ΤρΔιοικΠρωτΑθ (Συμβ) 777/2025, με σχόλιο «Προς ένα δόγμα του αθλητικού δικαίου», Γ. Δ. Λιανός
Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών
(Τμήμα 26ο Τριμελές,
Ακυρωτική διαδικασία σε Συμβούλιο)
Αριθ. 777/2025
Δικαστής: Μ. Πάνου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.
Εισηγήτρια: Α. Νικολαΐδου, Πρωτοδίκης Δ.Δ.
Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Προνόμια διακριθέντων αθλητών. Ανάκληση εγγραφής αθλητή στον ειδικό πίνακα αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις για διάκριση σε πανελλήνιο πρωτάθλημα παίδων. Αίτηση αναστολής. Ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Αδυναμία συμμετοχής του αιτούντος στη διαδικασία εισαγωγής διακριθέντων αθλητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που διεξάγεται άπαξ κατ’ έτος και θα έχει ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο συζήτησης του κυρίου ενδίκου βοηθήματος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Δέχεται αίτηση αναστολής.
- Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχ. το [...] αποδεικτικό καταβολής ηλεκτρονικού παραβόλου).
- Επειδή, με την αίτηση αυτήν ζητείται, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α' 8), η αναστολή εκτέλεσης της [...]/8.7.2025 απόφασης του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης Αθλητισμού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. Με την απόφαση αυτή ανακλήθηκε η [...]/18.9.2024 απόφαση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης Αθλητισμού της ίδιας Γενικής Γραμματείας περί εγγραφής του αιτούντος στον ειδικό πίνακα αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις σε ατομικά ή ομαδικά αθλήματα, που τηρείται στην εν λόγω Γενική Γραμματεία, για την εξαιρετική αγωνιστική διάκρισή του στη 2η θέση στους Πανελλήνιους Αγώνες (Πανελλήνιο Πρωτάθλημα) [...] Παίδων, οι οποίοι διεξήχθησαν στις [..]-2021. Κατά της προαναφερθείσας ανακλητικής απόφασης ο αιτών άσκησε την [...]/20.8.2025 αίτηση ακυρώσεως, που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, με ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης στις 24.11.2025.
- Επειδή, το π.δ. 18/1989 ορίζει στο άρθρο 52, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του απ’ το άρθρο 20 του ν. 5119/2024 (ΦΕΚ Α' 103), σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της § 2 του άρθρου 23 του νόμου αυτού, ότι: «1. ... 2. Επιτροπή ... μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο ... 3. Η αίτηση πρέπει να διαλαμβάνει τους ειδικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση ... 6. Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. ... 8. Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. ...».
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με την [...]/7.8.2024 βεβαίωση της Ελληνικής [...] Ομοσπονδίας ([...]), ο αιτών, γεννηθείς στις [...], αθλητής [...], κατέλαβε με την ομάδα του «[...]» την 2η θέση στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα του αγωνίσματος [...] Παίδων που διεξήχθη στις [...]-2021, δηλαδή κατά την αγωνιστική περίοδο 2020-2021. Με βάση τη βεβαίωση αυτή ο αιτών ζήτησε, για την αθλητική του διάκριση στην ως άνω διοργάνωση, ηλικιακής κατηγορίας παίδων (Κ15), την εγγραφή του, κατ’ άρθρο 34 του ν. 2725/1999 (ΦΕΚ Α' 121), στον ειδικό πίνακα αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις σε ατομικά ή ομαδικά αθλήματα που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (ΓΓΑ). Η εν λόγω εγγραφή θα του επέτρεπε τη συμπλήρωση μηχανογραφικού δελτίου για την εισαγωγή του σε Σχολή ή Τμήμα ΑΕΙ της προτίμησης του βάσει της κατ’ άρθρο 34 § 8 του ίδιου νόμου διαδικασίας εισαγωγής αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που περιλαμβάνει μοριοδότηση σε ποσοστό 8% επί του επιτευχθέντος στις πανελλήνιες εξετάσεις συνολικού αριθμού μορίων για τους αθλητές ομαδικών αθλημάτων των οποίων οι ομάδες καταλαμβάνουν τη 2η θέση σε πανελλήνια πρωταθλήματα. Με την [...]/18.9.2024 απόφαση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης Αθλητισμού της ΓΓΑ του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού έγινε δεκτή η αίτηση του αιτούντος περί εγγραφής του στον προαναφερθέντα ειδικό πίνακα. Εξάλλου, ο αιτών, ο οποίος στις πανελλήνιες εξετάσεις του έτους 2024 είχε συγκεντρώσει [...] μόρια, εισήχθη στην [...] Σχολή του Πανεπιστημίου [...], στην οποία και εγγράφηκε κατά το έτος 2024-2025 (σχ. η [...]/23.9.2024 βεβαίωση της Γραμματείας της Σχολής αυτής), χωρίς να αξιοποιήσει την προαναφερθείσα ειδική ρύθμιση. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει απ' το [...]/4.7.2025 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγωνιστικού Αθλητισμού της ΓΓΑ προς την [...]., κατόπιν δειγματοληπτικών ελέγχων διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη ομοσπονδία είχε χορηγήσει βεβαιώσεις για την εγγραφή αθλητών στον ειδικό πίνακα διακρινόμενων αθλητών τόσο για τα ηλικιακά πρωταθλήματα Κ16 και Κ15 (παίδων) όσο και Κ17 και Κ18 (εφήβων), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 34 § 10β του ν. 2725/1999, θα έπρεπε να χορηγεί βεβαιώσεις μόνο για την ηλικιακή κατηγορία Κ16 παίδων και Κ18 εφήβων. Για το λόγο αυτό, με την [...]/8-7-2025 προσβαλλόμενη απόφαση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης Αθλητισμού της ΓΓΑ ανακλήθηκε η [...]/18.9.2024 απόφαση περί εγγραφής του αιτούντος στον ειδικό πίνακα διακρινόμενων αθλητών, λόγω έκδοσής της κατά παράβαση του άρθρου 34 § 10β του ν. 2725/1999. Αιτιολογία της ανάκλησης είναι ότι ως πανελλήνιο πρωτάθλημα, νίκη επί του οποίου δικαιολογεί την εγγραφή στον εν λόγω πίνακα, νοείται μία μόνο ερασιτεχνικού επιπέδου διοργάνωση κατ' έτος, που ορίζεται απ' την οικεία αθλητική ομοσπονδία και πάντα της ανώτερης κατηγορίας για κάθε άθλημα ή αγώνισμα, όταν δε σε κάποια κατηγορία ηλικιών ή φύλου διεξάγονται δύο ή περισσότερα πανελλήνια πρωταθλήματα σε κάθε κατηγορία, λαμβάνεται υπόψη μόνο το πανελλήνιο πρωτάθλημα της μεγαλύτερης ηλικίας στη συγκεκριμένη κατηγορία και συνεπώς για την ηλικιακή κατηγορία των εφήβων γίνεται αποδεκτή η κατηγορία Κ18 και των παίδων η κατηγορία Κ16 και όχι η Κ15, στην οποία συμμετείχε ο αιτών.
