ΑΠ 836/2024, με παρατηρήσεις «Η ερμηνεία της αποσβεστικής προθεσμίας από τον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας», Κ. Π. Σαμαρτζής

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 01

 

Άρειος Πάγος

(Α3΄ Τμήμα)

Αριθ. 836/2024

 

Πρόεδρος: Α. Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρος

Εισηγητής: Π. Λυμπερόπουλος, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Μ. Καραγεώργου, ΝΣΚ, Μ. Δάβαλου

 

Η τριετής προθεσμία βεβαίωσης φορολογικών οφειλών και η κατάργησή της. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 71 § 1 του ν. 542/1977 τριετής προθεσμία για τη βεβαίωση φορολογικών οφειλών δεν θεσπίζει αποσβεστική προθεσμία, ελλείψει ρητής πρόβλεψης περί απώλειας δικαιώματος. Εξάλλου, η ισχύς της συγκεκριμένης διάταξης έχει καταργηθεί σιωπηρά με την εισαγωγή νεότερων, γενικών διατάξεων, που προβλέπουν ότι καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν την πραγματική βεβαίωσή της (ταμειακή βεβαίωση), ακόμη και εάν αυτή λάβει χώρα βραδέως, ενώ η παραγραφή αρχίζει μετά την ολοκλήρωση της εν στενή εννοία βεβαίωσης. Η νεότερη ρύθμιση, καταλαμβάνοντας όλα τα δημόσια έσοδα, αφορά τόσο το Δημόσιο όσο και τα ν.π.δ.δ. (Άρθρα 279 ΑΚ, 71 § 1  ν. 542/1977,  86 § 1 ν. 2362/1995, 136 ν. 4270/2014).

 

