ΣυμβΠλημΑθ 2705/2025, με παρατηρήσεις «Ζητήματα περί την αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών κατά την ανάκριση και το δικηγορικό απόρρητο», Δ. Αρβανίτης
Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών
Αριθ. 2705/2025
Δικαστής: Β. Ζιάκας, Πρόεδρος Πλημμελειοδικών
Εισηγητής: Σ. Καλδής, Πλημμελειοδίκης
Εισαγγελέας: Ε. Μιχαλοπούλου
Αίτημα κατηγορουμένου προς τον ανακριτή να εξαχθούν έγγραφα από την ανακριτική δικογραφία. Έννοια του «δύσκολου ζητήματος» που ανακύπτει στο στάδιο της ανάκρισης και το οποίο επιλύεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών. Όταν υπάρχει διαφωνία ανακριτή – διαδίκων, αντικείμενο ελέγχου του συμβουλίου είναι η αρνητική δράση του ανακριτή και όχι η θετική. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη ελλείψει αρμοδιότητας του Συμβουλίου, επειδή η ανακρίτρια δεν είχε προηγουμένως αποφανθεί επ’ αυτής(Άρθρο 307 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠΔ «κατά την διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει: α) όταν ο ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κ.τ.λ., γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή αυτών και του εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους και στ) για κάθε άλλο ζήτημα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις». Ως δύσκολο ζήτημα νοείται μία ανακριτική πράξη, η οποία συνεπάγεται ουσιώδη δέσμευση των περιουσιακών ιδίως αγαθών των διαδίκων, όπως η κατάσχεση, καθώς και ζητήματα που εν γένει ανακύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 258, 259 και 268 ΚΠΔ (βλ. Α. Ζαχαριάδης / Λ. Μαργαρίτης, Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο του ν. 4620/2019, τόμος Ι, σ. 1916-1917). Περαιτέρω, στην περίπτωση α΄ του άρθρου 307 ΚΠΔ, στην οποία υπάγεται και η διαφωνία ανακριτή – διαδίκων, αντικείμενο ελέγχου του συμβουλίου είναι η αρνητική δράση του ανακριτή και όχι η θετική (βλ. ΣυμβΠλημΛ 28/1998 Υπερ 1999. 132, ΣυμβΠλημΑθ 1058/1970 ΠοινΧρ 1970. 534). Βάσει των ανωτέρω, το αίτημα κατηγορουμένου να εξαχθούν έγγραφα από την ανακριτική δικογραφία δεν συνιστά δύσκολο ζήτημα και, συνεπώς, πρέπει να λυθεί από τον ανακριτή. Κατά της διάταξης του οποίου μπορεί να προσφύγει ο κατηγορούμενος κατά την περ. α΄ του άρθρου 307 ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την παραπάνω εισαγγελική πρόταση απαράδεκτα εισάγεται ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου η από 30.6.2025 αίτηση με τίτλο «ΑΙΤΗΣΗ ΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ» της κατηγορουμένης …, σύμφωνα με την οποία ζητεί την εξαγωγή των εγγράφων που εγχειρίστηκαν στην υπό στοιχεία με ΑΒΜ … δικογραφία και περιλαμβάνονται σε δύο ντοσιέ χρώματος μαύρου στην οικία διότι η ανωτέρω αίτηση δεν αναφέρεται σε επίλυση δύσκολου ζητήματος, όπως συνιστά μία ανακριτική πράξη, η οποία συνεπάγεται ουσιώδη δέσμευση των αγαθών της κατηγορουμένης, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη. Ειδικότερα, η ανωτέρω αίτηση απευθυνόταν προς την Ανακρίτρια του … Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών για την οποία η Ανακρίτρια δεν έχει αποφανθεί ακόμα και, συνεπώς, δεν δύναται να θεμελιωθεί αρμοδιότητα του παρόντος Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 307 περ. α΄ του ΚΠΔ, σύμφωνα και με την ανωτέρω οικεία νομική σκέψη. Κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Ζητήματα περί την αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών κατά την ανάκριση και το δικηγορικό απόρρητο
Ι. Διαδικαστική διαδρομή α΄
Όσον αφορά στο δημοσιευόμενο βούλευμα, η διαδικαστική διαδρομή είχε συνοπτικώς ως εξής: Η αρμόδια ανακρίτρια διαβίβασε στην εισαγγελέα, με σκοπό να εισαχθεί στο Συμβούλιο, την αίτηση κατηγορουμένης για την εξαγωγή από τη σε βάρος της σχηματισθείσα ποινική δικογραφία ψηφιακού πολυμορφικού δίσκου (DVD-R). Ειδικότερα, ο εν λόγω πολυμορφικός δίσκος περιελάμβανε 136 φωτογραφίες πειστηρίου αποτελούμενου από δύο ντοσιέ με πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων σχετικών με την αποδοθείσα κατηγορία, που κατασχέθηκαν σε οικία τρίτου ατόμου. Η κατηγορούμενη προέβαλε την προσβολή των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της λόγω παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας της με τον συνήγορό της, επικαλούμενη ότι τα επίμαχα έγγραφα συνιστούσαν έγγραφα που αντάλλασσε με αυτόν αναφορικά με την υπεράσπισή της, και όθεν ότι επρόκειτο για παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα που αν παρέμεναν στη δικογραφία θα επερχόταν απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας.
