστασης Ανωτάτων Εκπαιδευτηρίων. Σύμβαση GATS. Αίτηση ακύρωσης. Λόγοι. Απόρριψη. Οι συνταγματικές διατάξεις των άρθρων: α) η § 1 του άρθρου 2, β) η § 1 του άρθρου 5, γ) η § 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος, δ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των §§ 5 και 8 εδ. β ́τουάρθρου 16 τουΣυντάγματοςερμηνεύονταιενόψειτωννεότερωννομοθετικών και των πρόσφατων νομολογιακών δεδομένων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία αφορούν την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης και, ιδίως, την αναγνώριση της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και την αναγνώριση του θεμελιώδους δικαιώματος ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών και της προστασίας του ιδιωτικού πανεπιστημίου ως θεσμού. Δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων προερχόμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από χώρα συμβεβλημένη στη GATS, κατά τους όρους ειδικού νόμου, με τον οποίο διασφαλίζεται το υψηλό επίπεδο σπουδών και η ακαδημαϊκή ελευθερία. Ο νομοθέτης, κατά τη διαμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας των εν λόγω παραρτημάτων, για την οποία διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, οφείλει να θεσπίζει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις, ώστε η ανώτατη εκπαίδευση, δημόσια ή ιδιωτική, να επιτελεί την κατά το Σύνταγμα αποστολή της. Δεν αντίκειται κατ’ αρχήν στο Σύνταγμα(άρθρο 16) η ίδρυση και λειτουργία ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από ιδιώτες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτά λειτουργούν υπό καθεστώς που κατοχυρώνει την ακαδημαϊκή ελευθερία και δεν έχουν κερδοσκοπικό ή εμπορικό χαρακτήρα. Η ερμηνεία περί του επιτρεπτού της λειτουργίας παραρτημάτων αλλοδαπών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν προσκρούει σε αντίθετου περιεχομένου υφιστάμενη εθνική ταυτότητα της Ελλάδας. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η ανωτέρω ερμηνεία της διάταξης των §§ 5 και 8 εδ. β ́τουάρθρου 16 τουΣυντάγματος, είναισύμφωνημετηναρχήτηςαναλογικότητας. ΔενσυντρέχειυποχρέωσηαποστολήςστοΔΕΕπροδικαστικούερωτήματος, διότιυφίσταταινομολογίαεπίενόςεκάστουτων τιθέμενων ζητημάτων και τούτο αρκεί. ΟλΣτΕ 1918/2025, σ. 1731.
Αναγνώριση διπλώματος και πρόσβαση σε επάγγελμα. Το γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που καθιερώθηκε με την Οδηγία 89/48 θέτει τεκμήριο περί του ότι τα προσόντα αιτούντος, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκεί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε ένα κράτος-μέλος, είναι επαρκή για την άσκηση του ιδίου αυτού επαγγέλματος στα λοιπά κράτη-μέλη. Οι κάτοχοι αλλοδαπών τίτλων, που αποκτήθηκαν κατόπιν σπουδών εξ αποστάσεως, υπάγονται στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και περί ελευθερίας εγκατάστασης και μπορούν να επικαλούνται τις εν λόγω ελευθερίες, καθώς και τους απορρέοντες από αυτές νομολογιακούς κανόνες ενώπιον των κρατών-μελών, των οποίων είναι πολίτες. Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας επαγγέλματος. Κριτήρια. Μερική αντιστοιχία διπλωμάτων. Αρμόδιο όργανο. Συνυπολογισμός σπουδών σε μη αναγνωρισμένο φορέα του κράτους υποδοχής. Μη εφαρμογή Οδηγιών και εφαρμογή διατάξεων της ΣΛΕΕ. Τίτλοι σπουδών από κολλέγια που λειτουργούν στην Ελλάδα. Τίτλοι σπουδών προερχόμενοι από το Ηνωμένο Βασίλειο. ΣτΕ 890/ 2025, σ. 1776.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΔιοικΔ)
Εκτέλεση αλλοδαπού τίτλου είσπραξης. Ανακοπή. Η περιγραφόμενη στα άρθρα 86 επ. του ν. 1402/1983 διαδικασία, η οποία εκκινεί με την έκδοση πράξης αναγνώρισης ως εκτελεστού στην ημεδαπή τίτλου είσπραξης εκδοθέντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε., εντάσσεται στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Διοικητική εκτέλεση. Μέχρι την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, για την είσπραξη των ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου απαιτήσεων του Δημοσίου εφαρμοστέος ήταν ο ΚΕΔΕ, τόσο ως προς τη διαδικασία είσπραξης των εν λόγω απαιτήσεων (έκδοση και κοινοποίηση πράξεων) όσο και ως προς τη δικαστική αμφισβήτηση των πράξεων που εκδίδονταν στο πλαίσιό της (ένδικο βοήθημα, αρμόδιο δικαστήριο, προθεσμία κ.λπ.). ΣτΕ 1063/2024, σ. 197.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΠολΔ)
Συνέχιση εκτέλεσης κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ – Κοινοποίηση νομιμοποιητικών εγγράφων στην ειδική και στην (οιονεί) καθολική διαδοχή. Στην περίπτωση της έναρξης ή συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης από διάδοχο, όσον αφορά τα κοινοποιούμενα έγγραφα με ποινή ακυρότητάς της και ανεξάρτητα από βλάβη, υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ της ειδικής διαδοχής, όπου πρέπει να κοινοποιείται η ουσιαστικού δικαίου σύμβαση διότι είναι απαραίτητη η αναγωγή στις επιμέρους συμφωνίες (λ.χ. της εκχωρήσεως), ώστε να διαπιστωθεί ο φορέας του επίδικου δικαιώματος, και, αντίθετα, της (οιονεί) καθολικής διαδοχής, αφού στην τελευταία περίπτωση η περιουσία της δικαιοπαρόχου μεταβαίνει ως σύνολο στον διάδοχο και δεν υπάρχει ανάγκη για εξακρίβωση του φορέα συγκεκριμένων δικαιωμάτων της διαδοχής. ΑΠ 280/ 2024, σ. 793.
ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ
Ενδείκτες κατάφασης ενδεχόμενου δόλου στα αδικήματα της θανατηφόρου έκθεσης και του εμπρησμού. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Α. Γκουρμπάτση, σ. 578.
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Η προώθηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας φιλικότερων προς το περιβάλλον και, ειδικότερα, η αύξηση στο άμεσο μέλλον της διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην παραγωγή ενέργειας αποτελεί για τη Χώρα υποχρέωση, η οποία απορρέει από το Πρωτόκολλο του Κιότο και τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών αερίων, που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, εν όψει των οξύτατων προβλημάτων που προκαλεί η αλλαγή κλίματος με ταχύτατους ρυθμούς. ΣτΕ 618/2025, σ. 1495.
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ
Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (ν. 4531/ 2018) προστατεύει και άνδρες και παιδιά από την Ενδοοικογενειακή Βία. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο, σ. 1287.
ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ
Στερείται εννόμου συμφέροντος ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών για την ακύρωση αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης περί διορισμού Προέδρου, Αντιπροέδρου και έξι (6) μελών του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) για θητεία έξι ετών κατόπιν της επιλογής αυτών από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής κατά τη συνεδρίασή της στις 28 Σεπτεμβρίου 2023. Στα νομικά πρόσωπα, αναγνωρίζεται μεν σε αυτά έννομο συμφέρον για την προσβολή, μεταξύ άλλων, πράξεων, που σχετίζονται με τους επιδιωκόμενους από αυτά συγκεκριμένους σκοπούς πλην, εφ’ όσον με την αίτηση που ασκούν τα νομικά πρόσωπα προσβάλλονται ατομικές διοικητικές πράξεις, θα πρέπει να γίνεται επίκληση της ιδιαίτερης βλάβης που υφίστανται τα πρόσωπα αυτά από τις πράξεις αυτές, μη αρκούσης της γενικής αναφοράς στους επιδιωκόμενους από αυτά θεμιτούς σκοπούς, έστω και ηθικής φύσεως, για την πραγμάτωση των οποίων έχουν συσταθεί. Η διάταξη του Κώδικα Δικηγόρων άρθρο 90, που νομιμοποιεί τους εκπροσωπούντες τους Δικηγορικούς Συλλόγους στην ανάληψη δράσεων αναγομένων σε ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων και δικαστικών ενεργειών, δεν αρκεί για τη νομιμοποίηση των Δικηγορικών Συλλόγων ως διαδίκων σε δίκες αφορώσες τέτοια ζητήματα ενώπιον όλων των δικαστηρίων που αναφέρονται σ’ αυτή και, ειδικότερα, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά ατομικών διοικητικών πράξεων, που αφορούν συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα. Δεν ασκείται παραδεκτώς η κρινόμενη αίτηση εξ επόψεως εννόμου συμφέροντος και πρέπει να απορριφθεί. ΟλΣτΕ 1639/2024, σ.56.
Για την άσκηση αίτησης ακύρωσης απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον κάθε προσώπου για την τήρηση του Συντάγματος και των νόμων και τη σύννομη άσκηση της εξουσίας της Διοίκησης, τόσο κατά την έκδοση ατομικών πράξεων όσο και κατά την άσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας, ούτε συμφέρον μελλοντικό ή απλώς ενδεχόμενο. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα, δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των έννομων αποτελεσμάτων, που επέρχονται από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία έχει και επικαλείται ο αιτών. Ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) εκείνου, που ασκεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που απαιτείται να αναγράφονται και, μάλιστα, επί ποινή ακυρότητας στο δικόγραφο. ΣτΕ 1592/2024, σ. 522.
ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Κρίσεις Πυροσβεστικού Σώματος. Ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων του Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία ο αιτών κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του λόγω συμπλήρωσης 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας και μη ικανοποιητικής υπηρεσιακής απόδοσης και, συνεπεία της κρίσης αυτής, απολύθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, έχει τον χαρακτήρα προσφυγής ουσίας. Περαιτέρω, ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Προεδρικού Διατάγματος περί αποστρατείας του αιτούντος, έχει τον χαρακτήρα αίτησης ακύρωσης, η εκδίκαση της οποίας ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, ως εκ του παρακολουθηματικού χαρακτήρα του εν λόγω Διατάγματος προς την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση ακύρωσης συνεκδικάζεται με την προαναφερθείσα προσφυγή. ΣτΕ 2132/2024, σ. 882.
ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ
Η δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [ΕΕΣ] δεν μπορεί να αρνηθεί να το εκτελέσει παρ’ όλον ότι ο εκζητούμενος διαμένει, είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης του ΕΕΣ και τούτο δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, στην περίπτωση που το εν λόγω ένταλμα σύλληψης δεν έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Όταν οι αξιόποινες πράξεις στις οποίες αφορά το ΕΕΣ δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους εκτέλεσής του, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να αρνηθεί να το εκτελέσει ακόμη και στην περίπτωση που η ποινική δίωξη ή η ποινή θα είχαν παραγραφεί κατά τη νομοθεσία τούτου. ΔΕΕ C-481/ 23/10.4.2025, σ. 554.
ΕΞΥΒΡΙΣΗ
Αξιόποινο της εξύβρισης. Με βάση την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 361 ΠΚ απαιτείται ο δράστης να πράττει με άμεσο δόλο πρώτου βαθμού, δηλαδή να επιδιώκει ευθέως το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης του. Τέτοιος δόλος συντρέχει όταν ο δράστης σκοπεύει την προσβολή της τιμής του άλλου, όταν δηλαδή πράττει με τρόπο που δεν είναι αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του για την προστασία του ενδιαφέροντός του και ενώ το γνώριζε, το χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση σε εξύβριση και παύση υφ’ όρον της ποινικής διώξεως σε βάρος του κατηγορουμένου). ΠεντΕφΛ 95/2024, σ. 422.
Προσβολή τιμής. Προηγούμενη συνεχής και επίμονη παρενόχληση υπαιτίου. Δικαιολογημένη αγανάκτηση εκ αμέσως προηγούμενης, ιδιαίτερα σκληρής η βάναυσης, συμπεριφοράς. Δυνητικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Το αδίκημα της εξύβρισης προστατεύει το έννομο αγαθό της τιμής, ήτοι της κοινωνικής και ηθικής αξίας του ανθρώπου, από την οποία απορρέει αξίωση σεβασμού της προσωπικότητάς του. Η προηγούμενη συνεχής και επίμονη παρενόχληση του εγκαλουμένου από τον εγκαλούντα με διάφορους τρόπους, όπως με μεγάλο αριθμό τηλεφωνικών κλήσεων, αποσταλθέντων μηνυμάτων κ.λπ., δεν αρκεί για την εφαρμογή του δυνητικού λόγου απαλλαγής από την ποινή, εκ δικαιολογημένης αγανακτήσεως του υπαιτίου της πράξεως, αφού μια τέτοια συμπεριφορά ούτε είναι κατά κρίση αντικειμενική ιδιαίτερη σκληρή ή βάναυση, αλλά ούτε και αμέσως προηγούμενη από την υπό έρευνα πράξη της εξυβρίσεως. Έλλειψη σκοπού εξυβρίσεως από μέρους του εγκαλουμένου, την οποία επικαλείται η προσβαλλόμενη διάταξη, μπορεί να αναδειχθεί μόνον δια της ακροαματικής διαδικασίας (άρθρ. 308 § 4 και 361 §§ 1 και 2 ΠΚ).Δέχεται προσφυγή κατά διατάξεως Εισ ΠλημΑθ που απέρριψε την έγκληση, παραγγέλλει την άσκηση ποινικής δίωξης (άρθρ. 51 § 3 & 52 ΚΠΔ). Διατ ΕισΕφΑθ ΠΡΦ25-1/ΕΓ 48-23/244/ 19.2.25, σ. 829.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
Επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα – Οι αποφάσεις ΔΕΕ [C-674/18 και C-675/18] και ΑΠ 430/2024 και η διεθνής εμπειρία. Μελέτη από την Ε. Akgunduz, σ. 341.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΣΤΕΓΗ
Εμπορικές μισθώσεις. Καταβολή μισθώματος. Καταγγελία σύμβασης από τους κληρονόμους. Θάνατος μισθωτή. Επαγωγή κληρονομιάς και κατά συνέπεια μισθωτικής σχέσης. Σε περίπτωση μη αποποίησης της κληρονομιάς, καθώς και μη καταγγελίας της μισθωτικής σχέσης, οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στη θέση του μισθωτή και η υποχρέωση καταβολής του μισθώματος βαρύνει ατομικά την περιουσία τους χωρίς να θεωρείται χρέος της κληρονομιάς. ΑΠ 1222/2024, σ. 782.
Σύμβαση μίσθωσης ακινήτου για εγκατάσταση ΑΕΙ. Καταγγελία από τον μισθωτή προ της συμπληρώσεως του συμβατικού χρόνου. Οι διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, στις οποίες υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται για εγκατάσταση εκπαιδευτηρίων, όπως τα ΑΕΙ, κατισχύουν εκείνων του π.δ. 715/1979, μόνον εάν από την εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου προκύπτουν αντίθετα ή διαφορετικά έννομα αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση του άρθρου 36 § 3 του π.δ. 715/1979 (περί αζήμιας μονομερούς λύσης της μίσθωσης από ν.π.δ.δ.), του οποίου κατισχύει το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995. Η τελευταία διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014 (28.2.2014), με το άρθρο 13 § 1 εδ. α΄ του οποίου καταργήθηκε η δυνατότητα καταγγελίας της μίσθωσης από μισθωτή χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου (καταγγελία μεταμελείας). Ως εκ τούτου, τα ν.π.δ.δ. που συνάπτουν εμπορικές μισθώσεις για τη στέγαση εκπαιδευτηρίων, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4242/2014, έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν τη μίσθωση μόνον κατά τις διατάξεις του ΑΚ και του π.δ. 34/1995, μη ισχυόντων των άρθρων 43 του π.δ. 34/1995 και 36 § 3 του π.δ. 715/1979. Είναι δε άκυρη η παραίτηση του εκμισθωτή από τα δικαιώματα του π.δ. 34/1995 κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 αυτού, το οποίο εφαρμόζεται και στις συναπτόμενες μετά την ισχύ του ν. 4242/2014 μισθώσεις, ως παραίτησης εννοούμενης και της συνομολόγησης συμβατικού όρου που διαφοροποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τους όρους και τις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης από τον μισθωτή, αλλά και περί εφαρμογής στην επίδικη μίσθωση του π.δ. 715/1979. Μη επίκληση πραγματικών περιστατικών συνιστώντων σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Η γειτνίαση του μίσθιου με πρατήριο υγρών καυσίμων δεν στοιχειοθετεί, εν προκειμένω, λόγο ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης ούτε νόμιμο λόγο καταγγελίας αυτής. ΑΠ 641/2025, σ. 1708.
ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΔΙΚΗΣ
Επανάληψη διαδικασίας μετά από απόφαση του ΕΔΔΑ. Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας χωρεί (μόνον) σε σχέση με δικαστική απόφαση του ΣτΕ, η οποία κρίθηκε με (οριστική) απόφαση του ΕΔΔΑ, ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση διάταξης της ΕΣΔΑ. Αν και το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ εφαρμόζεται μόνον επί της ήδη υφιστάμενης περιουσίας και δεν εγγυάται το δικαίωμα απόκτησης, σε ορισμένες περιπτώσεις, η «θεμιτή προσδοκία» απόκτησης περιουσιακής αξίας δύναται, επίσης, να τυγχάνει της προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. ΣτΕ 993/ 2024, σ. 193.
ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
Σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Παράλειψη ενημέρωσης επενδυτή. Αδικοπραξία. Θετική ζημία. Λήξη ομολόγου. Μη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος. Συνδρομή προϋποθέσεων συνυπολογισμού ζημίας-κέρδους. ΑΠ 577/2022, σ. 388 & ΑΠ 892/ 2022, σ. 391.
Αδικοπρακτική συμπεριφορά τράπεζας. Πλημμελής πληροφόρηση και συμβουλές σε επενδυτή. Θεωρία της διαφοράς. Θετική ζημία. Υβριδικοί τίτλοι. Ζημία συνιστάμενη στο κεφάλαιο που επενδύθηκε. Φραστικό λάθος στην απόφαση. Ενημερωτικό δελτίο – δυσνόητοι όροι. Πραγματική ζημία είναι ότι υπολείπεται της ωφέλειας. Πότε δεν δικαιολογείται ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία. ΑΠ 1083/2022, σ. 394.
Σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Δεν συντρέχει η ενιαύσια παραγραφή του ν. 1806/1988 άρθρ. 20 § 1. Πληροφόρηση επενδυτή. Προϋποθέσεις καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Έγγραφο αίτημα επενδυτή για επενδυτικές συμβουλές. Επαναφορά ομολόγου. Ένσταση συνυπολογισμού κέρδους-ζημίας. ΑΠ 1289/2022, σ. 398.
Ενημέρωση καταναλωτή για σύνθετο επενδυτικό προϊόν. Αδικοπρακτική συμπεριφορά τράπεζας και αιτιώδης σύνδεσμος. Θετική ζημία το ποσό που επενδύθηκε. Κατάρτιση σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. ΑΠ 940/2023, σ. 403.
Ευθύνη τράπεζας λόγω αδικοπραξίας υπαλλήλου της σε βάρος πελάτου στα πλαίσια συμφωνίας που αφορούσε επενδυτικό πρόγραμμα. Κρίση ότι η πράξη της υπαλλήλου ήταν εντός των ορίων των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί από την τράπεζα και ως εκ τούτου ευθύνεται για την ζημία που υπέστη ο πελάτης από υπεξαίρεση χρημάτων που της κατέβαλε για τον παραπάνω σκοπό. Εφαρμογή του άρθρ. 300 ΑΚ λόγω πταίσματος του πελάτη, που δεν κατοχύρωσε με έγγραφο την σχετική συμφωνία. ΑΠ 65/ 2024, σ. 409.
Επένδυση ασφαλιστικών εισφορών. Η απόφαση περί επένδυσης των εισφορών των ασφαλισμένων σε κινητές αξίες και ακίνητα δεν συνιστά εκδήλωση πλήρους διαχειριστικής ελευθερίας του ΤΑΠΕΤΕ, το οποίο, μολονότι ν.π.ι.δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αποτελεί φορέα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, αλλά αποσκοπεί στην προστασία, εν όψει της διαπιστούμενης μεταβολής των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, του ασφαλιστικού κεφαλαίου από πληθωριστικούς και συναφείς κινδύνους, που συνεπάγονται την απομείωση της αξίας του και επηρεάζουν, κατ’ επέκταση, τη βιωσιμότητα του φορέα, συνιστάμενη στη δυνατότητά του να εκπληρώνει στο διηνεκές και με ίδιους, κατ’ αρχήν, πόρους, δηλαδή χωρίς κρατική χρηματοδότηση, τον θαλπόμενο στο Σύνταγμα καταστατικό του σκοπό, δηλαδή τη χορήγηση (δημοσίου δικαίου) εφ’ άπαξ κοινωνικοασφαλιστικών παροχών. Για τον λόγο αυτό, το προϊόν του επενδυτικού χαρτοφυλακίου περιλαμβάνεται, κατά ρητή πρόβλεψη του καταστατικού του Ταμείου, μεταξύ των πόρων του, μέσω των οποίων εκπληρώνει τον καταστατικό του σκοπό, εντασσόμενο στο ασφαλιστικό του κεφάλαιο. ΣτΕ 1733/2024, σ. 529.
Επενδύσεις του ν. 1892/1990. Ανάκληση υπαγωγής και συνέπειες. Οι επενδύσεις, οι οποίες υπήχθησαν στον ν. 1892/1990, εξακολουθούν, κατ’ αρχήν, να διέπονται από αυτόν. Σε περίπτωση παράβασης των προϋποθέσεων και των όρων του νόμου και της πράξης υπαγωγής επένδυσης στον ν. 1892/1990, η Διοίκηση δεν έχει διακριτική ευχέρεια, αλλά είναι υποχρεωμένη να ανακαλέσει την πράξη αυτή. Και ναι μεν η ανάκληση της πράξης υπαγωγής στον ν. 1892/1990 χωρεί κατά δεσμία αρμοδιότητα, αν διαπιστωθεί παράβαση του νόμου ή της πράξης αυτής, η Διοίκηση όμως έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το ζήτημα αν, εν όψει της ανάκλησης, θα αποφασίσει την επιστροφή του συνόλου ή τμήματος μόνο της καταβληθείσης επιχορήγησης, δοθέντος ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να κρίνεται εν όψει των εκάστοτε ειδικών συνθηκών της υπόθεσης. ΣτΕ 224/2025, σ. 1258.
ΕΠΙΔΟΣΗ (ΔιοικΔ)
Επίδοσης φορολογικής πράξης. Στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού των σχέσεων Κράτους – πολιτών, ο νομοθέτης θέλησε οι κοινοποιήσεις των πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης να γίνονται πρωτίστως ηλεκτρονικώς. Η επίσης προβλεπόμενη δυνατότητα κοινοποίησης των πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης στους φορολογουμένους με συστημένη επιστολή εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, ήτοι τον σκοπό της επίσπευσης των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των φορολογικών και λοιπών εσόδων. Το τεκμήριο νόμιμης κοινοποίησης με ηλεκτρονικό τρόπο, όμως, έχει μαχητό χαρακτήρα και δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση που, από το συνταχθέν αποδεικτικό επίδοσης της ταχυδρομικής υπηρεσίας, προκύπτει ότι η πράξη της Φορολογικής Διοίκησης επιδόθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία και δη μεταγενέστερη του 15θημέρου, το οποίο θεσπίζεται ως χρονικό σημείο συναγωγής του τεκμηρίου. Ομοίως, εφ’ όσον ο φορολογούμενος αμφισβητεί ότι πράγματι παρέλαβε τη συστημένη επιστολή, τότε δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο, αλλά η Φορολογική Διοίκηση οφείλει, πλέον, να αποδείξει, με κάθε πρόσφορο τρόπο, την πραγματική παραλαβή της πράξης από αυτόν ή την πλήρη γνώση του περιεχομένου της. ΣτΕ 922/2024, σ. 190.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
Στις αρμοδιότητες της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) περιλαμβάνεται και η επιβολή κυρώσεων για την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως αν παρέχει υπηρεσίες σχετικές με την αλληλογραφία και την επικοινωνία ή σχετίζεται με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Η παραβίαση του απορρήτου επισύρει σε βάρος των παρόχων ταχυδρομικών υπηρεσιών τις κυρώσεις του άρθρου 11 του ν. 3115/2003, ακόμη και αν αυτοί έχουν μεν προβεί σε κάποιες ενέργειες προς διασφάλιση του απορρήτου και την αποτροπή των παραβιάσεων, οι ενέργειες όμως αυτές αποδεικνύονται κατ’ αποτέλεσμα ανεπαρκείς. Εφ’ όσον ορισμένο ζήτημα ρυθμίζεται από πολιτική Διασφάλισης του Απορρήτου των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (ΠΔΑΤΥ), που έχει εκπονηθεί από τον πάροχο και εγκριθεί από την ΑΔΑΕ, η συμμόρφωση του παρόχου προς την υποχρέωσή του για τη διασφάλιση του απορρήτου θα κριθεί εν όψει του συνόλου των σχετικών συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων, αλλά και των κρίσιμων διατάξεων της ανωτέρω πολιτικής διασφάλισης του απορρήτου. ΣτΕ 1529/2024, σ. 519.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
Αίτηση προσωρινής αποκλειστικής επιμέλειας ανηλίκου τέκνου, καθώς και ανταίτηση του καθ’ ου. Απόρριψη προφορικά ασκηθείσας ανταίτησης, σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 4842/ 2021. Αυτεπάγγελτη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Χρήση σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. ΜΠρΑλεξ 221/2022, σ. 444.
Ανάθεση της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στη μητέρα, λόγω αδυναμίας από κοινού άσκησης εξαιτίας συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ των γονέων και διαφωνιών για το σύνολο των ζητημάτων που αφορούν στο πρόσωπο των τέκνων τους. Κριτήρια για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του «βέλτιστου συμφέροντος» του τέκνου. ΜΕφΑθ 6/2025, σ. 456.
Μεταρρύθμιση απόφασης ανάθεσης επιμέλειας τέκνου κατ’ ΑΚ 1536, λόγω της νομοθετικής μεταβολής που επήλθε με τον ν. 4800/ 2021. Προϋποθέσεις. Περιστατικά δυνάμενα να οδηγήσουν στην κατ’ ΑΚ 1536 ανάκληση ή μεταρρύθμιση. Η νομοθετική μεταβολή δύναται να αποτελέσει βάση για την ενάσκηση αίτησης ή αγωγής εκ της ΑΚ 1536, ωστόσο, απαιτείται η εκ νέου διερεύνηση από το δικαστήριο των αναγκών του τέκνου, της ύπαρξης ή όχι πραγματικής βούλησης του αιτούντος να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο στην καθημερινότητα του ανηλίκου, της δυνατότητας του αιτούντος να ανταποκριθεί, καθώς και η στάθμιση των συνεπειών που δύναται να έχει για το τέκνο η τυχόν μεταβολή του καθεστώτος της επιμέλειάς του και των συνθηκών υπό τις οποίες ζει ήδη. Ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου από κοινού στους γονείς του με το σύστημα της εναλλασσόμενης διαμονής. Εάν δεν συντρέξει σπουδαίος λόγος που εγκυμονεί κινδύνους για το παιδί (περίπτωση κακοποιητικού, ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα) ή πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας από τον ένα γονέα, λόγω της μόνιμης μετεγκατάστασης του παιδιού σε άλλη πόλη ή χώρα, δεν νοείται ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον άλλο γονέα ή έστω κατανομή της επιμέλειας, που μόνο κατ’ επίφαση θα επέτρεπε την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του παιδιού, διότι, διαφορετικά, ο δικαστής θα υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και θα ερμήνευε ή και θα εφάρμοζε εσφαλμένα την ΑΚ 1514. ΜΠρΑθ 73/2025, σ. 463.
Η συνέχεια της συνεπιμέλειας (ν. 4800/2021) στην πρόσφατη νομολογία. Μελέτη από την Κ. Δ. Παντελίδου, σ. 641.
Απόρριψη αιτήματος συνεπιμέλειας. Ρύθμιση της ανάκτησης της μεταξύ τέκνου και πατέρα επικοινωνίας, η οποία είχε διακοπεί από την προς τον Εισαγγελέα απεύθυνση της μητέρας κατά του πατέρα, με την κατηγορία της εκ μέρους του τέλεσης γενετήσιων πράξεων εις βάρος του ανηλίκου, μέχρι την ομόφωνη αθώωσή του. Επικοινωνία τηλεφωνική και διαδικτυακή, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, καθώς και διά ζώσης παρουσία παιδοψυχολόγου. Το γεγονός ότι στη μεταξύ των διαδίκων σχέση καθίσταται εκ των πραγμάτων εξαιρετικά δυσχερής κάθε προσπάθεια συναπόφασης και σύμπραξης οδηγεί τη συνάσκηση της επιμέλειας σε δυσλειτουργία-αδιέξοδο και, συνεπώς, αποκλείει τη δυνατότητα για ανάθεση της συνεπιμέλειας του προσώπου του τέκνου τους σε αυτούς, καθώς κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο βέλτιστο συμφέρον του. Παράμετροι που λαμβάνονται υπ’ όψιν για τον προσδιορισμό του «βέλτιστου συμφέροντος» του τέκνου. Αναγκαία η εξατομικευμένη κρίση, χωρίς δέσμευση από τα κριτήρια της ΑΚ 1511. Τα οφέλη της εναλλασσόμενης κατοικίας για το τέκνο. Η επικοινωνία της ΑΚ 1520 ως δικαίωμα και υποχρέωση. Το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου του παιδιού ως χρόνος επικοινωνίας με φυσική παρουσία πρέπει κατά κανόνα να ερμηνευθεί ως το 1/3 της εκάστοτε χρονικής περιόδου που διανύει το παιδί στη ζωή του (σχολική χρονιά, θερινές ή εορταστικές διακοπές κ.ο.κ). Η διενέργεια ΥΑΣΔ θεραπεύει το απαράδεκτο της συζήτησης από τη μη προσκόμιση της έγγραφης ενημέρωσης του άρθρου 3 § 2 του ν. 4640/2019. ΜΠρΠατ 56/2025, σ. 805.
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑ
Σε περίπτωση που Πρόεδρος του Επιμελητηρίου δεν αναδειχθεί απ’ ευθείας από τα μέλη του Επιμελητηρίου, κατά τις διεξαγόμενες εκλογές, για τον λόγο ότι ουδείς συνδυασμός συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά εκλεγεί από το ΔΣ, το εν λόγω όργανο δύναται, με νεώτερη απόφασή του, να τον παύσει από τη θέση του Προέδρου λόγω μεταβολής των συνθηκών, όπως είναι η περίπτωση που αυτός απώλεσε μεταγενέστερα την εμπιστοσύνη του οργάνου αυτού, και να εκλέξει νέο Πρόεδρο. Η παύση μέλους του ΔΣ από τη θέση του Προέδρου του Επιμελητηρίου συνεπιφέρει και την απώλεια της ιδιότητάς του ως Προέδρου της Διοικητικής Επιτροπής, θέση την οποία, αυτοδικαίως, κατέχει ο εκλεγείς Πρόεδρος. ΣτΕ 1915/ 2024, σ. 875.
ΕΠΙΤΑΓΗ (Εμπ)
Ευθύνη της αναιρεσείουσας τράπεζας προς αποζημίωση λόγω πληρωμής επιταγής του πελάτη της χωρίς προηγούμενο έλεγχο του γνησίου της υπογραφής του από τον αρμόδιο υπάλληλο. Καθιέρωση νόθου αντικειμενικής ευθύνης της πληρώτριας τράπεζας σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 8 του ν. 2251/ 1994 περί προστασίας του καταναλωτή με αντιστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του εκδότη, ο οποίος καλείται να αποδείξει μόνο την ζημία που υπέστη και η τράπεζα ότι δεν υπέχει ευθύνη. ΑΠ 967/2024, σ. 783.
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Χρόνος άσκησης των αρμοδιοτήτων της. Παρ’ ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να θεσπίσει με τον ν. 703/1977 συγκεκριμένη αποκλειστική προθεσμία, μέσα στην οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού υποχρεούται να ασκήσει την αρμοδιότητά, η αρχή της ασφάλειας δικαίου αλλά και το θεμελιώδες δικαίωμα υπεράσπισης, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά όταν η αδικαιολόγητη πάροδος υπερβολικά μακρού χρόνου καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή τη συγκέντρωση αποδείξεων αναγκαίων ή πάντως ουσιωδώς χρήσιμων για την άμυνα του καθ’ ου, επιβάλλουν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού την υποχρέωση να ασκεί τις αρμοδιότητές της μέσα σε εύλογο χρόνο, στοιχείο το οποίο κρίνεται κάθε φορά ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης, τη δυσχέρεια εντοπισμού της, τη φύση του ληπτέου μέτρου, τον σκοπό, στον οποίο αποβλέπει ο ασκούμενος από την Επιτροπή έλεγχος και τις εν γένει περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Χρόνος επιβολής κυρώσεων. Ειδικά για την επιβολή κυρώσεων, μέτρο του ευλόγου του χρόνου αποτελούν και οι προθεσμίες που έχουν ταχθεί στο άρθρο 25 του Κανονισμού 1/ 2003, υπό την έννοια ότι ο εύλογος χρόνος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπολείπεται των προθεσμιών που τάσσονται στη διάταξη αυτή, δεν μπορεί όμως να είναι ούτε και καταδήλως μακρότερος από τον μέγιστο συνολικό χρόνο που προβλέπεται από τις ενωσιακές διατάξεις (δηλαδή τη 10ετία). ΣτΕ 402/ 2025, σ. 1501.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Υπαγωγή σε καθεστώς ενίσχυσης. Ατομικές επιχειρήσεις. Όλοι οι τύποι μικρών, πολύ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αποτελούν επιχειρήσεις επιλέξιμες προς ενίσχυση, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία των επιχειρήσεων σχετικά με τον αριθμό των απασχολουμένων και το χρηματοοικονομικό μέγεθος δεν υπερβαίνουν τα όρια, που τάσσονται για τον χαρακτηρισμό τους ως ΜΜΕ. Περαιτέρω, κάθε επιχείρηση δικαιούται να υποβάλει μία μόνο πρόταση, σε περίπτωση δε υποβολής περισσοτέρων προτάσεων από τον ίδιο φορέα, όλες οι προτάσεις απορρίπτονται. Η επιχείρηση ως οντότητα, δηλαδή, που αναπτύσσει οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως της ειδικότερης νομικής μορφής και του τρόπου χρηματοδότησής της. Ειδικώς στην περίπτωση των ατομικών επιχειρήσεων, σε περίπτωση κατά την οποία τα φυσικά πρόσωπα που συνιστούν τους φορείς των επιχειρήσεων αυτών τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξάρτησης ή σε άλλη σχέση, βάσει της οποίας ενεργούν από κοινού ως ομάδα προσώπων, συντονιζόμενα προκειμένου να διαμορφώσουν την εμπορική δράση των οικείων επιχειρήσεων, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην οικεία αγορά κατά τρόπο μη αυτοτελή αλλά προσανατολισμένο στην επίτευξη ενιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων, οι εν λόγω ατομικές επιχειρήσεις αποτελούν ενιαία επιχείρηση και, συνεπώς, δεν δικαιούνται να υποβάλουν περισσότερες αυτοτελείς προτάσεις για την υπαγωγή τους στο πρόγραμμα ενίσχυσης. ΣτΕ 1157/2024, σ. 200.
ΕΠΩΝΥΜΟ
Αλλαγή επωνύμου. Το επώνυμο αποτελεί μεν στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, ως μέσο αυτοπροσδιορισμού και εξατομίκευσης, καθώς και διακριτικό οικογενειακό γνώρισμά, η αλλαγή του, όμως, δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά γίνεται ύστερα από απόφαση του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, εφ’ όσον συντρέχουν συγκεκριμένοι και σοβαροί λόγοι, ικανοί να δικαιολογήσουν τη μεταβολή του, διότι το επώνυμο, το οποίο έχει καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση του προσώπου, ενδιαφέρει προφανώς τη δημόσια τάξη και τις ειδικότερες εκφάνσεις της, όπως, προεχόντως, την αποτελεσματική αστυνόμευση και δίωξη του εγκλήματος, την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου. Λόγοι αναφερόμενοι στην επαγγελματική κατάσταση του αιτούμενου την αλλαγή του επωνύμου είναι κατ’ αρχήν ικανοί να δικαιολογήσουν την αλλαγή αυτή. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται εν όψει της κατοχύρωσης, με το άρθρο 5 § 1 Σ, του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Οίκοθεν νοείται ότι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς της, η Διοίκηση καλείται να εφαρμόσει τις αρχές που διέπουν την κατά διακριτική ευχέρεια δράση της, κατά τα γενικώς κρατούντα, όπως η αρχή της ισότητας και της εξατομικευμένης αντιμετώπισης κάθε περίπτωσης. ΣτΕ 5/2025, σ. 1248.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ
Η επίδραση των νέων τεχνολογιών στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής για ένα πιο ανθρωποκεντρικό εργασιακό περιβάλλον. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Γ. Βλασσόπουλο, σ. 258.
Καταπολέμηση βίας και παρενόχλησης στην εργασία: από τα πορίσματα των εργατικών διαφορών ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας στις δικαστικές αποφάσεις. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Μ. Σ. Ρούμπου, σ. 275.
Ρύθμιση ζητημάτων κοινωνικής ασφάλισης μέσω Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Ειδικοί Λογαριασμοί Αλληλοβοηθητικά Σωματεία ή Ταμεία. Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος [ΛΕΠΕΤΕ]. Αποτελεί ιδιωτικό φορέα επικουρικής ασφάλισης και οι παροχές, που κατέβαλε προς τους δικαιούχους του, δεν συνιστούν μετεργασιακές αμοιβές λόγω λήξης της εργασιακής τους σχέσης. ΑΠ 99/2024, σ. 107.
