ΕΔΔΑ 34012/20/26.8.2025, με σχόλιο «Αναποτελεσματική νομοθεσία και νομολογία για παραβίαση εύλογου χρόνου. Δραστική παρέμβαση του ΕΔΔΑ», Β. Χειρδάρης

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 01

 

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ (ΕΔΔΑ) 

& ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ

 

Απόφαση Δικαστηρίου της 26.8.2025

(Αριθ. προσφ. 34012/20)

 

Υπόθεση ΒΕΡΒΕΛΕ

κατά

ΕΛΛΑΔΑΣ

 

ΠρόεδροςP. Roosma

ΜέληΙ. Ktistakis, L. Hüseynov, D. Pavli, D. Kovatcheva, C. Mingorance Cairat, V. Sancin

Δικηγόροι: Α. Πανούση - Σ. Τρέκλη (ΝΣΚ)

 

Η νομοθεσία και η νομολογία για τη διαδικασία αποζημίωσης που έχει θεσπιστεί για παραβίαση εύλογης διάρκειας δεν παρέχει αποτελεσματική έννομη προστασία.

Έλλειψη αποτελεσματικής έννομης προστασίας όσον αφορά την υπερβολική διάρκεια των αστικών διαδικασιών. Ο νομοθετικός κατακερματισμός των διαδικασιών είναι αντίθετος με τη νομολογία του ΕΔΔΑ και δεν επιτρέπει την εξέταση της συνολικής διάρκειας των διαδικασιών και την εκτίμηση της σοβαρότητάς της.

Η νομολογιακή ερμηνεία των κριτηρίων αξιολόγησης της διάρκειας της διαδικασίας από τα ελληνικά δικαστήρια δεν συμβαδίζει με τη νομολογία του Στρασβούργου. Οι επιδικαζόμενες αποζημιώσεις από τα ελληνικά δικαστήρια δεν αποτελούν επαρκή αποκατάσταση και δεν είναι αποτελεσματικές, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη τα έξοδα της διαδικασίας.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της δίκαιης δίκης υπό την ειδικότερη έκφανση της παραβίασης της εύλογης διάρκειας των διαδικασιών (άρθρο 6 § 1) και του δικαιώματος αποτελεσματικής έννομης προστασίας (άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1) και επιδίκασε για ηθική βλάβη 11.000 ευρώ και τα δικαστικά έξοδα (Άρθρα 6 § 1 και 13 της ΕΣΔΑ, ν. 4239/2014).

 

Πραγματικά περιστατικά

 

Η Νικολέττα Βερβελέ, Ελληνίδα υπήκοος γεννηθείσα το 1945, εργαζόταν ως καθαρίστρια στο Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών. Στις 22 Ιουνίου 2001, άσκησε αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για μισθολογικές αξιώσεις, επιδόματα και μισθολογικές προαγωγές. Η υπόθεση διεξήλθε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και εκδικάστηκε σε αναίρεση, με τον Άρειο Πάγο να απορρίπτει την αίτησή της στις 27 Φεβρουαρίου 2020. Η συνολική διάρκεια της δίκης ανήλθε σε 18 έτη, 9 μήνες και 18 ημέρες.  Η προσφεύγουσα επιχείρησε να αξιοποιήσει το εσωτερικό ένδικο μέσο του ν. 4239/2014, υποβάλλοντας αιτήσεις δίκαιης ικανοποίησης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 3 § 1 του νόμου. Τα ελληνικά δικαστήρια, ωστόσο, δεν της παρέσχαν επαρκή αποζημίωση, ερμηνεύοντας στενά τα χρονικά όρια της διαδικασίας και επιδικάζοντας ποσά σημαντικά κατώτερα των προδιαγραφών του ΕΔΔΑ.

 

Η απόφαση του ΕΔΔΑ

 

Α. Παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης

 

  1.  Γενικές αρχές

       

«… 50. Η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 35 απαιτεί μόνο ο προσφεύγων να έχει κανονική πρόσβαση σε ένδικα μέσα που είναι πιθανό να είναι αποτελεσματικά, επαρκή και προσβάσιμα. Ειδικότερα, τα μόνα ένδικα μέσα που απαιτεί η Σύμβαση να εξαντληθούν είναι εκείνα που σχετίζονται με τις προβαλλόμενες παραβιάσεις και είναι ταυτόχρονα διαθέσιμα και επαρκή. Η ύπαρξη τέτοιων ένδικων μέσων πρέπει να είναι επαρκώς βέβαιη όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, διαφορετικά δεν θα διαθέτουν την απαιτούμενη προσβασιμότητα και αποτελεσματικότητα (βλ. Sejdovic κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 56581/00, § 45, ΕΔΑΔ 2006-II· Scordino κατά Ιταλίας (αριθ. 1) [GC], αριθ. 36813/ 97, § 142, ΕΔΑΔ 2006-V· και Keaney κατά Ιρλανδίας, αριθ. 72060/17, § 108, 30 Απριλίου 2020).

  1.  Οι σχετικές αρχές που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 13 της Σύμβασης σε καταγγελίες για παραβίαση του δικαιώματος σε ακρόαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος εκτίθενται σε μια σειρά αποφάσεων (βλ., μεταξύ άλλων, Bara και Kola κατά Αλβανίας, αριθ. 43391/ 18 και 17766/19, § 105, 12 Οκτωβρίου 2021· Vassilios Athanasiou και άλλοι, προαναφερθείσα, § 55· McFarlane κατά Ιρλανδίας [GC], αριθ. 31333/ 06, § 108, 10 Σεπτεμβρίου 2010· Sürmeli κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 75529/01, §§ 97-101, ΕΔΔΑ 2006-VII· Scordino, προαναφερθείσα, §§ 182-89· και Kudła κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 157, ΕΔΔΑ 2000-XI).

  2.  Η αποτελεσματικότερη λύση είναι η θέσπιση ενός μέσου έννομης προστασίας που αποσκοπεί στην επίσπευση της διαδικασίας, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική της διάρκεια (βλ. Scordino, προαναφερθείσα, § 183). Ωστόσο, τα κράτη μπορούν επίσης να επιλέξουν να θεσπίσουν μόνο ένα μέσο αποζημίωσης, χωρίς αυτό να θεωρείται αναποτελεσματικό. Το Δικαστήριο έχει καθορίσει βασικά κριτήρια για την επαλήθευση της αποτελεσματικότητας ενός μέσου αποζημίωσης σε σχέση με την υπερβολική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών. Τα κριτήρια αυτά είναι τα εξής:

  •  η αγωγή αποζημίωσης πρέπει να εκδικαστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος

  •  η αποζημίωση πρέπει να καταβάλλεται αμέσως και, γενικά, το αργότερο έξι μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση για την επιδίκαση της αποζημίωσης καθίσταται εκτελεστή

  •  οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν την αγωγή αποζημίωσης πρέπει να είναι σύμφωνοι με την αρχή της δίκαιης μεταχείρισης που εγγυάται το άρθρο 6 της Σύμβασης

  •  οι κανόνες σχετικά με τα δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβαρύνουν υπερβολικά τους διαδίκους, όταν η αγωγή τους είναι δικαιολογημένη

  •  το ύψος της αποζημίωσης δεν πρέπει να είναι παράλογο σε σύγκριση με τις αποζημιώσεις που έχει επιδικάσει το Δικαστήριο σε παρόμοιες υποθέσεις (βλ. Valada Matos das Neves κατά Πορτογαλίας, αριθ. 73798/13, § 73, 29 Οκτωβρίου 2015, και Brudan κατά Ρουμανίας, αριθ. 75717/14, § 69, 10 Απριλίου 2018).

  1.  Όταν ένα κράτος έχει λάβει σημαντικό μέτρο με την εισαγωγή αποζημιωτικής αποκατάστασης, το Δικαστήριο πρέπει να αφήσει μεγαλύτερο περιθώριο εκτίμησης στο κράτος, ώστε να του επιτρέψει να οργανώσει την αποκατάσταση κατά τρόπο που να συνάδει με το δικό του νομικό σύστημα και τις παραδόσεις του, καθώς και με το βιοτικό επίπεδο της εν λόγω χώρας. Το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγχει εάν ο τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής του εσωτερικού δικαίου έχει συνέπειες που συνάδουν με τις αρχές της Σύμβασης, όπως αυτές ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου. Η αρχή της επικουρικότητας δεν σημαίνει την παραίτηση από κάθε εποπτεία του αποτελέσματος που προκύπτει από τη χρήση των εσωτερικών μέσων έννομης προστασίας, καθώς η Σύμβαση αποσκοπεί να εγγυηθεί όχι θεωρητικά ή απατηλά δικαιώματα, αλλά δικαιώματα που είναι πρακτικά και αποτελεσματικά (βλ. Cocchiarella κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 64886/01, §§ 80-83, ECHR 2006-V, και Scor­dino, που προαναφέρθηκε, §§ 189-192).

 

Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην παρούσα υπόθεση

  1. Το Δικαστήριο διαπιστώνει εξ αρχής ότι η καταγγελία της προσφεύγουσας σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας, η οποία διήρκεσε σχεδόν δεκαεννέα έτη σε τρία επίπεδα δικαιοδοσίας, είναι «αμφισβητήσιμη» για τους σκοπούς του άρθρου 13 και ότι η προσφεύγουσα είχε δικαίωμα σε ένδικο μέσο με το οποίο θα μπορούσε να είχε λάβει την κατάλληλη αποκατάσταση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για την προβαλλόμενη παραβίαση του δικαιώματός της σε ακρόαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 (βλ., για παράδειγμα, Wcisło και Cabaj κατά Πολωνίας, αριθ. 49725/11 και 79950/13, § 142, 8 Νοεμβρίου 2018).