5. Επειδή, την αναστολή εκτέλεσης της προαναφερθείσας ανακλητικής απόφασης ζητεί ο αιτών, προβάλλοντας ότι η αίτηση ακυρώσεώς του κατά αυτής είναι προδήλως βάσιμη και θα ευδοκιμήσει. Με την αίτηση ακυρώσεως ο αιτών προβάλλει ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης, οι οποίες απαιτούν τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων. Περαιτέρω, ο αιτών υποστηρίζει πως λόγω ανυπέρβλητων οικονομικών δυσκολιών της οικογένειάς του, που κατοικεί στην Αθήνα, δεδομένου ότι η μητέρα του είναι άνεργη και ο μεγαλύτερος αδερφός του φοιτητής, είναι αδύνατη η κάλυψη του υψηλού κόστους στέγασης και διατροφής εκτός Αθηνών, οπότε αυτός δεν είναι σε θέση να παρακολουθεί μαθήματα στην [...] Σχολή του Πανεπιστημίου [...], στην οποία εισήχθη το έτος 2024. Για το λόγο αυτό και κάνοντας χρήση της εγγραφής του στον ειδικό πίνακα διακρινόμενων αθλητών της ΓΓΑ, επιθυμεί να υποβάλει μηχανογραφικό δελτίο για το έτος 2025, λαμβάνοντας μοριοδότηση σε ποσοστό 8% επί του βαθμού που συγκέντρωσε στις πανελλήνιες εξετάσεις του προηγούμενου έτους, προκειμένου να επιτύχει την εισαγωγή του στην [...] Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ανάκληση, όμως, της εγγραφής του απ' τον ως άνω πίνακα, του στερεί πλήρως τη δυνατότητα συμμετοχής στην προαναφερθείσα διαδικασία, που προϋποθέτει ενεργή εγγραφή του στον ειδικό πίνακα και διενεργείται εντός του μηνός Αυγούστου 2025. Η βλάβη δε που θα υποστεί αυτός είναι, κατά τους ισχυρισμούς του, ανυπολόγιστη και δεν δύναται να επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης του κυρίου ένδικου βοηθήματός του, καθώς έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επ' αυτού θα έχει παρέλθει η προθεσμία συμπλήρωσης μηχανογραφικού δελτίου και εισαγωγής στο Τμήμα ΑΕΙ της προτίμησής του, συνιστώντας απώλεια ευκαιρίας ζωής για τον ίδιο.
- Επειδή, το Υπουργείο Παιδείας ζητεί με την έκθεση απόψεών του την απόρριψη της αίτησης, υποστηρίζοντας ότι η εγγραφή του αιτούντος στον ειδικό πίνακα διακρινόμενων αθλητών που τηρείται στη ΓΓΑ, είχε γίνει μεν δεκτή κατά το έτος 2024, κατά το οποίο είχαν υποβληθεί μόνο αιτήσεις αθλητών που είχαν επιτύχει νίκη στο πανελλήνιο πρωτάθλημα της Κ15 κατηγορίας παίδων του συγκεκριμένου αγωνίσματος, με αποτέλεσμα να προκληθεί η εσφαλμένη εντύπωση στην Υπηρεσία ότι για το συγκεκριμένο αγώνισμα διεξαγόταν πανελλήνιο πρωτάθλημα μόνο στην Κ15 κατηγορία παίδων, νομίμως, όμως, ανακλήθηκε κατά το έτος 2025. Και τούτο διότι πέραν των αθλητών της κατηγορίας Κ15 υποβλήθηκαν αιτήσεις και από αθλητές που είχαν επιτύχει νίκη στο πανελλήνιο πρωτάθλημα της Κ16 κατηγορίας παίδων του ίδιου αγωνίσματος, οπότε διαπιστώθηκε ότι για το συγκεκριμένο αγώνισμα είχαν διεξαχθεί πανελλήνια πρωταθλήματα τόσο στην Κ15 όσο και στην Κ16 κατηγορία παίδων, η οποία και προτάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 34 § 10β του ν. 2725/1999.