Το αγωγικό αίτημα για έκδοση (ορθής) βεβαίωσης από τον εργοδότη, ώστε να εισπραχθεί από τον εργαζόμενο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ένα εφάπαξ ποσό από το Ελληνικό Δημόσιο, μετά την ιδιωτικού δικαίου καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, αφορά διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Στη σύμβαση δανεισμού μισθωτού μόνο ο αρχικός εργοδότης δικαιούται να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και στην καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Για τον υπολογισμό της καταβλητέας από τον αρχικό εργοδότη αποζημίωσης απολύσεως λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, και οι τυχόν πρόσθετες αμοιβές που έχουν καταβληθεί στο μισθωτό από τον δευτερογενή εργοδότη κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και είναι συμφυείς με το αντικείμενο και τη φύση της εργασίας του εργαζομένου. Η διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων και των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου δεν απαλλάσσουν τον αρχικό εργοδότη από τη συμπερίληψη στην αποζημίωση απόλυσης των αποδοχών του μισθωτού είτε αυτές προέρχονται από τον αρχικό, είτε τον δευτερογενή εργοδότη. ΜΕφΑθ 5221/ 2024, σ. 149.
Κριτήρια που χαρακτηρίζουν την κατάρτιση και λειτουργία της σύμβασης εργασίας, σε αντίθεση με την έννοια προπαρασκευαστικών ενεργειών με σκοπό τη μελλοντική τυχόν κατάρτιση της σύμβασης. Η ολιγόωρη παραμονή μισθωτού στον τόπο εργασίας, η παροχή εκ μέρους του μικροεργασιών και η επίδειξη του τρόπου εργασίας δεν συνιστούν κατάρτιση σύμβασης, άλλως σχέσης εργασίας. Άκυρη απόλυση λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου παρά το γεγονός ότι η απόλυση έλαβε χώρα κατά την εγκυμοσύνη (άρθρ. 36 ν. 3996/2011). Πλαστογραφία υπογραφής επί εγγράφου συμβάσεως εργασίας που υποβλήθηκε στον ΟΑΕΔ ως ορισμένου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη. Διαβίβαση στον αρμόδιο Εισαγγελέα της δικογραφίας για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων (κατάρτισης και χρήσης πλαστού εγγράφου, απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου). Απόρριψη αιτήματος προσωποκράτησης λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 1047 § 2 ΚΠολΔ. Παραδεκτή και νόμιμη η προσκόμιση τεχνικής έκθεσης γραφολόγου–πραγματογνώμονα και ενόρκων βεβαιώσεων για πρώτη φορά στο Εφετείο, κατ’ άρθρ. 529 § 1 ΚΠολΔ. ΜΕφ Αθ 875/2025, σ. 800.
Μη καταβολή αποδοχών (άρθρον μόνον α.ν. 690/ 1945, άρθρ. 28 ν. 3996/2011). Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εργοδοτική ιδιότητα των κατηγορουμένων νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας. ΑΠ 1424/24, σ. 828.
ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑ
Στην περίπτωση που ο αιτών δεν παραστεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δια πληρεξουσίου δικηγόρου, η έγκριση της άσκησης του υπογραφομένου μόνον από δικηγόρο ενδίκου μέσου και των πράξεων της προδικασίας μπορεί να γίνει όχι μόνο με δήλωση του αιτούντος αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, αλλά και με την προσκομιδή, μέχρι τη συζήτηση, συμβολαιογραφικού εγγράφου με το οποίο παρέχεται ειδική πληρεξουσιότητα προς παράσταση κατά τη συζήτηση σε δικηγόρο άλλον από τον υπογράφοντα το δικόγραφο. Και τούτο, διότι η παροχή εκ των υστέρων, μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, ειδικής πληρεξουσιότητας, έστω και προς δικηγόρο άλλον από τον υπογράφοντα, συνιστά έγκριση από τον αιτούντα τόσο της άσκησης του ενδίκου τούτου μέσου, για το οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα, όσο και των σχετικών πράξεων της προδικασίας. ΣτΕ 2008/ 2024, σ. 877.
Ερημοδικία λόγω μη προσήκουσας παράστασης. Επί εφέσεως ασκηθείσας από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, είναι υποχρεωτική ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η προφορική συζήτηση της υπόθεσης και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση αυτήν ισχύει όχι μόνον για τον ερημοδικασθέντα διάδικο, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά στον πρώτο βαθμό. Η υποβολή τέτοιας δήλωσης από μη παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στον δεύτερο βαθμό, συνιστά μη προσήκουσα παράσταση αυτού, έστω και αν έχει καταθέσει προτάσεις, συνεπαγόμενη την ερημοδικία του, με αποτέλεσμα οι προτάσεις του και οι σε αυτές περιεχόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, καθώς και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, να μην λαμβάνονται υπ’ όψιν. Εάν ο μη προσηκόντως, κατά τα ανωτέρω, παριστάμενος είναι ο εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών. ΤρΕφΑθ 2838/2024, σ. 1171.
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Ευθύνη νομικού εκπροσώπου για χρέη της εταιρείας. Προϋποθέσεις. Οφειλές ανώνυμης εταιρείας από εισφορές-ποινές, που επιβλήθηκαν σε βάρος της από την Τράπεζα της Ελλάδος για παράβαση των υποχρεώσεών της περί εξαγωγών γεωργικών προϊόντων, τις οποίες καλείται, με ατομική ειδοποίηση, να καταβάλει ένα μέλος του ΔΣ αυτής, που είναι και ο διευθύνων σύμβουλός της. Όμως, το ότι τη δήλωση, που κατατίθεται μαζί με την υποβολή της αίτησης της ΑΕ για εγγραφή στο Μητρώο Εξαγωγέων του ΕΒΕΑ και η οποία καλύπτει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο εξαγωγέας εφ’ όσον δεν εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του, την υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ, δεν δημιουργεί πρόσθετη, ατομική και αλληλέγγυα ευθύνη του τελευταίου, δεδομένου άλλωστε ότι η προσωπική ευθύνη του φυσικού προσώπου για χρέη του νομικού προσώπου, που διοικεί, συνιστά εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση. ΣτΕ 64/2024, σ. 94.
Φόρος κληρονομίας των κτωμένων αιτία θανάτου εταιρικών μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής σε επιχείρηση. Εναλλακτικά προβλεπόμενος αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας. Η χορηγούμενη από τον νόμο εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό να ρυθμίζει όχι το αντικείμενο του φόρου, το οποίο προσδιορίζεται από τον ίδιο τον νόμο, αλλά τη μέθοδο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του εν λόγω αντικειμένου, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. ΣτΕ 866/2024, σ. 170.
Ανώνυμες
Μη καταβολή μερίσματος στους μετόχους Ανώνυμης Εταιρείας και υπεξαίρεση: ορισμένες σκέψεις ως προς τον χειρισμό των οικείων υποθέσεων από τη νομολογία. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Γ. Ψαράκη, σ. 267.
Ακυρωσία αποφάσεων γενικής Συνέλευσης Α.Ε. που ελήφθησαν κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, με τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 35 § 2 περ. β΄ του ν. 2190/1920). Στο λόγο αυτό ακυρωσίας υπάγεται και η περίπτωση όπου παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μετόχων και η αρχή της υποχρέωσης πίστης τόσο προς την εταιρεία όσο και προς τον μειοψηφούντα μέτοχο. Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 1340/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ΑΠ 1462/2023, σ. 718.
Συμβάσεις ανώνυμης εταιρείας με τα μέλη του ΔΣ. Έννοια τρέχουσας συναλλαγής. Τα μέλη του ΔΣ συνδέονται με την εταιρεία με σχέση εντολής. Εφόσον αμείβονται για τη συμμετοχή τους σε αυτή θεωρείται μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Εάν προσφέρουν και άλλες υπηρεσίες στην εταιρεία έναντι αμοιβής απαιτείται για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης η έγκριση της ΓΣ. ΑΠ 810/ 2024, σ. 788.
Έγκληση. Σύγκρουση συμφερόντων νομικού προσώπου εταιρείας με αυτά των μελών του ΔΣ. Για την υποβολή έγκλησης κατά των τελευταίων, ορίζεται από το δικαστήριο προσωρινή διοίκηση κατ’ άρθρ. 69 ΑΚ και όχι ειδικός εκπρόσωπος κατ’ άρθρ. 103-105 ν. 4548/2018, όπως προβλέπεται επί υποβολής αγωγής. ΑΠ 622/2024, σ.1405.
Τα μέλη διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ευθύνονται για τη ζημία που από πταίσμα τους προξένησαν στην εταιρία, η ευθύνη τους δε αυτή υφίσταται και κατά τα άρθρα 914, 919 ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη τους αποτελεί και αδικοπραξία. Την αξίωση προς αποζημίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της ΑΕ, νομιμοποιούμενο να εγείρει την οικεία αγωγή, κατά τους ό-ρους του άρθρου 22β του ν. 2190/1920. Οι κατ' ιδίαν μέτοχοι της α.ε. δεν έχουν και αυτοί παράλληλα αξίωση αποζημίωσης γιατί δεν είναι οι αμέσως ζημιωθέντες. Οι μέτοχοι έχουν αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης κατά των μελών της διοίκησης της α.ε., όταν η ζημιογόνος πράξη συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού τους δικαιώματος. Οι πράξεις ή παραλείψεις των μελών της διοίκησης που συνιστούν κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων προξένησαν άμεση ζημία στην ΑΕ και έμμεση ζημία στους μετόχους. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΠ 1847/ 2023, σ. 1407.
Η εξέλιξη του ΟΠΑΠ. Ο ΟΠΑΠ συστάθηκε ως ν.π.ι.δ. με σκοπό την οργάνωση και λειτουργία δελτίου προγνωστικών για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και λειτουργούσε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, τα δε έσοδά του, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, αποτελούσαν έσοδα απ’ ευθείας του κρατικού προϋπολογισμού και διαθέτονταν κυρίως για την εκπλήρωση της αποστολής της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Εξαίρεση από την καταβολή αγγελιοσήμου. Θεσπίστηκε απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου, των ν.π.ι.δ. και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας από την υποχρέωση καταβολής αγγελιόσημου για διαφημίσεις. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής αγγελιόσημου για τις διαφημίσεις των αγαθών και υπηρεσιών τους. Ως διαφημίσεις νοούνται όχι μόνον οι διαφημιστικές προβολές, από τις οποίες προκύπτει εμφανώς ότι ο διαφημιζόμενος πληρώνει για την προβολή και προώθηση των παρεχομένων από αυτόν αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και οι χορηγίες, καθώς και οι περιέχουσες διαφημιστικά μηνύματα δημοσιεύσεις, που καταχωρούνται σε έντυπα, ένθετα, αφιερώματα κ.λπ. ή διανέμονται με τα έντυπα αυτά, είτε οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται επί πληρωμή, είτε δωρεάν. Εξαίρεση προβλέπεται αν ο χορηγός ή αυτός, που προβάλλεται μέσω της δημοσίευσης, είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Θεσπίζεται, δηλαδή, εξαίρεση των μη κερδοσκοπικών οργανισμών από την υποχρέωση καταβολής αγγελιόσημου, όταν οι οργανισμοί αυτοί προβάλλονται με τους παραπάνω τρόπους (χορηγίες, δημοσιεύσεις), οι οποίοι και προσιδιάζουν στη φύση τους. Συνεπώς, η ΟΠΑΠ ΑΕ εξαιρείται από την καταβολή αγγελιόσημου μόνον ως προς τις χορηγίες και τις περιέχουσες διαφημιστική προβολή δημοσιεύσεις είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν. ΣτΕ 691/2025, σ. 1511.
Επιχορήγηση από πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Ιδία συμμετοχή. Για την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της επένδυσης δεν αρκεί μόνον η εκτέλεση του φυσικού αντικειμένου της, αλλά απαιτείται και η πλήρης εξόφληση του αντίστοιχου οικονομικού αντικειμένου, περιλαμβανομένης και της ιδίας συμμετοχής του δικαιούχου. Κάλυψη συμμετοχής με αύξηση κεφαλαίου της ΑΕ. Σε περίπτωση, που η διαδικασία αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ΑΕ για την κάλυψη της ιδίας συμμετοχής του δικαιούχου στο Πρόγραμμα ολοκληρωθεί με την πιστοποίηση από το ΔΣ της καταβολής του ποσού της αύξησης εντός της ταχθείσας για την ολοκλήρωση της επένδυσης προθεσμίας, εντός δε της προθεσμίας αυτής έχει εκτελεστεί και το φυσικό αντικείμενο του έργου, μόνη η υπέρβαση των προβλεπόμενων από τον νόμο περί ΑΕ προθεσμιών, που αφορούν την ολοκλήρωση της διαδικασίας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου (προθεσμιών για την καταβολή και την πιστοποίηση της καταβολής του ποσού της αύξησης), δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους δέσμευσης, που δικαιολογεί την απένταξη του έργου από το Πρόγραμμα. ΣτΕ 809/2025, σ. 1774.
Χαρακτήρας ΔΕΔΔΗΕ. Η ΔΕΔΔΗΕ κατέχει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, αφού διαθέτει τόσο την αποκλειστική διαχείριση όσο και την αποκλειστική κυριότητα του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας. Ο αναθέτων φορέας, προβλέποντας ως μέσο απόδειξης της απαιτούμενης πιστοληπτικής ικανότητας του υποψήφιου οικονομικού φορέα τη βεβαίωση τραπεζικού οργανισμού, κινείται εντός του κανονιστικού πλαισίου του άρ.80 του ν. 4412/16, το οποίο, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που κατά κανόνα αποδεικνύουν την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια του οικονομικού φορέα, προβλέπει τις τραπεζικές βεβαιώσεις χωρίς να υποχρεώνει τον αναθέτοντα φορέα να προβλέψει και άλλους εναλλακτικούς τρόπους απόδειξης του παραπάνω κριτηρίου επιλογής. ΣτΕ 1074/2025, σ. 1782.
Δικηγορικές
Σύμβαση παροχής υπηρεσιών DPO μεταξύ δικηγόρου και δημοσίου φορέα και συνέπειες επιγενόμενης συμμετοχής του δικηγόρου σε δικηγορική εταιρεία. ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Π. Χ. Κατσαρό, σ. 231.
ΕΠΕ
Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας από επιστροφή κεφαλαίου. Στην περίπτωση που από το συνολικό κεφάλαιο, το οποίο είχε καταβληθεί για τη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) σε προγενέστερο οικονομικό έτος, επιστρέφεται αυτούσιο μέρος του ποσού αυτού συμμετοχής στον μοναδικό εταίρο, λόγω εκκαθάρισης της εταιρείας σε μεταγενέστερο οικονομικό έτος, το εν λόγω ποσό, που αντιστοιχεί στο προϊόν της εκκαθάρισης της ΕΠΕ, μπορεί να ληφθεί υπ’ όψη για τη δικαιολόγηση της προσαύξησης της περιουσίας, εφ’ όσον (το ποσό) αυτό πράγματι διασώζεται και εισπράχθηκε αποδεδειγμένα κατά τη μεταγενέστερη χρήση και η απόδειξη της είσπραξής του στηρίζεται σε νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Το ποσό, που δύναται να επικαλεστεί ο φορολογούμενος προς κάλυψη ή περιορισμό της προσαύξησης της περιουσίας, δεν είναι η διαφορά μεταξύ του αρχικού κεφαλαίου συμμετοχής στην εταιρεία και του ποσού που επιστρέφεται λόγω εκκαθάρισης αυτής, αλλά το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στο προϊόν εκκαθάρισης, εφ’ όσον η σύσταση και η λύση - εκκαθάριση της εταιρείας έλαβαν χώρα σε διαφορετικά οικονομικά έτη. ΣτΕ 61/2025, σ. 1250.
Προσωπικές
Προσωπικές εταιρείες. Αίτηση αποκλεισμού ετερόρρυθμου εταίρου από τον ομόρρυθμο. Έννοια σπουδαίου λόγου. Περιστατικά ΜΕφΑθ 2323/ 2025, σ.1216.
ΕΥΘΥΝΗ (ΑΚ)
Ευθύνη από διακινδύνευση. Αναγνώριση της υποχρέωσης του κατόχου ή εξουσιαστή για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένα «ιδιαίτερος» κίνδυνος, αφού στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους μόνον έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του και την προστασία της ιδιοκτησίας του. Δεν υφίσταται ευθύνη από διακινδύνευση χωρίς διαφυγή της κινδυνώδους κατάστασης του ηλεκτρικού ρεύματος από το δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας με πτώση, έκρηξη, διαρροή ή άλλο παρόμοιο τρόπο, αλλά από την διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε επιχείρηση. ΑΠ 1503/2023, σ. 104.
Αναίρεση. Αστική Ευθύνη. Νομοθέτηση. Η διάταξη της περ. α’ της § 5 του άρθρου 2 του ν. 3372/ 2005, εντασσόμενη στο πλαίσιο της οφειλόμενης κρατικής μέριμνας για τον αθλητισμό, υπαγορεύθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Με την ίδια διάταξη δεν θεσπίζεται απόσβεση των απαιτήσεων των δανειστών των λυόμενων ΠΑΕ, καθώς δεν αποκλείστηκε η ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών από το προϊόν της εκκαθάρισης, εφόσον αυτό επαρκεί, δεν παραβιάζεται το κατοχυρωμένο στο άρθρ. 20 § 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα δικαστικής προστασίας. ΣτΕ 405/2024, σ.174.
Αστική ευθύνη δημοσίου λόγω άρνησης χορήγησης άδειας επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αλλοδαπού Δημοσίου από τον Υπουργό Δικαιοσύνης κατ’ άρθρο 923 ΚΠολΔ. Η αδεια επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Ιταλικού Δημοσίου για ικανοποίηση αξιώσεων των αναιρεσειόντων σε βάρος του, που είχαν επιδικαστεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Οι πράξεις του Υπουργού Δικαιοσύνης έχουν τον χαρακτήρα κυβερνητικής πράξης, που εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του ΣτΕ. Σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας εξαιτίας της άρνησης αυτής, ο ζημιωθείς μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του με αγωγή ασκούμενη κατ’ επίκληση του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος, εφόσον έχει υποστεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία. Η εφαρμογή των Κανονισμών 44/2001 ή 805/2004. Προσδιορισμός της βλάβης που υφίσταται ο διοικούμενος. Κρίσιμο νομικό ζήτημα εάν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση προς αποζημίωση για πρόκληση ζημίας από κυβερνητικές πράξεις με νομική βάση την § 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος και, σε καταφατική περίπτωση, υπό ποιες προϋποθέσεις θεμελιώνεται τέτοια αξίωση. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του ΣτΕ. Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με την αριθ. 943/2023 ΣτΕ. ΣτΕ 270/2025, σ. 367.
Είναι εξεταστέο σε κάθε περίπτωση, αν κατ’ εφαρμογήν των συνταγματικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του. Δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ευθύνη του διαχειριστή δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας από διακινδύνευση, διότι ο νομοθέτης προέβλεψε ευθύνη του διαχειριστή μόνο από υπαιτιότητά του για την λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου έχει την διαχείριση και συνεπώς δεν υπάρχει ακούσιο κενό. Κατά την γνώμη της Εισηγήτριας, όμως, ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τη ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητά του (αντικειμενική ευθύνη), μόνον στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης έχει ρητά προβλέψει περί τούτου. ΑΠ 110/2025, σ. 689.
Η αστική ευθύνη του Δημοσίου από ζημιογόνο συμπεριφορά των οργάνων του και ιδίως των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας (Επισκόπηση νομολογίας αποζημιώσεως 104-106 ΕισΝΑΚ). Μελέτη από τον Α. Π. Αργυρό, σ. 1074.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
Ενωσιακή Οδηγία μη μεταφερθείσα στο εθνικό δίκαιο. Από Οδηγία, που δεν έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη κράτους-μέλους, δεν μπορούν να προκύψουν υποχρεώσεις για τους ιδιώτες ούτε έναντι άλλων ιδιωτών ούτε, κατά μείζονα λόγο, έναντι του ιδίου του κράτους. Επομένως, το κράτος-μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί αυτές καθ’ εαυτές τις διατάξεις Οδηγίας κατά των ιδιωτών προκειμένου να μην εφαρμόσει αντίθετη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, με σκοπό να δημιουργήσει υποχρεώσεις σε βάρος τους. ΣτΕ 9/ 2025, σ. 1248.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ (Ε.Ε.)
Διεθνείς Συνθήκες και νομικό σύστημα της Ε.Ε. Μία (επενδυτική) Διεθνής Συμφωνία του Ελληνικού Δημοσίου δεν επιτρέπεται να θίγει το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων, που καθιερώνει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και, συνακόλουθα, την αυτονομία του νομικού συστήματος της Ε.Ε. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια και στο ΔΕΕ να εγγυώνται την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών-μελών. Οι διαφορές, που ανακύπτουν στο πλαίσιο της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας του Λιβάνου, για την προώθηση και αμοιβαία προστασία των επενδύσεων, ενδέχεται να αφορούν την ερμηνεία ή/και την εφαρμογή του δικαίου της Ε.Ε. Το ως άνω διαιτητικό δικαστήριο δεν συνιστά στοιχείο του δικαιοδοτικού συστήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, δικαστήριο κράτους-μέλους και να μην μπορεί να υποβάλει (παραδεκτώς) προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ. Συνεπώς, η υποβολή ενώπιον του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου μιας διαφοράς, η οποία ανακύπτει μεταξύ ενός κράτους-μέλους (του Ελληνικού Δημοσίου) και μιας εταιρείας, που εδρεύει σε έτερο κράτος-μέλος και στην οποία τίθενται ζητήματα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου, θα ήταν ικανή να θέσει εν αμφιβόλω τη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του δικαίου της Ένωσης, η οποία διασφαλίζεται μέσω της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν συμβατή με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας των κρατών-μελών, θα έθιγε την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης και θα ήταν αντίθετη στα άρθρα 267 και 344 της ΣΛΕΕ. ΣτΕ 1220/2024, σ.202.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ
Πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (ΕΕΕ). Η απόφαση με την οποία δικαστική αρχή κράτους μέλους ζητεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους να επιδώσει σε πρόσωπο διάταξη περί απαγγελίας κατηγορίας εις βάρος του δεν συνιστά per se ΕΕΕ. Η απόφαση με την οποία αντιστοίχως ζητείται να τεθεί πρόσωπο υπό προσωρινή κράτηση για σκοπούς διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους στην Οδηγία 2014/41/ ΕΕ ή να του επιβληθεί η υποχρέωση κατάθεσης εγγύησης δεν συνιστά ΕΕΕ. Η απόφαση με την οποία αντιστοίχως ζητείται να δοθεί σε πρόσωπο η δυνατότητα να παράσχει εξηγήσεις επί των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στη διάταξη περί απαγγελίας κατηγορίας εις βάρος του συνιστά ΕΕΕ, εφόσον το εν λόγω αίτημα εξέτασης αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. ΔΕΕ C-583/23/9.1.2025, σ. 1537.
ΕΦΕΣΗ (ΔιοικΔ)
Κατ’ εξαίρεση άσκηση αίτησης αναίρεσης ή έφεσης. Κατά απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου ως αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ, χωρεί ενώπιον του ΣτΕ αναίρεση (αν πρόκειται για διαφορά ουσίας) ή έφεση (αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά), κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη. Πρέπει, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει κατ’ αρχήν ρητή και απερίφραστη κρίση ως προς την αντισυνταγματικότητα της εφαρμοσθείσας διάταξης ή την αντίθεσή της προς υπερκείμενους κανόνες δικαίου, όχι όμως και όταν το διοικητικό δικαστήριο έχει ρητώς κρίνει, ταυτοχρόνως, ότι η εν λόγω πράξη στερείται νομοθετικού ερείσματος, διότι, πάντως, η πλημμέλεια της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν αντανακλά στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. ΣτΕ 1118/ 2024, σ. 199.
Έφεση σε ακυρωτική δίκη. Έννομο συμφέρον. Στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας ακυρωτικής δίκης δεν παρίσταται ως κρίσιμη η εξέταση λόγου έφεσης και η επίλυση του τιθέμενου νομικού ζητήματος, στην περίπτωση κατά την οποία τίθεται άλλο προηγούμενο, πράγματι κρίσιμο, νομικό ζήτημα, το οποίο αφορά ειδικότερα το παραδεκτό της αίτησης ακύρωσης, αναγόμενο στο έννομο συμφέρον άσκησής της και που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Μετέπειτα αποχώρηση του αιτούντος από την υπηρεσία. Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης και πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, ο αιτών αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, τότε, κατ’ αρχήν, εκλείπει το έννομο συμφέρον του να ζητήσει ακύρωση πράξης, που αφορά παράλειψη εκλογής του σε θέση που συνδέεται με την υπηρεσιακή του κατάσταση, εκτός εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι έχει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην αποτροπή δυσμενών για το μέλλον συνεπειών από την προσβληθείσα πράξη, οι οποίες δεν μπορούν να αρθούν παρά μόνο με την ακύρωσή της. ΣτΕ 911/2025, σ. 1778.
ΕΦΕΣΗ (ΚΠολΔ)
Συζήτησή της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Απαράδεκτη η παράσταση με δήλωση. ΜΕφΑθ 1785/ 2024, σ. 1186.
Το Παραδεκτό ασκήσεως Έφεσης και Αναίρεσης επί εν μέρει Οριστικής Απόφασης – Κριτική στην ΟλΑΠ 1/ 2019. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Π. – Η. Τζιτζιλή, σ. 1292.
ΕΦΕΣΗ (ΠοινΔ)
Απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης, εκπρόθεσμο έφεσης, λόγος ανωτέρας βίας, αρνητική υπέρβαση εξουσίας: Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης, με την αιτιολογία ότι δεν συνιστούσε γεγονός ανωτέρας βίας η αδυναμία του εκκαλούντος να λάβει αντίγραφα από τη δικογραφία και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του, επειδή για την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης, λόγω του καθολικού μεταβιβαστικού της αποτελέσματος, αρκούσε η επίδοση αποσπάσματος της πρωτόδικης απόφασης, που περιείχε τον αριθμό της, την πράξη για την οποία καταδικάστηκε και τη διάταξη που την προβλέπει, καθώς και την ποινή που του επιβλήθηκε. Ωστόσο, τα περιστατικά αυτά που επικαλέστηκε ο εκκαλών (αδυναμία πρόσβασης στη δικογραφία χωρίς υπαιτιότητά του), συνιστούσαν πράγματι γεγονός ανωτέρας βίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης και αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. ΑΠ 1252/2024,σ.490.
ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Ρευματοκλοπές–Αρμοδιότητες ΔΕΗ ΑΕ και ΔΕΔ ΔΗΕ ΑΕ σε περιπτώσεις ρευματοκλοπών – Υποχρέωση ειδοποίησης πελάτη από τον πάροχο ηλεκτρικού ρεύματος πριν από την επέλευση της ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης παροχής (288, 330, 334, 335 και 336ΑΚ) όταν ο οφειλέτης (πάροχος) γνωρίζει ή αναμένει ότι αυτή θα επέλθει – Ευθύνη ΔΕΗ ΑΕ λόγω μη επανασύνδεσης παροχής ρεύματος πελάτη, μετά τη ρύθμιση οφειλής του, και ευθύνη της για τη μη ειδοποίησή του για την αδυναμία επανασύνδεσης παροχής προς αποφυγή ζημίας του. ΑΠ 146/2025, σ. 1424.
Εξακολούθηση σύναψης συμβάσεων από τη ΛΑΓΗΕ, παρά την υπέρβαση των στόχων. Η αποδιδόμενη στη ΛΑΓΗΕ, υπό την ιδιότητά της ως διαχειριστή του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, παρανομία, επειδή συνέχισε να συνάπτει συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε χρονικό διάστημα, που οι υπογεγραμμένες συμβάσεις είχαν υπερβεί τους εθνικούς στόχους, δεν είναι βάσιμη, διότι η ΛΑΓΗΕ δεν δικαιούται να αρνηθεί, αλλά έχει νόμιμη υποχρέωση να συνάπτει συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ με τους κατόχους αδειας παραγωγής για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο Σύστημα ή το Δίκτυο, εφ’ όσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται στο Σύστημα είτε απ’ ευθείας, είτε μέσω του Δικτύου και οι κάτοχοι άδειας παραγωγής έχουν υποβάλει αίτηση με πλήρη φάκελο. Προστασία της ανάπτυξης των ΑΠΕ και μέτρα περιορισμού αυτών. Τα κράτη-μέλη υποχρεούνται μεν να εγγυώνται τη μεταφορά και διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας, που παράγεται από τις ΑΠΕ και να μεριμνούν για την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, διαθέτουν όμως περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή και την εφαρμογή των εθνικών μέτρων (μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και εθνικά καθεστώτα στήριξης), ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της αγοράς ενέργειας σε κάθε κράτος-μέλος. Επιτρέπεται δε, κατ’ εξαίρεση, να λάβουν μέτρα για τον περιορισμό των ΑΠΕ, για να εξασφαλιστούν το εθνικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας και ο ενεργειακός εφοδιασμός, διαθέτουν όμως περιθώριο εκτίμησης προς τη σκοπιμότητα λήψης τέτοιων μέτρων και την επιλογή του. Συνεπώς, η μη έκδοση κανονιστικής απόφασης περί αναστολής αδειοδότησης φωτοβολταϊκών σταθμών σε συγκεκριμένη περίοδο, αλλά μεταγενεστέρως, η οποία έγινε στο πλαίσιο της κυβερνητικής ενεργειακής πολιτικής, ήταν ελεύθερη επιλογή του κανονιστικού νομοθέτη και δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. ΣτΕ 2077/ 2024, σ. 1473.
Μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα εντός γεωργικής γης. Η ανάπτυξη εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα εντός περιοχών γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας υπαγορεύεται από την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η οποία έχει λάβει οξείες διαστάσεις τις τελευταίες δεκαετίες, της επίτευξης ενεργειακής επάρκειας της Χώρας και της απεξάρτησης από τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα, σε συμμόρφωση προς το ενωσιακό δίκαιο, ενώ συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής εγκατάστασης, στο μέτρο που καθιστά δυνατή την αξιοποίηση (ανακύκλωση) οργανικών αποβλήτων, τα οποία, άλλως, θα διετίθεντο στο περιβάλλον, με προφανείς δυσμενείς συνέπειες για την ποιότητά του. ΣτΕ 618/ 2025, σ. 1495.
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ
Άρση κατάσχεσης ψηφιακών πειστηρίων, καθώς δεν τίθεται πλέον ζήτημα ως προς την πρόκληση δυσχερειών στην εξακρίβωση της αλήθειας σχετικά με τα διερευνώμενα αδικήματα, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας. Αντίθετη εισαγγελική πρόταση σύμφωνα με την οποία, καθώς οι σχετικοί υπολογιστές κατασχέθηκαν ως μέσα τέλεσης του αδικήματος στο οποίο αφορά η εκδοθείσα και εκτελεσθείσα Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας, δεν τίθεται ζήτημα άρσης της κατάσχεσης, καθόσον διά της αποδόσεως αυτών ενδέχεται να δημιουργηθούν δυσχέρειες στην εξακρίβωση της αλήθειας, εφόσον υπάρχουν σε αυτούς στοιχεία σχετιζόμενα με το προαναφερόμενο αδίκημα. ΣυμβΠλημΑθ 3679/2024, σ. 436.
ΙΑΤΡΟΙ
Τίτλοι ιατρικής εξειδίκευσης. Αρμοδιότητα. Διοικητικές πράξεις που αφορούν χορήγηση τίτλου ιατρικής εξειδίκευσης, δηλαδή άδειας που συνδέεται άρρηκτα με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας ιατρού με τη χρήση του συγκεκριμένου τίτλου, αποτελούν διαφορές που υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου. Δεν ασκεί επιρροή, από την άποψη αυτή, η απασχόληση του ιατρού που έχει λάβει τον τίτλο εξειδίκευσης στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, ή ο τρόπος αμοιβής του κατά την απόκτηση του τίτλου εξειδίκευσης. ΣτΕ 523/2025, σ. 1504.
Παθητική Νομιμοποίηση Δημόσιου Νοσοκομείου σε δίκη επί αγωγής για την καταβολή μισθολογικής διαφοράς επικουρικών ιατρών. Παρά το γεγονός ότι το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ έχει διοικητική αυτοτέλεια, η μισθοδοσία των εργαζομένων σε αυτό ιατρών βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και η οικονομική του διαχείριση ανήκει στην 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής. Απαράδεκτη η αγωγή που στρέφεται κατά του εν λόγω νοσοκομείου λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. ΜΕφΑθ 485/2025, σ. 1723.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ
Σύμβαση παραχώρησης χρήσης λογισμικού. Παράδοση πηγαίου κώδικα, στοιχεία σύμβασης μεταβίβασης πνευματικού έργου (λογισμικού). Επί ελλείψεως συμφωνίας επί ουσιώδους στοιχείου συμβάσεως (αντιπαροχή), η σύμβαση δεν θεωρείται καταρτισμένη. Αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αντίθεση στα χρηστά ήθη. Το άρθρ. 179 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί χαριστικών συμβάσεων. Αθέμιτη απόσπαση εργατικού δυναμικού. Συνδρομή προϋποθέσεων καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. ΑΠ 1833/23, σ. 712.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣΤΗ
Οροφοκτησία και δικαίωμα του υψούν. Επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, η οποία αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση οικοδομής. Φόρος κληρονομίας επί του δικαιώματος υψούν. Σε περίπτωση μεταβίβασης αιτία θανάτου του δικαιώματος υψούν, ο υπόχρεος σε φόρο αναγράφει στη φορολογική δήλωση την αντικειμενικώς προσδιοριζόμενη αξία του. ΣτΕ 1045/ 2024, σ. 196.
ΙΔΡΥΜΑ
Κοινωφελές ίδρυμα ιδρυθέν δυνάμει διαθήκης. Απόρριψη αίτησης μεταβολής (επέκτασης) της εκμετάλλευσης της αφιερωθείσης για τον συγκεκριμένο κοινωφελή σκοπό περιουσίας, κατόπιν βεβαιώσεως (ερμηνείας) της αληθούς βουλήσεως του διαθέτη περί διαθέσεως της περιουσίας του. ΑΠ 1267/2023, σ. 128.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
H καταχρηστικότητα του άρθρου 281 ΑΚ ως μέτρο ελέγχου συμβατικών ρητρών: Δικονομική αντιμετώπιση του ισχυρισμού. Με αφορμή την ΑΠ 830/2024. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα, από την Ε. Ασημακοπούλου, σ. 921.
ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
Κανονιστική πράξη που επαναλαμβάνει διατάξεις νόμου. Κατά το μέρος που κανονιστική πράξη περιορίζεται στην απλή επανάληψη των δεσμεύσεων, που καθορίζονται ευθέως από διατάξεις τυπικού νόμου (χωρίς να περιέχει και νέες ρυθμίσεις λεπτομερειακού χαρακτήρα προς συμπλήρωση των περιεχόμενων στον νόμο βασικών ουσιαστικών ρυθμίσεων), ουδεμία νέα ρύθμιση εισάγει και ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται και, ως εκ τούτου, στερείται εκτελεστότητας και απαραδέκτως προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης. Κοινωφελής σκοπός. Το κριτήριο χαρακτηρισμού ενός σκοπού ως κοινωφελούς αναζητείται κυρίως στο αν ο σκοπός αυτός εξυπηρετεί, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση, το κοινό γενικά, και όχι ορισμένο κύκλο προσώπων, δηλαδή αποβλέπει στην εξυπηρέτηση γενικότερης ανάγκης, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν με την εκπλήρωση του σκοπού παρέχεται ωφέλεια που θεραπεύει τις ανάγκες ευρύτερης ομάδας ατόμων, έτσι ώστε η εκπλήρωση του σκοπού να ενδιαφέρει κατ’ εξοχήν το κοινωνικό σύνολο. ΣτΕ 1592/2024, σ. 522.
ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ (ΑΚ)
Παραγραφή άσκησης αγωγής διάρρηξης κατ’ άρθρ. 946 ΑΚ. Έναρξη αυτής από τον χρόνο της κατάρτισης της καταδολιευτικής πράξης μεταβίβασης εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτων και όχι από της μεταγραφής αυτής (Άρθρα 939 & 946 ΑΚ). ΑΠ 19/2024, σ. 1169.
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Άδεια κινηματογράφου. Η κινηματογραφική επιχειρηματική δραστηριότητα υπόκειται σε καθεστώς προληπτικού ελέγχου διενεργούμενου κατά στάδια. Ειδικότερα, για την εγκατάσταση και λειτουργία κινηματογράφων, είτε σε κλειστό, είτε σε ανοιχτό χώρο, απαιτείται προηγούμενη άδεια δημοτικών οργάνων, η οποία διακρίνεται σε άδεια εγκατάστασης του κινηματογράφου και σε άδεια λειτουργίας του κινηματογράφου, χορηγούμενη μετά τη λήξη των εργασιών της εγκατάστασης αυτού και κατόπιν της διαπίστωσης της ακριβούς τήρησης των προϋποθέσεων υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια εγκατάστασης. Το αρμόδιο Συμβούλιο Επιθεώρησης Θεάτρων - Κινηματογράφων, κατόπιν παραπομπής της σχετικής αίτησης και ύστερα από τον ανωτέρω προέλεγχο των δημοτικών οργάνων, γνωμοδοτεί επί της αίτησης άδειας εγκατάστασης ερευνώντας την κινηματογραφική εγκατάσταση στον συγκεκριμένο χώρο επί τη βάσει των υποβληθέντων σχεδίων, υποδεικνύοντας, εάν συντρέχει λόγος, τις προσθήκες, τροποποιήσεις ή βελτιώσεις που πρέπει να γίνουν από τον ενδιαφερόμενο. Η διαδικασία αδειοδότησης, η οποία άρχισε με την υποβολή αίτησης φυσικού προσώπου για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης κινηματογράφου, μπορεί να συνεχιστεί από νομικό πρόσωπο με σχετική δήλωση του διαχειριστή ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, ο οποίος αποδέχεται τις τυχόν υποδείξεις του Συμβουλίου Επιθεώρησης. ΣτΕ 1709/2024, σ. 528.