 

(α) Ο «κατακερματισμός» της διαδικασίας ανά επίπεδο δικαιοδοσίας

 

  1.  Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 § 1 του νόμου αριθ. 4239/2014, οι αιτήσεις για δίκαιη ικανοποίηση πρέπει να υποβάλλονται χωριστά σε κάθε επίπεδο δικαιοδοσίας εντός έξι μηνών από την έκδοση της «οριστικής απόφασης» που έλαβε το δικαστήριο στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας ….

  2.  Σημειώνει περαιτέρω ότι η αποζημίωση που εισήγαγε ο νόμος αριθ. 4239/2014 για τις αστικές διαδικασίες προβλέπει μια διαδικασία που είναι σχεδόν παρόμοια με το μέτρο που εισήχθη με τον νόμο αριθ. 4055/2012 μετά την πιλοτική απόφαση Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι … σχετικά με την υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού εξετάστηκε στην υπόθεση Techniki Olympiaki A.E. (παραπάνω), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποκατάσταση μπορούσε να αφορά μόνο τη διάρκεια της διαδικασίας σε ένα επίπεδο δικαιοδοσίας. Λαμβάνοντας υπόψη το περιθώριο εκτίμησης που απολαμβάνουν τα συμβαλλόμενα κράτη όσον αφορά την οργάνωση των εσωτερικών μέσων έννομης προστασίας, το Δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι θα υπήρχε κίνδυνος υποβολής περιττών αιτήσεων για δίκαιη ικανοποίηση, εάν οι αιτούντες είχαν το δικαίωμα να προσφεύγουν σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας για τη διάρκεια όλων των σταδίων της διαδικασίας (ibid. § 46). Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε, αναφερόμενο στη δική του νομολογία, ότι η άσκηση του δικαιώματος αποζημίωσης θα διευκολυνόταν εάν ο αιτών είχε τη δυνατότητα να υποβάλει καταγγελία για τη διάρκεια της διαδικασίας στο σύνολό της, που εκτείνεται σε διάφορα επίπεδα δικαιοδοσίας (ibid. § 45). Σημείωσε επίσης ότι οι ρυθμίσεις για τη χρήση του μέσου αποκατάστασης δεν ανταποκρίνονταν ακριβώς στα κριτήρια που έθεσε το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έκρινε το ζήτημα αυτό αποφασιστικό, αλλά δήλωσε ότι η θέση του ενδέχεται να αναθεωρηθεί στο μέλλον (ibid. § 49).

  3.  Σε μεταγενέστερη απόφαση στην υπόθεση Xynos, που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο μέσο που είχε θεσπιστεί με τον νόμο αριθ. 4239/2014 με σκοπό να επιτρέπεται η αποζημίωση για αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στις διαδικασίες ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, των ποινικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου προσέφερε την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα για τους σκοπούς του άρθρου 35 § 1 και του άρθρου 13 της Σύμβασης (βλ. § 20 ανωτέρω).

  4.  Το Δικαστήριο σημειώνει ότι – λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο νομοθέτης είχε θεσπίσει ένα νέο μέτρο αποκατάστασης – κατά την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του στην ανωτέρω υπόθεση, έλαβε δεόντως υπόψη τη σημασία της εξέλιξης αυτής για την εγχώρια πρακτική, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι εναπόκειται κατά πρώτο λόγο στα συμβαλλόμενα μέρη να αξιολογήσουν τον βέλτιστο τρόπο οργάνωσης του νομικού τους συστήματος. Σημειώνει περαιτέρω ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης, το προαναφερθέν μέτρο αποκατάστασης λειτουργούσε για περισσότερο από έξι έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων είχε αναπτυχθεί η εγχώρια πρακτική στον τομέα αυτό. Υπό το πρίσμα της νομολογίας του, όπως επιβεβαιώνεται από πιο πρόσφατες αποφάσεις (βλ. λεπτομερώς παραγράφους 59-62 κατωτέρω), και των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από εθνικά δικαστήρια βάσει του νόμου αριθ. 4239/2014, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι επί του παρόντος αναγκαίο να επανεξετάσει την αποτελεσματικότητα του εν λόγω μέσου.

  5.  Μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Xynos … στις 9 Οκτωβρίου 2014, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε περαιτέρω τη νομολογία του, σύμφωνα με την οποία ένα ένδικο μέσο για την υποβολή καταγγελίας σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας είναι «αποτελεσματικό» κατά την έννοια των άρθρων 13 και 35 § 1 της Σύμβασης μόνο εάν είναι σε θέση να καλύψει όλα τα στάδια της διαδικασίας που αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, όπως και η απόφαση του Δικαστηρίου, να λάβει υπόψη τη συνολική διάρκειά της (βλ., για παράδειγμα, Lukenda κατά Σλοβενίας, αριθ. 23032/ 02, § 79, ΕΔΑΔ 2005-X, και Κουμουτσή κ.α. κατά Ελλάδας, αριθ. 56625/00, § 17, 6 Μαρτίου 2003).

  6.  Συγκεκριμένα, στην πιλοτική απόφαση Rutkowski κ.α. κατά Πολωνίας (αριθ. 72287/ 10 και 2 άλλοι, 7 Ιουλίου 2015), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εγχώρια πρακτική του «κατακερματισμού της διαδικασίας» ήταν ένα από τα κύρια στοιχεία της συστημικής δυσλειτουργίας του θεσπισθέντος ένδικου μέσου. Ο κατακερματισμός συνίστατο στο γεγονός ότι τα δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη το σύνολο της διαδικασίας, η οποία είχε αποφασιστικές συνέπειες για την έκβαση των αιτήσεων αποζημίωσης του αιτούντος, οι οποίες είτε απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως αβάσιμες, είτε έγιναν δεκτές μόνο εν μέρει (ibid., §§ 176-181). Στην απόφαση Kirinčić κ.α. κατά Κροατίας (αριθ. 31386/17, 30 Ιουλίου 2020), το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 λόγω υπερβολικής διάρκειας των αστικών διαδικασιών και του άρθρου 13 λόγω έλλειψης αποτελεσματικού μέσου έννομης προστασίας. Επανέλαβε ότι ένα σχετικό ένδικο μέσο που έχει στη διάθεσή του ένας διάδικος σε εθνικό επίπεδο είναι «αποτελεσματικό» μόνο εάν είναι σε θέση να καλύψει όλα τα στάδια της διαδικασίας για την οποία γίνεται η καταγγελία και, συνεπώς, όπως και μια απόφαση του Δικαστηρίου, να λάβει υπόψη τη συνολική διάρκειά της (ibid., § 110). Τέλος, στην πρόσφατη απόφαση, Altius Insurance LTD … το Δικαστήριο έκρινε ότι η εγχώρια δικαστική πρακτική του διαχωρισμού της εξέτασης των αιτημάτων σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας ανά επίπεδο δικαιοδοσίας ήταν αντίθετη με την προσέγγιση του Δικαστηρίου όσον αφορά την εξέταση της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.

  7.  Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ερμηνεία του εν λόγω ένδικου μέσου εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν πρότυπα που είναι σύμφωνα με την αρχή που ενσωματώνεται στη νομολογία του και την προσέγγισή του στο θέμα, η οποία συνίσταται στην εξέταση της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας. Λόγω των όρων που διέπουν την άσκηση του εν λόγω ένδικου μέσου, οι ενάγοντες υποχρεούνται να προσφεύγουν σε κάθε δικαστήριο ξεχωριστά, ακόμη και αν εν τω μεταξύ η διαδικασία συνεχίζεται σε επίπεδο έφεσης και αναιρέσεως, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα για κανένα από τα δύο δικαστήρια να προβεί σε επανεξέταση της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας. Αυτό αντιβαίνει επίσης στη συνεπή προσέγγιση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, παρόλο που η διαδικασία μπορεί να εκκρεμεί σε κάθε στάδιο για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό ως τέτοιο, η συνολική διάρκειά της μπορεί ωστόσο να είναι υπερβολική (βλ., για παράδειγμα, Satakunnan Markkinapörssi Oy και Satamedia Oy κατά Φινλανδίας [GC], αριθ. 931/13, §§ 210-211, 27 Ιουνίου 2017).

  8.  Επιπλέον, επιβαρύνεται υπερβολικά ο αιτών με την υποβολή πολλαπλών αιτήσεων για δίκαιη ικανοποίηση και την κίνηση παράλληλων δικαστικών διαδικασιών, ακόμη και όταν δεν έχει ακόμη εκδοθεί η τελική απόφαση για την υπόθεσή του και δεν έχει ακόμη εκδοθεί η απόφαση που επιλύει τη διαφορά. Αυτό αυξάνει επίσης την πίεση στα ήδη υπερφορτωμένα δικαστήρια. Το πρόβλημα της μακροχρόνιας διαδικασίας δεν συνίσταται σε μια σειρά στατικών γεγονότων, αλλά μάλλον σε ένα φαινόμενο που εξελίσσεται προοδευτικά και η σοβαρότητα του οποίου αυξάνεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου (βλ. Balogh και άλλοι κατά Σλοβακίας, αριθ. 35142/15, § 58, 31 Αυγούστου 2018) … (βλ. Piper κατά Ηνωμένου  Βασιλείου,  αριθ. 44547/10, § 68, 21 Απριλίου 2015, και Deumeland κατά Γερμανίας, 29 Μαΐου 1986, § 90, Σειρά Α αριθ. 100).