Η βεβαίωση του δημοσίου εσόδου με τη στενή έννοια του όρου, δηλ. η έκδοση πράξης ταμειακής βεβαίωσης, η οποία γίνεται με βάση την αποστολή από το αρμόδιο όργανο του οικείου χρηματικού καταλόγου είναι η τελευταία πράξη της διαδικασίας της βεβαιώσεως του χρέους και στηρίζεται στη φορολογική βεβαίωση, η οποία προηγείται και ανάγεται στην εσωτερική υπηρεσία της διοικητικής αρχής. Ενόψει, όμως, του ότι η επί μακρόν χρόνο καθυστέρηση στην αποστολή του χρηματικού καταλόγου στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση των χρεών του φορολογουμένου και την παράταση της φορολογικής εκκρεμότητας, η αποστολή του χρηματικού καταλόγου για την πραγματοποίηση της ταμειακής (σε στενή έννοια) βεβαιώσεως πρέπει να γίνεται μέσα σε εύλογο χρόνο από τη φορολογική (σε ευρεία έννοια) βεβαίωση του χρέους. Προς αντιμετώπιση του ζητήματος της βεβαίωσης των δημοσίων εσόδων εντός ευλόγου χρόνου, θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 σύμφωνα με την οποία «η βεβαίωσις οιουδήποτε φόρου, τέλους, προστίμου, δικαιώματος ή εισφοράς υπέρ του Δημοσίου μετά των πάσης φύσεως προσθέτων και υπέρ τρίτων, ενεργείται εντός προθεσμίας τριών μηνών από της λήξεως του μηνός εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαιώσεως. Η παράλειψις της βεβαιώσεως εντός της προθεσμίας ταύτης, συνιστώσα πειθαρχικόν αδίκημα, επισύρει, κατά των υπευθύνων, τας υπό του ν. 1811/1951 «περί Κώδικος Καταστάσεως των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων», ως ούτος τροποποιηθείς ισχύει, προβλεπομένας ποινάς. Ανεξαρτήτως των υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζομένων, η βεβαίωσις δύναται να ενεργηθή και μετά την πάροδον της τριμήνου προθεσμίας και ουχί πέραν των τριών ετών, από της λήξεως του έτους εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαιώσεως», αφότου δηλαδή πραγματοποιήθηκε η φορολογική (εν ευρεία εννοία) βεβαίωση του χρέους. Κατά συνέπεια, αν η ταμειακή βεβαίωση πραγματοποιηθεί πέραν του ανωτέρω χρόνου, η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί (ΟλΑΠ 349/1968, ΑΠ 139/2004, ΑΠ 691/2003, ΑΠ 1546/1986). Ο όρος που τέθηκε από την ανωτέρω διάταξη, (ότι δηλαδή δεν μπορεί να ενεργηθεί βεβαίωση πέραν της τριετίας από τη λήξη του έτους που εκτήθη ο οικείος τίτλος, ερμηνεύτηκε κατά τη νομολογία του ΣτΕ ως «αποσβεστική προθεσμία», παρά το γεγονός, ότι κατά τα κρατούντα στην παρ' ημίν νομοθετική τάξη, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης αποσκοπεί στη θέσπιση αποσβεστικής προθεσμίας, διαλαμβάνει στην οικεία διάταξη ρητή αναφορά, με τη χρήση τουλάχιστον συναφών λέξεων περί της απειλούμενης ως εκ της μη τήρησής της κύρωσης (αποκλεισμού του σχετικού δικαιώματος, ενδεικτικά, λ.χ αρθρα 157, 510, 566 § 2, 606, 1088, 1107, 1323,1470, 1478, 1912 ΑΚ ), ενόψει των σοβαρών εννόμων συνεπειών που η ισχύς και η εφαρμογή της επιφέρει (απώλεια δικαιώματος). Επακολούθησε η θέσπιση του ν. 2362/ 1995, κατά το άρθρο 86 § 1 εδ.α' του οποίου ορίζεται, ότι «καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη, ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία), κατά δε το εδ. β' της ίδιας ως άνω παραγράφου ότι: «Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση». Επίσης με την § 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη». Ακόμα με την § 3 ορίζεται ότι: «Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, περιλαμβανομένης και της συμβάσεως εκείνης που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρυθμίσεως του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου, γ) γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχειρίσεως, δ) απορρέει από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ) γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές, η) αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτοεισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ) απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στον οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής». Με την § 4 ορίζεται ότι «Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ` αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις ανάλογα με την αιτία αυτής παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής». Η ίδια ως άνω ρύθμιση του εδ. 2 της § 1 του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 περί μη επέλευσης παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου πριν την πραγματική βεβαίωσή τους από την αρμόδια ΔΟΥ, ακόμη και στην περίπτωση που αυτές βραδέως βεβαιωθούν, επαναλήφθηκε και στην μεταγενέστερης ισχύος διάταξη του άρθρου 136 του ν. 4270/2014 που ρυθμίζει αναλόγως το θέμα, σύμφωνα με την οποία «η άνω ρύθμιση παραμένει σε ισχύ και στην περίπτωση που καθυστερεί η βεβαίωση με στενή έννοια». Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και για τα ν.π.δ.δ. (πρβλ. και άρθρο 48 § 1 ν.δ. 496/ 1974 περί δημοσίου λογιστικού), λόγω του δημοσίου συμφέροντος το οποίο εξυπηρετούν, συνισταμένου στην προστασία της περιουσίας τους, στην οποίαν συμβάλλουν οι Έλληνες πολίτες. Από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η όποια κύρωση προβλεπόταν από την § 1 του άρθρου 71 του ν. 542/1977 ( και παρά τη μη ρητή αναφορά ότι συνιστά αποσβεστική προθεσμία η παρέλευση 3 ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαίωσης, εφόσον το δημόσιο παραλείψει να προβεί εντός του χρόνου αυτού στην εν στενή εννοία βεβαίωση της χρηματικής απαίτησης, με συνέπεια την απώλεια του σχετικού δικαιώματός του), έπαυσε να ισχύει με την εφαρμογή του άρθρου 86 του ν. 2362/1995, που ως νεώτερος καταλαμβάνει όλα τα χρέη προς το Δημόσιο, προβλέποντας πλέον ρητά στο εδ. 2 της § 1 αυτού, αλλά και στο μεταγενέστερο άρθρο 136 του ν. 4270/2014, ότι ο κανόνας της μη παραγραφής των απαιτήσεων του δημοσίου μέχρι την πραγματική βεβαίωσή τους δεν «αλλοιώνεται - παραμένει σε ισχύ» και στην περίπτωση καθυστέρησής της, ή κατά την παρεμφερή διατύπωση « επί βραδείας βεβαίωσης». Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 575/2019, ΑΠ 726/ 2017, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1060/2014).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: «Με το άρθρο 71 § 1 του ν. 542/ 1977 «Περί τροποποιήσεως, αντικαταστάσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων», (Α 41), ορίζεται ότι: «Η βεβαίωσις οιουδήποτε φόρου, τέλους, προστίμου, δικαιώματος ή εισφοράς υπέρ του Δημοσίου, μετά των πάσης φύσεως προσθέτων και υπέρ τρίτων ενεργείται εντός προθεσμίας τριών μηνών από της λήξεως του μηνός εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαιώσεως ... Ανεξαρτήτως των υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζομένων, η βεβαίωσις δύναται να ενεργηθή και μετά την πάροδον της τριμήνου προθεσμίας και ουχί πέραν των τριών ετών από της λήξεως του έτους εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαιώσεως». Κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας, … από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι το Δημόσιο δεν δύναται να προβεί σε ταμειακή βεβαίωση, (βεβαίωση εν στενή εννοία), απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από της λήξεως του έτους εντός του οποίου εκτήθησαν οι σχετικοί τίτλοι βεβαιώσεως.