Η επιληφθείσα εισαγγελέας εισήγαγε την εν θέματι αίτηση στο Συμβούλιο κατ’ άρθρο 307 περ. β΄ ΚΠΔ «ως ζήτημα μείζονος σημασίας από το οποίο θα μπορούσε να παραχθεί ακυρότητα». Πρότεινε, δε, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως προς κάποια επιμέρους έγγραφα (: σχέδιο απολογητικού υπομνήματος που φέρεται να συντάχθηκε από τον συνήγορο της κατηγορουμένης και έφερε χειρόγραφες σημειώσεις της, και δύο χειρόγραφα κείμενα με ερωτήσεις αυτής προς τον συνήγορό της), θεωρώντας ότι τα λοιπά έγγραφα συνιστούσαν ανοικτές επιστολές και δεν ενέπιπταν στο απόρρητο της επικοινωνίας συνηγόρου – κατηγορουμένου.
Το Συμβούλιο έκρινε ότι απαραδέκτως εισήχθη ενώπιόν του το αίτημα της κατηγορουμένης να εξαχθούν έγγραφα από την ανακριτική δικογραφία, με το σκεπτικό ότι δεν σχετιζόταν με ουσιώδη δέσμευση των αγαθών της κατηγορουμένης και ούτω δεν συνιστούσε δύσκολο ζήτημα (κατ’ άρθρο 307 περ. β΄ ΚΠΔ), ενώ επιπλέον δεν είχε ακόμη αποφανθεί επ’ αυτού η ανακρίτρια (ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 307 περ. α΄ ΚΠΔ).
IΙ. Επί του άρθρου 307 ΚΠΔ
Η ρύθμιση του άρθρου 307 ΚΠΔ έχει μεγάλη πρακτική σημασία για το στάδιο της προδικασίας. Όπως επισημαίνεται στη θεωρία, «θεσπίσθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων και για τον έλεγχο του έργου του ανακριτή από το δικαστικό συμβούλιο, το οποίο, εν προκειμένω, θεωρείται, κατά τεκμήριο, ότι παρέχει εγγυήσεις αντικειμενικότερης και ορθότερης κρίσεως»1.
Εν προκειμένω, παρατηρείται κατ’ αρχάς ότι η αναφορά στην περ. β΄ του άρθρου 307 ΚΠΔ της κατάσχεσης αντικειμένων ως «δύσκολου ζητήματος» είναι ενδεικτική. Υφίσταται, δε, νομολογία που θεωρεί ζητήματα άρσεως απορρήτου ως δύσκολα και άρα παραδεκτώς ελεγχόμενα από το συμβούλιο2.