  9.  Το Δικαστήριο σημειώνει περαιτέρω ότι σε ορισμένες αποφάσεις στις οποίες επικαλείται η Κυβέρνηση, το επιχείρημα των αιτούντων ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών σε προηγούμενα στάδια απορρίφθηκε ρητά. Αυτό είναι ενδεικτικό των περιορισμών του μέτρου αποκατάστασης.

 

(β) Κριτήρια για την εκτίμηση του τι συνιστά «εύλογο» χρονικό διάστημα στις αποφάσεις απόρριψης αιτήσεων δίκαιης ικανοποίησης

 

  1.  Η Κυβέρνηση υπέβαλε πενήντα εννέα αποφάσεις, στις οποίες εξετάστηκαν επί της ουσίας αιτήσεις αποζημίωσης για υπερβολική διάρκεια αστικών διαδικασιών, που εκδόθηκαν από τα δικαστήρια της Αθήνας μεταξύ 2015 και 2024 (βλ. §§ 21-28 ανωτέρω). Σε είκοσι υποθέσεις, οι αιτήσεις δίκαιης ικανοποίησης απορρίφθηκαν επί της ουσίας. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ερμηνεία των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων για την εκτίμηση της διάρκειας των διαδικασιών σε αυτά τα παραδείγματα δεν αντιστοιχούσε πάντα στη νομολογία του Δικαστηρίου.

  2.  Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στα πιο ενδεικτικά παραδείγματα όπου η απόκλιση αυτή ήταν καθοριστική για την έκβαση των αιτήσεων που υποβλήθηκαν για δίκαιη ικανοποίηση. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου τα εθνικά δικαστήρια δεν διαπίστωσαν καμία παράλειψη στη συμπεριφορά των αρχών, παρά τις καθυστερήσεις συνολικής διάρκειας άνω των τριών ετών, για τις οποίες ο διάδικος δεν μπορούσε σαφώς να θεωρηθεί υπεύθυνος, ενώ, επιπλέον, μετά από αναβολή που ζήτησε ο τελευταίος, το δικαστήριο όρισε ημερομηνία για ακροαματική διαδικασία που ήταν περισσότερο από τρία έτη μετά την αναβολή αυτή. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η αρχή ότι η διαδικαστική πρωτοβουλία ανήκει στα μέρη, η στάση των μερών δεν απαλλάσσει τους δικαστές από το καθήκον τους να εξασφαλίζουν την ταχύτερη δυνατή εκδίκαση, που απαιτείται από το  άρθρο 6 § 1 (βλ., για παράδειγμα, Kotaridis κατά Ελλάδας, αριθ. 205/08, § 27, 15 Ιουλίου 2010, και Pafitis κ.α. κατά Ελλάδας, 26 Φεβρουαρίου 1998, § 93…). Τα δικαστήρια πρέπει να διερευνήσουν κάθε δυνατό τρόπο για να μειώσουν τις καθυστερήσεις που οφείλονται σε αναβολές, εξετάζοντας εάν οι περιστάσεις και οι λόγοι των αναβολών θα επέτρεπαν την πρόωρη διεξαγωγή της δίκης (βλ., π.χ., Makrylakis κατά Ελλάδας, αριθ. 34812/ 15, § 61, 17 Νοεμβρίου 2022).

  3.  Στο υλικό που υπέβαλε η κυβέρνηση υπήρχαν επίσης αρκετές υποθέσεις στις οποίες τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι ο καθορισμός της ημερομηνίας της ακροαματικής διαδικασίας εξαρτάται από την εσωτερική οργάνωση του δικαστηρίου, ότι η διάρκεια της διαδικασίας δεν θα προκαλούσε ζημία στον ενάγοντα και ότι (σύμφωνα με το άρθρο 226 § 5 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) θα μπορούσε να ζητηθεί η διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας σε προγενέστερη ημερομηνία, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η εν λόγω διαδικασία κρίθηκε πράγματι μακρά. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αποτελεσματικό ένδικο μέσο που επιτρέπει την επιτάχυνση της διαδικασίας, προκειμένου να αποφευχθεί η ασυμβατότητά της με τη Σύμβαση λόγω της διάρκειάς της. Αυτό προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση του άρθρου 226 § 5 ότι αυτό αφορά μόνο «αιτήματα προτεραιότητας» που σχετίζονται με την εξέταση μιας υπόθεσης, όταν αυτό απαιτείται για συγκεκριμένους λόγους, η συνάφεια των οποίων θα αξιολογείται ανεξάρτητα από τον δικαστή (βλ.Tziovanis κ.α. κατά Ελλάδας, αριθ. 27462/09, § 56, 19 Ιανουαρίου 2017). Από τις αποφάσεις που υπέβαλε η Κυβέρνηση προκύπτει επίσης ότι στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου οι αιτούντες ζήτησαν νωρίτερη ημερομηνία, το αίτημά τους δεν έγινε πάντα δεκτό. Η μη χρήση αυτού του μέσου από τον αιτούντα για την επιτάχυνση της διαδικασίας δεν απαλλάσσει το κράτος από την υποχρέωσή του να οργανώσει το δικαστικό του σύστημα κατά τρόπο ώστε τα δικαστήριά του να μπορούν να εγγυηθούν σε όλους το δικαίωμα να λάβουν απόφαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (βλ. π.χ. Manios κατά Ελλάδας, αριθ. 70626/ 01, § 28, 11 Μαρτίου 2004). Οι σχετικές καθυστερήσεις εκ μέρους των αρχών δεν μπορούν επομένως να αποδοθούν στους αιτούντες σε τέτοιες περιπτώσεις.

  4.  Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι σε άλλες υποθέσεις που επικαλέστηκε η Κυβέρνηση, τα εθνικά δικαστήρια ακολούθησαν μια υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά το κριτήριο του τι διακυβευόταν για τον αιτούντα. Συχνά διαπιστώθηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν τεκμηριώσει τη σημασία του διακυβεύματος για αυτούς ή ότι αυτό ήταν ήσσονος σημασίας, καθώς τα μέσα διαβίωσής τους δεν είχαν επηρεαστεί, παρόλο που οι ενάγοντες είχαν ρητά προβάλει συγκεκριμένα επιχειρήματα σχετικά με τη σημασία του διακυβεύματος, τα οποία επίσης υποστηρίζονταν σαφώς από τις περιστάσεις των υποθέσεων. Σε άλλη υπόθεση, το συμπέρασμα ότι μια νομική οντότητα δεν είχε τεκμηριώσει οποιαδήποτε ηθική βλάβη οδήγησε στην απόρριψη ολόκληρης της αγωγής ως αβάσιμης από νομική άποψη.

  5.  Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα εθνικά δικαστήρια έλαβαν ως σημείο εκκίνησης την εκδίκαση των υποθέσεων και όχι την ημερομηνία κατά την οποία οι διάδικοι είχαν ζητήσει από το δικαστήριο να ορίσει ημερομηνία εκδίκασης, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα καθυστέρηση που θα μπορούσε να αποδοθεί στις αρχές. Σε άλλη περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο υπολόγισε τη διάρκεια της διαδικασίας σε πάνω από τρία έτη και απέρριψε την αίτηση δίκαιης ικανοποίησης, αναφερόμενο στην πανδημία Covid-19 και τις επιπτώσεις της στο έργο του δικαστηρίου. Ωστόσο, με βάση τον χρόνο της ακροαματικής διαδικασίας και των διαβουλεύσεων, η διαδικασία δεν θα μπορούσε να έχει επηρεαστεί από οποιαδήποτε μέτρα Covid-19.

  6.  Το Δικαστήριο έχει επισημάνει στο παρελθόν ότι τα μέρη της διαδικασίας δεν έχουν πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο της απόφασης ανώτερου δικαστηρίου, μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία μπορούν να λάβουν επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω απόφασης και ότι η οριστικοποίησή της και η επικύρωσή της, ως αυθεντικής, είναι απαραίτητες προτού ληφθούν μέτρα για την εξασφάλιση της εκτέλεσής της. Ωστόσο, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η θέσπιση στο νόμο της έκδοσης της απόφασης ως ημερομηνίας έναρξης της προθεσμίας για την υποβολή αίτησης δίκαιης ικανοποίησης (άρθρο 3 § 1 του ν. 4239/2014) ήταν μια ασυμφωνία που δεν συνεπαγόταν από μόνη της την αναποτελεσματικότητα του αποζημιωτικού μέτρου. Εξέτασε επί του σημείου αυτού ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν λάβει υπόψη την καθυστέρηση στην οριστικοποίηση και την πιστοποίηση όταν οι αποφάσεις απέρριπταν τις αξιώσεις και ότι, κατά συνέπεια, δεν προέκυψαν ζητήματα εκτέλεσης για τον ενάγοντα (βλ. Techniki Olym­piaki A.E., προαναφερθείσα, §§ 47-48).

  7.  Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η επαρκής σαφήνεια των λόγων, επί των οποίων βασίζονται οι αποφάσεις, επιτρέπει στα μέρη να κάνουν αποτελεσματική χρήση των υφιστάμενων μέσων έννομης προστασίας (βλ., π.χ. Hadjia­na­stassiou κατά Ελλάδας, 16 Δεκεμβρίου 1992, § 33 …). Το Δικαστήριο έχει επίσης τονίσει τη σημασία της στιγμής κατά την οποία αιτιολογείται μια απόφαση, κρίνοντας ότι η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών και/ή ο εκπρόσωπός του έχει επαρκή γνώση της τελεσίδικης εγχώριας απόφασης και ότι η ημερομηνία αυτή είναι, κατ' αρχήν, η ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο (βλ. Worm κατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, § 33, Reports 1997, και Baghli κατά Γαλλίας, αριθ. 34374/97, § 31, ECHR 1999-VIII). Όταν το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει ότι η απόφαση πρέπει να επιδοθεί, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να λάβει ως σημείο εκκίνησης την ημερομηνία κατά την οποία οι διάδικοι μπόρεσαν να λάβουν επικυρωμένο αντίγραφο της εγχώριας απόφασης (βλ. Papache­las κατά Ελλάδας [GC], αριθ. 31423/96, § 30, ECHR 1999-II).