Συνεπώς, κατά την ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου, η κατά τη διάταξη του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 τριετής προθεσμία έχει αποσβεστικό χαρακτήρα. Εξάλλου, σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας, το άρθρο 71 § 1 του ν. 542/1977 εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 86 του ν. 2362/1995, και επομένως, δεν τίθεται ζήτημα καταργήσεως της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 από την (περί παραγραφής) διάταξη του άρθρου 86 § 1 του ν. 2362/1995. Το εκκαλούν με το δεύτερο λόγο έφεσης παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 και του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 έκρινε ότι ο λόγος ανακοπής περί απώλειας του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου προς βεβαίωση της ένδικη οφειλής μετά την πάροδο της τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 είναι ουσία βάσιμος και ακύρωσε γι’ αυτό τον λόγο την προσβαλλόμενη με αριθ. .../2014 ταμειακή βεβαίωση ενώ εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 δεν βρίσκει εφαρμογή διότι η τελευταία καταργήθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 86 § 1 του ν. 2362/ 1995. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη η διάταξη του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 δεν καταργήθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 86 § 1 του ν. 2362/1995 και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε». Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσίβλητου, ακυρώνοντας την .../2014 ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου και τις .../2017, .../2017 και .../2017 αναγκαστικές κατασχέσεις εις χείρας τρίτων.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 § 1 του ν. 542/ 1977, 86 § 1, εδ. β' του ν. 2362/1995, 136 του ν. 4270/2014, την μεν πρώτη των οποίων εσφαλμένα εφάρμοσε, παρότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις της, τις δε λοιπές δεν εφάρμοσε παρότι ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, αφενός δέχθηκε ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 του ν. 542/1977, αποσβέσθηκε το δικαίωμα του δημοσίου να βεβαιώσει μέσω της αρμόδιας ΔΟΥ, στις 8.5.2014, (εν στενή εννοία) προς είσπραξη την επίδικη χρηματική απαίτηση που απέκτησε με τίτλο το με αριθμό …./2017 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Δασάρχη Πόρου (αποζημίωση από εκχέρσωση αναδασωτέας εκτάσεως), η οποία περιέρχεται (ως έσοδο) κατά τα προεκτεθέντα στο αναιρεσείον, διότι το Δημόσιο βράδυνε και δεν προχώρησε στη βεβαίωσή της μέχρι το 2000, ήτοι εντός τριών ετών από την κτήση του εν λόγω τίτλου και ότι για το λόγο αυτό έπρεπε να ακυρωθεί η επίμαχη ταμειακή βεβαίωση κατά παραδοχή της ανακοπής του, αφετέρου δε, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 86 § 1 εδ. β' του ν. 2362/ 1995, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, παρότι τούτο ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέο, σύμφωνα με το οποίο, η ισχύς της άνω διατάξεως που προβλέπει τη μη επέλευση παραγραφής και εντεύθεν τη μη απώλεια των δικαιωμάτων του δημοσίου πριν την πραγματική βεβαίωση των χρηματικών απαιτήσεών του, δεν επηρεάζεται από τυχόν καθυστέρηση της βεβαίωσης. Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων, σύμφωνα με όσα στην οικεία σκέψη αναπτύχθηκαν. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει τους λοιπούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατ’ άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρο 178, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 § 1 ν. 3693/1957, η οποία κατά την αρχή της ισότητας, που θεσπίζεται με το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, εφαρμόζεται και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και εν προκειμένω κατά ν.π.δ.δ.