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Φόρος κληρονομίας των κτωμένων αιτία θανάτου εταιρικών μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής σε επιχείρηση. Εναλλακτικά προβλεπόμενος αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας. Η χορηγούμενη από τον νόμο εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό να ρυθμίζει όχι το αντικείμενο του φόρου, αλλά τη μέθοδο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του εν λόγω αντικειμένου, δηλαδή ζήτημα ειδικότερο σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που γίνεται με τον ίδιο τον νόμο και κατ’ εξοχήν τεχνικό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. ΣτΕ 866/2024, σ. 170.
ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ
Έφεση κατ’ αποφάσεως που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής συνιδιοκτήτου πολυκατοικίας κατά της συνιδιοκτησίας για την κάλυψη δαπανών που ενήργησε συνεπεία ζημιών που υπέστη η ιδιοκτησία του από υπερχείλιση του κοινοχρήστου αγωγού λυμάτων στην ιδιοκτησία του. Διαφοροποίηση από πλευράς νομικής βάσης των ζημιών, εκ των οποίων η μεν αξίωση για τις εργασίες επί των κοινοχρήστων στηρίζεται στις περί κοινωνίας διατάξεις του ΑΚ (άρθρ. 788 § 2 και 794 ΑΚ) και οι δαπάνες επισκευής του διαμερίσματος στις περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρ. 914 επ.) του ΑΚ. Για τις παραπάνω αξιώσεις ισχύει η κοινή εικοσαετής παραγραφή του άρθρ. 249 ΑΚ για την πρώτη περίπτωση και του άρθρ. 937 ΑΚ για την δεύτερη. Για την περίπτωση των αδικοπραξιών, όταν αυτές συνίστανται σε διαδοχικές πράξεις, η έναρξη της παραγραφής αρχίζει από την τελευταία. ΜΕφΑθ 5230/2024, σ. 430.
Επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική, αυτοδικαίως κτώμενη, συγκυριότητα, κατ’ ανάλογη μερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, των χρησιμευόντων στην κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Ορισμός και χρήση των κοινοχρήστων μερών. Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών γίνεται είτε με τη συστατική δικαιοπραξία της οροφοκτησίας, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών. Αποκλειστική χρήση κοινοχρήστων. Είναι επιτρεπτή με ειδική, μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους, συμφωνία, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, να παραχωρηθεί αποκλειστικά σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς δικαίωμα χρήσης σε κάποιο από τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση αυτού δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους. ΣτΕ 2027/2024, σ. 877.
Αγωγή εισπράξεως κοινοχρήστων πολυκατοικίας. Έγκυρος ο υπολογισμός αυτών βάσει ατύπου πίνακος κατανομής χιλιοστών κοινοχρήστων δαπανών εγκεκριμένου από την ΓΣ των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας και όχι του επισήμου πίνακος του συνημμένου στην σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας αυτής. ΜΠρΑθ 959/2025, σ. 1448.
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Υποχρέωση απόδοσης ωφελημάτων από την εκμετάλλευση κοινού ακινήτου αποκλειστικά από τον ένα εκ των κοινωνών στον έτερο συγκοινωνό. Προϋποθέσεις ορισμένου αγωγής αποζημίωσης χρήσης. Δαπάνες συντήρησης ακινήτου. Προϋποθέσεις αναζήτησης μεριδίου με βάση τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων. Ορισμένο ένστασης επίσχεσης. ΑΠ 225/2024, σ. 1725.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
Ρύθμιση ζητημάτων κοινωνικής ασφάλισης μέσω ΣΣΕ. Ειδικοί Λογαριασμοί Αλληλοβοηθητικά Σωματεία ή Ταμεία. Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος» [ΛΕΠΕΤΕ]. Αποτελεί ιδιωτικό φορέα επικουρικής ασφάλισης και οι παροχές, που κατέβαλε προς τους δικαιούχους του, δεν συνιστούν μετεργασιακές αμοιβές λόγω λήξης της εργασιακής τους σχέσης. ΑΠ 99/2024, σ. 107.
Η κοινωνική ασφάλιση αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπ’ όψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων (όπως είναι το γήρας, ο θάνατος, η αναπηρία, η ασθένεια, η ανεργία), με γνώμονα αφ’ ενός την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή την προστασία της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών χάριν και των μελλοντικών γενεών και, αφ’ ετέρου, τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων, οι οποίοι με την εργασία τους συνέβαλαν στη δημιουργία του δημόσιου πλούτου, ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερου σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Μεταξύ των παροχών, οι οποίες κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό, δεν είναι μόνον οι περιοδικές παροχές (συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μερίσματα, βοηθήματα) αλλά και οι εφ’ άπαξ παροχές που χορηγούνται κατά τη συνταξιοδότηση, οι οποίες είναι δημοσίου δικαίου κοινωνικοασφαλιστικές παροχές, υπαγόμενες και αυτές στο καθεστώς προστασίας του άρθρου 22 § 5 Σ. Το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο αντλούνται οι εφ’ άπαξ παροχές, εφ’ όσον σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων, είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως μάλιστα του ύψους των εισφορών του τελευταίου, φέρει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Η προστασία της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού φορέα και η διασφάλιση της ακεραιότητας του ασφαλιστικού του κεφαλαίου αποτελεί υποχρέωση του νομοθέτη, ο οποίος, όταν διαπιστώνει μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, εγκυμονούσα κινδύνους για τη βιωσιμότητα αυτού, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, όπως είναι η αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών και ο επανακαθορισμός των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος. ΣτΕ 1733/2024, σ. 529.
Ασφάλιση στον ΟΓΑ και στον ΟΑΕΕ. Για την υπαγωγή επαγγελματία ή βιοτέχνη μόνο στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΓΑ και όχι και στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ δεν αρκεί το γεγονός, ότι αυτός δηλώνει, ως τόπο άσκησης του επαγγέλματός του, κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων, αλλά πρέπει, επίσης, το επάγγελμά του να ασκείται πράγματι σε αυτές τις περιοχές. Η δυνατότητα υπαγωγής του επαγγελματία ή βιοτέχνη μόνο στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΓΑ, εφ’ όσον αυτός ασκεί πράγματι τη δραστηριότητά του στους ως άνω μικρούς οικισμούς, δεν αίρεται από την όλως κατ’ εξαίρεση περιστασιακή άσκηση του επαγγέλματός του εκτός των ορίων των οικισμών αυτών. Προκειμένου να θεμελιώνεται η κρίση των οργάνων του ΟΑΕΕ, ότι η άσκηση του επαγγέλματος του επαγγελματία ή βιοτέχνη δεν γίνεται πράγματι αποκλειστικά στους μικρούς οικισμούς, αλλά επεκτείνεται και εκτός των ορίων αυτών, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή του ενδιαφερομένου και στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ, τα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού οργανισμού και, ακολούθως, τα διοικητικά δικαστήρια οφείλουν να παραθέτουν συγκεκριμένα στοιχεία, ιδίως φορολογικά, από τα οποία να προκύπτει ο τόπος άσκησης του επαγγέλματος του επαγγελματία ή βιοτέχνη. Δεν αποκλείεται δε να θεμελιώνεται η κρίση τους και σε μεμονωμένα στοιχεία, εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ανταποδείξει, με την προσκόμιση συγκεκριμένων αντίθετων στοιχείων, ότι η δραστηριότητά του ασκείται αποκλειστικά σε μικρούς οικισμούς. ΣτΕ 1855/2024, σ. 872.
Η κοινωνική ασφάλιση αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπ’ όψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων (όπως είναι το γήρας, ο θάνατος, το εργατικό ατύχημα, η αναπηρία, η επαγγελματική ή μη ασθένεια, η ανεργία), με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της Χώρας, την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή την προστασία της βιωσιμότητάς τους χάριν και των μελλοντικών γενεών, καθώς και τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερου σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου τους. Ανταποδοτικότητα εισφορών και παροχών. Μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης εκδηλώνεται η κοινωνική αλληλεγγύη και ασκείται κοινωνική πολιτική, ειδικότερα δε αναδιανομή εισοδήματος με σκοπό την άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Κοινωνική ασφάλιση και αρχή της ισότητας. Η αρχή της ισότητας δεσμεύει τον νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων. Κοινωνική ασφάλιση και επαγγελματική ελευθερία. Στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση της ελευθερίας αυτής αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, καθώς και η ελευθερία άσκησης εμπορίου και επιχειρηματικής δραστηριότητας εν γένει. ΣτΕ 1992/ 2024, σ. 876.
Αποκλείεται η αναζήτηση των παροχών, που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως λόγω της εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοίκησης, όταν η οικονομική θυσία, στην οποία θα υποβληθεί ο λήπτης των παροχών εξαιτίας της επιστροφής (απόδοσής) τους, θα επιφέρει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην αξιοπρεπή διαβίωσή του. Τούτο, όμως, μόνον εφ’ όσον αγνοούσε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η παροχή, που έλαβε, ήταν αχρεώστητη ή παράνομη και, συνεπώς, επιστρεπτέα. Αν υπάρχει είτε γνώση, είτε υπαίτια άγνοια του λήπτη (αν δηλαδή αυτός όφειλε να προβλέψει την έλλειψη ή το ενδεχόμενο της έλλειψης της αιτίας), ο λήπτης δεν μπορεί να θεωρηθεί καλής πίστης. Καθυστέρηση αναζήτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί να είναι οι νομικοί κανόνες σαφείς, επακριβείς και προβλέψιμοι ως προς το αποτέλεσμά τους και ερμηνεύεται συσταλτικά. Αχρεωστήτως καταβληθέντα και αρχή προστασίας της εμπιστοσύνης. Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που απορρέει από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και εφαρμόζεται συνδυαστικά με αυτήν, αφορά κάθε πρόσωπο που μπορεί να έχει βάσιμες προσδοκίες επειδή έλαβε ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις από τα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού φορέα, ότι δεν θα αναζητηθούν οι αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθείσες παροχές. Ο ασφαλιστικός φορέας φέρει το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις της αξίωσης αναζήτησης των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών, δηλαδή πρέπει να αποδείξει το θετικό γεγονός της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών και το αχρεώστητο ή παράνομο αυτής και, γενικότερα, την ανυπαρξία της νόμιμης αιτίας. ΣτΕ 2137/2024, σ. 884.
Κοινωνική ασφάλιση και Σύνταγμα. Η κοινωνική ασφάλιση αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζόμενων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπ’ όψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων (όπως είναι το γήρας, ο θάνατος, το εργατικό ατύχημα, η αναπηρία, η επαγγελματική ή μη ασθένεια, η ανεργία), με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της Χώρας, την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή την προστασία της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών χάριν και των μελλοντικών γενεών, καθώς και τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων, οι οποίοι με την εργασία τους συνέβαλαν στη δημιουργία του δημόσιου πλούτου, ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης όσο το δυνατόν εγγύτερου σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου τους. Περιεχόμενο του θεσμού. Υποχρεωτικότητα. Είδος μέτρων. Ασφαλιστικές εισφορές. Η ασφαλιστική εισφορά του ασφαλισμένου, μισθωτού ή μη, ως υποχρεωτική χρηματική παροχή, είναι εγγενές στοιχείο της κοινωνικής ασφάλισης και στα διανεμητικά συστήματα χρηματοδότησης αυτής - είτε καθορισμένων παροχών, είτε καθορισμένων εισφορών - λειτουργεί α) ως αναγκαίος όρος για την πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη, β) ως μέσο χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης και γ) ως εκδήλωση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αρχή της ισότητας. Μεταβολή συστήματος ασφάλισης. Επιλογή ενός ασφαλιστικού φορέα. Ρυθμίσεις για τους παλαιούς ασφαλισμένους και συνταγματικότητα αυτών. ΣτΕ 223/2025, σ. 1256.
Αχρεωστήτως καταβληθείσες. Παραγραφή. Η αξίωση των ασφαλιστικών φορέων για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών δεν αφορά επιβολή οικονομικής επιβάρυνσης σε βάρος του διοικουμένου, υπό την έννοια του καταλογισμού χρηματικών ποσών εξαιτίας της παραβίασης υποχρέωσης καταβολής ενός βάρους (όπως φόρων, τελών, εισφορών ή άλλης επιβάρυνσης), αλλά ο καταλογισμός τους αφορά την επιστροφή του παράνομου πλουτισμού, δηλαδή των ποσών, τα οποία ο λήπτης δεν εδικαιούτο να λάβει και τα εισέπραξε κατά παράβαση του νόμου σε βάρος των λοιπών ασφαλισμένων και συνταξιούχων που δικαιούνται κοινωνικοασφαλιστικές παροχές, καθώς και σε βάρος του ασφαλιστικού φορέα που είναι φορέας Γενικής Κυβέρνησης (οπότε τα αχρεωστήτως καταβληθέντα από τους ασφαλιστικούς φορείς ποσά διευρύνουν το δημόσιο έλλειμμα). Αναζήτηση από τους κληρονόμους. Η αναζήτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών παροχών ισχύει και για τον κληρονόμο του λήπτη των παροχών, αν δεν έχει αποποιηθεί την κληρονομία και δεν είχε εκδοθεί σε βάρος του κληρονομουμένου-οφειλέτη εν ζωή σχετική καταλογιστική πράξη (εν ευρεία εννοία βεβαίωση της οφειλής). ΣτΕ 532/2025, σ. 1495.
Ασφαλιστικές διαφορές. Αρμοδιότητα. Οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται κατά κανόνα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου και κατ’ εξαίρεση στην αρμοδιότητα διοικητικού δικαστηρίου άλλου βαθμού ή ίδιου βαθμού αλλά διαφορετικής σύνθεσης, εφ’ όσον τούτο ορίζεται ρητώς στον νόμο. Μη χρηματικό αντικείμενο. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του ή περί κατάταξης σε ασφαλιστικές κατηγορίες, με παρεπόμενη συνέπεια τον καταλογισμό ή την επιστροφή των αναλογουσών στην ασφάλιση αυτή εισφορών, διατηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό. ΣτΕ 328/2025, σ.1498.
Διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης υπάγονται στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου και, ακολούθως, του μονομελούς διοικητικού εφετείου εφ’ όσον έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο των 60.000 ευρώ. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του ή περί κατάταξης αυτού σε ασφαλιστικές κατηγορίες, με παρεπόμενη συνέπεια τον καταλογισμό στο πρόσωπο αυτό ή την επιστροφή σε αυτό των αναλογουσών στην ασφάλιση αυτή εισφορών, διατηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό. ΣτΕ 634/2025, σ. 1509.
Ασφαλιστικός φορέας σε περίπτωση διακοπής της παράλληλης απασχόλησης. Όταν διακόπτεται η άσκηση της ασφαλιστέας στον φορέα επιλογής παράλληλης απασχόλησης και, ως εκ τούτου, ο ασφαλισμένος παύει να είναι υπακτέος στην παράλληλη ασφάλιση περισσότερων του ενός ασφαλιστικών φορέων, εξακολουθεί όμως να είναι υπακτέος στην ασφάλιση του μη επιλεγέντος φορέα, από τον οποίο ζήτησε να εξαιρεθεί λόγω της παράλληλης απασχόλησής του που τελικά διακόπηκε, επανέρχεται στην υποχρεωτική εκ του νόμου ασφάλιση του φορέα αυτού, στον οποίον υπάγεται λόγω της δραστηριότητας ή της ιδιότητας που εξακολουθεί να διατηρεί και τον οποίο οφείλει να ενημερώσει για τη διακοπή της παράλληλης αυτής απασχόλησης και ασφάλισής του. Μετέπειτα παράλληλη απασχόληση. Παράλληλη απασχόληση και υπαγωγή σε ΙΚΑ και ΟΑΕΕ. Θεσπίστηκε η υποχρεωτική, χωρίς δικαίωμα δηλαδή επιλογής, υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ των παράλληλα ασφαλισμένων στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τον ΟΑΕΕ, σε κάθε περίπτωση που οασφαλισμένος δεν έχει πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τουλάχιστον 25 ημέρες εργασίας για κάθε μήνα του χρονικού διαστήματος της παράλληλης απασχόλησης. ΣτΕ 713/2025, σ. 1769.
Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ). Η ίδρυση του ΚΕΑΟ αποσκοπεί στην κατά ενιαίο τρόπο είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή στην ενοποίηση των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών, με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για όλους τους κοινωνικοασφαλιστικούς φορείς, προς τον σκοπό καταπολέμησης της εισφοροδιαφυγής, επιτάχυνσης είσπραξης των ασφαλιστικών οφειλών και μη περαιτέρω απώλειας των σχετικών εσόδων, που έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών. Αναγκαστική είσπραξη ασφαλιστικών οφειλών. Από την έκδοση της παραπάνω καταλογιστικής πράξης, η οποία εξακολουθεί, και υπό το καθεστώς του ν. 4172/2013, να εκδίδεται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, η καθυστερούμενη οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη, οπότε διαβιβάζεται από τον ασφαλιστικό οργανισμό στο ΚΕΑΟ, εκκινεί το στάδιο της εν στενή εννοία βεβαίωσης της οφειλής και καθεμία Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, κατόπιν ελέγχου πληρότητας των στοιχείων από το πληροφοριακό σύστημα του ΚΕΑΟ, λαμβάνει (με ηλεκτρονικό τρόπο) μοναδικό αριθμό, εγγράφεται στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του ΚΕΑΟ και καθίσταται, πλέον, εκτελεστός τίτλος κατά τον ΚΕΔΕ. Μη νόμιμη η ταμειακή βεβαίωση και ατομική ειδοποίηση πριν την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης. Όπου στην κειμένη νομοθεσία προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ένστασης, ενδικοφανούς προσφυγής ή ενδίκου βοηθήματος, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται (χωρίς, όμως, ανασταλτικό αποτέλεσμα) και, ως μη αφορώσα τη διαδικασία είσπραξης καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών, ουδόλως καταργήθηκε. Επομένως, μη νομίμως εκδίδεται πράξη ταμειακής βεβαίωσης ασφαλιστικής οφειλής και ατομική ειδοποίηση, εάν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί στον οφειλέτη του ΟΑΕΕ η καταλογιστική Πράξη Βεβαίωσης Οφειλής, η οποία πλέον αντικαθιστά την πράξη επιβολής εισφορών και πρόσθετου τέλους. ΣτΕ 755/2025, σ. 1770.
Κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές. Όσον αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου και του μονομελούς διοικητικού εφετείου υπάγονται μόνον οι κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, υπολειπόμενο του ορίου που ορίζει ο ΚΔιοικΔικ. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του, διατηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό. ΣτΕ 1122/2025, σ. 1782.
Ασφάλιση αυτοκινητιστών. Ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στα καταργηθέντα ΤΑΕ, ΤΕ ΒΕ και ΤΣΑ λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ. Συνεπώς, χρόνος ασφάλισης, που έχει διανυθεί σε περισσότερους από έναν από τους προαναφερόμενους καταργηθέντες ασφαλιστικούς φορείς, αθροίζεται και αποτελεί χρόνο ασφάλισης του ΟΑΕΕ εκ του νόμου (και όχι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί διαδοχικής ασφάλισης). Περαιτέρω, στο πλαίσιο της έρευνας των προϋποθέσεων υπαγωγής ή μη στην ασφάλιση του ΤΣΑ και μετέπειτα του ΟΑΕΕ, η ύπαρξη επαγγελματικής άδειας οδήγησης αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας του αυτοκινητιστή, ενώ, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαγραφής από τα μητρώα ασφαλισμένων του ΤΣΑ και στη συνέχεια του ΟΑΕΕ λόγω διακοπής του επαγγέλματος ή απώλειας της ιδιότητας του αυτοκινητιστή, η ίδια άδεια περιλαμβάνεται στα στοιχεία που προσκομίζονται, προκειμένου να αποδειχθεί η με οποιονδήποτε τρόπο αποξένωση του ασφαλισμένου από το δημόσιας χρήσης αυτοκίνητο. ΣτΕ 1153/2025, σ. 1783.
ΚΡΑΤΟΣ
Το παλιστινιακόν ζήτημα κατά το ισλαμικόν δίκαιον. Γνωμοδότηση - Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα από τον Κ. Π. Νικολάου – Πατραγά, σ. 1569.
ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ
Αντιρρήσεις κατά της διοικητικής κράτησης. Έλλειψη διαβατηρίου. Παράταση της κράτησης πέραν του εξαμήνου. Διεξαγωγή της διαδικασίας απομάκρυνσης χωρίς δέουσα επιμέλεια. Σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Συμπτώματα στέρησης. Αυτοτραυματισμοί. Επιβολή περιοριστικού όρου υποχρεωτικής διαμονής στο Ανοικτό Κέντρο Ημέρας Αστέγων και Υπνωτήριο του ΟΚΑΝΑ. ΔιοικΠρΠειρ 14/2024, σ. 439.
ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Η έννοια της διόρθωσης των γεωμετρικών στοιχείων των πρώτων κτηματολογικών εγγράφων κατ’ άρθρο 19 § 2 ν. 2664/1998. Αιτίες της νομοθετικής επιβολής της. Η ασυμβατότητά της με το κλασσικό εμπράγματο δίκαιο. Η αντικατάστασή της από τη νέα διαδικασία διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων που καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 ν. 5142/2024 και η επίδραση των τελευταίων στην κατεύθυνση άρσεως των προβλημάτων από την εφαρμογή της. Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα, από την Π. Α. Πυλαρινού, σ. 936.
Με τη διαδικασία της κτηματογράφησης αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ’ αυτών δικαιωμάτων, με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και τις πληροφορίες που έχουν συλλεγεί, χωρίς πάντως να κρίνεται, με την αποτύπωση και την καταγραφή αυτή, το ζήτημα του ιδιοκτήτη των περί ων πρόκειται ακινήτων. Το σύστημα του Κτηματολογίου δεν αποτελεί απλώς σύστημα δημοσιότητας σχετικά με τα εγγραπτέα δικαιώματα σε ακίνητα, όπως είναι το σύστημα των βιβλίων μεταγραφών, αλλά, επιπλέον, και σύστημα διασφάλισης της δημόσιας πίστης. Διόρθωση εγγραφών. Στο πλαίσιο της διασφάλισης της δημόσιας πίστης και της ακρίβειας των κτηματολογικών εγγραφών ο ν. 2664/1998 προβλέπει σύστημα δικαστικής και διοικητικής (εξωδικαστικής) διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών, με κριτήριο την φύση της κτηματολογικής εγγραφής, δηλαδή, αναλόγως, αν πρόκειται για διαφορές περί του κύρους ή του φορέα του εγγραπτέου δικαιώματος, ή για τυπικές ανακρίβειες κτηματολογικών εγγραφών που δεν συνάπτονται με ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις. Η διοικητική διαδικασία διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών προτάχθηκε από τον νομοθέτη ως απλούστερη και ταχύτερη διαδικασία διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών στις περιπτώσεις τυπικών ανακριβειών, οι οποίες προκύπτουν κατά τρόπο αναμφισβήτητο με αντιπαραβολή με δημόσια έγγραφα, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν αναφύεται διαφορά περί το εγγραπτέο δικαίωμα και, ως εκ τούτου, ανάγκη συμμετοχής και προστασίας τρίτων. Διοικητική και δικαστική διαδικασία. Η παραπάνω διοικητική διαδικασία διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών δεν είναι αποκλειστική σε σχέση με τη δικαστική ούτε ενδικοφανής (αναγκαία προδικασία σε σχέση με τη δικαστική), σε περίπτωση δε ρητής ή σιωπηρής απόρριψης αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος από το αρμόδιο διοικητικό όργανο (Προϊστάμενο Κτηματολογικού Γραφείου ή ΔΣ Φορέα) επιλαμβάνονται τα πολιτικά δικαστήρια, κατόπιν άσκησης από τον αιτούντα σχετικής προσφυγής στον κτηματολογικό δικαστή. Διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων. Η επίλυση όλων, ανεξαιρέτως, των διαφορών που ανακύπτουν λόγω προβαλλόμενης προσβολής ιδιοκτησιακού δικαιώματος επί ακινήτου εξαιτίας πράξεων των αρμοδίων οργάνων του Κτηματολογίου σε σχέση με κτηματολογικές εγγραφές – ανεξαρτήτως αν αυτές αφορούν την πρώτη εγγραφή ή τις επιγενόμενες εγγραφές ή τις εγγραφές, που συντελούνται κατόπιν διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής με τη διαδικασία του πρόδηλου σφάλματος ή με τη διαδικασία διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων ακινήτου – ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. ΣτΕ 2109/2024, σ. 880.
Αγωγή του άρθρ. 6 § 2 ν. 2664/1998 περί διορθώσεως ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στο κτηματολόγιο. Μη προσκόμιση από τον ενάγοντα – αναιρεσίβλητο κατά την συζήτηση της αγωγής του πιστοποιητικού καταβολής ΕΝΦΙΑ για το συγκεκριμένο ακίνητο κατά παράβαση του άρθρ. 54Α § 5 του ν. 4174/2013, που απαιτεί την προσκόμισή του κατά την συζήτηση της αγωγής επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης αυτής. Η διάταξη του άρθρ. 54Α § 5 του ν. 4174/2013 είναι αντισυνταγματική, ως προσκρούουσα στις διατάξεις των άρθρ. 17, 20 και 25 του Συντάγματος και στις διατάξεις του άρθρ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον οι επιδιωκόμενοι με την ανωτέρω διάταξη φορολογικοί σκοποί μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα. ΑΠ 275/2024, σ. 1725.
ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Προσβολή πράξης ΚΥΣΕΑ. Διάδικοι. Όταν προσβάλλεται απόφαση του ΚΥΣΕΑ, το οποίο, αποτελεί συλλογικό κυβερνητικό όργανο (Κυβερνητικό Συμβούλιο) και στερείται νομικής προσωπικότητας, αυτό εκπροσωπείται ενώπιον των δικαστηρίων από τον Πρωθυπουργό, ο οποίος προεδρεύει της Κυβέρνησης και του κυβερνητικού αυτού οργάνου, συντονίζει τις εργασίες τους και τα εκπροσωπεί. Συνεπώς, διάδικος στη δίκη, κατά το μέρος που ένδικο βοήθημα στρέφεται κατά απόφασης του ΚΥ-ΣΕΑ, είναι μόνον ο Πρωθυπουργός. ΣτΕ 436/2025, σ. 1502.
ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Παρατηρήσεις στις βασικές τροποποιήσεις στον ΚΠΔ μετά την ψήφιση από την Βουλή του ν. 5090/2024. Μελέτη από τον Α. Ι. Κωνσταντινίδη, σ. 1316.
ΛΑΤΟΜΕΙΑ
Λατομεία εντός δασικών εκτάσεων. Μεταξύ των επιτρεπτών επεμβάσεων περιλαμβάνεται η εκμετάλλευση διά της εξόρυξης λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, η έγκριση χώρων για την εναπόθεση στείρων και η διάνοιξη οδών προσπέλασης για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων λατομικών δραστηριοτήτων ή την πρόσβαση σε αυτές. Οι ανωτέρω εκτάσεις πρέπει να έχουν χωρική συνέχεια με την αρχικώς παραχωρηθείσα έκταση, η οποία δεν απαιτείται να είναι άμεση ως προς όλη την έκταση αυτήν, αλλά μπορεί να αποτελείται και από πλείονα επιμέρους τεμάχια, συνεχόμενα μεταξύ τους, ορισμένα τουλάχιστον, όμως, από τα οποία εφάπτονται με την αρχικώς παραχωρηθείσα έκταση. ΣτΕ 1714/2024, σ. 528.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ (ΠοινΔ)
Μη προσήκουσα εξέταση μάρτυρα από το δικαστήριο, καθ’ όσον δεν τον άφησε να εκθέσει προφορικά τα περιστατικά και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι αναιρεσείοντες και δεν του απηύθυνε ερωτήσεις, ώστε αφενός να διαλευκανθεί κάθε πτυχή της υπόθεσης και αφετέρου να διαγνωσθεί η αξιοπιστία του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρκέσθηκε στην ανάγνωση της μαρτυρικής του κατάθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καλώντας τον να απαντήσει με ένα καταφατικό νεύμα αν συμφωνεί με όσα είχε καταθέσει πρωτοδίκως. Παραβίαση των αρχών της αμεσότητας, της προφορικότητας της διαδικασίας, της δημοσιότητας και της κατ’ αντιδικία διεξαγωγής της δίκης, με συνέπεια οι αναιρεσείοντες να στερηθούν το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας επ’ ακροατηρίω και παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας. ΑΠ 1279/ 2024, σ. 165.
Γνωστοποίηση μαρτύρων υποστηρίζοντος την κατηγορία προς τον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα. Η έννοια της δημόσιας συνεδρίασης του άρθρου 326 ΚΠΔ είναι αυτή που έχει οριστεί από την Εισαγγελία για εκδίκαση της υπόθεσης ως αρχική ημέρα δικασίμου και όχι εκείνη η οποία προκύπτει μετά από διακοπή αυτής από την αρχικά ορισθείσα σε μεταγενέστερη δικάσιμο. Εκπρόθεσμη η γνωστοποίηση των μαρτύρων υποστηρίζοντος την κατηγορία αν λάβει χώρα σε προθεσμία όχι προ της αρχικής δικασίμου, αλλά προ της μετά διακοπή αυτής. Ακυρότητα της διαδικασίας από την τυχόν εξέταση μαρτύρων υποστήριξης κατηγορίας που γνωστοποιήθηκαν εκπρόθεσμα, εφόσον ο κατηγορούμενος αντιλέξει. Διακεκριμένη απάτη φερόμενη ως τελεσθείσα σε βάρος πιστωτικού ιδρύματος από πολιτικούς μηχανικούς και εκτιμητές με υπερεκτίμηση αξίας ακινήτων υποψηφίων δανειοληπτών για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας τους. Έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης. Η εκτίμηση του μηχανικού δεν εμπίπτει στην έννοια του γεγονότος, με την έννοια ότι αποτελεί αξιολογική κρίση και εκτίμηση ως διατύπωση γνώμης και έκφραση μιας γενικής κρίσης, ενώ το παραπεμπτικό βούλευμα δεν αναφέρει ότι συνοδευόταν από συγκεκριμένη ψευδή παράσταση. Μη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης. Κήρυξη αθώων των κατηγορουμένων. ΤριμΕφΚακΑθ 4165, 4692/2024, σ. 1234.
ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ
Διάκριση της δικαστικής μεσεγγύησης από τη συντηρητική κατάσχεση. Νόμιμα επιβάλλεται αναγκαστική κατάσχεση σε υπό δικαστική μεσεγγύηση αντικείμενα. Διοικητική εκτέλεση και ανακοπή τρίτου κατά της εκτέλεσης. Όταν περαιωθεί η εκτέλεση, ο τρίτος δύναται να ασκήσει ανακοπή με την προϋπόθεση ότι προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, άλλως προστατεύεται με την άσκηση αγωγής. Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση ενοχικής δικαιοπραξίας για ακίνητο. Δεδικασμένο απόφασης επί αγωγής για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως που περιέχει αίτημα για κατάρτιση συμβάσεως και παράδοση του πράγματος. Αυτή έχει ισχύ και κατά του ειδικού διαδόχου του εναγομένου, όταν με την αγωγή αυτή έχει σωρευθεί και διεκδικητική αγωγή ή όταν έχει διαταχθεί δικαστική μεσεγγύηση υπέρ του ενάγοντος και η απόφαση έχει εγγραφεί στα βιβλία κατασχέσεων. Η δικαστική μεσεγγύηση συνεπάγεται την απαγόρευση διάθεσης για τον οφειλέτη συμπεριλαμβανομένης και της εκποίησης που συντελείται μέσω αναγκαστικής κατάσχεσης και πλειστηριασμού βάσει των άρθρ. 725, 727 και 715 § 1 ΚΠολΔ, ενώ άκυρη καθίσταται η διάθεση του πράγματος που έγινε παρά την επιβολή της βάσει των ΑΚ 175 και 176. ΑΠ 779/2023, σ. 733.
ΜΕΤΟΧΟΙ
Μη καταβολή μερίσματος στους μετόχους Ανώνυμης Εταιρείας και υπεξαίρεση: ορισμένες σκέψεις ως προς τον χειρισμό των οικείων υποθέσεων από τη νομολογία. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Γ. Ψαράκη, σ. 267.
ΜΙΣΘΟΣ
Σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Η δυνατότητα αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων. Το περιθώριο εκτίμησης, που διαθέτει ο νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, όπως είναι η ανάγκη για περικοπή και μείωση αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, υπόκειται σε οριακό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή, δεδομένου ότι από καμία αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη ή αρχή δεν κατοχυρώνεται πάντως δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης. ΣτΕ 1872/ 2024, σ. 873.
ΜΝΗΜΕΙΑ
Ανεμογεννήτριες. Ελάχιστες αποστάσεις από μνημεία. Οι αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει κατ’ αρχήν να τοποθετούνται σε απόσταση 7πλάσια της διαμέτρου της ανεμογεννήτριας από τις θέσεις χαρακτηρισμένων μνημείων. Στην περίπτωση κατά την οποία το γινόμενο αυτό δίδει αποτέλεσμα μικρότερο των 500 μ., οι αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει να τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 500 μ. από τις εν λόγω θέσεις. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών πλησίον ιστορικών τόπων. Η προϋπόθεση για ελάχιστη απόσταση δεν ισχύει για τις ανεμογεννήτριες, των οποίων οι άτρακτοι δεν είναι ορατές από τις θέσεις αυτές. Περαιτέρω, η εν λόγω ελάχιστη απόσταση αυξάνεται σε 3.000 μ. σε περίπτωση που πρόκειται για μνημείο εγγεγραμμένο στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς ή μείζονος σημασίας μνημείο, αρχαιολογικό χώρο ή ιστορικό τόπο. Δεν προβλέπεται χαρακτηρισμός μνημείου ή τόπου ως μείζονος σημασίας κατά την έκδοση της σχετικής απόφασης χαρακτηρισμού ούτε εγγραφή σε σχετικό κατάλογο, εναπόκειται δε στη Διοίκηση να προβεί σε σχετική κρίση. ΣτΕ 944/ 2024, σ. 191.
Επεμβάσεις πλησίον μνημείου. Έγκριση από τον Υπουργό Πολιτισμού. Για τις επεμβάσεις πλησίον μνημείου ισχύει ο κανόνας του επιτρεπτού τους μόνο κατόπιν έγκρισης του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου Συμβουλίου και, προκειμένου περί μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, του ΚΑΣ. Δεδομένου ότι προστατευόμενο στοιχείο του περιβάλλοντος χώρου των μνημείων συνιστά και η ανεμπόδιστη θέαση αυτών, αλλά και ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, η οποία τελεί σε άμεση οπτική επαφή με τα μνημεία και είναι αναγκαία για την ανάδειξή τους, πρέπει να ερευνάται, αν η απόσταση του έργου από το μνημείο ή η σχέση του με αυτό, εν όψει των μορφολογικών του στοιχείων, είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζεται η αναλλοίωτη έποψη του μνημείου και η ακεραιότητα του αναγκαίου, για την ανάδειξή του σε ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα, περιβάλλοντος χώρου. Η αιτιολογία της χορηγούμενης έγκρισης (άδειας) ελέγχεται ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, πρέπει δε, για να είναι πλήρης, να περιέχει: α) περιγραφή των μνημείων, β) περιγραφή του προς εκτέλεση έργου και γ) τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των μνημείων. ΣτΕ 1190/2024, σ. 201.
Για τη διεκδίκηση αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου, επί του οποίου επιβάλλονται μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, επί του οποίου αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού, με πράξη εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της οικείας Επιτροπής. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του με την τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας και δεν δικαιούται να ασκήσει αγωγή. Μπορεί, όμως, αντί της αίτησης ακύρωσης ή μετά την ακύρωση της πράξης του Υπουργού Πολιτισμού, να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης με βάση το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η πράξη αυτή, που δέχεται μόνο εν μέρει ή απορρίπτει την αίτησή του, είναι παράνομη και ζημιογόνος για τον ίδιο. Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς στον δεύτερο βαθμό και, συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής με την έφεση. Οι ισχυρισμοί, με τους οποίους μεταβάλλεται η γενεσιουργός αιτία της αξίωσης το πρώτον με μεταγενέστερα της αγωγής δικόγραφα (υπόμνημα, πρόσθετοι λόγοι, έφεση), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, το δε απαράδεκτο αυτό δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε στην κατ’ έφεση δίκη, ακόμη και αν ο εκκαλών (αρχικώς ενάγων) προβάλλει ότι ήταν δικαιολογημένη η μη προβολή τέτοιων ισχυρισμών, που μεταβάλλουν, δηλαδή, την ιστορική και νομική βάση της αγωγής πρωτοδίκως. ΣτΕ 1647/2024, σ. 524.