  8.  Όσον αφορά την ημερομηνία μέχρι την οποία υπολογίζεται η διάρκεια της διαδικασίας, το Δικαστήριο σημειώνει ότι υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες η περίοδος που μεσολάβησε μεταξύ της έκδοσης της απόφασης επί της ουσίας και της ημερομηνίας κατά την οποία ο ενάγων μπόρεσε να λάβει επίσημο αντίγραφο αυτής δεν ελήφθη υπόψη, με την αιτιολογία ότι η εγχώρια απόφαση είχε απορρίψει την έφεση επί νομικών ζητημάτων και ότι, κατά συνέπεια, δεν είχαν προκύψει ζητήματα σχετικά με το θέμα της εκτέλεσης για τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, δεδομένης της σημασίας της επαρκούς γνώσης της τελικής εγχώριας απόφασης και του πλήρους περιεχομένου και της αιτιολογίας της, καθώς και των δικαιωμάτων που συνδέονται με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ατομικής προσφυγής βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, του δικαιώματος να ζητηθεί η επανέναρξη της διαδικασίας ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων, δεν συνάδει με την απαίτηση η διαδικασία να έχει εύλογη διάρκεια κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης το γεγονός ότι η διαδικασία μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη πριν ο ενδιαφερόμενος μπορέσει να λάβει επίσημο αντίγραφο της αιτιολογημένης απόφασης μετά την οριστικοποίησή της, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν προκύπτουν ζητήματα εκτέλεσης.

  9.  Από την ανωτέρω ανάλυση της νομολογίας, την οποία επικαλείται η Κυβέρνηση, προκύπτει ότι η ερμηνεία των κριτηρίων που εφαρμόστηκαν για τον προσδιορισμό ζητημάτων όπως το τι συνιστά «εύλογο» χρονικό διάστημα, η συμπεριφορά του αιτούντος ή των αρχών, το διακύβευμα για τον αιτούντα, το σημείο εκκίνησης και το σημείο μέχρι το οποίο υπολογίζεται η διάρκεια της διαδικασίας δεν ήταν σύμφωνη με τα πρότυπα που έχουν καθοριστεί στη νομολογία του Δικαστηρίου.

 

(γ) Αποζημίωση που επιδικάστηκε και έξοδα που επιβάρυναν την υποβολή της αγωγής

 

73. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, κατά τον χρόνο που εξέτασε προηγουμένως την αποτελεσματικότητα του προαναφερθέντος ένδικου μέσου, δεν είχε επιδικαστεί δίκαιη ικανοποίηση και το Δικαστήριο ήταν ικανοποιημένο με το γεγονός ότι τα κριτήρια για τον υπολογισμό της δίκαιης ικανοποίησης ήταν τα ίδια με αυτά που χρησιμοποιούσε το Δικαστήριο. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν το εμπόδιζε να επανεξετάσει το ζήτημα σε μεταγενέστερο στάδιο, ανάλογα με την πρακτική που θα υιοθετούσαν τα εθνικά δικαστήρια (βλ. Xynos, προαναφερθείσα, §§ 48-49).

  1.  Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το απλό γεγονός ότι το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε είναι χαμηλό ή ότι δεν επιδικάστηκε κανένα ποσό δεν καθιστά το ένδικο μέσο ατελέσφορο, αν και έχει αντίκτυπο στην εκτίμηση του Δικαστηρίου σχετικά με το καθεστώς του αιτούντος ως θύματος όσον αφορά την καταγγελία για τη διάρκεια της διαδικασίας (βλ., mutatis mutandis, Zarb κατά Μάλτας, αριθ. 16631/ 04, § 51, 4 Ιουλίου 2006, και Śliwiński κατά Πολωνίας, αριθ. 40063/06, § 36, 5 Ιανουαρίου 2010, αντίστοιχα). Στην παρούσα υπόθεση, από τις αποφάσεις που παρουσίασε η Κυβέρνηση ενδεικτικά, οι αιτήσεις έγιναν δεκτές σε τριάντα εννέα περιπτώσεις και αποζημίωση επιδικάστηκε σε τριάντα έξι από αυτές τις περιπτώσεις. Σε τρεις περιπτώσεις, το Εφετείο Αθηνών αναγνώρισε ότι η διαδικασία είχε υπερβεί το εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν επιδίκασε καμία αποζημίωση ….

  2.  Κατά την εκτίμηση του ύψους της αποζημίωσης που επιδικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια, το Δικαστήριο σημειώνει ότι σε περισσότερες από τις τέσσερις πέμπτες των υποθέσεων, τις οποίες επικαλέστηκε η Κυβέρνηση, τα δικαστήρια επιδίκασαν αποζημιώσεις χαμηλότερες από αυτές που θα είχε επιδικάσει το Δικαστήριο υπό τις ίδιες συνθήκες.

  3.  Επιπλέον, όσον αφορά τα επιχειρήματα του αιτούντος σχετικά με τα έξοδα υποβολής της αγωγής, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι απόψεις των διαδίκων διαφέρουν και ότι ο αιτών ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα που επιβάρυναν τον ίδιο ήταν υψηλότερα από αυτά που περιγράφει η Κυβέρνηση. Στην ανάλυσή του, το Δικαστήριο θα βασίσει τα επιχειρήματά του στα ελάχιστα πάγια έξοδα που ορίζονται στο παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, στο οποίο παραπέμπει η Κυβέρνηση. Τα έξοδα αυτά – επιπλέον του δικαστικού τέλους των 100 ευρώ – ανήλθαν συνολικά σε 421 ευρώ σε πρώτο βαθμό και σε 629 ευρώ σε δεύτερο βαθμό· επιπλέον του δικαστικού τέλους των 150 ευρώ, ανήλθαν σε 1.037 ευρώ σε βαθμό αναιρέσεως. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι τα ποσά αυτά αποσκοπούσαν στην αποθάρρυνση της χρήσης προδήλως αβάσιμων ή απαράδεκτων ένδικων μέσων και δεν ήταν καθ’ εαυτά παράλογα (βλ. Techniki Olympiaki A.E. …).

  4.  Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 3 του νόμου 4239/2014, εάν γίνει δεκτή μια αγωγή για δίκαιη ικανοποίηση, τα έξοδα που επιβαρύνουν τον ενάγοντα για την υποβολή της αγωγής και για την εκπροσώπησή του από δικηγόρο επιστρέφονται από το κράτος μέχρι ένα ορισμένο ποσό. Εάν η αγωγή απορριφθεί, ο ενάγων μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τα έξοδα στο κράτος. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο νόμος δεν προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία η αγωγή γίνεται δεκτή εν μέρει. Ωστόσο, σε όλες τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η Κυβέρνηση και στις οποίες οι αγωγές έγιναν δεκτές, οι αγωγές έγιναν δεκτές μόνο εν μέρει. Σε λίγο περισσότερο από τις μισές από αυτές τις αποφάσεις, τα δικαστήρια διέταξαν κάθε διάδικο να καταβάλει τα δικά του έξοδα. Στις υπόλοιπες αποφάσεις, τα έξοδα επιστράφηκαν εν μέρει στον ενάγοντα από το κράτος, σε ποσό μεταξύ 100 και 350 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα είτε παρακρατήθηκαν, είτε επιστράφηκαν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου … Κατά συνέπεια, όλοι οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τα έξοδα.

  5.  Όσον αφορά τα ελάχιστα έξοδα και δικαστικά τέλη που οι ενάγοντες έπρεπε να καταβάλουν στο κράτος σε κάθε περίπτωση, σε δεκαεννέα από τις τριάντα έξι αποφάσεις που επιδίκαζαν αποζημίωση, τα καθαρά ποσά που θα λάμβαναν τελικά οι ενάγοντες ήταν σημαντικά χαμηλότερα (μεταξύ 19 % και λιγότερο από 50 %) – ή ακόμη και προφανώς αδικαιολόγητα χαμηλότερα (μόλις 9 % και 10 %) από το ποσό που θα είχε επιδικάσει το Δικαστήριο υπό τις ίδιες συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση επιδίκασης αποζημίωσης σε έναν ενάγοντα, ήταν πολύ πιθανό, με βάση την πρακτική των δικαστηρίων, όπως προκύπτει από το υλικό που υπέβαλε η κυβέρνηση, η αποζημίωση αυτή να μειωθεί σημαντικά ή ακόμη και να απορροφηθεί από την υποχρέωση καταβολής των εξόδων (βλ. Marshall κ.α. κατά Μάλτας, αριθ. 79177/16, § 87, 11 Φεβρουαρίου 2020).