 

Image removed.


 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η ερμηνεία της αποσβεστικής προθεσμίας από τον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο της Επικρατείας

 

1. Η έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας στον Αστικό Κώδικα

 

Κατά το άρθρο 279 ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί παραγραφής. Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι αποσβεστική προθεσμία είναι το χρονικό διάστημα που τίθεται από τον νόμο ή τη συμφωνία, εντός του οποίου πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα και μετά την πάροδό του το δικαίωμα αποσβέννυται αυτοδικαίως (βλ., αντί πολλών, Λαδογιάννης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ΑΚ, υπό το άρθρο 279, αριθ. 1). Η νομοθετική βούληση είναι σαφής. Η πάροδος του χρόνου αρκεί για την επέλευση της απόσβεσης, χωρίς να απαιτείται οποιοσδήποτε πρόσθετος όρος για τον αποκλεισμό του σχετικού δικαιώματος. 

Περαιτέρω, όπως έχει υπογραμμίσει ο αναιρετικός έλεγχος (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1266/2024), εσφαλμένη ερμηνεία προκύπτει, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από την αληθινή ή απαιτεί περισσότερα στοιχεία από όσα προβλέπει ο νόμος. Έτσι, στην περίπτωση της αποσβεστικής προθεσμίας, η αξίωση πρόσθετων στοιχείων από όσα προβλέπει το άρθρο 279, πέραν της παρόδου του χρόνου, συνιστά ανεπίτρεπτη επιβάρυνση του κανόνα και αλλοιώνει το κανονιστικό του περιεχόμενο, συνιστώντας μορφή εσφαλμένης ερμηνείας.

 

2. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Αρείου Πάγου

 

Στη σχολιαζόμενη απόφαση, ο Άρειος Πάγος υιοθέτησε την άποψη ότι η ύπαρξη αποσβεστικής προθεσμίας δεν προκύπτει μόνον από την πάροδο του χρόνου, αλλά απαιτείται στην οικεία διάταξη να διαλαμβάνεται και ρητή αναφορά, με τη χρήση τουλάχιστον συναφών λέξεων, περί της απειλούμενης ως εκ της μη τήρησής της “κύρωσης”, δηλαδή του αποκλεισμού του σχετικού δικαιώματος, λόγω της παρόδου του χρόνου. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977, σύμφωνα με την οποία η εν στενή εννοία βεβαίωση οποιουδήποτε φόρου, τέλους, προστίμου, δικαιώματος ή εισφοράς υπέρ του Δημοσίου μετά των πάσης φύσεως προσθέτων και υπέρ τρίτων επιβαρύνσεων δεν μπορεί να ενεργηθεί πέραν των τριών ετών από την λήξη του έτους, εντός του οποίου έχει κτηθεί ο τίτλος βεβαίωσης, δεν θεσπίζει τριετή αποσβεστική προθεσμία για τη βεβαίωση φορολογικής οφειλής. 

Η ερμηνευτική αυτή επιλογή είναι αμφίβολο αν συνάδει με τον γραμματικό ορισμό του άρθρου 279 ΑΚ, αφού εισάγει πρόσθετη προϋπόθεση που ο νομοθέτης δεν προβλέπει ρητώς. Τίθεται δε και περαιτέρω ερώτημα. Εάν δεν πρόκειται περί αποσβεστικής προθεσμίας, ποιον ακριβώς νομικό χαρακτήρα έχει η ερμηνευόμενη διάταξη; Στο ερώτημα αυτό το δικαστήριο δεν φαίνεται να δίνει απάντηση, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η αβεβαιότητα ως προς τη φύση και τα έννομα αποτελέσματα της παραπάνω τριετούς προθεσμίας και να υπονομεύεται η κανονιστική της λειτουργία ως ορίου, που θέτει ο νομοθέτης στην εξουσία της φορολογικής διοίκησης.