Ανεμογεννήτριες. Απόσταση από μνημεία. Οι αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει, κατ’ αρχήν, να τοποθετούνται σε απόσταση 7πλάσια της διαμέτρου της ανεμογεννήτριας από τις θέσεις χαρακτηρισμένων μνημείων. Σε περίπτωση που το γινόμενο αυτό δίδει αποτέλεσμα μικρότερο των 500 μ., οι αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει να τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 500 μ. από τις εν λόγω θέσεις. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών πλησίον ιστορικών τόπων. Σε κάθε περίπτωση, η προϋπόθεση για ελάχιστη απόσταση δεν ισχύει για τις ανεμογεννήτριες των οποίων οι άτρακτοι δεν είναι ορατές από τις θέσεις αυτές. Η παραπάνω ελάχιστη απόσταση αυξάνεται σε 3.000 μ. σε περίπτωση που πρόκειται για μνημείο εγγεγραμμένο στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς ή μείζονος σημασίας μνημείο, αρχαιολογικό χώρο ή ιστορικό τόπο. Δεν προβλέπεται χαρακτηρισμός μνημείου ή τόπου ως μείζονος σημασίας κατά την έκδοση της σχετικής απόφασης χαρακτηρισμού ούτε εγγραφή σε σχετικό κατάλογο, εναπόκειται δε στη Διοίκηση να προβεί σε εξειδικευμένη κάθε φορά κρίση, περί του εάν ο εν λόγω ιστορικός τόπος είναι μείζονος σημασίας, καθ’ όσον, σε αντίθεση με τον κατάλογο μνημείων της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, δεν υπάρχει αντίστοιχος κατάλογος μνημείων ή τόπων μείζονος σημασίας ούτε προβλέπεται εκ των προτέρων σχετικός χαρακτηρισμός. ΣτΕ 1901/ 2024, σ. 875.
Προστασία μνημείων. Τα μνημεία, ως μαρτυρίες του ανθρώπινου βίου, που αφ’ ενός αποτελούν αναγκαίο παράγοντα για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και των συλλογικών ταυτοτήτων, καθώς και για τη διασφάλιση, χάριν των επερχόμενων γενεών, της ιστορικής συνέχειας και παράδοσης και αφ’ ετέρου συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής, συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, η προστασία της οποίας αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας και συγχρόνως, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 24 § 1 Σ, ευθύνη και δικαίωμα του καθενός. Ειδικότερα, τα ακίνητα μνημεία που ανάγονται σε περίοδο προγενέστερη των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών χαρακτηρίζονται ως μνημεία λόγω της σημασίας τους, η οποία μπορεί να αναφέρεται μεταξύ άλλων, στην αρχιτεκτονική αξία τους, όπως συμβαίνει με τα οικοδομήματα που σημαδεύουν την εισαγωγή μιας σημαντικής περιόδου της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα ή έχουν διακριθεί από την έγκυρη αρχιτεκτονική κριτική, ή στην αξία τους από πολεοδομική άποψη, είτε πρόκειται για μεμονωμένο κτίσμα, είτε για κτιριακό συγκρότημα, που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας ιστορικής φάσης εξέλιξης του οικισμού ή δημιουργεί ανάπτυγμα όψεων και συμβάλλει στην ανάδειξη της εικόνας του αστικού τοπίου, ή στην ιστορική αξία τους, όταν πρόκειται για ακίνητο ή χώρο που συνδέεται με την πολιτική ή κοινωνική ή οικονομική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους ή ορισμένης περιοχής και η διατήρησή του συμβάλλει στη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης ή, ακόμη, στην τεχνική, βιομηχανική σημασία τους, όταν πρόκειται για κτίσμα που αποτελεί στοιχείο του τεχνικού ή βιομηχανικού πολιτισμού. Αμφισβήτηση του χαρακτηρισμού. Μνημεία κατεστραμμένα. Αναιτιολόγητος χαρακτηρισμός κτίσματος ως μνημείου. ΣτΕ 248/2025, σ. 1259.
Η συνταγματική επιταγή προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς υλοποιείται από τον κοινό νομοθέτη αφ’ ενός με τις διατάξεις του αρχαιολογικού νόμου, αφ’ ετέρου, πλην άλλων, με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, που προβλέπεται από τις διατάξεις για την πολεοδομική οργάνωση των πόλεων και των οικισμών της Χώρας. Κήρυξη κτιρίου ως διατηρητέου. Αιτιολογία. Η υπουργική απόφαση, η οποία κηρύσσει κτίριο ή τμήμα του ως διατηρητέο και επιβάλλει, εν όψει της συνταγματικής επιταγής για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, περιορισμούς στο δικαίωμα της κυριότητας, πρέπει, λόγω της φύσης της, να είναι αιτιολογημένη. Κτίρια επιβαρυμένα. Προκειμένου να διαφυλαχθούν στο διηνεκές στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, δεν αποκλείεται η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων στις περιπτώσεις που τα οικοδομήματα ή στοιχεία αυτών έχουν αλλοιωθεί ή καταστραφεί, εφ’ όσον οι υπάρχουσες επεμβάσεις και αλλοιώσεις είναι, κατ’ αρχήν, αναστρέψιμες. ΣτΕ 320/2025, σ. 1497.
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
Κακουργηματική διακίνηση ναρκωτικών. Tριμελές Εφετείο. Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Έφεση. Μετ’ αναίρεση συζήτηση. Πενταμελές Εφετείο. Κατάργηση. Μεταβατικό δίκαιο. Επιτρεπτή αναδρομική εφαρμογή δικονομικού νόμου. Θετική υπέρβαση εξουσίας. Η απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής ποινικών νόμων αφορά μόνον σε αυτούς που είναι ουσιαστικοί, διότι οι δικονομικοί, οι οποίοι αποβλέπουν την ορθή εφαρμογή της δικαιοσύνης, έχουν αναδρομική δύναμη και ρυθμίζουν εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο έκδοσης αυτών, μέρος τους, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά. Ορθώς, και χωρίς να υπερβεί θετικώς την εξουσία του, επελήφθη το Τριμελές Εφετείο Β΄ βαθμού, ως Δικαστήριο της παραπομπής, της εφέσεως κατά καταδικαστικής απόφασης για κακουργηματική διακίνηση ναρκωτικών, παρά το γεγονός ότι η αναιρεθείσα δευτεροβάθμια απόφαση είχε εκδοθεί από το Πενταμελές Εφετείο, και τούτο διότι ενδιαμέσως ετέθη σε ισχύ, στις 16.9.2024, ο ν. 5134/2024, το άρθρο 114 § 2 του οποίου τροποποίησε το άρθρο 111 § 8 ΚΠΔ, έτσι ώστε εφεξής οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου να δικάζονται και πάλι από το Τριμελές Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από Πρόεδρο. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για θετική υπέρβαση εξουσίας, διότι ορθώς επιλήφθηκε, ως Δικαστήριο της παραπομπής, το Τριμελές Εφετείο. ΑΠ 877/2025, σ. 1464.
ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μπορεί να ασκήσει αγωγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και να επιδιώξει την είσπραξη απαίτησής του, η οποία πηγάζει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μόνον αν η νομοθεσία, η οποία το διέπει, δεν περιέχει διατάξεις για την αναγκαστική είσπραξη των διεκδικούμενων με αγωγή απαιτήσεών του ούτε είναι εφαρμοστέες για το νομικό αυτό πρόσωπο, οι διατάξεις του ΚΕΔΕ. Η τήρηση της διαδικασίας του ΚΕΔΕ εκ μέρους του ΟΑΕΕ είναι υποχρεωτική και, ως εκ τούτου, ο ασφαλιστικός αυτός φορέας, ο οποίος διέπεται από την αρχή της νομιμότητας, δεν έχει ευχέρεια επιλογής άλλου τρόπου είσπραξης των απαιτήσεών του από εισφορές ή καταβληθέντα ποσά συντάξεων, που χορηγήθηκαν με απατηλά μέσα ή ψευδή δικαιολογητικά, πέραν αυτού που προβλέπεται ειδικώς στη νομοθεσία που τον διέπει. Επομένως, ο ΟΑΕΕ δεν μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη των ως άνω απαιτήσεων ασκώντας αγωγή κατά του οφειλέτη – ασφαλισμένου, η δε αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. ΣτΕ 915/2024, σ. 190.
ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ
Δικαστική δαπάνη σε βάρος διαδίκου, ο οποίος απολαμβάνει το ευεργέτημα πενίας. Η παροχή του ευεργετήματος νομικής βοήθειας σε διάδικο χαμηλού εισοδήματος, δεν εμποδίζει το δικαστήριο σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλει σε βάρος του τη δικαστική δαπάνη, πλην όμως η είσπραξή της δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή. ΜΠρΑθ 6404/2025, σ. 1723.
ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ (ΔιοικΔ)
Παθητική νομιμοποίηση. Η αξίωση εναντίον της ΔΕΗ ΑΕ, που είναι ν.π.ι.δ., ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Νομίμως, όμως, ενάγεται η ΔΑ-ΠΕΕΠ ΑΕ, διότι σε αυτήν ανήκει η αρμοδιότητα να διαχειρίζεται τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου, καθώς και να συνάπτει συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, εξαιρουμένων των φωτοβολταϊκών συστημάτων στέγης, οι ιδιοκτήτες των οποίων εξακολουθούν να συνάπτουν συμβάσεις συμψηφισμού με προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας. Επίσης, θεμελιώνεται ευθύνη της ΡΑΕ προς αποκατάσταση ζημίας τρίτου από παράνομες πράξεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων της, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, αλλά είναι απαράδεκτη η αγωγή κατ’ αυτής, καθ’ ο μέρος της αποδίδεται παρανομία εκ του ότι εφάρμοσε τις επίμαχες διατάξεις του ν. 4254/ 2014, διότι δεν έχει αρμοδιότητα να συνάπτει συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Περαιτέρω, θεμελιώνεται ευθύνη της ΛΑΓΗΕ ΑΕ διότι ασκεί δημόσια εξουσία, όταν ενεργεί ως εκ του νόμου διαχειριστής του Ειδικού Λογαριασμού και ως προς τους Κώδικες Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας και Διαχείρισης Συστήματος, για τις αποδιδόμενες σε αυτήν παραλείψεις τροποποίησης των Κωδίκων αυτών ως προς τον τρόπο προσδιορισμού της Οριακής Τιμής του Συστήματος και σχετικά με τη διαχείριση του Ειδικού Λογαριασμού. Απαράδεκτη, όμως, η αγωγή καθ’ ο μέρος της αποδίδεται παρανομία εκ του ότι εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 4254/2014, διότι δεν έχει αρμοδιότητα να συνάπτει συμβάσεις συμψηφισμού με ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών στέγης ούτε μπορεί να εφαρμόσει τις επίμαχες νομοθετικές διατάξεις στις συμβάσεις συμψηφισμού του Ειδικού Προγράμματος φωτοβολταϊκών στέγης (αλλά μόνον η ΔΕΗ) (Άρθρο 12 §§ 1 και 2 ΚΔιοικΔικ).Έλλειψη παθητικής ομοδικίας και, παρά ταύτα, εκδίκαση ως προς όλους. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παθητικής ομοδικίας μεταξύ Δημοσίου, ΛΑΓΗΕ και ΡΑΕ, διότι δεν συνδέονται με κοινή υποχρέωση ούτε οι υποχρεώσεις τους πηγάζουν από την ίδια νομική και πραγματική αιτία. Συνεπώς, η αγωγή θα έπρεπε να κρατηθεί μόνον ως προς το πρώτο εναγόμενο Δημόσιο και να διαταχθεί ο χωρισμός ως προς τη ΛΑΓΗΕ και τη ΡΑΕ, λόγω όμως της φύσης της υπόθεσης το ΣτΕ τη διακρατεί και τη δικάζει ως προς όλους τους εναγόμενους. ΣτΕ 2077/2025, σ. 1473.
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ
Η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται, κατ’ αρχήν, προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων. Για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων, που η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα, που αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Διαφορά των ειδικότερων θεμάτων από τα λεπτομερειακά και τεχνικά θέματα. Μη υποχρέωση αιτιολόγησης. ΣτΕ 1228/ 2024, σ. 203.
ΝΟΜΟΙ
Νεότερος νόμος και επέμβαση του νομοθέτη σε ακυρωτική δίκη. Στην περίπτωση που διάταξη τυπικού νόμου επηρεάζει το αντικείμενο της δίκης και τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 32 § 2 του π.δ. 18/1989, το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα αυτό χωρίς, κατ’ αρχήν, να ερευνά τη συνταγματικότητα του περιεχομένου της νεότερης ρύθμισης. Χρόνος παραγραφής οικονομικής επιβάρυνσης. Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του Κράτους Δικαίου και θεμελιώνεται, ιδίως, στις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 εδ. α΄ Σ και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων. Η προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων για καταβολή εισφοράς πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας. ΣτΕ 1084/2024, σ. 198.
Η πολυνομία ως πρόβλημα συνταγματικότητας (Από τη ρύθμιση στην πολυπλοκότητα και την ακαταλληλότητα του νόμου). Μελέτη από τον Κ. Π. Σαμαρτζή, σ. 1380.
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Η διοίκηση της δικαιοσύνης κατά τον νέο Δικαστικό Χάρτη (ν. 5108/2024) και η κοινωνική δικαιοσύνη. Μελέτη από τους Γ. Τσάκνη, Α. Πλεύρη & Σ. Σταματόπουλο,σ.321.
Η έκταση της εκλογικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου μετά τους νόμους 4804/2021, 5019/2023 και 5043/2023. Μελέτη από τον Ε. – Ο. Βουβονίκο, σ. 358.
Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις στη γονική μέριμνα. Μελέτη από το Ι. Βαλμαντώνη, σ. 680.
H καταχρηστικότητα του άρθρου 281 ΑΚ ως μέτρο ελέγχου συμβατικών ρητρών: Δικονομική αντιμετώπιση του ισχυρισμού. Με αφορμή την ΑΠ 830/2024. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα, από την Ε. Ασημακοπούλου, σ. 921.
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ
Παθητική Νομιμοποίηση Δημόσιου Νοσοκομείου σε δίκη επί αγωγής για την καταβολή μισθολογικής διαφοράς επικουρικών ιατρών. Παρά το γεγονός ότι το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ έχει διοικητική αυτοτέλεια, η μισθοδοσία των εργαζομένων σε αυτό ιατρών βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και η οικονομική του διαχείριση ανήκει στην 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής. Απαράδεκτη η αγωγή που στρέφεται κατά του εν λόγω νοσοκομείου λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. ΜΕφΑθ 485/2025, σ. 1723.
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ
Ευθύνη ξενοδόχου για την απώλεια εισκομισθέντων πραγμάτων από πελάτες κατ’ άρθρ. 834 επ. ΑΚ. Υποχρέωση του ξενοδόχου σε περίπτωση απώλειας για την καταβολή κατ’ άρθρ. 835 ΑΚ του ποσού των 88 ευρώ ανά πελάτη, εκτός εάν ο τελευταίος τα είχε παραδώσει στον ξενοδόχο προς φύλαξη και η απώλειά τους οφείλεται σε πταίσμα αυτού ή της οικογενείας του ή αποποιήθηκε τη φύλαξή τους. Ειδικά όμως για τα τιμαλφή, ο πελάτης, με την άφιξή του στο ξενοδοχείο οφείλει να τα παραδώσει στον ξενοδόχο ή τον εντεταλμένο διευθυντή του ξενοδοχείου, διαφορετικά ο τελευταίος ουδεμίαν ευθύνη φέρει. Η ανωτέρω ευθύνη είναι εκ του νόμου και δημιουργείται με την υποδοχή του πελάτη και της εισκόμισης των τιμαλφών. Σε αυτήν την περίπτωση δεν ισχύει το όριο του άρθρ. 835 ΑΚ. ΑΠ 439/2025, σ. 1728.
ΟΔΟΙ
Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις σε οδικό δίκτυο. Για τη θέσπιση κυκλοφοριακών ρυθμίσεων στο οδικό δίκτυο της αρμοδιότητας Δήμου απαιτείται απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής του Δήμου, μόνον αν έχει προηγηθεί σχετική μελέτη εκπονηθείσα από ή για λογαριασμό της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου, στην οποία πρέπει να στηρίζονται οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Οι αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων, οι οποίες αφορούν τη θέσπιση κυκλοφοριακών ρυθμίσεων κατά την ως άνω έννοια, υποβάλλονται προς έγκριση στον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. ΣτΕ 1110/2024, σ. 199.
Δόμηση εκτός σχεδίου. Γήπεδα με πρόσωπο σε οδό. Η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη στις εκτός σχεδίου περιοχές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται, πάντως, ο βασικός κανόνας της πολεοδομικής νομοθεσίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση (διότι, άλλως, θα καθίστατο δυνατή η δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους ακόμη και εκείνων που ισχύουν στις εντός σχεδίου). Ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο, σε οδό που το καθιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οικοδομήσιμο, όταν η οδός αυτή, ανεξαρτήτως εάν είναι εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική, υφίσταται νομίμως και, περαιτέρω, είναι ήδη διανοιγμένη, κατά τέτοιο, μάλιστα, τρόπο ώστε να είναι προσπελάσιμη και να εξασφαλίζει πράγματι επικοινωνία με το γήπεδο. Τούτο δεν ισχύει για τις αγροτικές οδούς, εφ’ όσον αυτές, κοινόχρηστες ή ιδιωτικές, δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα. Δημοτικές ή κοινοτικές οδοί. Η αναγνώριση με διοικητική πράξη δημοτικών ή κοινοτικών οδών, που συνδέουν οικισμούς, ως μοναδικών ή κυριότερων συνιστά άσκηση αρμοδιότητας οιονεί πολεοδομικού σχεδιασμού. Τούτο συμβαίνει όχι μόνο στη συνήθη περίπτωση, κατά την οποία η εν λόγω αναγνώριση ενεργοποιεί την εφαρμογή των διατάξεων, που προβλέπουν κατά παρέκκλιση αρτιότητες γηπέδων εκτός σχεδίου και ορίων οικισμών, οπότε η επιτρεπόμενη λόγω της αναγνώρισης οδού δόμηση μπορεί να είναι πυκνή, αλλά και στην περίπτωση που η αναγνώριση έχει ως συνέπεια να καθίστανται δομήσιμα γήπεδα άρτια κατά τον κανόνα. Είναι αδιάφορο αν η κατά τον κανόνα αρτιότητα των γηπέδων, που θα αποκτήσουν πρόσωπο στην αναγνωρισμένη οδό, θα είναι η συνήθης αρτιότητα των 4 στρεμμάτων ή άλλη μεγαλύτερη, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η εκτός σχεδίου περιοχή έχει ενταχθεί σε ΖΟΕ. ΣτΕ 2142/2024, σ. 885.
Απαγόρευση στάθμευσης. Οι σχετικές με την απαγόρευση στάθμευσης σε δημοτικές οδούς αποφάσεις, ακόμη και όταν αφορούν μία συγκεκριμένη θέση, απευθύνονται σε αόριστο αριθμό προσώπων και, ως εκ τούτου, εκδίδονται κατ’ ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας του δημοτικού οργάνου, κατόπιν εκτίμησης της σκοπιμότητας και του χρόνου έκδοσής τους. Αρμόδιο όργανο, επί οδού που ευρίσκεται εντός των ορίων της αρμοδιότητας του Δήμου, είναι πλέον η Επιτροπή Ποιότητας Ζωής, η σχετική απόφαση της οποίας υπόκειται σε έγκριση από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από άσκηση ουσιαστικού ελέγχου. Τυχόν άρνηση της δημοτικής αρχής να ικανοποιήσει αίτημα για την τοποθέτηση σήμανσης απαγόρευσης στάθμευσης προς εξυπηρέτηση ιδιωτικής κατοικίας δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την ικανοποίηση του αιτήματος απόκειται στην κρίση του αρμόδιου δημοτικού οργάνου, δοθέντος άλλωστε ότι η ζητούμενη κυκλοφοριακή ρύθμιση (απαγόρευση στάθμευσης) δεν υπαγορεύεται ούτε από το Σύνταγμα, ούτε από τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Αίτηση για επιβολή εντοπισμένης κυκλοφοριακής ρύθμισης. Όταν υποβάλλεται, από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, αίτημα για την επιβολή κυκλοφοριακής ρύθμισης εντοπισμένου χαρακτήρα, με συγκεκριμένο περιεχόμενο, το αρμόδιο για την άσκηση της κανονιστικής αρμοδιότητας όργανο οφείλει να επιληφθεί και να αποφανθεί επί της αίτησης, δεχόμενο αυτή ή εκδίδοντας απορριπτική απόφαση. Τέτοια αίτηση είναι και εκείνη για την τοποθέτηση σήμανσης απαγόρευσης στάθμευσης έμπροσθεν της οικίας του αιτούντος, προκειμένου να έχει πρόσβαση στον μετρητή και διακόπτη υδροδότησής του, η παράλειψη απάντησης επί της οποίας συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, η οποία συνιστά διοικητική πράξη προσβλητή με αίτηση ακύρωσης. ΣτΕ 234/2025, σ. 1259.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (ν. 4531/ 2018) προστατεύει και άνδρες και παιδιά από την Ενδοοικογενειακή Βία. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο, σ. 1287.
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Άρνηση συμμόρφωσης. Χρηματική κύρωση. Κριτήρια επιδίκασης. Δεν έχει γίνει συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση, όταν ο καθ’ ου Δήμος δεν καταβάλλει την αναλογούσα στην αιτούσα αποζημίωση για τμήμα ακινήτου που απαλλοτριώθηκε ή το τμήμα αυτό αυτούσιο, παρά το γεγονός ότι υπάρχει διχογνωμία για το ύψος της αποζημίωσης από τα μέρη. Ως εκ τούτου θα πρέπει να επιβληθεί ως κύρωση χρηματικό πρόστιμο στον καθ’ ου Δήμο. ΤριμΣυμβ ΑΠ 1/2024, σ. 452.
Κατ’ εξαίρεση έλεγχος τεχνικών εργασιών από δημοτικά όργανα. Κατά γενικό κανόνα, απαιτείται άδεια δόμησης για την εκτέλεση τεχνικών εργασιών και την υλοποίηση κατασκευών. Όμως, η κατ’ εξαίρεση ανάθεση αρμοδιοτήτων ελέγχου των κατασκευών δικτύων υποδομής και εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, από πολεοδομική άποψη, στα Δημοτικά Συμβούλια, τις τεχνικές υπηρεσίες των Δήμων και στα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής, κατά τον λόγο των αρμοδιοτήτων τους, αποτελούν αναγκαία και πρόσφορα μέσα για την ικανοποίηση των σκοπών του ΝΟΚ. Περαιτέρω, η έγκριση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις υπέργειων κατασκευών και εγκαταστάσεων τηλεφωνικών θαλάμων και μονάδων οπτικού δικτύου, ενώ στη διάθεση των παρόχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τίθεται και Πληροφοριακό Σύστημα, που διευκολύνει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής των σχετικών μελετών στα αρμόδια όργανα, γεγονός που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθιστά τη διαδικασία λιγότερο επαχθή και χρονοβόρα. Συνεπώς, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. ΣτΕ 2028/2024, σ. 878.
Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την τοπική αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού ως οργανωτικό σχήμα της δημόσιας Διοίκησης, με αρμοδιότητα τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, υπέρ των οποίων συντρέχει σχετικό τεκμήριο αρμοδιότητας, ή την άσκηση κρατικών αρμοδιοτήτων, που κατ’ εξαίρεση τούς έχουν ανατεθεί. Δεν καθιερώνεται, όμως, αυτονομία υπέρ των ΟΤΑ, δηλαδή εξουσία αυτοτελούς θέσπισης κανόνων δικαίου, αλλά, στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτοδιοίκησης, οι ΟΤΑ έχουν εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις για τα θέματα της αρμοδιότητάς τους με δικά τους όργανα, εντός, όμως, του πλαισίου που θέτουν οι γενικοί κανόνες, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους. Οι ρυθμίσεις του ν. 5056/2023, με τις οποίες ο νομοθέτης προχώρησε στην αναδιάρθρωση της δομής και οργάνωσης των ΟΤΑ, με την αυτοδίκαιη κατάργηση ή λύση όλων των ν.π.δ.δ. και των κοινωφελών επιχειρήσεων των Δήμων και την ανάληψη των αρμοδιοτήτων, που ασκούσαν, από τους οικείους Δήμους, δεν είναι αντίθετες προς το άρθρο 102 του Συντάγματος. ΣτΕ 2058/2024, σ. 879.
Ορκωμοσία αιρετών μελών ΟΤΑ. Ο νομοθέτης επιβάλλει στα πρόσωπα, που εκλέγονται στα αξιώματα των ΟΤΑ πρώτου βαθμού και δεν αποποιούνται την εκλογή τους, να εγκαθίστανται και να αναλαμβάνουν τα καθήκοντά τους ευθύς με την έναρξη της νόμιμης θητείας τους, ήτοι την 1η Ιανουαρίου του έτους, που έπεται εκείνου της διενεργείας των δημοτικών εκλογών. Εμπρόθεσμη ορκωμοσία. Εάν εκλεγείς σε αιρετό αξίωμα ΟΤΑ δεν προσέλθει για να ορκισθεί σε κάποια από τις ημέρες αυτές, για οποιονδήποτε λόγο, ο δήμαρχος οφείλει να ορίσει και να τον καλέσει σε άλλη ημέρα προς ορκωμοσία εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Σε κάθε περίπτωση, οι εκλεγέντες οφείλουν να προσέρχονται για ορκωμοσία το βραδύτερο εντός της προτεραίας της ανάληψης καθηκόντων, ήτοι εντός της 31ης Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των εκλογών, ακόμη και εάν δεν έχουν προσκληθεί προς τούτο από τον εκλεγέντα δήμαρχο ή θεωρούν μη νόμιμη την πρόσκληση που αυτός έχει απευθύνει, διότι, στην περίπτωση αυτήν, η 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των εκλογών ορίζεται ως τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την ορκωμοσία. ΣτΕ 325/2025, σ. 1497.
Εκλογές. Χρώμα ψηφοδελτίων. Στις δημοτικές εκλογές, προκειμένου να θεωρηθεί το ψηφοδέλτιο άκυρο λόγω του χρώματος του χαρτιού που έχει τυπωθεί, πρέπει το χαρτί ή η μελάνη να είναι εμφανώς διαφορετικό από το νόμιμο και δεν αρκεί να είναι τυπωμένο σε χαρτί απλώς διαφορετικής απόχρωσης ή διαφορετικού πάχους ή εκτυπωμένο με μελάνι απλώς διαφορετικής απόχρωσης από το μαύρο, προς το βαθύτερο ή το ανοικτότερο, διότι οι διαφορές αυτές οφείλονται, συνήθως, στην κατασκευή του δημοσιογραφικού χαρτιού, που χρησιμοποιείται για τα ψηφοδέλτια, και στην ποσότητα της μελάνης, που διοχετεύουν τα μηχανήματα του τυπογραφείου, κατά την εκτύπωση των ψηφοδελτίων, και δεν δημιουργούν ακυρότητα των ψηφοδελτίων αυτών. ΣτΕ 326/2025, σ. 1497.
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Δημόσια Ανώτατη Εκπαίδευση. Χορήγηση άδειας λειτουργίας παραρτημάτων ν.π. Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης Αλλοδαπών Φορέων. Σύνταγμα και Ενωσιακό Δίκαιο. Εθνική Ταυτότητα. Ελευθερία εγκατάστασης Ανωτάτων Εκπαιδευτηρίων. Σύμβαση GATS. Αίτηση ακύρωσης. Λόγοι. Απόρριψη. Οι συνταγματικές διατάξεις των άρθρων: α) η § 1 του άρθρου 2, β) η § 1 του άρθρου 5, γ) η § 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος, δ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των §§ 5 και 8 εδ. β ́του άρθρου 16 τουΣυντάγματοςερμηνεύονταιενόψειτωννεότερωννομοθετικών και των πρόσφατων νομολογιακών δεδομένων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία αφορούν την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης και, ιδίως, την αναγνώριση της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και την αναγνώριση του θεμελιώδους δικαιώματος ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών και της προστασίας του ιδιωτικού πανεπιστημίου ως θεσμού. Δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων προερχόμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από χώρα συμβεβλημένη στη GATS, κατά τους όρους ειδικού νόμου, με τον οποίο διασφαλίζεται το υψηλό επίπεδο σπουδών και η ακαδημαϊκή ελευθερία. Ο νομοθέτης, κατά τη διαμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας των εν λόγω παραρτημάτων, για την οποία διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, οφείλει να θεσπίζει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις, ώστε η ανώτατη εκπαίδευση, δημόσια ή ιδιωτική, να επιτελεί την κατά το Σύνταγμα αποστολή της. Δεν αντίκειται κατ’ αρχήν στο Σύνταγμα(άρθρο 16) η ίδρυση και λειτουργία ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από ιδιώτες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτά λειτουργούν υπό καθεστώς που κατοχυρώνει την ακαδημαϊκή ελευθερία και δεν έχουν κερδοσκοπικό ή εμπορικό χαρακτήρα. Η ερμηνεία περί του επιτρεπτού της λειτουργίας παραρτημάτων αλλοδαπών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν προσκρούει σε αντίθετου περιεχομένου υφιστάμενη εθνική ταυτότητα της Ελλάδας. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η ανωτέρω ερμηνεία της διάταξης των §§ 5 και 8 εδ. β ́του άρθρου 16 τουΣυντάγματος, είναισύμφωνημετηναρχήτηςαναλογικότητας. ΔενσυντρέχειυποχρέωσηαποστολήςστοΔΕΕπροδικαστικούερωτήματος, διότιυφίσταταινομολογίαεπίενόςεκάστουτων τιθέμενων ζητημάτων και τούτο αρκεί. ΟλΣτΕ 1918/2025, σ. 1731.
Παράλειψη καθορισμού επαγγελματικών δικαιωμάτων αποφοίτων ΤΕΙ. Συντελέστηκε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της Διοίκησης να προβεί, δυνάμει της ήδη ισχύουσας διάταξης του άρθρου 257 του ν. 4610/2019, στην έκδοση προεδρικού διατάγματος περί καθορισμού των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων του Τμήματος Ορυχείων της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του ΤΕΙ Κοζάνης (όπως τούτο μετονομάστηκε σε Τμήμα Γεωτεχνολογίας και Περιβάλλοντος του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας και όπως τούτο συγχωνεύθηκε σε Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος και Μηχανικών Αντιρρύπανσης ΤΕ - Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μηχανικών Γεωτεχνολογίας Περιβάλλοντος ΤΕ του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας). Η παράνομη αυτή παράλειψη της Διοίκησης, η οποία συνεχίζεται επί μακρόν, συνιστά ταυτόχρονα και παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των αιτούντων στην εργασία και στην ακώλυτη και ισότιμη συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας. Συνεπώς, είναι ακυρωτέα. ΣτΕ 903/2025, σ. 1778.
ΠΑΡΑΒΟΛΑ
Μη προσκόμιση παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό καταβολής παραβόλου μέχρι την πρώτη συζήτηση, παρέχεται στον διάδικο η ευχέρεια, αφού ενημερωθεί σχετικώς, να καταβάλει το ελλείπον παράβολο, ώστε να μην απορριφθεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο ως απαράδεκτο. Η κλήση του διαδίκου προς συμπλήρωση τυπικής παράλειψης επιβάλλεται και στην περίπτωση διαδίκου, ο οποίος παρίσταται με δήλωση. ΣτΕ 633/ 2025, σ. 1509.
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ
Απόρριψη αγωγής ως προώρως ασκηθείσας και παραγραφή των σχετικών αξιώσεων στην πολιτική και διοικητική δίκη. Μεταξύ δόγματος, ratio και ουσιαστικής δικαιοσύνης. Μελέτη από τους Ι. Σ. Αγγέλου & Ε. Ηρ. Ζιάκα, σ. 20.
Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Μη αντίθεση των σχετικών διατάξεων στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Αίτηση προς την αρμόδια αρχή για πληρωμή της απαίτησης. Εάν η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει 6 μήνες μετά τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Οι προβλέψεις του άρθρου 143 ν. 4270/2014 που ρυθμίζουν την παραγραφή των απαιτήσεων σε βάρος του Δημοσίου τυγχάνουν ειδικές έναντι αυτών των άρθρων 140 ν. 4270/ 2014, 250 και 270 ΑΚ, με συνέπεια να έλκονται σε εφαρμογή οι πρώτες κατά τον κανόνα “lex specialis derogat legi generali”. Οι εισαγόμενες εξαιρέσεις που προβλέπουν συντομότερο χρόνο παραγραφής στις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, σε σχέση με τις γενικότερες ρυθμίσεις του ν. 4270/2014 και του ΑΚ, δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ διότι υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. ΑΠ 379/2024, σ.791.
Φορολογικές διαφορές. Οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 36 του ΚΦΔ δεν εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, σε χρήσεις προγενέστερες του χρόνου έναρξης ισχύος του. Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνο για ζητήματα παραγραφής που ήδη ρυθμίζονταν στον ν. 2238/1994 και ρυθμίζονται εκ νέου στον ΚΦΔ. Αντιθέτως, επί ζητημάτων παραγραφής που ρυθμίζονται το πρώτον στον ΚΦΔ, ως συνέπεια της ισχύος των νέων κανόνων που εισάγει, εφαρμόζονται οι ειδικές ως προς αυτά διατάξεις και επί προγενέστερων της έναρξης ισχύος του χρήσεων, εφ’ όσον σε αυτές τυγχάνουν εφαρμογής οι νέοι κανόνες. Άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής. Παρέκταση παραγραφής. Στις παραπάνω περιπτώσεις υπάγεται και εκείνη των κανόνων περί ενδικοφανούς προσφυγής κατ’ άρθρο 63 του ΚΦΔ, οι οποίοι, ως διαδικαστικοί, εφαρμόζονται σε κάθε πράξη προσδιορισμού φόρου που εκδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του, ανεξαρτήτως χρήσης την οποία αφορά. Συνεπώς, η προβλεπόμενη ετήσια παρέκταση της παραγραφής σε περίπτωση ακύρωσης της πράξης προσδιορισμού φόρου κατ’ αποδοχή ενδικοφανούς προσφυγής εφαρμόζεται και στην περίπτωση, που οι ακυρωθείσες καταλογιστικές πράξεις αφορούν φορολογικές αξιώσεις του Δημοσίου προγενέστερες μεν της έναρξης ισχύος του ΚΦΔ, πλην αναγόμενες στις χρήσεις 2013 και 2012 και όχι πέραν αυτών. ΣτΕ 2163/2024, σ. 886.
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ (ΔιοικΔ)
Πρόστιμο μετά την παραγραφή, λόγω ανεύρεσης συμπληρωματικών στοιχείων. Δεν αποτελεί «συμπληρωματικό στοιχείο», βάσει του οποίου δύναται να εκδοθεί συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου ή συμπληρωματική πράξη επιβολής προστίμου ΚΒΣ για την περίοδο μετά την πάροδο 5ετίας από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου που έπεται εκείνης, στην οποία αφορά η παράβαση, έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας, ακόμη και αν από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται η εικονικότητα φορολογικού στοιχείου, στην περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια φορολογική αρχή μπορούσε, ευχερώς, να διαπιστώσει την εικονικότητα του επίμαχου φορολογικού στοιχείου σε προγενέστερο χρόνο, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, λαμβάνοντας τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας που προβλέπονται, ιδίως εν όψει επαρκών ενδείξεων ως προς την ύπαρξη της φορολογικής παράβασης, οι οποίες οδηγούν σε εντοπισμένο έλεγχο. Δεκαετής παραγραφή. ΣτΕ 665/ 2025, σ. 1510.
ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ (ΔιοικΔ)
Εκ του ότι ο νομοθέτης, είτε με νόμο, είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος. Παράλειψη νομοθέτησης συντρέχει και στην περίπτωση που η θέσπιση κατ’ ουσίαν κανόνων δικαίου έχει ανατεθεί, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, σε διοικητικό όργανο που καθίσταται αρμόδιο για την έκδοση κανονιστικής πράξης, η οποία περιλαμβάνει κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου. Εάν πρόκειται για περίπτωση που αφορά την καθιέρωση ενός δικαιώματος προς παροχή, δεν εμποδίζεται ο εξουσιοδοτών νόμος να αναγνωρίσει εξαρχής και αμέσως αυτό το δικαίωμα, με την έννοια ότι το θεωρεί, από την έναρξη της ισχύος του νόμου, ως παρεχόμενο, καταλείποντας απλώς στο εξουσιοδοτούμενο όργανο την περιορισμένη εξουσία να θεσπίσει συμπληρωματικούς κανόνες δικαίου, αναγκαίους για την περαιτέρω ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών ή των όρων άσκησης του δικαιώματος. ΣτΕ 1587/2024, σ. 521.
ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ
Σύμβαση, με την οποία ανατίθεται η παροχή ή διαχείριση συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, χαρακτηρίζεται ως σύμβαση παραχώρησης υπηρεσίας, όταν το αντάλλαγμα για τον ανάδοχο συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της παρεχόμενης υπηρεσίας, είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής, ούτως ώστε ο παραχωρησιούχος να φέρει τον σχετικό με την εκμετάλλευση της παρεχομένης υπηρεσίας κίνδυνο. Αντικείμενο. Με τη σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών ανατίθεται στον παραχωρησιούχο η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, οι οποίες υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις, οι οποίες καθορίζονται από την αναθέτουσα αρχή, ενώ, κατά τα λοιπά, ο παραχωρησιούχος έχει, στο πλαίσιο της σύμβασης, ορισμένη οικονομική ελευθερία ως προς τον προσδιορισμό των όρων εκμετάλλευσης της υπηρεσίας. Μεταβίβαση πλειοψηφίας μετοχών παραχωρησιούχου. ΣτΕ 1019/ 2024, σ. 195.
Το άρθρο 43 της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, έχει την έννοια ότι: α) δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αναθέτουσα αρχή μπορεί να τροποποιήσει σύμβαση παραχωρήσεως κατά τη διάρκεια ισχύος της, όσον αφορά το πρόσωπο του παραχωρησιούχου και το αντικείμενο της συμβάσεως παραχωρήσεως, χωρίς τη διεξαγωγή νέας διαδικασίας για την ανάθεση συμβάσεως παραχωρήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43 § 5 της ανωτέρω οδηγίας και ότι η αναθέτουσα αρχή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να διεξαγάγει νέα διαδικασία, β) δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προβεί σε τροποποίηση συμβάσεως παραχωρήσεως κατά τη διάρκεια ισχύος της χωρίς να έχει αξιολογήσει την αξιοπιστία του παραχωρησιούχου, όταν η τροποποίηση δεν εμπίπτει ούτε στο άρθρο 43 § 1 εδ. α΄ στοιχ. δʹ σημ. ii, ούτε στο άρθρο 43 § 5 της ως άνω οδηγίας. Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τους κανόνες που παρέχουν στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να αντιδράσει όταν ο παραχωρησιούχος έχει υποπέσει ή υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει υποπέσει, κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως παραχωρήσεως, σε σοβαρή παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως λόγω της οποίας τίθεται εν αμφιβόλω η αξιοπιστία του. ΔΕΕ C-683/22/7.11. 2024, σ. 220.