  6.  Όσον αφορά το επιχείρημα του αιτούντος ότι τα συναφή έξοδα εμποδίζουν την πρόσβαση στο ένδικο μέσο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναι σαφές εάν οι αιτούντες θα αποζημιώνονται για τα έξοδά τους σε περίπτωση που η καταγγελία τους κριθεί δικαιολογημένη και γίνει εν μέρει δεκτή και ότι, τουλάχιστον, τα έξοδα αυτά έχουν συχνά σημαντική επίδραση στην αποζημίωση που επιδικάζεται. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι τα έξοδα που σχετίζονται με το ένδικο μέσο θα μπορούσαν να καλυφθούν από τη νομική αρωγή, καθώς αυτό ήταν δυνατό μόνο υπό ορισμένα οικονομικά κριτήρια για οικονομικά μειονεκτούντες πολίτες, όπως αναγνώρισε η κυβέρνηση. Επιπλέον, οι ενάγοντες θα έπρεπε να ζητήσουν νομική αρωγή σε κάθε περίπτωση εάν η διάρκεια της διαδικασίας ξεπερνούσε τις διάφορες βαθμίδες, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας του ενάγοντος, η νομική αρωγή δεν θα κάλυπτε τα έξοδα της αντίδικης πλευράς, εκτός εάν το δικαστήριο αποφάσιζε διαφορετικά (άρθρο 9 § 6 του νόμου 3226/2004 …).

(…)

 

(ε) Συμπέρασμα

 

  1.  Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα μέρη δεν έχουν υποστηρίξει (και, ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει) ότι οι αιτήσεις δίκαιης ικανοποίησης εξετάζονται στην πράξη με την απαιτούμενη ταχύτητα, όπως απαιτείται επίσης από το άρθρο 4 § 6 του νόμου αριθ. 4239/2014. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αιτούντος ότι οι αποζημιώσεις δεν καταβάλλονται έγκαιρα, η Κυβέρνηση δεν έχει παράσχει καμία πληροφορία.

  2.  Το Δικαστήριο παρατηρεί περαιτέρω ότι ο κατακερματισμός των διαδικασιών είναι αντίθετος με τη νομολογία του και δεν επιτρέπει την εξέταση της συνολικής διάρκειας των διαδικασιών και την εκτίμηση της σοβαρότητάς της, η οποία αυξάνεται προοδευτικά με την πάροδο του χρόνου. Σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, όπου τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν αιτήματα για δίκαιη ικανοποίηση, η ερμηνεία τους των κριτηρίων για την εκτίμηση της διάρκειας των διαδικασιών δεν αντιστοιχεί στη νομολογία του Δικαστηρίου…. Όταν τα εθνικά δικαστήρια επέβαλαν αποζημίωση, οι υποθέσεις που υποβλήθηκαν προς εξέταση από την Κυβέρνηση δείχνουν ότι τα επιδικασθέντα ποσά δεν συνιστούν επαρκή αποκατάσταση, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το βιοτικό επίπεδο στη χώρα και, ιδίως, αν ληφθούν υπόψη τα έξοδα που συνεπάγεται η υποβολή αιτήσεων αποζημίωσης. Οι ανωτέρω σκέψεις, λαμβάνοντας προσεκτικά υπόψη τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που υπέβαλε η καθής κυβέρνηση, αρκούν για να συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εν λόγω έννομη προστασία δεν παρέχει κατάλληλη αποκατάσταση και δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματική, εν μέρει λόγω του νομικού πλαισίου και εν μέρει λόγω της εφαρμογής της από τα εθνικά δικαστήρια.

  3.  Επομένως, η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι υπήρχε οποιαδήποτε μορφή αποτελεσματικής αποκατάστασης και ότι ο αιτών δεν θα παρεμποδιζόταν αδικαιολόγητα στην υποβολή αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απορρίπτει την ένστασή της για μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων.

  4.  Συνεπώς, έχει παραβιαστεί το άρθρο 13 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.

(…)

  1.  Η λογικότητα της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει να αξιολογείται με βάση τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και με αναφορά στα ακόλουθα κριτήρια: την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του αιτούντος και των αρμόδιων αρχών, καθώς και το διακύβευμα για τον αιτούντα στη διαφορά (βλ., μεταξύ άλλων, Nicolae Virgiliu Tănase κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. 41720/13, § 209, 25 Ιουνίου 2019, και Lupeni Greek Catholic Parish κ.α. κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. 76943/11, § 143, 29 Νοεμβρίου 2016, με περαιτέρω παραπομπές).

  2.  Το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να οργανώσουν τα δικαστικά τους συστήματα κατά τρόπο, ώστε τα δικαστήριά τους να μπορούν να πληρούν όλες τις απαιτήσεις της διάταξης αυτής, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης να εκδικάζουν τις υποθέσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (βλ. τις προαναφερθείσες υποθέσεις Rutkowski και άλλοι, § 128, και Glykan­tzi, § 47).

  3.  Τα κράτη είναι υπεύθυνα για τις καθυστερήσεις που οφείλονται στη συμπεριφορά των δικαστικών ή άλλων αρχών τους. Είναι επίσης υπεύθυνα για τις καθυστερήσεις στην υποβολή των εκθέσεων και των γνωμοδοτήσεων των δικαστικών εμπειρογνωμόνων. Ένα κράτος μπορεί να κριθεί υπεύθυνο όχι μόνο για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά και για την αποτυχία να αυξήσει τους πόρους ως απάντηση στην συσσώρευση υποθέσεων ή για δομικές ανεπάρκειες στο δικαστικό του σύστημα που προκαλούν καθυστερήσεις. Η αντιμετώπιση του προβλήματος της αδικαιολόγητης καθυστέρησης των δικαστικών διαδικασιών μπορεί, συνεπώς, να απαιτεί από το κράτος να λάβει μια σειρά νομοθετικών, οργανωτικών, δημοσιονομικών και άλλων μέτρων (βλ. Bieliński κατά Πολωνίας, αριθ. 48762/19, § 44, 21 Ιουλίου 2022, και Finger κατά Βουλγαρίας, αριθ. 37346/05, § 95, 10 Μαΐου 2011, με περαιτέρω παραπομπές).

  4.  Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει περαιτέρω ότι, ακόμη και σε νομικά συστήματα που εφαρμόζουν την αρχή της διαδικαστικής πρωτοβουλίας των διαδίκων, η στάση των τελευταίων δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την ταχεία εκδίκαση που απαιτείται από το άρθρο 6 § 1 (βλ., μεταξύ άλλων, Gioka κατά Ελλάδας, αριθ. 44806/07, § 24, 16 Απριλίου 2009, και Pafitis κ.α. ...). Η έννοια του «εύλογου χρόνου» απαιτεί από τα δικαστήρια να παρακολουθούν επίσης την πρόοδο της διαδικασίας και να είναι προσεκτικά ως προς το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των ακροάσεων ή άλλων διαδικαστικών πράξεων ….

  5.  Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται μόνο να επιδείξουν επιμέλεια κατά την εκτέλεση των διαδικαστικών βημάτων που τα αφορούν, να απέχουν από την χρήση τακτικών καθυστέρησης και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που παρέχει το εσωτερικό δίκαιο για τη συντόμευση της διαδικασίας. Δεν έχουν καμία υποχρέωση να προβούν σε ενέργειες που δεν είναι κατάλληλες για το σκοπό αυτό (βλ., π.χ. Jann-Zwicker και Jann κατά Ελβετίας, αριθ. 4976/ 20, § 95, 13 Φεβρουαρίου 2024).

  6.  Στις αστικές διαδικασίες, ο «εύλογος χρόνος» που αναφέρεται στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης αρχίζει κανονικά να τρέχει από τη στιγμή που η διαδικασία κινήθηκε ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Καλύπτει κανονικά το σύνολο της εν λόγω διαδικασίας – συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών έφεσης – και εκτείνεται μέχρι την απόφαση που επιλύει τη διαφορά (ibid., § 96, με περαιτέρω παραπομπές).

 

Εφαρμογή των αρχών αυτών στην παρούσα υπόθεση

 

(α) Περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη

 

  1.  Η διαδικασία που αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 2001, όταν η προσφεύγουσα άσκησε την αγωγή της, και ολοκληρώθηκε στις 9 Απριλίου 2020, όταν, μετά την ολοκλήρωσή της, η προσφεύγουσα έλαβε επίσημο αντίγραφο της τελεσίδικης απόφασης αριθ. 246/2020 του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (βλ. §§ 70-71 ανωτέρω· βλ. επίσης Kos­mopolis S.A. κατά Ελλάδας, αριθ. 40434/98, §§ 15 και 22, 29 Μαρτίου 2001). Η διαδικασία διήρκεσε, συνεπώς, δεκαοκτώ έτη, εννέα μήνες και δεκαοκτώ ημέρες σε τρία επίπεδα δικαιοδοσίας.

(β) Εύλογη διάρκεια της διαδικασίας

 

  1.  Η κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η υπόθεση δεν ήταν περίπλοκη. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το αντικείμενο της εν λόγω δίκης, που αφορούσε αξίωση σχετικά με την αμοιβή της προσφεύγουσας για την απασχόλησή της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα περίπλοκο.

  2.  Όσον αφορά τη συμπεριφορά της προσφεύγουσας, η οποία έπρεπε να υποβάλει τις αστικές αγωγές της εντός της νόμιμης προθεσμίας, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλε στη διάρκεια της διαδικασίας υποβάλλοντας διαδοχικές παρόμοιες αγωγές που αντιστοιχούσαν σε διαφορετικές περιόδους απασχόλησης. Σημειώνει, εν προκειμένω, ότι όταν η προσφεύγουσα υπέβαλε την αγωγή της στις 23 Ιουνίου 1994, δεν μπορούσε να διεκδικήσει μισθούς και επιδόματα για την απασχόλησή της μετά την ημερομηνία αυτή... Επιπλέον, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στην απόφαση αριθ. 942/2015 η αγωγή της προσφεύγουσας κρίθηκε παραγεγραμμένη όσον αφορά τα έτη 1994 έως 1998 (άρθρο 48 § 3 του ν.δ. 496/1974), δεν είχε άλλη επιλογή από το να ασκήσει ξεχωριστές αγωγές για τις διάφορες περιόδους απασχόλησης.