Παράλληλα, το ανώτατο πολιτικό δικαστήριο στήριξε τη μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης και σε επάλληλη αιτιολογία, θεωρώντας ότι αυτή έχει πλέον απωλέσει την ισχύ της με την εισαγωγή νεότερων, γενικότερων ρυθμίσεων (άρθρα 86 του ν. 2362/1995 και 136 του ν. 4270/ 2014), οι οποίες προβλέπουν ότι ο κανόνας της μη παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου μέχρι την πραγματική βεβαίωσή τους δεν θίγεται, ακόμη και σε περίπτωση “βραδείας” διενέργειας της τελευταίας.

 

3. Τα “κρατούντα στην παρ’ ημίν νομοθετική τάξη” και οι μέθοδοι ερμηνείας

 

Ως έρεισμα για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας ερμηνευτικής εκδοχής ο Άρειος Πάγος επικαλέστηκε “τα κρατούντα στην παρ’ ημίν νομοθετική τάξη”. Η αναφορά αυτή μπορεί να εκληφθεί ως επίκληση μιας γενικής νομοθετικής πρακτικής ή τάσης.

Ωστόσο, από μεθοδολογική άποψη, η ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να στηρίζεται πρωτίστως στο γράμμα της διάταξης, στον τελολογικό της σκοπό και στο συστηματικό της πλαίσιο. Η αναγωγή σε μια αόριστη ”κρατούσα αντίληψη”, που δεν βρίσκει έρεισμα στο σαφές γράμμα του νόμου, ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως argumentum ad populum, δηλαδή ως επίκληση στο τι “γενικώς θεωρείται ότι ισχύει”, χωρίς αναφορά σε αντικειμενικά δεδομένα και λογικούς συλλογισμούς.

Η προβολή μιας τέτοιας ασαφούς “νομοθετικής τάξης” οδηγεί, επίσης, σε κυκλικό συλλογισμό, επειδή το συμπέρασμα (ότι απαιτείται η απειλή κύρωσης) τεκμηριώνεται από την επίκληση του “κρατούντος”, ενώ το τι “κρατεί” προσδιορίζεται ακριβώς από το επιδιωκόμενο συμπέρασμα (petitio principii).

 

4. Η αντίφαση προς προηγούμενη νομολογία του Αρείου Πάγου

 

Άξιο παρατήρησης είναι ότι η ίδια η αναιρετική νομολογία, ερμηνεύοντας συγγενείς ρυθμίσεις, δέχεται ότι θέτουν αποσβεστικές προθεσμίες επειδή θέτουν χρονικά όρια άσκησης δικαιωμάτων, χωρίς να αξιώνει πρόσθετη αναφορά κάποιας απειλής κύρωσης:

  •  Εταιρικό δίκαιο – αποφάσεις Γ.Σ. ΑΕ: Υπό το προϊσχύσαν άρθρο 35α του ν. 2190/1920, η διετής προθεσμία ίασης της ακυρότητας απόφασης Γ.Σ. έχει κριθεί ως αποσβεστική προθεσμία (ΑΠ 1310/2018· βλ. και ΑΠ 1624/2008· συναφώς ΑΠ 270/2025, ΑΠ 625/ 2024). Η έννομη συνέπεια επέρχεται αυτοδικαίως με την πάροδο του χρόνου, χωρίς αναζήτηση πρόσθετων στοιχείων.

  •  Ασφαλιστικό δίκαιο – προσυμβατικές δηλώσεις: Κατά το άρθρο 3 του ν. 2496/1997, το δικαίωμα καταγγελίας του ασφαλιστή σε περίπτωση δόλου υπόκειται σε μηνιαία αποσβεστική προθεσμία από τότε που έλαβε γνώση (ΑΠ 1499/2024· βλ. και ΑΠ 356/2023, 1684/2023, 1297/2023, 627/2016). Και στην περίπτωση αυτή κρίθηκε ότι η άπρακτη πάροδος συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος, χωρίς επιζήτηση πρόσθετων στοιχείων.