- Επειδή, καταρχάς οι λόγοι της αίτησης ακυρώσεως δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι, αφού η εξέτασή τους προϋποθέτει ενδελεχή έρευνα του πραγματικού και νομικού μέρους της υπόθεσης, δοθέντος, άλλωστε, ότι αυτοί δεν βασίζονται σε πάγια νομολογία ή νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΕΑ ΣτΕ 155/2025, 105/2024, 132/ 2023, 1/2021 Ολ., 230/2019 Ολ.). Περαιτέρω, η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ανακλήθηκε η [...]/18.9.2024 απόφαση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης Αθλητισμού της ΓΓΑ περί εγγραφής του αιτούντος στον ειδικό πίνακα αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις, θα προκαλέσει στον ίδιο ανεπανόρθωτη βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία συμμετοχής του στην κατ’ άρθρο 34 του ν. 2725/1999 διαδικασία εισαγωγής αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δια της προσαύξησης σε ποσοστό 8% των συνολικών μορίων που είχε συγκεντρώσει στις πανελλήνιες εξετάσεις του έτους 2024 και της βάσει αυτής συμπλήρωσης μηχανογραφικού δελτίου που να περιλαμβάνει τη Σχολή ΑΕΙ, όπου προσδοκά να φοιτήσει. Τούτο, διότι η διαδικασία αυτή, η οποία διεξάγεται άπαξ κατ’ έτος, μετά την ολοκλήρωση των πανελλαδικών εξετάσεων (άρθρο 34 § 8 του ν. 2725/1999), θα έχει ήδη ολοκληρωθεί κατά το χρόνο συζήτησης του κύριου ενδίκου βοηθήματός του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς δυνατότητα επανάληψης της ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επανόρθωσης της βλάβης του σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτού. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν προκύπτει η συνδρομή κάποιου επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλλει την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμος λόγος χορήγησης της αιτηθείσας αναστολής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης ακυρώσεως του αιτούντος.
8. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί το καταβληθέν παράβολο στον αιτούντα (άρθρο 36 § 4 του π.δ. 18/1989) και να απαλλαχθεί, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, η καθ’ ης απ' τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος (άρθρο 4 § 1 περ. στ' του ν. 702/1977, ΦΕΚ Α' 268 και 275 § 1 εδ. ε' του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α' 97).
Δια ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση της [...]/8-7-2025 απόφασης του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης Αθλητισμού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης ακυρώσεως του αιτούντος.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αιτούντα.
Απαλλάσσει την καθ’ ης απ' τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος.
ΣΧΟΛΙΟ
Προς ένα δόγμα του αθλητικού δικαίου
1. Εισαγωγή - Προδιάθεση
Αθλητικό δίκαιο ή δίκαιο του αθλητισμού; Μήπως η απόδοση του όρου αθλητικό δίκαιο στη γαλλική γλώσσα ως droit du sport1 και όχι ως droit sportif, κατ’ αντιστοιχία προς τα droit civil, droit administratif κ.λπ., αποτελεί επιχείρημα υπέρ της δεύτερης άποψης; Το αθλητικό δίκαιο έχει ίδιον δόγμα ή είναι απλώς το όποιο γενικότερο δίκαιο αναπτύσσεται γύρω από το αθλητικό φαινόμενο, δηλαδή αντλεί γενικές αρχές και αξιολογήσεις από άλλους κλάδους του δικαίου, π.χ. ιδιωτικό, δημόσιο κ.λπ., με τις όποιες εύλογες ειδικότερες διατάξεις της αθλητικής νομοθεσίας; Υπάρχουν κάποιες ξεχωριστές και ιδιαίτερες θεμελιώδεις γενικές αρχές αθλητικού δικαίου, οι οποίες διατρέχουν όλα τα σχετικά ζητήματα και χωρίς τις οποίες δεν είναι καν νοητή η δικαϊκή οργάνωση του αθλητισμού, κατ’ αντιστοιχία, π.χ., με την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας στο ιδιωτικό δίκαιο και την αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης στο δημόσιο δίκαιο; Ο όλο και πιο έντονος κρατικός παρεμβατισμός στην οργάνωση και διεξαγωγή των αθλητικών αγώνων στην Ελλάδα σε συνδυασμό με την ιδιαιτέρως αυξημένη ανάπτυξη νομολογίας της τακτικής δικαιοσύνης (!) και δη σε πολύ μεγάλο βαθμό των διοικητικών δικαστηρίων (!) καθιστούν όλο και πιο επίκαιρα όλα τα παραπάνω ερωτήματα. Μάλιστα, η αναζήτηση της αλήθειας και της ορθής απάντησης σε αυτά δεν αποτελεί μια απλή νοητική, θεωρητική δοκιμασία, αλλά συνέχεται, εν τέλει, με τον εντοπισμό της ορθής αφετηρίας, από την οποία θα οφείλει να εκκινεί ο ερμηνευτής και εφαρμοστής της αθλητικής νομοθεσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ιδίως η απόπειρα του κρατικού νομοθέτη να προσδιορίσει ποιες αθλητικές ομάδες είναι «έγκυρες» και άρα μπορούν πράγματι να συμμετέχουν σε αθλητικούς αγώνες (μόνο τα αθλητικά σωματεία που έχουν ειδική αθλητική αναγνώριση και εγγραφή στο Μητρώο Αθλητικών Σωματείων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 5 του ν. 2725/ 1999), ποιοι προπονητές είναι «έγκυροι» και άρα μπορούν πράγματι να συμμετέχουν σε αθλητικούς αγώνες (μόνο οι προπονητές που έχουν άδεια προπονητή από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 1 του ν. 2725/1999), ποιοι αθλητικοί αγώνες είναι «έγκυροι» και άρα μπορούν πράγματι να αναγνωριστούν από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, π.χ. για απόδοση προνομίων διακριθέντων αθλητών (μόνο οι αθλητικοί αγώνες που όλες οι συμμετέχουσες αθλητικές ομάδες είναι αθλητικά σωματεία που έχουν ειδική αθλητική αναγνώριση και εγγραφή στο Μητρώο Αθλητικών Σωματείων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 34 § 8 του ν. 2725/ 1999). Υπό αυτό το νομοθετικό καθεστώς για τον αθλητισμό, που σε οποιαδήποτε άλλη προηγμένη χώρα, π.χ. Ελβετία, θα αντιμετωπιζόταν ακαριαία ως μια δυστοπία ή ακόμη και «μια εποχή στην κόλαση»2, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών απέδωσε έναν «αγγελικό αριθμό» (777) στη σχολιαζόμενη απόφασή του, η οποία, έτσι, αποκτά, ακούσια ή εκούσια, το βάρος και την ευθύνη να προστατεύσει ακριβώς αυτό που ονομάζεται αθλητικό δίκαιο σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.