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (ΔιοικΔ)
Πότε είναι απαράδεκτη η παρέμβαση στην πιλοτική δίκη. Η παρέμβαση της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υπέρ των εναγομένων, κατ’ επίκληση της ιδιότητάς της του διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, του διαχειριστή και λειτουργού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών (ΜΔΝ), καθώς και του ex lege αντισυμβαλλομένου των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στα ΜΔΝ στις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, είναι απαράδεκτη. Διότι δεν προβλέπεται παρέμβαση σε πιλοτική δίκη, όταν ο παρεμβαίνων επικαλείται ότι μετέχει ως διάδικος σε εκκρεμείς δίκες ενώπιον του ΣτΕ ή ότι είναι διάδικος σε εκκρεμείς δίκες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (έστω και αν τίθενται τα ίδια νομικά ζητήματα) (Άρθρο 1 § 1 ν. 3900/2010). ΣτΕ 2077/ 2024, σ. 1473.
Πιλοτική δίκη. Κατάργηση δικαιώματος παρέμβασης. Η κατάργηση, με τον ν. 5119/2024, του δικαιώματος να παρεμβαίνουν ενώπιον του ΣτΕ οι διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες, στις οποίες τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη επιτάχυνσης της σχετικής διαδικασίας, εν όψει του συχνού φαινομένου άσκησης, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, ιδιαιτέρως μεγάλου αριθμού παρεμβάσεων (ενίοτε άνω των 10.000), με συνέπεια την καθυστέρηση στην επίλυση του γενικότερου ενδιαφέροντος νομικού ζητήματος και την εν γένει επιβράδυνση και δυσχέρεια διεκπεραίωσης των εργασιών του δικαστηρίου. Η νέα ρύθμιση δεν αποστερεί από τους μετέχοντες σε άλλη δίκη, στην οποία ανακύπτει το αυτό νομικό ζήτημα, το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από τον φυσικό δικαστή της υπόθεσής τους, που είναι το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Εξάλλου και στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας διασφαλίζεται η δυνατότητα των διαδίκων στις σχετικές εκκρεμείς δίκες να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς και τα ερμηνευτικά τους επιχειρήματα, δια της υποβολής υπομνήματος προς το ΣτΕ. Εξάλλου, τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία εκκρεμούν οι σχετικές υποθέσεις (υποθέσεις που θέτουν το ίδιο νομικό ζήτημα και των οποίων η εκδίκαση είχε ανασταλεί έως την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ), αν τυχόν άγονται σε κρίση αντίθετη προς την εν λόγω απόφαση, κατόπιν συνεκτίμησης ισχυρισμών και ερμηνευτικών επιχειρημάτων που δεν είχαν τεθεί υπ’ όψη του ΣτΕ, δεν εμποδίζονται να θέσουν εκ νέου ενώπιον του ΣτΕ το ίδιο γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, υποβάλλοντας προδικαστικό ερώτημα.. ΣτΕ 808/2025, σ. 1774.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Ο κανόνας της μυστικότητας της ΕΔΕ συνιστά ουσιώδη τύπο της πειθαρχικής διαδικασίας, που διασφαλίζει αφ’ ενός την αποτελεσματικότητα, αντικειμενικότητα και αμεροληψία κατά τη συλλογή των στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού αδικήματος και την τυχόν παραπομπή του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η διάπραξή του και, αφ’ ετέρου, την προστασία των δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων προσώπων. Ο κανόνας αυτός αφορά και την εξέταση των μαρτύρων. Συνεπώς, η παράσταση κατά την εξέταση μαρτύρων προσώπου άλλου πλην του διενεργούντος την ΕΔΕ, του γραμματέα και του μάρτυρα, συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που καθιστά άκυρη την ΕΔΕ, καθώς και την περαιτέρω, θεμελιούμενη επ’ αυτής, πειθαρχική διαδικασία. ΣτΕ 1532/2024, σ. 519.
Πειθαρχική δίωξη. Στην κλήση σε απολογία του πειθαρχικώς διωκομένου υπαλλήλου πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς, κατά τόπο και χρόνο, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το παράπτωμα για το οποίο κατηγορείται. Η ακριβής περιγραφή των πραγματικών περιστατικών αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, που σκοπό έχει να παράσχει στον υπάλληλο τη δυνατότητα να αποκρούσει την κατηγορία που τον βαρύνει, η πλημμελής δε τήρηση του τύπου αυτού ή η παράλειψή του συνεπάγεται την ακυρότητα όλης της εν συνεχεία πειθαρχικής διαδικασίας, εκτός αν ο πειθαρχικώς διωκόμενος υπάλληλος παραστεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και απολογηθεί χωρίς σχετική επιφύλαξη ή αν υποβάλει έγγραφη ανεπιφύλακτη απολογία στο Συμβούλιο. Αμεροληψία Πειθαρχικών Συμβουλίων. Το ΣτΕ, όταν κρίνει επί προσφυγής ουσίας, ερευνά εξ υπαρχής την πειθαρχική υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία και προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που αποδίδονται στον πειθαρχικώς διωκόμενο, σε ιδία διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Η έννοια της παραπομπής στις περί ελαφρυντικών περιστάσεων διατάξεις του Ποινικού Κώδικα είναι ότι ο πειθαρχικός δικαστής ερευνά απλώς, εάν συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ελαφρυντικές περιστάσεις, εκτιμώντας και άλλα στοιχεία, όπως τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και τις συνθήκες τέλεσής του, δυνάμενος να δεχθεί ή όχι τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων, η δε επίκληση και μόνον αυτών από τον διωκόμενο υπάλληλο δεν καθιστά υποχρεωτική την αποδοχή τους από το πειθαρχικό όργανο και δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε μείωση της επιβλητέας ποινής. ΣτΕ 1536/2024, σ. 519.
Για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται να συντρέξουν αφ’ ενός οι αντικειμενικές προϋποθέσεις παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου, αφ’ ετέρου οι υποκειμενικές προϋποθέσεις, δηλαδή η παράβαση να οφείλεται είτε σε πρόθεση του υπαλλήλου (δόλος), είτε σε μη επίδειξη εκ μέρους του της απαιτούμενης, ανάλογα με τις περιστάσεις, επιμέλειας (αμέλεια). Η υπαιτιότητα του υπαλλήλου δεν συντρέχει εάν, κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος, εστερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό, πράγμα που συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έπασχε από ψυχική νόσο, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί τον παραβατικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του. Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται η πειθαρχική δίωξή του, τυχόν δε αρξαμένη παύει και κινείται η διαδικασία περί έρευνας της συνδρομής των προϋποθέσεων απόλυσης λόγω πνευματικής ανικανότητας. ΣτΕ 2133/2024, σ. 883.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ
Τα ζητήματα, που άπτονται της αρμοδιότητας, σύστασης, συγκρότησης και σύνθεσης των Πειθαρχικών Συμβουλίων που ασκούν πειθαρχική εξουσία στους δημοσίους υπαλλήλους, πρέπει να διέπονται, για λόγους ασφάλειας δικαίου, χρηστής διοίκησης και διασφάλισης της αρχής της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, από σαφείς, προβλέψιμους και προκαθορισμέ-νους κανόνες δικαίου, δεν επιτρέπεται δε να εφαρμόζονται σε αυτά αναλόγως διατάξεις, που ρυθμίζουν τη συγκρότηση άλλων πειθαρχικών συμβουλίων. Κανονιστική απόφαση, που κείται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε, κατά το μέρος που προβλέπει ότι στα Πειθαρχικά Συμβούλια συμμετέχουν δύο αιρετά μέλη, εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών, με τους αναπληρωτές τους, ενώ η εξουσιοδοτική διάταξη προβλέπει ότι τα Πειθαρχικά Συμβούλια των εκπαιδευτικών συγκροτούνται με 3μελή σύνθεση χωρίς τη συμμετοχή αιρετών εκπροσώπων των εκπαιδευτικών, είναι μη νόμιμη. Όταν η ερμηνεία, που δίδεται για πρώτη φορά με δικαστική απόφαση, δεν είναι αυτονόητη για τη Διοίκηση και συνεπάγεται ευρύτερες συνέπειες για τη νομιμότητα της συγκρότησης του συνόλου των Πειθαρχικών Συμβουλίων των εκπαιδευτικών της Χώρας, από τα οποία - έκτοτε και μέχρι σήμερα - έχουν εκδοθεί πληθώρα πειθαρχικών αποφάσεων με 5μελή, και όχι 3μελή σύνθεση, εν όψει και της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, αλλά και της συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στη διαφύλαξη του κύρους και της αξιόπιστης λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας και, μάλιστα, στον ευαίσθητο τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα των πράξεων συγκρότησης των πειθαρχικών συμβουλίων των εκπαιδευτικών (επί εκκρεμών ή μη υποθέσεων) που έχουν εκδοθεί μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης. ΣτΕ 1979/2024, σ. 875.
Τα αρμόδια Πειθαρχικά Συμβούλια δεν επιτρέπεται να προβούν σε πειθαρχική τιμωρία υπαλλήλου, χωρίς την έκδοση και αποστολή σε αυτόν παραπεμπτηρίου εγγράφου, ούτε να εξετάσουν πειθαρχική υπόθεση για αδίκημα που δεν περιλαμβάνεται στο έγγραφο αυτό. Για την επιβολή πειθαρχικής ποινής απαιτείται να έχει προηγουμένως κληθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε απολογία ο υπάλληλος σε βάρος του οποίου έχει κινηθεί η πειθαρχική διαδικασία. Στην κλήση σε απολογία πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν το παράπτωμα, για το οποίο κατηγορείται ο υπάλληλος. Η ακριβής περιγραφή των πραγματικών περιστατικών αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, που σκοπό έχει να παράσχει στον υπάλληλο τη δυνατότητα να αποκρούσει την κατηγορία που τον βαρύνει, η πλημμελής δε τήρηση του τύπου αυτού ή η παράλειψή του συνεπάγεται την ακυρότητα όλης της εν συνεχεία πειθαρχικής διαδικασίας, εκτός αν ο πειθαρχικώς διωκόμενος παραστεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και απολογηθεί χωρίς σχετική επιφύλαξη ή αν υποβάλει έγγραφη ανεπιφύλακτη απολογία στο Συμβούλιο. Όταν το αποδεικτικό υλικό, το οποίο είχε συγκεντρωθεί, προ της ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου παραπομπής του διωκομένου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε ποινική ή ένορκη διοικητική διαδικασία, είναι, κατά την ουσιαστική κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, επαρκές για τη στοιχειοθέτηση του πειθαρχικού παραπτώματος, είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η μη διενέργεια ανάκρισης ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, για τη νόμιμη σύνθεση συλλογικού οργάνου της Διοίκησης δεν αρκεί η παρουσία στη συνεδρίαση των μελών που αποτελούν τη νόμιμη απαρτία, αλλά απαιτείται να εξασφαλίζεται η δυνατότητα συμμετοχής όλων των τακτικών μελών, καθώς και των αναπληρωματικών τους, για την περίπτωση κωλύματος των πρώτων, με την έγκαιρη και έγγραφη πρόσκλησή τους, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία προγενέστερα της συνεδρίασης. Η πρόσκληση μπορεί να γίνεται είτε με κοινοποίηση, με απόδειξη παραλαβής αντιγράφου της ημερήσιας διάταξης, είτε με τηλεφώνημα, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπία ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφ’ όσον το γεγονός τούτο αποδεικνύεται από σχετική σημείωση σε ειδικό βιβλίο, η οποία φέρει χρονολογία και την υπογραφή του προσώπου που έκανε την πρόσκληση. ΣτΕ 2133/2024, σ. 883.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Κεραίες κινητής τηλεφωνίας και περιβάλλον. Η εγκατάσταση και λειτουργία: (ι) οργανωμένων εκτάσεων υποδοχής κεραιών, (ιι) κομβικών σταθμών κινητής και ασύρματης τηλεφωνίας και (ιιι) σταθμών βάσης κινητής και ασύρματης σταθερής τηλεφωνίας, υπάγεται σε ειδικό καθεστώς αδειοδοτήσεων με σκοπό, αφ’ ενός, την προστασία του περιβάλλοντος, φυσικού, πολιτιστικού και οικιστικού, αφ’ ετέρου, την προστασία της δημόσιας υγείας προς αποφυγή τυχόν επιβλαβών επιπτώσεων από την έκθεση του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία και, κατά τρίτον, τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς άλλες τεχνικές προδιαγραφές και παραμέτρους, συναρτώμενες π.χ. με την αποφυγή παρεμβολών σε γειτονικά δίκτυα κ.λπ.. Εκτίμηση επιπτώσεων … Ειδικές κατηγορίες. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται αδειοδότηση από την ΕΕΤΤ για ορισμένες ειδικές κατηγορίες κατασκευών κεραιών, για λόγους δημοσίου συμφέροντος όταν οι εγκαταστάσεις χαρακτηρίζονται εθνικής σημασίας, καθώς και όταν πρόκειται για κατασκευές χαμηλής περιβαλλοντικής & ηλεκτρομαγνητικής όχλησης, υπό συγκεκριμένες όμως προϋποθέσεις.Η αρχή της προφύλαξης βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. ΟλΣτΕ 1046/ 2024, σ. 186.
Χωροταξικός σχεδιασμός. Κανόνες. Ο χωροταξικός σχεδιασμός ανήκει στην αρμοδιότητα του Κράτους, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πορίσματα της επιστήμης της χωροταξίας, να λαμβάνει τα αναγκαία για τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη, σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας, παρεμβαίνοντας στο αναγκαίο μέτρο στην οικονομική δραστηριότητα. Προστασία της γεωργικής γης. «Φυσικό περιβάλλον», που εμπίπτει στην προστασία του άρθρου 24 § 1 Σ, αποτελούν όχι μόνο τα φυσικά οικοσυστήματα αλλά και τα τεχνητά, ιδίως δε η γεωργική γη, της οποίας η διατήρηση και η ορθή διαχείριση είναι ουσιώδης όρος της βιώσιμης ανάπτυξης, διότι αποτελεί την αναντικατάστατη βάση του ανθρωπογενούς παραγωγικού συστήματος. Αυτά ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, προκειμένου περί της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, η διατήρηση και προστασία της οποίας επιβάλλεται από τη συνταγματική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. ΣτΕ 618/2025, σ. 1495.
Έργο σε προστατευόμενη περιοχή. Η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου σε προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, πριν από την έγκριση του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, αφού ληφθούν υπ’ όψη οι βέλτιστες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της, είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού. Πότε επιτρέπεται. Δεν αποκλείεται η εκτέλεση έργου σε προστατευόμενη περιοχή, μη συνδεόμενου άμεσα ή μη αναγκαίου για τη διαχείριση αυτής ή η ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων, εφ’ όσον στην οικεία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιέχονται εκτιμήσεις ως προς τις επιπτώσεις του και προτείνονται μέτρα για την αντιμετώπισή τους κατά τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να μην επέρχεται υποβάθμιση της περιοχής, δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά των περιοχών που περιλαμβάνονται στον εθνικό κατάλογο και η σημασία των αντίστοιχων οικοσυστημάτων, καθώς και τα αναγκαία για τη διαφύλαξή τους μέτρα διαφοροποιούνται σε σημαντικό βαθμό. Ακυρωτικός έλεγχος. ΣτΕ 556/2025, σ. 1505.
Περιβαλλοντικές διαφορές. Ο ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η βιομηχανική δραστηριότητα, αλλά και η ανακύκλωση αποβλήτων, δικαιούται, εξ επόψεως εννόμου συμφέροντος, να προσβάλλει διοικητικές πράξεις που επιτρέπουν τη λειτουργία ανταγωνιστικής του επιχείρησης, εφ’ όσον οι πράξεις αυτές έχουν ως συνέπεια τη λειτουργία της τελευταίας υπό συνθήκες που προβάλλεται ότι είναι ευνοϊκότερες έναντι εκείνων που ισχύουν για την επιχείρηση του αιτούντος, πάντως όμως όταν οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος, όπως συμβαίνει με τις εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων. Ορισμένο αίτησης ακύρωσης για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος. Εγγύτητα μεταξύ των επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι η επιχείρηση του αιτούντος είναι εγκατεστημένη σε άλλη περιοχή, ακόμη και απομεμακρυσμένη έναντι εκείνης στην οποία αφορά η εκάστοτε προσβαλλόμενη πράξη, δεν αποστερεί τον ίδιο του εννόμου συμφέροντος προσβολής πράξεων που επιτρέπουν τη λειτουργία ανταγωνιστικής επιχείρησης, εφ’ όσον οι δύο επιχειρήσεις απευθύνονται στον ίδιο, εν όλω ή εν μέρει, κύκλο πελατών, που δεν είναι εγκατεστημένοι στην ίδια περιοχή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που ο συνολικός αριθμός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ομοειδή παραγωγικό τομέα είναι ιδιαίτερα περιορισμένος λόγω της φύσεως του παραγομένου προϊόντος ή της παρεχόμενης υπηρεσίας. Τροποποίηση περιβαλλοντικών όρων. Κριτήρια. Μεταβολή χρήσεων γης και υφιστάμενες χρήσεις. Οι επιβαλλόμενες με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή με το σχέδιο πόλης χρήσεις γης των ακινήτων μιας πολεοδομούμενης περιοχής μπορεί να αφορούν όχι μόνο στα νέα αλλά και στα προϋφιστάμενα κτίρια. ΣτΕ 558/ 2025, σ. 1506.
Τροποποίηση έργου και προϋποθέσεις σύνταξης νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Για την τροποποίηση έργου, για το οποίο έχει ήδη εκδοθεί σχετική πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, δεν απαιτείται, κατ’ αρχήν, η τήρηση της διαδικασίας για την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων, με τη σύνταξη και υποβολή νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εφ’ όσον, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, από την τροποποίηση δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον, ούτε παρατηρούνται ουσιώδεις μεταβολές των δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκε η αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Κριτήρια. Στην περίπτωση έκδοσης απόφασης περί τροποποίησης των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων ενός έργου, η μη τήρηση της διαδικασίας διαβούλευσης στο στάδιο της προηγηθείσας διοικητικής διαδικασίας δύναται να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της τροποποιητικής πράξης που προσβάλλεται δικαστικώς, στην περίπτωση που οι εγκρινόμενες με την πράξη αυτή τροποποιήσεις αφίστανται ουσιωδώς είτε του αρχικού σχεδιασμού, είτε των αρχικών περιβαλλοντικών όρων, συνεπάγονται δε πρόσθετη, ουσιώδη διαφοροποίηση στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου, όπως είχαν εκτιμηθεί αρχικώς από τη Διοίκηση. Αντιθέτως, στην περίπτωση που η Διοίκηση διαπιστώνει με αιτιολογημένη κρίση, υποκείμενη στον δικαστικό έλεγχο, ότι ένα υφιστάμενο έργο τροποποιείται κατά τρόπο που δεν μεταβάλλονται τα βασικά του χαρακτηριστικά, ούτε επιδεινώνονται οι επιπτώσεις του στο περιβάλλον, η κρίσιμη, κατ’ αρχήν, άσκηση των δικαιωμάτων συμμετοχής εκ μέρους των ενδιαφερόμενων παρέλκει, διότι δεν θα είχε το σκοπούμενο αποτέλεσμα, εφ’ όσον το έργο παραμένει ουσιωδώς το ίδιο κατά τον σχεδιασμό και τη λειτουργία του και δεν απαιτείται να επανεξεταστεί, στηρίζεται δε επαρκώς στην αρχική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. ΣτΕ 697/2025, σ. 1511.
1975 – 2025 Περιβάλλον και Βιώσιμη ανάπτυξη: Πενήντα χρόνια διαρκών προκλήσεων. Γνωμοδότηση - Επίκαιρα - Ειδικά Θέματα, από τη Ι. Κουφάκη, σ. 1572.
Καθορισμός παραλίας. Ο καθορισμός της οριογραμμής της παραλίας επάγεται την κήρυξη ως αναγκαστικά απαλλοτριωτέων τυχόν ιδιωτικών ακινήτων κειμένων εντός των καθοριζομένων ορίων, καθώς και την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών στη χρήση και εκμετάλλευση εν γένει των ακινήτων αυτών, ακόμη και προ της κατά τον νόμο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, με την καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης στους θιγόμενους ιδιοκτήτες. Αποζημίωση. Αίτημα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης δεν είναι νοητό προκειμένου περί ακινήτων, που έχουν περιληφθεί σε ζώνη αιγιαλού, δεδομένου ότι ο αιγιαλός, ως έκταση που προκύπτει από φυσικό φαινόμενο, δεν νοείται να επανακάμπτει στην κυριότητα ιδιωτών. Άρση απαλλοτρίωσης. Η άρση απαλλοτρίωσης επιβαρυνθείσας ιδιοκτησίας λόγω συμπερίληψής της σε ζώνη παραλίας, για την οποία δεν έχει καθορισθεί επί ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την κήρυξή της τιμή μονάδας αποζημίωσης με δικαστική απόφαση, δεν επέρχεται αυτοδίκαια, αλλά απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος αποκλειστικά ενώπιον της Διοίκησης, προκειμένου αυτό να κριθεί από το αρμόδιο διοικητικό όργανο με την έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης, και όχι απ’ ευθείας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. ΣτΕ 1034/2025, σ. 1781.
Προστασία ρεμάτων. Μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, των οποίων το άρθρο 24 Σ επιβάλλει στο Κράτος την προστασία, συμπεριλαμβάνονται τα ρέματα, δηλαδή οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης μέσω των οποίων συντελείται κυρίως η προς την θάλασσα απορροή των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς και τα οποία αποτελούν φυσικούς αεραγωγούς και οικοσυστήματα. Εξάλλου, το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά για τη διατήρηση των πάσης φύσεως υδατορεμάτων στη φυσική τους κατάσταση, προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλείεται δε, κατ’ αρχήν, η αλλοίωση της φυσικής τους κατάστασής, η επίχωση ή η κάλυψη της κοίτης τους. Συνεπώς, η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον του ρέματος επιτρέπεται μόνον εφ' όσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη επιτέλεση της εν λόγω φυσικής του λειτουργίας. Περαιτέρω, προϋποτιθέμενος τρόπος για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι ο καθορισμός της οριογραμμής τους, σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από τη νομοθεσία διαδικασία, πριν από την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της ύπαρξής του. Εφ’ όσον απαιτείται η έκδοση πράξεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας που βρίσκεται πλησίον ρέματος, ο καθορισμός των οριογραμμών του ρέματος αποτελεί κατά τον νόμο προϋπόθεση και για την εκτέλεσή τους. Στην περίπτωση που η οριοθέτηση ρέματος δεν έχει λάβει χώρα, είναι τουλάχιστον υποχρεωτική η μελέτη και η κατασκευή του έργου κατά τρόπο που να μην επηρεάζει τη φυσική λειτουργία του ρέματος, όπως αυτή προκύπτει από τα μέχρι τότε νόμιμα στοιχεία για την οριοθέτησή του. ΣτΕ 1073/2025, σ. 1782.
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ
Με το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσης, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Το άρθρο 1 του ΠΠΠ δεν δημιουργεί δικαίωμα για απόκτηση περιουσίας. Εάν, όμως, το Κράτος θεσπίσει ένα καθεστώς κοινωνικής προστασίας που προβλέπει τη χορήγηση συγκεκριμένης κοινωνικής παροχής, ανεξάρτητα εάν η χορήγησή της εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών ή όχι, η σχετική νομοθετική πρόβλεψη δημιουργεί ένα περιουσιακό συμφέρον, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής για τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται. Νομοθετικές επεμβάσεις. Για να είναι μια επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό σύμφωνη με τις υπερκείμενες διατάξεις για τον σεβασμό της περιουσίας, πρέπει η επέμβαση αυτή να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος. Αρχή της αναλογικότητας. Η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι αναγκαία, πρόσφορη και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε να διασφαλίζεται η απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνεκτιμωμένου και ότι τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας συνιστούν εκδήλωση της αλληλεγγύης της κοινωνίας προς τα πιο ευάλωτα μέλη της. ΣτΕ 1754/ 2024, σ. 530.
Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσης», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Η επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών και του ασφαλιστικού συστήματος, γενικότερα. Οικονομική κρίση και λήψη έκτακτων μέτρων. Με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης, στην οποία περιήλθε η εθνική Οικονομία το 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της Οικονομίας και χρεωκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών στις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές. Επαναφορά στην παράλληλη ασφάλιση. ΣτΕ 1992/2024, σ. 876.
Περιουσίες Ισραηλινών που εκδιώχθηκαν λόγω φυλετικών διακρίσεων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μόνιμων κατοίκων Ελλάδος, και απωλέσθησαν χωρίς να αφήσουν κληρονόμους περιέρχονται αυτοδίκαια στον Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος (ΟΠΑΕ) που ιδρύθηκε με το β.δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 με σκοπό την διοίκηση των περιουσιών αυτών & την απόδοση αυτών στους τυχόν κληρονόμους των. Τα περιουσιακά στοιχεία της κατηγορίας αυτής είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, αφού ο ανωτέρω Οργανισμός θεωρείται κληρονόμος των πάλαι ποτέ κυρίων των εγκαταληφθεισών περιουσιών Ισραηλιτών, δυνάμενος να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά παντός τρίτου & κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ εφαρμογήν του ανωτέρω β.δ. του άρθρου μόνου του α.ν. 846/1946. ΑΠ 1726/2023, σ. 1209.
ΠΙΛΟΤΙΚΗ ΔΙΚΗ
Αγωγή ιδιοκτητών οικιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων. Έλλειψη παθητικής ομοδικίας. Ποσοτική αοριστία αγωγής. Παρέμβαση στην πιλοτική δίκη. Σύμβαση συμψηφισμού. Νομοθετική επέμβαση σε όρους σύμβασης. Κρατική ενίσχυση με δικαστική απόφαση. Οργανικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό σύμβασης. Ευθύνη του κράτους σε αποζημίωση – προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Κρατική ενίσχυση. Παράλειψη οφειλούμενης ενέργειας της Διοίκησης. Πιλοτική δίκη. Αγωγή ιδιοκτητών οικιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων. Αγωγή αποζημίωσης ιδιοκτητών οικιακών φωτοβολταϊκών συστημάτων από τη μείωση της σταθερής τιμής αναφοράς/αποζημίωσης λόγω της μετέπειτα θέσπισης των διατάξεων του ν. 4254/2014 και των παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου, της ΡΑΕ και της ΛΑΓΗΕ, που συνετέλεσαν στη διεύρυνση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, για την εξάλειψη του οποίου επιβλήθηκαν τα νομοθετικά μέτρα. ΣτΕ 2077/ 2024, σ. 1473.
ΠΛΟΙΑ
Οι υποχρεώσεις του ναυτικού πράκτορα περιορίζονται στην έκδοση εισιτηρίων επιβατών ή/και αποδείξεων μεταφοράς οχημάτων, στην τήρηση των διατάξεων που αφορούν την ασφάλιση των επιβατών και οχημάτων κατά τη μεταφορά τους με τα πλοία, όπως επίσης και των διατάξεων που αφορούν την είσπραξη και απόδοση των υπέρ τρίτων επιβαρύνσεων και στην τήρηση και υποβολή στις Αρχές κάθε στοιχείου, που αφορά θέμα ρυθμιζόμενο από το π.δ. 229/1995. Με εξαίρεση την υποχρέωση έκδοσης εισιτηρίων επιβατών και αποδείξεις μεταφοράς οχημάτων εντός της μεταφορικής ικανότητας του πλοίου, οι αρμοδιότητες του ναυτικού πράκτορα δεν σχετίζονται με το εν γένει αξιόπλοο του πρακτορευόμενου πλοίου και δεν περιλαμβάνεται στα υπόχρεα πρόσωπα για την ανέλκυση ή με άλλο τρόπο εξουδετέρωση των επικίνδυνων για την ναυσιπλοΐα ή/ και το περιβάλλον κ.λπ. ναυαγίων. ΣτΕ 1166/2024, σ. 200.
ΠΟΙΝΕΣ
Η «ποινή» κατά το άρθρο 7 § 1 της ΕΣΔΑ έχει αυτόνομη έννοια. Για να κριθεί αν ένα δυσμενές μέτρο συνιστά ποινή με την έννοια αυτή, εξετάζονται: α) αν το μέτρο επεβλήθη κατόπιν καταδικαστικών αποφάσεων για ποινικά αδικήματα, β) η διαδικασία που ακολουθήθηκε, γ) ο χαρακτηρισμός του μέτρου στο εθνικό δίκαιο, δ) η φύση και ο σκοπός του μέτρου και ε) η σοβαρότητα του μέτρου. Η απαίτηση της προβλεψιμότητας πληρούται, όταν οι ενδιαφερόμενοι είναι σε θέση, με βάση την διατύπωση του νόμου και, με τη συνδρομή της ερμηνείας από τα αρμόδια δικαστήρια, να γνωρίζουν από ποιές πράξεις ή παραλείψεις δύναται να γεννηθεί ποινική ευθύνη τους. ΣτΕ 901/2024, σ. 188.
Η μακρά πορεία προς την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα. Μελέτη από τον Α. Η. Δημάκη, σ. 1060.
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ
Εξαγορά μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Γεννάται αμέσως και ευθέως υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για τη, μεταξύ άλλων, εξαγορά από τους δικαιούχους των τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης που κατείχαν και κατέστησαν αυτοδικαίως άκυροι, η υποχρέωση δε αυτή του Δημοσίου υφίσταται ανεξάρτητα από την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης, αφού η παράλειψη έκδοσης από τον κανονιστικό νομοθέτη των συμπληρωματικών κανόνων περί της διαδικασίας εξαγοράς και του τρόπου υπολογισμού της αποζημίωσης προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, καθιστώντας στην ουσία κενή περιεχομένου τη διάταξη του άρθρου 17 § 2 Σ. ΣτΕ 1587/2024, σ. 521.
Με τις 146, 147, 148, 149/2025 αποφάσεις της Ολομελείας κρίθηκαν τα εξής: Α. Το σύστημα των διατάξεων του ΝΟΚ (άρθρ. 10 § 1, 15 § 8, 19 § 2 και 25 § 1), με τις οποίες παρέχονται προσαυξήσεις στον συντελεστή της δόμησης και το ύψος, ως κίνητρα για την ανέγερση κτηρίων, δεν αντίκειται, κατ’ αρχήν, από μόνο το περιεχόμενο των διατάξεων, στο άρθρο 24 § 2 του Συντάγματος. Β. Τα κίνητρα του ΝΟΚ, λόγω του προέχοντος πολεοδομικού χαρακτήρα τους, δεν μπορούν να υλοποιούνται απευθείας με την έκδοση οικοδομικών αδειών που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του ΝΟΚ, αλλά ανήκει στον πολεοδομικό νομοθέτη να τα συμπεριλάβει στον τοπικό σχεδιασμό. Το σύστημα των κινήτρων του ΝΟΚ αντίκειται στο άρθρ. 24 §§ 1 και 2 του Συντάγματος. Τούτο όχι, κατ’ αρχήν, εξαιτίας του περιεχομένου των επίμαχων διατάξεων, οι οποίες δεν είναι, από μόνες τους αντισυνταγματικές, αλλά για τον λόγο ότι παρέχεται με τις διατάξεις αυτές, απ’ ευθείας στις υπηρεσίες δόμησης, η δυνατότητα να εκδίδουν οικοδομικές άδειες, κατ’ απόκλιση από τους ισχύοντες με βάση το πολεοδομικό καθεστώς κάθε περιοχής όρους δόμησης. Γ. Είναι αντισυνταγματικός ο μη συνυπολογισμός στον σ.δ. των παταριών και του κτίσματος έως 35 τ.μ. στο δώμα, καθώς και η εξομοίωση της πισίνας με φυτεμένη επιφάνεια. Αυτά, επομένως, πρέπει να προσμετρώνται στον σ.δ. Είναι συνταγματικός ο μη συνυπολογισμός στον σ.δ. των έρκερ, δηλαδή αρχιτεκτονικών στοιχείων περιορισμένων διαστάσεων, και των κλιμακοστασίων που δεν συνιστούν χώρους κατοίκησης. Δ. Το Δικαστήριο προέβη σε στάθμιση αφενός του δημοσίου συμφέροντος, και, αφετέρου, των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της εμπιστοσύνης των διοικουμένων που οικοδόμησαν, εμπιστευθέντες το νομοθετικό καθεστώς και τα θεσπισθέντα κίνητρα του ν. 4067/2012, και που απέκτησαν καλοπίστως εμπράγματα δικαιώματα επί των εν λόγω ακινήτων. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο λόγος που οι οικείες διατάξεις κρίνονται αντισυνταγματικές στοιχεί προς παγία νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία ο νομοθέτης δεν έλαβε υπόψη κατά τη θέσπιση του ΝΟΚ (ν. 4067/2012), προκειμένου να διαφυλάξει την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας πρέπει να μην καταλάβουν τις οικοδομικές άδειες, των οποίων η υλοποίηση (οικοδομικές εργασίες) έχει αποδεδειγμένα αρχίσει έως και τις 11.12.24, ημερομηνία που το Δικαστήριο, δια του Προέδρου, προέβη σε ανακοίνωση του περιεχομένου της παρούσας απόφασης. Ως έναρξη υλοποίησης των οικοδομικών αδειών νοούνται οι εργασίες εκσκαφής για την ανέγερση της οικοδομής, ο χρόνος πραγματοποίησης των οποίων πρέπει να αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο τρόπο. Εκκρεμείς κατά την 11.12.24 δίκες δεν καταλαμβάνονται από τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας. ΟλΣτΕ 149/2025, σ. 833.
Πολεοδομικός σχεδιασμός. Επιστημονικές μελέτες. Κατά τη θέσπιση χωροταξικών και πολεοδομικών ρυθμίσεων πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη, προς επίτευξη του τασσόμενου σκοπού της εξυπηρέτησης της λειτουργικότητας και ανάπτυξης των οικισμών και της εξασφάλισης των καλύτερων όρων διαβίωσης, τα πορίσματα και οι εφαρμογές των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και κάθε άλλης επιστήμης που αφορά τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Περιεχόμενο. Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) αποτελεί τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης είτε των ήδη πολεοδομημένων, είτε των προς πολεοδόμηση περιοχών, η οποία διατυπώνεται ύστερα από αξιολόγηση των οικιστικών αναγκών και των επιπτώσεων της πολεοδομικής ρύθμισης στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον και στους γενικότερους αναπτυξιακούς στόχους. Προστασία του περιβάλλοντος. Χρήσεις γης. Η κατάρτιση του ΓΠΣ πρέπει να διασφαλίζει και την προστασία του περιβάλλοντος, ο θεμελιώδης κανόνας της βελτίωσης του υπάρχοντος φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος πρέπει να τηρείται, κατ’ αρχήν, τόσο κατά την έγκριση όσο και κατά την τυχόν τροποποίησή του, χωρίς, πάντως, να παραβλέπονται οι εν τω μεταξύ δημιουργούμενες νέες συνθήκες και ανάγκες, καθώς και η συνολική κλίμακα κατάρτισης του ΓΠΣ, σε σχέση με επιμέρους ρυθμίσεις. Επιδείνωση χρήσεων γης. Προϋποθέσεις. Η επιδείνωση του καθεστώτος των χρήσεων γης είναι συνταγματικώς ανεκτή μόνον κατ’ εξαίρεση και εφ’ όσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων πρέπει να τεκμηριώνεται από ειδική επιστημονική μελέτη με βάση τα πορίσματα των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, πάντοτε δε εντός των πλαισίων που χαράσσει ο υπερκείμενος χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός. ΣτΕ 590/2025, σ. 1507.
ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ
Η εκατονταετηρίδα της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας – Ο εμπνευστής της Αλέξανδρος Παπαναστασίου και οι πρωτοποριακές θέσεις του. Μελέτη από το Μ. Σταθόπουλο, σ. 1.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η έννοια και η λειτουργία των «γενικών» και «ειδικών» διατάξεων και η μεταξύ τους «σχέση εντάσεως» ως προς την «προτεραιοποίηση» υπό την δειγματοληπτική άποψη χαρακτηριστικών «γενικών» και «ειδικών» διατάξεων στο πλαίσιο του Ιδιωτικού/Αστικού Δικαίου [π.δ. 715/1979 και 34/1995 («ΑΕΙ ως μισθωτές») και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου (άρθρα 495-590, 699, 734 § 3, 738 Α, 761-764, 824, 937, 947 ΚΠολΔ)]. Μελέτη από το Ν. Κλαμαρή, σ. 7.