  3.  Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα είχε επιδείξει επιμέλεια στην επιδίωξη της εκδίκασης της προηγούμενης αγωγής της (με την οποία συνδέονταν η επίμαχη αγωγή). Ωστόσο, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στα απαραίτητα στοιχεία για να τεκμηριώσει ένα σχετικό επιχείρημα, καθώς η προσφεύγουσα είχε προηγουμένως υποβάλει την προσφυγή αριθ. 63575/10, η οποία αφορούσε την υποτιθέμενη υπερβολική διάρκεια των εν λόγω διαδικασιών, και το Δικαστήριο είχε διαγράψει την υπόθεση από τον κατάλογό του μετά από φιλική διευθέτηση μεταξύ των μερών ...

  4.  Η προσφεύγουσα ήταν γενικά ενεργή όσον αφορά τη διαδικασία και προέβη σε μια σειρά διαδικαστικών ενεργειών με σκοπό να προγραμματιστούν ακροάσεις για την υπόθεσή της. … Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι επέδειξε την «συνήθη επιμέλεια» που απαιτείται στις αστικές διαδικασίες (βλ., π.χ. Nicolle κατά Γαλλίας, αριθ. 51887/ 99, § 30, 25 Νοεμβρίου 2003).

  5.  Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η υπόθεση αναβλήθηκε στις 15 Απριλίου 2002 έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της προηγούμενης αγωγής του προσφεύγοντος για την ορθή εκτίμηση της υπόθεσης και προκειμένου να αποφευχθούν αντικρουόμενες αποφάσεις …. Αν  και το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης απαιτεί την ταχεία διεξαγωγή των δικαστικών διαδικασιών, θεσπίζει επίσης την πιο γενική αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι, μετά την ολοκλήρωση της παράλληλης διαδικασίας στις 24 Φεβρουαρίου 2011, η υπόθεση εκδικάστηκε εκ νέου στις 24 Μαΐου 2012, δηλαδή περισσότερο από δέκα χρόνια και ένα μήνα μετά την αναβολή της, γεγονός που συνιστά σημαντική παράταση της διαδικασίας. Ενώ εναπόκειται στους δικαστές που εκδικάζουν την υπόθεση να αξιολογήσουν την ανάγκη αναστολής της διαδικασίας εν αναμονή της έκβασης άλλων διαδικασιών, εναπόκειται στις αρχές να παρακολουθούν στενά την πρόοδο των εν λόγω διαδικασιών, γνωρίζοντας ότι ενέχουν τον κίνδυνο να καθυστερήσουν σημαντικά την κύρια διαδικασία (βλ. I.D. κατά Ρουμανίας, αριθ. 3271/ 04, § 45, 23 Μαρτίου 2010, και Ciovică κατά Ρουμανίας, αριθ. 3076/02, § 75, 31 Μαρτίου 2009). Η ανάγκη αναβολής από μόνη της δεν είναι - λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης και δεδομένης της σημαντικά μεγάλης καθυστέρησης μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών - συμβατή με την δίκαιη ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ των διαφόρων πτυχών του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (βλ. π.χ. Koutrouba κατά Ελλάδας, αριθ. 27302/03, §§ 5-6 και 18, 4 Αυγούστου 2005, και Potiri κατά Ελλάδας, αριθ. 18375/03, §§ 6 και 19, 23 Ιουνίου 2005, όπου η διαδικασία αναβλήθηκε εν αναμονή της έκβασης άλλων διαδικασιών για πολύ μικρότερα χρονικά διαστήματα, έως τρία έτη και επτά μήνες, και διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 § 1).

  6.  Στις 7 Ιουνίου 2012, με την απόφαση αριθ. 1091/2012, το Πρωτοδικείο Αθηνών ανέβαλε για δεύτερη φορά την υπόθεση για μάλλον ασήμαντους λόγους: το γεγονός ότι η απόφαση αριθ. 871/2002 του ίδιου δικαστηρίου (με την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για πρώτη φορά) και οι παρατηρήσεις του νοσοκομείου που περιλαμβάνονται σε αυτήν δεν είχαν καταχωριστεί στον φάκελο της…. Ωστόσο, η αναβολή αυτή είχε ως αποτέλεσμα καθυστέρηση άνω των έξι μηνών για την ολοκλήρωση στοιχείων που ήταν γνωστά στο δικαστήριο ή πληροφοριών στις οποίες θα μπορούσε εύκολα να έχει πρόσβαση.

  7.  Το Δικαστήριο σημειώνει περαιτέρω ότι η εκδίκαση της έφεσης (η οποία είχε αρχικά προγραμματιστεί για τις 19 Απριλίου 2016) αναβλήθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων και η υπόθεση προγραμματίστηκε να εκδικαστεί στις 5 Δεκεμβρίου 2017… Ένα γεγονός αυτού του είδους δεν μπορεί να καταστήσει ένα συμβαλλόμενο κράτος υπεύθυνο όσον αφορά την απαίτηση του «εύλογου χρόνου». Ωστόσο, οι προσπάθειες που κατέβαλε το κράτος για να μειώσει την προκύπτουσα καθυστέρηση πρέπει να ληφθούν υπόψη για να καθοριστεί εάν τηρήθηκε η απαίτηση. Αν και το εφετείο δεν μπορούσε να γνωρίζει εύλογα πότε θα τερματιζόταν η αποχή και η κυβέρνηση δεν έδωσε καμία ένδειξη για τη διάρκειά της, όρισε νέα ημερομηνία ακροαματικής διαδικασίας που ήταν περισσότερο από ένα έτος και επτά μήνες μετά την αρχική ημερομηνία ακροαματικής διαδικασίας. Δεδομένου ότι το άρθρο 6 § 1 απαιτεί οι υποθέσεις να εκδικάζονται «εντός εύλογου χρόνου», μια καθυστέρηση τέτοιας διάρκειας είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με την ανάγκη να απονέμεται δικαιοσύνη με την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία που απαιτεί η Σύμβαση (βλ. Milionis κ.α. κατά Ελλάδας, αριθ. 41898/04, § 58, 24 Απριλίου 2008· Savvi­dou κατά Ελλάδας, αριθ. 38704/ 97, § 18, 1 Αυγούστου 2000· και Papageorgiou κατά Ελλάδας, 22 Οκτωβρίου 1997, §§ 47-48...).

  8.  Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι, ακόμη και αν αφαιρεθούν από τη διάρκεια της διαδικασίας έντεκα μήνες συνολικά – που χρειάστηκαν στον αιτούντα για να ζητήσει τον καθορισμό ημερομηνίας για την εκδίκαση της αγωγής μετά την αναβολή της … και να ασκήσει την έφεση και την αναίρεση ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και να ζητήσει ημερομηνίες για τις ακροάσεις … αφαιρεθούν από τη διάρκεια της διαδικασίας, η υπόλοιπη περίοδος διήρκεσε δεκαεπτά έτη, δέκα μήνες και δεκαοκτώ ημέρες σε τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογο.

  9.  Τέλος, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τη σχετική νομολογία του, σύμφωνα με την οποία οι εργατικές διαφορές, λόγω της φύσης τους, απαιτούν ταχεία λήψη αποφάσεων (βλ. π.χ. Tabouret κατά Γαλλίας, αριθ. 43078/ 15, § 84, 12 Μαΐου 2022), και σημειώνει ότι η παρούσα υπόθεση αφορούσε εργατική διαφορά. Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι τα ελληνικά δικαστήρια ενήργησαν με ταχύτητα στην παρούσα υπόθεση, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των ρητών διατάξεων του ελληνικού δικαίου που ορίζουν πολύ σύντομες προθεσμίες για την εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τους δύο μήνες και οι οποίες υπερέβησαν κατά πολύ σε πολλές περιπτώσεις (.. βλ. Gioka, προαναφερθείσα, §§ 22-25, και Nichifor κατά Ρουμανίας (αριθ. 1), αριθ. 62276/00, § 28, 13 Ιουλίου 2006). Για παράδειγμα, μετά την αναβολή της υπόθεσης με την απόφαση αριθ. 1091/2012, παρέλθοντα περισσότερα από δύο έτη και δύο μήνες από την αίτηση του αιτούντος για τον καθορισμό ημερομηνίας ακροαματικής διαδικασίας.

 

(γ) Συμπέρασμα

 

  1.  Το Δικαστήριο τονίζει ότι η προσωρινή συσσώρευση υποθέσεων στα δικαστήρια δεν συνεπάγεται διεθνή ευθύνη του συμβαλλόμενου κράτους, εφόσον αυτό λαμβάνει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα με την απαιτούμενη ταχύτητα. Ωστόσο, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η χρόνια υπερφόρτωση υποθέσεων στο εσωτερικό σύστημα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών (βλ. Probstmeier κατά Γερμανίας, 1 Ιουλίου 1997, § 64 … ούτε το γεγονός ότι οι καθυστερήσεις έχουν καταστεί συνηθισμένες (βλ. Mikuljanac κ.α. κατά Σερβίας, αριθ. 41513/05, § 39, 9 Οκτωβρίου 2007, και Unión Alimentaria San­ders S.A. κατά Ισπανίας, 7 Ιουλίου 1989, § 40…).