2. Αξιολόγηση σχολιαζόμενης απόφασης
Η σχολιαζόμενη απόφαση αφορά την ανάκληση απόφασης της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού για εγγραφή του αιτούντος στον ειδικό πίνακα αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις, με την αιτιολογία ότι η διάκρισή του σημειώθηκε σε Πανελλήνιο Πρωτάθλημα παίδων Κ15, ενώ στο οικείο άθλημα υπήρχαν Πανελλήνια Πρωταθλήματα Κ18, Κ17, Κ16, Κ15, και άρα η οικεία αθλητική ομοσπονδία θα έπρεπε να μεριμνήσει να επιλέξει μόνο 2 συνολικά από αυτά ως Πανελλήνια Πρωταθλήματα εφήβων και παίδων, που οδηγούν σε απόδοση προνομίων, σύμφωνα με το άρθρο 34 § 10 του ν. 2725/1999, εν προκειμένω δε, υπό τον κηδεμονισμό της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, αναγκάστηκε να επιλέξει ως παίδων μόνο το Κ16 και όχι το Κ15, όπου διακρίθηκε ο αιτών. Με την απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης έγινε ευλόγως και ορθώς δεκτό ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα προκαλέσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία συμμετοχής του στη διαδικασία εισαγωγής διακριθέντων αθλητών με εξαιρετικές αγωνιστικές διακρίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, διά της προσαύξησης των μορίων που είχε συγκεντρώσει από τις Πανελλαδικές Εξετάσεις και της βάσει αυτής συμπλήρωσης του μηχανογραφικού του δελτίου που να περιλαμβάνει τη Σχολή που επιθυμεί να φοιτήσει, με τη σημείωση ότι η σχετική διαδικασία διεξάγεται άπαξ κατ’ έτος και, εν προκειμένω, θα έχει ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο συζήτησης του κυρίου ενδίκου βοηθήματος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς δυνατότητα επανάληψής της ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο επανόρθωσης της βλάβης του σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτού. Κατόπιν τούτου, ευλόγως και ορθώς ανεστάλη η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται όλη η -πάγια πλέον- νομολογία προσωρινής δικαστικής προστασίας που κατάφερε να αναπτυχθεί από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών σε ένα μόλις καλοκαίρι τόσο σχετικά με ανάκληση εγγραφής στον ειδικό πίνακα3 όσο και σχετικά με απόρριψη αίτησης εγγραφής στον ειδικό πίνακα4, σε συνέχεια και της εμβληματικής παλαιότερης νομολογίας του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών5. Η νομολογία αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο αφειδούς προσωρινής δικαστικής προστασίας επί αθλητικών διαφορών, η οποία έχει αναπτυχθεί από τα διοικητικά δικαστήρια: συμμετοχή αθλητικών σωματείων εκτός Μητρώου Αθλητικών Σωματείων σε Πανελλήνια Πρωταθλήματα και εν γένει αθλητικούς αγώνες6, συμμετοχή προπονητών χωρίς απολυτήριο Λυκείου σε Σχολή Προπονητών της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού7, συμμετοχή προπονητών χωρίς το απαιτούμενο χρονικό διάστημα κατοχής άδειας προπονητή σε Σχολή Προπονητών της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού8, συμμετοχή αθλητών με αμφισβητούμενη εξαιρετική αγωνιστική διάκριση σε Σχολή Προπονητών της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού9. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα μπορούσε να μην υπογραμμιστεί ότι ήδη αυτές οι αδιέξοδες καταστάσεις αρχικώς θέσης μανιχαϊστικών διλημμάτων, ωσάν άκομψη αξιολογική αξιοποίηση της αρχής «όλα ή τίποτε», κατά παραγνώριση της αρχής της αναλογικότητας10, και στη συνέχεια μηχανικής πλήρους άρνησης πρόσβασης στον αθλητισμό και στα πλεονεκτήματά του συνηγορούν παντάπασι υπέρ της προσωρινής δικαστικής προστασίας των αιτούντων, γεγονός που, εν τέλει, αναδεικνύει την αστοχία των σχετικών μέτρων και στην ουσία τους.
3. Επαγωγική συναγωγή δόγματος;
Παραμένει ζητούμενο εάν η μαζική αποδοχή των σχετικών αιτήσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας οφείλεται ενδεχομένως και σε μία αυτοματοποιημένη αμηχανία ανάγνωσης και -a fortiori- ερμηνείας και εφαρμογής των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων, που παρίστανται πράγματι νομοτεχνικώς ανοίκειες σε δικαιοσυγκριτικό επίπεδο, και περαιτέρω, εάν αυτή η αμηχανία οφείλεται ενδεχομένως σε μια ενστικτώδη κατανόηση της φύσης του πράγματος11, ενός ενδεχόμενου ιδίου δόγματος του αθλητικού δικαίου, που επιτάσσει κάτι τελείως διαφορετικό από τις επιλογές του Έλληνα νομοθέτη. Στο επίμαχο κεφαλαιώδες ερώτημα ήδη η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαίρει ιδιαιτέρως πειστικά στο άρθρο 165 § 1 εδ. β΄ ΣΛΕΕ την κατ’ αρχήν αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του αθλητισμού συνιστάμενης σε ιδιαιτερότητα της δομής του και ιδιαιτερότητα των αθλητικών δραστηριοτήτων και των αθλητικών κανόνων12. Συμπληρωματικώς, και πάλι σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση και δη τη Λευκή Βίβλο της για τον Αθλητισμό, η δικαϊκή οργάνωση του αθλητισμού και η εν γένει ρύθμιση και αντιμετώπιση του αθλητικού φαινομένου επαφίεται κατ’ αρχήν στους ιδιώτες (αθλητικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου) με αυτορρύθμιση συνιστάμενη σε αυτο-παραγωγή (auto-production) και αυτο-έλεγχο (auto-contrôle) των κανόνων13 και όχι στο Κράτος με κρατικό παρεμβατισμό. Τούτο επιβάλλεται τόσο λόγω της ειδημοσύνης των ιδιωτών για τις ιδιαιτερότητες του κάθε αθλήματος όσο και λόγω της ανάγκης ενοποιημένης και ομοιόμορφης θέσπισης και εφαρμογής κοινών κανόνων για κάθε άθλημα σε όλο τον κόσμο14.