ΠΟΛΥΤΕΚΝΟΙ
Μέτρα υπέρ των πολύτεκνων. Το Σύνταγμα απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών με βάση τις κρατούσες συνθήκες και εντός των ορίων που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Η λήψη των κατάλληλων αυτών μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών και ο ειδικότερος τρόπος εκπλήρωσης της υποχρέωσης προστασίας τους, που απορρέει από το άρθρο 21 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στην ευχέρεια του νομοθέτη, υπό την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότερες μορφές και η έκτασή της καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη και, κατ’ εξουσιοδότησή του, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση. Οι σχετικές εκτιμήσεις, σταθμίσεις και επιλογές του νομοθέτη υπόκεινται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια. Τρίτεκνες οικογένειες. Εν όψει του ότι η έννοια του «πολύτεκνου» δεν δίδεται στο Σύνταγμα, αλλά καθορίζεται από τον κοινό νομοθέτη και δηλώνει όσους έχουν τέσσερα τέκνα και άνω, ο νομοθέτης, στο πλαίσιο της παραπάνω ευχέρειάς του και σταθμίζοντας τις εκάστοτε ισχύουσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, έχει τη δυνατότητα να θεσπίζει, γενικώς ή για ορισμένες μόνον έννομες σχέσεις, την ίδια μεταχείριση των τρίτεκνων με εκείνους που έχουν περισσότερα τέκνα, εφ’ όσον υπάρχει αποχρών λόγος. Τέτοιον αποχρώντα λόγο συνιστά η αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, στην επίλυση του οποίου συμβάλλουν ιδιαιτέρως οι τρίτεκνες οικογένειες, οι οποίες, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, είναι περισσότερες από τις πολύτεκνες. Τροποποίηση μέτρων με νέα μέτρα. Δικαστικός έλεγχος. Οι εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις, με τις οποίες υλοποιείται η ειδική φροντίδα για τους πολύτεκνους στο πλαίσιο άσκησης της δημογραφικής πολιτικής του Κράτους, ελέγχονται ως προς την τήρηση συνταγματικών διατάξεων και αρχών, όπως είναι η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της ισότητας. ΣτΕ 1857/2024, σ. 872.
ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ
Πιλοτική δίκη. Η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από τακτικό διοικητικό δικαστήριο στο ΣτΕ προϋποθέτει ότι το διοικητικό δικαστήριο, ως αρμόδιο, κατ’ αρχήν, επί της συγκεκριμένης διαφοράς, έχει ασκήσει πράγματι την αρμοδιότητά του και έχει διαγνώσει ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση οριστικής απόφασης. Το ζήτημα που τίθεται πρέπει από τη φύση του να έχει γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσει σημαντικό αριθμό διαφορών, με κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Το διοικητικό δικαστήριο, που υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, πρέπει στην απόφασή του να παραθέτει και να τεκμηριώνει τους λόγους, για τους οποίους το ζήτημα που ανέκυψε στην αχθείσα ενώπιόν του διαφορά και αποτελεί το αντικείμενο του ερωτήματος είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Επίσης, πρέπει να παραθέτει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τις κρίσιμες διατάξεις και να τεκμηριώνει ότι το ζήτημα είναι κρίσιμο και λυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς, Αλλιώς, το υποβληθέν ερώτημα είναι απαράδεκτο και το ΣτΕ δεν το απαντά. Δεν απαιτείται, όμως, το διοικητικό δικαστήριο να λαμβάνει και, μάλιστα, αιτιολογημένα θέση επί του νομικού ζητήματος που τίθεται. ΣτΕ 2137/2024, σ. 884.
ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΦΥΓΗ
Δημόσιες συμβάσεις. Απόψεις της αναθέτουσας αρχής επί της προδικαστικής προσφυγής. Η προδικαστική προσφυγή περιέχει τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη παρανομία. Η αναθέτουσα αρχή (ή, κατά περίπτωση, ο αναθέτων φορέας) δύναται να εκθέσει τις επί της προσφυγής απόψεις της, παραθέτοντας, μάλιστα, και συμπληρωματική αιτιολογία. Δεν θεσπίζεται για τον παρεμβαίνοντα υποχρέωση αντίκρουσης της τυχόν βλαπτικής συμπληρωματικής αιτιολογίας, που περιέχεται στις απόψεις της αναθέτουσας αρχής επί της προδικαστικής προσφυγής, αντίστοιχη με την υποχρέωση του προσφεύγοντος επί ποινή οριστικοποίησης της επίμαχης αιτιολογίας. ΣτΕ 1508/2024, σ. 518.
ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ (ΔιοικΔ)
Η προθεσμία άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στους αιτούντες, κινείται από τον χρόνο που οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν πλήρη γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης και του περιεχομένου της. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή δύναται να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των στοιχείων κάθε υπόθεσης. Τέτοια στοιχεία συνιστούν το εύλογο ενδιαφέρον των αιτούντων, οι εκάστοτε ιδιαίτερες περιστάσεις, καθώς και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έναρξη υλικών ενεργειών εκτέλεσης της πράξης έως την άσκηση αιτήσεως ακύρωσης. Εφ’ όσον προβλέπεται η τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, το χρονικό σημείο συντέλεσης των διατυπώσεων αυτών λαμβάνεται υπ’ όψη για τον σχηματισμό τεκμηρίου γνώσης σε συνδυασμό με τα ανωτέρω κριτήρια, καθώς και με την πάροδο ικανού χρόνου μέχρι την κατάθεση αιτήσεως ακύρωσης. ΣτΕ 1579/2024, σ. 521.
ΠΡΟΣΤΙΜΑ
Όταν η κρίσιμη διάταξη δεν προσδιορίζει τα κριτήρια επιμέτρησης του προστίμου, η παρεχόμενη στη Διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό του ύψους του εκάστοτε επιβαλλομένου προστίμου ασκείται σύμφωνα και με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης των διοικουμένων, για τον προσδιορισμό δε του προστίμου λαμβάνονται υπ’ όψη η βαρύτητα της παράβασης, οι συνθήκες τέλεσής της, τα υποκειμενικά στοιχεία της συμπεριφοράς του παραβάτη και, ιδίως, το είδος και ο βαθμός της υπαιτιότητάς του, καθώς και η επιδειχθείσα εμπράκτως μεταμέλεια και η προθυμία του να άρει ή να μην επαναλάβει την παράβαση, συμμορφούμενος προς τις σχετικές υποδείξεις της αρμόδιας αρχής, ήτοι κριτήρια εύλογα, προβλέψιμα και συναφή με την τελεσθείσα παράβαση και τη συμπεριφορά του δράστη. Πρόστιμα Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και προβλεψιμότητα. ΣτΕ 901/2024, σ. 188.
Επιβολή προστίμου και αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Και στην περίπτωση κοπής οπωροφόρων–καρποφόρων δένδρων σε περιοχή εκτός σχεδίου και εντός ΖΟΕ απαιτείται η έκδοση έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας. Όμως, η ερμηνεία αυτή των σχετικών διατάξεων για πρώτη φορά στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης επιβάλλει αυτές να εφαρμοστούν υπό το φως των συνταγματικών αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, η οποία, κατά τη λειτουργία της, οφείλει να διέπεται από την αρχή του non venire contra factum proprium. Οι εν λόγω αρχές δεν δικαιολογούν την επιβολή προστίμου, ενώ είχε επιτραπεί στους παραβάτες, βάσει εγγράφου του Δασαρχείου, η κοπή δένδρων και χωρίς την εκ των προτέρων εναντίωση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου, που είχε μεν ενημερωθεί για τις προθέσεις τους και για το έγγραφο του Δασαρχείου, είχε ερωτηθεί γραπτώς εκ των προτέρων, δεν εξέδωσε όμως σαφή απάντηση και επέτρεψε σε αυτούς να εννοήσουν ότι δεν απαιτείτο η έκδοση άδειας από την Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου. ΣτΕ 937/2024, σ. 190.
Καθυστερημένη επιβολή κύρωσης. Η αρχή της χρηστής διοίκησης και της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει στη Διοίκηση να ασκεί εντός ευλόγου χρόνου, τις αρμοδιότητές της. Απόφαση περί επιβολής προστίμου λόγω παράβασης της νομοθεσίας για το απόρρητο των επικοινωνιών που εκδόθηκε 8 έτη από τη γνώση της ΑΔΑΕ σχετικά με την τέλεση της αποδιδόμενης παράβασης, ενώ η διερεύνησή της από την Αρχή δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσχέρειες κατά το πραγματικό ή το νομικό της μέρος, υπερέβη τον αναγκαίο για την ολοκλήρωσή της εύλογο χρόνο και είναι ακυρωτέα. ΣτΕ 1274/2024, σ. 205.
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Κατοχή και χρήση πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου και απόπειρα εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόου τρίτης χώρας χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις από Κούρδο πρόσφυγα υπήκοο Τουρκίας. Συνδρομή κατάστασης ανάγκης αίρουσας το άδικο και υποχρεωτικού λόγου απαλλαγής από την ποινή λόγω της ιδιότητας του πρόσφυγα αιτούντος άσυλο στην Ελλάδα. ΑυτΤριμΠλΘ 9802/ 2024, σ. 1471.
ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ
Η δικαστική προσφυγή του άρθρου 79 ΓΚΠΔ. Αστική και δικονομική αντιμετώπιση. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Δρ. Δ. Πηλαβάκη, σ. 247.
Πότε επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής. Ως απόρριψη προσφυγής για “τυπικό λόγο”, που δικαιολογεί την άσκηση δεύτερης προσφυγής νοείται κάθε περίπτωση, πλην των ρητώς θεσπιζομένων στο άρθρο 70 ΚΔιοικΔικ εξαιρέσεων, κατά την οποία η (πρώτη) προσφυγή απορρίπτεται για έλλειψη δικονομικής προϋπόθεσης ως απαράδεκτη, χωρίς να εξετασθεί κατά τη βασιμότητά της, εφ’ όσον η έλλειψη αυτή, λόγω της φύσης της, μπορεί αντικειμενικά να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση της προσφυγής. Συνεπώς, τότε μόνον δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη προσφυγή απορρίφθηκε λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, καθώς και στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 28 § 3, 139Α και 277 § 1 του ΚΔιοικΔικ, εφ’ όσον δηλαδή ο προσφεύγων εκλήθη να συμπληρώσει τις σχετικές με τα άρθρα αυτά τυπικές ελλείψεις και δεν ανταποκρίθηκε (ώστε να μην δικαιολογείται η παροχή μιας ακόμη ευκαιρίας για κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης). Αντιθέτως, είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο δεν ηδύνατο, κατά τον νόμο, να καλέσει τον διάδικο να συμπληρώσει τυπικές ελλείψεις, όπως είναι η περίπτωση μη καταβολής ή καταβολής ελλιπούς, οφειλόμενου επί χρηματικού περιεχομένου φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, αναλογικού παραβόλου. ΣτΕ 707/2025, σ. 1769.
ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ
Σε περίπτωση κατά την οποία η τασσόμενη στη φορολογική Διοίκηση, από τον ΚΦΔ, προθεσμία των 120 ημερών να αποφανθεί επί ενδικοφανούς προσφυγής λήγει ημέρα αργία ή εξαιρετέα, η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται και λήγει την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα. Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής αρχίζει από την επομένη της λήξης της παραπάνω παρεκτεινομένης προθεσμίας, δηλαδή από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία τεκμαίρεται η σιωπηρή απόρριψη. ΣτΕ 1839/2024, σ. 871.
ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗ
Το ΣτΕ, κατά την εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής, εξετάζει την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, ήτοι προβαίνει σε ιδία διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που αποδίδονται στον πειθαρχικώς διωκόμενο, ως πειθαρχικών παραπτωμάτων και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, ακολούθως δε εκφέρει δική του ουσιαστική κρίση σχετικά με την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και τη σοβαρότητά τους εν όψει και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, καθώς και σχετικά με την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής κατ’ εκτίμηση όλων των στοιχείων του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης, λαμβάνοντας υπ’ όψη την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του. ΣτΕ 2133/2024, σ. 883.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Τόσο από το Σύνταγμα όσο και από τις διατάξεις του ν. 2472/1997 κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ως τέτοια δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες. Η εν λόγω προστασία δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγόρευσης της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού και της ικανοποίησης και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα του πληροφορείν, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 5Α και 14 § 1 Σ, και το δικαίωμα της επαγγελματικής ελευθερίας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 § 1. ΣτΕ 954/2024, σ. 191.
Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη αφ’ ενός προς τις αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων και αφ’ ετέρου προς κάποια από τις βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αρχές ποιότητας, τα δεδομένα πρέπει, μεταξύ άλλων, να συλλέγονται για καθορισμένους και νόμιμους σκοπούς και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τους να συμβιβάζεται με αυτούς τους σκοπούς, να μην είναι περισσότερα από όσα απαιτείται εν όψει των σκοπών επεξεργασίας, και να είναι ακριβή, υποβαλλόμενα σε ενημέρωση εφ’ όσον απαιτείται για την εκπλήρωση του σκοπού της επεξεργασίας. Η ευθύνη για την τήρηση των παραπάνω αρχών βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, έναντι τόσο της εποπτικής αρχής όσο και των υποκειμένων, σχετικά με τη συμμόρφωσή του προς τις εν λόγω αρχές. Πέραν των παραπάνω, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα απαραίτητα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα ασφαλείας, για την προστασία των δεδομένων από κάθε παράνομη ή μη εξουσιοδοτημένη επεξεργασία. Εταιρείες πληροφοριών πιστοληπτικής ικανότητας. Ειδικώς, όσον αφορά τις εταιρείες παροχής πληροφοριών πιστοληπτικής ικανότητας, ο νόμιμος σκοπός επεξεργασίας δεδομένων, που οι εταιρείες αυτές επιδιώκουν, είναι η παροχή ορθών και επίκαιρων πληροφοριών για την πιστοληπτική ικανότητα των συναλλασσομένων προς εξασφάλιση της εμπορικής πίστης, της αξιοπιστίας και ασφάλειας των συναλλαγών. Ως εκ τούτου, η νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων, που οι εταιρείες αυτές συλλέγουν, καταχωρούν, διατηρούν και περαιτέρω διαβιβάζουν ή ανακοινώνουν σε τρίτους αποδέκτες, κρίνεται σε συνάρτηση προς τον σκοπό αυτό. ΣτΕ 1878/2024, σ. 874.
Σχέδιο προεδρικού διατάγματος για τη διαδικασία έκδοσης και χορήγησης του Προσωπικού Αριθμού (ΠΑ). «Μόνος και αποκλειστικός» σκοπός της επεξεργασίας οφείλει να είναι η επαλήθευση της ταυτότητας των φυσικών προσώπων. Τήρηση του ΠΑ μόνο σε ένα κεντρικό σημείο. Δεν προβλέπεται σύνδεση με το περιεχόμενο του εκάστοτε τομεακού μητρώου παρά μόνο σύνδεση με τον τομεακό αναγνωριστικό αριθμό. Ο τρόπος δημιουργίας του ΠΑ από τον ΑΦΜ, παρίσταται, κατ’ αρχήν, πρόσφορος. Παρατηρήσεις επί των επιμέρους άρθρων του σχεδίου. ΣτΕ 60/2024, σ. 1161.
Παράβαση Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων από Δικηγόρο και επιβολή προστίμου σε Δικηγόρο, λόγω α) της παραβίασης του δικαιώματος πρόσβασης πρώην εντολέα του σε έγγραφα υποθέσεων που είχε αναλάβει στο παρελθόν (άρθρα 12, 15 ΓΚΠΔ και άρθρα 53, 55, 57 του ν. 4624/ 2019) και β) της παραβίασης της υποχρέωσης συνεργασίας του με την Αρχή. ΜονΟργ 30/2024, σ. 1189.
Παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων εντολέα από δικηγόρο του στο πλαίσιο έγκλησης που άσκησε ο τελευταίος σε βάρος του για την τέλεση συκοφαντικής δυσφήμισης μέσω του διαδικτύου. Περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος (αρχή της αναγκαιότητας) και δη εν όψει συγκεκριμένης εκκρεμούσας δίκης. Η προσκόμιση των εγγράφων-προσωπικών δεδομένων του εντολέως ήταν απολύτως αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαστικών αξιώσεων της δικηγόρου στα πλαίσια της δίκης για τη συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος της από τον εντολέα. Τήρηση του αναγκαίου μέτρου της αναλογικότητας. Αθώωση κατηγορούμενης δικηγόρου. ΜΕφ Κακ Αθ 384/2025, σ. 1465.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Αγωγή προσβολής προσωπικότητας λόγω παρεμπόδισης της θέας προς το παρακείμενο δάσος, του ηλιασμού, του φωτισμού και όχλησης από ρύπους όμορου ακινήτου με σωρευμένο αίτημα αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του ακινήτου λόγω πολεοδομικών παραβάσεων της νεοανεγερθείσας παρακείμενης οικοδομής. Η πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου σύμφωνα με τους ν. 4178/2013 & ν. 4495/2017 δεν αίρει τις παράνομες αστικά πράξεις. Απόρριψη της αγωγής διότι οι εν λόγω παραβάσεις δε μειώνουν ουσιωδώς την οπτική επαφή του ακινήτου προς το δάσος, τον ηλιασμό και το φωτισμό του, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη μη υπέρβαση του περιγράμματος του νεοανεγερθέντος ακινήτου, την υψομετρική τους διαφορά, τη θέση των δύο ακινήτων, τη μεταξύ τους απόσταση σε σχέση με το όμορο δάσος, τα οποία δεν επιφέρουν οποιαδήποτε άλλη όχληση ή ρύπανση. ΤριμΕφΑθ 2238/2023, σ. 131.
ΠΤΥΧΙΑ
Αναγνώριση διπλώματος και πρόσβαση σε επάγγελμα. Το γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που καθιερώθηκε με την Οδηγία 89/48 θέτει τεκμήριο περί του ότι τα προσόντα αιτούντος, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκεί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε ένα κράτος-μέλος, είναι επαρκή για την άσκηση του ιδίου αυτού επαγγέλματος στα λοιπά κράτη-μέλη. Οι κάτοχοι αλλοδαπών τίτλων, που αποκτήθηκαν κατόπιν σπουδών εξ αποστάσεως, υπάγονται στις διατάξεις της ΣΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και περί ελευθερίας εγκατάστασης και μπορούν να επικαλούνται τις εν λόγω ελευθερίες, καθώς και τους απορρέοντες από αυτές νομολογιακούς κανόνες ενώπιον των κρατών-μελών, των οποίων είναι πολίτες. Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας επαγγέλματος. Κριτήρια. Μερική αντιστοιχία διπλωμάτων. Αρμόδιο όργανο. Συνυπολογισμός σπουδών σε μη αναγνωρισμένο φορέα του κράτους υποδοχής. Μη εφαρμογή Οδηγιών και εφαρμογή διατάξεων της ΣΛΕΕ. Τίτλοι σπουδών από κολλέγια που λειτουργούν στην Ελλάδα. Τίτλοι σπουδών προερχόμενοι από το Ηνωμένο Βασίλειο. ΣτΕ 890/ 2025, σ. 1776.
ΠΤΩΧΕΥΣΗ
Διαδικασία συνδιαλλαγής. Σκοπός. Με τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα εισήχθη ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής, με την οποία επιδιώκεται, υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής, η επίτευξη συμφωνίας του οφειλέτη επιχειρηματία με τους πιστωτές του, που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία (δηλαδή πλέον του 50%) των κατ’ αυτού απαιτήσεων, με σκοπό την πρόληψη της πτώχευσης, τη συνέχιση της δραστηριότητάς του και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, μέσω της πρόβλεψης λύσεων για τη διάσωση της επιχείρησης, ιδίως με μείωση των απαιτήσεων, παράταση του ληξιπρόθεσμου αυτών, αναδιάρθρωση της επιχείρησης, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, εκποίηση της επιχείρησης ή κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο. Στάδια της διαδικασίας. Ορισμός μεσολαβητή και λήψη εξασφαλιστικών μέτρων. Εφ’ όσον αποφασιστεί το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής», ορίζεται μεσολαβητής, ο οποίος, οφείλει να περαιώσει το έργο του όχι πέραν του διμήνου, αρχόμενου από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης που τον διορίζει. Δέσμευση του Δημοσίου. Αναστολή ατομικών διώξεων. Τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της συνδιαλλαγής από το αρμόδιο δικαστήριο δεσμεύουν και το Δημόσιο. Περιεχόμενο της αναστολής των ατομικών διώξεων. Στην ενδεικτική απαρίθμηση των μέτρων περιλαμβάνεται και η αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού. Ποιοι υπάγονται στην αναστολή των ατομικών διώξεων. Πράξεις επιβολής φόρων. Αναγγελία απαιτήσεων του Δημοσίου από φόρους. Απώλεια δικαιωμάτων του Δημοσίου. ΣτΕ 204/2025, σ. 1254.
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ
Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους. Για την κρίση αξιωματικού του Πυροσβεστικού Σώματος ως ευδοκίμως τερματίσαντος τη σταδιοδρομία του απαιτείται, παράλληλα προς τη – διαπιστούμενη κατά την ουσιαστική κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου – ανεπάρκεια, και η συμπλήρωση 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας. Η εν λόγω ρύθμιση ουδόλως έχει την έννοια ότι οι αξιωματικοί κρίνονται, άνευ ετέρου, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους για τον λόγο ότι έχουν συμπληρώσει 35ετή συντάξιμη υπηρεσία, αλλά προσαπαιτείται η κρίση ότι δεν παρουσιάζουν ικανοποιητική υπηρεσιακή απόδοση. Η απόλυση λόγω ανεπάρκειας, κατόπιν ουσιαστικής περί τούτου κρίσης του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, συνιστά όλως διάφορη περίπτωση από την αυτεπάγγελτη αποστρατεία των αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος λόγω συμπλήρωσης συγκεκριμένου ορίου ηλικίας. Συντάξιμος χρόνος. Στον χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας συνυπολογίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής χρονικά διαστήματα: (i) ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας, (ii) ο προστιθέμενος (υπολογιζόμενος στο διπλάσιο και έως 5 έτη) χρόνος σε «μάχιμες» υπηρεσίες («μάχιμη πενταετία»), (iii) για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2011 και μετά, ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση ενός μόνο πτυχίου ανώτερης ή ανώτατης σχολής, ο οποίος είναι ίσος με τα κατά τον χρόνο αποφοίτησης επίσημα, ακέραια χρόνια σπουδών της οικείας Σχολής, εφ’ όσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει χρόνο ασφάλισης 12 ετών. ΣτΕ 141/2025, σ. 1253.
Κρίσεις αξιωματικών Πυροσβεστικής. Βαθμολογία κρινομένου. Δυσμενής κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στον βαθμό 4 που έλαβε ο προσφεύγων σε επιμέρους προσόντα από τον Α΄ Αξιολογητή στις εκθέσεις ικανότητας, διότι ο συγκεκριμένος βαθμός - κατά τον νόμο – αντιστοιχεί, στη νέα κλίμακα διαβαθμισμένης αξιολόγησης, στον χαρακτηρισμό «Αποτελεσματική» απόδοση. Ιδίως, όταν η συνολική βαθμολογία, με γενικό βαθμό (μέσο όρο) 98,67, αντιστοιχεί στον χαρακτηρισμό «υψηλά αποτελεσματική». Στοιχεία εκτίμησης. Η υπηρεσιακή εικόνα του προσφεύγοντος κρίνεται θετική, όταν ο μέσος όρος βαθμολογίας του είναι στον βαθμό του Πυράρχου από 96 έως 98,6 και, υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, στον βαθμό του Αντιπυράρχου από 9,1 μέχρι 10, του Επιπυραγού από 9,2 μέχρι και 94,4, του Πυραγού από 8,7 μέχρι 9,5, του Υποπυραγού από 9 μέχρι 9,2 και του Ανθυποπυραγού από 8,5 μέχρι 9,3. Επίσης, όταν δεν έχει πειθαρχικές ποινές και δεν προκύπτει ακαταλληλότητα για την άσκηση των καθηκόντων του. Στην περίπτωση αυτή, μη νομίμως κρίνεται ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του. ΣτΕ 383/2025, σ. 1500.
Παύση υπαλλήλου. Προσβαλλόμενη πράξη. Πυροσβεστικό σώμα. Δικαίωμα προσφυγής έχει ο υπάλληλος μόνο κατά της απόφασης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με την οποία παύεται κατόπιν ουσιαστικής κρίσης και όχι κατά πράξης άλλου διοικητικού οργάνου, με την οποία αυτός παύεται χωρίς να έχει προηγηθεί κρίση τέτοιου Συμβουλίου. Παράλειψη αξιωματικού ως ευδοκίμως τερματίσαντος τη σταδιοδρομία του. Αντισυνταγματικότητα. Το άρθρο 140 § 2 εδ. β΄ του ν. 4662/ 2020), σύμφωνα με το οποίο οι αξιωματικοί, οι οποίοι παραλείπονται κατά την επιλογή του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, θεωρούνται ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους, αντίκειται στο άρθρο 103 § 4 Σ, το οποίο κατοχυρώνει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, διότι εξαρτά την παραμονή στην υπηρεσία των αξιωματικών αυτών, οι οποίοι φέρουν την ιδιότητα του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, από το γεγονός ότι δεν επιλέχθηκαν προς πλήρωση της θέσης του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος. ΣτΕ 436/2025, σ. 1502.
ΠΩΛΗΣΗ
Κίνδυνοι από τη μεταβίβαση ακινήτου ως μεταβίβαση περιουσίας, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τη Μ. Γρηγοροπούλου, σ. 563.
Πώληση με δοκιμή. Ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως και της εκπληρώσεως αυτής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν επρόκειτο για απλή πρόταση της ενάγουσας προς κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ή σύναψη συμβάσεως πωλήσεως υπό δοκιμή ή πώληση υπό διαλυτική αίρεση και, επίσης, στην περίπτωση αυτήν, αν πληρώθηκε η υπάρχουσα αίρεση, ώστε να δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει την καταβολή του τιμήματος. ΑΠ 743/2023, σ. 798.
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Το ανταποδοτικό τέλος υπέρ της ΕΡΤ – Νομική φύση και αρμοδιότητα είσπραξης. Μελέτη από τον Ι. Ε. Βενιέρη, σ. 1045.
Παράνομη τηλεοπτική διαφήμιση σκευασμάτων διατροφής. Εν όψει της υποχρέωσης των τηλεοπτικών μέσων να ελέγχουν το περιεχόμενο των διαφημιστικών μηνυμάτων εξ επόψεως κινδύνου παραπλάνησης των τηλεθεατών, όταν τούτο προκύπτει εκ πρώτης όψεως από το περιεχόμενο των ίδιων των μηνυμάτων, ιδίως όταν ο κίνδυνος παραπλάνησης σχετίζεται με την προστασία της υγείας, απόφαση, με την οποία κρίνεται ότι η διαφήμιση των επίμαχων σκευασμάτων διατροφής με συνεχή αναφορά και, μάλιστα, κατά τρόπο υπερβολικό, σε υποθετικές προστατευτικές για την υγεία ιδιότητές τους είτε ως θεραπεία, είτε ως πρόληψη πολλών και διαφορετικών νόσων και παθήσεων, ενέχει κίνδυνο παραπλάνησης των τηλεθεατών, στους οποίους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τα εν λόγω προϊόντα θεραπεύουν, άλλως προλαμβάνουν, σειρά ασθενειών και παθήσεων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. ΑΠ 8/ 2025, σ. 1248.
ΡΗΤΡΕΣ
H καταχρηστικότητα του άρθρου 281 ΑΚ ως μέτρο ελέγχου συμβατικών ρητρών: Δικονομική αντιμετώπιση του ισχυρισμού. Με αφορμή την ΑΠ 830/2024. Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα, από την Ε. Ασημακοπούλου, σ. 921.
Το άρθρ. 6, § 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, σε συνδυασμό με το άρθρ. της 7 § 1, έχει την έννοια ότι: δεν επιτρέπει να γίνει δεκτό ότι σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα, η οποία πάσχει ακυρότητα κατόπιν ακυρώσεως, ως καταχρηστικής, ρήτρας η οποία μετακυλίει στον καταναλωτή τον συναλλαγματικό κίνδυνο που συνδέεται με το ξένο αυτό νόμισμα, μπορεί να «υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες», κατά την έννοια της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, οσάκις η εν λόγω σύμβαση διέπεται από εθνική νομοθεσία η οποία, ως έννομη συνέπεια της ακυρότητας μιας τέτοιας συμβάσεως, επιβάλλει την πλήρη απαλλαγή του καταναλωτή από τα ζημιογόνα αποτελέσματα μόνον της καταχρηστικής ρήτρας και, συγχρόνως, προβλέπει τη διατήρηση του κύρους και του δεσμευτικού χαρακτήρα των λοιπών στοιχείων της συμβάσεως. Δεδομένου ότι η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την εν λόγω ρήτρα, οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλουν την επαναφορά της νομικής και της πραγματικής καταστάσεως στην οποία θα τελούσε ο εν λόγω καταναλωτής αν δεν είχε συναφθεί η σύμβαση. ΔΕΕ C-630/23/30.4.2025, σ. 908.
ΣΗΜΑΤΑ
Λειτουργία τουριστικής επιχείρησης χωρίς το ειδικό σήμα. Συνέπειες. Μια τουριστική επιχείρηση λειτουργεί νόμιμα κατά τις διατάξεις της ξενοδοχειακής νομοθεσίας μόνον αν έχει χορηγηθεί σε αυτήν το ειδικό σήμα λειτουργίας. Η έκδοση, συνεπώς, υπέρ τουριστικής επιχείρησης διοικητικών πράξεων, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω χορήγηση σε αυτή του σήματος, της επιτρέπει μεν να προσδοκά τη χορήγησή του, όχι όμως να προβεί στην εκμετάλλευση του τουριστικού της καταλύματος πριν τη χορήγηση αυτού. Στο ειδικό αυτό σήμα αναγράφεται ο αύξων αριθμός της επιχείρησης στο τηρούμενο μητρώο των επιχειρήσεων αυτών και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η ύπαρξη του εν λόγω σήματος υπέρ τουριστικής επιχείρησης χωρίς την ταυτόχρονη καταχώρισή της στο παραπάνω μητρώο. Η λειτουργία μιας τέτοιας επιχείρησης χωρίς να είναι καταχωρισμένη στο προαναφερόμενο μητρώο, άρα στερούμενης του ειδικού σήματος, τιμωρείται είτε με πρόστιμο είτε και με σφράγισή της. Οι κυρώσεις επιβάλλονται σε ξενοδοχειακές μονάδες, που λειτουργούν χωρίς ειδικό σήμα λειτουργίας, κατά δέσμια αρμοδιότητα, και μάλιστα όχι μόνον ως προς την επιβολή της κύρωσης αλλά και ως προς το ύψος του προστίμου. ΣτΕ 1183/2025, σ. 1783.
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ
ΕΑΔΗΣΥ. Αρμοδιότητα εξέτασης λόγων αναγομένων σε παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Η ΕΑ ΔΗΣΥ έχει αρμοδιότητα να εξετάσει την τυχόν αντίθεση της προσβαλλόμενης με την προδικαστική προσφυγή διοικητικής πράξης προς τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου, ακόμη και όταν οι πληττόμενοι όροι της διοικητικής πράξης επαναλαμβάνουν διατάξεις τυπικού νόμου, εφ’ όσον με την προδικαστική προσφυγή προβάλλεται ότι οι διατάξεις αυτής και οι ταυτόσημες του τυπικού νόμου είναι αντίθετες προς το ενωσιακό δίκαιο. Συνεπώς, ορθώς η ΕΑΔΗΣΥ εξετάζει αιτίαση, ότι συγκεκριμένος όρος της διακήρυξης, που επαναλαμβάνει τις διατάξεις του ν. 3669/2008, είναι αντίθετος προς το ενωσιακό δίκαιο και, ειδικότερα, προς διατάξεις της Οδηγίας 2014/ 24/ΕΕ και προς τις γενικές αρχές που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, όπως η απαγόρευση διακρίσεων και οι αρχές της ίσης μεταχείρισης, της ελεύθερης ανάπτυξης του ανταγωνισμού και της αναλογικότητας και δεν υπερβαίνει, στην περίπτωση αυτή, την κατά το Σύνταγμα και τον νόμο αρμοδιότητά της. ΣτΕ 1271/2024, σ.204.
Δημόσιες συμβάσεις. Απόψεις της αναθέτουσας αρχής επί της προδικαστικής προσφυγής. Η προδικαστική προσφυγή περιέχει τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη παρανομία. Η αναθέτουσα αρχή (ή, κατά περίπτωση, ο αναθέτων φορέας) δύναται να εκθέσει τις επί της προσφυγής απόψεις της, παραθέτοντας, μάλιστα, και συμπληρωματική αιτιολογία.ΣτΕ 1508/2024, σ. 518.
Οι συμβάσεις που συνάπτονται στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας με αντικείμενο την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού ή έργα, προμήθειες και υπηρεσίες, που αφορούν άμεσα στρατιωτικό εξοπλισμό, καθώς και οι συμβάσεις που συνάπτονται στον ειδικό τομέα της μη στρατιωτικής ασφάλειας αλλά φέρουν χαρακτηριστικά προσιδιάζοντα σε εκείνα των συμβάσεων άμυνας, εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Οδηγίας 2009/ 81/ΕΚ -και συνεκδοχικά του ν. 3978/2011- αποκλειομένης της εφαρμογής της Οδηγίας 2004/24/ΕΕ. Ωστόσο, οι διατάξεις της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ δεν εφαρμόζονται στις ανωτέρω συμβάσεις εφ’ όσον αυτές διέπονται, μεταξύ άλλων, από ειδικούς διεθνείς διαδικαστικούς κανόνες και, συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή επί των τελευταίων αυτών συμβάσεων οι νομοθετικές διατάξεις (ουσιαστικού ή δικονομικού περιεχομένου) με τις οποίες μεταφέρθηκαν οι ανωτέρω Οδηγίες στην εσωτερική έννομη τάξη. Αρμόδιο δικαστήριο. Οι διαφορές, που αναφύονται μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των ενδιαφερομένων για την ανάθεση της σύμβασης κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας, οι οποίες εξαιρούνται από την Οδηγία 2009/81/ΕΚ για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης τήρησης ειδικών διεθνών διαδικαστικών κανόνων για την ανάθεση της σύμβασης, υπάγονται στη γενική ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ. ΣτΕ 1561/2024, σ. 520.
Ανέκκλητο αποφάσεων επί διαφορών από δημόσιες συμβάσεις. Κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων επί διαφορών υπαγομένων στο πεδίο εφαρμογής του Βιβλίου ΙV του ν. 4412/2016 δεν χωρεί έφεση. Η ρύθμιση για το «αμετάκλητο» των εν λόγω αποφάσεων είχε θεσπισθεί με το άρθρο 372 § 1 του ν. 4412/2016, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 138 του ν. 4782/ 2021. Το άρθρο αυτό, μετά την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 138 του ν. 4782/2021, δεν περιέχει μεν αντίστοιχη ρητή διάταξη. Εν όψει, όμως, του επιδιωκόμενου με τον ν. 4782/2021 σκοπού, που συνίσταται στην περαιτέρω επιτάχυνση της διαδικασίας επίλυσης των σχετικών διαφορών, συνάγεται ότι τα Διοικητικά Εφετεία εξακολουθούν να αποφαίνονται ανεκκλήτως και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 372 του ν. 4412/2016, δοθέντος, μάλιστα, ότι δεν προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφιση του ν. 4782/2021 βούληση του νομοθέτη να εισαγάγει δεύτερο βαθμό δικαστικής κρίσης ως προς τις εν λόγω διαφορές, οι οποίες υπόκεινται άλλωστε σε προηγούμενο έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, αρμόδιας για την άσκηση του διοικητικού ελέγχου των πράξεων, οι οποίες εντάσσονται στην προσυμβατική διαδικασία. Η ερμηνεία αυτή των παραπάνω διατάξεων δεν προσκρούει στο άρθρο 20 § 1 Σ ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. ΣτΕ 36/ 2025, σ. 1248.
Πότε ασκείται δεύτερη προσφυγή. Για ζητήματα, που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής προδικασίας, δεν χωρεί δεύτερη προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ, παρά μόνον αίτηση ακύρωσης και αναστολής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Συνεπώς, σε περίπτωση που η αναθέτουσα (ή η διενεργούσα) αρχή εκδώσει πράξη σε συμμόρφωση προς απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ, ο θιγόμενος οικονομικός φορέας διατηρεί τη δυνατότητα προσβολής της πράξης αυτής της αναθέτουσας (ή διενεργούσας) αρχής με αίτηση αναστολής και αίτηση ακύρωσης. Μόνον αν στη νεότερη απόφαση της αναθέτουσας αρχής, η οποία εκδίδεται κατ’ αρχήν σε συμμόρφωση προς απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ, περιλαμβάνονται νέες κρίσεις ή αιτιολογίες που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της προηγηθείσας διοικητικής προδικασίας ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ, έχει υποχρέωση ο θιγόμενος οικονομικός φορέας να προσβάλει αυτές με προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Αρχής, ως προϋπόθεση παραδεκτής άσκησης της αίτησης αναστολής και της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Εκκρεμής προσφυγή ανάκλησης στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ανάκληση της κατακυρωτικής απόφασης. Όταν κατά τη διενέργεια του προσυμβατικού ελέγχου διαπιστώνεται από τους αρμόδιους ελεγκτικούς σχηματισμούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου νομική πλημμέλεια της διαγωνιστικής διαδικασίας που κωλύει την υπογραφή της σύμβασης, νομίμως, κατ’ αρχήν, η αναθέτουσα αρχή εξετάζει εκ νέου τη νομιμότητα των πράξεων του διαγωνισμού και, επανερχόμενη για λόγους νομιμότητας σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ανακαλεί την κατακυρωτική απόφαση και εκδίδει νέα απόφαση κατακύρωσης σε άλλον ανάδοχο, χωρίς να ασκεί επιρροή από την άποψη αυτή το γεγονός ότι ο νέος ανάδοχος δεν αμφισβήτησε προγενέστερη πράξη αποκλεισμού του. Στην περίπτωση αυτή, δεν δημιουργείται έλλειμμα δικαστικής προστασίας για τους θιγόμενους από την απόφαση αυτή της αναθέτουσας αρχής, καθ’ όσον οι τελευταίοι μπορούν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της πράξης αυτής αρχικά ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ, η οποία οφείλει να εκφέρει ιδία αιτιολογημένη κρίση επί όλων των τιθέμενων ενώπιόν της ζητημάτων και, εν συνεχεία, ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, μη δεσμευομένων άλλωστε της ΕΑΔΗΣΥ και των δικαστηρίων από τα κριθέντα από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου. ΣτΕ 94/2025, σ. 1252.