  2.  Οι πληροφορίες που παρέχονται στην έκθεση αξιολόγησης της CEPEJ δείχνουν ότι καταβλήθηκαν ορισμένες προσπάθειες μετά την εισαγωγή του μέσου έννομης προστασίας που τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2014. Οι προσπάθειες αυτές αντανακλούσαν πιθανώς μια γνήσια βούληση να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της διάρκειας των διαδικασιών κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι προσπάθειες αυτές απέδωσαν μόνο προσωρινά και μη βιώσιμα αποτελέσματα (…βλ. επίσης τη σχετική κατάταξη της Ελλάδας σε σύγκριση με άλλα κράτη). Τα πρωτοβάθμια δικαστήρια εκκαθάρισαν περισσότερες υποθέσεις από όσες έλαβαν κατά τη διάρκεια του 2014 και του 2015. Ωστόσο, το ποσοστό εκκαθάρισης παρέμεινε κάτω από το 100% από το 2016 έως το 2022, ενώ ο αριθμός των εισερχόμενων υποθέσεων μειώθηκε σημαντικά από το 2014. Ο «χρόνος εκδίκασης» σε πρώτο βαθμό βελτιώθηκε μεταξύ του 2012 (469 ημέρες) και του 2014 (330 ημέρες), αλλά επιδεινώθηκε σημαντικά κατά τα επόμενα έτη έως το 2022, υπερδιπλασιαζόμενος κατά την περίοδο αυτή (746 ημέρες το 2022, ποσό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου των 239 ημερών).

Σε δεύτερη φάση, το ποσοστό εκκαθάρισης έπεσε κάτω από το 100% για αρκετά χρόνια (ειδικά το 2016 και το 2022, με σημαντική πτώση στο 75% και 79% αντίστοιχα), ενώ σε ορισμένα έτη που ήταν πάνω από 100% (2017, 2019 και 2021), αυτό συνοδεύτηκε κυρίως από μείωση του αριθμού των εισερχόμενων υποθέσεων. Τέλος, ο «χρόνος εκκαθάρισης» μειώθηκε σημαντικά μεταξύ του 2016 (1.149 ημέρες) και του 2017 (640 ημέρες) και περαιτέρω το 2022 (422 ημέρες). Ωστόσο, παρά τη μείωση των εισερχόμενων υποθέσεων, παρέμεινε κατά την περίοδο 2017-2021 περισσότερο από τρεις φορές υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 200 ημερών, και το 2022 ήταν περισσότερο από διπλάσιος ….

  1.  Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η παρούσα υπόθεση διήρκεσε δεκαοκτώ έτη, εννέα μήνες και δεκαοκτώ ημέρες σε τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση έντεκα μηνών που δεν μπορεί να αποδοθεί στην Κυβέρνηση …, υπήρξαν μακρές περίοδοι αδράνειας και αρκετές περίοδοι καθυστέρησης εκ μέρους των δικαστικών αρχών, οι οποίες, στο σύνολό τους, υποδηλώνουν ότι η διαδικασία δεν διεξήχθη με την απαιτούμενη ταχύτητα. Το Δικαστήριο, αξιολογώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας, κρίνει ότι η χρονική αυτή καθυστέρηση ήταν υπερβολική. Οι δυσκολίες που ενδεχομένως αντιμετώπισαν τα αστικά δικαστήρια δεν μπορούν να θεωρηθούν προσωρινές και τίποτα δεν υποδηλώνει ότι η κατάσταση ήταν εξαιρετική.

  2.  Συνεπώς, έχει παραβιαστεί το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης …».

 

Image removed.


 

ΣΧΟΛΙΟ

Αναποτελεσματική νομοθεσία και νομολογία για παραβίαση εύλογου χρόνου. Δραστική παρέμβαση του ΕΔΔΑ

 

Η απόφαση Βερβελέ κατά Ελλάδος αποτελεί ορόσημο στη νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με το ζήτημα της υπερβολικής διάρκειας των δικαστικών διαδικασιών και, κυρίως, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπονται για την αντιμετώπισή της. Με την ομόφωνη αυτή απόφασή του, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση τόσο του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ όσον αφορά τον εύλογο χρόνο εκδίκασης, όσο και του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 λόγω έλλειψης αποτελεσματικής προσφυγής.

 

Η κρίση του Δικαστηρίου επί του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ

 

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητάς της, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και των αρμόδιων αρχών, καθώς και του διακυβευόμενου συμφέροντος. Διαπίστωσε ότι το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο αφορούσε μισθολογική αξίωση εργαζομένης, δεν παρουσίαζε ιδιαίτερη πολυπλοκότητα. Η προσφεύγουσα επέδειξε τη «συνήθη επιμέλεια» που απαιτείται στις αστικές δίκες, προβαίνοντας σε πολυάριθμες διαδικαστικές ενέργειες για τον προσδιορισμό δικασίμων.

Αντιθέτως, οι δικαστικές αρχές κρίθηκε ότι δεν προχώρησαν με την αναγκαία επιτάχυνση. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι εργατικές διαφορές απαιτούν εκ φύσεως ταχεία εκδίκαση και ότι οι ελληνικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για τις σχετικές διαδικασίες, οι οποίες πολλαπλώς υπερβήθηκαν. Κατέληξε ότι, ακόμη και αν αφαιρεθούν ένδεκα μήνες που δεν μπορούσαν να καταλογιστούν στο Κράτος, η υπολειπόμενη διάρκεια ήταν υπερβολική και ότι οι δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν τα πολιτικά δικαστήρια δεν μπορούσαν να θεωρηθούν προσωρινές ούτε η κατάσταση έκτακτη.

 

Η κρίσιμη ανατροπή: η αναποτελεσματικότητα του ενδίκου βοηθήματος του ν. 4239/2014

 

Το καινοφανές και καθοριστικής σημασίας στοιχείο της απόφασης αφορά την επανεξέταση του αποζημιωτικού ενδίκου βοηθήματος που εισήχθη με τον ν. 4239/2014. Το Δικαστήριο, αποκλίνοντας από την προηγηθείσα κρίση του στην υπόθεση Ξυνός κατά Ελλάδος της 09.10.2014 (αριθ. προσφ. 30226/09), όπου είχε αρχικώς αποδεχθεί την αποτελεσματικότητα του βοηθήματος, προέβη σε εκ νέου αξιολόγηση υπό το φως της δεκαετούς πλέον εφαρμογής του από τα ελληνικά δικαστήρια.

Οι λόγοι που οδήγησαν στην κρίση περί αναποτελεσματικότητας είναι πολλαπλοί και συστημικοί:

Πρώτον, ο κατακερματισμός της διαδικασίας. Κατά το άρθρο 3 § 1 του ν. 4239/2014, οι αιτήσεις δίκαιης ικανοποίησης πρέπει να υποβάλλονται χωριστά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου του εκάστοτε σταδίου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αυτή η κατασκευή αντίκειται στην πάγια νομολογία του, η οποία επιβάλλει την εξέταση της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας, καθώς το πρόβλημα της υπερβολικής διάρκειας δεν συνίσταται σε σειρά στατικών γεγονότων αλλά σε ένα προοδευτικά εξελισσόμενο φαινόμενο, η σοβαρότητα του οποίου αυξάνεται διαρκώς. Αυτή η θέση επιβεβαιώθηκε ήδη στις αποφάσεις Lukenda κατά Σλοβενίας της 06.10.2005 (αριθ. προσφ. 23032/02, § 79), Rutkowski κ.ά. κατά Πολωνίας της 07.07.2015 (αριθ. προσφ. 72287/10 κ.ά., §§ 176-181) και Kirinčić κ.ά. κατά Κροατίας της 30.07.2020 (αριθ. προσφ. 31386/17, § 110), καθώς και στην απόφαση Altius Insurance LTD κατά Κύπρου της 24.10.2023 (αριθ. προσφ. 41151/20, § 79).

Δεύτερον, η απόκλιση της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων από τα κριτήρια του Στρασβούργου. Από τις 59 αποφάσεις που προσκόμισε η Κυβέρνηση, προέκυψε ότι σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων τα ελληνικά δικαστήρια ερμήνευσαν τα κριτήρια εκτίμησης του ευλόγου χρόνου κατά τρόπο που δεν συνάδει με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν διαπιστώθηκε ελάττωμα στη συμπεριφορά των αρχών παρά τις καθυστερήσεις που υπερέβαιναν τα τρία έτη, ενώ σε άλλες κρίθηκε ότι ο αιτών όφειλε να ζητήσει προτίμηση για νωρίτερη δικάσιμο, δυνατότητα την οποία το ΕΔΔΑ έχει ήδη κρίνει ότι δεν συνιστά αποτελεσματικό μέσο επιτάχυνσης. Επίσης, ακολουθήθηκε υπερβολικά περιοριστική προσέγγιση ως προς το κριτήριο του διακυβευόμενου συμφέροντος του αιτούντος.

Τρίτον, τα ανεπαρκή ποσά αποζημίωσης και η καταβολή δικαστικών εξόδων. Σε πάνω από τα 4/5 των υποθέσεων όπου επιδικάστηκε αποζημίωση, τα ποσά ήταν σαφώς μικρότερα από όσα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ σε αντίστοιχες υποθέσεις. Ακόμη σοβαρότερο ζήτημα αναδείχθηκε το γεγονός ότι σε 19 από τις 36 αποφάσεις με επιδίκαση αποζημίωσης, τα καθαρά ποσά που θα λάμβαναν πράγματι οι αιτούντες μετά την αφαίρεση των ελάχιστων εξόδων και δικαστικού ενσήμου ήταν σημαντικά χαμηλότερα (μεταξύ 19% και λιγότερο από 50%) ή ακόμη και δυσανάλογα χαμηλότερα (έως και 9-10%) σε σχέση με όσα θα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ.

 

Συγκριτική ανάλυση με τη νομολογία διεθνών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων

 

Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνούς και ευρωπαϊκής νομολογίας, που αναγνωρίζει τη θεμελιώδη σημασία του δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου και την αναγκαιότητα παροχής αποτελεσματικών ενδίκων βοηθημάτων για την προστασία του.