  •  Οικογενειακές/χαριστικές παροχές – ανάκληση δωρεάς: Ομοίως, η ετήσια προθεσμία ανάκλησης του άρθρου 510 ΑΚ θεωρείται αποσβεστική και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπ’ όψη (άρθρο 280 ΑΚ), με ειδικότερη έναρξη όταν τα περιστατικά είναι εξακολουθητικά (ΑΠ 402/2023· ΑΠ 5/2020, 98/2020, 1439/2017).

  •  Πώληση – ελαττώματα: Η διετής/πενταετής προθεσμία των άρθρων 554–555 ΑΚ λειτουργεί, κατά την ίδια νομολογία, ως αποσβεστική προθεσμία για τα διαπλαστικά δικαιώματα υπαναχώρησης/μείωσης, ενώ οι δευτερογενείς αξιώσεις ακολουθούν την τακτική παραγραφή (ΑΠ 126/ 2023, 727/2019, 1596/2014).

Οι παραπάνω εφαρμογές επιβεβαιώνουν ότι η αποσβεστική λειτουργία των σχετικών προθεσμιών αναγνωρίζεται και από τον Άρειο Πάγο με βάση την πάροδο του χρόνου καθ’ εαυτήν, χωρίς την αναζήτηση πρόσθετων στοιχείων. Η απόκλιση στην περίπτωση της επίμαχης φορολογικής ρύθμισης, επομένως, δεν φαίνεται να υπαγορεύεται από μια σταθερή μεθοδολογική απαίτηση του ίδιου δικαστηρίου.

5. Η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Πάγια επί του ζητήματος είναι η - αντίθετη - νομολογιακή γραμμή που ακολουθεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 τριετής προθεσμία έχει αποσβεστικό χαρακτήρα (ΣτΕ 1105/2022, 1408/2017, 845/2015, 343/2014, 3288/2013, 1093/2010, 2944/2008, 1503/2006, 1783/2002), ενώ το δικαστήριο δέχεται, επίσης, ότι η παραπάνω διάταξη εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα κατάργησής της από την (περί παραγραφής) διάταξη του άρθρου 86 § 1 (ΣτΕ 1408/2017, 571/2009).

Η ερμηνευτική θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνεται δογματικά ορθότερη. Και τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 86 § 1 του ν. 2362/1995, μολονότι χρονικά μεταγενέστερη, δεν δύναται να θεωρηθεί καταργητική του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977. Πράγματι, αφ’ ενός μεν στερείται της απαιτούμενης ειδικότητας για να εκτοπίσει την προγενέστερη ρύθμιση, αφ’ ετέρου δε, εκ της γραμματικής και συστηματικής της διατύπωσης, δεν αποκλείει την εφαρμογή της τελευταίας, αλλά την προϋποθέτει. Ειδικότερα, το άρθρο 86 αφορά τον θεσμό της παραγραφής, δηλαδή την απόσβεση αξιώσεων με την πάροδο ορισμένου χρόνου, υπό την παραδοχή ότι το σχετικό δικαίωμα έχει εν τω μεταξύ διατηρηθεί. Αντιθέτως, το άρθρο 71 § 1 εισάγει γνήσια αποσβεστική προθεσμία, με την οποία τίθεται απώτατο χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να γεννηθεί και να ασκηθεί το σχετικό δικαίωμα, πέραν του οποίου τούτο εξαλείφεται αυτοδικαίως. Συνεπώς, οι δύο ρυθμίσεις δεν συγκρούονται αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά, σε διαφορετικό κανονιστικό επίπεδο, καλύπτοντας διακριτά στάδια της έννομης σχέσης μεταξύ Δημοσίου και φορολογουμένου.