Ελλείψει ουσιαστικών κανόνων διεθνούς δικαίου (droit international) για τον αθλητισμό, αυτοί οι συστηματικώς αναγκαίοι κοινοί κανόνες τίθενται ως διεθνικό δίκαιο (droit transnational)15 από τα αθλητικά νομικά πρόσωπα που βρίσκονται στην κορυφή των οικείων πυραμιδοειδών δομών: Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή που είναι σωματείο με έδρα στην Ελβετία16, διεθνείς αθλητικές ομοσπονδίες που είναι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων σωματεία με έδρα στην Ελβετία17, εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες που είναι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων σωματεία (βλ. και άρθρα 19 επ. του ν. 2725/ 1999)18, ιδιωτικές επαγγελματικές λίγκες που είναι σωματεία, συνεταιρισμοί ή εταιρείες κ.λπ. Έτσι, τα αθλητικά νομικά πρόσωπα θέτουν, υπό τις δικές τους ιδιαιτερότητες, ειδικούς κανόνες σχετικά με όλα τα ζητήματα που συνέχονται με την οργάνωση και διεξαγωγή των αθλητικών αγώνων, αναπτύσσοντας αυτόνομες έννοιες, όπως η αθλητική ιθαγένεια (nationalité sportive) που ενδεχομένως διακρίνεται in concreto από την κρατική ιθαγένεια19 ή το αθλητικό φύλο (sexe sportif) που ενδεχομένως διακρίνεται in concreto από το βιολογικό φύλο20, χορηγώντας άδειες επαγγελμάτων, π.χ. προπονητών, οι οποίες επιβάλλονται de facto στην παγκόσμια αθλητική αγορά, εν όψει της κανονιστικής δύναμης του πραγματικού21, ανεξάρτητα από τις τυχόν αντίθετες βουλήσεις των εθνικών δικαίων. Όλες αυτές οι αξιολογήσεις σχετικά με την προέλευση των κανόνων του αθλητικού δικαίου προεχόντως από ιδιώτες συμπυκνώνονται, εν τέλει, στο δεοντικό παράγγελμα προς τους κρατικούς φορείς «Μη νομοθετείτε!».
Στο πλαίσιο αυτό, η ιδανική αθλητική νομοθεσία που αναγνωρίζει πράγματι το προβάδισμα της αυτορρύθμισης του αθλητικού φαινομένου είναι αναμφίβολα ο 12σέλιδος αθλητικός νόμος της Ελβετίας22, της χώρας που εδρεύουν εξάλλου η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και οι πιο επιφανείς διεθνείς αθλητικές ομοσπονδίες και αποτελεί το πρότυπο της αθλητικής διακυβέρνησης. Αντιστρόφως, η πολυδαίδαλη ελληνική αθλητική νομοθεσία που υπερβαίνει τις 500 σελίδες υπονομεύει το αθλητικό αυτοδιοίκητο που αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη μεθοδολογική και νομοτεχνική σημείωση ότι αύξηση των σελίδων του νόμου σημαίνει αυτονόητα εκθετική αύξηση των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου και άρα των περιορισμών του αθλητικού αυτοδιοίκητου. Ο νομοθετικός προσδιορισμός των «έγκυρων» αθλητικών ομάδων, των «έγκυρων» προπονητών, των «έγκυρων» αθλητικών αγώνων κ.λπ. δεν παρίσταται μόνο νομοτεχνικώς ανοίκειος σε δικαιοσυγκριτικό επίπεδο, αφού π.χ. στην Ελβετία δεν εντοπίζεται καμία σχετική διάταξη αναγκαστικού δικαίου· προκαλεί επιπλέον σωρεία επιπρόσθετων προβλημάτων: ενδεικτικά, παραγνωρίζει ότι οι διεθνείς αθλητικές ομοσπονδίες διατηρούν, στο πλαίσιο του αθλητικού αυτοδιοίκητού τους, το δικαίωμα να ορίζουν ποιοι είναι οι «έγκυροι» προπονητές σε όλο τον κόσμο, άρα και στην Ελλάδα23, παραγνωρίζει ότι τυχόν περιφρόνηση του σχετικού δικαιώματος εγκυμονεί και κίνδυνο σοβαρών αθλητικών κυρώσεων στις εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες-μέλη των διεθνών24 και κίνδυνο νόθευσης του αθλητικού και οικονομικού ανταγωνισμού και κίνδυνο βλάβης του δημοσίου συμφέροντος μέσω της αποδυνάμωσης των ελληνικών αθλητικών ομάδων με αλυσιτελή κριτήρια.