Προσφυγή κατά πρωτοκόλλου παραλαβής. Με τις διατάξεις του π.δ. 284/1989 προβλέπονται Επιτροπές ελέγχου και παραλαβής των προς προμήθεια ειδών, με αρμοδιότητα να προβαίνουν στην, κατόπιν ποιοτικού και ποσοτικού ελέγχου, παραλαβή ή απόρριψη των ειδών, συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου. Τρόπος εξέτασης της προσφυγής. Σε περίπτωση που προκύψουν αμφιβολίες αν τα παραδοθέντα είδη πληρούν τους απαιτούμενους όρους και προδιαγραφές της σύμβασης, η αρμόδια Επιτροπή επίλυσης διαφορών αποφαίνεται περί της νομιμότητας του οικείου πρωτοκόλλου, με βάση το περιεχόμενό του και τα υπόλοιπα σχετικά στοιχεία και αφού επανεξετάσει το προμηθευόμενο είδος με όποιον τρόπο κρίνει καταλληλότερο, με ειδικά δημόσια όργανα που έχουν εξειδικευμένες γνώσεις και αρμοδιότητα να ελέγχουν την καταλληλότητα του υλικού, με δυνατότητα επανεξέτασης και των αντιδειγμάτων που τηρούνται στην Υπηρεσία Δειγμάτων της Μονάδας παραλαβής του υλικού και να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα σε περίπτωση μερικής ή ολικής ακαταλληλότητας αυτού. Επέκταση εφαρμογής ρύθμισης. Εφ’ όσον ο νόμος δεν διακρίνει, η κατά τον νόμο δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής για την επανεξέταση, κατά τον προσφορότερο τρόπο και με τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων, του υπό προμήθεια είδους ισχύει˙ καταλαμβάνεται από τις ειδικές περί προμηθειών διατάξεις και η περίπτωση, η οποία δεν ρυθμίζεται από τις περί κτηνιατρικής επιθεώρησης ζωϊκών προϊόντων διατάξεις, κατά τις οποίες δεν χωρεί επανεξέταση των τροφίμων που χαρακτηρίζονται κατά τις κτηνιατρικές επιθεωρήσεις ως επικίνδυνα για τον άνθρωπο και την κτηνοτροφία και, ως εκ τούτου, καταστρέφονται ή απωθούνται με μέριμνα και ευθύνη του κατόχου τους. ΣτΕ 152/2025, σ. 1253.
Διατήρηση εννόμου συμφέροντος. Η υπογραφή εκ μέρους της αιτούσας της επίδικης εκτελεστικής σύμβασης δεν της στερεί το έννομο συμφέρον προς άσκηση της αίτησης αναστολής και ακύρωσης, εφ’ όσον την υπέγραψε με επιφύλαξη. ΣτΕ 422/2025, σ. 1502.
Δάνεια εμπειρία. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε οικονομικού φορέα να επικαλείται, εν όψει της ανάθεσης και εκτέλεσης της σύμβασης, τις δυνατότητες άλλων φορέων, ασχέτως της φύσεως των δεσμών του με αυτούς, εφ’ όσον αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ότι θα έχει όντως στη διάθεσή του τους πόρους των εν λόγω φορέων, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση της σύμβασης. Εξάλλου, ο προσφέρων, καίτοι είναι ελεύθερος να συνάπτει δεσμούς με τους φορείς, στις ικανότητες των οποίων στηρίζεται, και να επιλέγει τη νομική φύση των δεσμών αυτών, εν τούτοις, οφείλει να αποδεικνύει ότι όντως έχει στη διάθεσή του τους πόρους των συγκεκριμένων φορέων που δεν του ανήκουν και είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση της συγκεκριμένης σύμβασης. Συνεπώς, δεν μπορεί να στηρίζεται στις δυνατότητες άλλων φορέων με σκοπό την αμιγώς τυπική πλήρωση προϋποθέσεων που απαιτούνται από την αναθέτουσα αρχή, μπορεί δε να επικαλείται τις ικανότητες τρίτου φορέα μόνον εάν ο τρίτος φορέας έχει άμεση και προσωπική συμμετοχή στην εκτέλεση της σύμβασης. Ο περιορισμός αυτός πρέπει να θεσπίζεται με αιτιολογημένη απόφαση της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα, η οποία να ενσωματώνεται στους σχετικούς όρους της διακήρυξης. ΣτΕ 451/2025, σ. 1503.
Σώρευση αίτησης αναστολής και ακύρωσης. Προδικαστικό ερώτημα. Το δικαστήριο διαπίστωσε εύλογες αμφιβολίες για το αν η ρύθμιση, που επιβάλλει την υποχρεωτική σώρευση, στο ίδιο δικόγραφο, των αιτημάτων αναστολής και ακύρωσης κατά αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ είναι σύμφωνη με την Οδηγία 89/665/ ΕΟΚ. Ερμηνεία διατάξεων, που επιβάλλουν προθεσμίες ενεργειών στο δικαστήριο. Oι προθεσμίες, που αφορούν: α) τον ορισμό δικασίμου και εισηγητή, β) την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης (εντός 60 ημερών από την κατάθεση της αίτησης) και δ) την έκδοση προσωρινής διαταγής επί του αιτήματος αναστολής είναι ενδεικτικές και όχι αποκλειστικές, ενώ η προθεσμία για την έκδοση και δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης εντός 15 ημερών είναι αποκλειστική. Συνοπτική αιτιολόγηση προσωρινής διάταξης. Αντισυνταγματικότητα.. Συνταγματικές οι ρυθμίσεις, που επιβάλλουν σύντομες αποκλειστικές προθεσμίες στους διαδίκους. Οι ρυθμίσεις, που προβλέπουν 10ήμερη αποκλειστική προθεσμία α) για την άσκηση της αίτησης αναστολής και ακύρωσης κατά αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ, β) για την κατάθεση παρεμβάσεων, γ) την κατάθεση αποδεικτικών στοιχείων και δ) τη διαβίβαση του φακέλου στο δικαστήριο, δεν αντίκεινται σε υπερκείμενες διατάξεις. Συνταγματική η διήμερη προθεσμία για κοινοποίηση της αίτησης. Αντισυνταγματική η προθεσμία για έκδοση του διατακτικού της απόφασης. Η διάταξη, που προβλέπει ότι το διατακτικό της απόφασης εκδίδεται εντός 15 ημερών από τη συζήτηση, είναι αντισυνταγματική. ΟλΣτΕ 1096/2025, σ. 1666.
Ασυνήθιστα χαμηλές τιμές. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να εκτιμήσει, εάν οι υποβληθείσες στη διαγωνιστική διαδικασία οικονομικές προσφορές είναι ασυνήθιστα χαμηλές. Η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να ελέγχει τη σοβαρότητα ορισμένης προσφοράς εξαρτάται από την προηγούμενη ύπαρξη αμφιβολιών, όσον αφορά την αξιοπιστία και την φερεγγυότητα αυτής. Αιτιολόγηση. Η αναθέτουσα αρχή διαθέτει, κατ’ αρχήν, ευρεία διακριτική ευχέρεια να χαρακτηρίσει συγκεκριμένη οικονομική προσφορά ως ασυνήθιστα χαμηλή, κατ’ εκτίμηση, ιδίως, της απόκλισης της οικονομικής προσφοράς κάθε διαγωνιζομένου από την προϋπολογισθείσα δαπάνη του έργου, αλλά και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποβληθείσες οικονομικές προσφορές. Κλήση οικονομικού φορέα για διευκρινίσεις. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεστεί η προσφέρουσα. Διαδικασία δικαιολόγησης προσφοράς. Διάλογος. Προσφυγή κατά προσφοράς, ως ασυνήθιστα χαμηλής. Αποδοχή της προσφυγής. Συνέπειες. ΣτΕ 804/2025, σ. 1771.
Οικονομικοί φορείς, που δεν είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημους καταλόγους. Οι οικονομικοί φορείς, που δεν είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημο κατάλογο εγκεκριμένων φορέων, δεν υποχρεούνται να απαντήσουν στο - εντασσόμενο στο βασικό ερώτημα περί εγγραφής σε τέτοιο κατάλογο - υποερώτημα της Ενότητας Α του Μέρους ΙΙ του ΕΕΕΣ, περί του αν θα είναι σε θέση να προσκομίσουν βεβαίωση πληρωμής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και φόρων ή να παράσχουν πληροφορίες, σε σχέση με τη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να τη λάβει με απ’ ευθείας πρόσβασή της σε εθνική βάση δεδομένων (υποερώτημα ε´). ΣτΕ 808/2025, σ. 1774.
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ
Τα Ελληνικά δικαστήρια, προκειμένου να εφαρμόσουν Διεθνή Σύμβαση, πρέπει να διαπιστώσουν αν η σύμβαση αυτή έχει κυρωθεί με νόμο και αν έχει τεθεί σε ισχύ στην Ελλάδα, κατά τους όρους της, δοθέντος ότι, αν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, οι όροι της Διεθνούς Σύμβασης αποτελούν μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και είναι, συνεπώς, εφαρμοστέοι. Οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος εφαρμόζονται και για τις προ αυτού κυρωθείσες Διεθνείς Συμβάσεις οι οποίες έχουν τυπική ισχύ ανώτερη του κοινού νόμου, εφ’ όσον όμως εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τον χρόνο έναρξης εφαρμογής του Συντάγματος του 1975. ΣτΕ 1592/2024, σ. 522.
ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ
Απρόβλεπτες εργασίες και τέλεση δαπανών που υπερβαίνουν το κονδύλιο του προϋπολογισμού για τις απρόβλεπτες δαπάνες. Ερμηνεία του δυνάμει των άρθρων 200, 288 & 388 ΑΚ. ΑΠ 28/ 2024, σ. 1203.
Αμοιβή εργολάβου. Υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου και υπολογισμός τοκοδοσίας επί ΦΠΑ Ημερομηνία έναρξης τοκοφορίας απαίτησης. ΑΠ 1708/2023, σ. 1211.
Ευθύνη εργολάβου προς αποζημίωση. Έγκριση εργοδότη. Μη εμφανείς ελλείψεις. Προϋποθέσεις ορισμένου αγωγής. Μείωση της αξίας του έργου. ΑΠ 64/2024, σ. 1431.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Το δεδικασμένο από τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ. Μελέτη από το Δ. Θ. Πυργάκη, σ. 656.
ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ
Πληρωμή των δικαιούχων. Σύμβαση συμψηφισμού. Η σύμβαση συμψηφισμού αποτελεί μία ιδιότυπη σύμβαση, οι όροι της οποίας είναι προδιατυπωμένοι και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων.
Χαρακτήρας της σύμβασης συμψηφισμού. Με βάση το οργανικό κριτήριο, η σύμβαση συμψηφισμού αποτελεί σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διέπεται από το παραπάνω ειδικό καθεστώς και, κατά τα λοιπά, από το ιδιωτικό δίκαιο. Δεν αποτελεί, όμως, δημόσια σύμβαση, διότι δεν συνάπτεται κατόπιν διαδικασίας επιλογής (μέσω μιας οργανωμένης διαγωνιστικής - κατά κανόνα – διαδικασίας, με συγκεκριμένους διαδικαστικούς κανόνες, στο τελικό στάδιο της οποίας μόνον ένας θα αναδειχθεί ως ανάδοχος - αντισυμβαλλόμενος του αναθέτοντος φορέα). Νομοθετική επέμβαση στους όρους της σύμβασης. Ρυθμίσεις, με τις οποίες επιβάλλεται ο επανακαθορισμός (με μείωση) των τιμών αναφοράς/αποζημίωσης, η αυτοδίκαιη επέκταση της διάρκειας των συμβάσεων συμψηφισμού και η ετήσια αναπροσαρμογή της κανονιστικώς καθορισθείσας και συνομολογηθείσας τιμής αναφοράς/αποζημίωσης, αποτελούν παρέμβαση σε καταρτισθείσες ιδιότυπες αναγκαστικές συμβάσεις, με σκοπό την εξάλειψη του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του και εντεύθεν του μηχανισμού στήριξης των ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, καθώς και τον εξορθολογισμό των τιμών αποζημίωσης των παραγωγών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Κρατική ενίσχυση με δικαστική απόφαση. Σύμφωνα με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είναι δεσμευτική και για το ΣτΕ, η ενίσχυση που χορηγήθηκε στους δικαιούχους με βάση την τιμή του ν. 4254/2014 - μειωμένη σε σχέση με την αρχικώς προβλεφθείσα - για την υπόλοιπη περίοδο εκτέλεσης των συμβάσεων συμψηφισμού, συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στέγης. ΣτΕ 2077/ 2024, σ. 1473.
ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ
Με τη διαδικασία συνδιαλλαγή, επιδιώκεται, υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής, η επίτευξη συμφωνίας του οφειλέτη επιχειρηματία με τους πιστωτές του, που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία (δηλαδή πλέον του 50%) των κατ’ αυτού απαιτήσεων, με σκοπό την πρόληψη της πτώχευσης, τη συνέχιση της δραστηριότητάς του και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, μέσω της πρόβλεψης λύσεων για τη διάσωση της επιχείρησης, ιδίως με μείωση των απαιτήσεων, παράταση του ληξιπρόθεσμου αυτών, αναδιάρθρωση της επιχείρησης, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, εκποίηση της επιχείρησης ή κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο. Μεσολαβητής και εξασφαλιστικά μέτρα. Εφ’ όσον αποφασιστεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ορίζεται μεσολαβητής, ο οποίος, οφείλει να περαιώσει το έργο του όχι πέραν του 2μήνου, αρχόμενου από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης, με την ίδια δε απόφαση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Αναστολή ατομικών διώξεων κατά διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ. Ο διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ναι μεν δεν είναι ο ίδιος υποκείμενο της οικείας φορολογικής υποχρέωσης, πλην όμως στο στάδιο της είσπραξής της, αποκτά, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, την ιδιότητα του «οφειλέτη» από και δια της εκδόσεως και κοινοποιήσεως προς αυτόν της ατομικής ειδοποίησης. Η ιδιότητα αυτή τον καθιστά «συνοφειλέτη σε ολόκληρο» της εταιρείας και προσωρινή αναστολή κάθε διαδικασίας που αποβλέπει στη διεκδίκηση της περιουσίας του νομικού προσώπου περιλαμβάνει και αυτόν, ως συνοφειλέτη της εταιρείας. ΣτΕ 768/ 2025, σ. 1770.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ
Υποχρεωτικός διορισμός συνηγόρου στα πλημμελήματα, με σημείωση Δ. Αρβανίτη. ΕγγΠρΑΠ 2380/ 2024, σ. 163.
ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Η πολυνομία ως πρόβλημα συνταγματικότητας (Από τη ρύθμιση στην πολυπλοκότητα και την ακαταλληλότητα του νόμου). Μελέτη από τον Κ. Π. Σαμαρτζή, σ. 1380.
ΣΥΝΤΑΞΗ
Για να λάβουν σύνταξη γήρατος οι ασφαλισμένοι του ΟΓΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι έγγαμες γυναίκες, οι οποίες απασχολούνται αυτοτελώς σε αγροτικές εργασίες, πρέπει: α) να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους, β) να έχουν απασχοληθεί, κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα, στην αγροτική οικονομία επί 25 τουλάχιστον έτη μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους και γ) να είναι κατ’ αρχήν μονίμως εγκατεστημένοι, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους σε αγροτικές εργασίες, στον τόπο των αγροτικών ασχολιών τους, από τον οποίο συγχωρούνται μόνο προσωρινές και δικαιολογημένες απομακρύνσεις. Η κρίση ότι η απομάκρυνση του ενδιαφερομένου από τον τόπο των αγροτικών ασχολιών του είναι προσωρινή και δικαιολογημένη, καθώς και η κρίση ότι ο ενδιαφερόμενος αντλεί τα μέσα βιοπορισμού του από την απασχόλησή του στην αγροτική οικονομία, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από τα αρμόδια όργανα του ΟΓΑ και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τα διοικητικά δικαστήρια. Έγγαμες γυναίκες. ΣτΕ 908/2024, σ. 189.
Σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, σε περίπτωση ανάκλησης συνταξιοδοτικής απόφασης με βάση τις γενικές αρχές περί ανάκλησης παράνομων διοικητικών πράξεων, αποκλείεται η αναζήτηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό των αχρεωστήτως καταβληθεισών περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους από τον ασφαλισμένο ή συνταξιούχο, αν ο τελευταίος τις έχει εισπράξει καλοπίστως, λόγω των απρόβλεπτων οικονομικών συνεπειών που συνεπάγεται το μέτρο αυτό σε βάρος του. Στο πλαίσιο της παραπάνω γενικής αρχής, για τη στοιχειοθέτηση καλής πίστης στο πρόσωπο του λήπτη της συνταξιοδοτικής παροχής δεν απαιτείται να έχει προηγηθεί συγκεκριμένη θετική ενέργεια των αρμοδίων ασφαλιστικών οργάνων, ικανή να του δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση, ότι δικαιούται την παροχή (όπως απαιτείται για την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης), αλλά μπορεί, κατά περίπτωση, να αρκεί η παράλειψη των ασφαλιστικών οργάνων να προβούν στη διακοπή της καταβολής της παροχής μόλις εκλείψουν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησής της. Δόλια συμπεριφορά συνταξιούχου. Γνώση από το περιεχόμενο της συνταξιοδοτικής απόφασης. Η υπαιτιότητα μπορεί να προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την κοινοποίηση της συνταξιοδοτικής απόφασης, όταν στην απόφαση αυτή περιλαμβάνεται σαφής και αναλυτική μνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και των στοιχείων που λήφθηκαν υπ’ όψη, όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και το ύψος της χορηγούμενης σύνταξης, καθώς και από την περιοδική ενημέρωση του συνταξιούχου (με σχετικά ενημερωτικά σημειώματα) για τις τυχόν αυξομειώσεις του ποσού της καταβαλλόμενης σύνταξης και για τα στοιχεία που, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, είναι κρίσιμα για τη διακοπή ή τη μεταβολή του ύψους της σύνταξης. Δόλος ως προς το όριο ηλικίας. ΣτΕ 983/2024, σ. 191.
Κατά τη σαφή βούλησή του, ο νομοθέτης δεν χορήγησε τη δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης και στους - μη τελούντες σε χηρεία - διαζευγμένους πατέρες με ανήλικα παιδιά, ακόμη και αν αυτοί ασκούν την επιμέλειά τους με βάση ιδιωτικό συμφωνητικό, που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση που έλυσε τον γάμο. Όπου ο νομοθέτης θέλησε οι ευεργετικές ρυθμίσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση ασφαλισμένων μητέρων με ανήλικα παιδιά να εφαρμόζονται εκτός από τους χήρους και στους διαζευγμένους πατέρες με ανήλικα παιδιά, το όρισε ρητά. Οι διαζευγμένοι πατέρες με ανήλικα παιδιά, ακόμη και εάν με δικαστική απόφαση τους έχει ανατεθεί η επιμέλειά τους, δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους χήρους πατέρες με ανήλικα παιδιά. Ως εκ τούτου, η ως άνω εξαιρετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 4 § 1 Σ ούτε σε οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διάταξη. ΣτΕ 989/2024, σ. 192.
Επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα – Οι αποφάσεις ΔΕΕ [C-674/18 και C-675/18] και ΑΠ 430/2024 και η διεθνής εμπειρία. Μελέτη από την Ε. Akgunduz, σ. 341.
Εάν στο πλαίσιο επανάκρισης ήδη συνταξιούχου ανασφάλιστου υπερήλικα, με βάση το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, διαπιστωθεί ότι αυτός συνταξιοδοτείται από άλλον ασφαλιστικό φορέα, αλλοδαπό ή ημεδαπό ή το Δημόσιο, διακόπτεται η καταβολή ολόκληρου του ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα μόνον αν η σύνταξη, που λαμβάνει αυτός από τον άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο, είναι ανώτερη του καθοριζόμενου από τον νόμο ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα. Αν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του καθοριζόμενου από τον νόμο ποσού της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα, αυτός δικαιούται την παροχή, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό της διαφοράς, που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το ποσό της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει από τον άλλο φορέα. Η ρύθμιση αυτή, ακόμη και αν συνεπάγεται μείωση (περικοπή) του ποσού της ήδη χορηγούμενης σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα, δεν αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ή αρχές. ΣτΕ 1754/2024, σ. 530.
Αίτηση συνταξιοδότησης από τον ΟΑΕΕ. Διαδικασία. Για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος από τον ΟΑΕΕ απαιτείται η υποβολή αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία του Οργανισμού εκ μέρους του ασφαλισμένου, στην οποία να περιλαμβάνεται το σχετικό αίτημα κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, καθ’ όσον η αίτηση αυτή αποτελεί την αφετηρία για την έναρξη της διαδικασίας διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται από τον νόμο. Εκπρόθεσμη κατάθεση δικαιολογητικών λόγω ολιγωρίας της Διοίκησης. Η μη εμπρόθεσμη προσκόμιση των δικαιολογητικών δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόρριψη της αίτησης, όταν αυτή δεν οφείλεται σε ολιγωρία του ασφαλισμένου, αλλά σε αδικαιολόγητη άρνηση χορήγησής τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες, διότι η δυστροπία των τελευταίων δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του ασφαλισμένου. Δεύτερη αίτηση συνταξιοδότησης. Αν υποβληθεί, μετά την άπρακτη πάροδο της παραπάνω προθεσμίας και τη συνακόλουθη ρητή απόρριψη της αρχικής αίτησης συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, δεύτερη σχετική αίτηση συνοδευόμενη από στοιχεία και νόμιμα δικαιολογητικά, που προσκομίζονται για πρώτη φορά στην υπηρεσία και τα οποία δεν υπήρχαν στον σχετικό φάκελο κατά τον χρόνο έκδοσης της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αυτή λογίζεται ως προς όλες τις συνέπειες και, ιδίως, ως προς τον χρόνο έναρξης καταβολής της σύνταξης, ως νέα αυτοτελής αίτηση, παράγει, δηλαδή, τα αποτελέσματά της από την υποβολή της και όχι αναδρομικώς από τον χρόνο υποβολής της αρχικής αίτησης. ΣτΕ 646/2025, σ. 1509.
Σύνταξη αναπηρίας. Η διακοπή της υπαγόμενης στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ επαγγελματικής δραστηριότητας αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας, τυχόν δε υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης πριν τη διακοπή του ασφαλιστέου στον ΟΑΕΕ επαγγέλματος, που επιφέρει τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, παράγει αποτελέσματα μετά τη διακοπή. Για τη χορήγηση σύνταξης αναπηρίας από τον ΟΑΕΕ απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία του Οργανισμού εκ μέρους του ασφαλισμένου, η οποία αποτελεί την αφετηρία για την έναρξη της διαδικασίας διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται από τον νόμο. Ελλείψεις δικαιολογητικών. Αν κατά την παραλαβή της σχετικής αίτησης ή και μεταγενέστερα, κατά τον έλεγχο της πληρότητας των αρχικά υποβληθέντων δικαιολογητικών, διαπιστωθεί έλλειψη κάποιου από τα απαιτούμενα από τον νόμο δικαιολογητικά, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης, ο ΟΑΕΕ ενημερώνει εγγράφως τον ασφαλισμένο και τον καλεί να προσκομίσει το ελλείπον δικαιολογητικό εντός 3μήνου. ΣτΕ 1153/2025, σ. 1783.
ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΝ
Κοινόχρηστοι χώροι με τροποποίηση του σχεδίου πόλης. Ο καθορισμός ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων με πράξη έγκρισης ή τροποποίησης του σχεδίου πόλης ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων αυτών. Η έγκριση και η τροποποίηση σχεδίου πόλης πρέπει να αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πόλης από άποψη υγιεινής, ασφάλειας, οικονομίας και αισθητικής και στην αρτιότερη διαρρύθμισή της, στην οποία συμβάλλει προεχόντως η δημιουργία και επαύξηση κοινοχρήστων χώρων, μεταξύ των οποίων, ιδίως, οι χώροι πρασίνου, που αποτελούν βασικό στοιχείο του πολεοδομικού σχεδιασμού. ΣτΕ 1687/2024, σ. 526.
ΤΕΛΗ
Τέλος καθαριότητας και φωτισμού. Κοινόχρηστοι χώροι. Το ενιαίο τέλος καθαριότητας και φωτισμού έχει ανταποδοτικό (και όχι φορολογικό) χαρακτήρα και επιβάλλεται για παρεχόμενες από τους Δήμους υπηρεσίες (ιδίως, καθαριότητας των οδών, πλατειών και κοινοχρήστων εν γένει χώρων, περισυλλογής, αποκομιδής και διάθεσης απορριμμάτων και φωτισμού των κοινοχρήστων χώρων). Τέλη σε υποσταθμούς της ΔΕΗ. Εν όψει όσων παραπάνω αναφέρθηκαν, τέλος καθαριότητας και φωτισμού δεν μπορεί να επιβληθεί για το καταλαμβάνον κοινοχρήστους χώρους εναέριο και υπόγειο δίκτυο της ΔΕΗ, στο οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι υπόγειοι υποσταθμοί, στους οποίους είναι εγκατεστημένος ηλεκτρολογικός εξοπλισμός για τη μετατροπή και, στη συνέχεια, τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στους κατοίκους του οικείου Δήμου, διότι η χρήση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσομοιάζει προς τη συνήθη ή επαγγελματική χρήση ιδιωτικού ακινήτου. ΣτΕ 2225/2024, σ.886.
Το ανταποδοτικό τέλος υπέρ της ΕΡΤ – Νομική φύση και αρμοδιότητα είσπραξης. Μελέτη από τον Ι. Ε. Βενιέρη, σ.1045.
ΤΕΛΩΝΕΙΑ
Ταμειακή βεβαίωση τελωνειακών εσόδων. Τα τελωνειακά έσοδα, προερχόμενα, όπως και τα λοιπά δημόσια έσοδα, από δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου, πρέπει, προκειμένου να καταστούν εισπράξιμα, να υποβληθούν σε ταμειακή βεβαίωση (εν στενή εννοία βεβαίωση), υπό την έννοια της, βάσει οριστικοποιηθέντος νόμιμου τίτλου, σύνταξης χρηματικού καταλόγου και καταχώρισης αυτού στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων του οικείου Τελωνείου. Η οριστικοποίηση δε του εν λόγω νόμιμου τίτλου προϋποθέτει την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατ’ αυτού. Δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση καταλογισθείσας επιβάρυνσης, εάν προηγουμένως δεν έχει κοινοποιηθεί εγκύρως στον υπόχρεο η καταλογιστική πράξη. ΣτΕ 153/ 2025, σ. 1254.
Τελωνειακές παραβάσεις και αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να τηρείται από εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και ελλείψει εναρμόνισης της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των επιβαλλόμενων κυρώσεων. Σώρευση κυρώσεων χωρίς ανώτατο όριο. Η σώρευση τελωνειακών προστίμων χωρίς να προβλέπεται ανώτατο όριο, όταν η παράβαση αφορά μεγάλο αριθμό παραστατικών, είναι δυνατό να οδηγήσει στην επιβολή χρηματικών κυρώσεων σημαντικού ποσού, το οποίο μπορεί να ανέρχεται σε πολλές χιλιάδες ευρώ. Η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει προς τη σοβαρότητα της τελωνειακής παράβασης που κολάζει, ήτοι την περίπτωση ανακριβών στοιχείων και εγγραφών επί τελωνειακών παραστατικών που δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των πράγματι οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ενώ η συμμόρφωση προς την υποχρέωση υποβολής ακριβούς δήλωσης δύναται να εξασφαλισθεί με λιγότερα περιοριστικά μέτρα, όπως με την καθιέρωση ανώτατου ορίου επαύξησης της ποινής σε περίπτωση περισσοτέρων ανακριβών παραστατικών. Συνεπώς, υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και δεν συμβιβάζεται με την (κατά το Σύνταγμα και) το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο (ήδη δίκαιο της Ένωσης) αρχή της αναλογικότητας. ΣτΕ 668/ 2025, σ. 1510.
ΤΕΧΝΕΣ
Οι Αρχές της Ουάσινγκτον του 1998 για τη λεηλατημένη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Τέχνη. Εθνικές επιτροπές αποκατάστασης και τελευταίες εξελίξεις. Μελέτη από την Π. Νάση, σ. 1119.
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Η επίδραση των νέων τεχνολογιών στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής για ένα πιο ανθρωποκεντρικό εργασιακό περιβάλλον. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Γ. Βλασσόπουλο, σ. 258.
ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
Κεραίες κινητής τηλεφωνίας και περιβάλλον. Η εγκατάσταση και λειτουργία: (ι) οργανωμένων εκτάσεων υποδοχής κεραιών, (ιι) κομβικών σταθμών κινητής και ασύρματης τηλεφωνίας και (ιιι) σταθμών βάσης κινητής και ασύρματης σταθερής τηλεφωνίας, υπάγεται σε ειδικό καθεστώς αδειοδοτήσεων με σκοπό, αφ’ ενός, την προστασία του περιβάλλοντος, φυσικού, πολιτιστικού και οικιστικού, αφ’ ετέρου, την προστασία της δημόσιας υγείας προς αποφυγή τυχόν επιβλαβών επιπτώσεων από την έκθεση του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία και, κατά τρίτον, τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς άλλες τεχνικές προδιαγραφές και παραμέτρους, συναρτώμενες π.χ. με την αποφυγή παρεμβολών σε γειτονικά δίκτυα κ.λπ. Εκτίμηση επιπτώσεων. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται αδειοδότηση από την ΕΕΤΤ για ορισμένες ειδικές κατηγορίες κατασκευών κεραιών, για λόγους δημοσίου συμφέροντος όταν οι εγκαταστάσεις χαρακτηρίζονται εθνικής σημασίας, καθώς και όταν πρόκειται για κατασκευές χαμηλής περιβαλλοντικής και ηλεκτρομαγνητικής όχλησης, υπό συγκεκριμένες όμως προϋποθέσεις. Η αρχή της προφύλαξης βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. ΟλΣτΕ 1046/ 2024, σ. 186.
ΤΟΚΟΣ
Τόκοι σε βάρος του Δημοσίου. Έναρξη τοκοφορίας. Δεν νοείται η επιβολή τόκων υπερημερίας σε βάρος του Δημοσίου για το προ της επίδοσης της αγωγής σε αυτό χρονικό διάστημα, μη εφαρμοζόμενων, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των οφειλόμενων από το Δημόσιο παροχών, που απορρέουν από αξίωση δημοσίου δικαίου, των περί υπερημερίας διατάξεων του ΑΚ, εκτός και εάν έχει περιληφθεί διαφορετικός όρος στη σύμβαση. Το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, καθ’ ο μέρος καθορίζει, ως χρονικό σημείο έναρξης της τοκογονίας για τις οφειλές του Δημοσίου, τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, εισάγει, όπως και στην περίπτωση του καθορισμού του ύψους του επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου σε ποσοστό 6%, επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η διαχείριση της οποίας πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των πολιτών, οι οποίοι άλλωστε συμβάλλουν στη δημιουργία της μέσω της φορολογίας. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ. Τοκοφορία επιστροφόμενης επιχορήγησης για επένδυση. Σε περίπτωση υποχρέωσης επιστροφής στον καταβαλόντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού της επιχορήγησης, μόνον η επίδοση της αγωγής γεννά την τοκογονία της κατά του Δημοσίου απαίτησης. Η ρύθμιση αυτή εξυπηρετεί λόγους δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα τον σαφή προσδιορισμό, εν όψει του ιδιαίτερα μεγάλου όγκου των συναλλαγών του Δημοσίου, του χρονικού σημείου έναρξης των οφειλόμενων από μέρους του τόκων υπερημερίας και, κατ’ επέκταση, της σχετικής επιβάρυνσής του, είναι δε κατάλληλη και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού και δεν έρχεται σε αντίθεση με την ΕΣΔΑ. ΣτΕ 224/2025, σ. 1258.
Αγωγή επιδίκασης τόκων δυνάμει του άρθρ. 296 ΑΚ. Δεν απαιτείται για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως η επίκληση από τον ενάγοντα της ύπαρξης στο πρόσωπό του εμπορικής ιδιότητος, όπως αντιθέτως ορίζει το άρθρ. 111 Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. ΑΠ 1310/2024, σ. 1727.
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Λειτουργία τουριστικής επιχείρησης χωρίς το ειδικό σήμα. Συνέπειες. Μια τουριστική επιχείρηση λειτουργεί νόμιμα κατά τις διατάξεις της ξενοδοχειακής νομοθεσίας μόνον αν έχει χορηγηθεί σε αυτήν το ειδικό σήμα λειτουργίας. Η έκδοση, συνεπώς, υπέρ τουριστικής επιχείρησης διοικητικών πράξεων, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω χορήγηση σε αυτή του σήματος, της επιτρέπει μεν να προσδοκά τη χορήγησή του, όχι όμως να προβεί στην εκμετάλλευση του τουριστικού της καταλύματος πριν τη χορήγηση αυτού. Στο ειδικό αυτό σήμα αναγράφεται ο αύξων αριθμός της επιχείρησης στο τηρούμενο μητρώο των επιχειρήσεων αυτών και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η ύπαρξη του εν λόγω σήματος υπέρ τουριστικής επιχείρησης χωρίς την ταυτόχρονη καταχώρισή της στο παραπάνω μητρώο. Η λειτουργία μιας τέτοιας επιχείρησης χωρίς να είναι καταχωρισμένη στο προαναφερόμενο μητρώο, άρα στερούμενης του ειδικού σήματος, τιμωρείται είτε με πρόστιμο, είτε και με σφράγισή της. Οι κυρώσεις επιβάλλονται σε ξενοδοχειακές μονάδες, που λειτουργούν χωρίς ειδικό σήμα λειτουργίας, κατά δέσμια αρμοδιότητα, και μάλιστα όχι μόνον ως προς την επιβολή της κύρωσης αλλά και ως προς το ύψος του προστίμου. ΣτΕ 1183/2025, σ. 1783.
ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Ρύθμιση ζητημάτων κοινωνικής ασφάλισης μέσω Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Ειδικοί Λογαριασμοί Αλληλοβοηθητικά Σωματεία ή Ταμεία. Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος» [ΛΕΠΕΤΕ]. Αποτελεί ιδιωτικό φορέα επικουρικής ασφάλισης και οι παροχές, που κατέβαλε προς τους δικαιούχους του, δεν συνιστούν μετεργασιακές αμοιβές λόγω λήξης της εργασιακής τους σχέσης. ΑΠ 99/2024, σ. 107.
ΥΓΕΙΑ
Δικαίωμα στην υγεία. Περιεχόμενο. Το δικαίωμα στην υγεία αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα τόσο ως ατομικό όσο και ως κοινωνικό δικαίωμα. Ειδικότερα, ως ατομικό, το δικαίωμα στην υγεία περιλαμβάνει την προστασία της ατομικής υγείας και σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου από προσβολές και διακινδυνεύσεις, καθώς και την ελευθερία του αυτοκαθορισμού του, ήτοι την ελευθερία του ατόμου να αποφασίζει το ίδιο για θέματα της υγείας του. Ως κοινωνικό, το δικαίωμα στην υγεία συνίσταται στην υποχρέωση του Κράτους προς παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου και, γενικώς, στην υποχρέωσή του προς λήψη των αναγκαίων εκάστοτε θετικών μέτρων, που αποβλέπουν στην προστασία της υγείας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η δημόσια υγεία, υπό την έννοια της πρόληψης των νοσημάτων και της προαγωγής της υγείας των πολιτών, στους οποίους εξάλλου παρέχεται δικαίωμα να απαιτήσουν από το Κράτος την πραγμάτωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του. ΣτΕ 540/2025, σ. 1505.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ
Η εκ μέρους δημοσίου υπαλλήλου υποβολή παραίτησης επάγεται τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, είτε από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πράξης αποδοχής της παραίτησης, εφ’ όσον η κοινοποίηση λάβει χώρα εντός 2μήνου από την υποβολή της παραίτησης, είτε μετά την πάροδο της 2μηνης αυτής προθεσμίας, εφ’ όσον η Διοίκηση δεν ήθελε χωρήσει στην αποδοχή της παραίτησης ή η κοινοποίηση ήθελε καθυστερήσει πέραν του 2μήνου από την υποβολή της παραίτησης. Η υποβολή από τον υπάλληλο παραίτησης δεν επάγεται καμία συνέπεια στην υπηρεσιακή κατάστασή του ούτε δημιουργεί υποχρέωση της Διοίκησης, εάν γίνει μετά την κίνηση ποινικής δίωξης και ενόσω εκκρεμεί η ποινική δίκη, για τα προβλεπόμενα στην οικεία διάταξη πλημμελήματα ή για κακούργημα ή αν γίνει μετά την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης και ενόσω εκκρεμεί η πειθαρχική δίκη ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, ή εάν, μετά την υποβολή της παραίτησης εντός 2 μηνών και πριν αυτή γίνει αποδεκτή, αρχίσει τέτοια ποινική δίκη ή ασκηθεί τέτοια πειθαρχική δίωξη ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου. Πειθαρχική δίωξη και νέα αίτηση παραίτησης. Σε περίπτωση που εμπόδιο για την ανάπτυξη των εννόμων συνεπειών της παραίτησης αποτελεί η ακολούθως ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη για τα προβλεπόμενα αδικήματα, ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση παραίτησης, εφ’ όσον η σχετική πειθαρχική υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό μέσα σε 6 μήνες. Απόσπαση υπαλλήλου και πειθαρχική διαδικασία. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία από αυτή της οργανικής του θέσης, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί κατά τον χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος, εφ’ όσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή. ΣτΕ 2061/2024, σ. 879.