Περαιτέρω, η επίκληση σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη της συνδρομής της αρμοδιότητας του συμβουλίου κατ’ άρθρο 307 περ. α΄ ΚΠΔ –μόνον– αναφορικά με την αρνητική δράση του ανακριτή δεν παρίσταται ορθή, στο μέτρο που από τον κατηγορούμενο ζητείται η εκ μέρους του ανακριτή εξαγωγή εγγράφων από τη δικογραφία, την οποία τούτος πράγματι παραλείπει να διενεργήσει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η θεμελίωση από το συμβούλιο της αρμοδιότητάς του βάσει της διάκρισης αρνητικής ή θετικής δράσης του ανακριτή, με αποτέλεσμα να απεκδύεται των –κατά τη γνώμη μου– ex lege καθηκόντων του, είναι αλυσιτελής και παρωχημένη όταν έχει ως αποτέλεσμα για τον κατηγορούμενο επαχθείς συνέπειες, στο μέτρο που επαπειλείται η παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματός του3 και είναι δυνατόν να θιγεί η δικαιότητα της σε βάρος του κινούμενης διαδικασίας. Σημειωτέον δε ότι επί αποφάνσεως από το συμβούλιο και σε περιπτώσεις τέτοιες –όπως προτείνουμε–συμφώνως προς την ΕΣΔΑ, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται για ζήτημα απτόμενο της θετικής δράσης του ανακριτή, τούτο δεν ασκεί την εξουσία του καθ’ υπέρβαση, αφού δεν ασκεί κατά το γράμμα του νόμου (:περ. α΄ άρθρ. 307 ΚΠΔ) «δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος […]» κατ’ άρθρο 484 § 1 περ. στ΄ ΚΠΔ.
Το κρίναν Συμβούλιο, στην προκείμενη περίπτωση, θα μπορούσε βάσει της περ. β΄ του άρθρου 307 ΚΠΔ να αποφανθεί επί της υποβληθείσας αίτησης χάριν της τηρήσεως θεμελιώδους δικαιώματος, προς αποφυγήν απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας (που κατ’ άρθρο 174 § 1 ΚΠΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως) ή έστω για την οικονομία της δίκης. Άλλως θα μπορούσε τουλάχιστον να είχε συμπεριλάβει κάποια παρεμπίπτουσα παραδοχή περί εξαγωγής έστω κάποιων εγγράφων, για να διευκολύνει την ανακρίτρια που προσέφυγε σε αυτό διαβιβάζοντας την αίτηση της κατηγορουμένης και να αποφευχθεί ενδεχομένως η υποβολή αντίστοιχης προσφυγής κατά τα προαναφερθέντα και, βέβαια, η παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος. Υποτεθείσθω δε ότι ο ανακριτής αποφανθεί αρνητικά επί αιτήσεως όπως η προκείμενη, είναι ούτως ή άλλως εύλογα αναμενόμενο αυτούσιοι οι σχετικοί ισχυρισμοί να επανυποβληθούν –διά προσφυγής πλέον– στο συμβούλιο βάσει του άρθρου 307 περ. α΄ ΚΠΔ.
ΙΙΙ. Επί του δικηγορικού απορρήτου
Το δικηγορικό απόρρητο συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος του υπόπτου/κατηγορουμένου στη συνδρομή συνηγόρου, ώστε κατά τούτο να διασφαλίζεται η δικαιότητα της ποινικής διαδικασίας4 (κατ’ άρθρο 6 §§ 1, 3 περ. γˊ ΕΣΔΑ και, αντίστοιχα, κατ’ άρθρα 47 εδ. βˊ, γˊ, 48 § 2 ΧΘΔΕΕ όταν εφαρμόζεται το ενωσιακό δίκαιο)5. Η άρση του εν λόγω απορρήτου μπορεί να οδηγήσει σε διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ συνηγόρου και εντολέα, αλλά και στην παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του τελευταίου6, προκαλώντας απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 § 1 περ. δ΄ ΚΠΔ) και καθιστώντας κατ’ επέκταση την εκάστοτε απόφαση αναιρετέα (άρθρ. 510 περ. Α΄ ΚΠΔ).