Περαιτέρω, οι αθλητικοί αγώνες διεξάγονται από ιδιώτες με τη συμμετοχή ιδιωτών: ερασιτεχνικών αθλητικών ομάδων που είναι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων σωματεία (βλ. και άρθρα 1 επ. του ν. 2725/1999) και επαγγελματικών αθλητικών ομάδων που είναι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων εταιρείες (βλ. και άρθρα 64 επ. του ν. 2725/1999)25. Στο πλαίσιο του αυτο-ελέγχου των αθλητικών κανόνων, οι αθλητικές διαφορές σε διεθνές και εθνικό επίπεδο δεν επιλύονται ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης (πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων), αλλά ενώπιον οργάνων των αθλητικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και, κατά κύριο λόγο, ενώπιον αθλητικών διαιτητικών οργάνων (π.χ. CAS, BAT κ.λπ.)26. Η αρχή αυτή, που είναι σεβαστή σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και στην Ουγκάντα27, Κένυα28, Μαλαισία29, Κουβέιτ30, Μπαχρέιν κ.λπ., και όλως εσχάτως, ευτυχώς, και στην Ελλάδα31, παρά τις νομολογιακές επιφυλάξεις ως προς τον διαιτητικό χαρακτήρα των οργάνων32, που φαίνονται να μην αντιλαμβάνονται την εύστοχη θετική προδιάθεση του ιστορικού νομοθέτη (άρθρο 131 § 1 του ν. 2725/1999), επιβάλλεται τόσο από την ανάγκη στελέχωσης των σχετικών οργάνων από πρόσωπα με ειδικές γνώσεις αθλητικού δικαίου, προεχόντως αυτού του ίδιου του ερευνώμενου δόγματός του, όσο και από την ανάγκη ιδιαιτέρως ταχείας περαίωσης των όποιων εκκρεμοτήτων και αμφισβητήσεων σχετικά με τα αθλητικά αποτελέσματα33. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητη και αυτονόητη εν προκειμένω η αρχή της μη δικαιοδοτικής υποκατάστασης της αθλητικής δράσης (théorie des décisions de terrain, field-of-play doctrine)34, η οποία επιβάλλει τα αποτελέσματα των αθλητικών αγώνων να διαμορφώνονται εντός των αγωνιστικών χώρων και όχι εντός δικαστικών, διαιτητικών ή διοικητικών αιθουσών και σε κάθε περίπτωση τα πάσης φύσης δικαιοδοτικά όργανα να απέχουν από κρίσεις για ζητήματα, που απαιτούν ειδικές γνώσεις προσιδιάζουσες κατ’ αρχήν μόνο στους διαιτητές του οικείου αθλήματος35.
Ήδη όλα τα παραπάνω καθιστούν σαφές ότι η νομοθετική επιλογή για αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού να ελέγχει παρεμπιπτόντως, εξωδικαστικώς και οποτεδήποτε την «εγκυρότητα» αθλητικών αγώνων (άρθρο 34 § 8 του ν. 2725/1999) δεν είναι αδιανόητη τόσο υπό το πρίσμα του ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο ο αγώνας δεν είναι δικαιοπραξία για να τίθεται θέμα ακύρωσής του36 και η εκάστοτε αναφερόμενη αντίθεση στο νόμο που άγει σε ακυρωσία θεραπεύεται αμετάκλητα εάν δεν προσβληθεί αυτοτελώς με το οικείο ένδικο βοήθημα ενώπιον του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου εντός της προβλεπόμενης αποκλειστικής αποσβεστικής προθεσμίας37, η οποία μάλιστα στον αθλητισμό είναι ακόμη πιο βραχεία (2ήμερη σύμφωνα με το άρθρο 121 του ν. 2725/1999, 8ήμερη σύμφωνα με το άρθρο 126 του ν. 2725/1999, 21ήμερη σύμφωνα με το άρθρο R49 του Κώδικα CAS έναντι της 6μηνης του άρθρου 101 ΑΚ) προς ακόμη πιο ταχεία εκκαθάριση των όποιων εκκρεμοτήτων και αμφισβητήσεων, όσο και υπό το πρίσμα του αθλητικού δικαίου, αφού, εν όψει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπάρχει σε καμία άλλη χώρα στον κόσμο ούτε μία διοικητική πράξη, ούτε μία δικαστική ή διαιτητική απόφαση που να κηρύσσει την ακυρότητα αθλητικού αγώνα.
4. Επίλογος - Προβληματισμοί
Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το ίδιον δόγμα του αθλητικού δικαίου υφίστατο και θα συνεχίζει να υφίσταται πάντα, όπως άλλωστε επιβάλλει η ίδια η φύση του πράγματος: ιδιαιτερότητα του αθλητισμού, προτεραιότητα στο ιδιωτικό δίκαιο με αυτορρύθμιση, ιδιωτικά όργανα θέσπισης και ελέγχου κανόνων αθλητικού δικαίου, επίλυση αθλητικών διαφορών με διαιτησία, έλλειψη δικαιοδοτικού ελέγχου κανόνων παιδιάς. Για τον λόγο αυτό εξάλλου, ο Γενικός Εισαγγελέας του ΔΕΕ επεσήμανε προσφάτως με ιδιαιτέρως εύστοχη παραστατικότητα ότι η κατάσταση των προσώπων που εφαρμόζουν τους κανόνες του αθλητικού δικαίου (αθλητικοί δικηγόροι, αθλητικοί δικαστές κ.λπ.) μπορεί να συγκριθεί με την κατάσταση του «διαπλανητικού ταξιδιώτη» (sic!), ο οποίος, «για να προσεδαφιστεί στη Σελήνη ή στον Άρη, πρέπει να αποδεχθεί τις συνθήκες βαρύτητας ή θερμοκρασίας και να καλύψει τις ανάγκες του σε οξυγόνο με τη βοήθεια κατάλληλων συσκευών»38.
Η πλήρης κατανόηση των ανωτέρω θεμελιωδών γενικών αρχών αθλητικού δικαίου θα συνέβαλε ουσιωδώς στην αποτροπή εμφάνισης στην Ελλάδα ακατανόητων νομικών ζητημάτων αθλητικού δικαίου, που έχουν προκύψει εν όψει των άστοχων προκατανοήσεων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, π.χ. της επίδικης άρνησης αναγνώρισης ότι σε μια ηλικιακή κατηγορία εφήβων μπορούν να υπάρχουν περισσότερες έγκυρες ηλικιακές υπο-κατηγορίες που χρήζουν όλες τους αντίστοιχων προνομίων διακριθέντων αθλητών, της άρνησης σε αθλητικά σωματεία με Ολυμπιονίκες και Παγκόσμιους και Πανευρωπαϊκούς Πρωταθλητές να συμμετέχουν σε Πανελλήνια Πρωταθλήματα επειδή έτυχε να μην καταφέρουν να εγγραφούν για κάποιο χρονικό διάστημα στο Μητρώο Αθλητικών Σωματείων και συναφώς της ακύρωσης (!) αυτών των Πανελληνίων Πρωταθλημάτων, της άρνησης αναγνώρισης της ελευθερίας προπονητών Εθνικών Ομάδων να συνεχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους επειδή πριν από 30 χρόνια δεν έλαβαν απολυτήριο Λυκείου, της άρνησης αναγνώρισης της ελευθερίας όποιας αθλητικής ομάδας να προσλαμβάνει όποιον προπονητή επιθυμεί επειδή έτυχε να έχει στην κατοχή του μόνο τρεις τίτλους της Euroleague αλλά όχι και την κρίσιμη (;) άδεια προπονητή της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού.