Στο επίπεδο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει αναπτύξει σημαντική νομολογία επί του ζητήματος, ιδίως μέσω των αποφάσεων Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής της 26.11.2013 (C-40/12 P), Kendrion κατά Επιτροπής της 26.11.2013 (C-50/12 P) και Groupe Gascogne κατά Επιτροπής της 26.11.2013 (C-58/12 P). Στις αποφάσεις αυτές, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε ότι η παράλειψη έκδοσης απόφασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά διαδικαστική παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος και πρέπει να συνεπάγεται αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα. Η κύρωση για την παραβίαση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου της ΕΕ να εκδικάζει τις υποθέσεις εντός ευλόγου χρόνου πρέπει να συνίσταται σε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς τέτοια αγωγή συνιστά αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα.

Με την απόφαση Gascogne Sack Deutschland και Gascogne κατά Ευρωπαϊκής Ένωσηςτης 10.01.2017 (T-577/14), το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά την ευθύνη της Ένωσης για υπερβολική διάρκεια διαδικασίας ενώπιόν του, διαχωρίζοντας πλήρως την αμφισβήτηση του ύψους προστίμου σε υπόθεση ανταγωνισμού από το ζήτημα ευθύνης της ΕΕ για παραβίαση του άρθρου 47 του Χάρτη. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την αυξανόμενη σημασία που αποδίδεται στο δικαίωμα εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου ακόμη και εντός του ίδιου του ενωσιακού δικαιοδοτικού συστήματος.

Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό ότι στην υπόθεση Gascogne το ΔΕΕ διευκρίνισε πως, σε περιπτώσεις υπερβολικής καθυστέρησης, το κατάλληλο ένδικο βοήθημα είναι η αγωγή αποζημίωσης λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΕ και όχι η μείωση του επιβληθέντος προστίμου. Η θέση αυτή παρουσιάζει αναλογίες με την απαίτηση του ΕΔΔΑ για ύπαρξη πραγματικά αποτελεσματικού αποζημιωτικού μηχανισμού.

Ως προς τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών για παροχή έννομης προστασίας, παρατηρείται σύγκλιση μεταξύ του ΕΔΔΑ και του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Cantos κατά Αργεντινής της 28.11.2002, το Διαμερικανικό Δικαστήριο τόνισε ότι το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη πρέπει να διασφαλίζει την έκδοση δικαστικής απόφασης εντός ευλόγου χρόνου, διαφορετικά η δικαιοδοτική προστασία καθίσταται απατηλή. Ομοίως, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, έχει αναπτύξει νομολογία που επιβεβαιώνει τη σημασία της ταχείας απονομής δικαιοσύνης ως θεμελιώδους στοιχείου της δίκαιης δίκης.

 

Κριτική για την ελληνική δικαιοσύνη και τον τρόπο αντιμετώπισης της παραβίασης του ευλόγου χρόνου

 

Με την σχολιαζομένη απόφαση η Ελλάδα καλείται όχι μόνο να διορθώσει τις αδυναμίες του ν. 4239/2014, αλλά και να λάβει μέτρα, ώστε οι πολίτες να διαθέτουν πραγματικά και αποτελεσματικά μέσα επανόρθωσης κατά των καθυστερήσεων στην απονομή δικαιοσύνης.

Κρίσιμη συνέπεια της απόφασης είναι ότι οι διάδικοι που επιδιώκουν αποζημίωση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας μπορούν πλέον να μην προσφεύγουν στο ένδικο βοήθημα του ν. 4239/2014, αλλά απευθείας στο ΕΔΔΑ, προβάλλοντας παραβίαση του άρθρου 6 § 1. Η υποχρέωση εξάντλησης εσωτερικών μέσων υφίσταται μόνο όταν αυτά είναι πραγματικά αποτελεσματικά· μετά την κρίση του ΕΔΔΑ ότι το βοήθημα του ν. 4239/2014 δεν πληροί το κριτήριο αυτό, η προσφυγή σε αυτό καθίσταται αλυσιτελής.

Η απόφαση Βερβελέ αναδεικνύει με ρεαλισμό τη διαρθρωτική παθογένεια της ελληνικής δικαιοσύνης ως προς τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών. Δεκαπέντε έτη μετά την πρώτη πιλοτική απόφαση Βασίλειος Αθανασίου κ.ά. κατά Ελλάδας (2010) και έντεκα έτη μετά τη θέσπιση του ν. 4239/2014, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα πραγματικά αποτελεσματικό σύστημα διασφάλισης του ευλόγου χρόνου και αποκατάστασης της βλάβης όσων θίγονται από την υπέρβασή του.

Τα στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφαση είναι αποκαλυπτικά: σύμφωνα με την αξιολόγηση της CEPEJ τον Οκτώβριο του 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των τριών Κρατών στην κατηγορία «προειδοποίησης» λόγω του χαμηλού ποσοστού διεκπεραίωσης υποθέσεων. Ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης σε πρώτο βαθμό ανήλθε σε 746 ημέρες το 2022 (τριπλάσιος του ευρωπαϊκού διάμεσου των 239 ημερών), αυξημένος σημαντικά από τις 469 ημέρες του 2012.

Η παρούσα κριτική επικεντρώνεται σε τρία επίπεδα:

Πρώτον, στο επίπεδο της νομοθετικής αντιμετώπισης. Ο ν. 4239/2014 σχεδιάστηκε με εγγενείς αδυναμίες, που καθιστούσαν αμφίβολη εξαρχής την αποτελεσματικότητά του. Ο κατακερματισμός της αξίωσης ανά βαθμό δικαιοδοσίας δεν ανταποκρίνεται στη λογική της νομολογίας του ΕΔΔΑ και δημιουργεί αντικίνητρα για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Η απαίτηση καταβολής υψηλών δικαστικών εξόδων, τα οποία συχνά απορροφούν ή υπερβαίνουν την τυχόν επιδικασθείσα αποζημίωση, αποτρέπει τους πολίτες από την προσφυγή στο μηχανισμό. Η νομοθεσία, αντί να αποτελεί εργαλείο ουσιαστικής προστασίας, λειτουργεί ως τυπική συμμόρφωση με τις υποδείξεις του ΕΔ ΔΑ χωρίς πραγματική δέσμευση για επίλυση του προβλήματος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της δικαστηριακής ερμηνείας και πρακτικής. Η απόφαση αποκαλύπτει ότι τα ελληνικά δικαστήρια ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τα κριτήρια του ν. 4239/2014 κατά τρόπο που απομακρυνόταν συστηματικά από τα πρότυπα του Στρασβούργου. Η τάση απόρριψης αιτήσεων με επίκληση της δυνατότητας υποβολής αιτήματος προτίμησης, η περιοριστική ερμηνεία του διακυβευόμενου συμφέροντος, η επιλογή χρονικών σημείων αφετηρίας και λήξης που ευνοούν το Δημόσιο, καταδεικνύουν μια νοοτροπία που δεν τοποθετεί στο επίκεντρο την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος του πολίτη.

Τρίτον, στο επίπεδο της πολιτικής βούλησης. Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έκλεισε την εποπτεία της εκτέλεσης των πιλοτικών αποφάσεων τον Δεκέμβριο του 2015, μετά τη θέσπιση του αποζημιωτικού μηχανισμού. Δέκα έτη αργότερα, η απόφαση Βερβελέ αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν επιλύθηκε αλλά επιδεινώθηκε. Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των Κρατών μελών της ΕΕ ως προς τον χρόνο διεκπεραίωσης υποθέσεων, ενώ ο αριθμός των εισερχόμενων υποθέσεων έχει μειωθεί σημαντικά – γεγονός που υποδηλώνει είτε αποθάρρυνση των πολιτών από την προσφυγή στη δικαιοσύνη, είτε στροφή σε εναλλακτικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.

Η απόφαση αναδεικνύει επίσης ένα ευρύτερο πρόβλημα ελληνικής νομικής κουλτούρας. Την τάση αντιμετώπισης των καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ ως τυπικών υποχρεώσεων που μπορούν να ικανοποιηθούν με τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για την ουσιαστική εφαρμογή τους. Ο ν. 4239/2014 εντάσσεται στη λογική αυτή. Θεσπίστηκε για να τεκμηριωθεί η τυπική συμμόρφωση της Ελλάδας, χωρίς όμως να συνοδευτεί από μέτρα που διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητά του στην πράξη.

Συμπερασματικά, η απόφαση Βερβελέ κατά Ελλάδος συνιστά μία ακόμη υπενθύμιση ότι η τυπική νομοθετική ανταπόκριση σε διεθνείς υποχρεώσεις δεν αρκεί. Η Ελλάδα καλείται να αναθεωρήσει ριζικά το νομοθετικό πλαίσιο, να καταργήσει τον κατακερματισμό κατά βαθμό δικαιοδοσίας, να μειώσει τα δικαστικά έξοδα, να διασφαλίσει την εναρμόνιση της εθνικής νομολογίας με τα κριτήρια του ΕΔΔΑ και, κυρίως, να αντιμετωπίσει τις δομικές αιτίες των καθυστερήσεων με επαρκείς ανθρώπινους και υλικούς πόρους, εκσυγχρονισμό διαδικασιών και πραγματική πολιτική δέσμευση για την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στο δικαιοδοτικό σύστημα – θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας – προϋποθέτει δικαιοσύνη που απονέμεται εγκαίρως. Η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης και αυτό αποτελεί μια συστημική αδυναμία του κράτους, που οφείλει χωρίς χρονοτριβή να την επιλύσει. 

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΕΙΡΔΑΡΗΣ

chirdarisv@gmail.com