Αναξιοπρεπής συμπεριφορά. Μεταξύ των πειθαρχικών παραπτωμάτων, η τέλεση των οποίων μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, περιλαμβάνεται η χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά, εντός ή εκτός υπηρεσίας, ήτοι η συμπεριφορά η οποία προδήλως υπερβαίνει τα όρια της απλώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς (η οποία αποτελεί και αυτή πειθαρχικώς τιμωρητέα συμπεριφορά) και πλήττει κατά τρόπο ιδιαιτέρως βαρύ την επιβαλλόμενη ή αναμενόμενη, ως εκ της ιδιότητας και του λειτουργήματος του υπαλλήλου - ο οποίος πρέπει να αποτελεί πρόσωπο άξιο της κοινής εμπιστοσύνης και εκτίμησης - διαγωγή στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο και, κατ’ επέκταση, επιφέρει ισχυρό πλήγμα στο κύρος και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας. ΣτΕ 188/2025, σ. 1254.
Πειθαρχικό παράπτωμα. Έλλειψη καταλογισμού. Για τη στοιχειοθέτηση του πειθαρχικού παραπτώματος απαιτείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικώς μεν η δια συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων του υπαλλήλου παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος, υποκειμενικώς δε η υπαίτια συμπεριφορά του υπαλλήλου, δηλαδή η παράβαση να οφείλεται είτε σε πρόθεση του υπαλλήλου (δόλος), είτε σε μη επίδειξη εκ μέρους του της απαιτούμενης, ανάλογα με τις περιστάσεις, επιμέλειας (αμέλεια). Κρίση περί συνδρομής λόγου άρσης του καταλογισμού. Η κρίση περί της συνδρομής λόγων που αίρουν την ικανότητα προς καταλογισμό του διωκόμενου υπαλλήλου ανήκει κατ’ αρχάς μεν στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί ο υπάλληλος, το οποίο υποχρεούται, εφ’ όσον κρίνεται αναγκαίο, να διατάξει την εξέταση του υπαλλήλου από τις αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές, τελικά δε στο ΣτΕ, το οποίο, κατά την εκδίκαση της προσφυγής του υπαλλήλου, κρίνει εκ νέου την υπόθεση όχι μόνο κατά το νομικό αλλά και κατά το πραγματικό μέρος αυτής, δυνάμενο να προβεί σε αυτοτελή διαπίστωση κι εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε διάγνωση της ευθύνης του υπαλλήλου κι επομένως, σε κρίση περί της συνδρομής στο πρόσωπό του λόγων, που αίρουν την ικανότητά του προς καταλογισμό. ΣτΕ 865/ 2025, σ. 1775.
Αρχές που διέπουν τον διορισμό δημοσίων υπαλλήλων. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τον διορισμό των δημοσίων υπαλλήλων, που αποτελούν ειδικότερη έκφραση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας. Δικαστικός έλεγχος. Αξιοκρατία. Κριτήρια. Η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα να γίνεται, κυρίως, με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Επαγγελματική ελευθερία. Ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Πρόγραμμα σπουδών. Πρόσληψη με προϋπόθεση προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα. Το σύστημα προσλήψεων εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, το οποίο αποτελεί σύστημα μοριοδότησης προσόντων και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στο κριτήριο της πιστοποιούσας την εμπειρία του υποψήφιου εκπαιδευτικού εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας ως αναπληρωτή στη δημόσια εκπαίδευση, κατ’ εξαίρεση δε και στην ιδιωτική, το οποίο αποτελεί γενικό και αντικειμενικό κριτήριο επιλογής, συνάπτεται με την ικανότητα των υποψηφίων να ασκήσουν με επιτυχία τα εκπαιδευτικά καθήκοντά τους και συνάδει με τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. ΣτΕ 948/2025, σ. 1779.
ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ
Μη καταβολή μερίσματος στους μετόχους Ανώνυμης Εταιρείας και υπεξαίρεση: ορισμένες σκέψεις ως προς τον χειρισμό των οικείων υποθέσεων από τη νομολογία. Γνωμοδοτήσεις & Επίκαιρα – Ειδικά Θέματα από τον Γ. Ψαράκη, σ. 267.
ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ
Τόκος Υπερημερίας Οφειλών του Δημοσίου/ ΝΠΔΔ. Διαχρονικό Δίκαιο. Στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30.04.2019 υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με το άρθρ. 21 του δ. της 26.06/ 10.07.1944 και από 01.05.2019 υπολογίζεται με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019. ΑΠ 137/2025, σ. 1426.
ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ
Ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Στις προς ρύθμιση οφειλές συμπεριλαμβάνονται μόνο αυτές που ελήφθησαν ως δανειολήπτες και όχι οι δικαστικές δαπάνες και οι αμοιβές των δικηγόρων. ΜΠρΑθ 2016/2024, σ. 469.
Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά. Μέχρι την απαλλαγή του Οφειλέτη στο πλαίσιο ολοκλήρωσης της ρύθμισης των οφειλών του ή την έκπτωσή του, ο συνοφειλέτης και ο εγγυητής έχουν αναβλητική ένσταση που μπορεί να προταθεί με ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ και αναστολή του άρθρ. 938 ΚΠολΔ. ΜΠρ Αθ 4140/2025 (Ασφ. Μ.), σ. 1445.
ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΑ
Διαγραφή «φανερά αβάσιμων» Αγωγών και Ανακοπών από τα Βιβλία Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου. Ως «φανερά αβάσιμη» νοείται αγωγή/ανακοπή που είναι απαράδεκτη, νόμω ή ουσία αβάσιμη, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο σε διεξαγωγή αποδείξεων. Δυνατότητα διαγραφής και εκκρεμούς αγωγής/ανακοπής χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη τελεσίδικη απόρριψή της. Αίτηση διαγραφής από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου, εκκρεμούς ανακοπής κατά έκθεσης περιγραφής και εκτίμησης ακινήτου και της κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού, με μοναδικό λόγο της ανακοπής την εσφαλμένη αναφορά του αριθμού του ακινήτου χωρίς πάντως να αμφισβητείται η ταυτότητα του ακινήτου. Επειδή ο ίδιος ισχυρισμός είχε προταθεί και ενώπιον του δικαστηρίου που διέταξε τον δημόσιο εκούσιο πλειστηριασμό επί αγωγής διανομής του επίκοινου ακινήτου και είχε απορριφθεί τελεσιδίκως, το σχετικό δεδικασμένο συνεπάγεται το «φανερά αβάσιμο» της προς διαγραφή εκκρεμούς ανακοπής. Η αίτηση διαγραφής της αγωγής/ανακοπής από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου κατατίθεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία υπάγεται το Υποθηκοφυλακείο, από τα βιβλία διεκδικήσεων του οποίου ζητείται η διαγραφή και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εάν η προς διαγραφή αγωγή/ανακοπή είναι καταχωρισμένη στο κτηματολογικό φύλλο, είτε το πρώτον, είτε κατά μεταφορά από τα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου, που πλέον δεν υφίσταται, παρά μόνο ως ιστορικό αρχείο, δεν προβλέπεται διαδικασία διαγραφής της, αλλά η σχετική αίτηση αφορά σε διαφορά ως προς τις προς καταχώριση πράξεις και πρέπει να εκδικασθεί από τον Κτηματολογικό Δικαστή του Πρωτοδικείου, στο οποίο υπάγεται το Κτηματολογικό Γραφείο. ΜΠρΑθ 3246/2024, σ. 158.
ΦΑΡΜΑΚΑ
Φαρμακευτικοί Σύλλογοι και Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος. Οι φαρμακευτικοί σύλλογοι έχουν ως νόμιμο σκοπό την προσπάθεια προς προαγωγή των επαγγελματικών συμφερόντων των φαρμακοποιών - μελών τους. Περαιτέρω, οι εν λόγω σύλλογοι αποτελούν μέλη του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, σε περίπτωση δε σύναψης Συλλογικής Σύμβασης μεταξύ του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα και του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, οι όροι της δεσμεύουν αυτοδικαίως όλους τους φαρμακοποιούς που διατηρούν φαρμακείο και είναι εγγεγραμμένοι στον οικείο φαρμακευτικό σύλλογο. ΣτΕ 1047/2024, σ. 197.
Rebate φαρμάκων. Με την επιβληθείσα στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, κατόχους των αδειών κυκλοφορίας (ΚΑΚ) των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, προκειμένου για κάθε συνταγογραφούμενο από ιατρό φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, το τίμημα του οποίου καλύπτεται από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, υποχρέωση επιστροφής στους εν λόγω φορείς ποσού ανερχόμενου σε ποσοστό (3%) επί της λιανικής τιμής των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (rebate), επιδιώκεται η μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Συνταγματικότητα του μέτρου. Σκοπός του προαναφερθέντος μέτρου είναι ο περιορισμός της δημόσιας εξωνοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης, προκειμένου να τεθεί φραγμός στην ανεξέλεγκτη επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων και να αποτραπεί η κατάρρευση του συστήματος δημόσιας υγείας. ΣτΕ 1068/2024, σ. 197.
Clawback σε αντίδοτα φάρμακα. Δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης των φαρμάκων-αντιδότων από τον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής (clawback) στη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη, Η επέκταση του μέτρου αυτού στα παραπάνω φάρμακα δεν συνιστά παραβίαση της, κατοχυρωμένης στο άρθρο 25 § 1 Σ, αρχής της αναλογικότητας. ΣτΕ 108/2025, σ. 1252.
Προϋποθέσεις εγγραφής και απεγγραφής από τον κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Το Δημόσιο και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης εγκρίνουν και εξοφλούν ιατρικές συνταγές για τη χορήγηση φαρμάκων, εφ’ όσον με αυτές συνταγογραφούνται φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία περιλαμβάνονται σε κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και μόνον για τις εγκεκριμένες ενδείξεις. Στον κατάλογο αυτό συμπεριλαμβάνονται αποκλειστικά φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία, σύμφωνα με την χορηγούμενη από τον ΕΟΦ άδεια κυκλοφορίας τους, χορηγούνται μόνο με ιατρική συνταγή. Για την εγγραφή στον κατάλογο απαιτείται και η σχετική βούληση του κατόχου άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος, ο οποίος, με την υποβολή αίτησης για την ένταξη του σκευάσματος στον κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων, αποδέχεται να διατίθεται αυτό στην αγορά και με κάλυψη της δαπάνης από το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Η βούληση του κατόχου άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού σκευάσματος να μην διατίθεται αυτό και με κάλυψη της δαπάνης από το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης αρκεί για την αφαίρεση του σκευάσματος από τον κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων, εκτός εάν, βάσει ειδικού κανονιστικού πλαισίου, προβλέπεται διαφορετική διαδικασία. ΣτΕ 807/2025, σ. 1773.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ
Φόρος κληρονομίας των κτωμένων αιτία θανάτου εταιρικών μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής σε επιχείρηση. Εναλλακτικά προβλεπόμενος αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας. Η χορηγούμενη από τον νόμο εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό να ρυθμίζει όχι το αντικείμενο του φόρου, το οποίο προσδιορίζεται από τον ίδιο τον νόμο, αλλά τη μέθοδο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του εν λόγω αντικειμένου, δηλαδή ζήτημα ειδικότερο σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που γίνεται με τον ίδιο τον νόμο και κατ’ εξοχήν τεχνικό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. ΣτΕ 866/2024, σ. 170.
Πετρελαιοειδή. Ευθύνη αποθηκευτή από τη διαχείριση υπό καθεστώς αναστολής καταβολής φόρου. Προκειμένου περί πετρελαιοειδών προϊόντων, που τελούν υπό καθεστώς αναστολής καταβολής φόρου σε φορολογική αποθήκη εγκεκριμένου αποθηκευτή, ο τελευταίος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για την καταβολή των φόρων με τους οποίους βαρύνονται τα εν λόγω προϊόντα. Καταλογισμός. Εφ’ όσον η αντικανονική έξοδος από το καθεστώς φορολογικής αποθήκης συνδέεται με διάπραξη απλών, κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής, τελωνειακών παραβάσεων αποδιδόμενων στον εγκεκριμένο αποθηκευτή, νομίμως ο εγκεκριμένος αποθηκευτής καταλογίζεται ως κυρίως υπόχρεος, εν όψει της αντικειμενικής του ευθύνης, με το σύνολο του διαφυγόντος φόρου. Ευθύνη νομικού προσώπου. ΣτΕ 1145/ 2024, σ. 200.
Η επιβολή του ειδικού φόρου επί των ακινήτων εξωχώριων εταιριών δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά το Σύνταγμα ευχέρειας του νομοθέτη να διαμορφώνει εκάστοτε το φορολογικό σύστημα και να καθορίζει τον ενδεδειγμένο τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και φορολογικών στοιχείων ούτε ως προς τον προσδιορισμό του κύκλου των βαρυνομένων προσώπων, ο οποίος δεν παρίσταται αυθαίρετος, ούτε ως προς τον καθορισμό της βάσης της φορολογικής επιβάρυνσης, δηλαδή το αντικείμενο του φόρου και το ύψος του. Η πρόσθετη προϋπόθεση της ύπαρξης σύμβασης διοικητικής συνδρομής για την καταπολέμηση της απάτης και της φοροδιαφυγής με την τρίτη (εκτός ΕΕ) χώρα, στην οποία εδρεύουν οι συμμετέχουσες στην κυρίως υπόχρεη στον φόρο εταιρείες (παρένθετες), αναγόμενη στην ελεγξιμότητα της παρεχόμενης πληροφορίας/δηλώσεων των υποχρέων, συνιστά ουσιώδες κριτήριο απαλλαγής από τον φόρο και δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας ούτε στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. ΣτΕ 1220/ 2024, σ. 202.
Φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων γεννάται από ατομικές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες είτε επιβάλλεται αμέσως φορολογικό βάρος ή φορολογική κύρωση, είτε κρίνεται αντικείμενο ευθέως συναπτόμενο με συγκεκριμένη φορολογική ή συναφή υποχρέωση συνδεόμενη με φορολογητέα ύλη ατομικώς ορισμένη, η οποία αμφισβητείται εν όλω ή εν μέρει με την προσφυγή. Δεν υπόκεινται, αντιθέτως, σε προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές πράξεις, που σχετίζονται μεν με την καθ’ όλου εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας αλλά δεν συνδέονται προς συγκεκριμένο φορολογικό βάρος, ατομικώς καθ’ υποκείμενο και αντικείμενο προσδιοριζόμενο. Η διαφορά που γεννάται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας πράξης μεταβολής των καταχωρισμένων στο Φορολογικό Μητρώο στοιχείων, αποβλέπουσα στην τακτοποίηση της κατάστασης του φορολογουμένου και μη συναπτόμενη με σχετική ατομική φορολογική υποχρέωσή του, είναι ακυρωτική. Τέτοιο χαρακτήρα έχει και η διαφορά, που αφορά απόρριψη αιτήματος για διόρθωση της καταχωρισθείσης ιδιότητας του αιτούντος στο Μητρώο ως νομίμου εκπροσώπου αλλοδαπής εταιρίας, καθ’ όσον η εν λόγω απόρριψη δεν συνάπτεται στενώς και αναγκαίως με σχετική ατομική φορολογική υποχρέωση του αιτούντος, αλλά αφορά την τακτοποίηση της κατάστασής του ως φορολογουμένου. ΣτΕ 1243/ 2024, σ. 203.
Η επιβολή της εισφοράς σε γη και χρήμα σε ιδιοκτήτες ακινήτων κείμενων σε περιοχές που εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο βάσει του ν. 1337/1983 εισπράττονται με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και έχουν φορολογικό χαρακτήρα, καθώς αποτελούν μονομερείς και υποχρεωτικές επιβαρύνσεις. Μάλιστα αποτελούν δημοτικό έσοδο που αξιοποιείται όχι μόνο για τις δαπάνες βασικών έργων υποδομής, αλλά και για την εκπόνηση πολεοδομικών και άλλων μελετών πράξεων εφαρμογής. Η εισφορά βεβαιούμενη είτε από τις πολεοδομικές υπηρεσίες, είτε από τις οικονομικές υπηρεσίες του εκάστοτε ΟΤΑ εισπράττεται εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο οποίο ανάγεται. Κρίσιμο δε χρονικό σημείο για την έναρξη της προθεσμίας συνιστά η κύρωση της πράξης εφαρμογής διότι τότε εκκινεί η προθεσμία καταβολής της εν λόγω εισφοράς, εκτός αν αποδειχθεί από τον οικείο ΟΤΑ η συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων του εδαφίου β΄ της § 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968. ΤριμΔιοικΠρΑθ 1795/2024, σ. 512.
Το τεκμήριο νόμιμης κοινοποίησης, το οποίο θεσπίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 § 5 του ΚΦΔ και το οποίο έχει μαχητό χαρακτήρα, δεν έχει, πάντως, έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η επίδοση αμφισβητείται από τον προς ον, ήτοι εφ’ όσον αυτός αμφισβητεί ότι πράγματι παρέλαβε τη συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση αυτή, υπό το φως των συνταγματικών αρχών του Κράτους Δικαίου, της φανερής δράσης της Διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν εφαρμόζεται το προαναφερθέν τεκμήριο, αλλά η φορολογική Διοίκηση οφείλει να αποδείξει με κάθε πρόσφορο τρόπο την πραγματική παραλαβή της πράξης από τον προς ον αυτή αφορά ή την πλήρη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν. ΣτΕ 1545/2024, σ. 520.
Πρόσθετος φόρος κατόπιν ανεύρεσης συμπληρωματικών στοιχείων. Παραγραφή. Το δικαίωμα του Δημοσίου, κατόπιν διενέργειας ελέγχου, για έκδοση και κοινοποίηση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ, καθώς και επιβολή πρόσθετου φόρου λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης, παραγράφεται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο 5ετίας από το τέλος του έτους, εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την υποβολή της εκκαθαριστικής δήλωσης. Κατ’ εξαίρεση, η παραγραφή καθίσταται 10ετής, μεταξύ άλλων, αν, από συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ μετά την ως άνω 5ετία, εξακριβώνεται ότι ο φόρος που προκύπτει είναι μεγαλύτερος από αυτόν που προσδιορίζεται με την αρχική πράξη ή αν η δήλωση ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις, που τη συνοδεύουν, αποδεικνύονται ανακριβή, εφ’ όσον τα εν λόγω στοιχεία δεν είχε υπ’ όψη της δικαιολογημένα η φορολογική αρχή κατά την ανωτέρω 5ετία. Σε περίπτωση που, εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, περιέρχονται στη φορολογική αρχή, από άλλη φορολογική αρχή, πληροφορίες περί της πιθανότητας συναλλαγές αφορώσες φορολογούμενο, υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, να είναι εικονικές, η πρώτη είναι υποχρεωμένη, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να προβεί σε σχετικό έλεγχο και έκδοση και κοινοποίηση των οικείων καταλογιστικών πράξεων εντός της ως άνω προθεσμίας και δεν μπορεί να αναμείνει, για την έναρξη του ελέγχου και την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών πράξεων, την ολοκλήρωση του ελέγχου από την άλλη φορολογική αρχή. Παράλειψη ελέγχου. Σε περίπτωση που η αρμόδια για τον λήπτη φορολογικών στοιχείων φορολογική αρχή, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση για την πιθανότητα της εικονικότητας των στοιχείων αυτών, δεν προχωρήσει, παραλλήλως και συγχρόνως με την αρμόδια για τον εκδότη των στοιχείων αρχή, στον απαιτούμενο έλεγχο σε συνεργασία και με την άλλη αυτή αρχή, αν τούτο είναι αναγκαίο και δεν εκδώσει και κοινοποιήσει καταλογιστικές πράξεις εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, η έκθεση ελέγχου ή άλλο πληροφοριακό έγγραφο της φορολογικής αρχής, που είναι αρμόδια για τον εκδότη των εικονικών στοιχείων, δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής σε 10ετή και την έκδοση και κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων σε βάρος του λήπτη των στοιχείων μετά την πάροδο της 5ετίας. ΣτΕ 1681/ 2024, σ. 525.
Οι πρόσοδοι από την (κινητή και ακίνητη) περιουσία του ΤΑΠΕΤΕ, η οποία έχει διαμορφωθεί διαχρονικά προεχόντως από την απόδοση του κεφαλαίου, που προέκυψε από τις καταβαλλόμενες εισφορές των εργαζομένων στην Εθνική Τράπεζα, συνιστούν έσοδά του, που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού του και, για τον λόγο αυτό, δεν αποτελούν αντικείμενο του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και οντοτήτων. ΣτΕ 1733/ 2024, σ. 529.
Φορολογία επί εισοδήματος προερχόμενου από επιστροφή μετρητών, λόγω μείωσης μετοχικού κεφαλαίου ΑΕ. Υφίσταται υποχρέωση της φορολογικής Διοίκησης ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κρίσης της, των διοικητικών δικαστηρίων να εξετάσουν τον ισχυρισμό του φορολογουμένου, ο οποίος τυγχάνει μέτοχος ΑΕ, αναφορικά με την προέλευση του, μη καλυπτόμενου από τα δηλωθέντα εισοδήματά του, ποσού εμβάσματος από επιστροφή μετρητών, ύστερα από μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά την πραγματική βάση και τα προς τεκμηρίωση αυτών παρεχόμενα από τον φορολογούμενο στοιχεία ως προς την ακρίβεια και επάρκειά τους, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών κατά τη διαγραφόμενη στον νόμο διαδικασία μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου. Συνεπώς, κρίση, η οποία αρκείται στη μη ολοκλήρωση, πριν από την αποστολή του εμβάσματος, της διαγραφόμενης στον νόμο διαδικασίας μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕ δίχως να ερευνήσει την πραγματική βάση του ισχυρισμού, ότι επρόκειτο για μεταφορά χρηματικού ποσού, σε συνέχεια της εν λόγω μείωσης, από την ΑΕ προς την περιουσία του μετόχου, είναι μη νόμιμη. ΣτΕ 1802/ 2024, σ. 871.
Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για μεταβολή, στο φορολογικό μητρώο, του αντικειμένου δραστηριότητας εταιρείας. Είναι πλημμελής και μη νόμιμη η πράξη της φορολογικής Διοίκησης, που απορρίπτει αίτημα για μεταβολή του καταχωρισθέντος στο φορολογικό μητρώο αντικειμένου της δραστηριότητας του φορολογουμένου, όταν περιορίζεται στην αόριστη αναφορά ότι τα έως και σήμερα προσκομισθέντα δικαιολογητικά αναφέρονται σε αλλοδαπή εταιρεία ιδιοκτησίας ακινήτου και ότι καμία άλλη δραστηριότητα δεν μπορεί να ασκηθεί ή δηλωθεί από την εταιρεία, χωρίς να αιτιολογεί ειδικότερα την απάντησή της σε σχέση με κρίσιμα για την αξιολόγηση της αιτηθείσας μεταβολής δεδομένα. Ειδικότερα δε, όταν η φορολογική Αρχή δεν αξιολογεί καθόλου τον ισχυρισμό της φορολογούμενης εταιρείας, ότι ασκεί στην Ελλάδα δραστηριότητες χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) χωρίς εγκατάσταση. Η έκθεση απόψεων της ΑΑΔΕ προς το δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αιτιολογία της πράξης αυτής, όταν δεν μνημονεύει συγκεκριμένα τα δικαιολογητικά που δεν προσκομίσθηκαν, ενώ ήταν, κατά τη φορολογική αρχή, αναγκαία για την ικανοποίηση του παραπάνω αιτήματος.. ΣτΕ 1808/2024, σ. 871.
Σε περίπτωση επίκλησης και προσκόμισης από τον εκκαλούντα διπλότυπων είσπραξης ΔΟΥ περί καταβολής ποσοστού του οφειλόμενου φόρου, που αφορά υπόθεση αγόμενη με έφεση ενώπιον δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Διοικητικό Εφετείο οφείλει, στο πλαίσιο του ελέγχου συνδρομής της προϋπόθεσης παραδεκτού της έφεσης (καταβολή του 50% του οφειλόμενου σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση κύριου φόρου), α) είτε να τηρήσει τη διαδικασία του άρθρ. 139Α του ΚΔιοικΔικ β) είτε να εκδώσει σχετική προδικαστική απόφαση, για να προσκομισθεί σημείωμα της φορολογικής αρχής, το οποίο να βεβαιώνει αφ’ ενός τον οφειλόμενο, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριο φόρο και αφ’ ετέρου την καταβολή του οριζομένου ποσοστού (50% κατά τον κρίσιμο χρόνο). Αν ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε με υπόμνημα διπλότυπα είσπραξης ΔΟΥ περί καταβολής ποσοστού του ένδικου φόρου, η άνευ ετέρου απόρριψη της έφεσής του ως απαράδεκτης δεν είναι νόμιμη. ΣτΕ 2151/2024, σ. 886.
Απαλλαγή ν.π.δ.δ. από τον φόρο ακίνητης περιουσίας. Από τον φόρο ακίνητης περιουσίας απαλλάσσονται τα πρόσωπα που ρητώς αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 3842/ 2010, οι οποίες, θεσπίζουσες φορολογική απαλλαγή, είναι στενώς ερμηνευτέες. Εξάλλου, περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, μεταξύ άλλων, σε υφιστάμενο ν.π.δ.δ., χωρίς ειδικότερο καθορισμό του τρόπου διοίκησης αυτής, αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται της λοιπής ακίνητης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός, δηλαδή διαφορετικός σε σχέση με τον σκοπό, τον οποίο κατά τον προορισμό του επιδιώκει το δεχόμενο την περιουσία αυτή νομικό πρόσωπο και ο ειδικός αυτός σκοπός προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική του πράξη. Συνεπώς, σε περίπτωση ιδιοχρησιμοποίησης του παραπάνω κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης από το νομικό πρόσωπο, το οποίο αποτελεί το υποκείμενο της φορολογικής ενοχής, στο μέτρο που το κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης στερείται νομικής προσωπικότητας, τούτο τυγχάνει απαλλαγής εφ’ όσον ακολουθεί τη φορολογική μεταχείριση του ν.π.δ.δ., στο οποίο ανήκει, χωρίς να ασκεί επιρροή η καταβολή ή μη ανταλλάγματος κατά την ιδιοχρησιμοποίηση του κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης, εάν το αντάλλαγμα αποσκοπεί στην πραγμάτωση των κατά τον προορισμό του ν.π.δ.δ. σκοπών. ΣτΕ 75/2024, σ. 1250.
Φορολογικές διαφορές. Άσκηση προσφυγής και αγωγής. Για την επίλυση των διαφορών, που αναφύονται μεταξύ φορολογούσας αρχής και φορολογουμένου κατά τον καταλογισμό των φόρων κ.λπ., συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών που αφορούν αναγνώριση φορολογικής απαλλαγής ή μείωσης, καθώς και την επιστροφή φόρων κ.λπ., ο φορολογούμενος δύναται να ασκήσει αποκλειστικώς και μόνο το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, όχι δε και το ένδικο βοήθημα της αγωγής. Παρεμπίπτοντα ζητήματα. Το δικαστήριο της αγωγής δεν έχει την εξουσία να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της επιβολής φόρου κατά της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί προσφυγή, είτε έχει ασκηθεί αλλά έχει απορριφθεί. ΟλΣτΕ 334/2025, σ. 1494.
Φόρος εισοδήματος. Παραγραφή. Το δικαίωμα του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρου εισοδήματος και πρόσθετου φόρου λόγω ανακρίβειας της οικείας φορολογικής δήλωσης, με την έκδοση φύλλου ελέγχου ή πράξης διορθωτικού προσδιορισμού κατόπιν διενέργειας φορολογικού ελέγχου, παραγράφεται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο 5ετίας από το τέλος του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης. Συμπληρωματικά στοιχεία. Δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» εκείνα, τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας 5ετίας, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στον νόμο. Εξαίρεση. Στοιχεία σχετικά με τη συναλλακτική συμπεριφορά εκδότη φορολογικών στοιχείων, προσβάσιμα μεν στη ΔΟΥ αρμοδιότητας αυτού, των οποίων, όμως, ουδόλως δύναται κατ’ αρχήν να έχει γνώση η ΔΟΥ αρμοδιότητας του λήπτη, εάν αποδεδειγμένα δεν τεθούν υπ’ όψη της, συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία εφ’ όσον αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας, επεξεργασίας και αξιολόγησης από τη ΔΟΥ αρμοδιότητας του εκδότη ή άλλη δημόσια υπηρεσία, το δε σχετικό πόρισμα, εφ’ όσον διαβιβαστεί στη ΔΟΥ αρμοδιότητας του λήπτη αυτών, αποτελεί επαρκή ένδειξη τυχόν παραβατικής συμπεριφοράς του εκδότη σε σχέση με την έκδοση πλαστών/εικονικών φορολογικών στοιχείων, προκειμένου η τελευταία να το συνεκτιμήσει κατά τον διενεργούμενο από αυτήν σχετικό διασταυρωτικό έλεγχο του λήπτη, για την τυχόν απόδοση σε αυτόν σχετικής παράβασης του ΚΒΣ (λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων). ΣτΕ 372/2025, σ. 1499.
Αναστολή χρήσης ΑΦΜ. Η προβλεπόμενη στην περ. α΄ της § 4 του άρθρου 11 του ν. 4174/2013 δυνατότητα της φορολογικής Διοίκησης να αναστέλλει τη χρήση αριθμού φορολογικού μητρώου ή να προβαίνει σε απενεργοποίησή του - μεταξύ άλλων - εάν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος διαπράττει φοροδιαφυγή, συνιστά βαθιά επέμβαση στην οικονομική ζωή του φορολογούμενου, φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με απαγόρευση άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση αυτή συνιστά κατ’ ουσίαν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ για τη ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων σε περίπτωση φοροδιαφυγής, εφ’ όσον δεν τίθενται όρια στην αρμοδιότητά του. Περαιτέρω, η ουσιαστική ρύθμιση δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις της ίδιας διάταξης ούτε από διατάξεις άλλου νόμου, διότι καμία διάταξη δεν περιέχει τέτοιες ρυθμίσεις. Συνεπώς, είναι αντισυνταγματικές ΟλΣτΕ 869/2025, σ. 1769.
Φορολογικές διαφορές. Χρηματικό αντικείμενο. Επί προσβολής περισσότερων πράξεων, για τον προσδιορισμό του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπ’ όψη το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πράξη χωριστά και, μάλιστα, ανεξάρτητα αν οι περισσότερες πράξεις έχουν προσβληθεί με μία ή περισσότερες προσφυγές και αν επ’ αυτών έχουν εκδοθεί μία ή περισσότερες αποφάσεις, καθ’ όσον τόσο η προσβολή με κοινή προσφυγή περισσότερων πράξεων όσο και η έκδοση από τα διοικητικά δικαστήρια κοινής απόφασης αποτελούν τυχαία γεγονότα, που δεν λαμβάνονται υπ’ όψη προκειμένου να κριθεί εάν η αίτηση αναίρεσης ασκείται, από την άποψη του ποσού, παραδεκτά. Περαιτέρω, εφ’ όσον με την επίδικη πράξη της φορολογικής Διοίκησης έχει επιβληθεί κύριος φόρος, καθώς και πρόσθετος φόρος, για τον υπολογισμό του ποσού της διαφοράς δεν λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπ’ όψη ο πρόσθετος φόρος. Τέλος, σε περίπτωση που με την προσφυγή έχουν προσβληθεί πράξη επιβολής κυρίου φόρου και πράξη ή πράξεις επιβολής κυρώσεων, ερειδόμενες στην επιβολή του κύριου φόρου, και η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά τον κύριο φόρο, ασκείται παραδεκτά, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη (η αίτηση αναίρεσης) λόγω ποσού ή λόγω μη προβολής ισχυρισμών περί αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία ή περί ανυπαρξίας νομολογίας καθ’ ο μέρος αφορά τις πράξεις επιβολής κυρώσεων, εφ’ όσον οι πράξεις αυτές έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια διαφορά. ΣτΕ 1027/ 2025, σ. 1780.
ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος των εσόδων του ΤΑΠΕΤΕ, που προέρχονται από εκμετάλλευση του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Το κεφάλαιο που σχηματίζεται από τις εισφορές των ασφαλισμένων τοποθετείται, προς διατήρηση της αξίας του, είτε σε λογαριασμούς, είτε σε ακίνητα ή σε λοιπές επενδύσεις και, επομένως, τα έσοδα από τις τοποθετήσεις αυτές προστίθενται στο ασφαλιστικό κεφάλαιο, ώστε το ασφαλιστικό Ταμείο να είναι σε θέση να εκπληρώνει τον σκοπό του στο διηνεκές. Έσοδα του Ταμείου από μισθώματα ακινήτων, τόκους καταθέσεων και μερίσματα, ακίνητα, καταθέσεις και τίτλους, στους οποίους έχει τοποθετηθεί η περιουσία του, πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του καταστατικού του σκοπού και, επομένως, απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος κατ’ άρθρο 45 περ. γ΄ του ν. 4172/2013. ΣτΕ 813/2025, σ. 1775.
ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ
Για τη διαπίστωση, αν παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών υπάγονται στον ΦΠΑ, πρέπει οι πράξεις αυτές να πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας, από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή. Πρέπει, δηλαδή, να εντάσσονται στο πλαίσιο έννομης σχέσης μεταξύ αυτού που παραδίδει τα αγαθά ή παρέχει τις υπηρεσίες και του λήπτη, κατά την οποία ανταλλάσσονται αμοιβαίως παροχές και η αμοιβή, που λαμβάνεται, συνιστά το πραγματικό αντάλλαγμα για την παράδοση ή την υπηρεσία που παρέχεται. Από την άποψη αυτή, δεν ασκεί επιρροή, αν το αντάλλαγμα λαμβάνεται άμεσα από τον λήπτη των αγαθών ή υπηρεσιών, αλλά μπορεί να λαμβάνεται και από τρίτον. Η χορήγηση είτε ενωσιακής, είτε εθνικής επιδότησης δεν συνεπάγεται ότι οι πράξεις, για τις οποίες χορηγείται, ευρίσκονται άνευ ετέρου εκτός συστήματος ΦΠΑ ακόμη και όταν πραγματοποιούνται για την υλοποίηση ενωσιακού προγράμματος στήριξης κατ’ εφαρμογή ενωσιακής νομοθεσίας. Κρίσιμη είναι η διαπίστωση, αφ’ ενός, αν οι διενεργούμενες πράξεις έχουν ορισμένο παραλήπτη και πραγματοποιούνται έναντι ανταλλάγματος (εξ επαχθούς αιτίας) και, αφ’ ετέρου, αν η χορηγούμενη επιδότηση συνδέεται άμεσα με τον καθορισμό της αξίας της αντιπαροχής, ακόμη και αν καλύπτει το σύνολό της. ΣτΕ 1815/2024, σ. 871.
ΦΠΑ. Υπολογισμός εκπιπτόμενου φόρου. Τα γενικά έξοδα (εισροές) μικτού υπόχρεου (ήτοι υπόχρεου χρησιμοποιούντος αγαθά και υπηρεσίες για την πραγματοποίηση πράξεων, για μερικές από τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης) είναι κατ’ αρχήν κοινά (κοινές εισροές) και ο εκπιπτόμενος, στην περίπτωση αυτή, φόρος προσδιορίζεται δια της μεθόδου κλάσμα pro rata, εκτός αν ο υπόχρεος αποδείξει ότι μόνον μέρος των υποκείμενων σε ΦΠΑ εισροών αυτών συνδέεται με οικονομική δραστηριότητα που παρέχει δικαίωμα έκπτωσης. Η παραπάνω απόδειξη μπορεί να προκύψει και με τη χρήση της δυνατότητας προσδιορισμού από τον ίδιο τον υπόχρεο ποσοστού εκπιπτόμενου φόρου για κάθε τομέα δραστηριότητάς του ή αναλόγως της πραγματικής διάθεσης των αγαθών ή της χρήσης των υπηρεσιών, εφ’ όσον και στις δύο περιπτώσεις τηρούνται αντιστοίχως ιδιαίτεροι λογαριασμοί. ΣτΕ 429/ 2025, σ. 1502.
ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ
Φωτοβολταϊκά συστήματα σε κτίρια. Δικαιούχοι. Στο “Ειδικό Πρόγραμμα Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις” μπορούν να ενταχθούν ιδιώτες, οι οποίοι ασκούν οικονομική δραστηριότητα, που συνίσταται στην παροχή υπηρεσίας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έναντι αντιτίμου, αδιαφόρως της φορολογικής μεταχείρισής τους, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα επιτηδευματίες, που κατατάσσονται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Οι ανωτέρω δικαιούχοι είναι καταναλωτές ρεύματος και, παραλλήλως, παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (ν. 3468/2006, ΚΥΑ 12323/ΓΓ175/4.6.2009). Τρόπος λειτουργίας του συστήματος. ΣτΕ 2077/2024, σ. 1473.
ΧΡΕΗ
Ευθύνη νομικού εκπροσώπου για χρέη της εταιρίας. Προϋποθέσεις. Οφειλές ανώνυμης εταιρίας από εισφορές-ποινές, που επιβλήθηκαν σε βάρος της από την Τράπεζα της Ελλάδος για παράβαση των υποχρεώσεών της περί εξαγωγών γεωργικών προϊόντων, τις οποίες καλείται, με ατομική ειδοποίηση, να κα-
ταβάλει ένα μέλος του ΔΣ αυτής, που είναι και ο διευθύνων σύμβουλός της. Όμως, το ότι τη δήλωση, που κατατίθεται μαζί με την υποβολή της αίτησης της ΑΕ για εγγραφή στο Μητρώο Εξαγωγέων του ΕΒΕΑ και η οποία καλύπτει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο εξαγωγέας εφ’ όσον δεν εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του, την υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ, δεν δημιουργεί πρόσθετη, ατομική και αλληλέγγυα ευθύνη του τελευταίου, δεδομένου άλλωστε ότι η προσωπική ευθύνη του φυσικού προσώπου για χρέη του νομικού προσώπου, που διοικεί, συνιστά εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση. ΣτΕ 64/2024, σ. 94.
Ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Στις προς ρύθμιση οφειλές συμπεριλαμβάνονται μόνο αυτές που ελήφθησαν ως δανειολήπτες και όχι οι δικαστικές δαπάνες και οι αμοιβές των δικηγόρων. ΜΠρΑθ 2016/2024, σ. 469.