Επειδή η Ελλάδα έχει την τιμή να βλέπει μία Ελληνίδα να έχει συγγράψει το σημαντικότερο ίσως βιβλίο αθλητικού δικαίου παγκοσμίως39, μια απλή, γρήγορη επισκόπηση των περιεχομένων του βιβλίου αυτού θα μας βοηθούσε να αντιληφθούμε ότι τα νομικά προβλήματα αθλητικού δικαίου που το Κράτος αναπαράγει με την αχρείαστη νομοθεσία του δεν είναι καν νομικά προβλήματα αθλητικού δικαίου που εμφανίζονται σε άλλες χώρες. Συναφώς, η υφιστάμενη εθνική αθλητική νομοθεσία της Ελλάδας άγει εκ των πραγμάτων σε κατά τα λοιπά ανύπαρκτη επιστημονική συμβολή της χώρας μας στον διεθνή επιστημονικό διάλογο για το αθλητικό δίκαιο. Με δεδομένο ότι στον αθλητισμό χωράει κατ’ αρχήν ένας μόνο νικητής, εάν αυτός ο ρόλος αποδοθεί στο Κράτος για τη νομοθεσία του, τότε οι αθλητικές ομάδες και οι αθλητές τους, δηλαδή εν τέλει ο αθλητισμός, θα είναι οι μεγάλοι ηττημένοι. Θα πρέπει να μας προβληματίσει ότι οι νέοι δικηγόροι με διεθνείς μεταπτυχιακές σπουδές στο αθλητικό δίκαιο που επιστρέφουν στην Ελλάδα και καλούνται να το υπηρετήσουν στην πράξη, είναι αντιμέτωποι με κάτι… εντελώς διαφορετικό, το οποίο εκφράζεται η ελπίδα να μη το συνηθίσουν για να μην αρχίσουν να του μοιάζουν. Προς τούτο, θα έχουν αρωγό, όπως φαίνεται, τη νομολογία των διοικητικών μας δικαστηρίων, με αποφάσεις ουσιαστικής και αποτελεσματικής απονομής αθλητικής δικαιοσύνης, όπως η σχολιαζόμενη.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΛΙΑΝΟΣ
Δικηγόρος, ΔΝ, Εντεταλμένος Διδάσκων
Αθλητικού Δικαίου ΕΚΠΑ
- 1
F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, Droit du sport, 2023· G. Simon, Droit du sport, 2012· P. Zen-Ruffinen, Droit du sport, 2002.
- 2
A. Rimbaud, Une saison en enfer, 1873. Για τη μεθοδολογική συμβολή της διακειμενικής αναφοράς βλ. Α. Πασπαλάκη, Ν.Γ. Πεντζίκης, Η τέχνη της διακειμενικής αναφοράς, 2019, σ. 14 επ.· Σ. Βλαχόπουλο, Πολυγλωσσία στο δίκαιο, 2014, σ. 32.
- 3
ΔΠρΑθ ΑναστΑΔ 723/2025, ΤΝΠ QUALEX.
- 4
ΔΠρΑθ ΑναστΑΔ 841/2025, ΤΝΠ QUALEX· ΔΠρΑθ ΑναστΑΔ 797/2025, ΤΝΠ QUALEX.
- 5
ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 413/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 6
Γ. Λιανός, Προσωρινή δικαστική προστασία κατέναντι του Μητρώου Αθλητικών Σωματείων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, παρατηρήσεις στη ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 127/2023, Αθλ Δικ 1/2024· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 24/2025, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 227/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 226/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 211/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 33/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 11/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 127/2023, ΤΝΠ QUALEX· ΔΠρΑθ ΑναστΑΔ 324/2025, ΤΝΠ QUALEX.
- 7
ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 118/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 112/2024, ΤΝΠ QUALEX.
- 8
ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 111/2024, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 110/2024, ΤΝΠ QUALEX.
- 9
ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 186/2023, ΤΝΠ QUALEX· ΔΕφΑθ ΑναστΑΔ 185/2023, ΤΝΠ QUALEX.
- 10
Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή και ΟλΣτΕ 2131/2025, αδημ.
- 11
Για τη μεθοδολογική συμβολή της φύσης του πράγματος βλ. Π. Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου και ερμηνεία των δικαιοπραξιών, 2000, αριθ. 413 επ.
- 12
Γ. Λιανός, Αθλητικό αυτοδιοίκητο, 2020, αριθ. 43· ΔΕΕ απόφαση της 4.10.2024, C‑650/22, FIFA, σκ. 84· ΔΕΕ απόφαση της 21.12.2023, C‑333/21, European Superleague Company, σκ. 103-104· ΔΕΚ απόφαση της 18.7.2006, C-519/04 P, Meca-Medina και Majcen κατά Επιτροπής, σκ. 26· ΔΕΚ απόφαση της 11.4.2000, C-51/96 και C-191/97, Deliège, σκ. 42· ΔΕΚ απόφαση της 13.4. 2000, C-176/96, Lehtonen, σκ. 33· ΔΕΚ απόφαση της 16.12.1995, C-415/93, Bosman, σκ. 76.