Στην περίπτωση του δημοσιευόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο παρέλειψε οποιανδήποτε αναφορά στην ουσία της υπόθεσης, που αφορούσε στη φερόμενη παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου. Πλην όμως μια τέτοια παραβίαση, που εάν συντρέχει έστω και εν ψήγματι προσβάλλει ευθέως θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα, αλλά –εν τέλει– μπορεί να συνεπαχθεί και την ευθύνη της Χώρας εξαιτίας της παραβίασης της ΕΣΔΑ. Η στείρα τυπολατρία, όταν εν τέλει έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν δικαιολογείται∙ και, ασφαλώς, δεν γίνεται αποδεκτή από το ΕΔΔΑ. Κατ’ ακολουθίαν δε των προαναφερθέντων, ήταν εν προκειμένω σκόπιμο να είχε ασκήσει το Συμβούλιο την αρμοδιότητά του για να κρίνει επί του εν θέματι ζητήματος∙ άλλως τουλάχιστον να είχε διατυπώσει κάποια παρεμπίπτουσα κρίση ή παραδοχή.
IV. Εν είδει επιλόγου: Διαδικαστική διαδρομή β΄
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνέχεια της διαδικαστικής διαδρομής της υπόθεσης, όπως προκύπτει από το μεταγενέστερο εκδοθέν σχετικώς υπ’ αριθ. …/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών7: Κατόπιν της έκδοσης του δημοσιευόμενου βουλεύματος, η ανακρίτρια απέρριψε εν όλω την αίτηση εξαγωγής εγγράφων (ακόμη και για όσα από αυτά η εισαγγελέας ενώπιον του Συμβουλίου, όπως προαναφέρθηκε, είχε προτείνει να γίνει δεκτή), με το σκεπτικό –μεταξύ άλλων– ότι τούτα δεν κατασχέθηκαν στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου αλλά στην οικία τρίτου – φιλικού προσώπου της κατηγορουμένης, ότι ο εν λόγω τρίτος δεν δήλωσε καθ’ όν χρόνο τούτα κατάσχοντο ότι συνιστούσαν έγγραφα διεπόμενα από το δικηγορικό απόρρητο, και ότι δεν συνιστούσαν κλειστά έγγραφα, ώστε να νοείται παραβίαση του απορρήτου αυτών κατ’ άρθρο 370 ΠΚ.
Στη συνέχεια, η κατηγορούμενη υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου προσφυγή κατ’ άρθρο 307 περ. α΄ ΚΠΔ, στην οποία υποστήριξε –εκ νέου– μεταξύ άλλων ότι τα επίμαχα έγγραφα είχαν παραδοθεί στο φιλικό της πρόσωπο με οδηγίες του συνηγόρου της για τη δακτυλογράφησή τους –λόγω του μη ευανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα της–, τούτου επέχοντος θέση βοηθού κατοχής του συνηγόρου.
Το επιληφθέν –με διαφορετική πλέον σύνθεση– Συμβούλιο, με το προαναφερθέν βούλευμά του, απλώς παρέπεμψε στη διαλαμβανόμενη σε αυτό –επίσης διαφορετική πλέον– εισαγγελική πρόταση, δεχόμενο αυτήν καθ’ ολοκληρίαν. Κατά την τελευταία, –μεταξύ άλλων– η μη επίκληση αποκλειστικά κατά τον χρόνο της κατάσχεσης της συνδρομής απορρήτου συνεπάγεται τη μη εφαρμογή των άρθρων 263-264 ΚΠΔ (όπου περιλαμβάνεται ειδική ρύθμιση για τη διαπίστωση κατά πόσον κατασχόμενο έγγραφο εμπίπτει στο δικηγορικό απόρρητο), ενώ η «αποστολή» (sic) των εγγράφων στην ανακρίτρια «συνιστά de facto αποχαρακτηρισμό τους ως απορρήτων καθόσον απ’ την στιγμή που γνωστοποιήθηκαν στην ως άνω Ανακρίτρια παύουν να έχουν την ιδιότητα του “επαγγελματικού απορρήτου” και αποτελούν πλέον ανακριτικό υλικό».