Η σχολιαζόμενη απόφαση παραβλέπει, επίσης, όλη τη γνωστή και εμβληματική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έχει παγιωθεί, προς την κατεύθυνση του αυστηρού περιορισμού του χρόνου εντός του οποίου η φορολογική διοίκηση δύναται να κινηθεί, αποδοκιμάζοντας την αδικαιολόγητη διοικητική αδράνεια, που υπονομεύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Ειδικότερα, το ΣτΕ έχει διακηρύξει με συνέπεια ότι η παραγραφή αποτελεί ουσιώδες συστατικό της φορολογικής ενοχής, απορρέον από το άρθρο 78 Σ και, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι προκαθορισμένη, να μην τροποποιείται αναδρομικά σε βάρος του φορολογουμένου και να διακρίνεται από εύλογη διάρκεια, ικανή να αποτρέπει τη διοικητική απραξία (ΟλΣτΕ 3174/2014, ΣτΕ 1833/2021, 732/2019). Υπό το πρίσμα αυτό, το δικαστήριο έχει κρίνει ότι ούτε η αντικειμενική πολυπλοκότητα των υποθέσεων, ούτε οι επιχειρησιακές αδυναμίες των ελεγκτικών μηχανισμών, ούτε ακόμη και η τυχόν απροθυμία συνεργασίας εκ μέρους του φορολογουμένου μπορούν να δικαιολογήσουν την παράταση της παραγραφής. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία που περιέρχονται στη Διοίκηση στο πλαίσιο αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής δεν νομιμοποιούν την επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε δεκαετή, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα αποδιδόταν στη Διοίκηση η ανεπίτρεπτη εξουσία να καθορίζει η ίδια, μέσω ενεργειών ή παραλείψεών της, τη διάρκεια της παραγραφής, με άμεση συνέπεια τη διακινδύνευση της ασφάλειας δικαίου (ΣτΕ 665/2025).

Η στάση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτυπώνει όχι μόνο μία θεσμικά προοδευτική αντίληψη για τον περιορισμό της διοικητικής απραξίας, αλλά και αποκαλύπτει μια αξιοσημείωτη αντιστροφή του συνήθους νομολογιακού παραδείγματος. Παρατηρείται, δηλαδή, ότι, ενώ κατά κανόνα ο Άρειος Πάγος διακρίνεται για την αυστηρή δογματική του συνέπεια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας προβαίνει σε ερμηνευτικές επιλογές με μεγαλύτερη ερμηνευτική ελευθεριότητα, θεμελιώνοντάς τες σε συνταγματικές επιταγές και γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, στην προκειμένη περίπτωση οι ρόλοι αντιστρέφονται. Εδώ, το μεν Συμβούλιο της Επικρατείας αναδεικνύεται σε δογματικά συνεπή και συστηματικά ορθό ερμηνευτή, ο δε Άρειος Πάγος διολισθαίνει σε μια ερμηνευτική προσέγγιση, που προσεγγίζει τα όρια της μεθοδολογικής ασυνέπειας.

 

6. Συμπεράσματα

 

Η ερμηνευτική επιλογή του Αρείου Πάγου, με την οποία δεν αναγνωρίζεται αποσβεστική λειτουργία στην τριετή προθεσμία του άρθρου 71 § 1 του ν. 542/1977 για τη βεβαίωση φορολογικής οφειλής, εγείρει, συνεπώς, ζητήματα συμβατότητας με τον ορισμό του άρθρου 279 ΑΚ και με τη συναφή νομολογία του ΣτΕ. Η διχοστασία αυτή της νομολογίας δημιουργεί ερμηνευτική ασυμμετρία μεταξύ των δύο ανωτάτων δικαστηρίων, με συνέπειες για την ασφάλεια δικαίου και την προβλεψιμότητα του φορολογικού συστήματος. 

Υπό τα δεδομένα αυτά, αναδεικνύεται, για άλλη μία φορά, η ανάγκη σε χώρες, όπου δεν ισχύει το ενιαίο σύστημα δικαιοδοσίας, τα ανώτατα δικαστήρια να αποφεύγουν την καλλιέργεια αποκλινουσών κατευθύνσεων και να λειτουργούν με τρόπο συντονιστικό, προς εξασφάλιση  της ενότητας της έννομης τάξης. Προεχόντως διότι ο ρόλος τους δεν είναι να ανταγωνίζονται σε ερμηνευτική ισχύ, αλλά να παρέχουν σαφείς και συνεκτικές απαντήσεις σε κρίσιμα νομικά ζητήματα, πολλώ μάλλον όταν πρόκειται για διατάξεις που καθορίζουν τα όρια της φορολογικής εξουσίας του Κράτους και επηρεάζουν άμεσα την οικονομική ζωή των πολιτών. Η συνοχή της νομολογίας και η παροχή διαυγούς καθοδήγησης προς τα κατώτερα δικαστήρια αποτελούν ουσιώδη προϋπόθεση για την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη.-

 

ΚΩΝ/ΝΟΣ Π. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ 

                                                       Δικηγόρος