- 13
Κ. Χριστοδούλου, Αθλητικό δίκαιο, 2023, αριθ. 5· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 32· F. Latty, La lex sportiva, Recherche sur le droit transnational, 2007, σ. 444.
- 14
Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 35 επ.· G. Simon/C. Chaussard/P. Icard/D. Jacotot/C. de la Mardière/V. Thomas, ό.π., αριθ. 14· F. Latty, ό.π., σ. 154· TF απόφαση της 13.2.2012, 4A_428/2011, σκ. 3.1.1
- 15
Για τη διαφορά μεταξύ διεθνούς και διεθνικού δικαίου βλ. F. Latty, ό.π., σ. 12, 17 και 32.
- 16
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 36-37, 95· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 87· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 76.
- 17
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 94· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 93· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 100.
- 18
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 88 επ.· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 120· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 232.
- 19
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 49· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 460-461· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 571 επ.· CAS απόφαση της 5.4.2016, 2015/A/4181· CAS απόφαση της 25.3.1993, 92/80.
- 20
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 27· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 489· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 333· TF απόφαση της 25.8.2020, 4A_248/2019 και 4A_398/2019.
- 21
Για την κανονιστική δύναμη του πραγματικού βλ. Α. Καραμπατζό, Η μεθοδολογική αξία της θεωρίας περί της κανονιστικής δύναμης του πραγματικού, Δ 2008. 8· Φ. Σπυρόπουλο, Η κανονιστική δύναμη του πραγματικού, ΤοΣ 1983. 105· Κ. Τσάτσο, Μελέται φιλοσοφίας του δικαίου, Ι, 1960, σ. 112-113, με περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία του G. Jellinek.
- 22
https://www.fedlex.admin.ch/eli/cc/2012/460/fr.
- 23
Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή ΔΕφΑθ 62/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 24
Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 513 επ.
- 25
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 82· Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 163 επ.· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 266 επ.
- 26
Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 350· Consiglio di Stato 8743/2022, σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή των σχετικών τεχνικών κανόνων (regole tecniche) συμμετοχής σωματείων σε αθλητικούς αγώνες και επικύρωσης αποτελεσμάτων αθλητικών αγώνων υπάγεται στην αποκλειστική σφαίρα της αθλητικής δικαιοσύνης (sfera esclusiva della giustizia sportiva) και εκφεύγει της δικαιοδοσίας της κρατικής δικαιοσύνης (difetta la giurisdizione del giudice statale), η δε άσκηση των σχετικών λειτουργιών εκ μέρους της ομοσπονδίας εντάσσεται στην απαραβίαστη αυτονομία της αθλητικής έννομης τάξης (autonomia intangibile dell’ordinamento sportivo) και καλύπτεται από απόλυτη επιφύλαξη ασυλίας από οποιονδήποτε κρατικό δικαστή (riserva assoluta di insindacabilità da parte di qualsiasi giudice statale).
- 27
https://bills.parliament.ug/attachments/National%20Sports %20Act,%202023.pdf.
- 28
F. Majani, Sports law in Kenya, 2019, αριθ. 268-281.
- 29
J.-Z. Hassim, Malaysia, σε M. Colucci, International encyclopaedia of sports law, 2020, αριθ. 70-71.
- 30
A. Alhayyan/R. Alanezi, σε M. Colucci, ό.π., αριθ. 143-156.
- 31
ΔΠρΑθ 35/2026, ΤΝΠ QUALEX· ΔΠρΑθ 1224/2025, ΤΝΠ QUALEX.
- 32
ΕφΑθ 3213/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΕφΑθ 1448/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 33
Βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 2725/1999: «…προβλέπεται διαδικασία άμεσης απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης, με τον καθορισμό ολιγοήμερων προθεσμιών για να επιληφθεί το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο και να εκδώσει την απόφασή του. Με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των πρωταθλημάτων, τα οποία στο παρελθόν σε αρκετές περιπτώσεις είχαν κλονιστεί από πλευράς αξιοπιστίας, αφού εκδίδονταν αποφάσεις ύστερα από πολύ καιρό, όταν πλέον βαθμολογικώς είχαν κριθεί τα πάντα».
- 34
Γ. Λιανός, ό.π., αριθ. 464· F. Buy/J.-M. Marmayou/D. Poracchia/F. Rizzo, ό.π., αριθ. 285, 314, 367· P. Zen-Ruffinen, ό.π., αριθ. 1365· TF απόφαση της 21.2.2006, 4P_314/2005· TF απόφαση της 31.10.2003, 4P_149/2003· TF απόφαση της 27.5.2003, 4P_267/2002, 4P_268/2002, 4P_269/2002 και 4P_270/ 2002· TF απόφαση της 4.12.2000, 5P_427/2000· TF απόφαση της 6.12.1994, 120 II 369· TF απόφαση της 15.3.1993, 119 II 271.
- 35
Βλ. συναφώς και Κ. Χριστοδούλου, ό.π., αριθ. 352, σύμφωνα με τον οποίο τα σχετικά ζητήματα δεν έχουν ως αντικείμενο σχέση έννομη, αλλά καθαρώς αγωνιστική, επινόημα της θεσμιστικής φαντασίας των διαγωνιζομένων.
- 36
Βλ. προς την κατεύθυνση αυτή ΑΣΕΑΔ 40/2025, ΤΝΠ QUALEX.
- 37
Α. Κρητικός, Όρια νόμιμης λειτουργίας συλλογικών οργάνων σωματείων, συνδικαλιστικών οργανώσεων & συνεταιρισμών, 2009, § 9, αριθ. 28· ΑΠ 1043/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 532/ 2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 433/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΕφΘ 1203/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΠΠρΑθ 21/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 38
ΔΕΕ προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα της 18.12.2025, C‑424/24 και C‑425/24, FIGC και CONI, σκ. 1.
- 39
D. Mavromati/M. Reeb, The Code of the Court of Arbitration for Sport: Commentary, cases and materials, 2025.