Με ένα τέτοιο σκεπτικό, όμως, αναγνωρίζεται το «καλώς έχειν» δικογραφίας που περιλαμβάνει ακόμη και έγγραφα που καταφανώς εμπίπτουν στο απόρρητο της επικοινωνίας συνηγόρου – κατηγορουμένου (όπως λ.χ. σχέδιο απολογητικού συνταγέν από συνήγορο φέρον χειρόγραφες σημειώσεις του κατηγορουμένου – εντολέως του ή χειρόγραφο κείμενο του τελευταίου με ερωτήσεις νομικού περιεχομένου προς τον συνήγορό του)∙ καθιστώντας τουλάχιστον προβληματική τη διαδικασία υπό το πρίσμα των άρθρων 6 και 8 ΕΣΔΑ, ως αντιβαίνουσα σε αυτά.
Μετά ταύτα, μπορεί να παρατηρηθεί ότι το επίμαχο ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε ευχερώς να είχε επιλυθεί με γνώμονα την τήρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατέστη δις «δύσκολο» να διαγνωσθεί υπ’ αυτή την έποψη.
ΔΟΜΙΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ
Δρ Ευρωπαϊκού Δικαίου – Δικηγόρος
- 1
Α. Ζαχαριάδης, Άρθρο 307, in Α. Ζαχαριάδη / Λ. Μαργαρίτη (επιμ.), Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Ερμηνεία κατ’ άρθρο του ν. 4620/2019, τ. 1, Αθήνα 2024[2], 1910.
- 2
Βλ. ενδεικτ. ΣυμβΠλημΘ 1144/1977 Αρμ 1979. 171 επ., ΣυμβΕφΑθ 1801/2002 ΠοινΔικ 2002. 1242 επ., και σχετ. αναφορά σε Ν. Ανδρουλάκη / Θ. Δαλακούρα / Ι. Γιαννίδη / Η. Αναγνωστόπουλου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας – Νομολογία κατ’ άρθρον, επιμ. Δ. Βούλγαρη, Αθήνα 2019[2], 419 (πλαγ. 9), και Α. Ζαχαριάδη, ό.π., 1916 in fine. Βλ. και Κ. Φράγκου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019 και ν. 4637/2019) – Κατ’ άρθρο ερμηνεία & νομολογία Αρείου Πάγου, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020[2], 998.
- 3
Πρβλ. προς αυτή την κατεύθυνση ήδη Ν. Ανδρουλάκη, Τα όρια της ανακριτικής δράσεως και η «αρχή της αναγκαιότητος», ΠοινΧρ 1975. 6-7.
- 4
Προς αυτή –κατ’ ουσίαν– την κατεύθυνση ήδη η ενδεικτική από 18.5.1982 απόφαση του ΔΕΚ AM & S κατά Επιτροπής, C-155/79, σκ. 18 επ., στην οποία –μεταξύ άλλων– αναγνωρίζεται ότι η προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα βασίζεται στην ειδικότερη απαίτηση του σεβασμού των υπερασπιστικών δικαιωμάτων. Σχετικώς βλ. αναλυτικά S. Thaman / L. Bachmaier, Attorney-Client Confidentiality as a Fair Trial Right in Criminal Proceedings, in K. Boele-Woelki / D. Fernández Arroyo / A. Senegacnik (επιμ.), General Reports of the XXth General Congress of the International Academy of Comparative Law – Rapports généraux du XXème Congrès général de l'Académie internationale de droit compare, Cham 2021, 589 επ. Ειδικότερα για την κατοχύρωση του δικηγορικού απορρήτου με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ βλ. Β. Αλεξανδρή, Ζητήματα προστασίας του δικηγορικού απορρήτου υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και πρόσφατης συναφούς νομολογίας του ΕΔΔΑ, in Τιμητικό Τόμο Χριστόφορου Δ. Αργυρόπουλου, Αθήνα 2016, 212 επ.
- 5
Όσον αφορά στο δικηγορικό απόρρητο παρ’ ημίν βλ. άρθρ. 39 § 1 ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων), αλλά και άρθρ. 264 § 3 ΚΠΔ (δυνάμει του οποίου για τη διασφάλιση της τήρησης του δικηγορικού απορρήτου παρεμβάλλεται ο οικείος δικηγορικός σύλλογος).
- 6
Βλ. του γράφοντος, Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας, Αθήνα 2021, 266.
- 7
Έτι αδημοσίευτο.